RSS

Monthly Archives: April 2012

ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΣΙΚΑΓΟ: 1886 – 2012 ΖΗΤΩ Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ

Η φετινή συγκυρία της Εργατικής Πρωτομαγιάς θέλει την παγκόσμια εργατική τάξη, την τάξη των καταπιεσμένων και των «κολασμένων όλης της γης», να υποχωρεί διαρκώς απ’ όσα με αίμα είχε κατακτήσει από την απεργία της 1ης Μάη του 1886 στο Σικάγο –που την καθιέρωσε ως μέρα μνήμης των εργατικών αγώνων– μέχρι σήμερα.
Εμείς κρατάμε όλη τη γης μες στ’αργασμένα μπράτσα
και σκιάχτρα στέκουνται οι θεοί και αφέντη έχουνε φάτσα.
Γιάννης Ρίτσος, Επιτάφιος
Ιδιαίτερα στην ελληνική καπιταλιστική πραγματικότητα, ακόμα και το 8ωρο, ματωμένο αίτημα των απεργών του Σικάγο, θεωρείται παρελθούσα συνθήκη. Η ανεργία καλπάζει και στην πραγματικότητα ξεπερνάει το ¼ του εργατικού δυναμικού, ο επισφαλώς εργαζόμενος με τα ελαστικά ωράρια, την ανασφάλιστη εργασία και τη διαρκή απειλή της απόλυσης είναι η επικρατέστερη φιγούρα της εργατικής τάξης, και την ίδια στιγμή μισθοί, συντάξεις, επιδόματα και άδειες πετσοκόβονται με ταχείς ρυθμούς. Η ραγδαία αύξηση των αυτοκτονιών τα τελευταία 2 χρόνια, κυρίως λόγω οικονομικών δυσχερειών, έρχεται να επισφραγίσει τη ζοφερή εργασιακή πραγματικότητα που βιώνει το προλεταριάτο σήμερα.
Συνείδηση
Τα τελευταία 30 χρόνια το προλεταριάτο της χώρας διεμβολίστηκε από τον σοσιαλδημοκρατικό συνδικαλισμό, πείστηκε από τις υποσχέσεις ταξικής ανέλιξης και επιβεβαίωσε υλικά τη μικροαστική ονείρωξη μέσα από τις πιστωτικές κάρτες και τα δάνεια. Κατακερματισμένο και από την αναδιάρθρωση των μέσων παραγωγής βρέθηκε να αποθεώνει τον ατομικισμό και την προσωπική καβάντζα, ξεχνώντας έτσι ότι μέσω της συλλογικής ταξικής συνείδησης και των συλλογικών αγώνων κατόρθωσε να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής του μέσα στα χρόνια.
Αυτή ακριβώς είναι η πρόκληση της εποχής. Να επανακτήσουμε ως εργατική τάξη τη συνείδηση της θέσης μας και των συλλογικών μας συμφερόντων. Συμφέροντα τα οποία στέκουν στην ακριβώς αντίθετη θέση με αυτά της αστικής τάξης, της τάξης των αφεντικών, του κράτους και τους κεφαλαίου.
Τίποτα κοινό δεν έχουμε με τα αφεντικά, εγχώρια και διεθνή, και αυτό πρέπει να γίνει σαφές. Ο ηττημένος γραφειοκρατικός συνδικαλισμός, δεξιός και αριστερός, προσπαθεί, για παράδειγμα, να μας πείσει ότι υπογράφοντας συλλογική σύμβαση με μειώσεις στο μισθό έως και 20% είναι νίκη(!). Μας λένε ότι είναι κατάκτηση γιατί οι εργοδότες, λέει, δεν θέλουν καν να υπογράψουν συλλογικές συμβάσεις. Είναι κατάκτηση, γιατί «τι να κάνουμε, οι επιχειρήσεις πρέπει να γίνουν βιώσιμες, τα αφεντικά πρέπει να συνεχίζουν να αυξάνουν τα κέρδη τους, ο καπιταλισμός πρέπει να επιβιώσει». Ως τάξη πρέπει να κατανοήσουμε ότι δεν μας συμφέρει ούτε τα αφεντικά να αυξάνουν τα κέρδη τους ούτε να επιβιώσει ο καπιταλισμός. Δεν μας συμφέρει να γυαλίζουμε τις αλυσίδες μας, επειδή μας έχουν μάθει να ζούμε σιδηροδέσμιοι. Αυτό που μας συμφέρει είναι μια ζωή με αξιοπρέπεια και δημιουργικότητα, μια ζωή με εξασφαλισμένους τους υλικούς όρους επιβίωσης, μια ζωή που ο καπιταλισμός δεν μπορεί να μας παρέχει.
Τα κελεύσματα για διαρκή υποταγή, είτε επικαλούνται τη σωτηρία της πατρίδας και «την εθνική ομοψυχία ενάντια στους κακούς ευρωπαίους», είτε γίνονται από αφεντικά και συνδικαλιστικές ηγεσίες, δεξιά και αριστερά, έχουν έναν και μοναδικό στόχο: να μας κάνουν να παραδεχτούμε ότι η τάξη μας και η τάξη τους έχουν κοινά συμφέροντα. Να μας κάνουν να πειστούμε ότι είναι προς το συμφέρον μας η όλο και μεγαλύτερη εκμετάλλευσή μας, να μας κάνουν να συναινέσουμε στους όρους σκλαβιάς που μας ετοιμάζουν.
Αντιλαμβανόμενη η κυρίαρχη ιδεολογία ότι η κοινωνική συναίνεση στο πολιτικό και οικονομικό σύστημα διαρρηγνύεται μέρα με τη μέρα, προσπαθεί να ανασυνταχθεί και, χρησιμοποιώντας ιδεολογικά τεχνάσματα, να αποπροσανατολίσει την κοινωνία. Σ’ αυτή την κατεύθυνση κινείται το ξεπήδημα κομμάτων που φέρουν τον τίτλο του «αντιμνημονιακού». Σαν τους χαμαιλέοντες, άνθρωποι που στήριξαν ψυχή τε και σώματι αυτό το σύστημα (βλ. Καμμένο, Κατσέλη, Μπακογιάννη, Μανώλη κ.α.) προσπαθούν να μας πείσουν ότι έχουν μεταλλαχθεί και ότι υποστηρίζουν πλέον τα συμφέροντά μας.
Σ’ αυτή την κατεύθυνση κινείται επίσης η υπερπροβολή του ακροδεξιού λόγου και η ταυτόχρονη μιντιακή απενοχοποίηση των φασιστικών και ναζιστικών καθαρμάτων, και η τοποθέτησή τους εντός θεσμικού πλαισίου. Το σύστημα καλλιεργεί τα φοβικά και συντηρητικά κοινωνικά αντανακλαστικά, γιατί κατανοεί ότι είναι τα μόνα που θα παράγουν την απαραίτητη συναίνεση. Γιατί δεν είναι η Χρυσή Αυγή, αλλά οι «σοσιαλιστές» Χρυσοχοΐδης και Λοβέρδος που θεσμοθέτησαν τα ρατσιστικά πογκρόμ ενάντια σε μετανάστες. Είναι το σύνολο του πολιτικού συστήματος και τα μιντιακά τους φερέφωνα που ανάγουν το «μεταναστευτικό» σε Νο1 «πρόβλημα», επιχειρώντας εκτός των άλλων να διασπάσουν την ενότητα που δομικά διέπει την τάξη μας.
Ας μην αυταπατόμαστε: οι φράχτες στον Έβρο, οι εισβολές σε σπίτια μεταναστών, τα σύγχρονα Νταχάου (που τολμάνε και τα αποκαλούν «κέντρα φιλοξενίας») δεν γίνονται για την «επίλυση του μεταναστευτικού», αλλά είναι τμήμα της οργανωμένης διάχυσης φόβου και πανικού στην κοινωνία, για τη μετατόπιση του δημόσιου διαλόγου και εν τέλει για την απόσπαση της κοινωνικής συναίνεσης.
Η καταστολή που δεχόμαστε, όμως, δεν είναι μόνο ιδεολογική, αλλά και φυσική, καθότι ως γνωστόν, όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος. Ειδικά αυτή την περίοδο, ο κρατικός σχηματισμός νομοθετεί και δρα κατασταλτικά ενάντια σε οποιονδήποτε αντιστέκεται. Από τους τρομονόμους ως τους κουκουλονόμους, την αστυνομική βία σχεδόν σε κάθε πορεία, τις προφυλακίσεις διαδηλωτών όπως των τεσσάρων στις 12/02, τα ισόβια που μοιράζει το σύστημα «δικαιοσύνης» σε δεκάδες αγωνιστές, τις διαρκείς δίκες που ουσιαστικά κρίνουν παράνομες όλες τις απεργίες συνολικά, την ένστολη υποστήριξη μεγαλοεταιριών ενάντια σε ντόπιες κοινωνίες (Λευκίμμη, Κερατέα, Χαλκιδική κ.α.), την αναγόρευση ολόκληρων περιοχών σε «κόκκινες ζώνες» (Εξάρχεια), την ανάπτυξη χιλιάδων μπάτσων για τη διεκπεραίωση ναζιστικής έμπνευσης θεαμάτων (παρελάσεις), αλλά και την αδιάψευστη ενεργοποίηση του παρακράτους – όλες αυτές οι μεθοδεύσεις συνιστούν ένα τοπίο καταστολής που βάζει στο στόχαστρο όλο και μεγαλύτερα κοινωνικά κομμάτια.
Εκλογικές ψευδαισθήσεις
Στο παραπάνω πλαίσιο διοργανώνονται οι εκλογές της 6ης Μαΐου. Όπως και σε κάθε εκλογές, έτσι και σε αυτές, το κοινωνικό σώμα καλείται να επιλέξει τους δυνάστες του ή στην καλύτερη περίπτωση αυτούς που θα αντανακλούν την γκρίνια του στο κοινοβούλιο. Και αυτές οι εκλογές είναι το άλλοθι ευγενείας της βάρβαρης επίθεσης που βιώνουμε, είναι ο δημοκρατικός μανδύας του καπιταλισμού. Η ψήφος δεν είναι αντιμνημονιακός αγώνας, είναι η αυταπάτη ότι μέσα από τη δημοκρατία τους επιλύνονται όλα μας τα προβλήματα. Ως τάξη δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο καπιταλισμός, είτε με το προσωπείο της δημοκρατίας είτε με αυτό της χούντας, είναι πανταχού παρών, διαιωνίζοντας την εκμετάλλευσή μας. Από τη θέση μας, δεν μπορούμε παρά να τονίσουμε με σαφήνεια ότι η διαμαρτυρία, η αντίσταση, ο αγώνας και η ταξική αντεπίθεση δεν περνάνε μέσα από τα εκλογικά κανάλια και την αντιπροσώπευση.
Οργάνωση & Ταξική αντεπίθεση
Η εκμετάλλευση έχει όνομα και λέγεται καπιταλισμός. Ο αγώνας για την ανατροπή του οργανώνεται και διεξάγεται καθημερινά στους χώρους αναφοράς μας: στα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τις γειτονιές, τους χώρους εργασίας.
Ως εργάτες/ριες (μισθωτοί/ες, επισφαλώς εργαζόμενοι/ες, «μαύροι/ες» και άνεργοι/ες) πρέπει να οργανώσουμε τις αντιστάσεις μας. Μακριά από φυλετικές και έμφυλες διακρίσεις και πρακτικές κοινωνικού κανιβαλισμού, συλλογικοποιούμαστε με οριζόντιες δομές χωρίς ειδικούς και αρχηγούς, χωρίς πατερούληδες που ξέρουν τα συμφέροντά μας καλύτερα από εμάς. Κατανοούμε και διατρανώνουμε ότι για τα δεινά μας δεν φταίνε οι μετανάστες, φταίνε τα αφεντικά. Δεν πέφτουν οι μισθοί ή χάνουμε τη δουλειά μας επειδή «μας τις παίρνουν οι ξένοι», αλλά επειδή αυτό είναι που συμφέρει τους καπιταλιστές: η όλο και μεγαλύτερη εκμετάλλευσή μας.
Οργανωνόμαστε μέσα από σωματεία, συνελεύσεις και συλλογικότητες βάσης. Δεν αρκούμαστε στο να γκρινιάζουμε, αλλά βρίσκουμε και άλλους ανθρώπους που είναι διαθέσιμοι να παλέψουν μαζί μας και δημιουργούμε δομές αντίστασης σε κάθε χώρο δουλειάς. Δεν αφήνουμε τις λήψεις των αποφάσεων στους λίγους, στους εκλεκτούς του κάθε ΔΣ, αλλά αποφασίζουμε μέσα από συνελεύσεις όπου το κάθε μέλος είναι ισότιμο, όπου η κάθε άποψη ακούγεται, συζητιέται και, στη βάση της κατανόησης των κοινών συμφερόντων, παίρνονται οι αποφάσεις.
Δεν οικτίρουμε την κακή μας τύχη, ούτε περιμένουμε οι θεοί «να πάρουν μακριά από εμάς την κρίση». Βαδίζουμε με συνείδηση για την αντεπίθεση της τάξης μας, για την ανατροπή της συνθήκης σκλαβιάς που μας έχουν επιβάλει και ολοένα οξύνεται. Αρκεί να πιστέψουμε ότι κανείς δεν θα ψάλει τον επιτάφιο της ταξικής μας πάλης. Αρκεί να πιστέψουμε ότι η τάξη μας θα νικήσει και δεν θα υπάρχει άλλη τάξη να της αντιπαρατεθούμε, ως την κατάργηση της μισθωτής εργασίας και την αταξική κοινωνία.
Τ’ ΑΦΕΝΤΙΚΑ ΣΤΟΥ ΠΗΓΑΔΙΟΥ ΤΟΝ ΠΑΤΟ
ΖΗΤΩ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟ

Συνέλευση Βάσης Εργαζομένων Οδηγών Δικύκλου
Σωματείο Σερβιτόρων Μαγείρων
Πρωτοβουλία Εργαζομένων στο Μετρό – Ταξικό Μέτωπο
Συνέλευση Βάσης Τεχνικών Κινηματογράφου Τηλεόρασης
Συνέλευση Εργαζομένων/Ανέργων/Φοιτητών στα ΜΜΕ

 

Οι 200 της Πρωτομαγιάς

Μια ανέκδοτη προσωπική μαρτυρία της Ρίτας Μπούμη Παπά 

 

Το Νοέμβρη του 1985 η «ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ» (μηνιαία επιθεώρηση τέχνης, τεύχος 25), ένα πολύ καλό περιοδικό της εποχής για θέματα πολιτισμού, έφερε στο φως της δημοσιότητας ένα κείμενο της Ρίτας Μπούμη Παπά για τη σφαγή των 200 κομμουνιστών από τους Γερμανούς καταχτητές στην Καισαριανή, την 1η Μάη 1944. Μια συγκλονιστική  μαρτυρία της ποιήτριας που «έζησε» η ίδια τη θυσία των παλληκαριών από το σπίτι της που βρισκόταν λίγα μόλις μέτρα από το Σκοπευτήριο. 

Η μεταφορά στο πληκτρολόγιο έγινε χωρίς να γνωρίζουμε πότε ακριβώς γράφτηκε το κείμενο (δεν αναφέρεται ούτε στο περιοδικό). Απ’ όσο όμως είναι γνωστό, δεν εκδόθηκε ποτέ σε βιβλίο με άλλα έργα της.

“Αν στη μεταπολεμική ελληνική κατάσταση δεν επικρατούσαν, χάρη στην υποστήριξη των ξένων, οι δυνάμεις εκείνες που κατά τη διάρκεια της γερμανοϊταλικής στρατιωτικής κατοχής ανέχτηκαν παθητικά τον εχθρό και τα εγκλήματά του ή και συνεργάστηκαν κιόλας μαζί του, αν εύρισκε την οφειλόμενη δικαίωση ο αγώνας της εθνικής αντίστασης των Ελλήνων και ζυγιζόταν σαν την πιο πολύτιμη και ακριβή  ύλη το αίμα ηρώων και μαρτύρων που έδωσαν τη ζωή τους για τη λευτεριά της πατρίδας σύμφωνα με τις ιστορικές παραδόσεις μας, αν τέλος δεν αντικρίζαμε με τόση παγερή αδιαφορία τα δάκρυα των αμέτρητων απορφανισμένων θυμάτων, η Πρωτομαγιά του 1944, θ΄αντιπροσώπευε μια από τις Μεγάλες Παρασκευές του Έθνους μας, και ο χώρος του Σκοπευτηρίου της Καισαριανής, τον πιο ιερό Γολγοθά του.
Ο χαρακτηρισμός Γολγοθάς δε δίνεται ούτε αψήφιστα ούτε σαν σχήμα λόγου. Έχουμε ζυγίσει το βάρος του, επί μια ολόκληρη τετραετία, όταν στην καταιγίδα της κατοχής είχαμε απαγγιάσει σ’ ένα υπόγειο, εκατό μέτρα απ’ το Σκοπευτήριο και μας ξυπνούσαν κάθε αυγή, οι κραυγές των μελλοθανάτων, που τραγουδούσαν τον εθνικό ύμνο και αποχαιρετούσαν τον κόσμο, οι ριπές των εκτελεστικών αποσπασμάτων και οι ξηρές χαριστικές βολές. Είναι αυτή η σύμπτωση που μας έκανε να ζήσουμε το μαρτύριο της σφαγής των διακοσίων, μια γελαστή και ηλιόλουστη  μέρα γεμάτη λουλούδια και πουλιά. Μαζί μας παρακολούθησαν τη σφαγή και δυο άλλοι φίλοι διανοούμενοι που κατοικούσαν κι αυτοί στην ίδια τούτη συνοικία. Ο Κωστής Μεραναίος και ο Γιώργος Βασιλόπουλος, διευθυντής του θαρραλέου περιοδικού «Καλλιτεχνικά Νέα», που τολμούσε να εκδίδεται στα χρόνια της Κατοχής.
Την προηγούμενη, με είχε ξυπνήσει ένα εφιαλτικό όνειρο: κατά μήκος του δρόμου που οδηγεί στο Σκοπευτήριο και μέχρι τον περίγυρό του, πλήθος λαμπάδες έκαιγαν στην άσφαλτο σαν φλόγινα στάχυα κι ένας άνεμος σκοτεινός πάλευε να τα σβήσει. Μα οι φλόγες αντί να σβήνουν ενώνονταν για να μετατρέψουν το δρόμο σ’ ένα ποτάμι από φωτιά!
Την άλλη μέρα το όνειρο «βγήκε».
Η Πρωτομαγιά είχε ξημερώσει ολόστιλπνη σα να είχε βγει μόλις απ’ το λουτρό της και μοσχοβολούσε. Βαθυγάλανος ο ουρανός πάνω απ’ τον Υμηττό. Η ανοιξιάτικη φύση, σ’ όλη της την έκρηξη, αύξαινε τη δίψα μας για ειρήνη και για ευτυχία. Κάτω από τις ταπεινές στέγες ξυπνούσαν οι εργατικοί πληθυσμοί, ανύποπτοι για την τραγωδία που σε λίγες ώρες θα παίζονταν στη συνοικία τους.
Ώρα επτά. Τα πρώτα γερμανικά στρατιωτικά αποσπάσματα κυκλώνουν τη συνοικία μας. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Συχνά ο κατακτητής μας περικύκλωνε και μπλοκάριζε τα φτωχόσπιτα, ψάχνοντας να βρει τους αποφασισμένους που τον πολεμούσαν. Μα τώρα ήταν κάπως αλλιώς. Οι Γερμανοί είχαν πιάσει τις γωνιές όλων των δρόμων με όπλα και πρόσωπα στραμμένα απειλητικά προς τα σπίτια μας και απαγόρευαν την έξοδο τν κατοίκων, που παρακολουθούσαν πίσω από τα τζάμια, με αγωνία και μίσος τους στρατιώτες της Βέρμαχτ.
Η είδηση φτάνει σαν αέρας, και περνώντας απ’ τις χαραμάδες διαδίδεται από σπίτι σε σπίτι. «Θα εκτελεστούν 200 κρατούμενοι σε αντίποινα για το φόνο ενός Γερμανού στρατηγού». Είναι δυνατό να διαπραχθεί τέτοια ομαδική σφαγή μέσα σ’ ένα πρωινό γεμάτο αρώματα και πεταλούδες, κάτω από έναν ουρανό κεντημένο με παιδικούς χαρταετούς; Είναι!
Στις 8 αρχίζει η μεταφορά των κρατουμένων με κείνα τα σκοτεινά καμιόνια της Βέρμαχτ, που είχαν το χρώμα του γραφίτη. Οι μελλοθάνατοι ανεβαίνουν το Γολγοθά τους τραγουδώντας, μας προτρέπουν να μη λυγίσουμε, πετούν ενθύμια, δαχτυλίδια, χαρτάκια, τα ρούχα τους, παραγγελίες για τους δικούς των και αποχαιρετούν περήφανοι τους ανθρώπους και τον κόσμο, σίγουροι για κείνο που πίστευαν. Ένας μεγάλος ήλιος από τον Υμηττό τους το επιβεβαίωνε με όλο το φως του.
Οι ταράτσες των γύρω σπιτιών γεμάτες θεατές που ζητούσαν να παρακολουθήσουν και να διαφυλάξουν στη μνήμη τους  την πρωτοφανή τραγωδία μέχρι το τέλος. Τότε άρχισαν να πηδούν απ’ τα καμιόνια οι πρωταγωνιστές και να διασχίζουν το διάδρομο, οι περισσότεροι με τα πουκάμισα, ξέστηθοι, να μπερδεύονται οι σιλουέτες τους με τα θάμνα και τα κυπαρίσσια. Δεν ήταν ούτε ένας, ούτε δυο, ούτε δέκα σαν άλλες φορές. Κι αυτό το συγκλονιστικό πέρασμα, με τον πρωινό ήλιο που τους κυνηγά μέσα από τα δέντρα για να τους χαϊδέψει, κρατά απίστευτα πολύ, σα να το παρατείνει σκόπιμα  ένας σαδιστής σκηνοθέτης.
Ύστερα από τα προκαταρκτικά, που άργησαν κι αυτά πολύ, και το τυπικό διάβασμα ενός καταλόγου, απ’ τον οποίο ο ήρωας Ναπολέων Σουκατζίδης αρνείται να εξαιρεθεί, όπως του πρότειναν οι δήμιοι, που σαν γερμανομαθή τον χρειάζονταν για διερμηνέα, οι μελλοθάνατοι χωρίζονται σε ομάδες. Έτσι, σ’ ένα διαπασών από πατριωτικά τραγούδια, ζητωκραυγές, ηρωικές προτροπές των αμέσως επόμενων προς εκείνους που ήδη προχωρούσαν στο σφαγείο, οι ομάδες οδηγούνται προς το παμφάγο χαντάκι, που ήταν σκαμμένο στη ρίζα του ψηλού τοίχου.
Ξαφνικά η καμπάνα του μοναστηριού της Ανάληψης αρχίζει να χτυπά πένθιμα όπως τη Μεγάλη Παρασκευή, από έναν Ελασίτη που είχε σκαρφαλώσει στο καμπαναριό. Οι ήχοι ανατριχιάζουν τη συνοικία. Πίσω απ’ τα τζάμια, στις ταράτσες, ανάβουν κεριά, καπνίζουν θυμιατήρια, σταυροκοπιούνται γριούλες. Κάτι μικρές κακοραμμένες γαλανόλευκες σημαίες, έτοιμες να υποδεχτούν το μεγάλο μήνυμα της νίκης που ερχόταν δρομαίο από τις ρώσικες στέπες, υψώνονται στα δωμάτια κι ανεμίζουν με ευλάβεια στα χέρια των παιδιών.
Ένας βοσκός στο λόφο της Ανάληψης, στήνει με τη φλογέρα του ένα λυπητερό κλέφτικο σκοπό, και κείνη τη στιγμή έλεγες πως η ψυχή της Ρωμιοσύνης ροβολούσε από τον Υμηττό προς την αδούλωτη πόλη της Αθήνας. Μέσα σε λίγες στιγμές οι μελλοθάνατοι έχουν καλύψει την απόσταση που μεσολαβεί από το μάρτυρα στον άγιο, από το ιστορικό γεγονός στο θρύλο. Τις πρώτες ομοβροντίες ακολουθούν οι θρήνοι και οι κατάρες των περιοίκων. Τα σπαρακτικά λόγια των γυναικών του λαού που τους απαγορεύεται να τρέξουν, να πλύνουν τα κορμιά των παλικαριών, απ’ τα αίματα, να τα τυλίξουν σε δροσερό σεντόνι, να τα νεκροστολίσουν, να τα κλάψουν, όπως θα ΄κανε – αν μπορούσε – η πιο χαροκαμένη μάνα της γης, η Ελλάδα.
Η εκτέλεση κρατά τέσσερις ολόκληρες ώρες. Όσο βαστά σ’ ένα κανονικό σφαγείο. Μια μια ομάδα, προχωρεί προς την τάφρο τραγουδώντας. Οι σφαίρες των οπλοπολυβόλων γαζώνουν με θυμό, τα σώματα λυγίζουν, πέφτουν στο χώμα που έχει γίνει πηλός απ’ το αίμα, και οι χαριστικές βολές του ναζιστή υπαξιωματικού, δίνουν τέλος στο σφαδασμό των σωμάτων. Ύστερα τα πτώματα σέρνονται από κει ματωμένα και φορτώνονται σε χειροκίνητα καρότσια για να οδηγηθούν έξω, όπου περιμένει η σκοτεινή φάλαγγα των φορτηγών αυτοκινήτων, για να παραλάβει και να μεταφέρει στους τάφους τα σφάγια. Η τάφρος ανασκάφτεται με τσαπιά, γρήγορα και κάθε φορά, για ν’ ανεβεί στην επιφάνεια άλλο χώμα, πιο στεγνό, και η επόμενη ομάδα προχωρεί με τις λέξεις Ελλάδα και ελευθερία στα χείλη.
Οι Αυστριακοί άντρες των πρώτων εκτελεστικών αποσπασμάτων, δεν αντέχουν, λιποθυμούν, για να εξοργίσουν τους επικεφαλής Γερμανούς αξιωματικούς, που δυο φορές τους αντικατάστησαν με άλλους στρατιώτες πιο ψύχραιμους.
Μεσημέρι. Το μακάβριο έργο των σφαγέων τελείωσε. Οι αξιωματικοί της Βέρμαχτ, μπαίνουν, βολεύονται στην κούρσα τους και ξεκινούν. Πίσω τους ακολουθεί η φάλαγγα των καμιονιών με το φορτίο της.
Το αίμα των μαρτύρων της ελευθερίας, ζεστό ακόμα, στάζει από τα οχήματα για να σκορπίσει σε όλο τα μάκρος του δρόμου απίστευτα κόκκινα άνθη και ιδεογράμματα.
Το μπλόκο λύνεται κι οι πόρτες των σπιτιών ανοίγουν. Είναι δώδεκα και μισή. Στις φλέβες της συνοικίας μας, που είχαν παγώσει επί ένα ολόκληρο πρωινό, ξαναρχίζει η κυκλοφορία. Μια κυκλοφορία βαριά κι αγχώδης. Οι γυναίκες, που στη συμφορά σπεύδουνε πρώτες, μοιρολογώντας και σκούζοντας κατευθύνονται στον τόπο του Κρανίου. Και τότε μέσα στη μάντρα του Σκοπευτηρίου αρχίζει ομόφωνος ένας θρήνος οξύς, αβάσταγος, συγκλονιστικός. Όλες μοιρολογούν «τα παιδιά τους». Ξαφνικά οι νεκροί εκείνοι, που είχαν αρπαχτεί για να ταφούν βιαστικά ποιος ξέρει που, έγιναν παιδιά όλων μας, ανήκαν σε όλους. Όλα τα περιβόλια  και οι γλάστρες της γειτονιάς μαδήθηκαν για τα μαγιάτικα στεφάνια του θανάτου. Και αγκαλιές τα λουλούδια, μεταφέρονται στο κόκκινο χαντάκι, όπου το αίμα ζυμώνονταν με το χώμα και διεργάζονταν κιόλας νέες συνθέσεις.
Πόσοι όρκοι πίστης δόθηκαν κείνη τη μέρα εδώ μέσα! Πόσες αγνές και φλογερές υποσχέσεις!
Ο λαός κανένα όρκο και καμιά υπόσχεση δεν αθέτησε. Κι αν το μνημείο που όφειλε να στήσει εδώ μέσα η Πατρίδα, δεν στήθηκε, είναι γιατί οι ισχυρές εκείνες δυνάμεις που φοβούνται το ηθικό μάθημα της ιστορικής μνήμης στις συνειδήσεις των λαών, μεσολάβησαν για να εμποδίσουν αυτό το υπέρτατο εθνικό χρέος. Και πια όλοι ξέρουμε με ποια σκληρά και αδίστακτα μέσα οι ισχυρές αυτές δυνάμεις ισοπεδώνουν σαν μπουλντόζες τη θέληση των μικρών πατρίδων…
Όμως, δεν μπορεί, κάποτε θα στηθεί το μνημείο που τους αξίζει. Ένα μνημείο στιλπνό σαν την άνοιξη και βιώσιμο σαν τη φυλή μας. Ένα μνημείο που δίχως να ‘χει τις διαστάσεις της θυσίας χιλιάδων μαρτύρων που έπεσαν εδώ μέσα αιμόφυρτοι από τις σφαίρες των θηρίων, θα είναι – όπως λέγει σε μια ωδή του ο Οράτιος – «διαρκέστερο από το χαλκό και το βασιλικό όγκο των πυραμίδων, που ούτε ο αδηφάγος όμβρος, ούτε η αναρίθμητος των ετών σειρά θα δύναται να καταστρέψει».
Και τότε το κλαμπ που λειτουργεί τώρα στον αιματοποτισμένο τόπο του μαρτυρίου και ο πάταγος των μπουκαλιών και της νυχτερινής κραιπάλης, θα αντικατασταθούν από την ευλάβεια, την περίσκεψη και το σεβασμό.”

Ρίτα Μπούμη – Παπά (1906 – 1984). Η Ρίτα Μπούμη γεννήθηκε στη Σύρο. Το 1920 εγκαταστάθηκε στις Συρακούσες της Σικελίας, όπου σπούδασε παιδαγωγική και ειδικεύτηκε στη μέθοδο Montessori . Μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα εργάστηκε ως δημοσιογράφος και μεταφράστρια σε περιοδικά όπως η Νέα Εστία, το Νέον Κράτος, η Νέοι ρυθμοί και εφημερίδες όπως η Αλλαγή, η Μάχη, η Αυγή (την περίοδο 1957-1960). Υπήρξε αρχισυντάκτις του περιοδικού Ιόνιος Ανθολογία (από το 1929), εκδότρια των περιοδικών Εφημερίδα των ποιητών (1956-1958) και Κυκλάδες (1930-1932) και διευθύντρια του Ιδρύματος Περιθάλψεως Παιδιού (1930-1933). Το 1936 παντρεύτηκε τον ποιητή Νίκο Παππά, με τον οποίο έζησε στα Τρίκαλα ως το 1940, οπότε εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, όπου έζησαν την υπόλοιπη ζωή τους. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1929 με τη δημοσίευση του ποιήματός της Μικρέ μου αλήτη στη Νέα Εστία, ενώ σε παιδική ηλικία είχε δημοσιεύσει ποιήματα στη Διάπλαση των Παίδων (1919). Ασχολήθηκε κυρίως με την ποίηση αλλά και με την πεζογραφία, την ταξιδιωτική λογοτεχνία, τη μετάφραση (έργα των Λ.Λέβτσεφ, Σολόχωφ, Μπέκετ, Μπέττι, Ουγκώ και άλλων). Τιμήθηκε με τον Α΄ Έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών (1935), το Α’ Βραβείο Εθνικής Αντίστασης (1945), το Διεθνές Βραβείο Συρακουσών (1949), το Βραβείο της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς (1965) καθώς και από το Ρουμανικό κράτος και την Ακαδημία του Βουκουρεστίου. Υπήρξε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Ποιήματά της μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ρωσικά, ισπανικά, ουγγρικά, σερβικά, πολωνικά, αλβανικά, πορτογαλικά και άλλες γλώσσες. Η Ρίτα Μπούμη – Παπά τοποθετείται χρονικά στους έλληνες λογοτέχνες της γενιάς του μεσοπολέμου. Η γραφή της χαρακτηρίζεται θεμελιωδώς από τη φυσιολατρεία της, και παρουσιάζει έντονα τα στοιχεία του αισθησιασμού, του λυρισμού αλλά και του πολιτικού και κοινωνικού προβληματισμού, ιδιαίτερα στα μεταπολεμικά έργα της. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Ρίτας Μπούμη – Παπά βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Ρίτα Μπούμη – Παπά», Η ελληνική ποίηση · Νεωτερικοί ποιητές του μεσοπολέμου, σ.404-415. Αθήνα, Σοκόλης, 1979, Γιάκος Δημήτρης, «Μπούμη – Παπά Ρίτα», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 10. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Ζήρας Αλεξ., «Μπούμη – Παπά Ρίτα», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 7. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987.
(Πηγή βιογραφικών στοιχείων: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).  


Πηγή:Οικοδόμος

 

Φρίντριχ Ένγκελς 4 του Μάη στο Λονδίνο

Γράφτηκε: μεταξύ 5 και 21 του Μάη 1890
Πηγή: «Μαρξ – Ένγκελς – Για τον Ρεφορμισμό», εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή σελ 184-192
Ψηφιακή μορφή: Σάββας Μιχαήλ
HTML Mark-up: Aντώνης Μεγρέμης για το ελληνικό Αρχείο των Μαρξιστών στο Internet


Ο γιορτασμός της Πρωτομαγιάς από το προλεταριάτο άφησε εποχή όχι μόνο με τον παγκόσμιο χαρακτήρα του που τον κατέστησε πρώτη διεθνή πράξη της αγωνιζόμενης εργατικής τάξης. Προσέφερε επίσης υπηρεσίες στην καταγραφή πολύ ευχάριστων προόδων στις διάφορες χώρες. Φίλοι και εχθροί συμφωνούν ότι σ’ ολόκληρη την Ευρώπη ήταν η Αυστρία και στην Αυστρία ήταν η Βιέννη αυτή που γιόρτασε τη γιορτή του προλεταριάτου με τον πιο λαμπρό και αξιοπρεπή τρόπο και ότι οι αυστριακοί και πάνω απ’ όλους οι βιεννέζοι εργάτες μ’ αυτό τον τρόπο κατέκτησαν οι ίδιοι μια ολότελα διαφορετική θέση στο κίνημα. Μόλις πριν από λίγα χρόνια το αυστριακό κίνημα είχε φτάσει σχεδόν στο μηδέν, και οι εργάτες των γερμανικών και σλαβικών περιοχών του αυστριακού στέμματος είχαν διαιρεθεί σ’ εχθρικά κόμματα, σπαταλώντας τις δυνάμεις τους σ’ εσωτερικές διαμάχες. ‘Οποιος θα ισχυριζόταν, μόλις πριν από τρία χρόνια ότι την 1η του Μάη 1890, η Βιέννη και ολόκληρη η Αυστρία θα ήταν το υπόδειγμα για όλους, για το πώς θα πρέπει να γιορτάζεται μια ταξική γιορτή του προλεταριάτου, θα γινόταν καταγέλαστος. Θα κάνούμε καλά να μην ξεχνάμε αυτό το γεγονός, όταν κρίνουμε τους καβγάδες των εσωτερικών συγκρούσεων, στις οποίες οι εργάτες άλλων χωρών σπαταλούν ακόμη και σήμερα τις δυνάμεις τους, όπως για παράδειγμα στη Γαλλία. Ποιός μπορεί να ισχυριστεί ότι το Παρίσι δε θα μπορέσει να κάνει αυτό πού έκανε η Βιέννη;


Αλλά την 4η του Μάη η Βιέννη επισκιάστηκε από το Λονδίνο. Και θεωρώ ότι αυτό είναι το πιο σημαντικό και μεγαλειώδες μέρος ολόκληρου του γιορτασμού της Πρωτομαγιάς, το ότι στις 4 του Μάη 1890 το αγγλικό προλεταριάτο, που ξύπνησε από μια σαραντάχρονη χειμέρια νάρκη, ξανασυνδέθηκε με το κίνημα της τάξης του. Για να το κατανοήσει κανείς αυτό είναι απαραίτητο να γνωρίζει την προϊστορία της 4ης του Μάη.

Γύρω στις αρχές του περασμένού χρόνου, η μεγαλύτερη και πιο εξαθλιωμένη εργατική συνοικία του κόσμου, οι ανατολικές συνοικίες του Λονδίνου, άρχισε σιγά σιγά να κινείται. Την 1η του Απρίλη 1889 ιδρύθηκε η Ένωση εργαζομένων στο φωταέριο και χειρωνακτών εργατών γενικά (Gas Wοrkers and General Labοurers’ Uniοn) σήμερα έχει γύρω στα 100.000 μέλη, με τη συμμετοχή κυρίως αυτού του συνεταιρικού σωματείου (πολλοί είναι εργάτες του φωταέριου το χειμώνα και λιμενεργάτες το καλοκαίρι), μπήκε στο δρόμο της η μεγάλη απεργία των λιμενεργατών που ταρακούνησε ακόμη και το κατώτερο κατακάθι των εργατών του ανατολικού Λονδίνου από την αποτελμάτωση. Σαν αποτέλεσμα, άρχισε να σχηματίζεται το ένα κλαδικό σωματείο μετά το άλλο ανάμεσα σ’ αυτούς, τους κατά κύριο λόγο ανειδίκευτους εργάτες, ενώ εκείνα που ήδη υπήρχαν εκεί και τα οποία μέχρι τότε μόλις που κρατιόνταν στη ζωή, τώρα άνθιζαν πολύ γρήγορα. Αλλά η διαφορά ανάμεσα σ’ αυτά τα νέα εργατικά συνδικάτα και στα παλιά ήταν πολύ μεγάλη. Τα παλιά, που περιλάμβαναν μόνο τους «ειδικευμένους» εργάτες, έχουν αυστηρά συντεχνιακό χαρακτήρα -αποκλείουν όλους τους εργάτες που δεν έχουν ειδικευθεί συντεχνιακά και μ’ αυτό τον τρόπο εκτίθενται στον ανταγωνισμό εκείνων που δεν ανήκουν στις συντεχνίες- είναι πλούσια, αλλά όσο πλουσιότερα γίνονται, τόσο πιο πολύ εκφυλίζονται σε απλά ταμεία ασθενείας και θανάτου -είναι συντηρητικά και αποφεύγουν πάνω απ’ όλα τον «τρισκατάρατο» σοσιαλισμό, όσο πιο πολύ και για όσο μεγαλύτερο διάστημα μπορούν. Τα νέα «ανει­δίκευτα» συνδικάτα, από την άλλη, δέχονται κάθε συνάδελφο του κλάδου- έτσι είναι κατά κύριο λόγο και οι εργάτες του φωταέριου αποκλειστικά, απεργιακά σωματεία και απεργιακά ταμεία. Και παρ’ ότι δεν είναι ακόμη όλοι σοσιαλιστές, ωστόσο επιμένουν να έχουν οπωσδήποτε για ηγέτες τους μόνο σοσιαλιστές και κανέναν άλλο. Αλλά η σοσιαλιστική προπαγάνδα είχε από χρόνια ήδη ξεκινήσει στις ανατολικές συνοικίες, όπου η κ. Ε. Μαρξ Έβελινγκ και ο άντρας της ο Έντουαρντ Έβελινγκ ήταν κυρίως εκείνοι που είχαν πριν από τέσσερα χρόνια ανακαλύψει και επεξεργαστεί επίμονα με «Ριζοσπαστικές Λέσχες», που απαρτίζονταν σχεδόν αποκλειστικά από εργάτες, το καλύτερο πεδίο προπαγάνδας και όπως είναι τώρα φανερό, με τη μεγαλύτερη επιτυχία. Κατά τη διάρκεια της απεργίας των λιμενεργατών η κ. Έβελινγκ ήταν η μία από τις τρεις γυναίκες που φρόντιζαν για τη διανομή της βοήθειας και σαν «ευχαριστώ» συκοφαντήθηκαν από τον κ. Χάιντμαν, το φυγάδα της Πλατείας Τραφάλγκαρ, που ισχυρίστηκε ότι πληρώνονταν γι’ αυτό το σκοπό μ’ ένα ποσό τριών λιρών στερλινών την εβδομάδα από το απεργιακό ταμείο.

Η κ. Έβελινγκ καθοδήγησε σχεδόν μόνη της την απεργία του περασμένου χειμώνα στο Σίλβερταουν, καθώς επίσης και στις ανατολικές συνοικίες και εκπροσωπεί στην επιτροπή των εργατών του φωταερίου ένα γυναικείο τομέα που έχει ιδρύσει εκεί.

Το προηγούμενο φθινόπωρο οι εργάτες του φωταέριου κατέκτησαν ύστερα από αγώνες εδώ στο Λονδίνο την οκτάωρη εργάσιμη ημέρα, αλλά την ξανάχασαν μετά από μια ανεπιτυχή απεργία, στο νότιο τμήμα της πόλης, αποκτώντας αρκετές αποδείξεις ότι αυτή η κατάκτηση δεν έχει κατά κανένα τρόπο εξασφαλισθεί για πάντα ούτε στα βόρεια τμήματα του Λονδίνου. Είναι, λοιπόν, αξιοπερίεργο, που αποδέχτηκαν πρόθυμα την πρόταση της κας Έβελινγκ να εισάγουν στο Λονδίνο το γιορτασμό της Πρωτομαγιάς, που αποφασίστηκε από το Συνέδριο στο Παρίσι, για μια νομοθετημένη οκτάωρη μέρα εργασίας; Από κοινού με μερικές σοσιαλιστικές ομάδες, οι Ριζοσπαστικές Λέσχες και τ’ άλλα εργατικά συνδικάτα στις ανατολικές συνοικίες, όρισαν μια Κεντρική Επιτροπή, που θα διοργάνωνε γι’ αυτόν το σκοπό μια μεγάλη διαδήλωση στο Χάιντ Παρκ. Επειδή φάνηκε ότι κάθε προσπάθεια να γίνει η διαδήλωση την Πέμπτη 1η του Μάη, οπωσδήποτε θα αποτύχαινε αυτή τη χρονιά, αποφασίστηκε ν’ αναβληθεί για την Κυριακή 4 του Μάη.

Για να εξασφαλίσει, όσο ήταν δυνατό, τη συμμετοχή όλων των εργατών του Λονδίνου, η Κεντρική Επιτροπή κάλεσε επίσης, με ανεπίτρεπτη αφέλεια, το Συμβούλιο των Συνδικάτων του Λονδίνου. Αυτό είναι ένα σώμα που απαρτίζεται από αντιπροσώπους από τα λονδρέζικα εργατικά συνδικάτα, κύρια από τα παλιότερα συνδικάτα των «ειδικευμένων» εργατών, όπου, όπως ήταν αναμενόμενο, τα αντί-σοσιαλιστικά στοιχεία έχουν ακόμη την πλειοψηφία. Το Συμβούλιο των Συνδικάτων είδε ότι το κίνημα για το οκτάωρο υπήρχε φόβος να μεγαλώσει πέρα από τον έλεγχο τους. Τα παλιά εργατικά συνδικάτα υποστηρίζουν επίσης την οκτάωρη εργάσιμη μέρα, αλλά όχι τη νομοθετημένη. Το οχτάωρο αυτοί το εννοούν με την έννοια ότι το κανονικό μεροκάματο πρέπει να πληρώνεται για οκτώ ώρες τόσο την ώρα -αλλά ότι θα πρέπει να επιτρέπεται υπερωριακή εργασία για οσεσδήποτε ώρες τη μέρα, με την προϋπόθεση ότι κάθε ώρα υπερωρίας θα πληρώνεται μ’ ένα μεγαλύτερο ποσό- ας πούμε, με το ποσό της μιάμιση ή των δύο κανονικών ωρών. Στόχος τους λοιπόν ήταν να οδηγήσουν τη διαδήλωση στα νερά αυτού του είδους της εργάσιμης ημέρας, που θα την κατακτούσαν με «ελεύθερη» συμφωνία, αλλά που δε θα γι­νόταν υποχρεωτική με νόμο της Βουλής. Γι’ αυτόν το σκοπό το Συμβούλιο των Συνδικάτων συνενώθηκε με τη Σοσιαλδημοκρατική Ομοσπονδία του κ. Χάιντμαν που προαναφέρθηκε, μια ένωση που παρουσιάζει τον εαυτό της σαν τη μόνη αληθινή εκκλησία του βρετανικού σοσιαλισμού, που προσφέρει τη μακαριότητα, και πού είχε συνάψει με μεγάλη συνέπεια μια συμμαχία ζωής και θανάτου με τους γάλλους ποσιμπιλιστές. Η Ένωση αυτή έστειλε μια αντιπροσωπεία στο συνέδριο τους και έτσι θεωρούσε εκ των προτέρων τον πρωτομαγιάτικο γιορτασμό που αποφασίστηκε από το μαρξιστικό Συνέδριο σαν αμαρτία κατά του Αγίου Πνεύματος. Το κίνημα είχε ξεφύγει και απ’ αυτής τον έλεγχο -όμως το ν’ ακολουθήσει την Κεντρική Επιτροπή θα σήμαινε ότι έβαζε τον εαυτό της υπό τη «μαρξιστική» ηγεσία- από την άλλη, εάν το Συμβούλιο των Συνδικάτων έπαιρνε το ζήτημα στα χέρια του και εάν ο γιορτασμός γινόταν στις 4 αντί για την 1η του Μάη, δε θα ήταν πια καθόλου η κακιά «μαρξιστική» Πρωτομαγιά και έτσι θα μπορούσαν να συμμετάσχουν. Παρά το γεγονός ότι η Σοσιαλδημοκρατική Ομοσπονδία έχει τώρα περιλάβει στο πρόγραμμα της το νομοθετημένο οκτάωρο, έσφιξε πρόθυμα το χέρι που της προσφέρθηκε από το Συμβούλιο των Συνδικάτων.

Τώρα οι νέοι περίεργοι συγκάτοικοι ξεγέλασαν την Κεντρική Επιτροπή μ’ ένα κόλπο το οποίο, πράγματι, θεωρείται όχι μόνο επιτρεπτό αλλά και αρκετά έξύπνο από την πολιτική πρακτική της αγγλικής αστικής τάξης, που όμως οι ευρωπαίοι και οι αμερικάνοι εργάτες θα το βρουν πιθανά πολύ ποταπό. Είναι γεγονός ότι σε περίπτωση οργάνωσης λαϊκών συγκεντρώσεων στο Χάιντ Παρκ οι διοργανωτές πρέπει πρώτα ν’ ανακοινώσουν την πρόθεση τους στο υπουργείο Δημοσίων Έργων και να συμφωνήσουν μαζί του στα επιμέρους ζητήματα, εξασφαλίζοντας συγκεκριμένα την άδεια να τοποθετήσουν στο γρασίδι τα κάρα που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν σαν εξέδρες. Εκτός αυτού, οι κανονισμοί λένε ότι εφόσον έχει ανακοινωθεί μια συγκέντρωση, καμιά άλλη δεν μπορεί να γίνει την ίδια μέρα στο πάρκο. Η Κεντρική Επιτροπή δεν είχε κάνει ακόμη αυτή την ανακοίνωση αλλά οι οργανώσεις που συμμάχησαν εναντίον της μόλις το έμαθαν ανακοίνωσαν πίσω από την πλάτη της μια συγκέντρωση για τις 4 του Μάη στο πάρκο και πήραν την άδεια για επτά εξέδρες.

Το Συμβούλιο των Συνδικάτων και η Ομοσπονδία πίστεψαν λοιπόν ότι είχαν νοικιάσει το πάρκο για τις 4 του Μάη και ότι είχαν τη νίκη στην τσέπη τους. Το πρώτο συγκάλεσε μια συγκέ­ντρωση αντιπροσώπων των εργατικών συνδικάτων, στην οποία κάλεσε και δύο αντιπροσώπούς από την Κεντρική Επιτροπή -αυτή έστειλε τρεις, περιλαμβανομένης της κας Έβελινγκ. Το Συμβούλιο των Συνδικάτων τους αντιμετώπισε σαν να ήταν ο αφέντης της κατάστασης. Τους πληροφόρησε ότι μόνο κλαδικά σωματεία, δηλαδή ούτε σοσιαλιστικές ενώσεις ούτε πολιτικές λέσχες θα μπορούσαν να πάρούν μέρος στη διαδήλωση και να κρατούν λάβαρα. Το πώς θα συμμετείχε η Σοσιαλδημοκρατική Ομοσπονδία στη διαδήλωση παρέμενε μυστήριο. Το Συμβούλιο είχε ήδη συντάξει στην τελική μορφή το ψήφισμα που θα υποβαλλόταν στη συγκέντρωση και είχε μάλιστα σβήσει το αίτημα για το νομοθετημένο οκτάωρο -η πρόταση για να ξαναμπεί το αίτημα στο ψήφισμα δεν επιτράπηκε να συζητηθεί ούτε να μπει σε ψηφοφορία. Και τέλος, το Συμβούλιο αρνήθηκε να δεχθεί την κ. Έβελινγκ σαν αντιπρόσωπο γιατί, όπως είπε, δεν ήταν χειρωνακτική εργάτρια (πράγμα που δεν είναι αλήθεια), παρότι ο ίδιος του ο πρόεδρος, ο κ. Σίπτον, δεν έβαλε ούτε ένα δακτυλάκι στο δικό του κλάδο για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια.

Οι εργάτες της Κεντρικής Επιτροπής εξοργίσθηκαν με την εξαπάτηση που τους έγινε. Φαινόταν σαν να είχε αφεθεί τελικά η διαδήλωση στα χέρια δύο οργανώσεων που δεν αντιπροσώπευαν παρά μόνο κάποιες ασήμαντες μειονότητες των εργατών του Λονδίνου. Δε φαινόταν να υπάρχει άλλο αντίμετρο από τη βίαιη κατάληψη των εξεδρών του Συμβουλίου των Συνδικάτων, που είχαν απειλήσει να κάνουν οι εργάτες του φωταερίου. Τότε ο Έντουαρντ Έβελινγκ πήγε στο υπουργείο και εξασφάλισε, αντίθετα με τους κανονισμούς, την άδεια για την Κεντρική Επιτροπή να τοποθετήσει επίσης επτά εξέδρες στο πάρκο. Η προσπάθεια τους ν’ αρπάξουν τη διαδήλωση, προς όφελος της μειοψηφίας απέτυχε. Το Συμβούλιο των Συνδικάτων υποχώρησε, μένοντας ικανοποιημένο που τελικά κατόρθωσε να διαπραγματευθεί με την Κεντρική Επιτροπή σε ίση βάση για την προετοιμασία της διαδήλωσης.
Πρέπει κάποιος να ξέρει αυτή την προϊστορία, για να εκτιμήσει τη φύση και τη σημασία της διαδήλωσης. Υποκινούμενη από τους εργάτες του Ανατολικού Λονδίνου που συνδέθηκαν τελευταία με το κίνημα, η διαδήλωση βρήκε τέτοια γενική απήχηση, ώστε οι δύο οργανώσεις που δεν ήταν λιγότερο εχθρικές η μία εναντίον της άλλης απ’ όσο και οι δυο μαζί ενάντια στη θεμελιακή ιδέα της διαδήλωσης -υποχρεώθηκαν να συμμαχήσουν για να πάρουν την αρχηγία και να εκμεταλλευτούν τη συγκέντρωση με το δικό τους πνεύμα. Απο τη μια, το συντηρητικό Συμβούλιο των Συνδικάτων που κηρύσσει την ισοτιμία κεφαλαίου και εργασίας, από την άλλη, η Σοσιαλδημοκρατική Ομοσπονδία που παριστάνει τη ριζοσπαστική και μιλά απλόχερα για κοινωνική επανάσταση σε κάθε ακίνδυνη ευκαιρία, και οι δύο, συμμαχώντας με βάση ένα τιποτένιο τέχνασμα για να εκμεταλλευτούν μια διαδήλωση, που ήταν ολότελα μισητή και στις δύο. Εξαιτίας αυτών των συμβάντων η συγκέντρωση της 4ης του Μάη διασπάστηκε σε δύο μέρη: από τη μια ήταν οι συντηρητικοί εργάτες, ο ορίζοντας των οποίων δεν προχωρά πέρα από το σύστημα της μισθωτής εργασίας και δίπλα τους μία αναιμική αλλά αρχομανής σοσιαλιστική αίρεση, από την άλλη, η μεγάλη μάζα των εργατών που είχαν συνδεθεί πρόσφατα με το κίνημα και που δε θέλουν ν’ ακούν άλλο για το μαντσεστερισμό των παλιών εργατικών συνδικάτων, θέλοντας να κατακτήσουν οι ίδιοι με αγώνα την ολοκληρωτική τους χειραφέτηση, μαζί με συμμάχους της δικής τους επιλογής και όχι μ’ αυτούς που προκαθορίζονται από μια μικρή σοσιαλιστική κλίκα. Από τη μια πλευρά ήταν η στασιμότητα, που αντιπροσωπευόταν από εργατικά συνδικάτα, που δεν έχουν ακόμη απελευθερωθεί τελείως από το συντεχνιακό πνεύμα και από μια στενόκαρδη αίρεση, που υποστηρίζεται από τους πιο τιποτένιους συμμάχους. Από την άλλη, το ζωντανό ελεύθερο κίνημα του βρετανικού προλεταριάτου, που ξαναξύπνησε. Και ήταν φανερό ακόμη και στους πιο τυφλούς, που ήταν η γεμάτη φρεσκάδα ζωή σ’ αυτή τη διπλή συγκέντρωση και πού η στασιμότητα. Γύρω από τις επτά εξέδρες της Κεντρικής Επιτροπής ήταν πυκνά, πελώρια πλήθη, που διαδήλωναν με μουσική και λάβαρα, πάνω από εκατό χιλιάδες οργανωμένοι, ενισχυμένοι από σχεδόν άλλους τόσους που είχαν έρθει μεμονωμένα, παντού επικρατούσε ομοφωνία και ενθουσιασμός και παρ’όλα αυτά τάξη και οργάνωση. Στις εξέδρες των συνενωμένων αντιδραστικών, αντίθετα, τα πάντα έμοιαζαν ξεθωριασμένα, η συγκέντρωση τους ήταν πολύ πιο αδύνατη από την άλλη, κακά οργανωμένη, χωρίς τάξη και ως επί το πλείστον αργοπορημένη, έτσι ώστε σε μερικά σημεία άρχισαν όταν η Κεντρική Επιτροπή είχε ήδη τελειώσει. Ενώ οι φιλελεύθεροι ηγέτες μερικών ριζοσπαστικών Λεσχών και οι υπάλληλοι αρκετών εργατικών συνδικάτων συσπειρώθηκαν γύρω από το Συμβούλιο των Συνδικάτων, τα μέλη των ίδιων συνδικάτων -στην πραγματικότητα, τέσσερα ολόκληρα παραρτήματα της Σοσιαλδημοκρατικής Ομοσπονδίας- παρέλασαν με την Κεντρική Επιτροπή. Παρ’ όλα αυτά, το Συμβούλιο των Συνδικάτων κατάφερε να προκαλέσει κάποια προσοχή, αλλά η απόλυτη επιτυχία ήταν αυτή της Κεντρικής Επιτροπής.

Αυτό όμως που οι πολυάριθμοι παρακολουθούντες αστοί πολιτικοί αποκόμισαν σαν κύριο αποτέλεσμα, ήταν η βεβαιότητα ότι το αγγλικό προλεταριάτο, που για σαράντα ολόκληρα χρόνια σερνόταν σαν ουρά πίσω από το μεγάλο Φιλελεύθερο Κόμμα υπηρετώντας το σαν ψηφοφόρο αγέλη, είχε επιτέλους ξυπνήσει για μια νέα ανεξάρτητη ζωή και δράση. Δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία γι’ αυτό: στις 4 του Μάη του 1890 η αγγλική εργατική τάξη προσχώρησε στο μεγάλο διεθνή στρατό. Και αυτό είναι ένα γεγονός πού θ’ αφήσει εποχή. Το αγγλικό προλεταριάτο έχει τις ρίζες του στην πιο προχωρημένη βιομηχανική ανάπτυξη και επιπλέον, κατέχει τη μεγαλύτερη πολιτική ελευθερία κινήσεων. Η μακρόχρονη χειμέρια νάρκη του, αποτέλεσμα, από τη μια της αποτυχίας του χαρτιστικού κινήματος του 1836-1850 και από την άλλη, της κολοσσιαίας βιομηχανικής ανόδου του 1848-1880 -έχει επιτέλους σπάσει. Τα εγγόνια των παλιών χαρτιστών μπαίνουν στη γραμμή του πυρός. Εδώ και οκτώ χρόνια υπάρχει κίνηση στις πλατιές μάζες πότε από δω, πότε από κει. Ξεπήδησαν σοσιαλιστικές ομάδες, αλλά καμιά δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τα όρια μιας σέκτας, αγκιτάτορες και υποτιθέμενοι αρχηγοί κομμάτων, ανάμε­σά τους και καθαροί κερδοσκόποι και αρριβίστες, έχουν μείνει α­ξιωματικοί χωρίς στρατιώτες. Ήταν σχεδόν πάντα όπως η περίφημη φάλαγγα τον Ρόμπερτ Μπλουμ στην εκστρατεία του Μπάντεν το 1849: ένας συνταγματάρχης, έντεκα αξιωματικοί, ένας σαλπιγκτής και ένας στρατιώτης. Και οι διαπληκτισμοί ανάμεσα στις διάφορες φάλαγγες τύπου Ρόμπερτ Μπλουμ για την αρχηγία του μελλοντικού προλεταριακού στρατού ήταν κάθε άλλο παρά εποικοδομητικοί. Αυτό θα σταματήσει σύντομα, όπως ακριβώς σταμάτησε στη Γερμανία και την Αυστρία. Το δυναμικό κίνημα των μαζών θα θέσει τέλος σ’ όλες αυτές τις σέκτες και τις μικροομαδούλες με το ν’ απορροφήσει τους στρατιώτες και να βάλει τους αξιωματικούς στη θέση που τους αξίζει. Σ’ όποιο δεν αρέσει, μπορεί να εξαφανιστεί. Αυτό δε θα γίνει χωρίς προστριβές, αλλά θα γίνει οπωσδήποτε και ο αγγλικός προλεταριακός στρατός θα είναι, πολύ νωρίτερα απ’ όσο μερικοί περιμένουν, τόσο ενωμένος, τόσο καλά οργανωμένος και τόσο αποφασισμένος, όσο κανένας άλλος και θα χαιρετιστεί με ζητωκραυγές απ’ όλους τους συντρόφους του στην Ευρώπη και την Αμερική.


Σημειώσεις
[1]Το άρθρο «4 του Μάη στο Λονδίνο» ήταν αφιερωμένο στο πρώτο γιορτασμό της Διεθνούς Ημέρας των Εργατών, της Πρωτομαγιάς, από τα σοσιαλιστικά κόμματα και τις εργατικές οργανώσεις, σύμφωνα με την απόφαση του Διεθνούς Συνεδρίού των σοσιαλιστών εργατών, πού έγινε στο Παρίσι το 1889. Οι μαζικές διαδηλώσεις και συγκεντρώσεις που οι πιο καλοοργανωμένες έγιναν στην Αυστρία διεξήχθησαν σύμφωνα με την απόφαση του Συνεδρίου, με σύνθημα τον αγώνα για νομοθετικά κατοχυρωμένο 8ωρο. Ο πρώτος γιορτασμός της Πρωτομαγιάς, επίσης καλά οργανωμένος από τους εργάτες τον Λονδίνου, έγινε την πρώτη Κυριακή του Μάη, 4 του Μάη 1890. Σε αντίθεση με τις προσπάθειες των ρεφορμιστών συνδικαλιστών ηγετών και του βρετανού οπορτουνιστή σοσιαλιστή Χάιντμαν ν’ αναλάβουν τον έλεγχο της διαδήλωσης και να τη διεξάγουν με συμφιλιωτικά συνθήματα, φάνηκε ότι οι εργαζόμενοι ήταν έτοιμοι ν’ αγωνιστούν για επαναστατικές σοσιαλιστικές διεκδικήσεις. Μόνο μια μικρή μερίδα της επονομαζόμενης “εργατικής αριστοκρατίας” προτίμησε ν’ ακολουθήσει τους ρεφορμιστές. Οι υπόλοιποι -περίπου 200.000- υποστήριξαν τα αιτήματα που πρόβαλαν οι μαρξιστές. Τον κύριο ρόλο στη διαδήλωση έπαιξαν οι ανειδίκευτοι εργάτες φωταερίου και οι λιμενεργάτες του Λονδίνου, που ήταν οι πρώτοι οι οποίοι στη δεκαετία του 1880 άρχισαν την εκστρατεία για νέα μαζικά εργατικά συνδικάτα και για το 8ωρο.
 

Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι εδώ – Οι δολοφονίες μεταναστών αυξάνονται

Το πρωί της 29ης Απριλίου, στην γωνία Θρακομακεδόνων και Μολά (περίπου κάνα χιλιόμετρο από την Αμυγδαλέζα) μία ομάδα μεταναστών περίμεναν στην άκρη του δρόμου, όπως γίνεται καθημερινά, για να βρουν κάποια εργασία – μεροκάματο όπως συνηθίζεται στο σημείο αυτό. Ξαφνικά, ένα τύπος μαζί με την κοπέλα του οδηγωντας ένα Kadet, ήρθε με ταχύτητα και παρέσυρε έναν Αλβανό εργάτη. Φώναξε «θα σας γαμήσω όλους» και άλλα τέτοια και έφυγε με ταχύτητα. Οι υπόλοιποι έτρεξαν να βοηθήσουν τον τραυματία, κάλεσαν την αστυνομία και μάλιστα ένας έφυγε για το ΑΤ Θρακομαδόνων να αναφέρει το περιστατικό. Συγκεκριμένα στο τμήμα δεν είπαν – έκαναν τίποτε και επέστρεψε.

Μετά από λίγο επέστρεψε από το Τμήμα και λίγα λεπτά μετά ο οδηγός που είχε χτυπήσει τον εργάτη επέστρεψε με το αυτοκίνητο και άρχισε να πυροβολάει από μακρυά τραυματίζοντας στα πόδια έναν Πακιστανό εργάτη που έτρεχε να κρυφτεί μαζί με τους υπόλοιπους και έναν 58χρονο Αλβανό που χτυπήθηκε στον γοφό. Σταμάτησε, βγήκε έξω και εν ψυχρώ πυροβόλησε τον άνθρωπο στο κεφάλι σκοτώντας τον. Μετά μπήκε στο αυτοκίνητο και έφυγε. Όπως έφευγε ένα άλλος Πακιστανός – που τον κυνηγούσε ο δράστης – σταμάτησε ένα πυροσβεστικό, στο οποίο μπήκε για να ξεφύγει από τον δολοφόνο ο οποίος το ακολούθησε για λίγο. Μετά εξαφανίστηκε.

Ο πρώτος άνθρωπος που χτυπηθηκε μάθαμε ότι υπέκυψε.

Ο δράστης ήταν γιος αστυνομικού ο οποίος τουλάχιστον μέχρι το απόγευμα που πήγαμε στο Τμήμα Μενιδίου να ρωτήσουμε καταζητείται. Ακόμη οι αστυνομικοί τον γνώριζαν, μιας και όταν έφτασαν μετά το φονικό, με την περιγραφή μιας γιαγιάς αυτόπτης μάρτυρας και με ένα Πακιστανό να λέει το όνομα Κώστας, οι μπάτσοι είπαν «α ναι..τον ξέρουμε…»

Απλά να προσθέσουμε 2-3 πράγματα.

Δήλωση του φρουρού στο ΑΤ Μενιδίου όταν πήγαμε να ρωτήσουμε:

-Είστε απ’ το Μενίδι;

-Ναι.

-Ε και σου κάνει εντύπωση αυτό που έγινε; (εννοούσε την εν ψυχρώ δολοφονία)

Και δήλωση ασφαλίτη «Ε ναι μωρέ, λάλησε ο άνθρωπος»….

Το θέμα είναι ότι η ξεκάθαρη αυτή ρατσιστική επίθεση έγινε λιγότερο από 1 χιλιόμετρο και την ίδια μέρα που μεταφέρθηκαν οι πρώτοι στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Αμυγδαλέζα. Σε ένα κλίμα που έχει καλλιεργηθεί όχι μόνο στο Μενίδι αλλά και αλλού για τους μετανάστες αλλά και σε μια περίοδο που το φασιστοΛΑΟΣ μιλούσε για οπλοφορία και κτλ κτλ…

Και όπως είδαμε τα γνωστά μας κωλομίντια το διανθίσανε όπως θέλανε οπότε θέλαμε να μοιραστούμε τις πληροφορίες και να τονίσουμε ότι δεν ήταν απλά ένα ατυχές συμβάν… Δύο αλβανοί 60ρηδες και άλλος ένας Πακιστανός εργάτης ήταν που ήθελαν ένα μεροκάματο, μάλλον δεν είναι αρκετοί για αυτους….

Εκφράζουμε τα συλλυπητήρια μας και καλούμε να μην αφήσουμε την δολοφονία αυτή να μη «μας φαίνεται περίεργο».


Πηγή:http://omniatv.com/

 

Χωρίς Ενίσχυση Κράτους (Φόρος τιμής στο Δημήτρη Χριστούλα)

Παραθέτουμε ένα τραγούδι – φόρο τιμής στο Δημήτρη Χριστούλα που μας έστειλαν οι συντελεστές του. Τους ευχαριστούμε για την αποστολή.

Ερμηνεία: Γιώργος Καπότης
Μουσική: Μιχάλης Γιουνανλής
Στίχοι: Σταμάτης Καλογερόπουλος



“Ένα τραγούδι ελάχιστος φόρος τιμής για τον κ. Δημήτρη Χριστούλα που αυτοκτόνησε με σφαίρα στον κρόταφο το πρωινό της τετάρτης Απριλίου 2012, στα 77 του χρόνια, καθώς, όπως ο ίδιος έγραψε στο ιδιόχειρο σημείωμα που άφησε, “η κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου εκμηδένισε κυριολεκτικά την δυνατότητα επιβίωσής” του.

Οι στίχοι βασίστηκαν στο ιδιόχειρο σημείωμα που άφησε ο “οικειοθελώς δολοφονηθείς”.
Το τραγούδι ολοκληρώθηκε στις 6 Απριλίου, ημέρα μνήμης της επίθεσης των Γερμανών εναντίον της Ελλάδας.

Είθε το μήνυμα του αγωνιστή Χριστούλα, να βρει εκατομμύρια αποδέκτες. Ας κρατήσουμε ζωντανή την μνήμη του.”

Ολόκληρο το σημείωμα του Δημήτρη Χριστούλα. Το παραθέτουμε όπως γράφτηκε:

«Η κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου εκμηδένησε κυριολεκτικά τήν δυνατότητα επιβίωσής μου, που στηριζόταν σε μία αξιοπρεπή σύνταξη που επί 35 χρόνια εγώ μόνον (χωρίς ενίσχυση κράτους) πλήρωνα γι’ αυτή.

Επειδή έχω μία ηλικία που δεν μου δίνει τήν ατομική δυνατότητα δυναμικής αντίδρασης (χωρίς βέβαια να αποκλείω άν ένας Έλληνας έπαιρνε το καλάσνικωφ ο δεύτερος θα ήμουν εγώ) δεν βρίσκω άλλη λύση από ένα αξιοπρεπές τέλος πρίν αρχίσω να ψάχνω στα σκουπίδια γιά τήν διατροφή μου.

Πιστεύω πώς οι νέοι χωρίς μέλλον, κάποια μέρα θα πάρουν τα όπλα και στήν πλατεία συντάγματος θα κρεμάσουν ανάποδα του εθνικούς προδότες όπως έκαναν το 1945 οι Ιταλοί στόν Μουσολίνι. (πιάτσα Πορέτο του Μιλάνου)»




Στίχοι:

Χωρίς ενίσχυση κράτους καμιά, τη ζωή μου έζησα
Εβδομήντα χρόνια κι εφτά, και μια μέρα έσβησαν

Μόνον εγώ, μόνον εγώ, πλήρωσα
Μόνον εγώ, μόνον εγώ, πλήρωσα

Τουφέκι δε μπορώ πια να σηκώσω, τα πόδια μου δεν με βαστούν
Την φτώχεια μονάχος να ξεσηκώσω, κι άσ’ τους αλήτες, αλήτη να με πούνε
Ζωή δεν έχω πια καμιά, ζωή χτισμένη με πόνο και ζεμπίλι
Με το κεφάλι μου θα φύγω όμως ψηλά, ένα πρωί στο Σύνταγμα τ’ Απρίλη

Θυμάμαι τα τανκς, τις μαύρες μπότες , Απρίλη του σαρανταένα
Και τότε οι δειλοί τρέξαν σαν κότες, αθώοι εμείς της φτώχειας αντένα

Αλλιώς εγώ, αλλιώς εγώ, τα ονειρεύτηκα
Αλλιώς εγώ, αλλιώς εγώ, τα ονειρεύτηκα

Τουφέκι δε μπορώ πια να σηκώσω, τα πόδια μου δεν με βαστούν
Την φτώχεια μονάχος να ξεσηκώσω, κι άσ’ τους αλήτες, αλήτη να με πούνε
Ζωή δεν έχω πια καμιά, ζωή χτισμένη με πόνο και ζεμπίλι
Με το κεφάλι μου θα φύγω όμως ψηλά, ένα πρωί στο Σύνταγμα τ’ Απρίλη

Εμένα με λένε άνθρωπο
Και του άνθρωπου είμαι φίλος

 

Πρωτομαγιά 1936 (Θεσσαλονίκη)

 

Μέρα μαγιού…