RSS

Monthly Archives: July 2013

Κάτω τα χέρια απ΄ τους Τούρκους και Κούρδους Πολιτικούς Πρόσφυγες!

Καταγγελία του ΚΚΕ (μ-λ)

 31.7.2013

Καταγγέλλουμε την αστυνομική εισβολή στα γραφεία του «Κέντρου αγωνιστικής και πολιτιστικής αλληλεγγύης στους Τούρκους και Κούρδους πολιτικούς πρόσφυγες», στην Αθήνα, που πραγματοποιήθηκε το μεσημέρι της Τρίτης 30/7, τη σύλληψη 4 πολιτικών προσφύγων εκεί, την προσαγωγή άλλων 14 σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Κόρινθο, καθώς και τον αποκλεισμό από δυνάμεις των ΜΑΤ, της περιοχής γύρω απ΄ τα γραφεία τους, στα Εξάρχεια.

            Όποιο πρόσχημα κι αν χρησιμοποιεί η αντιλαϊκή κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, για να αιτιολογήσει την τρομοκρατική αυτή επιχείρηση, δεν μπορεί ν΄ αποκρύψει το γεγονός, πως αυτή αποτελεί συνέχιση και όξυνση του πογκρόμ που έχει  εξαπολύσει τους τελευταίους μήνες, ενάντια στους Τούρκους και Κούρδους αγωνιστές που ζουν στη χώρα μας, με αποτέλεσμα κάποιοι απ΄ αυτούς να έχουν εκδοθεί στην Τουρκία, και κάποιοι άλλοι να κινδυνεύουν να εκδοθούν.

            Υπερασπίζουμε το δικαίωμα των λαών ν΄ αγωνίζονται, το δικαίωμα στην πολιτική, κοινωνική και συνδικαλιστική δράση – για την οποία διώκονται στη χώρα τους οι αγωνιστές αυτοί – το δικαίωμα στην απόκτηση πολιτικού ασύλου. Η τρομοκρατική επιχείρηση της κυβέρνησης στρέφεται ενάντια στα δικαιώματα αυτά, και αποτελεί μέρος της πολιτικής της φασιστικοποίησης που ασκείται απέναντι και στον ελληνικό λαό, στους εργαζόμενους και στη νεολαία.

Ν΄ αποσυρθούν τα ΜΑΤ – Να σταματήσει ο αποκλεισμός των γραφείων!
Ν’ αφεθούν ελεύθεροι οι συλληφθέντες και ν΄ αποσυρθούν οι κατηγορίες σε βάρος τους!
Η τρομοκρατία δε θα περάσει – του λαού η πάλη θα τη σπάσει!
Έλληνες και Τούρκοι ενωμένοι, ενάντια στον πόλεμο και το φασισμό!
Λευτεριά και Άσυλο στους Τούρκους και Κούρδους πολιτικούς πρόσφυγες!

 

"Οι ψυχικά πάσχοντες θα δουν πρώτοι το δρόμο της εξόδου" – Ανακοίνωση της ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ για την ψυχιατρική μεταρρύθμιση

Όπως ανακοινώθηκε εκ νέου, αυτή τη φορά με επίσημη δήλωση, στο ΔΣ της ΟΛΜΕ, του Υπουργού Oικονομικών Στουρνάρα, αυτού του ως ρομπότ εκφωνητή των επιταγών της τρόικας, «οι πρώτοι που θα δουν το δρόμο της εξόδου (στη Εκπαίδευση, αλλά, προφανώς, και σ΄ ολόκληρο τον Δημόσιο τομέα) θα είναι οι ψυχικά ασθενείς, οι χρόνια πάσχοντες και οι αναξιοπαθούντες».

Δεν είναι καθόλου τυχαίο, και είναι σημαντικό να επισημανθεί, ότι σε όλο αυτό το πογκρόμ των απολύσεων και την διάλυση του Δημόσιου που έχει ξεκινήσει, προστίθεται η άκρως ρατσιστική παράμετρος των ψυχικά πασχόντων και των αναπήρων ως των πρώτων που, συμβολικά, θα πεταχτούν στον Καιάδα. Σε μια προσπάθεια δραστηριοποίησης και λαϊκίστικης αξιοποίησης, σε μια λογική κοινωνικού αυτοματισμού, των πιο σκοτεινών ενστίκτων των πιο κατεστραμμένων και κονιορτοποιημένων από την κρίση κοινωνικών στρωμάτων κατά όλων αυτών των «περιττών», των «άχρηστων», που υποτίθεται ότι αποτελούσαν κομμάτι της «κακοδαιμονίας του δημόσιου» και «σπατάλη δημόσιου χρήματος» και που, «επιτέλους», ο «εξορθολογισμός» των δημόσιων δαπανών, στη λογική του πιο αποστειρωμένου νεοφιλελευθερισμού, τους εξαποστέλλει εκεί που θα έπρεπε να είναι από την αρχή, στον κοινωνικό αποκλεισμό και στον θάνατο.

Η μόνη, ίσως, διαφορά από προηγούμενες εποχές οργανωμένης εξόντωσης των ψυχικά πασχόντων (και ένα από τα στοιχεία που κάνουν αυτή την περίοδο πολύ χειρότερη από ό,τι γνωρίσαμε στο παρελθόν) είναι ότι, το «επόμενο στάδιο», της απόλυσης, δηλαδή, της

μάζας των «κανονικών», γίνεται ταυτόχρονα με την απόλυση των «μη κανονικών».

Φυσικά, κανείς δεν μιλάει για την ανάγκη πολλών εκ των ανθρώπων με προβλήματα ψυχικής υγείας για εργασία ως ενός από τους βασικούς παράγοντες για την «καλή ψυχική υγεία» και την κοινωνική ενσωμάτωσή τους. Ούτε για το γεγονός ότι η απόλυση πολλών εξ΄ αυτών (σε μεγάλο βαθμό , ή και πλήρως, ενσωματωμένων στην λειτουργία της υπηρεσίας) εξαιτίας της «ψυχικής πάθησής» τους, θα σημάνει δραματική επιδείνωση της ψυχικής τους κατάστασης, ως απώλεια ρόλου και νοήματος εντός του κοινωνικού πλαισίου. Ούτε, επίσης, για το γεγονός ότι πολλοί «χρόνια πάσχοντες» είναι πολύ καλά ενσωματωμένοι στο πλαίσιο και συνεπείς στην εργασία που τους έχει ανατεθεί.

Ορισμένοι άλλοι κατηγοριοποιούνταν (στη πραγματικότητα, «κατασκευάζονταν» από το σύστημα) ως μη «παραγωγικοί» και ως «πρόβλημα» γιατί (όπως συνέβαινε και με τον ρόλο, την «απόδοση» και την «αποστολή» και των «κανονικών») ήταν η ανεπαρκής «οργάνωση της εργασίας» που δεν λάμβανε υπόψιν τις ιδιαιτερότητες του καθενός, καθώς σχεδόν ποτέ δεν λήφθηκε μέριμνα να τοποθετηθούν σε κατάλληλη θέση ανάλογα με το «όλον» των δεξιοτήτων τους (και με την αρμόζουσα εκάστοτε στήριξη), αλλά πιέζονταν να λειτουργούν υπό τους πιο ψυχοπιεστικούς και ακατάλληλους γι΄ αυτούς όρους.

Μια οργάνωση και κουλτούρα της εργασίας στην λογική της περιθωριοποίησης και του αποκλεισμού του (έστω και λίγο) «διαφορετικού», ή, απλώς, της ανοχής του, ως βάρος που το κουβαλάμε, αλλά όχι σε ουσιαστικό διάλογο μαζί του, μέσω της δημιουργίας «χώρου» (για επικοινωνία, κατανόηση και εργασιακό ρόλο) για όλους.

Κι΄ όμως, για πολλά χρόνια, οι διαδοχικές κυβερνήσεις των κομμάτων, που τώρα αποτελούν την συγκυβέρνηση, συνυπέγραφαν, με την ΕΕ, συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα «ψυχιατρικής μεταρρύθμισης» πολλών εκατομμυρίων, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό «μη κερδοσκοπικό» τομέα, όπου, στα «τεχνικά δελτία» των προγραμμάτων που υποβάλλονταν και που γίνονταν δεκτά, η εργασία θεωρούνταν (αλλά μόνο στα λόγια) αυτό που πραγματικά ήταν, ως εκ των ουκ άνευ παραγόντων για την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση και την κοινωνική επανένταξη. Οχι μόνο η εκπαίδευση/κατάρτιση και ανεύρεση εργασίας αλλά και η στήριξη στο χώρο εργασίας (όσων ήδη είχαν, για να βοηθηθούν να τη διατηρήσουν). Σήμερα, όλα αυτά, έστω και σαν λόγια, φαίνεται σαν ν΄ ανήκουν σε μια «προϊστορική εποχή».

Αν και ήδη από τότε ήταν φανερό ότι επρόκειτο πρωτίστως για μια συμπαιγνία, ένθεν κακείθεν, για την απλή απορρόφηση (και «εξαέρωση») κονδυλίων (με ελάχιστες εξαιρέσεις. που απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα), χρειάστηκε να φτάσουμε στο ξέσπασμα της κρίσης και στο μνημόνιο για να δούμε και τους δυο συμβαλλόμενους αυτής της παρωδίας «ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», την ΕΕ, ως μέλος της τρόικας και την δικομματική κυβέρνηση, ως πιστό και υπάκουο εντολοδόχο, να βάζουν στο στόχαστρο αυτούς ακριβώς που υποτίθεται ότι «μοχθούσαν» να στηρίξουν ψυχοκοινωνικά και να επανεντάξουν, τους ψυχικά πάσχοντες.

Και είναι ο πιο εύκολος τρόπος για το σύστημα, τώρα που θέτει σε άμεση εφαρμογή τον στρατηγικό του στόχο της διάλυσης του Δημόσιου και της πλήρους ιδιωτικοποίησης των δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών, με τον περιορισμό του κράτους σ΄ έναν απλώς επιτελικό ρόλο, να εξατομικεύει την ευθύνη για την δομική δυσλειτουργία ενός ανέκαθεν πελατειακού και προσανατολισμένου στην εξυπηρέτηση των μεγάλων ιδιωτικών συμφερόντων Δημόσιου τομέα: φταίνε τα άτομα, οι «κακοί» υπάλληλοι, αυτοί που δεν τηρούσαν το ωράριο, οι κάθε είδους «επίορκοι» και φυσικά, ποιοί άλλοι, οι πλέον οφθαλμοφανώς «άχρηστοι», οι άνθρωποι με προβλήματα ψυχικής υγείας……

Και αυτό δεν είναι το μόνο σημείο που ο βαθύς κρατικός ρατσισμός και οι φασιστικές αντιλήψεις και πρακτικές της («δικομματικής» αυτή την περίοδο) κυβέρνησης του μνημονίου έρχονται σε αγαστή συναντίληψη και συνέργια, κατά μήκος του ακροδεξιού τόξου, με την ναζιστική Χρυσή Αυγή. Το ίδιο αφορά και τον τομέα της Υγείας, με τον άκρως ρατσιστή και φασιστικών αντιλήψεων υπουργό Α. Γεωργιάδη κοκ.

Γιατί είναι, πλέον, σαφές ότι ο κοινωνικοοικονομικός πυρήνας του σύγχρονου ρατσισμού και νεοναζισμού και των κρατικών αγκυρώσεών τους είναι αυτός ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός, όχι ως λύση της κρίσης, αλλά ως επιβίωση του καπιταλισμού και των συμφερόντων των ολίγων εις βάρος ολόκληρης της κοινωνίας, μια επιβίωση που είναι αδύνατη χωρίς την κυριολεκτική εξόντωση των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων.

Πιστεύουμε ότι η χρησιμοποίηση των ψυχικά πασχόντων ως του πιο εύκολου στόχου και ως ένα ρατσιστικού χαρακτήρα σερβίρισμα του κοινωνικού εγκλήματος που επιτελείται αυτή τη στιγμή με την έναρξη της διαδικασίας δεκάδων χιλιάδων απολύσεων στο Δημόσιο (όπως αντίστοιχα γίνεται και στον ιδιωτικό τομέα), δεν είναι κάτι που αφορά απλώς αυτή την συγκυρία, αλλά το μέλλον, εντός του οποίου εισερχόμαστε με ταχείς ρυθμούς και το οποίο καθρεφτίζεται σε οδυνηρές εμπειρίες του παρελθόντος.

Είναι, και από αυτή την άποψη, σημαντικό, στα πλαίσια του αγώνα των συνδικάτων (ΟΛΜΕ, ΠΟΕ-ΟΤΑ, ΑΔΕΔΥ κλπ)και όλων των πολιτικών φορέων της αριστεράς, να τεθεί, ως αναπόσπαστο μέρος του αγώνα ενάντια στις απολύσεις (διαθεσιμότητες, κινητικότητες και λοιπές μετονομασίες των απολύσεων) και στην καταστροφή του Δημόσιου, η υπεράσπιση των δικαιωμάτων, και πρωτίστως αυτού της εργασίας, και των εργαζομένων με προβλήματα ψυχικής υγείας ή αναπηρίας στο Δημόσιο και οπουδήποτε.

Δεν πρέπει επ΄ ουδενί να επιτραπεί η χρησιμοποίηση της όποιας ψυχικής διαταραχής (και μάλιστα, τελείως μέσω του γραφειοκρατικού αυτοματισμού, χωρίς καμιάν αξιόπιστη επιστημονική διαδικασία από αρμόδιες υπηρεσίες ψυχικής υγείας) ως δικαιολογία για εξοστρακισμό και, γιατί όχι (όπως ο κυβέρνηση επιδιώκει), και διχαστικών μέσα στις τάξεις των εργαζομένων καταστάσεων.

«Ολοι ενωμένοι στον αγώνα», σημαίνει μαζί, και εξίσου, και οι άνθρωποι με προβλήματα ψυχικής υγείας και οι άνθρωποι με προβλήματα αναπηρίας.

29/7/2013

 

Τα μέτρα της Ε.Ε για την ανεργία των νέων

0,39 ευρώ ημερησίως για κάθε άνεργο!

 
Με κάτι λιγότερο από 0,4 ευρώ την ημέρα για κάθε άνεργο θα επιχειρήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση να απαλύνει το δράμα των ανέργων  νέων  των  χωρών  της νότιας  Ευρώπης. Συνολικά θα διαθέσουν περί τα 143 ευρώ γιά κάθε άνεργο, ανά έτος, μέχρι το 2020.
Αυτά υπόσχονται οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στους 6.000.000 ανέργους νέους έως 29 ετών των χωρών της Νότιας Ευρώπης και συγκεκριμένα της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Ελλάδας για τα επόμενα επτά χρόνια.



Πώς προκύπτει αυτό το ποσό; Είναι απλό. Ο νέος κοινοτικός προϋπολογισμός για την επόμενη επταετία  προβλέπει 6 δισ. ευρώ για την στήριξη των 6 εκατομμυρίων άνεργων Νοτιοευρωπαίων νέων. Αν διαιρέσει κανείς τα δισ. ευρώ που προϋπολογίζουν οι Ευρωπαίοι αστοί ηγέτες προς τα εκατομμύρια των ανέργων και, έπειτα, προς τα χρόνια κατά οποία αυτοί θα “στηριχθούν” θα βρει αυτό το αποτέλεσμα: 143 ευρώ για κάθε άνεργο κάθε χρόνο ή… 0,39 ευρώ ανά ημέρα!


Αυτό είναι το… πηλίκο των συναντήσεων επί συναντήσεων  των επικεφαλής των κρατών – μελών της Ε.Ε. από τις Βρυξέλλες μέχρι το Βερολίνο και τανάπαλιν εδώ και ένάμισυ μήνα. Η Ελλάδα, όντας πανευρωπαϊκή πρωταθλήτρια στην ανεργία των νέων, έχοντας 500.000 περίπου απ’ αυτούς στην επικράτεια της  (66% της εν λόγω ηλιακής ομάδας και το 35% του συνόλου των ανέργων ανεξαρτήτως ηλικίας) δικαιούται χοντρικά λιγότερα από το 10% από τα 6 δισ. ευρώ της Ε.Ε. δηλαδή 600 εκ. ευρώ, λόγω της μεγάλης πληθυσμιακής διαφοράς της, κυρίως, σε σχέση με την Ισπανία. Συνεπώς ο κάθε άνεργος νέος στην Ελλάδα θα πρέπει να περιμένει από τον επόμενο χρόνο, λίγο… περισσότερα λεφτά από το μέσο Ευρωπαίο άνεργο νέο και συγκεκριμένα 170 ευρώ κάθε χρόνο για επτά χρόνια. Με ποιον τρόπο θα λάβει αυτή τη στήριξη ο άνεργος νέος στην Ελλάδα; Με την επιδότηση των αφεντικών να προσλάβουν νέους εργάτες στις επιχειρήσεις τους με μισθό κατώτερο από τον… κατώτατο που προβλέπει η σκιά, πλέον, της Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή αλλιώς κοντά στο επίδομα ανεργίας (375 ευρώ). Το επίδομα, αυτό, προσωρινής ημι-απασχόλησης θα το παίρνει κάποιος νέος μόλις για 4-5 μήνες και μετά… έξω από την πόρτα.

Δ.Κ.

Νέα Προοπτική

 

Γκέτο και αντι-γκέτο: Μια ανατομία της νέας αστικής φτώχειας


images (1)  Ο Loic Wacquant μιλά για το νέο του βιβλίο, Urban Outcasts, μία ανάλυση των μεταμορφώσεων των αμερικανικών γκέτο και των ευρωπαϊκών αστικά υποβαθμισμένων περιοχών που παρουσιάζουν συγκέντρωση μεταναστών. Υποστηρίζει ότι τα banlieues της Κόκκινης Ζώνης στη Γαλλία συγκροτούν, αυτό που ονομάζει, αντι-γκέτο: χώρους εθνικά ανομοιογενείς, με πορώδη σύνορα, φθίνοντες θεσμούς, και χωρίς μια κοινή πολιτιστική ταυτότητα.

Στο Urban Outcasts (Απόβλητοι των πόλεων) κάνετε μια μεθοδική σύγκριση της εξέλιξης του μαύρου αμερικανικού γκέτο και της γαλλικής λαϊκής περιφέρειας ή banlieue,τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Γιατί επιχειρήσατε αυτή τη σύγκριση και τι αποκαλύπτει για το μεταβαλλόμενο πρόσωπο της φτώχειας στην πόλη;

Loic Wacquant: Αυτό το βιβλίο γεννήθηκε από τη σύγκλιση δύο σοκ, το πρώτο προσωπικό και το δεύτερο πολιτικό. Το προσωπικό σοκ ήταν η ανακάλυψη, από πρώτο χέρι, του μαύρου αμερικανικού γκέτο – ή αυτού που απέμεινε- όταν μετακόμισα στο Σικάγο κι έζησα για έξι χρόνια στην περιφέρεια της Νότιας Πλευράς της πόλης. Ερχόμενος από τη Γαλλία, σοκαρίστηκα από την ένταση της αστικής ερήμωσης, του φυλετικού διαχωρισμού, της κοινωνικής στέρησης και της βίας του δρόμου που συγκεντρώνονται σ’ αυτή την terra non grata , την οποία οι ‘απέξω’, συμπεριλαμβανομένων πολλών διανοουμένων, φοβούνται, αποφεύγουν και υποτιμούν.

images

Το πολιτικό σοκ ήταν ο διάχυτος ηθικός πανικός για τη γκετοποίηση στη Γαλλία και σ’ ένα μεγάλο μέρος της Δυτικής Ευρώπης. Στη δεκαετία του 1990, τα μέσα επικοινωνίας, οι πολιτικοί, ακόμη και κάποιοι ερευνητές, είχαν φτάσει να πιστεύουν ότι οι εργατικές γειτονιές στις περιφέρειες ευρωπαϊκών πόλεων μετατρέπονταν σε γκέτο, κατά το πρότυπο των Ηνωμένων Πολιτειών. Έτσι η δημόσια συζήτηση και η κρατική πολιτική επαναπροσδιορίζονταν προς την καταπολέμηση της ανάπτυξης των λεγόμενων γκέτο, με βάση την αντίληψη ότι υπήρχε ‘αμερικανοποίηση’ της αστικής φτώχειας, δηλαδή ότι διακρινόταν από μια όλο και βαθύτερη εθνική διαίρεση, αυξανόμενο διαχωρισμό και αχαλίνωτη εγκληματικότητα.

Το άθροισμα αυτών των δυο σοκ γέννησε το ερώτημα που έδωσε ζωή σε μια δεκαετία έρευνας: υπάρχει σύγκλιση μεταξύ των αμερικανικών γκέτο και των ευρωπαϊκών αστικά υποβαθμισμένων περιοχών που παρουσιάζουν συγκέντρωση μεταναστών, και εάν όχι, τότε τι συμβαίνει; Και τι καθορίζει τη μεταμόρφωσή τους; Για να απαντήσω σ’ αυτές τις ερωτήσεις, μάζεψα στατιστικά στοιχεία και έκανα επιτόπια παρατήρηση σ’ ένα ρημαγμένο τμήμα της Μαύρης Ζώνης’ του Σικάγο και σε ένα αποβιομηχανοποιημένο προάστιο της ‘Κόκκινης Ζώνης’ του Παρισιού, μεταξύ του αεροδρομίου του Ρουασί και της πρωτεύουσας. Επίσης, κατασκεύασα ξανά την ιστορική τροχιά τους, γιατί κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι συνέβη σ’ αυτές τις παρακμασμένες γειτονιές, στη δεκαετία του 1990, αν δεν λάβει υπόψη τον πλήρη κύκλο του εικοστού αιώνα, που σφραγίστηκε από την άνθιση και, στη συνέχεια, το τέλος της βιομηχανοποίησης τύπου Φορντ και Κεϊνσιανού κράτους πρόνοιας.

Τι συνέβη λοιπόν στην αμερικανική Μαύρη Ζώνη και τη γαλλική Κόκκινη Ζώνη και κατά πόσο συγκλίνουν;

Loic Wacquant:Για την αμερικανική πλευρά έδειξα ότι, μετά τις ταραχές της δεκαετίας του 1960, το γκέτο των μαύρων εξερράγη ή, αν θέλετε, κατέρρευσε, λόγω της ταυτόχρονης σύμπτυξης της οικονομίας της αγοράς και της περιστολής του κοινωνικού κράτους. Το αποτέλεσμα ήταν μια νέα αστική μορφή που ονομάζω υπεργκέτο, η οποία χαρακτηρίζεται από διπλό αποκλεισμό με βάση τη φυλή και την τάξη και ενισχύεται από μια κρατική πολιτική που σχετίζεται με την υποχώρηση της πρόνοιας και την αστική εγκατάλειψη. Όταν λοιπόν μιλάμε για το αμερικανικό γκέτο, επιβάλλεται να το τοποθετούμε ιστορικά και να μην το συγχέουμε με το ‘κοινοτικό γκέτο’ της δεκαετίας του 1950 και τον απόγονο του τού τέλους του αιώνα. Το κοινοτικό γκέτο ήταν ένας κόσμος παράλληλος, ‘μια μαύρη πόλη μέσα στη λευκή’, όπως αναφέρουν οι αφρο-Αμερικανοί κοινωνιολόγοι St. Clair Drake και Horace Cayton,στο σπουδαίο βιβλίο τους Black Metropolis. Χρησίμευε ως δεξαμενή ανειδίκευτων εργατικών χεριών για τα εργοστάσια και ο πυκνός ιστός των οργανώσεών του αποτελούσε ένα είδος προστασίας έναντι της κυριαρχίας των λευκών. Με την από-βιομηχανοποίηση και τη μεταστροφή στον χρηματοοικονομικό καπιταλισμό, το υπεργκέτο δεν έχει οικονομική λειτουργία και στερείται κοινοτικών οργανώσεων, τις οποίες υποκατέστησαν κρατικοί θεσμοί κοινωνικού ελέγχου. Είναι ένα εργαλείο σκέτου αποκλεισμού, ένα απλό δοχείο υποδοχής για τα στιγματισμένα τμήματα του μαύρου προλεταριάτου: τους άνεργους, τους αποδέκτες της πρόνοιας, τα εγκληματικά στοιχεία και τους συμμετέχοντες στην ανθούσα παραοικονομία.

banlieue-54

Σε ό, τι αφορά στη γαλλική πλευρά, αποδεικνύεται πως τα κυρίαρχα μέσα επικοινωνίας και η αντίληψη πολιτικής κάνουν λάθος: οι περιφέρειες των χαμηλότερων τάξεων έχουν υποστεί μια διαδικασία εξαθλίωσης και σταδιακής αποσύνθεσης που τις απομάκρυνε από το πρότυπο του γκέτο. Το γκέτο είναι ένας εθνικά ομοιογενής θύλακας που περιλαμβάνει όλα τα μέλη μιας κατώτερης κατηγορίας και τους θεσμούς τους, αποτρέποντας την πρόκληση εντάσεων στην πόλη. Σήμερα, τα παρακμάζοντα banlieues είναι μικτά και, τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, έχουν γίνει πιο ποικίλα από πλευράς εθνικής στρατολόγησης – περιλαμβάνουν συνήθως μια πλειοψηφία Γάλλων πολιτών και μετανάστες από δυο έως και τρεις ντουζίνες εθνικότητες. Η αυξανόμενη παρουσία αυτών των μεταναστών της μετα-αποικιακής εποχής οφείλεται στη μείωση του χωροταξικού διαχωρισμού τους : παλιότερα ήταν αποκλεισμένοι από τα δημόσια συγκροτήματα κατοικιών και επομένως πιο απομονωμένοι. Και οι κάτοικοι που ανέρχονται στην ταξική δομή μέσα απ’ το σχολείο, την αγορά εργασίας ή την επιχειρηματικότητα σπεύδουν να εγκαταλείψουν αυτές τις υποβαθμισμένες περιοχές.
Τα banlieues της Κόκκινης Ζώνης έχουν επίσης χάσει τους περισσότερους από τους τοπικούς θεσμούς που συνδέονταν με το Κομμουνιστικό Κόμμα (στο οποίο χρωστούν το υποκοριστικό τους), οργάνωναν τη ζωή γύρω από το τρίο του εργοστασίου, του συνδικάτου και της γειτονιάς κι έδιναν στον κόσμο συλλογική περηφάνια για την τάξη και την πόλη του. Η εθνική ανομοιογένεια, τα πορώδη σύνορα, η φθίνουσα θεσμική πυκνότητα και η ανικανότητα να δημιουργήσουν μια κοινή πολιτιστική ταυτότητα έκαναν αυτές τις περιοχές το αντίθετο των γκέτο: είναι αντι-γκέτο.

Αυτό δεν συνάδει με την εικόνα που περιγράφουν τα γαλλικά μέσα ενημέρωσης, οι πολιτικοί τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς και οι ακτιβιστές που κινητοποιούνται γύρω από θέματα μετανάστευσης, φυλής και υπηκοότητας, ιδιαίτερα μετά το κύμα ταραχών που σάρωσε τα banlieues των χαμηλότερων τάξεων, τον Νοέμβριο του 2005.

Loic Wacquant:Αυτή είναι μια καλή απεικόνιση, μια καίρια συμβολή της κοινωνιολογίας στην πολιτική συζήτηση: μέσα από τη διαμόρφωση ιδεών και τη συστηματική παρατήρηση, φανερώνει τα αγεφύρωτα κενά- στη συγκεκριμένη περίπτωση την πλήρη αντίφαση- ανάμεσα στη δημόσια αντίληψη και την κοινωνική πραγματικότητα. Οι μετανάστες και τα παιδιά τους στη γαλλική πόλη έχουν μάλλον αναμιχθεί παρά διαχωριστεί. Το κοινωνικό προφίλ και οι ευκαιρίες τους έχουν μάλλον πλησιάσει εκείνες των γηγενών Γάλλων αντί να είναι διαφορετικές, ακόμη κι αν πλήττονται από υψηλότερα ποσοστά ανεργίας. Διαχέονται περισσότερο στο χώρο, αντί να συγκεντρώνονται. Και επειδή τώρα είναι πιο ‘ενσωματωμένοι’ στην εθνική ζωή και ανταγωνίζονται για τα συλλογικά αγαθά, τους βλέπουν ως απειλή και η ξενοφοβία διογκώνεται ανάμεσα στα γηγενή τμήματα της εργατικής τάξης που απειλούνται από μια καθοδική κινητικότητα.

Οι αστικές περιφέρειες στη Δυτική Ευρώπη δεν πάσχουν από γκετοποίηση αλλά από τη διάλυση της παραδοσιακής εργατικής τάξης, που οφείλεται στην ομαλοποίηση της μαζικής ανεργίας και τη διάδοση των αβέβαιων θέσεων εργασίας μερικής απασχόλησης, όπως και στον διασυρμό στη δημόσια συζήτηση. Στην πραγματικότητα, η συζήτηση για τη ‘γκετοποίηση’ αποτελεί μέρος της συμβολικής δαιμονοποίησης των περιοχών των χαμηλότερων τάξεων, που γίνονται έτσι κοινωνικά ασθενέστερες και πολιτικά περιθωριοποιημένες.

bosquet-citc3a9

Το Urban Outcasts δείχνει ότι η θέση της ‘σύγκλισης’ μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής στο πρότυπο του μαύρου γκέτο είναι εμπειρικά λανθασμένη και πολιτικά παραπλανητική. Στη συνέχεια, αποκαλύπτει την ‘ανάδυση’ ενός νέου καθεστώτος αστικής φτώχειας κι από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού, διαφορετικού από το καθεστώς των πενήντα χρόνων που προηγήθηκαν και το οποίο ήταν εδραιωμένο στη σταθερή βιομηχανική εργασία και το δίκτυ ασφαλείας του κεϊνσιανού κράτους. Αυτή η προωθημένη περιθωριοποίηση τροφοδοτείται από τον κατακερματισμό της μισθωτής εργασίας, τον επαναπροσδιορισμό της κρατικής πολιτικής μακριά από την κοινωνική προστασία και προς όφελος του καταναγκασμού της αγοράς και από τη γενικευμένη αναζωπύρωση της ανισότητας- είναι η περιθωριοποίηση που παράγει η νεοφιλελεύθερη επανάσταση. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι πίσω μας, αλλά μπροστά μας. Είναι αναγκασμένη να παραμείνει και να αναπτυχθεί, καθώς οι κυβερνήσεις εφαρμόζουν πολιτικές κατάργησης των κανόνων στην οικονομία και εμπορευματοποίησης των δημόσιων αγαθών. Αυτή όμως η κοινωνική πραγματικότητα, που διαμορφώνεται από τη σπανιότητα και την αβεβαιότητα της εργασίας και τον μεταβαλλόμενο ρόλο του κράτους, καθίσταται πιο ασαφής από το εθνοποιημένο ιδίωμα της μετανάστευσης, τη διάκριση, και την ‘ανομοιότητα’. Πρόκειται, ασφαλώς, για πραγματικά ζητήματα, που δεν αποτελούν όμως την κινητήρια δύναμη πίσω από την περιθωριοποίηση της αστικής περιφέρειας στην Ευρώπη. Ακόμη χειρότερα, εξυπηρετούν την απόκρυψη του νέου κοινωνικού ζητήματος- την αβέβαιη εργασία και τις συνέπειές της στη διαμόρφωση του νέου αστικού προλεταριάτου του εικοστού πρώτου αιώνα.

Στο βιβλίο, υπογραμμίζετε τη συλλογική ταπείνωση που νιώθουν οι άνθρωποι που συνωστίζονται στα υπεργκέτο και τα αποβιομηχανοποιημένα banlieue. Οι κάτοικοι της Μαύρης Ζώνης έχουν χάσει τη φυλετική περηφάνια τους και οι αντίστοιχοί τους στην Κόκκινη Ζώνη έχουν χάσει την ταξική περηφάνια τους. Υποστηρίζετε ότι ο ‘εδαφικός στιγματισμός’ είναι η νέα διάσταση της αστικής περιθωριοποίησης στην Αμερική και στην Ευρώπη, στο έμπα του νέου αιώνα.

Loic Wacquant:Πράγματι, ένα από τα διακριτά χαρακτηριστικά της προωθημένης περιθωριοποίησης είναι το διάχυτο χωροταξικό στίγμα που απαξιώνει τους ανθρώπους που βρίσκονται παγιδευμένοι σε υποβαθμισμένες γειτονιές. Σε κάθε προωθημένη κοινωνία, ένας αριθμός αστικών περιοχών ή πόλεων έχουν γίνει εθνικά σύμβολα και συνώνυμα για όλα τα κακά της πόλης: το Clichy-sous-Bois (απ’ όπου ξεκίνησαν οι ταραχές του Νοεμβρίου 2005), στη Γαλλία, το Moss Side του Μάντσεστερ, στην Αγγλία, το Berlin-Neukoln στη Γερμανία, το South-Bronx στη Νέα Υόρκη κλπ. Αυτή η αυξανόμενη δυσφήμηση των υποβαθμισμένων περιοχών της μητρόπολης αποτελεί άμεση συνέπεια της πολιτικής εξασθένησης των Αφρο-αμερικανών στην πολιτική σκηνή των Ηνωμένων Πολιτειών και της εργατικής τάξης στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή.

danchung372ready

Όταν μια περιοχή θεωρείται το ‘φρικτό μέρος’ της πόλης, όπου μόνο τα αποβράσματα της κοινωνίας μπορούν να ζήσουν, όταν το όνομά της είναι συνώνυμο με τη φαυλότητα και τη βία στη δημοσιογραφική και πολιτική συζήτηση, ο σπίλος αυτού του μέρους επικαλύπτει τα στίγματα της φτώχειας και της εθνότητας ( που σημαίνει ‘φυλή’ στις Ηνωμένες Πολιτείες και αποικιακή καταγωγή στην Ευρώπη). Εδώ άντλησα από τις θεωρίες του Ervin Gofman και του δασκάλου μου Pierre Bourdieu για να αναδείξω τον τρόπο με τον οποίο η δημόσια ανυποληψία που πλήττει αυτές τις περιοχές κάνει τους κατοίκους να υποτιμούν τον εαυτό τους και διαβρώνει τους κοινωνικούς δεσμούς τους. Ως αντίδραση στη δυσφήμηση του χώρου, οι κάτοικοι ακολουθούν στρατηγικές αμοιβαίας αποστασιοποίησης και πλάγιας σπίλωσης. Αποσύρονται στην ιδιωτική σφαίρα της οικογένειας και αποχωρούν από τη γειτονιά (όταν έχουν επιλογή). Αυτές οι πρακτικές συμβολικής αυτοπροστασίας προβάλλουν μια προφητεία αυτό-εκπλήρωσης μέσω της οποίας οι αρνητικές απεικονίσεις του μέρους καταλήγουν να παράγουν σε αυτό την ίδια την πολιτιστική ανομία και τον κοινωνικό ατομικισμό που, σύμφωνα με τις απεικονίσεις αυτές, υπήρχαν ήδη εκεί.

la

Ο εδαφικός στιγματισμός δεν υπονομεύει μόνο την ικανότητα για συλλογικό προσδιορισμό ταυτότητας και δράση των οικογενειών των χαμηλότερων τάξεων, αλλά πυροδοτεί την προκατάληψη και τη διάκριση στους ‘απέξω’, όπως οι εργοδότες και οι δημόσιες γραφειοκρατίες. Οι νέοι της La Courneuve, της στιγματισμένης πόλης της Κόκκινης Ζώνης, στα περίχωρα του Παρισιού, που μελέτησα, παραπονιούνται διαρκώς ότι πρέπει να κρύβουν τη διεύθυνσή τους όταν ψάχνουν για δουλειά, όταν γνωρίζουν κορίτσια ή πηγαίνουν σε πανεπιστήμιο έξω απ’ την πόλη τους, προκειμένου να αποφύγουν αρνητικές αντιδράσεις φόβου ή απόρριψης. Η αστυνομία τούς μεταχειρίζεται πιο αυστηρά, όταν οι άνδρες της ανακαλύπτουν ότι προέρχονται από αυτή τη σπιλωμένη πόλη που θεωρείται φοβερό ’γκέτο’. Ο εδαφικός στιγματισμός είναι ένα ακόμη εμπόδιο στο δρόμο της κοινωνικοοικονομικής ενσωμάτωσης και της πολιτικής συμμετοχής.

Σημειώστε ότι το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται στη Λατινική Αμερική μεταξύ των κατοίκων των κακόφημων favelas της Βραζιλίας, των poblaciones της Χιλής και των villas miserias της Αργεντινής. Υποπτεύομαι ότι οι κάτοικοι της Villa del Bajo Flores, της La Cava ή της Villa de Retiro στο Μπουένος Άιρες γνωρίζουν με το παραπάνω τι είναι η ‘διάκριση της διεύθυνσης’. Αυτό το εδαφικό στίγμα συνδέεται με τις υποβαθμισμένες περιοχές της αργεντίνικης πόλης για τον ίδιο λόγο που ισχύει για το υπεργκέτο των Ηνωμένων Πολιτειών και τα αντι-γκέτο της Ευρώπης: τη συγκέντρωση σε αυτά των άνεργων, των άστεγων και των μεταναστών χωρίς χαρτιά, όπως και των κατώτερων τμημάτων του νέου αστικού προλεταριάτου που απασχολείται στην παραοικονομία των υπηρεσιών. Και η τάση των κρατικών ελίτ είναι να χρησιμοποιούν το χώρο ως ‘προπέτασμα’ για να αποφεύγουν να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα που έχουν τις ρίζες τους στη μετατροπή της εργασίας.

mun

Αυτό το εδαφικό στίγμα δεν διευκολύνει τη μεταστροφή στο ποινικό κράτος και την εγκαθίδρυση της πολιτικής της ‘μηδενικής ανοχής’, που την παγκόσμια διάδοσή της αναλύσατε στο προηγούμενο βιβλίο σας Les prisons de la misèreCarceles de la Miseria;

Loic Wacquant:Η σπίλωση του χώρου δίνει στο κράτος αυξημένη ελευθερία να εφαρμόζει επιθετική πολιτική ελέγχου της νέας περιθωριοποίησης που μπορεί να πάρει τη μορφή διασποράς ή ανάσχεσης, ή ακόμη καλύτερα ενός συνδυασμού των δυο προσεγγίσεων. Διασπορά σημαίνει διασκορπισμός των φτωχών στο χώρο και ανάκτηση των εδαφών που παραδοσιακά καταλαμβάνουν, με το πρόσχημα ότι οι γειτονιές τους είναι κακές ‘απαγορευμένες περιοχές’ που απλώς δεν μπορούν να διασωθούν. Αυτό συμβαίνει σήμερα με τη μαζική κατεδάφιση των δημόσιων οικιστικών συγκροτημάτων στην καρδιά του ιστορικού γκέτο της αμερικανικής μητρόπολης και των εξαθλιωμένων περιφερειών πολλών ευρωπαϊκών πόλεων. Χιλιάδες μονάδες τέτοιων κατοικιών καταστρέφονται μέσα στη νύχτα και οι κάτοικοί τους σκορπίζονται σε κοντινές περιοχές ή σε φτωχές συνοικίες, λίγο πιο μακριά, δημιουργώντας την εντύπωση ότι ‘το πρόβλημα λύθηκε’. Η διασπορά των φτωχών των πόλεων μπορεί να τους καθιστά λιγότερο ορατούς και λιγότερο ενοχλητικούς πολιτικά, αλλά δεν τους δίνει δουλειά ούτε τους εξασφαλίζει ένα βιώσιμο κοινωνικό στάτους.

Η δεύτερη τεχνική για την αντιμετώπιση της αύξησης της προωθημένης περιθωριοποίησης ακολουθεί την αντίθετη τακτική: αποσκοπεί στη συγκέντρωση και συγκράτηση της αναταραχής που δημιουργούν ο κατακερματισμός της εργασίας και η αποσταθεροποίηση της εθνικής (φυλετικής ή εθνικής) ιεραρχίας, απλώνοντας ένα γερό αστυνομικό δίκτυο γύρω από την υποβαθμισμένη γειτονιά και επεκτείνοντας τις φυλακές στις οποίες τα πλέον απείθαρχα στοιχεία εξορίζονται μόνιμα. Αυτή η ποινική ανάσχεση συνοδεύεται συνήθως στο μέτωπο της κοινωνικής πρόνοιας από μέτρα που έχουν στόχο να σπρώξουν τους αποδέκτες της δημόσιας βοήθειας στις κατώτερες χαραμάδες της παραοικονομίας των υπηρεσιών, υπό την ονομασία του ‘συστήματος εκπαίδευσης ανέργων’ (Περιγράφω την εφεύρεση, στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτής της νέας πολιτικής για τη φτώχεια που παντρεύει την περιοριστική ‘εκπαίδευση ανέργων’ με την επεκτατική ‘εκπαίδευση φυλακής’, στο επόμενο βιβλίο μου Punishing the Poor/Castigar a los pobres). Αλλά η πολιτική της mano dura ή ‘μηδενικής ανοχής’ είναι επίσης καταδικασμένη σε αποτυχία. Πετώντας τους άνεργους, τους περιθωριακά απασχολούμενους και τους μικρο-εγκληματίες πίσω απ’ τα κάγκελα, τους κάνουμε ακόμα λιγότερο απασχολούμενους, ενώ αποσταθεροποιούνται ακόμη περισσότερο οι οικογένειες και οι γειτονιές των χαμηλότερων τάξεων. Η ανάπτυξη της αστυνομίας, των δικαστηρίων και των φυλακών για την ανακοπή της περιθωριοποίησης, δεν είναι μόνο εξαιρετικά δαπανηρή και αναποτελεσματική, αλλά επιδεινώνει αυτούς ακριβώς τους ασθενείς που υποτίθεται ότι θεραπεύει. Κι έτσι μπαίνουμε ξανά στον φαύλο κύκλο που επεσήμανε πριν από πολύ καιρό ο Michel Foucault: η αποτυχία της φυλακής να λύσει το πρόβλημα της περιθωριοποίησης χρησιμεύει ως δικαιολογία για τη συνεχιζόμενη επέκτασή της.

villa31_retiro

Επιπλέον, στην Αργεντινή και τις γειτονικές χώρες που υπέστησαν, στον εικοστό αιώνα, δεκαετίες αυταρχικής διακυβέρνησης, η αστυνομία είναι από μόνη της φορέας βίας και η δικαστική μηχανή ξεχειλίζει από μεροληψία. Έτσι, το ξεδίπλωμα του ποινικού κράτους στον πάτο της ιεραρχίας των τάξεων και των περιοχών ισοδυναμεί με την εκ νέου εγκαθίδρυση μιας δικτατορίας στα περιθωριακά τμήματα της εργατικής τάξης. Παραβιάζει στην πράξη το ιδανικό της δημοκρατικής υπηκοότητας που θεωρητικά καθοδηγεί τις αρχές. Το κράτος δεν πρέπει να πολεμήσει το σύμπτωμα, την εγκληματική ανασφάλεια, αλλά την αιτία της αστικής αναταραχής: δηλαδή, την κοινωνική ανασφάλεια που το ίδιο το κράτος προκάλεσε καθώς έγινε ο επιμελής υπηρέτης του δεσποτισμού της αγοράς.

Πηγή:Ουλαλούμ

 

ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ: Επίθεση της αστυνομίας στα γραφεία των πολιτικών προσφύγων από την Τουρκία

Πριν λίγη ώρα έγινε επίθεση της αστυνομίας στα γραφεία των πολιτικών προσφύγων από την Τουρκία, εχουν κάνει συλλήψεις και ήδη κρατούν άλλα δυο άτομα μέσα στα γραφεία. Οι Πολιτικοί πρόσφυγες είναι μαζεμένοι κάτω από τα γραφεία τους (οδός Τζαβέλλα εκεί που δολοφόνησαν το Γρηγορόπουλο) και κάνουν διαμαρτυρία. Να ενημερωθούν όλοι.

Θα συνεχίσουν τη διαμαρτυρία τους μέχρι το πρωί και επί της Ζ. Πηγής.

Πηγή:facebook

 

Σημειώσεις ενός μετανάστη: «Η Ελλάδα μού θυμίζει πολύ Βουλγαρία του ’90»

Μετά τον κομμουνισμό, στη Βουλγαρία πουλήθηκαν τα πάντα. Η μητέρα μου δούλευε χημικός σε μια βιομηχανία και την απέλυσαν. Δεν μπορούσε να ξαναβρεί δουλειά. Τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Ακρίβεια, ιδιωτικοποιήσεις, ανεργία. Θυμάμαι που κάποια στιγμή δεν μπορούσα να αγοράσω ούτε σοκολάτα – ήταν πανάκριβη. Απολύθηκε πολύς κόσμος. Με τέτοιο επάγγελμα η μητέρα μου ήταν δύσκολο να βρει εργασία. Αναγκάστηκε να φύγει και να έρθει στην Ελλάδα. Ηταν το ’95. Μετά από μερικά χρόνια, το 2003, την ακολούθησα και ήρθα κι εγώ στην Ελλάδα.


Η κατάσταση που υπάρχει αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα μού θυμίζει πολύ εκείνες τις εποχές στη Βουλγαρία. Το κλείσιμο των επιχειρήσεων, η ανεργία και όλα αυτά που έγιναν και γίνονται καθημερινά θα αναγκάσουν πολύ κόσμο να φύγει. Οχι μόνο τα «μυαλά», όπως λένε στις ειδήσεις. Αυτοί πάντα έφευγαν. Αλλά θα φύγει ο απλός εργάτης, η παραγωγική δύναμη της χώρας.

Στη Βουλγαρία, δούλευα σε εργοστάσιο γαλακτοκομικών προϊόντων. Κάποτε ήταν δημόσιο, ύστερα δόθηκε σε ιδιώτη. Δούλευα με ελάχιστα λεφτά, τα οποία τα παίρναμε έναντι, και τα ένσημα σε βάθος χρόνου. Πάντα δουλεύαμε παραπάνω, χωρίς βέβαια ανταμοιβή. Οποιος είχε μια καλή γνωριμία ή περισσότερα λεφτά, πήρε τα καλύτερα «φιλέτα» στη χώρα.

Στην Ελλάδα ήρθαμε γιατί οι συνθήκες ήταν πολύ καλύτερες. Ηταν πιο εύκολο να έρθουμε, γιατί ήταν κοντά και η μητέρα μου είχε πολλούς φίλους. Βρήκα δουλειά, μάζεψα χρήματα και γύρισα πίσω. Ολοι οι φίλοι μου, ουσιαστικά η ζωή μου, ήταν εκεί. Αλλά φτάνοντας στη Βουλγαρία κατάλαβα πως δεν υπήρχαν προοπτικές και ελπίδες να κάνω κάτι και ξαναήρθα στην Ελλάδα. Και εδώ όμως ήταν δύσκολα. Δεν ήξερα καλά τη γλώσσα, δεν είχα φίλους και ένιωθα πως ήμουν χαμένος. Ηθελα να ξεκινήσω μια καινούργια ζωή σε έναν νέο τόπο. Να σπουδάσω. Ευτυχώς δεν ήμουν μόνος. Είχα την οικογένειά μου εδώ που με βοήθησε να κάνω τα πρώτα μου βήματα. Ξανάρχισα να δουλεύω, πήγα σε σχολή, έμαθα ελληνικά και σπούδασα συμβουλευτική ψυχολογία.

Τώρα δουλεύω σε μια πολυεθνική και συνεχίζω τις σπουδές μου με ειδίκευση στο ψυχόδραμα. Θεωρώ τον εαυτό μου από τους τυχερούς που μπορώ και ζω ακόμα αξιοπρεπώς σε αυτή την κρίση. Δεν σκέφτομαι να φύγω γιατί εδώ είναι πια η ζωή μου. Μου αρέσει και σκέφτομαι να μείνω. Εδώ ωρίμασα, παρόλο που ήρθα μεγάλος σε ηλικία. Θέλω κάποια στιγμή να αποκτήσω σπίτι και να κάνω οικογένεια.

Στεφάν (Βουλγαρία)

Επιμέλεια: Μοχαμάντ Βαχέντι και Χάλεντ Τάχερ

Πηγή:efsyn.gr

 

ΚΚΕ (μ-λ): Για το θάνατο της Αλίντας Δημητρίου


Σήμερα, ξημερώματα Τρίτης 30 του Ιούλη, έφυγε από κοντά μας όχι μόνο μια άξια κινηματογραφική δημιουργός αλλά μια γυναίκα που με την στάση ζωής, μας δίδαξε τη σημασία της αξιοπρέπειας, την αξία της λεβεντιάς και τη δύναμη να υπερασπίζεσαι το δίκιο με πείσμα, μέχρι το τέλος. 

Η Αλίντα Δημητρίου στα 80 της χρόνια ήταν πολύ νέα και αποφασισμένη να παλέψει και να προσφέρει δημιουργώντας ταινίες, δίνοντας φωνή στους απλούς και ανώνυμους ανθρώπους και μιλώντας για την ιστορία του λαϊκού και κομμουνιστικού κινήματος στη νέα γενιά με ένα τρόπο μοναδικό και απόλυτα ευθύ. Οι νέοι και οι νέες που κατά χιλιάδες είδαν την τριλογία της για τις γυναίκες στην Αντίσταση, στον Εμφύλιο, στις εξορίες και στη Δικτατορία απέκτησαν μια ειδική και πολύτιμη σχέση με την Αλίντα. 

Από χέρι σε χέρι οι ταινίες προβλήθηκαν σε όλη σχεδόν την Ελλάδα, σε πλατείες και νεανικά στέκια, σε φοιτητικές καταλήψεις και σχολεία, σε πολιτιστικές λέσχες και γειτονιές. Αυτό το μοναδικό γεγονός στα τελευταία χρόνια, ήταν μια ισχυρή δικαίωση της μεγάλης προσπάθειας της Αλίντας Δημητρίου, που αποτελεί μια σημαντική παρακαταθήκη για όλους μας και ειδικά τις γενιές που έρχονται. Η τριλογία ήταν πράγματι η κορυφαία κινηματογραφική δουλειά της Δημητρίου αλλά όχι μοναδική. Άφησε πίσω της σημαντικές δημιουργίες στο είδος του ντοκιμαντέρ. 

Η είδηση της απώλειας της Αλίντας Δημητρίου προξένησε σε όλους μας βαθιά λύπη και συγκίνηση και την αίσθηση πως έφυγε ένας δικός μας άνθρωπος. Γιατί όσοι είχαμε την τύχη να την γνωρίσουμε ξέρουμε πολύ καλά πως σήμερα χάσαμε μια ξεχωριστή γυναίκα και μια δημιουργό που μπορεί κανείς δίχως δισταγμό να την προτείνει σαν παράδειγμα αληθινά λαϊκού καλλιτέχνη. 

Το ΚΚΕ(μ-λ) απευθύνει τα θερμά συλλυπητήρια στο σύντροφο της ζωής της, Σωτήρη, και στην οικογένειά της.

Το Γραφείο Τύπου του ΚΚΕ(μ-λ)

Αθήνα 30-7-2013
 

Σημειώσεις για την ιστορία των φασιστικών κινήσεων στην Ελλάδα (μέρος 3ο)

 Η δικτατορία της 21ης Απριλίου


Η συζήτηση για τον χαρακτήρα του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης που επιβλήθηκε με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 συνεχίζεται και για δεκαετίες μετά. Το ερώτημα είναι, όπως στην περίπτωση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, αν η δικτατορία ήταν ή όχι φασιστική.
Υποστηρίζω πως και αυτό το καθεστώς δεν μπορεί να χαρακτηριστεί φασιστικό. Βρίσκεται μάλιστα σε απόσταση ακόμα και από εκδηλώσεις και χαρακτηριστικά της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου που είχαν αντιγραφεί από τα φασιστικά καθεστώτα της εποχής του Μεσοπολέμου.

Η στρατιωτική δικτατορία επιβλήθηκε και διατηρήθηκε επί μια επταετία χωρίς τη στήριξη κανενός μαζικού λαϊκού αντεπαναστατικού κινήματος. Σε πλήρη αντίθεση με τον φασισμό, που στηρίζεται στην κινητοποίηση λαϊκών μαζών, το απριλιανό καθεστώς απέφυγε οποιαδήποτε προσπάθεια για κάτι τέτοιο.

Το πραξικόπημα υπήρξε έργο της «μικρής Χούντας» των συνταγματαρχών, που πρόλαβε ανάλογη ενέργεια της «μεγάλης Χούντας» των στρατηγών, η οποία διατηρούσε σχέσεις με τον Θρόνο, αλλά και με κορυφαίους παράγοντες της Δεξιάς. Τόσο η Χούντα των συνταγματαρχών όσο κι αυτή των στρατηγών, συνέχεια και οι δυο της αντικομμουνιστικής οργάνωσης ΙΔΕΑ που δρούσε στις γραμμές του στρατεύματος ήδη από τη δεκαετία του ’40, σχεδίαζαν από χρόνια την εκτροπή από το κοινοβουλευτικό καθεστώς, που ως ενδεχόμενο απασχολούσε τις συντηρητικές δυνάμεις της χώρας, χωρίς να αφήνει αδιάφορο και τον αμερικανικό παράγοντα. Η επιβολή καθεστώτος έκτακτης ανάγκης άρχισε να συζητιέται επίμονα μετά το 1965, ενώ ανάλογες σκέψεις υπήρχαν και από πολύ παλιότερα. Τον Μάιο 1951, μάλιστα, είχε αποτραπεί πραξικόπημα δεξιών στρατιωτικών, που μετά από προσωρινή απομάκρυνση από τον στρατό η κυβέρνηση Παπάγου τούς επανέφερε σε κορυφαίες και καίριες θέσεις.

Καθώς τα αποτελέσματα του βασιλικού πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 1965, με τον εξαναγκασμό σε παραίτηση της νόμιμης εκλεγμένης κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, που προκάλεσε την έκρηξη του μεγάλου λαϊκού δημοκρατικού κινήματος των Ιουλιανών, ήταν βέβαιο πως θα ανατρέπονταν με τις εκλογές της 28ης Μαΐου 1967, η εκτροπή ήταν η μόνη λύση προς την οποία προσανατολίζονταν οι συντηρητικοί κύκλοι, μέσα και έξω από την Ελλάδα. Είναι γνωστή, πλέον, η σχετική αλληλογραφία του αυτοεξόριστου στο Παρίσι Κωνσταντίνου Καραμανλή με σημαίνοντα στελέχη της παράταξής του, όπως ο Παναγής Παπαληγούρας, ο Γεώργιος Ράλλης κ.ά.

Όργανο της εκτροπής θα ήταν η Χούντα των στρατηγών, που απολάμβανε της εμπιστοσύνης του βασιλιά. Το σχέδιο απέβλεπε στη ματαίωση των εκλογών, στις οποίες ήταν βέβαιη η νίκη των δυνάμεων του Κέντρου και της Αριστεράς. Η αναμενόμενη κυριαρχία τής υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου αριστερής πτέρυγας στην Ένωση Κέντρου, με τις εκφρασμένες αντιβασιλικές και αντινατοϊκές θέσεις, προκαλούσε εύλογη ανησυχία ως προς την τύχη του Κράτους της Δεξιάς που είχε οικοδομηθεί πάνω στην ήττα του λαϊκού κινήματος κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο.

Στόχος της στρατιωτικής παρέμβασης ήταν η λίγο-πολύ προσωρινή άσκηση της εξουσίας χωρίς συνταγματικούς περιορισμούς και η επιστροφή σε ένα καθεστώς βασιλευόμενης δημοκρατίας, ακόμα πιο ελεγχόμενης, με τη θεσμοθέτηση των αντιδημοκρατικών πρακτικών που κυριάρχησαν, ούτως ή άλλως, στα χρόνια της παντοδυναμίας της Δεξιάς. Στο πλαίσιο αυτό εντασσόταν και η περαιτέρω σύσφιξη των σχέσεων της Ελλάδας με τις ΗΠΑ και τη συμμαχία του ΝΑΤΟ, καθώς και η προώθηση νατοϊκής λύσης του Κυπριακού, ακόμα και με τη μορφή της διχοτόμησης του νησιού. Κατά συνέπεια, δεν υπήρχε καμιά πρόθεση εγκαθίδρυσης φασιστικού καθεστώτος.

Η Χούντα των συνταγματαρχών πρόλαβε να επιβάλει τη δική της δικτατορία, που οι στόχοι της δεν διέφεραν απ’ αυτούς της Χούντας των στρατηγών. Ούτε κι αυτή είχε πρόθεση την εγκαθίδρυση φασιστικού καθεστώτος. Κι αυτό φαίνεται τόσο από τις διακηρύξεις της και τον ιδεολογικό της λόγο όσο και από την πολιτική της πρακτική.

Η κατάλυση του κοινοβουλευτικού καθεστώτος δεν σήμαινε και άρνησή του. Η επιδίωξή της Χούντας να διαμορφώσει όρους επανόδου στο κοινοβουλευτικό καθεστώς, με θεσμοποιημένους περιορισμούς δημοκρατικών ελευθεριών, φαίνεται και από το Σύνταγμα της Βασιλευόμενης Δημοκρατίας του 1968 και απ’ αυτό της Προεδρικής Δημοκρατίας του 1973, όταν μάλιστα ξεκίνησε και η διαδικασία φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος. Είναι χαρακτηριστικό ότι και τα δυο ενσωμάτωναν τις προτάσεις συνταγματικής αναθεώρησης σε συντηρητική κατεύθυνση, που είχε υποβάλλει ήδη από το 1963 ο τότε πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής.

Ο ιδεολογικός λόγος της Χούντας ήταν αυτός της εθνικόφρονος μετεμφυλιακής Δεξιάς και θεμελιωνόταν στην πρόταξη των ελληνο-χριστιανικών ιδεωδών, με το περιβόητο «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου. Για τους ιδεολογικούς εκφραστές του καθεστώτος, η «Επανάστασις της 21ης Απριλίου» αποσκοπούσε στην αναγέννηση του έθνους, με την πάταξη της φαυλοκρατίας, του κομμουνισμού και της «ασυδοσίας του πεζοδρομίου», όπως χαρακτήριζαν τις αγωνιστικές εκδηλώσεις του λαϊκού κινήματος.

Σε αντίθεση με τα μεσοπολεμικά φασιστικά καθεστώτα, αλλά και τη μεταξική δικτατορία, η Χούντα διακήρυττε την προσήλωσή της στη δημοκρατία, αλλά σε μια δημοκρατία στην υπηρεσία του έθνους. Εγγυητής των ιδανικών του και της ιστορικής του συνέχειας ήταν το κράτος και ο  υγιέστερος βραχίονάς του, ο στρατός. Εχθρός της δημοκρατίας ήταν ο ολοκληρωτισμός, που εκφραζόταν από το δίπολο «φασισμός-κομμουνισμός». Καθώς, όμως, ο φασισμός εμφανιζόταν σαν απειλή του παρελθόντος, πραγματικός εχθρός ήταν πια αποκλειστικά ο κομμουνισμός, που επιπλέον απειλούσε την ίδια την ύπαρξη του ελληνικού έθνους, λόγω της γειτνίασης της Ελλάδας με χώρες που μέσω του κομμουνισμού προωθούσαν την πανσλαβική επέκταση.

Η αντιμετώπιση του κομμουνιστικού κινδύνου, που ως αιχμή του δόρατος είχε τους εγχώριους «πράκτορες της Μόσχας», ήταν που επέβαλε και την παρέμβαση του στρατού στις 21 Απριλίου 1967, στην προοπτική αποκατάστασης ενός καθεστώτος δημοκρατικού μεν, αλλά υπό έλεγχο, ώστε να μη δίνεται η δυνατότητα εκμετάλλευσης των δημοκρατικών δικαιωμάτων για την ανάπτυξη της αντεθνικής δράσης των κομμουνιστών.

Ο εθνικιστικός λόγος της δικτατορίας δεν διέφερε απ’ αυτόν των κομμάτων και κυβερνήσεων της μεταπολεμικής Δεξιάς. Οι αναφορές στα ιστορικά πεπρωμένα του τρισχιλιετούς έθνους των Ελλήνων, το οποίο είχε αναλάβει πανανθρώπινη εκπολιτιστική αποστολή,  δεν εκτρεπόταν σε ρατσιστικές διακηρύξεις και επεκτατικές αξιώσεις. Επί Χούντας αναπτύχθηκαν σχέσεις με σειρά χωρών της Αφρικής, εκείνα τα χρόνια ήρθαν στην Ελλάδα οι πρώτοι Ασιάτες και Αφρικανοί μετανάστες (για την αναπλήρωση κενών που είχε δημιουργήσει η μεταναστευτική αιμορραγία, η οποία συνεχιζόταν αμείωτη, λόγω της τεράστιας διαφοράς των ελληνικών μισθών με αυτούς χωρών όπως η Δυτική Γερμανία κ.ά.), ενώ οι ρητορείες περί Βορείου Ηπείρου δεν αποτελούσαν πρωτοτυπία, καθώς αποτελούσαν προπαγανδιστικό μοτίβο και του προηγούμενου καθεστώτος.

Η πολιτική της Χούντας στο Κυπριακό και στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις είχε σαφή νατοϊκή σφραγίδα. Τους όποιους παλικαρισμούς διαδέχονταν υποχωρήσεις, κάποιες απ’ αυτές όχι λιγότερο μοιραίες απ’ όσο οι εθνικιστικές τυχοδιωκτικές εξάρσεις. Μέχρι και για Ελληνο-τουρκική Ομοσπονδία έκανε λόγο ο Παπαδόπουλος, όταν, μετά τη δυναμική απάντηση της Τουρκίας στις ελληνικές επιθέσεις ενάντια σε τουρκοκυπριακά χωριά τον Νοέμβριο 1967, υποχρεώθηκε να αποσύρει την ελλαδική μεραρχία από το νησί.

Όπως είναι ευνόητο, η εγκαθίδρυση της δικτατορίας χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό από τους φασίστες, που είδαμε ότι δεν αντιπροσώπευαν παρά  τμήμα της άκρας Δεξιάς, περιθωριακό ως προς την κοινωνία. Αν και το Κόμμα 4ης Αυγούστου υποχρεώθηκε τυπικά να διαλυθεί, ουσιαστικά συνέχισε να λειτουργεί, ως συσπείρωση γύρω από τη δεκαπενθήμερη και ενίοτε μηνιαία εφημερίδα «4η Αυγούστου». Στελέχη του, όπως ο ίδιος ο αρχηγός του Κ. Πλεύρης, ανέλαβαν θέσεις, κυρίως στον προπαγανδιστικό μηχανισμό του καθεστώτος, ενώ μαζί τους συνδέονταν και στελέχη της Χούντας και των κυβερνήσεών της, όπως ο Ιωάννης Λαδάς, ο Κωνσταντίνος Ασλανίδης κ.ά.

Η κριτική που ασκούσε η «4η Αυγούστου» στο καθεστώς είναι χαρακτηριστική, καθώς οι φασίστες δεν ικανοποιούνταν με τις «δημοκρατικές» του διακηρύξεις, ενώ εξέφραζαν και τη δυσαρέσκειά τους από την «ενδοτική» πολιτική στο Κυπριακό.

Κάποιοι από τους φασίστες διορίστηκαν και στις διοικήσεις αθλητικών, φοιτητικών κ.ά. συλλόγων, όπου χάνονταν μέσα στο πλήθος των άλλων ακροδεξιών. Όσο και να παραξενεύει, δεν ήταν εύκολο, ούτε καν στην περίοδο της δικτατορίας, να εμφανίζεται κάποιος απροκάλυπτα ως υποστηρικτής του φασισμού.  Ακόμα και οι προπαγανδιστικές κινηματογραφικές ταινίες που προωθούσε η Χούντα αντλούσαν τα θέματά τους από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αν και  διαστρεβλώνοντας ασύστολα την ιστορική αλήθεια, εμφανίζοντας τους Έλληνες αξιωματικούς, σε στενή πάντα συνεργασία με τους Άγγλους συμμάχους, να πρωτοστατούν στην Αντίσταση, ήταν σαφές πως ο εχθρός ήταν οι φασίστες κατακτητές. Ενίοτε και οι κομμουνιστές, όταν επρόκειτο για τη Βόρεια Ελλάδα, όπου οι εθνικιστές πολεμούσαν τους Βούλγαρους!

Εκεί όπου η δραστηριότητα των φασιστών είχε αρχικά την πλήρη στήριξη του καθεστώτος, ήταν στην απόπειρα νεκρανάστασης του Σώματος Ελλήνων Αλκίμων, επικεφαλής του οποίου τέθηκε ο Κ. Πλεύρης. Η απόπειρα αυτή, που στα 1970-72 φάνηκε προσωρινά να αποδίδει, τελικά απέτυχε παταγωδώς. Όχι μόνο λόγω της άρνησης της ελληνικής νεολαίας, στη συντριπτικά μεγάλη πλειονότητά της, να ενταχθεί σε μια φασιστικής έμπνευσης και στρατιωτικής δομής και λειτουργίας οργάνωση, αλλά και λόγω προβλημάτων που δημιουργήθηκαν μεταξύ των φασιστών καθοδηγητών των Αλκίμων και της κυβέρνησης.

Ο πολιτισμός αποτέλεσε ένα κρίσιμο πεδίο στο οποίο δοκιμάστηκε η προσπάθεια της Χούντας να διαμορφώσει έναν συνεκτικό και πειστικό λόγο. Η προσήλωση σε μια μυθοποιημένη «αγνότητα της ελληνικής επαρχίας», που εκφραζόταν με τη συστηματική προβολή του δημοτικού τραγουδιού, προσέκρουε στην παράλληλη προσπάθεια ενσωμάτωσης της νεολαιίστικης πολιτιστικής αμφισβήτησης. Τα τσάμικα του Παπαδόπουλου κονταροχτυπιούνταν με τα ακούσματα που πρόβαλε στη νεοσύστατη ελληνική τηλεόραση ο Νίκος Μαστοράκης, εκθειάζοντας τις ΗΠΑ «που μας μαθαίνουν να ακούμε μουσική».

Η Χούντα απέτυχε και σ’ αυτό το πεδίο, καθώς τόσο τα δημοτικά τραγούδια (κρητικά ριζίτικα κ.ά.) όσο και τα ροκ ακούσματα η νεολαία τα έστρεψε εναντίον της.
Πλησιάζοντας προς το 1973 και την Εξέγερση του Πολυτεχνείου, το συνολικό ιδεολογικό κλίμα κάθε άλλο παρά ευνοϊκό είναι για τη δικτατορία, πόσο μάλλον για τον περιθωριακό φασισμό. Και γίνεται πλήρως αρνητικό μετά την Εξέγερση κι ακόμα περισσότερο μετά τα τραγικά γεγονότα του Ιούλιου 1974 στην Κύπρο, που οδήγησαν στην κατάρρευση της δικτατορίας.
Η ελληνική άκρα Δεξιά και οι Έλληνες φασίστες στιγματίζονται για μια ακόμα φορά στη λαϊκή συνείδηση, όχι μόνο ως εχθροί των δημοκρατικών ελευθεριών του λαού και των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του εργαζομένων, αλλά και ως εθνοπροδότες.

Οι φασιστικές οργανώσεις στην πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο

(1974-1990)


Η κατάρρευση της δικτατορίας, λίγους μήνες μετά την αιματηρή καταστολή της Εξέγερσης του Νοέμβρη 1973 και υπό το βάρος του εθνικού εγκλήματος της Κύπρου, διαμορφώνει εξαιρετικά δυσχερείς συνθήκες για την ανάπτυξη της δραστηριότητας των φασιστών και του συνόλου της άκρας Δεξιάς. Περισσότερο παρά ποτέ άλλοτε, η συντηρητική Δεξιά επιχειρεί να αποστασιοποιηθεί από την άκρα Δεξιά, πόσο μάλλον από τη φασιστική της έκφραση.

Ο εθνικιστικός-αντικομμουνιστικός μεταπολεμικός ιδεολογικός λόγος έχει απονομιμοποποιηθεί πλήρως, σε μια περίοδο που η κυριαρχία του λαϊκού αντιιμπεριαλιστικού πατριωτισμού, τον οποίο προβάλλει η Αριστερά και το ΠΑΣΟΚ, ακυρώνει κάθε απόπειρα των φασιστών να εμφανιστούν με πατριωτικό προσωπείο. Οι κομμουνιστές, μέλη και στελέχη των δυο ΚΚΕ και των άλλων μικρότερων κομμουνιστικών οργανώσεων, βγαίνουν στη νομιμότητα, με την αίγλη αυτών που πρωτοστάτησαν στον αγώνα ενάντια σε ένα καθεστώς που, αφού στέρησε επί εφτά χρόνια τον ελληνικό λαό από τις ελευθερίες του, κατέληξε στην εθνική προδοσία.

Στον κυρίαρχο πολιτικό λόγο, η εθνικοφροσύνη και η αναφορά στον ελληνο-χριστιανικό πολιτισμό δίνει τη θέση της στην ιδεολογία της δημοκρατικής και οικονομικά αναπτυγμένης Ελλάδας στο πλαίσιο του δυτικού κόσμου και μάλιστα σ’ αυτό της Ευρώπης και ακόμα πιο συγκεκριμένα της ΕΟΚ. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η αντίθεση στην παραμονή στο ΝΑΤΟ (από το στρατιωτικό σκέλος του οποίου είχε αποχωρήσει η Ελλάδα στα 1974-80) και στην ένταξη στην ΕΟΚ αποτελεί τη βάση του αντιπολιτευτικού λόγου του ΠΑΣΟΚ, του ΚΚΕ και του συνόλου των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Το σύνθημα του Ανδρέα Παπανδρέου «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» εκφράζει την αντίθεση της μεγάλης πλειονότητας του ελληνικού λαού στην πολιτική εξάρτησης από τα δυτικά ιμπεριαλιστικά κέντρα, με την οποία χρεωνόταν η Δεξιά. Αντιστοίχως, στον βαθμό που οι κυβερνήσεις της ΝΔ επιδιώκουν την αναζήτηση λύσεων στις διαφορές με την Τουρκία σε νατοϊκό πλαίσιο, η εξωτερική τους πολιτική καταγγέλλεται σαν ενδοτική και υπαγορευόμενη από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ.

Μ’ αυτά τα δεδομένα, η πρώτη απόπειρα εκλογικής καταγραφής της άκρας Δεξιάς, τον Νοέμβριο 1974, με την Εθνική Δημοκρατική Ένωση (ΕΔΕ) του Πέτρου Γαρουφαλιά (αποστάτη της Ένωσης Κέντρου, που διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στα γεγονότα του 1965), καταλήγει σε φιάσκο. Όχι μόνο λόγω του πενιχρού εκλογικού αποτελέσματος (1,08%), αλλά και εξαιτίας της μετατροπής των προεκλογικών της συγκεντρώσεων σε εκδηλώσεις γελοιοποίησής της από χιλιάδες νέους, που πλημμυρίζουν τους δρόμους οπουδήποτε εμφανίζονται για να μιλήσουν οι νοσταλγοί της Χούντας.

Την ίδια περίοδο ανασυστήνεται το Κόμμα 4ης Αυγούστου του Κ. Πλεύρη, ως αυθεντική έκφραση της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας, αν και πολύ σύντομα θα αυτοδιαλυθεί. Παράλληλα, με πρωτοβουλία του Πολύδωρου Δάκογλου και με επικεφαλής τον παλιό βασικό συνεργάτη του Κ. Πλεύρη Ανδρέα Δενδρινό, ιδρύεται και η Πνευματική Αναμορφωτική Κίνησις, που εκδίδει το περιοδικό «Το Κίνημα».  Η κίνηση αυτή αποφεύγει να αναφέρεται ανοιχτά στον φασισμό ή τον ναζισμό, επιδιώκοντας να εμφανιστεί σαν ελληνοκεντρική-εθνικιστική.

Στα 1975-77 δρουν και παράνομες φασιστικές οργανώσεις, με κυριότερη τη Νέα Τάξη του Δημήτρη Ναστούλη, που επιχειρούν τρομοκρατικές ενέργειες. Η εμφάνισή τους δεν είναι άσχετη με την επιστροφή από την Ιταλία εγκάθετων της Χούντας στον φοιτητικό χώρο, που είχαν συνδεθεί με ιταλικές φασιστικές τρομοκρατικές οργανώσεις, μεταξύ των οποίων και η Ordine Nuovo (Νέα Τάξη).
Μετά από κάποιες επιθέσεις και μαχαιρώματα μελών αριστερών οργανώσεων, τοποθετήσεις βομβών σε γραφεία του ΚΚΕ και του ΚΚΕ εσ., αλλά και σε κινηματογράφους όπου προβάλλονταν σοβιετικά έργα κ.λπ., οι οργανώσεις αυτές διαλύθηκαν, υπό το βάρος της παλλαϊκής κατακραυγής και με τη συνειδητοποίηση από τους κύκλους των μυστικών υπηρεσιών που τις χρησιμοποιούσαν ότι η δράση τους συνέβαλε στην περαιτέρω ισχυροποίηση των δημοκρατικών, αντιφασιστικών και αντιιμπεριαλιστικών αισθημάτων του ελληνικού λαού.

Στην κατεύθυνση αυτή συνέβαλαν και οι δικαστικές διώξεις κατά φασιστών τρομοκρατών, με συνέπεια την πολυετή φυλάκιση του Αριστοτέλη Καλέντζη. Η υπόθεση αυτή προκάλεσε σοβαρές εντάσεις και διενέξεις μέσα στον φασιστικό χώρο, καθώς ο Καλέντζης κατήγγειλε σαν όργανα της ΚΥΠ και καταδότες του τους Κ. Πλεύρη, Νίκο Μιχαλολιάκο κ.ά., που ενώ πιάστηκαν μαζί του απαλλάχθηκαν από το δικαστήριο.

Η πρώτη σοβαρή προσπάθεια κομματικής συγκρότησης του ακροδεξιού χώρου, στον οποίο εντάσσονται βασιλόφρονες, χουντικοί και φασίστες, γίνεται ενόψει των εκλογών του Οκτωβρίου 1977, με την ίδρυση της Εθνικής Παράταξης. Αν και συγκέντρωσε το 6,82% των ψήφων, εκλέγοντας πέντε βουλευτές (όχι όμως και τον ηγέτη της Στέφανο Στεφανόπουλο, επίσης αποστάτη του 1965 και πρωθυπουργό κυβέρνησης αποστατών), η Εθνική Παράταξη δεν θα επιβιώσει για πολύ. Σύντομα, οι τέσσερις από τους πέντε βουλευτές της θα ενταχθούν στη Νέα Δημοκρατία, για να ακολουθήσει και ο πέμπτος, ο διάδοχος του Στεφανόπουλου στην ηγεσία του κόμματος Σπύρος Θεοτόκης, λίγο πριν τις εκλογές του 1981.

Εντούτοις, σημαντικό ρόλο στην ανασυγκρότηση της ακροδεξιάς και στην ανάδειξη μιας νέας γενιάς στελεχών, διαδραμάτισε η Ελληνική Νεολαία Εθνικής Παράταξης (ΕΝΕΠ). Την πρωτοβουλία ίδρυσής της ανέλαβε η ομάδα που εξέδιδε το «Κίνημα» και πρόεδρός της αναδείχθηκε ο Π. Δάκογλου. Στις γραμμές της ΕΝΕΠ συνυπήρχαν τάσεις που επί χρόνια κατόπιν θα συνεχίσουν να ανταγωνίζονται στον χώρο της ακροδεξιάς.

Η τάση των νοσταλγών της Χούντας, με ηγέτη τον Θεόδωρο Περρωτή, αρθρώνει έναν παραδοσιακά ακροδεξιό λόγο. Το 1981, μετά τη διάλυση της ΕΝΕΠ, στην οποία είχε απομείνει μόνη μετά την αποχώρηση των άλλων τάσεων το 1979, θα ανασυγκροτηθεί ως Νεολαία Προοδευτικών (ΝΕΠ), στο πλαίσιο του κόμματος που ανασύστησε, ως κόμμα της άκρας Δεξιάς πλέον, ο δοτός πρωθυπουργός της Χούντας Σπύρος Μαρκεζίνης, και αργότερα θα ενταχθεί στην Εθνική Πολιτική Ένωση (ΕΠΕΝ).

Το Κόμμα των Προοδευτικών κατεβαίνει στις εκλογές του Οκτωβρίου 1981, καταγράφοντας μικρό ποσοστό (1,68%), αν και κατορθώνει να εκπροσωπηθεί στην Ευρωβουλή με το 1,91%.
Η τάση των ελληνοκεντρικών εθνικιστών, με επικεφαλής τον Π. Δάκογλου,  συγκροτεί το 1979 το Ελληνικό Εθνικιστικό Κίνημα (ΕΝΕΚ) και αναπτύσσει έντονη εκδοτική δραστηριότητα, μέσω των εκδόσεων «Νέα Θέσις» και της ομώνυμης εφημερίδας.

Από την τάση αυτή θα προέλθει η κίνηση που θα συνεχίσει την έκδοση του περιοδικού «Το Κίνημα» και τη λειτουργία του εκδοτικού οίκου «Ελεύθερη Σκέψις», με επικεφαλής τον Α. Δενδρινό. Ιδεολογικά κινείται μεταξύ του ελληνοκεντρικού εθνικισμού και του εθνικοσοσιαλισμού.

Σε απροκάλυπτη εθνικοσοσιαλιστική κατεύθυνση κινείται η κίνηση που συγκροτείται γύρω από το περιοδικό «Χρυσή Αυγή», που εκδίδει από τα τέλη του 1980 ο Ν. Μιχαλολιάκος.

Η έντονη εκδοτική δραστηριότητα των φασιστών εκείνης της περιόδου αποβλέπει στην ιδεολογική συγκρότηση του χώρου, για την αντιμετώπιση της ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς στη νεολαία.

Η παρέμβαση σ’ αυτό το πεδίο γίνεται και με την ίδρυση της κίνησης Ελεύθεροι Μαθητές, με επικεφαλής τον Μάκη Βορίδη και επίκεντρο το Κολλέγιο Αθηνών, καθώς και με την ανασύσταση της προδικτατορικής Φοιτητικής Εθνικής Πρωτοπορίας (ΦΕΠ), με πρωτοβουλία του Κ. Πλεύρη. Στην ίδια κατεύθυνση επιχειρείται η διείσδυση σε συνδέσμους φιλάθλων, που στην περίπτωση του Παναθηναϊκού αποδίδει, με την εμφάνιση της Ναζιστικής Οργάνωσης Παναθηναϊκών Οπαδών (ΝΟΠΟ). Ανάλογες απόπειρες στην ΑΕΚ και τον Ολυμπιακό αποτυγχάνουν, ενώ και η ΝΟΠΟ υποχρεώνεται να διαλυθεί μετά από παρέμβαση της Διοίκησης του ΠΑΟ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το Κίνημα Ελλήνων Μεταρρυθμιστών (ΚΕΜΕ), του χουντικού υπουργού Κωνσταντίνου Θάνου, το οποίο επιχειρεί να εκφράσει μια πιο σύγχρονη ακροξεδιά αντίληψη, προβάλλοντας την κυρίαρχη αστική στρατηγική της ευρωπαϊκής προοπτικής στο πλαίσιο της ΕΟΚ.  Τον Οκτώβριο 1981 συμμετείχε στις ευρωεκλογές, παίρνοντας το διόλου ευκαταφρόνητο 0,89%.

Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, το 1981, συνοδεύεται και από δεξιά στροφή της ΝΔ, με ηγέτη τον Ευάγγελο Αβέρωφ, που εκδηλώνεται και με απόπειρα αναπαλαίωσης του ιδεολογικού της λόγου. Δίνεται, έτσι, η δυνατότητα έκφρασης της ακροδεξιάς τάσης του κόμματος, ιδιαίτερα στη νεολαία της, την ΟΝΝΕΔ, όπου δρουν συγκροτημένα ομάδες τραμπούκων, όπως οι Ρέιντζερς και οι Κένταυροι. Μέσα σ’ αυτό το ιδεολογικό κλίμα θα εκτραφεί και ο Γιάννης Καλαμπόκας, που το 1991 θα δολοφονήσει τον αγωνιστή Νίκο Τεμπονέρα.

Παρά την κυριαρχία της δημοκρατικής-ευρωπαϊστικής ιδεολογίας, η άκρα Δεξιά ουδέποτε έπαψε να εκφράζεται και στο εσωτερικό της ΝΔ. Άλλωστε, το μεγάλο κόμμα της Δεξιάς (ή της Κεντροδεξιάς, όπως αυτοπροσδιορίζεται) προσφέρει πάντα φιλόξενη πολιτική στέγη στα στελέχη που αναδεικνύει ο ακροδεξιός, ακόμα και ο φασιστικός χώρος.

Ενόψει των ευρωεκλογών του 1984 ιδρύεται η Εθνική Πολιτική Ένωση (ΕΠΕΝ), με πρωτοβουλία του φυλακισμένου πρώην δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου. Κύριος στόχος του νέου κόμματος της ακροδεξιάς είναι η άσκηση πίεσης για την αποφυλάκιση των κρατούμενων πραξικοπηματιών. Στις γραμμές της εντάσσονται τόσο οι φιλοχουντικοί του Περρωτή όσο και ελληνοκεντρικοί εθνικιστές και εθνικοσοσιαλιστές. Επικεφαλής μάλιστα της νεολαίας της αναλαμβάνει ο Ν. Μιχαλολιάκος, που έχει ήδη διακόψει την έκδοση της «Χρυσής Αυγής».

Στις ευρωεκλογές του Ιουνίου 1984 η ΕΠΕΝ κερδίζει 2,29% των ψήφων και ο ηγέτης της Χρύσανθος Δημητριάδης εκλέγεται ευρωβουλευτής. Στις εκλογές συμμετέχει και το Κόμμα των Προοδευτικών, που περιορίζεται στο 0,17%,  αλλά και το ΕΝΕΚ, που παίρνει μόλις 0,09%.
Στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 1985 συμμετέχει μόνο η ΕΠΕΝ, που δεν κερδίζει παρά το 0,60% των ψήφων.
Τον ίδιο χρόνο ο Ν. Μιχαλολιάκος αποχωρεί, επανεκδίδοντας τη «Χρυσή Αυγή», ως όργανο του ομώνυμου Λαϊκού Συνδέσμου, και στην ηγεσία της Νεολαίας της ΕΠΕΝ προωθείται ο Μ. Βορίδης.

Πενιχρά είναι τα εκλογικά ποσοστά και στις εκλογές του Ιουνίου 1989. Η ΕΠΕΝ περιορίζεται στο 0,32%, ενώ 0,23% παίρνει το ΕΝΕΚ. Η ΕΠΕΝ, απέχοντας από τις εκλογές του Νοεμβρίου 1989 (λέγεται πως η μη συμμετοχή ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας με τη Νέα Δημοκρατία, που υποσχέθηκε την αποφυλάκιση των χουντικών), στις εκλογές του Απριλίου 1990 βλέπει την εκλογική της επιρροή να συρρικνώνεται στο 0,13%.

Στην περίοδο από το 1974 έως το 1990 ο χώρος της άκρας Δεξιάς κυριαρχείται από τους νοσταλγούς της Χούντας. Η ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς στο νεολαιίστικο κίνημα, οι νωπές μνήμες από τη δικτατορία, την Εξέγερση του Πολυτεχνείου και την προδοσία της Κύπρου, αλλά και η αναγνώριση της εαμικής Εθνικής Αντίστασης από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 1983, καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη κάθε προσπάθεια των φασιστών να αποκτήσουν μαζικό ακροατήριο.

Αυτή η πρώτη περίοδος της Μεταπολίτευσης χαρακτηρίζεται από την τάση μιας ολόκληρης κοινωνίας να έρθει σε ρήξη με παραδοσιακές συντηρητικές δομές και συμπεριφορές. Έχοντας πάψει, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, να είναι κυρίως αγροτική, η ελληνική κοινωνία, με πρωτοστατούσα τη νεολαία, αμφισβητεί τον παραδοσιακό κοινωνικό συντηρητισμό στις ερωτικές και οικογενειακές σχέσεις, την αυθεντία του διδάσκοντα στις εκπαιδευτικές διαδικασίες, την κοινωνική αίγλη του οικονομικά επιτυχημένου, την απόλυτη εξουσία του εργοδότη κ.λπ. Αν μαζί με όλα αυτά συνυπολογιστεί και η ιδεολογική απαξίωση του μηχανισμού καταστολής, του στρατού και της αστυνομίας, που επέφερε η λειτουργία τους ως βασικών πυλώνων στήριξης του δικτατορικού καθεστώτος, είναι ευνόητη η αναποτελεσματικότητα των φασιστικών κινήσεων της περιόδου.

Ακροδεξιοί και φασίστες στα 1990-2004


Το ιδεολογικό κλίμα της Μεταπολίτευσης αρχίζει να μεταβάλλεται από τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1980, για να ανατραπεί μετά τα διεθνή κοσμοϊστορικά γεγονότα και τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα, στα 1989-91.

Σε μια εποχή που για τη μεγάλη πλειονότητα του εργαζόμενου λαϊκού κόσμου οι συνθήκες ζωής δεν έχουν πλέον καμιά σχέση με αυτές των προηγούμενων δεκαετιών, ενώ και η αστική δημοκρατία λειτουργεί για πρώτη φορά ομαλά, η συντηρητική αναδίπλωση του ΠΑΣΟΚ, που ως κυβερνητικό κόμμα απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τις παλιότερες ριζοσπαστικές διακηρύξεις του, συμπληρώνεται με την αποκάλυψη σκανδάλων που αμαυρώνουν συνολικά την εικόνα του ως δύναμης, αν όχι κοινωνικής αλλαγής, τουλάχιστον εγγύησης μιας εύρυθμης λειτουργίας του αστικού κράτους.

Η συμμετοχή του Συνασπισμού της Αριστεράς (του ΚΚΕ, της ΕΑΡ κ.λπ.) στην κυβέρνηση Τζανετάκη, σε συνεργασία με τη ΝΔ, και στη συνέχεια ο σχηματισμός της Οικουμενικής Κυβέρνησης Ζολώτα, με τη συμμετοχή ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Συνασπισμού, συμβάλλουν καθοριστικά στην υποχώρηση της διαχωριστικής γραμμής με τη Δεξιά, η οποία εμφανίζεται πλέον απαλλαγμένη από το βάρος των αμαρτιών του παρελθόντος. Επιπλέον, η συμμετοχή της Αριστεράς σ’ αυτές τις κυβερνήσεις σηματοδοτεί την προσχώρησή της στη στρατηγική επιδίωξη του αστισμού, για την προετοιμασία της συμμετοχής της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (το περίφημο «όραμα του 1992»), ως πανεθνικού στόχου υπεράνω ταξικών αντιθέσεων.

Οι καταρρεύσεις των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και η διάλυση της ΕΣΣΔ συμβάλλουν καθοριστικά στην ιδεολογική ήττα της Αριστεράς, καθώς οι ιδέες του μαρξισμού, του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού εμφανίζονται σαν αδιέξοδες, και όσοι επιμένουν να αναφέρονται σ’ αυτές φαντάζουν προσηλωμένοι στο παρελθόν.

Η δυναμική επέλαση του νεοφιλελευθερισμού συντελείται σε συνθήκες υποχώρησης του συνδικαλιστικού κινήματος των εργαζομένων, που ευνοείται από την κυριαρχία της ιδεολογίας του ατομισμού, σημαιοφόροι της οποίας αναδεικνύονται οι ποικίλοι μηχανισμοί προώθησης ενός life style που βρίσκεται στον αντίποδα του ριζοσπαστισμού της προηγούμενης περιόδου. Ενσωματώνοντας βασικά του στοιχεία και μετασχηματίζοντάς τα σε μια κατεύθυνση κυριαρχίας του ατομικού έναντι του συλλογικού, η ιδεολογία του life style αναγνωρίζει ως κύρια αξία την προσωπική επιτυχία, με κριτήριο την κοινωνική ανέλιξη. Στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1990 η ένταξη στην εργατική τάξη με όρους χειρωνακτικής εργασίας αντιμετωπίζεται σαν απόδειξη προσωπικής αποτυχίας. Άλλωστε, όλο και μεγαλύτερο τμήμα της εργατικής τάξης της χώρας αποτελείται πλέον από αλλοδαπούς μετανάστες, που οι συνθήκες ζωής και εργασίας τους καθίστανται μέτρο για την επιβεβαίωση της επιτυχίας των άλλων.

Για πρώτη φορά μετά από πάρα πολλές δεκαετίες, η χειρωνακτική εργασία και η φτώχεια στιγματίζονται και οι φορείς τους περιθωριοποιούνται, ακόμα και από εργαζόμενα λαϊκά στρώματα που εντάσσονται τόσο στην παραδοσιακή μικροαστική τάξη (μεγάλα τμήματά της οποίας συμμετέχουν άμεσα στην εκμετάλλευση της εργασίας του μεταναστευτικού προλεταριάτου)  όσο και στη νέα μικροαστική τάξη, στην οποία εντάσσεται ένα σημαντικό τμήμα των διανοητικά εργαζομένων.

Η ιδεολογική αυτή στάση κυριαρχεί και στη νεολαία της εποχής, για την οποία οι ιδεολογικές αξίες παλιότερων εποχών φαντάζουν ξένες και απόμακρες. Είναι η εποχή της κυριαρχίας της «γαλάζιας γενιάς» στα ΑΕΙ, με την εκτόξευση της ΔΑΠ, της φοιτητικής παράταξης της Δεξιάς, σε ποσοστά αδιανόητα μόλις λίγα χρόνια πριν. Οι αντιλήψεις αυτές κυριαρχούν και ευρύτερα, σφραγίζοντας την ιδεολογία του τμήματος της νεολαίας που εκφράζεται από το πλήρως μεταλλαγμένο εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ της εποχής Σημίτη, αλλά και της μεγάλης πλειονότητα των νέων που χαρακτηρίζονται «απολίτικοι».

Η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αργότερα στην Ευρωζώνη, η σύγκριση της «ισχυρής Ελλάδας» (κατά τον επίσημο λόγο των εκσυγχρονιστικών κυβερνήσεων Σημίτη) με τις γειτονικές βαλκανικές χώρες, η ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων, η δυνατότητα χρησιμοποίησης εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών για δουλειές που οι περισσότεροι Έλληνες θεωρούσαν πλέον υποτιμητικές για τους ίδιους (βαριές χειρωνακτικές, αγροτικές, φροντίδα του σπιτιού και των ανήμπορων μελών της οικογένειας κ.λπ.), διαμορφώνουν μια νέας μορφής ιδεολογία του «κυρίαρχου», που προσλαμβάνει χαρακτηριστικά μιας εκσυγχρονισμένης εθνικοφροσύνης, τροφοδοτούμενης και από την επανεμφάνιση του Μακεδονικού ζητήματος, στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Είναι χαρακτηριστικός ο υποτιμητικός όρος «Γυφτοσκοπιανοί», με τον οποίο στιγματίζονται ως φυλετικά και οικονομικο-κοινωνικά κατώτεροι οι κάτοικοι της γειτονικής χώρας.

Μέσα σ’ αυτό το ιδεολογικό κλίμα διαμορφώνονται νέοι όροι για την ανάπτυξη της δραστηριότητας της άκρας Δεξιάς και των φασιστικών κινήσεων. Καθώς η δικτατορία των συνταγματαρχών φαντάζει μακρινό παρελθόν που ελάχιστα απασχολεί τη νεότερη γενιά, ξεθωριάζουν και οι όποιες αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό του ακροδεξιού χώρου σχετικά με τη στάση απέναντί της και προς τους φυλακισμένους πραξικοπηματίες. Ο χώρος επικεντρώνει πλέον σε δυο ζητήματα, χάρη στα οποία μπορεί να αποκτήσει δυνατότητες μαζικής απεύθυνσης: στο εθνικό και στο μεταναστευτικό.

Στα 1972-73 οι ακροδεξιοί και οι φασίστες αξιοποιούν το ευνοϊκό ζήτημα της Μακεδονίας. Όσο κι αν για τον πολύ κόσμο, για την τεράστια πλειονότητά του, η αντίθεση στην χρήση του όρου «Μακεδονία» από το νεοσύστατο ανεξάρτητο κράτος ήταν συνέπεια του φόβου εμπλοκής σε πολεμικές περιπέτειες, λόγω πιθανών εδαφικών αξιώσεων σε βάρος της Ελλάδας, οι ακροδεξιοί και οι φασίστες μπορούν να εμφανίζονται σαν οι πιο αδιάλλακτοι υπερασπιστές της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας, χωρίς να αποφεύγουν και την προβολή επεκτατικών διαθέσεων, που κι αυτές βρίσκουν ευήκοα ώτα, στη φάση που κυριαρχεί ο υστερικός φανατισμός.

Είναι η περίοδος που η μέχρι τότε περιθωριακή ακροδεξιά εφημερίδα «Στόχος» αυξάνει κατακόρυφα την κυκλοφορία της, ενώ η Χρυσή Αυγή αποτολμά τη δημόσια εμφάνισή της στα μαζικά συλλαλητήρια για τη Μακεδονία και για πρώτη φορά κατορθώνει να αποκτήσει μια σχετική μαζικότητα, στρατολογώντας έφηβους που δεν είχαν οπωσδήποτε ακροδεξιά οικογενειακή προέλευση, όπως συνέβαινε με το σύνολο σχεδόν όσων εντάσσονταν μέχρι τότε σε ακροδεξιές και φασιστικές οργανώσεις.

Καθώς οι κυρίαρχες αστικές πολιτικές δυνάμεις (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) επιλέγουν την αντιμετώπιση του Μακεδονικού μέσω της διπλωματικής οδού και στο πλαίσιο των σχέσεων της Ελλάδας με το ΝΑΤΟ και την Ε.Ε., , ο εθνικιστικός λόγος παρουσιάζεται σαν λόγος αντισυστημικός. Η εθνικιστική ρητορική εμφανίζει σαν μέρος του συστήματος που υπονομεύει τα εθνικά συμφέροντα και την Αριστερά, η οποία επιμένει, ως όφειλε άλλωστε, στην ειρηνική συνύπαρξη και την ανάπτυξη σχέσεων φιλίας και συνεργασίας μεταξύ των λαών των Βαλκανίων.

Ανάλογη είναι και η αντιμετώπιση του ζητήματος που προκύπτει με την Κρίση στα Ίμια, τον Ιανουάριο 1996. Όσο κι αν ο ελληνικός λαός δεν έδειχνε διάθεση εμπλοκής σε μια πολεμική περιπέτεια με την Τουρκία, ο χειρισμός από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, με πιο χαρακτηριστική τη δουλοπρεπή στάση του πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη απέναντι στον Αμερικανό πρόεδρο Κλίντον, παρέχει στην άκρα Δεξιά μια ακόμα ευκαιρία πατριδοκαπηλείας.

Ανάλογες ευκαιρίες δίνονται και με την υπόθεση Οτσαλάν και με τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία το 1999, καθώς και με το Σχέδιο Ανάν το 2004. Η ευθυγράμμιση των ελληνικών κυβερνήσεων με την πολιτική των ιμπεριαλιστών, που ξεσηκώνει τον ελληνικό λαό, ο οποίος εξακολουθεί να διατηρεί ισχυρά αντιιμπεριαλιστικά αντανακλαστικά, δίνει και σ’ αυτές τις περιπτώσεις δυνατότητες στην άκρα Δεξιά για μαζική απεύθυνση.  Καθώς η Αριστερά αντιδρά επίσης, οι επιθέσεις των ακροδεξιών στρέφονται κατά εκείνων των προσώπων και τάσεων που είτε συμπορεύονται με την κυρίαρχη αστική πολιτική (στον χώρο του Συνασπισμού, που στη συνέχεια αποσπάστηκαν και εντάχθηκαν στο ΠΑΣΟΚ ή βρέθηκαν πολύ αργότερα στη ΔΗΜΑΡ) είτε αδυνατούν να διακρίνουν μεταξύ προλεταριακού διεθνισμού και αστικού-ιμπεριαλιστικού κοσμοπολιτισμού (αντιεξουσιαστές και τμήμα του χώρου της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς).

Το πλέον ευνοϊκό πεδίο για την ανάπτυξη της ιδεολογικής επίθεσης της άκρας Δεξιάς αποτελεί το μεταναστευτικό. Η ελληνική άκρα Δεξιά και οι Έλληνες φασίστες αξιοποιούν όλα αυτά τα χρόνια την εμπειρία των Ευρωπαίων ομοϊδεατών τους, που αποφεύγουν την αναφορά στις φυλετικές θεωρίες του εθνικοσοσιαλισμού. Απευθυνόμενοι στο αίσθημα ανασφάλειας που προκαλεί η παρουσία αλλοεθνών, η ανεργία και η αύξηση της εγκληματικότητας, που συνδέεται με την πύκνωση των γραμμών του κοινωνικού περιθωρίου, μεγάλο μέρος του οποίου αποτελούν πλέον μετανάστες, προβάλλουν το αίτημα των κλειστών συνόρων και της ενίσχυσης των κατασταλτικών μέτρων. Η ρητορική τους δεν αναφέρεται τόσο στη φυλετική κατωτερότητα των αλλοεθνών, όσο στην πολιτισμική διαφορά, που υποστηρίζουν ότι δεν επιτρέπει τη συνύπαρξη Ελλήνων και ξένων και διαρρηγνύει την κοινωνική συνοχή.

Η άκρα Δεξιά ανοίγει, έτσι, διάλογο με μεγάλα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας, ακριβώς στη φάση που κυριαρχεί το ιδεολογικό κλίμα που σε γενικές γραμμές έχει περιγραφεί πιο πάνω. Ποντάρει στην ξενοφοβία μιας κοινωνίας που χαρακτηριζόταν από την εθνική ομοιογένεια, στην αναπτυσσόμενη ιδεολογία της απαξίωσης εκείνων των εργασιών που προορίζονται για κοινωνικά αποτυχημένους, αλλά και στην αύξηση της ανεργίας σε επαγγέλματα που εξακολουθούν να ενδιαφέρουν τμήματα της ελληνικής εργατικής τάξης.

Εντούτοις, δεν απουσιάζει εντελώς και ο ρατσισμός. Η αίσθηση της υπεροχής του Έλληνα της «ισχυρής Ελλάδας», που έχει εγγεγραμμένη την επιτυχία στο DNA του, θα εκφραστεί με την έπαρση με την οποία εκφωνείται το σύνθημα «δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ!».

Μέσα σ’ αυτό το ιδεολογικό κλίμα η Αριστερά αντιμετωπίζει τεράστιες δυσκολίες να πείσει, εκφέροντας έναν λόγο διεθνιστικό, αντιφασιστικό και αντιρατσιστικό. Όσο κι αν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες του αντιρατσιστικού κινήματος πετυχαίνουν να δημιουργήσουν αναχώματα στην επέκταση της επιρροής της άκρας Δεξιάς και των φασιστών, δεν κατορθώνουν να μεταστρέψουν την ξενοφοβική τάση του μεγαλύτερου μέρους της κοινωνίας σε αποδοχή μιας νέας πολυπολιτισμικής πραγματικότητας. Οι δυσκολίες αυτές δεν είναι άσχετες και με την ιδεολογική ήττα που έχει υποστεί, αλλά ούτε και με την αποσύνδεσή της από μεγάλα τμήματα της λαϊκής νεολαίας, που αποτελούν προνομιακό ακροατήριο της ακροδεξιάς εθνικιστικής και ρατσιστικής ρητορείας. Τόσο λόγω της απουσίας ιστορικής μνήμης όσο και εξαιτίας της εργασιακής ανασφάλειας που αρχίζει να βιώνει, με το πέρασμα στη δεκαετία του 2000.

Σε μια περίοδο αποδιοργάνωσης του συνδικαλιστικού κινήματος στον ιδιωτικό τομέα, με τη διάλυση ή συρρίκνωση παραγωγικών μονάδων και κλάδων, και με κυρίαρχη τη συναίνεση των συνδικαλιστικών γραφειοκρατιών στην εκάστοτε κυβερνητική πολιτική, η συνδικαλιστική ένταξη δεν φαίνεται να προσφέρει λύσεις διεξόδου ούτε στη λαϊκή εργαζόμενη, υποαπασχολούμενη ή άνεργη νεολαία, αλλά ούτε και στους μετανάστες. Δεν δίνεται, έτσι, η δυνατότητα συνεύρεσής τους με όρους αγωνιστικής συμπόρευσης και διαμόρφωσης συνείδησης κοινών ταξικών συμφερόντων.

Καθόλου άνευ σημασίας δεν είναι και η υποχώρηση της Αριστεράς στο μέτωπο του πολιτισμού. Αντιμέτωπη με το κυρίαρχο ρεύμα του ατομισμού, της προσωπικής επιτυχίας και του life style, που εκφραζόταν μέσα από συγκεκριμένες καθημερινές συμπεριφορές, σε κλίμα ξέφρενου διονυσιασμού, που λειτουργούσε σαν καρικατούρα της συλλογικής διασκέδασης και του ερωτισμού, οι αριστεροί δεν μπόρεσαν να αντιπαρατάξουν παρά αναφορές  στο πολιτιστικό παρελθόν, όταν δεν υπέκυπταν στις σειρήνες της άκριτης συγχώνευσης στον συρμό.

Στην κατεύθυνση ενίσχυσης της επιρροής ακροδεξιών και φασιστικών ιδεολογικών τάσεων συμβάλλει, σε σημαντικό βαθμό, η διάδοση ιδεών που βασίζονται στον ανορθολογισμό, στον ιδεολογικό μύθο, στη συνωμοσιολογία. Πληθώρα εντύπων, αλλά και εκπομπές σε τηλεοπτικά κανάλια με διόλου ευκαταφρόνητη θεαματικότητα, προωθούν έναν λόγο που φαντάζει αντισυστημικός, καθώς εμφανίζεται να στρέφεται ενάντια στους ισχυρούς της παγκοσμιοποίησης και της Νέας Τάξης Πραγμάτων που επιβάλλουν «σκοτεινές δυνάμεις», οι οποίες, αν και δεν κατονομάζονται πάντα, δεν είναι άλλες από τον σιωνισμό, «προαιώνιο εχθρό του ελληνισμού».

Στο έδαφος αυτό φυτρώνουν τα αγκάθια του νεοπαγανισμού των δωδεκαθεϊστών, που συνυπάρχουν με μια τάση «επιστροφής στην Εκκλησία», ιδιαίτερα μετά την ανάρρηση στον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο του ακροδεξιού Χριστόδουλου Παρασκευαΐδη. Ο ξέφρενος διονυσιασμός της παραλιακής και της Μυκόνου, που έχει ως κέντρο την κατανάλωση του σεξ και την εμπορευματοποίηση κάθε κοινωνικής σχέσης, συμβαδίζει με μια στροφή στον κοινωνικό συντηρητισμό, με την επανεπιβεβαίωση της Εκκλησίας και της οικογένειας ως πυλώνων της κοινωνικής συνοχής, την απόρριψη του φεμινισμού από μεγάλο μέρος της νεότερης γενιάς των γυναικών και την αποδοχή των κοινωνικών ρόλων των δυο φύλων, με την πρόταξη των αξιών του οικονομικά επιτυχημένου άντρα, ενώ για τη γυναίκα ως κύριο στοιχείο επιτυχίας προβάλλει η αξιοποίηση της σεξουαλικότητάς της.

Η άκρα Δεξιά και οι φασίστες δεν είχαν άμεσα αποτελέσματα από τις δυνατότητες αυτής της ευνοϊκής κατάστασης. Η εκλογική τους καταγραφή σε όλη τη δεκαετία του 1990 δείχνει ότι οι συνθήκες δεν ήταν ακόμα ώριμες για τον αποχαρακτηρισμό της άκρας Δεξιάς ως παράταξης επικίνδυνης για την ομαλή πολιτική και κοινωνική ζωή. Στην κατεύθυνση αυτή λειτουργούν και τρομοκρατικές ενέργειες, όπως η απόπειρα δολοφονίας του νεαρού αγωνιστή της Αριστεράς Δημήτρη Κουσουρή, από το ηγετικό στέλεχος της Χρυσής Αυγής Αντώνη Ανδρουτσόπουλο («Περίανδρο»), το 1998.

Το 1993 η ΕΠΕΝ πήρε και πάλι 0,13%, όπως και το 1990. Στις ευρωεκλογές του επόμενου χρόνου θα συγκεντρώσει 0,78%, ενώ στον εκλογικό στίβο θα κάνει και την εμφάνισή της η Χρυσή Αυγή, παίρνοντας κάτι παραπάνω από 7.000 ψήφους και ποσοστό 0,11%. Οι ψήφοι της θα περιοριστούν στις 4.500 (0,07%) στις βουλευτικές εκλογές του 1996, όταν η ΕΠΕΝ θα πάρει 0,24% και το Κόμμα Ελληνισμού (προσωποπαγές σχήμα του ακροδεξιού επιχειρηματία Σωτήρη Σοφιανόπουλου) 0,18%. Το συνολικό 0,49%, λίγους μήνες μετά την Κρίση στα Ίμια και του θορύβου που είχε προκαλέσει η άκρα Δεξιά, φανερώνει και την αδυναμία εκλογικής αποκρυστάλλωσης της επιρροής της.

Αποτυχία συνιστά και το αποτέλεσμα τόσο των ευρωεκλογών του 1999 όσο και των βουλευτικών εκλογών του 2000. Στις πρώτες, 0,75% παίρνει η Πρώτη Γραμμή, με επικεφαλής τον Κ. Πλεύρη και με συμμετοχή και της Χρυσής Αυγής, 0,26% το Κόμμα Ελληνισμού και 0,12% το Ελληνικό Μέτωπο του Μ. Βορίδη, παρά τη στήριξή του από το είδωλο της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, τον Ζαν Μαρί Λεπέν. Στις εκλογές του 2000 0,21% κερδίζει η Εθνική Συμμαχία του βασιλο-χουντικού εκδότη της εφημερίδας «Ελεύθερη Ώρα» και ιδιοκτήτη του καναλιού «Τηλε-Τώρα» Γρηγόρη Μιχαλόπουλου (θα καταδικαστεί αργότερα για εκβιασμούς πολιτικών και επιχειρηματιών), μόλις 0,18% η Πρώτη Γραμμή και 0,09% το Κόμμα Ελληνισμού.

Οι επόμενες εκλογές, του 2004, που διεξάγονται ταυτόχρονα και για το ευρωπαϊκό και για το ελληνικό κοινοβούλιο, σηματοδοτούν τομή για την ιστορία της ελληνικής άκρας Δεξιάς, λόγω της εμφάνισης ενός νέου κόμματος, του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού (ΛΑΟΣ). Το 2,1% για την ελληνική Βουλή, ανεβαίνει στο 4,12% στέλνοντας τον ηγέτη του ΛΑΟΣ, τον Γιώργο Καρατζαφέρη, στην Ευρωβουλή.

Η επιτυχημένη εκλογική καταγραφή ενός κόμματος στις γραμμές του οποίου συσπειρώνεται όλο σχεδόν το στελεχικό δυναμικό των ακροδεξιών και φασιστικών οργανώσεων, με εξαίρεση αυτό της Χρυσής Αυγής (που έχει αναστείλει προσωρινά τη λειτουργία της, ιδρύοντας την Πατριωτική Συμμαχία) και κάποιους μεμονωμένους παράγοντες του χώρου, στέλνει απειλητικό το μήνυμα: Το αυγό, που επί χρόνια εκκολαπτόταν, όπου να ‘ναι θα σκάσει. Το φίδι σύντομα θα σέρνεται και θα κυκλοφορεί ανάμεσά μας. Όπως και έγινε λίγα χρόνια αργότερα, δηλαδή τώρα, στις μέρες που ζούμε.

Η εκκόλαψη ήταν μακρόχρονη και το αυγό του φιδιού έσπασε, με τις 440.000 ψήφους αυτών που επέλεξαν το κόμμα των νοσταλγών του Χίτλερ για να εκφράσουν τη διάθεσή τους «να ξεβρομίσει ο τόπος». Η εγκληματική συμμορία μετατράπηκε έτσι σε κοινοβουλευτικό κόμμα, άρα έπαψε να είναι περιθωριακή. Κι αυτό που απασχολεί ή που θα έπρεπε να απασχολεί την Αριστερά, είναι το κατά πόσο μπορούμε να μιλάμε πια για φασιστικό κίνδυνο στην Ελλάδα. Για το ενδεχόμενο να αποτελέσουν αυτές οι 440.000 ψήφοι στην Χρυσή Αυγή τη βάση για τη συγκρότηση μαζικού φασιστικού κινήματος, ικανού να απειλήσει τις δημοκρατικές κατακτήσεις, την ίδια την ύπαρξη του εργατικού και λαϊκού κινήματος.
Η αναφορά στο φαινόμενο αυτό δεν είναι πλέον υπόθεση του ιστορικού, αλλά του πολιτικού αναλυτή, του κοινωνιολόγου, του ψυχολόγου.  Και η αντιμετώπισή του υπόθεση του εργατικού, του λαϊκού και του νεολαιίστικου κινήματος, του γυναικείου κινήματος, του κόσμου του πολιτισμού, του μικρού εκείνου τμήματος της διανόησης που εξακολουθεί να ανησυχεί και δεν έχει συμβιβαστεί με τους ισχυρούς. Πάνω απ’ όλα, είναι υπόθεση της Αριστεράς, στο σύνολό της.

Γιώργος Αλεξάτος


 

Αλίντα Δημητρίου: Ιστορία είναι ο ανθρώπινος πόνος


 Σε ηλικία 78 ετών  ξημερώματα της Τρίτης 30 Ιουλίου στην Αθήνα έφυγε από κοντά μας, η σπουδαία σκηνοθέτρια και αγωνίστρια της Αριστεράς Αλίντα Δημητρίου.   Με βαθύ σεβασμό στη μνήμη και το έργο της θυμόμαστε την τελευταία συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στο Πριν το περασμένο έτος. 

Το νέο ντοκιμαντέρ της Αλίντας Δημητρίου, Κορίτσια της βροχής, δίνει το λόγο στις κρατούμενες της δικτατορίας, που μαρτύρησαν στα κολαστήρια της οδού Μπουμπουλίνας. Η σκηνοθέτης, όπως τονίζει, προσβλέπει στη διάδοση της ταινίας μέσω του «παράλληλου δικτύου» από άτομα και συλλογικότητες που θα αντιγράφουν το δισκάκι σαν όπλο για αντίσταση.


συνέντευξη στον Γιώργο Λαουτάρη



Είναι η τρίτη κατά σειρά ταινία με μαρτυρίες γυναικών. Γιατί αυτή η επιμονή στη θηλυκή πλευρά της ιστορίας;

Η ταινία κλείνει την τριλογία των γυναικών στους πολιτικούς αγώνες κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Αν τυχόν ξεφυλλίσεις ιστορικά βιβλία, θα δεις τη γυναίκα να απουσιάζει. Ειδικά στις γιορτές του Πολυτεχνείου, αν μιλήσουμε για την περίοδο που περιγράφεται στο ντοκιμαντέρ, εκείνοι που δίνουν συνεντεύξεις συνεχώς είναι οι άνδρες. Η παρουσία της γυναίκας είναι σχεδόν μηδενική. Είναι βέβαια λιγότερες, αλλά δεν παύει η παρουσία τους να είναι έντονη και ισάξια με του άντρα. Τις μεταχειρίστηκαν ακριβώς όπως μεταχειρίστηκαν τους άντρες. Δεν έκαναν καμία διάκριση. Πέρασαν δραματικές στιγμές. Μία από αυτές έχασε το παιδί της και τη δυνατότητα να κάνει παιδιά.

Οι μαρτυρίες που συγκεντρώσατε για την εποχή συμφωνούν με τα πορίσματα της αριστερής ιστοριογραφίας;

Και ναι και όχι. Οι ιστορικές αναφορές έχουν ανδρική οπτική. Επιπλέον, περιορίζονται στην έναρξη της χούντας το 1967 και κατόπιν στο Πολυτεχνείο. Το ενδιάμεσο κομμάτι, που είναι η Μπουμπουλίνας απουσιάζει. Εκεί είναι το άνδρο, όπου η Ασφάλεια τις δικτατορίας τις βασάνιζε. Το κτίριο της στην Μπουμπουλίνας 18 έπειτα κατεδαφίστηκε και σήμερα στεγάζει το υπουργείο Πολιτισμού. Αυτό δεν αναφέρεται, δεν το γνωρίζει ευρέως ο κόσμος. Εμφανίστηκαν δύο κύματα γυναικών κρατουμένων. Οι πρώτες είναι μέχρι το 1970. Κατόπιν σταδιακά σχηματίζεται το φοιτητικό κίνημα στο οποίο συμμετέχουν οι νέες κοπέλες, οι φοιτήτριες. Μια από αυτές είναι χαρακτηριστικό ότι αγνοούσε τις γυναίκες της Μπουμπουλίνας. Οι πάντες αναφέρονται αποκλειστικά στο Πολυτεχνείο. Και ενδιάμεσα είναι ιστορίες για άντρες, όπως π.χ. ο Παναγούλης. Οι γυναίκες όμως υπέστησαν φοβερά μαρτύρια. Και αυτό δείχνει η ταινία Κορίτσια της Βροχής, που καλύπτει και παρουσιάζει αυτό το κομμάτι της χαμένης ιστορίας.
 
Πώς χρηματοδοτήθηκε η ταινία;

Μια φορά είπα αστειευόμενη πως ο άντρας μου είναι εφοπλιστής κι άρχισαν να ρωτούν στα σοβαρά πόσα πλοία έχει! Δεν δέχομαι καμία χρηματοδότηση. Οι συντάξεις μας χρηματοδοτούν την ταινία και τα υλικά για τις προβολές και τις αφίσες. Δεν δέχομαι χρηματοδότηση διότι καθετί έχει πάντα ένα τίμημα κι εγώ θέλω να είμαι ελεύθερη. Για παράδειγμα, μεγάλη καθημερινή εφημερίδα είχε κάνει πρόταση να διανείμει τα προηγούμενα ντοκιμαντέρ μου, τα Πουλιά στο βάλτο και τη Ζωή στους βράχους. Το ερώτημα όμως είναι ποια εφημερίδα το ζητά, γιατί το ζητά και σε ποιους απευθύνεται. Δεν τη ζήτησε το Πριν, ο Δρόμος, η Αυγή, ο Ριζοσπάστης…
  ”Αυτό που λέμε αντικειμενικότητα ταυτίζεται με τον κυρίαρχο λόγο. Ψυχρά πράγματα, χωρίς πάθος, δηλαδή χωρίς τον πόνο των ανθρώπων οι οποίοι νικήθηκαν”, λέει η σκηνοθέτις Αλίντα Δημητρίου για τη νέα της ταινία, Κορίτσια της Βροχής.

 Δεν θα απευθυνόταν κατ’ αυτό τον τρόπο η ταινία σε ένα ευρύτερο ακροατήριο;

Ποιος το λέει αυτό; Θα την πάρουν και θα τη βάλουν στο ντουλάπι. Οι προηγούμενες ταινίες πήγαν σε όλη την Ελλάδα. Έπειτα θα έχανα τις συναντήσεις μου με τον κόσμο. Πήγαμε πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη, όπου έγινε προβολή στη Φιλοσοφική Σχολή. Οι άλλες ταινίες έχουν παιχτεί στην Αλεξανδρούπολη, στην Ορεστιάδα, στην Ξάνθη, στην Κομοτηνή, στην Καβάλα, στην Καρδίτσα, στα Γρεβενά, στα Ιόνια Νησιά, στην Κω, τη Ρόδο, στην Κρήτη, τη Μάνη, στο Σαρωνικό, σε Πάτρα και την Τρίπολη. Εδώ στην Αττική έχει γίνει χαμός. Παίρνουν την ταινία ο ένας από τον άλλο οι πιτσιρικάδες στα Εξάρχεια και την προβάλλουν χωρίς να μου το πουν. Δεν ξέρω πού και πότε έχει προβληθεί. Τις ταινίες τις αντιγράφουν, γιατί φυσικά, η αντίσταση δεν πουλιέται. Στην αντίσταση δεν υπάρχουν και πνευματικά δικαιώματα. Ανήκει σε όλο το λαό. Ενθαρρύνω τη διανομή χέρι με χέρι.

Τα πλάνα και στις τρεις ταινίες εστιάζουν σε πρόσωπα. Γιατί δεν παρεμβάλλονται άλλες εικόνες ώστε να «αναπνεύσει» ο θεατής;

Γιατί δεν θέλω ν’ αναπνεύσει κανείς! Αυτές δεν ανέπνευσαν. Έχει να κάνει με το περιεχόμενο η επιλογή αυτή. Το ένα πλάνο πέφτει μετά το άλλο και οι γυναίκες ιστορούν τι έπαθαν. Είδα πρόσφατα μια εκπομπή για τα μαρτύρια της Μακρονήσου. Περιγράφονταν φοβερά μαρτύρια. Παρεμβάλλονταν χαλαρωτικά πλάνα που άμβλυναν τελικά την εξιστόρηση των βασανιστηρίων και έφευγε όλη η ουσία αλλά και η συγκίνηση. Εγώ θέλω να ταρακουνήσω το θεατή. Δεν είναι ταινίας ψυχαγωγίας. Είναι ταινίες για να βγεις έξω και να πάρεις το όπλο.

Σε ποιο κοινό απευθύνεστε;

Από την πρώτη ταινία της τριλογίας ο φόβος μου ήταν οι μικρές ηλικίες, εννοώ τους 30ρηδες. Προβληματίστηκα σχετικά με το τι πρέπει να περιέχει η ταινία για να τους προσελκύσει. Τελικώς ήταν αυτοί που την αγκάλιασαν με πάθος. Είναι αυτοί που αντιγράφουν τις ταινίες και τις προβάλλουν. Αυτό συμβαίνει γιατί πρώτα απ’ όλα δεν γνωρίζουν τα γεγονότα.

Πώς απαντάτε στην άποψη ότι όλα αυτά τα γεγονότα είναι πολύ κοντινά για να περιγραφούν με νηφαλιότητα και αντικειμενικότητα;

Και τι σημαίνει αντικειμενικότητα; Την αντικειμενικότητα τη χρησιμοποιούν οι αντιδραστικοί για να καλύψουν αυτά που θέλουν. Όταν σε στήνουν στον τοίχο, τι είδους αντικειμενικότητα υπάρχει; Αυτό που λέμε αντικειμενικότητα λοιπόν ταυτίζεται με τον κυρίαρχο λόγο. Ψυχρά πράγματα, χωρίς πάθος, δηλαδή χωρίς τον πόνο των ανθρώπων οι οποίοι νικήθηκαν. Κάθε άτομο, είτε ιστορικός είναι, είτε καλλιτέχνης, πρέπει να δώσει και το σφυγμό της ιστορίας, το πάθος. Η ιστορία δεν είναι σαν τον ψυχρό υπολογιστή, είναι ανθρώπινος πόνος.

Στην τριλογία συνδέεται η αντίσταση, ο εμφύλιος και η δικτατορία. Είχαν τους ίδιους πρωταγωνιστές οι τρεις αυτές περίοδοι;

Όχι εξ ολοκλήρου. Όταν έγινε η δικτατορία, όσες είχαν φάκελο στην Ασφάλεια τις έπιασαν και τις έστειλαν στα Γιούρα. Έπειτα έπιασαν τις φοιτήτριες και στην Μπουμπουλίνας έγιναν τα βασανιστήρια. Όλες σχεδόν προέρχονταν από αριστερές οικογένειες. Από τη μεριά των βασανιστών, οι τελευταίοι είναι η συνέχεια των πρώτων, ιδεολογικά τουλάχιστον. Η ιδεολογία των βασανιστών ήταν το «Ελλάς Ελλήνων χριστιανών». Οι γυναίκες μάλιστα στην ταινία αναφέρουν ότι οι βασανιστές της Μπουμπουλίνας έχουν εκπαιδευτεί στις ΗΠΑ, μαζί με τους συναδέλφους του των λατινοαμερικανικών χωρών.

Ποια είναι η τοποθέτησή σας πάνω στην άποψη ότι το ντοκιμαντέρ πρέπει να έχει μια συγκεκριμένη αισθητική;

Απαντώ με μια ερώτηση: Τι σημαίνει αισθητική; Εκείνο που γυρεύουμε από ένα ντοκιμαντέρ είναι η αλήθεια. Αν η αισθητική καθορίζεται με το φωτισμό και το μακιγιάζ, στο ντοκιμαντέρ δεν μπορούν να υπάρξουν. Δεν μπορείς να στήσεις κάποιον και να του πεις περίμενε για τα φώτα. Ξέρεις πόση ώρα χρειάζονται τα φώτα; Έτσι το χάνεις το παιχνίδι. Στις γυναίκες που απευθυνθήκαμε δεν προλαβαίνεις να βγάλεις τη μηχανή κι αυτές αρχίζουν να μιλάνε. Στοπ τους λέγαμε, να βάλουμε να γράφει! Κάθε φορά η κυρίαρχη αισθητική συνδέεται με πολιτικές και άλλες σκοπιμότητες. Η αισθητική του ντοκιμαντέρ είναι η αποκάλυψη μιας άλλης πραγματικότητας. Είναι η αφανής πραγματικότητα που κρύβει ο κυρίαρχος λόγος και βγαίνει μπροστά. Από την άποψη του περιεχομένου άλλωστε, η ταινία εντάσσεται στην προφορική ιστορία, που μέχρι τώρα έχει κείμενα αλλά ελάχιστα δείγματα στον κινηματογράφο. Η προφορική ιστορία στηρίζεται στη λεγόμενη ιστορία των κάτω που αναπαριστά τα βιώματα των ανθρώπων που ήταν μάρτυρες μιας ιστορικής εποχής. Ήταν αυτοί που δεν είχαν φωνή, πρόσβαση στους ιστορικούς, γι’ αυτό και δεν αναφέρονται στην ιστορία.

Ένα ντοκιμαντέρ για τη δικτατορία τι έχει να πει για το σήμερα και για το μέλλον;

Στα Κορίτσια της βροχής παραθέτω και «επίκαιρα», ξυλοδαρμούς από τα πρόσφατα γεγονότα της πλατείας Συντάγματος. Υπάρχει μια συνέχεια με το σήμερα. Το μέλλον από την άλλη καθορίζεται αν γνωρίσουμε το παρελθόν.

Οι αγώνες των γυναικών που καταγράφετε, δικαιώθηκαν;

Θα απαντήσω με αυτό που ανέφερε μια γυναίκα στην ταινία. Η συγκεκριμένη ζει με χάπια κατά της επιληψίας, λόγω των χτυπημάτων που δέχτηκε στο κεφάλι στη φυλακή. Όταν τη ρώτησα τι έκανε η πολιτεία για εκείνη, απάντησε: «Μου έδωσε την ευχή της». Ούτε ζήτησαν κάτι, ούτε φυσικά και πήραν. Τις ξέχασαν. Ποιο βιβλίο λέει για την Μπουμπουλίνας και τι υπέστησαν οι γυναίκες εκεί;

Δυσκολευτήκατε να βρείτε διανομή στην ταινία;

Δεν αποτάθηκα σε διανομείς. Ήθελα να γίνει μια προβολή με εντός εισαγωγικών επίσημο χαρακτήρα και κατόπιν να πάρει το δρόμο της στο παράλληλο κύκλωμα με τους πιτσιρικάδες.

Ήταν εύκολη η απόσπαση συνεντεύξεων από τις γυναίκες;

Καθόλου. Στην αρχή αρνήθηκαν όλες. Έπειτα έγινε μια προβολή στον Ιανό της ταινίας Η ζωή τους βράχους. Τις κάλεσα, ήρθαν, είδαν την ταινία και σύσσωμες είπαν «ναι». Εκείνο που χαρακτηρίζει αυτές τις γυναίκες είναι η ίδια πίστη και το πείσμα με τις γυναίκες της αντίστασης. Μία από αυτές μου είπε «είμαστε η συνέχειά τους και η συνέχεια η δικιά μας είναι η σημερινή νεολαία».











 7-1-2012

Πηγή:ΠΡΙΝ

 

Μπάτσοι δολοφόνησαν το Νίκο Σακελλίων, οι δικαστές προκλητικά τους αθώωσαν

Το τριμελές πλημμελειοδικείο της Αθήνας απάλλαξε από την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από αμέλεια τέσσερις αστυνομικούς, οι οποίοι κατηγορούνταν ότι τον Μάιο του 2008 ξυλοκόπησαν 24χρονο φοιτητή της Αρχιτεκτονικής, ομογενή από την Τασκένδη. Το δικαστήριο κατέληξε στην απόφαση αυτή παρά την κατάθεση αυτόπτη μάρτυρα, ο οποίος διαβεβαίωσε ότι είδε τους αστυνομικούς να χτυπούν με γροθιές στο κεφάλι τον άτυχο νέο μέχρι να καταρρεύσει, ενώ δεν έλαβε υπόψη βίντεο που είχε τραβήξει περίοικος. Συγκλονισμένος ο πατέρας του 24χρονου φοιτητή, που είναι καθηγητής ψυχοφυσιολογίας, δήλωσε στην “Αυγή” ότι δεν περίμενε την απόφαση αυτή και με εμφανή πικρία τόνισε: “Η κοινωνία πρέπει να ξέρει ότι η ζωή των ανθρώπων βρίσκεται σε χέρια αστυνομικών, που έχουν μάθει να σκοτώνουν και να μην έχουν ευθύνη”. Για καθεστώς ατιμωρησίας των αστυνομικών κάνει λόγο η δικηγόρος Γιάννα Κούρτοβικ.


Απόσπασμα από το βίντεο που είχε τραβήξει περίοικος και αρνήθηκε να δει το δικαστήριο

Ένα από τα πλέον αποτρόπαια περιστατικά αστυνομικής βίας και ταυτόχρονης συγκάλυψής της “δικαιώθηκε” ξανά χθες στις δικαστικές αίθουσες. Τέσσερις αστυνομικοί, ανάμεσά τους και μία γυναίκα, ξυλοφόρτωσαν άγρια, στην οδό Αναξαγόρα, νεαρό ομογενή, ο οποίος κατέρρευσε στα χέρια τους και πέθανε. Η σκηνή, μάλιστα, στην τελευταία φάση της καταγράφηκε από κινητό τηλέφωνο αυτόπτη μάρτυρα, το οποίο ουδέποτε προβλήθηκε στο δικαστήριο. Στη συνέχεια, το πτώμα εξαφανίστηκε για δώδεκα ώρες πριν βρεθεί
φριχτά κακοποιημένο στην ιατροδικαστική υπηρεσία με συμπτώματα σήψης. Χρειάστηκαν μόλις έξι συνεδριάσεις και οι ολιγόλεπτες αγορεύσεις του εισαγγελέα και των δικηγόρων υπεράσπισης για να κριθούν οι αστυνομικοί ομόφωνα αθώοι…

Ένα μαγιάτικο απόγευμα του 2008, ο 24χρονος ομογενής Νίκος Σακελλίων, ένα ψηλό πανέμορφο παλικάρι, αθλητής και φοιτητής της Αρχιτεκτονικής, βρέθηκε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες στην περιοχή Αναξαγόρα. Επίσης υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες οι τέσσερις αστυνομικοί επιχείρησαν να τον ακινητοποιήσουν με γροθιές στο κεφάλι, χαστούκια και κεφαλοκλείδωμα, μέχρις ότου καταρρεύσει στα χέρια τους.


Οι κατηγορούμενοι επέμεναν μέχρι τέλους ότι βρήκαν τον νεαρό σε κατάσταση κώματος στο οδόστρωμα, ωστόσο αυτόπτης μάρτυρας που κατέθεσε στο δικαστήριο όχι μόνο περιέγραψε την ωμή βία των αστυνομικών, αλλά είχε καταγράψει και τις τελευταίες στιγμές του περιστατικού με το κινητό του.

Στη συνέχεια, υποστηρίχτηκε ότι στον λάρυγγα του νεαρού εντοπίστηκε σακουλάκι με φιξάκια ηρωίνης. Ωστόσο, το ΕΚΑΒ, που κλήθηκε στη συνέχεια και προχώρησε σε ενδοτραχειακή διασωλήνωση, δεν βρήκε τίποτα.

Θρίλερ με το άψυχο σώμα

Το ΕΚΑΒ μετέφερε τον Ν. Σακελλίωνα στο νοσοκομείο “Ελπίς” σε σχετικά καλή εξωτερική κατάσταση. Στη συνέχεια, το άψυχο σώμα που παρέλαβε γραφείο τελετών… εξαφανίζεται για δώδεκα ώρες και εντοπίζεται στην ιατροδικαστική υπηρεσία με σημάδια σήψης. Εκεί μάλιστα “βρέθηκε” και το υποτιθέμενο σακουλάκι με τα ναρκωτικά που δεν εντόπισαν οι διασώστες του ΕΚΑΒ με τη διασωλήνωση… “Βρήκα το παιδί μου μέσα σε μια κούτα πνιγμένο στο αίμα και φριχτά παραμορφωμένο”, είπε στο δικαστήριο ο τραγικός πατέρας του, που κίνησε γη και ουρανό για να μάθει τι συνέβη τελικά στο παιδί του, χωρίς να πάρει απάντηση.

Στο δικαστήριο κατέθεσε επί ώρες και η ιατροδικαστής Στ. Παπαδόδημα, η οποία είπε κατηγορηματικά ότι δεν θα μπορούσε να προκληθεί θάνατος σ’ έναν άνδρα με τα χαρακτηριστικά του Ν. Σακελλίωνα (νέος, υγιής, ύψος 1,95, κολυμβητής, μη υπό επήρρεια ουσιών κατά τα γεγονότα) από κατάποση ξένου σώματος χωρίς να έχει επενεργήσει εξωτερικός παράγοντας και χωρίς να έχει ασκηθεί βία…

Τελικά το δικαστήριο, αποτελούμενο από την πρόεδρο Ελένη Κοτίτσα και τις παρέδρους Ειρήνη Σιδέρη και Ελένη Κηπουρού, αποφάσισε να απαλλάξει τους τέσσερις από την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και αποχώρησε βιαστικά με χαμηλωμένα τα μάτια…

Δ. Σακελλίων: Η ζωή των ανθρώπων σε χέρια αστυνομικών που έχουν μάθει να σκοτώνουν…


Ο Δ. Σακελλίων, πατέρας του άτυχου Νίκου, ανήκει σε οικογένεια πολιτικών προσφύγων από την Τασκένδη. Ζώντας μια δύσκολη ζωή, κατάφερε να πάρει το πτυχίο της ιατρικής και σήμερα είναι καθηγητής Ψυχοφυσιολογίας που εργάζεται στη χώρα μας. Παρά την επιστημονική του κατάρτιση ωστόσο, έμεινε άφωνος όταν είδε το παιδί του σε μια κούτα, πνιγμένο στο αίμα. Η “Α” επικοινώνησε χθες μαζί του και ο τραγικός πατέρας δεν μπορούσε ακόμα να συνειδητοποιήσει τη δικαστική απόφαση.

“Δεν το περίμενα να συρθεί έτσι το δικαστήριο. Η απόφαση για τη ζωή του παιδιού μου βγήκε σε λίγα λεπτά. Μπαίνοντας μέσα, οι δικαστές μετά τη διάσκεψη σηκώθηκαν όλοι και είπαν μια λέξη που δεν ακουγόταν. Συμμάζεψαν τα πράγματά τους κι έφυγαν. Έμεινα με το στόμα ανοιχτό και ρωτούσα ‘τι έγινε;’. Νόμιζα ότι υπήρχε πάλι διακοπή ή νέα αναβολή. Μόνο όταν ξεκίνησαν να φιλιούνται οι κατηγορούμενοι με τους δικηγόρους τους κατάλαβα ότι τους αθωώσανε…”.

Η συνομιλία μαζί του ολοκληρώθηκε με μια πικρή διαπίστωση και πολλά, πάρα πολλά αναπάντητα ερωτήματα: “Η κοινωνία πρέπει να ξέρει ότι η ζωή των ανθρώπων βρίσκεται σε χέρια αστυνομικών που έχουν μάθει να σκοτώνουν και να μην έχουν ευθύνη. Με ποια λογική βγήκε τέτοια απόφαση; Γιατί τους πληρώνουμε; Γιατί τους έχουμε στην κοινωνία;”…

Γ. Κούρτοβικ: Καθεστώς ατιμωρησίας για τους αστυνομικούς

Με αφορμή την υπόθεση, η δικηγόρος Γιάννα Κούρτοβικ που τη χειρίστηκε δήλωσε στην “Αυγή”: “Το πλήθος των στοιχείων, οι αυτόπτες μάρτυρες (ακόμη και αστυνομικοί), το βίντεο που εισκομίστηκε, η επιβεβαίωση από όλες τις πλευρές ότι στον νεκρό είχε γίνει ανεμπόδιστα ενδοτραχειακή διασωλήνωση, με την οποία ήταν απολύτως ασύμβατη η ύπαρξη σφηνωμένου στον λάρυγγα ξένου σώματος -σαν αυτό που βρέθηκε κατά την ιατροδικαστική-, η περίεργη εξαφάνιση του πτώματος και περιέλευσή του σε κατάσταση σήψης, η βία που προέκυπτε από πλειάδα στοιχείων και επιβεβαίωνε εμμέσως και η ίδια η κατηγορούμενη, δεν πτόησαν το δικαστήριο. Για μία φορά ακόμη η ελληνική Δικαιοσύνη επιβεβαίωσε το καθεστώς ατιμωρησίας που θριαμβευτικά απολαμβάνουν οι αστυνομικοί στην Ελλάδα, αποδίδοντας εύσημα στους δράστες και λύνοντάς τους τα χέρια για άλλα ανδραγαθήματα. Μια ακόμη περίπτωση για τις λίστες των αδικαίωτων νεκρών, βασανισμένων, κακοποιημένων, που γεμίζουν τις διεθνείς εκθέσεις και μακραίνουν τον κατάλογο των υποθέσεων κατά Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου”.