RSS

Monthly Archives: November 2013

ΚΕΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ: Στην αναφορά οι Χρυσαυγίτες χαιρετούν ναζιστικά με την ανοχή των αξιωματικών


Κέντρο Εκπαίδευσης Νεοσυλλέκτων  στο Στρατόπεδο Καλαμάτας

Θυμόμαστε όλοι την τιτάνια προσπάθεια του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος του Α. Σαμαρά, των τοπικών βουλευτών της ΝΔ και της εγκληματικής συμμορίας της Χρυσής Αυγής, να ανοίξει ξανά το ΚΕΝ Καλαμάτας, που για λόγους οικονομίας είχε κλείσει ο πρώην ΥΕΘΑ Π. Μπεγλίτης.
Αφού λοιπόν εξυπηρετήθηκε η κομματικής τους πελατεία και τα τοπικά οικονομικά συμφέροντα, που είδαν με χαρά να μεταφέρονται εκεί και οι λειτουργίες του ΚΕΝ Άρτας,   ήρθε η ώρα να εισπράξουμε τα αποτελέσματα της πολιτικής συνοδοιπορίας ΝΔ και Χρυσής Αυγής, την οποία οι σύμβουλοι του Α. Σαμαρά ήθελαν να φτάσει στη συγκυβέρνηση.


Μάλιστα, φαίνεται ότι ορισμένοι ζήλεψαν τους τραμπουκισμούς της γιορτής μίσους στο Μελιγαλά και μετέφεραν τους ναζιστικούς χαιρετισμούς στην ίδια την Αναφορά, ανοικτά και δημόσια δηλαδή, απολαμβάνοιντας την ανοχή των στελεχών.

Αλήθεια, ο ΥΕΘΑ Δ. Αβραμόπουλος τι έχει  να πει και να κάνει για όλα αυτά;
Πότε θα σταματήσει η Ανοχή και η Συγκάλυψη που απολαμβάνει η Ναζιστική εγκληματική οργάνωση από την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων;

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ ΣΥΝΑΔΕΛΦΩΝ ΝΕΟΣΥΛΛΕΚΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ


Στα κρούσματα αυθαιρεσίας και αυταρχισμού στα ΚΕΝ έρχεται να προστεθεί και η περίπτωση του ΚΕΝ Καλαμάτας.

Καταγγελίες καταφτάνουν συνεχώς  από νεοσύλλεκτους φαντάρους στο ΚΕΝ Καλαμάτας , προκειμένου να αναδειχθούν οι καθημερινές αυθαιρεσίες των ανωτέρων, τα καψόνια, αλλά ακόμα και η περίεργη ανοχή σε ντόπιους οπαδούς της ναζιστικής Χρυσής Αυγής .

Συγκεκριμένο περιστατικό που κατήγγειλε συνάδελφος αποτελεί το εξής:

Μια μέρα μετά τα άγρια καψόνια που δέχθηκε, συνάδελφος βγήκε παραπονούμενος στην πρωινή αναφορά για το εν λόγω ζήτημα. Το αποτέλεσμα που εισέπραξε δεν ήταν άλλο από την ποινή της φυλάκισης! Στο παραπάνω συμβάν ο συνάδελφος βρήκε αλληλέγγυους τους συναδέλφους του, αρκετοί από τους οποίους απέναντι στον αυταρχισμό του διοικητή βγήκαν παραπονούμενοι για το άδικο της ποινής. Αυτό που ακολούθησε ήταν η ομαδική ποινή των φαντάρων και η συνέχεια στα καψόνια.

Μόνο τυχαίο γεγονός δε μπορεί να αποτελεί η μαρτυρία ότι στο ίδιο Κέντρο έχουν εκδηλωθεί επικίνδυνες και ανοικτά φασιστικές συμπεριφορές φαντάρων και η ξεκάθαρη ανοχή- συνενοχή των ανωτέρων τους.

Ενδεικτικά έχει αναφερθεί η δράση ομάδας χρυσαυγιτών φαντάρων, που χαιρετούσαν ναζιστικά κατά τη διάρκεια της αναφοράς. Αυτό προκάλεσε αντιδράσεις μεταξύ των φαντάρων, όχι όμως και των ανώτερων τους, οι οποίοι μάλλον υποστήριζαν και καλόβλεπαν την ενέργεια, καθώς δεν έκαναν ή είπαν οτιδήποτε που να υποδεικνύει ότι διαφωνούσαν ή ενοχλήθηκαν από αυτήν.

Οργή προκαλεί η πληθώρα περιστατικών που δείχνουν ότι οι ΝΑΖΙ έχουν εισχωρήσει βαθιά στο στρατό και ιδίως η ανοχή που συναντούν από τα ανώτερα στελέχη και την ηγεσία του ΓΕΣ.



ΔΙΚΤΥΟ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΦΑΝΤΑΡΩΝ ΣΠΑΡΤΑΚΟΣ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΤΡΑΤΕΥΜΕΝΩΝ
ΤΗΛ. ΕΠΙΚ. 6932955437
Advertisements
 

-118 (βίντεο των διοικητικών υπαλλήλων του Πανεπιστημίου Πατρών)

 

3ο Συνέδριο ΝΑΡ – Διάλογος: Η ανασυγκρότηση της επαναστατικής τακτικής προϋπόθεση για την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος

Η νέα εργασιακή και κοινωνική πραγματικότητα, που διαμορφώνει η αντιδραστική απόπειρα ανασυγκρότησης του καπιταλισμού, χαρακτηρίζεται από την εξοντωτική επίθεση του ακραίου νεοφιλελευθερισμού με τη βίαιη φτωχοποίηση, την ανασφάλεια, την αβεβαιότητα, το φόβο, και την τρομοκρατία, την ανεργία που διαλύει ζωές και τσακίζει συνειδήσεις.

Η επίθεση δεν εξαντλείται στην οικονομική βία και την καταστολή. Επιχειρείται μια εξίσου αντιδραστική ανατροπή της αξιακής βάσης της αστικής κοινωνίας. Ο ακραίος ατομικισμός ανατρέπει την ίδια την αστική αντίληψη για τη σχέση ατόμου-κοινωνίας, η σύνδεση των οποίων αποτελούσε κριτήριο και προϋπόθεση της αυτοσυνείδησης και αυτοπραγμάτωσης. Το άτομο παύει πια να θεωρείται φορέας και δημιουργός δικαιωμάτων ατομικών και συλλογικών. Οι σχέσεις του με την κοινωνία γίνονται εχθρικές, εξοντωτικές. Το άτομο αποσυλλογικοποιείται, εξατομικεύεται, απομονώνεται. Κάθε συνεκτικός πόλος αδυνατίζει, κάθε σταθερή ορίζουσα εξασθενεί και αντικαθίσταται από πρόσκαιρες, ευκαιριακές «προσωπικές επιλογές», ωφελιμιστικού χαρακτήρα. Η ολοκλήρωση, η αυτοπραγμάτωση αντικαθίστανται από την επιβίωση. Η ελευθερία του ατόμου μετατρέπεται σε ελευθερία φυσικής επιβίωσης.

Η έννοια των ατομικών δικαιωμάτων πολύ περισσότερο των κοινωνικών καταντάει κενό γράμμα με μια μοιρολατρική αποδοχή που οδηγεί στην αποανθρωποποίηση, στην αποδοχή

της κατάστασης, στην εσωτερίκευσή της. Η επικράτηση του ανταγωνισμού ως κυρίαρχης κοινωνικής αξίας, η εξατομίκευση της συμπεριφοράς αντικαθιστά την συλλογικότητα, υπονομεύει και αποσαρθρώνει κάθε δυνατότητα απόκτησης συλλογικής κοινωνικής και ταξικής συνείδησης.


Η νέα αυτή πραγματικότητα χαρακτηρίζεται όμως και από μια σημαντική, ιδιαίτερη και με καινούρια χαρακτηριστικά, ανάπτυξη μιας σειράς αγώνων που ενώ δεν μπορούν να ανατρέψουν την επίθεση, αποκτούν συνεχώς ολοένα και νέα χαρακτηριστικά, πρωτόγνωρα για το εργατικό κίνημα.

Μετά την απεργία της χαλυβουργίας ακολουθούν μια σειρά κινητοποιήσεις, ΕΡΑ, εκπαιδευτικοί δευτεροβάθμιας, διοικητικοί ΑΕΙ, που κύρια χαρακτηριστικά τους ήταν:

• Η σχεδόν καθολική συμμετοχή κόντρα στη μεθοδευμένη και οργανωμένη προσπάθεια υπονόμευσης και καταστολής των διαθέσεων αντίστασης, με την ανατροπή των αποφάσεων των συνελεύσεων, πραξικοπήματα, λοιδορίας των εργαζόμενων. Συλλογικής συμμετοχής με πρωτόγνωρα χαρακτηριστικά με δράσεις και μορφές που ανέδειξαν μια νέα ποιοτικά ενότητα και μεταξύ των εργαζόμενων και με την κοινωνία, που κατάφερε μεγάλο πλήγμα στον κοινωνικό αυτοματισμό.

• Το ξεπέρασμα «των κόκκινων γραμμών», των αποσπασματικών διεκδικήσεων, των «αμυντικών αγώνων», η ανάδειξη του αδιεξόδου των επιμέρους κινητοποιήσεων και της ανάγκης για συνολική ανατροπή. Αυτός ήταν και ο λόγος που υπονομεύτηκαν από όλο το πολιτικό σύστημα

• Η ανάδειξη της ανάγκης διακλαδικής συμπόρευσης και συντονισμού ως αναγκαίας και ικανής συνθήκης για επιτυχία των αγώνων.

Ποιες είναι οι αιτίες που οι αγώνες αυτοί δεν μπορούν να αποκτήσουν τη δυναμική που χρειάζεται για να δημιουργήσουν ρωγμές, για να επιτύχουν έστω και μικρές νίκες και ποιες είναι οι προυποθέσεις για να το πετύχουν;

Η ρήση του Λένιν ότι η εργατική αριστοκρατία και οι γραφειοκράτες είναι καλύτεροι προασπιστές της αστικής τάξης και απ΄ τους ίδιους τους αστούς αποτελεί την πρώτη απάντηση. Στην Ελλάδα η κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος είναι τραγικά αναντίστοιχη, και με την ιστορία του εργατικού κινήματος, αλλά και τις ανάγκες της εργατικής τάξης και της ταξικής πάλης. Τα συνδικάτα κατάντησαν σκληροί μηχανισμοί μέσα στους οποίους αναπαράγεται η γραφειοκρατία οι σχέσεις με τα αστικά κόμματα και με τους εργοδότες, οι οικονομικές εξαρτήσεις και οι πελατειακές σχέσεις.

Υπεύθυνοι για την κατάσταση των συνδικάτων δεν είναι μόνο οι κυβερνητικοί, οι κομματικοί ή εργοδοτικοί μηχανισμοί. Οι ευθύνες βαραίνουν τις δυνάμεις του ρεφορμισμού και του σεχταρισμού που αποδέχτηκαν και βολεύτηκαν σ΄ αυτήν. Ο εγκλωβισμός στον παραταξιακό κομματικό συνδικαλισμό μεταφέρε στα συνδικάτα το αστικό κοινοβουλευτικό σκηνικό και οδήγησε στις ρεφορμιστικές αυταπάτες της αλλαγής των εκλογικίστικων συσχετισμών. Η λογική της ανάθεσης, της αντιπροσώπευσης μετέτρεψε τα Δ.Σ. σε φυτώρια της γραφειοκρατίας και σε μαρασμό τις Γ.Σ.. Η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων θα χειροτερέψει την κατάσταση. Το γραφειοκρατικό συνδικαλιστικό κίνημα θα μετατραπεί σε διαχειριστή της ανεργίας, της προσπάθειας επιβίωσης.

Ο έλεγχος, η επιβολή, η αντιμετώπισή τους μόνο ως ιμάντες μεταφοράς πολιτικής «στις μάζες» οδήγησε στο συντεχνιασμό και στον οικονομισμό. Αντιλήψεις όπως «Τα συνδικάτα αποτελούν οργανώσεις της οικονομικής πάλης της εργατικής τάξης», «τα συνδικάτα δεν είναι οι φορείς ανατροπής του καπιταλισμού… Ο στόχος τους είναι η βελτίωση των όρων αναπαραγωγής της εργατικής τάξης και η υπεράσπιση των δικαιωμάτων» κυριαρχούν στο εργατικό κίνημα τα τελευταία 50 χρόνια.

Ο σταθερός στρατηγικός προσανατολισμός του στην κρατική διαχείριση συνεχίζει να εγκλωβίζει τους εργαζόμενους στα πλαίσια της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Η αποδοχή της «εθνικής πολιτικής» στην υγεία, στην παιδεία, το περιβάλλον, την οικονομία και την ανάπτυξη, «τον εκσυγχρονισμό των θεσμών», αντί να πολιτικοποιήσει τις αντιφάσεις, να τις συνδέσει με την αντίφαση της παραγωγικής διαδικασίας, μετέτρεψε το άμεσο και δευτερεύον σε κύριο, προσφέροντας τις καλύτερες υπηρεσίες στην αστική τάξη.Το τελευταίο διάστημα η πολιτική αδυναμία και τα πολιτικά αδιέξοδα του ρεφορμισμού μεταφέρονται στα συνδικάτα με τη μορφή της «υπευθυνότητας», της «σύνεσης», του «ρεαλισμού», των «προϋποθέσεων».

Από την πλευρά του εκκολαπτόμενου κυβερνητικού συνδικαλισμού, η τακτική του «τόσο-όσο» επιχειρεί να εγκλωβίσει την αντίδραση των εργαζόμενων στα εκλογικά σχέδια, να διοχετεύσει την αγανάκτηση στην κάλπη και να καταστήσει το εργατικό κίνημα ακίνδυνο.

Η αδυναμία του κινήματος να βρεί το βηματισμό του, να αντιστρέψει τη δυναμική υπέρ του, δημιουργεί το κατάλληλο έδαφος για να αναπτυχθούν και στα πλαίσια της καθ’ ημάς αριστεράς αντιλήψεις «διεύρυνσης», «πρόταξης ευρύτερων πολιτικών επιλογών», που θα «στοχεύουν στην ανατροπή» στο κοινοβουλευτικό πεδίο, η οποία με τη σειρά της θα ευνοήσει την ανάπτυξη των αγώνων και της πάλης των εργαζόμενων. Αντιλήψεις που προτάσσουν την ανάγκη «τρίτου πόλου», κατά τον πάλε ποτέ «τρίτο δρόμο», και οδηγούν στην αναζήτηση ενότητας κάθε τύπου και ευκαιρίας. Η αποτελεσματικότητα και οι συνέπειες αυτών των αντιλήψεων δοκιμάστηκαν στην απεργία των καθηγητών της δευτεροβάθμιας. Δεν εκτιμήθηκαν οι διαθέσεις αντίστασης και σύγκρουσης των εργαζόμενων οι οποίοι παρά το ξεπούλημα του Ιούνη επανήλθαν με μαζικότατες Γ.Σ. πεισμένοι ότι κανένα επιμέρους μέτρο δεν μπορεί να αποκρουστεί εάν δεν υπάρξει συνολική ανατροπή της πολιτικής.

Η μη εκτίμηση της κατάστασης ως τέτοιας οδήγησε στο να μην δοθεί ο προσανατολισμός, το πλαίσιο και η οργάνωση του αγώνα που οι συνθήκες απαιτούσαν, δεν προτάχθηκε το ζήτημα ποιας πολιτικής και σε ποια κατεύθυνση.

Το «ευρύ αντιμνημονιακό» πολιτικό πλαίσιο που προωθήθηκε ως «κοινό πλαίσιο», ο περιορισμός στη μορφή, η παραμονή εκτός «πλαισίου» του πολυκλαδικού συντονισμού ακόμα και αυτού του πανεκπαιδευτικού, οδήγησαν στην υποχώρηση.

Η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί συνολικά είναι προβληματική και κρίσιμη τόσο για την συνειδητοποίηση της πραγματικότητας όσο και για την κατανόηση της αναγκαιότητας της ρήξης και της ανατροπής. Η παραίτηση, η απογοήτευση, η αδρανοποίηση, η αναζήτηση προσωπικής λύσης μπορεί να οδηγήσουν σε ήττα της εργατικής τάξης που μπορεί να καταστεί στρατηγικού χαρακτήρα.

Σήμερα περισσότερο παρά ποτέ μπορεί να γίνει κατανοητό από τους εργαζόμενους ότι η ήττα του εργατικού κινήματος είναι απαραίτητη προϋπόθεση για το ξεκίνημα νέου κύκλου καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Είναι όμως αναγκαίο να γίνει κατανοητό ότι η κρισιμότητα της ταξικής πάλης είναι τέτοια που δεν θα έχουμε ως αποτέλεσμα της ήττας ένα πισωγύρισμα που κάποιοι αποκαλούν και «μεσαίωνα». Ή θα ηγεμονεύσει το εργατικό κίνημα ή ο φασισμός δεν θα παραμείνει προ των πυλών.

Διέξοδος δεν μπορεί να είναι άλλη από τη συνολική ανατροπή της επίθεσης σε «αντικαπιταλιστική» κατεύθυνση, στην προοπτική της κοινωνικής απελευθέρωσης. Από το στόχο αυτό, από τα νέα καθήκοντα του εργατικού κινήματος, προκύπτει η αναγκαιότητα της ταξικής ανασυγκρότησής του. Η ανασυγκρότηση είναι μια διαδικασία που περνάει μέσα από τις μάχες, στηρίζεται στη δυνατότητα του ίδιου του κινήματος να κάνει πολιτικό αγώνα, στο βαθμό ωρίμανσης της ίδιας της εργατικής τάξης.

Η ταξική ανασυγκρότηση του κινήματος και η αντιπαράθεση με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία δεν είναι μια προβολή μόνο πιο αιχμηρών αιτημάτων, ή άλλων μορφών πάλης, αλλά η δημιουργία των προϋποθέσεων να πετύχει ρήγματα στην επίθεση και στην καπιταλιστική ανασυγκρότηση και η αταλάντευτη στόχευση στην αντικαπιταλιστική ανατροπή. Ανασυγκρότηση σημαίνει πρώτα και κύρια αλλαγή της αντίληψης για τα συνδικάτα και το ρόλο τους, τη δομή και τη λειτουργία τους. Στόχος η εξέλιξή τους σε όργανα της εργατικής τάξης, που θα εκφράζουν την ανάγκη για κατάργηση του συστήματος της εκμετάλλευσης που βουλιάζει στην ιστορική του κρίση, χτίζοντας την ενότητα της τάξης.

Η διάρθρωση του συνδικαλιστικού κινήματος είναι βαθιά πολιτικό ζήτημα. Άλλη διάρθρωση απαιτεί η αστική αντίληψη για το ρόλο και τη δομή του συνδικαλιστικού κινήματος, άλλη η ρεφορμιστική λογική και άλλη η λογική της ταξικής πάλης και της κοινωνικής ανατροπής. Η πολυδιάσπαση, ο κατακερματισμός, η γραφειοκρατική λειτουργία που επιβλήθηκαν υπηρετούν την οικονομίστικη πάλη, τη συντεχνιακή αντίληψη, την απομόνωση, τους μηχανισμούς, τη γραφειοκρατία. Οδηγούν τους εργάτες στο να βλέπουν μόνο το δικό τους εργοδότη, το δικό τους πρόβλημα, να μην κατανοούν την ταξική πάλη, την ανάγκη του αντικαπιταλιστικού αγώνα. Μετατρέπουν τις οργανώσεις της εργατικής τάξης σε κέντρα μηχανισμών διαφθοράς συνειδήσεων, διάσπασης της ενότητας, καλλιέργειας της διαφοροποίησης.

Ο καθορισμός της μορφής της διάρθρωσης δεν είναι εύκολη ή απλή υπόθεση εξαρτάται από τη διάρθρωση της οικονομίας, την κατάσταση της εργατικής τάξης, την ανάπτυξη της ταξικής πάλης και του εργατικού κινήματος και χρειάζεται συγκεκριμένη μελέτη και σχεδιασμό.

Όμως μπορούμε να έχουμε καθαρή συνολική αντίληψη: Ένα κλαδικό πανελλαδικό συνδικάτο που συσπειρώνει όλους τους εργαζόμενους κάθε βιομηχανικού κλάδου ή υπηρεσιών. Τοπικά συμβούλια σε περιοχές, πόλεις. Επιτροπές σε εργοστάσια και τόπους δουλειάς. Μία ομοσπονδία κλαδικών συνδικάτων για το συντονισμό της δράσης σε πολυκλαδικές επιχειρήσεις και γενικούς πολιτικούς αγώνες.

Το ερώτημα είναι πώς θα προωθηθεί; Θα προβάλλεται ως άποψη; Θα κατατεθεί για ζύμωση; Ή πρέπει να αναζητηθούν δράσεις, παρεμβάσεις που θα το κάνουν πρώτα κατανοητό και ύστερα ρεαλιστικό στόχο στους εργαζόμενους.

Η λειτουργία των συνδικάτων είναι επίσης ζήτημα ουσίας, εξίσου σημαντικό με την ιδεολογική και πολιτική κατεύθυνση. Να ανατραπούν οι διαδικασίες που είναι ταυτισμένες με την αστική αντίληψη της εκπροσώπησης, και να αντικατασταθούν με το δικαίωμα συμμετοχής, έκφρασης, ελέγχου, μεταφορά όλων των δυνατοτήτων αρμοδιοτήτων στις επιτροπές και τα συμβούλια των εργαζόμενων. Με την ανακλητότητα όλων των οργάνων.

Με εργατική δημοκρατία, εργατική συλλογικότητα και αγωνιστική συντροφικότητα, με επιτροπές αλληλεγγύης που θα καλλιεργούν την ταξική αλληλεγγύη, με απεργιακά ταμεία, ταμεία ενίσχυσης των ανέργων που θα δημιουργήσουν τις συνθήκες για να παραμένει ο άνεργος μέλος του συνδικάτου. Με αξιοποίηση όλων των μορφών και του πλούτου της εργατικής πάλης και οργάνωσης, μέσα από επιτροπές αγώνα, εργοστασιακές επιτροπές, εργατικές λέσχες, εργατικούς συνδέσμους και συλλόγους.

Όλα τα παραπάνω όσο επιτακτικά αναγκαία και αν είναι δεν αρκούν για να απαντηθούν στη συγκεκριμένη κατάσταση τα ερωτήματα: Πώς θα μετατραπεί η αυθόρμητη συνείδηση σε ταξική; Πώς από τάξη καθ εαυτή θα γίνει τάξη για τον εαυτό της; Πώς θα διαμορφωθεί η επαναστατική συνείδηση του προλεταριάτου; Πώς θα ενεργοποιηθεί το εν δυνάμει;

Η ανασυγκρότηση του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος προϋποθέτει ανασυγκρότηση της επαναστατικής τακτικής, που όχι μόνο θα κινείται έξω από τα πλαίσια της αστικής πολιτικής, αλλά θα δημιουργεί τις δυνατότητες και τις προϋποθέσεις για την ανατροπή της και θα διαμορφώνει ένα νέο πλαίσιο που θα εμπνέεται και θα εμπνέει την χειραφέτηση της εργατικής τάξης και της κοινωνίας.

Το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα είναι αναγκαίο να αποτελέσει τη βάση των αγώνων της εργατικής τάξης, αλλά και τη διαμεσολάβηση ανάμεσα στο σήμερα και το μέλλον. Το εργατικό κίνημα μπορεί να απαντήσει στις ανάγκες της κοινωνίας και να αντιπαρατεθεί στη στρατηγική της αστικής τάξης, όταν συνδέσει το περιεχόμενο, τους στόχους, τις διαδικασίες, τα μέσα της πάλης του, σε μια συνολική στρατηγική και ταχτική στην οποία θα συνδέονται οργανικά τα καθημερινά κοινωνικά-οικονομικά ζητήματα πάλης με τον «κομμουνισμό της νέας εποχής». Μόνο με τη σύνδεση του αγώνα ύπαρξης και επιβίωσης με το στρατηγικό στόχο θα επιτευχθεί ο μετασχηματισμός του αυθόρμητου, του ενστίκτου, θα αναπτυχθεί η ταξική συνείδηση.

Είναι γνωστό ότι δεν αρκούν ούτε οι αντικειμενικές συνθήκες ούτε ο εν δυνάμει επαναστατικός χαρακτήρας της εργατικής τάξης, αλλά απαιτείται η επαναστατική της συνειδητοποίηση, που δεν πραγματοποιείται ούτε αυτόματα ούτε νομοτελειακά. Η πείρα έχει δείξει ότι οι αγώνες όταν δεν εντάσσονται στην κατεύθυνση της αμφισβήτησης, της άρνησης, της αναγκαιότητας της κοινωνικής χειραφέτησης οδηγούν στην ενσωμάτωση.

Όσο διακριτοί είναι οι ρόλοι ο χαρακτήρας και οι σκοποί των συνδικάτων, του κοινωνικού και πολιτικού μετώπου και του εργατικού επαναστατικού κόμματος άλλο τόσο είναι διαλεκτικά δεμένοι. Ο μηχανιστικός διαχωρισμός οδηγεί τα συνδικάτα στον οικονομισμό και το ρεφορμισμό, τα μέτωπα σε απομόνωση από τους εργάτες και σε αδιέξοδα, το επαναστατικό υποκείμενο σε σέχτα και την επανάσταση σε συνομωσία.

Η αναζήτηση, η διαμόρφωση του «αντικαπιταλιστικού εργατικού μετώπου» προϋποθέτει να αντιπαραθέσουμε στη μηχανιστική λογική των ομόκεντρων κύκλων, την ενιαία γραμμή που πρέπει να διαπερνάει τα όργανα του εργατικού κινήματος και δεν είναι άλλη από τη συνειδητοποίηση της ταξικής πάλης και της ανάγκης για κοινωνική χειραφέτηση.

Στα κρίσιμα αυτά ζητήματα και δεδομένων των συγκεκριμέων αδυναμιών του εργατικού κινήματος και κύρια της έλλειψης του «επαναστατικού κόμματος της εποχής μας» απάντηση μπορεί να είναι η δημιουργία της ταξική πτέρυγας.

Οι παρεμβάσεις ενός ταξικού ρεύματος στο εργατικό κίνημα πρέπει να στοχεύουν αφενός στην ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης μέσα από την αντικαπιταλιστική δράση και αφετέρου στην ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος που:

• Θα συσπειρώνει τους εργάτες στον αγώνα μέσα από ένα πρόγραμμα πάλης που θα κινείται σε κατεύθυνση σύγκρουσης με την πολιτική και τις επιλογές του κεφαλαίου.

• Θα αναδεικνύει το αδιέξοδο και το εφήμερο των επιμέρους διεκδικήσεων.

• Θα αποκαλύπτει στους εργαζόμενους τις αιτίες των αντιδραστικών μέτρων, το μηχανισμό της εκμετάλλευσης.

• Θα παράγει πολιτική και ιδεολογία αναζητώντας και θέτοντας μέσα στην καθημερινή πάλη στόχους με οραματική προοπτική, ανιχνεύοντας και δημιουργώντας όπου και όσο είναι δυνατό στις συνθήκες του καπιταλισμού σπέρματα του νέου που θα διαπαιδαγωγούν και θα προετοιμάζουν την εργατική τάξη, θα κάνουν απτό και όχι όνειρο ανεκπλήρωτο την κοινωνική απελευθέρωση που θα δώσουν έμπνευση περιεχόμενο και ουσία στην αγωνιστική στάση για να μην καταλήξει ανθρωποθυσία.

• Θα αντιμετωπίζει τους εργάτες ως το εν δυνάμει υποκείμενο της ταξικής πάλης, του ιστορικού γίγνεσθαι και όχι παθητικό δέκτη αναγκασμένο σε συνολική και απόλυτη συμφωνία.

Στο βαθμό που θα καταφέρει να κάνει βήματα σ΄αυτή την κατεύθυνση μπορεί να αποτελέσει και το έδαφος για τη συγκρότηση του επαναστατικού υποκειμένου.

Στην εποχή που ζούμε, ελεύθερη βούληση δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά τη συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας και της δυνατότητας για την πραγματοποίηση του καινούριου, αλλά και τη συνειδητοποίηση του διλήμματος της ταξικής πάλης που έθεταν οι κλασικοί στο μανιφέστο ή θα καταφέρει η εργατική τάξη τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας ή θα οδηγηθούμε στην από κοινού καταστροφή των τάξεων.


Κακαρούμπας Βασίλης, Δάσκαλος, Πάτρα
 
Leave a comment

Posted by on November 30, 2013 in ΝΑΡ

 

Η Υγεία στην κλίνη του Προκρούστη

Τι έμεινε στον μη ενημερωμένο Ελληνα από την πενθήμερη κλωτσοπατινάδα κυβέρνησης -ΣΥΡΙΖΑ για το θέμα της τιμολόγησης των φαρμάκων. Οι αλληλοκατηγορίες για εξυπηρέτηση φαρμακευτικών εταιριών. Οταν παίζεις στο γήπεδο του Μπουμπούκου, θέλεις δε θέλεις θα παίξεις με τους όρους του. Κι όταν όχι μόνο δεν έχεις πρόταση, αλλά δε διστάζεις να πάρεις το μέρος των αδίστακτων ελλήνων φαρμακοβιομήχανων, σ’ έναν καυγά που δεν έχει καμιά σχέση με τις λαϊκές ανάγκες στην Υγεία, αναγκαστικά θα λουστείς τις υποψίες για διαπλοκή. Τις ίδιες που εξαπολύεις ενάντια στον αντίπαλό σου. Η απόλυτη αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να πείσει για την άποψή του φάνηκε όχι από το κοινοβουλευτικό σόου, αλλά από το γεγονός ότι επιστρατεύτηκε ο ίδιος ο Τσίπρας για να απαντήσει –με συνέντευξη Τύπου– στον ξεσαλωμένο Μπουμπούκο! Λες και δεν υπήρχαν αρμόδια στελέχη να κάνουν αυτή τη δουλειά.


Την ίδια στιγμή, έμειναν στο σκοτάδι οι κινητοποιήσεις που ξεκίνησαν στον ΕΟΠΥΥ και στα δημόσια ψυχιατρεία. Στον ΕΟΠΥΥ που αποτελεί μια ακόμη δεξαμενή για διαθεσιμότητες και απολύσεις, καθώς θα μετατραπεί σ’ έναν άθλιο φορέα αγοράς υπηρεσιών υγείας από τον ιδιωτικό τομέα, έτσι που ν’ αναγκάζονται οι ασφαλισμένοι να βάζουν πιο βαθιά το χέρι στην τσέπη για να καλύψουν τις πιο στοιχειώδεις ανάγκες τους. Στα δημόσια ψυχιατρεία, που επίσης αποτελούν δεξαμενή για διαθεσιμότητες και απολύσεις. Στο όνομα της «αποασυλοποίησης» θα συρρικνωθούν, μέχρι να κλείσουν το 2015, για να πεταχτούν οι ψυχικώς πάσχοντες βορά στους εμπόρους των ιδιωτικών κλινικών και των «δομών» των ΜΚΟ.

Αυτά και πολλά άλλα έμειναν στο μισοσκόταδο. Εκείνο που κυριάρχησε ήταν οι καταγγελίες του Μπουμπούκου ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τον αφήνει να μειώσει τις τιμές των φαρμάκων και οι κόντρα-καταγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ, ότι ο Μπουμπούκος καταστρέφει την ελληνική φαρμακοβιομηχανία. Η ουσία και της «μάχης του φαρμάκου» έμεινε επίσης στο μισοσκόταδο.

Ποιος είναι ο στόχος της κυβέρνησης; Να μειώσει την κρατική φαρμακευτική δαπάνη. Προσέξτε, όχι τη φαρμακευτική δαπάνη συνολικά, αλλά την κρατική φαρμακευτική δαπάνη. Πώς επιτυγχάνεται αυτό; Με την αθρόα εισαγωγή των περιβόητων γενόσημων. Οχι γενόσημων που είναι δοκιμασμένα και τα εμπιστεύονται οι γιατροί, αλλά γενόσημων από τις πιο απίθανες «τριτοκοσμικές» χώρες, που μοναδικό «προσόν» τους είναι η χαμηλή τιμή. Αυτά τα φάρμακα θ’ αποτελούν τη βάση για τη «δωρεάν» φαρμακευτική περίθαλψη των ασφαλισμένων. Μέχρι τώρα, αν ο ασθενής προτιμούσε ένα «επώνυμο» φάρμακο, μοιραζόταν τη διαφορά με τον ΕΟΠΥΥ. Πλέον, την πληρώνει ολόκληρη από την τσέπη του. Οσο πιο φτηνό γενόσημο μπαίνει σε μια κατηγορία, τόσο μικραίνει η φαρμακευτική δαπάνη για τον ΕΟΠΥΥ, ενώ ισόποσα μεγαλώνει η φαρμακευτική δαπάνη για τον ασθενή. Γιατί; Γιατί ο ασθενής είτε παίρνει για καιρό ένα φάρμακο και δε θέλει να τ’ αλλάξει με κάποιο άγνωστο γενόσημο, είτε θ’ ακούσει το γιατρό που θα του πει ότι είναι καλύτερα να πάρει το επώνυμο φάρμακο, γιατί το άγνωστο γενόσημο δεν το ξέρει, ούτε έχει βρει κάτι σχετικά μ’ αυτό στη βιβλιογραφία.

Ετσι, ακόμα και ο φτωχός θα κόψει από αλλού και θα πάρει το ακριβότερο φάρμακο, πληρώνοντας τη διαφορά από την τσέπη του. Μόνο ο εντελώς εξαθλιωμένος θα πάρει το άγνωστο γενόσημο και θα πληρώσει μόνο τη συμμετοχή. Λένε πως με την υγεία και το φάρμακο δεν πρέπει να παίζουμε. Η κυβέρνηση, όμως, παίζει ένα επικίνδυνο, εγκληματικό παιχνίδι. Μπορεί ο «επιμελέστατος» Λιντζέρης του ΕΟΦ (αποτυχών ως υποψήφιος του ΠΑΣΟΚ, πήρε ως δώρο την προεδρία του ΕΟΦ) να διαβεβαιώνει ότι όλα τα φάρμακα ελέγχονται, όμως οι εργαζόμενοι του ΕΟΦ καταγγέλλουν: «Ο ΕΟΦ ανταποκρίνεται ΟΡΙΑΚΑ στα καθήκοντά του λαμβάνοντας υπόψη τις αυξημένες αρμοδιότητές του και δεδομένης της σοβαρής υποστελέχωσής του. Ενδεικτικά αναφέρουμε τη συρρίκνωση του Οργανισμού από 260 υπαλλήλους στους 150 και την απώλεια εξειδικευμένου επιστημονικού δυναμικού, χωρίς τη δυνατότητα αναπλήρωσής του». Με το μισό προσωπικό υπάρχει περίπτωση να κάνουν περισσότερους ελέγχους; Ολ’ αυτά τα άγνωστης προέλευσης γενόσημα μπορεί να είναι χαμηλής αποτελεσματικότητας, μπορεί να προκαλέσουν πρόβλημα με το «περίβλημα» της δραστικής ουσίας, όπως προειδοποιούν γιατροί που κάθε άλλο παρά «φακελάκηδες» είναι.

Σε ό,τι αφορά τα μονοπώλια, που ελέγχουν την αγορά με τα ακριβά φάρμακα, η τιμολογιακή τους πολιτική δεν αγγίζεται, γιατί όπως αναφέρει το μπουμπούκειο υπουργείο, «ενέχει ένα σοβαρό κίνδυνο απόσυρσης φαρμάκων για 2 λόγους: Οι τιμές στην Ελλάδα χρησιμοποιούνται για να καθοριστούν οι τιμές σε 16 χώρες παγκοσμίως. Σε κάθε μείωση κατά 10% των τιμών στην Ελλάδα η φαρμακευτική βιομηχανία έχει απώλεια παγκοσμίως 2 δισ. δολάρια. Για να προστατεύσει αυτές τις πωλήσεις θα αποσύρει τα φάρμακα από την Ελλάδα, όταν οι τιμές μειωθούν απότομα.


Επίσης όταν τα φάρμακα γίνονται πολύ φθηνά με οριζόντιες περικοπές οι χονδρέμποροι τα εξάγουν σε άλλες χώρες και δημιουργούνται ελλείψεις, αλλά επίσης υπάρχει κίνδυνος και πάλι απόσυρσης από τις εταιρείες προκειμένου να προστατεύουν τις πωλήσεις τους σε άλλες ακριβότερες αγορές»
. Νομίζουμε ότι δεν χρειάζεται κανένα δικό μας σχόλιο. Το φάρμακο είναι απλώς ένα εμπόρευμα λένε.




Πηγή:Κόντρα

 
Leave a comment

Posted by on November 30, 2013 in Υγεία

 

Νίκος Μπογιόπουλος: «Δεν προσφέρομαι»


Η Συντακτική Επιτροπή του «Ριζοσπάστη» παρέλαβε την Τρίτη 26/11/2013 και δημοσιεύει σήμερα το παρακάτω σημείωμα του Νίκου Μπογιόπουλου με ημερομηνία σύνταξης 14/11/2013:


«Με αφορμή τη λήξη της εργασιακής μου σχέσης με τον “Ριζοσπάστη”, ειπώθηκαν και γράφτηκαν πολλά.

Ενημερώνω τους διαδοσίες – για να μην κουράζονται:

Πρώτον, δεν παραχώρησα ποτέ και σε κανέναν την άδεια να με “εκπροσωπεί” στις σχέσεις μου με το ΚΚΕ.

Δεύτερον, τους παραπέμπω στο άρθρο μου υπό τον τίτλο “Ακούστε, κύριοι”, που δημοσιεύτηκε στον “Ριζοσπάστη”, στις 6 Απρίλη 2013.

Τρίτον, όποιος από αυτούς που δεν άνοιξαν ποτέ το στόμα τους για τις χιλιάδες απολύσεις στο χώρο του Τύπου και για την επιβολή του καθεστώτος εργασιακής γαλέρας που βασιλεύει στα ΜΜΕ, τώρα αυτοαναγορεύεται “φίλος” μου, με μοναδικό σκοπό να επιτεθεί στο ΚΚΕ, μου προκαλεί κάτι μεταξύ αποστροφής και περιφρόνησης.

Εν κατακλείδι, ως μέλος του ΚΚΕ: Στον κάθε λογής συκοφάντη, που με ψιθυρολογίες πασχίζει να “δικαιώσει” την σαπίλα του. Που με διαστρεβλώσεις προσπαθεί να πουλήσει σαν “αλήθεια” το ψέμα του. Που διαπράττει την διατεταγμένη αλητεία να τροφοδοτεί δημοσιεύματα και συζητήσεις γύρω από το πρόσωπό μου, για να “λερώσει” ό,τι δεν φτάνει, του λέω:

Λάθος πρόσωπο διάλεξε. Λάθος άνθρωπο του υπέδειξαν. Να ψάξει αλλού. Δεν προσφέρομαι. Και ο λόγος είναι απλός: Είμαι κομμουνιστής, ηλίθιε!

Τελεία. Και παύλα.

Νίκος ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ, 14/11/2013»



 

3ο Συνέδριο ΝΑΡ – Διάλογος: να αποφύγουμε το μονόπλευρο προσανατολισμό στο θέμα του ευρώ και την εμπάθεια απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ

Το τρίτο συνέδριο του ΝΑΡ έχει στην ημερήσια διάταξη κρίσιμα ζητήματα προγράμματος, στρατηγικής και φυσιογνωμίας. Η αντιμετώπισή τους είναι εντελώς αναγκαία, αλλά δεν μπορεί να γίνει με αφηρημένο, θεωρητικό τρόπο, αποσπασμένο από την εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων. Η ισχυρή πιθανότητα απότομων εξελίξεων απαιτεί να επιταχύνουμε μια από καιρό αναγκαία αλλαγή νοοτροπίας, βάζοντας τη στρατηγική στο GPS και την πολιτική στο τιμόνι.

Τρεισήμισι χρόνια μετά την είσοδο στη Μνημονιακή κόλαση, βρισκόμαστε σε μια καμπή της ταξικής πάλης, με κεντρικό χαρακτηριστικό την «αδυναμία του ισχυρού, αδυναμία του αδύναμου». Παρά τις κατά καιρούς εξάρσεις του, το λαϊκό κίνημα εξακολουθεί να βρίσκεται

σε φάση υποχώρησης και οι δυνάμεις του κεφαλαίου έχουν καταφέρει καίρια πλήγματα στους εργασιακούς χώρους. Ωστόσο, το αστικό μπλοκ αδυνατεί να πετύχει στοιχειώδη σταθεροποίηση, καθώς η κατάσταση της διεθνούς καπιταλιστικής οικονομίας και η κυρίαρχη, γερμανική πολιτική στους κόλπους της Ε.Ε. συναυλίζουν την ύφεση και την κοινωνική καταστροφή.


Κλείνοντας βίαια κάθε δρόμο για μερικές, συνδικαλιστικές διεκδικήσεις, το αστικό μπλοκ σπρώχνει παρά τη θέλησή του τις λαϊκές μάζες στην αναζήτηση άμεσης πολιτικής λύσης. Τα πιο καθυστερημένα κομμάτια της μικροαστικής τάξης που καταστρέφονται, τρελαίνονται και παθαίνουν αμόκ, όπως και των εργατικών στρωμάτων που ξεπέφτουν σε λούμπεν κατάσταση, στρέφονται προς το νεοφασισμό της Χρυσής Αυγής. Το μεγαλύτερο τμήμα των μισθωτών, των ανέργων και των νέων στρέφονται όμως προς την Αριστερά, κι αυτό αποτελεί την ελπιδοφόρα, ελληνική ιδιορρυθμία σε σύγκριση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Η αποδόμηση του κυρίαρχου μπλοκ επιταχύνεται τελευταία, καθώς η κυβέρνηση ΝΔ- ΠΑΣΟΚ αναγκάζεται να στραφεί εναντίον του σκληρού, κοινωνικού της πυρήνα- μικροαστικά στρώματα της πόλης και του χωριού, συνταξιούχοι.

Επομένως, η ανάδειξη κυβέρνησης με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ μέσα στον επόμενο χρόνο αποτελεί ισχυρό ενδεχόμενο, αν και θα ήταν ασυγχώρητο λάθος να υποτιμήσει κανείς τις εφεδρείες του αστικού μπλοκ, τόσο στο κοινοβουλευτικό πεδίο, όσο και στα σκοτεινά εργαστήρια της «στρατηγικής της έντασης». Μια τέτοια εξέλιξη θα αποδιοργανώσει, για ένα διάστημα, τις αστικές δυνάμεις, θα ανοίξει ρήγματα που μπορούν να ευνοήσουν την αυτόνομη ανάπτυξη της ταξικής πάλης και θα έχει σημαντική διεθνή επίδραση, ιδίως στην Ευρώπη. Ωστόσο, η «αριστερή κυβέρνηση» κινδυνεύει να αποδειχθεί σύντομη αριστερή… παρένθεση, στο βαθμό που το εκλογικό ρεύμα υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ δεν συνοδεύεται ούτε από μαχητικό, λαϊκό ρεύμα, ούτε από ιδεολογική ηγεμονία, ούτε από στοιχειώδη οργάνωση και προετοιμασία για τις σκληρότατες συγκρούσεις που βρίσκονται μπροστά μας. Ακόμα χειρότερα, καιροσκοπικές κινήσεις φτηνού, επικοινωνιακού χαρακτήρα και διαπιστευτήρια υπευθυνότητας τύπου Τέξας αφοπλίζουν τις λαϊκές δυνάμεις, που θα κληθούν να δώσουν και να κερδίσουν τις κρίσιμες μάχες.

Δυστυχώς, ούτε το ΚΚΕ στέκεται στο ύψος των περιστάσεων. Ουσιαστικά αποσύρεται από τη μάχιμη, ανατρεπτική πολιτική μαζών σε μια φιλολογική, φωνακλάδικη κριτική του καπιταλισμού, με σχεδόν αποκλειστικό προσανατολισμό στην πολεμική εναντίον των άλλων αριστερών δυνάμεων και πολύ αδύναμη αίσθηση ιστορικής ευθύνης για το μέλλον του εργατικού κινήματος και των επόμενων γενιών. Το αποτέλεσμα, για την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, είναι να μην δέχεται σχεδόν καμία πίεση από τα αριστερά της (αν εξαιρέσουμε την εσωτερική πίεση της Αριστερής Πλατφόρμας), παρά μόνο από τα δεξιά της.

Σ᾽αυτό το φόντο, η δημιουργία ενός ισχυρού πόλου της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς αποκτά κρίσιμη σημασία. Βήμα προς αυτή την κατεύθυνση μπορεί να αποτελέσει η μετωπική συμπόρευση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, του Σχέδιου Β και άλλων δυνάμεων. Ασφαλώς, δεν γίνεται λόγος για στρατηγική και θεωρητική ενότητα- αν μιλάγαμε με τέτοιους όρους, θα δρομολογούσαμε όχι ένα νέο πολιτικό μέτωπο, αλλά ένα νέο κόμμα. Λόγος γίνεται για μια μάχιμη πολιτική συμμαχία, με βάση τα αγωνιώδη, άμεσα προβλήματας της λαϊκής πλειοψηφίας, οι πιο συνειδητοποιημένες δυνάμεις της οποίας δεν θα καταλάβουν ποτέ πως γίνεται αριστεροί αγωνιστές να συμφωούν σε όλα τα επίμαχα προβλήματα, από το χρέος μέχρι το ευρώ και να προτιμούν τους ξεχωριστούς δρόμους, προτάσσοντας θεωρητικές και στρατηγικές διαφορές. Όσο για το φόβο ότι μια παρόμοια συμμαχία, αν δεν έχει ξεκάθαρους επαναστατικούς στόχους, μπορεί να μας στοιχίσει εξ αριστερών κριτική του ΚΚΕ ή άλλων δυνάμεων, δεν μπορεί να αποτελεί οδηγό δράσης. Το «όσο πιο αριστερά, τόσο πιο καλά» δεν ταιριάζει σε μια δύναμη που θέλει να λέγεται επαναστατική, δηλαδή να είναι επικίνδυνη για τους αντιπάλους της και όχι γραφική στην υποτιθέμενη καθαρότητά της. Μήπως η αυτοκαστροφική πορεία του ΚΚΕ δεν αποτελεί το πιο πειστικό επιχείρημα;

Μια μετωπική συμπόρευση αυτού του είδους θα πρέπει να αποφύγει τον μονόπλευρο προσανατολισμό στο θέμα του ευρώ (όσο κι αν αυτό όντως αποτελεί σοβαρή αιχμή της πολιτικής μας πρότασης) όσο και την εμπάθεια απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ (όσοι δεν ανήκαμε ποτέ στο ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχουμε τη συναισθηματική φόρτιση της ενδοοικογενειακής διαμάχης στην αντιπαράθεση μαζί του). Η μετωπική συμπόρευση θα αποκτήσει γρήγορα εμβέλεια αν καταφέρει να απαντήσει στο μεγάλο ερώτημα που δεν καταφέρνουν να απαντήσουν οι ηγεσίες του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ: ποιο είναι το οικονομικό πρόγραμμα, το πολιτικό σχέδιο, ο «Οδικός Χάρτης» που μπορεί να μας βγάλουν από τη σημερινή, ζοφερή πραγματικότητα σε μια νικηφόρα ρήξη, ανοιχτή στη σοσιαλιστική προοπτική. Η ανάδυση ενός αυτοτελούς, δυναμικού και πειστικού τρίτου πόλου θα αποτελέσει αποφασιστικό παράγοντα ριζοσπαστικής επίδρασης σε λαϊκά στρώματα που επηρεάζονται και επηρεάζουν τις δυνάμεις του αριστερού ρεφορισμού, ίσως σε πολύ μεγαλύτερη έκταση από όσο μπορούμε να φανταστούμε.

Πέτρος Παπακωνσταντίνου, δημοσιογράφος, Αθήνα
 

3ο Συνέδριο ΝΑΡ – Διάλογος: Nα αναγνωρίσουμε καταρχήν τη στασιμότητα στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης στο βαθμό που θα θέλαμε

«Να καλωσορίσουμε στην Έρημο του Πραγματικού[1]»
Ίσως θα έπρεπε να ξεκινήσουμε αυτή τη συζήτηση, αναγνωρίζοντας ότι τα χαρακτηριστικά της τελευταίας πενταετίας συνιστούν μια εντελώς καινούρια κατάσταση σε παγκόσμιο επίπεδο· κατάσταση που χαρακτηρίζεται από τη βίαιη έκρηξη των αντιφάσεων του ολοκληρωτικού καπιταλισμού και την δομική συστημική κρίση που παράγει. Ειδικά, όμως, στην Ελλάδα, που νοηματοδοτεί συνολικά, την πειραματική διαδικασία επαναθεμελίωσης των στρατηγικών και τακτικών επιλογών του κεφαλαίου, στην απόπειρά του να επαναπροσεγγίσει την κερδοφορία του, ξεπερνώντας την εγγενή κρίση που ανά ιστορικά διαστήματα και με ποικίλους τρόπους εμφανίζει, οι αντιφάσεις παίρνουν εκτεταμένη διάσταση. Λειτουργούν ταυτόχρονα, ως παράδειγμα εφαρμογής ενός νέου συνολικού προτύπου που σαρώνει στο πέρασμά του κοινωνικές κατακτήσεις, αναδιαμορφώνει την κάθε πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης και επιχειρεί να εμπεδώνεται συστηματικά –μέσω και της καταστολής- η υποταγή στις υπό διαμόρφωση νέες καπιταλιστικές ανάγκες.
Επιχειρώντας όμως να μην επεκταθούμε σε μια ανακύκλωση της συζήτησης για τη φύση και τα χαρακτηριστικά της δομικής κρίσης του σύγχρονου καπιταλισμού, νομίζουμε πως η

όποια συμβολή μας στη διαμόρφωση της γραμμής και συνολικά της αντίληψης της οργάνωσης που βασίζεται στην ανάλυση της σημερινής κατάστασης -και στα πλαίσια της οποίας διεξάγεται η συζήτησή μας- οφείλει να περιστρέφεται γύρω από κάποια κομβικά ερωτήματα-προβληματισμούς για να συμβάλλει εν τέλει και στην αναπτύξη ενός όσο το δυνατόν πιο δημιουργικού διαλόγου, ξεφεύγοντας από μια στείρα αντιπαράθεση σχεδίων επί χάρτου που δεν συνεισφέρουν στην ενδυνάμωση της πολιτικής αντίληψης και πράξης μας αλλά αντίθετα, καθηλώνουν τη ενδοργανωτική συζήτηση.

Ενδεικτικά, εφιαλτικά παραδείγματα της πραγματικότητας του υπό αναμόρφωση ολοκληρωτικού καπιταλισμού, αποτελούν το 60% και πλέον ανεργία στη νεολαία, η διεύρυνση των μορφών ελαστικής, εκ περιτροπής, ανασφάλιστης εργασίας, η μόνιμη και με εκτεταμένους όρους και διάρκεια, καταστολή κάθε συλλογικής προσπάθειας. Κι αυτή η κατάσταση που διαμορφώνεται, δεν είναι μια παροδικά διαμορφούμενη κατάσταση των τελευταίων χρόνων της κρίσης η οποία θα παρέλθει σε μια ενδεχόμενη καπιταλιστική ανάκαμψη. Τείνει αντίθετα, να αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά και να διαμορφώσει ένα συνολικά νέο παράδειγμα που θα περιλαμβάνει όλες τις νέες μορφές εργασίας, την μαζική και μακρόχρονη παραμονή στην ανεργία, την εμπέδωση και επέκταση της καταστολής όλων όσων αντιτίθενται ή έστω προσεγγίζουν με κριτικό τρόπο το μοντέλο ζωής που ριζικά αναδιαμορφώνεται για να υπηρετήσει τις σύγχρονες ανάγκες ξεπεράσματος της κρίσης και επαναφοράς της κερδοφορίας του κεφαλαίου. ένα συνολικά νέο παράδειγμα που θα περιλαμβάνει όλες τις νέες μορφές εργασίας, την μαζική και μακρόχρονη παραμονή στην ανεργία, την εμπέδωση και επέκταση της καταστολής όλων όσων αντιτίθενται ή έστω προσεγγίζουν με κριτικό τρόπο το μοντέλο ζωής που ριζικά αναδιαμορφώνεται για να υπηρετήσει τις σύγχρονες ανάγκες ξεπεράσματος της κρίσης και επαναφοράς της κερδοφορίας του κεφαλαίου.
Κατ’ επέκταση, η κοινωνική πλειοψηφία, με αιχμή τη νεολαία -πάνω στο σώμα της οποίας επιχειρείται να εφαρμοστούν πρώτα, όλες οι τομές της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης πριν διευρυνθούν-, καλείται να ζήσει σε ένα ριζικά αναδιαμορφωμένο πλαίσιο. Αυτό στο οποίο το 30% του κοινωνικού συνόλου θα εντάσσεται ή θα περιβάλλει την αστική πολιτική και τους θεσμούς της, έχοντας υλικό συμφέρον υπεράσπισης τους και λόγο στη διαμόρφωσή τους, ενώ το υπόλοιπο θα πρέπει να δώσει έναν αγώνα επιβίωσης για να ενταχθεί είτε ως υπήκοος σε αυτές τις διαδικασίες είτε θα μάθει την τέχνη της επιβίωσης στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής. Και αυτό είναι εικόνα από το παρόν και το μέλλον του στενού πυρήνα των μητροπολιτικών κέντρων του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Διαμορφώνεται λοιπόν ένα συνολικό τοπίο κοινωνιών διχασμένων, εν σπέρματει δυαδικών. Ένα τοπίο το οποίο εδώ και πολλά χρόνια αποτελεί μια μόνιμοποιημένη κατάσταση εξαίρεσης.[2]
Πρέπει αρχικά, να αναγνωρίσουμε τη στασιμότητα στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης στο βαθμό που θα θέλαμε, δεδομένων και των συνθηκών, αλλά και τις δικές μας αδυναμίες, δεδομένου ότι δεν συζητάμε σε «παρθένο» έδαφος αλλά πάνω στη γραμμή και την πράξη που χαρακτήρισε την οργάνωσή μας (μέσω των αποφάσεών της) τα χρόνια της κρίσης. Όχι για να μεμψιμοιρούμε από τη μια, για τους καταθληπτικούς συσχετισμούς, ούτε από την άλλη, για να υπερτονίζουμε χωρίς ουσία, τις απεριόριστες δυνατότητες της εποχής μας. Για να αποτιμήσουμε και να επανασχεδιάσουμε. Άλλωστε, «[…] η αποτυχία, με τον όρο ότι δεν θα προκαλέσει την εγκατάλειψη της υπόθεσης, δεν είναι παρά η ιστορία της δικαίωσης αυτής της τελευταίας». Χρειαζόμαστε για αυτό «πρωτίστως να διατηρήσουμε την υπόθεση ενός κόσμου απαλλαγμένου από το νόμο του κέρδους και του ιδιωτικού συμφέροντος» […] «να προσπαθήσουμε να διαφυλάξουμε τις λέξεις της γλώσσας μας […] να τις κριτικάρουμε και να τους δώσουμε καινούργιο νόημα».[3] Έχουμε και θεωρητικές επεξεργασίες αλλά και κοινωνικές και πολιτικές πρωτοβουλές αναλάβει σαν ρεύμα. Ας δούμε ενδεικτικά:
Η για χρόνια καταγεγραμμένη αλλά ποτέ, επί τοις ουσίας, υλοποιημένη απόφαση της εργατικής συνδιάσκεψης του ΝΑΡ, για την συγκρότηση της κίνησης του ΝΕΚ, η οποία θα αλληλεπιδρά με τις κινηματικές και μετωπικές απόπειρες του εργατικού κινήματος, θα επιχειρεί, συσπειρώνοντας τα πιο πρωτοπόρα αγωνιστικά κομμάτια αυτού, να μπολιάζει συνεχώς το εργατικό κίνημα, με την πολιτική γραμμή και τις μορφές του νέου εργατικού κινήματος.
Ακόμα, όμως, κι αυτή η (αναγκαία) απόφαση μοιάζει να είναι ξεπερασμένη στις σημερινές συνθήκες με την έννοια ότι περιγράφει ως φορείς αυτής της εργατικής πολιτικής κοινωνικά υποκείμενα αναλλοίωτα ήδη από την εποχή του γαλλικού Μάη, περιγράφει την εργατική ταυτότητα ως κοινωνικά ενταγμένη στους συσχετισμούς του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, περιγράφει την πάλη για εργατικά και κοινωνικά δικαιώματα ως βασικό κομμάτι της πάλης για την ανατροπή και τη διαλεκτική απαιτώ δικαιώματα-αν και κοινωνικά αναγκαία δεν χωρούν στον καπιταλισμό-κερδίζω νίκες-ανοίγω το δρόμο για τον ορισμό και την κατάληψη του εργατικού κράτους-ανοίγω το δρόμο για την απονέκρωσή του-ανοίγει ο δρόμος για τον κομμουνισμό.
Πρέπει να αναρωτηθούμε, σύντροφοι και συντρόφισσες, ποια είναι η εργατική ταυτότητα σήμερα. Γιατί δεν μπορούν να γενικευτούν εργατικοί αγώνες, που -όντως- είναι κρίσιμοι για τη ζωή της κοινωνικής πλειοψηφίας. Γιατί δεν μπορούν να συγκροτηθούν κοινωνικοπολιτικά μέτωπα πάνω στη σύνθεση επιστημονικού-βιομηχανικού προλεταριάτου και τη συμμαχία εργατικής τάξης-μικροαστών. Μήπως, γιατί στις συνθήκες που αλλάζουν, οι παλιές διατυπώσεις -επαναστατικές για τον καιρό τους- καταλήγουν σε υβρίδια υπεράσπισης της (όποιας) εθνικής συγκρότησης (σχεδόν πίσω από τη Γαλλική Επανάσταση) την ίδια ώρα που η κυρίαρχη μορφή του πολέμου που μαίνεται στον πλανήτη είναι μια γενικευμένη μορφή «παγκόσμιου εμφυλίου χαμηλής έντασης»;
Ιδιαίτερη σημασία έχει το παρακάτω απόσπασμα: «[…] εκατοντάδες εκατομμύρια νέων κατοίκων των πόλεων […] είναι η ταχύτερα αναπτυσσόμενη κοινωνική τάξη στον πλανήτη. […] Οντολογικά μοιάζει και δεν μοιάζει με τον ιστορικό συντελεστή που περιγράφεται στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Όπως η παραδοσιακή βιομηχανική εργατική τάξη, διαθέτει τις ριζικές αλυσίδες της, με την έννοια πώς έχει ελάχιστα κεκτημένα συμφέροντα στην αναπαραγωγή της ατομικής ιδιοκτησίας. Αλλά δεν πρόκειται για μια κοινωνικοποιημένη εργατική συλλογικότητα και δεν διαθέτει σημαντική δύναμη για να διαρρήξει ή να αποκτήσει τον έλεγχο των μέσων παραγωγής […] Κατέχει όμως μη μετρημένες ακόμη δυνάμεις ανατροπής και διάρρηξης των ζωτικών παγκόσμιων ροών ανθρώπων και πληροφορίας. Οι νέοι φτωχοί των πόλεων, δεν θα πέσουν ήσυχα σε αυτή τη σκοτεινή νύχτα. Η αντίσταση τους πράγματι, συνιστά την βασική συνθήκη για την επιβίωση της ενότητας της ανθρώπινης φυλής έναντι του εκφυλισμού της νέας παγκόσμιας τάξης. […] Αυτή η ανεπίσημη εργατική τάξη, που δεν συμμετέχει στις μεγάλες εργατικές συλλογικότητες, στερείται μια κεντρομόλου οργανωτικής αρχής, όπως επίσης και μιας στρατηγικής κοινωνικής δύναμης. […] Αυτό που γίνεται ξεκάθαρο είναι ότι αν και οι σημερινές μεγα-φτωχογειτονιές συνιστούν ιδιαίτερο πρόβλημα για την αυτοκρατορική τάξη και τον κοινωνικό έλεγχο, ελάχιστα έχει ασχοληθεί μαζί του η συμβατική γεωπολιτική. Αν στόχος του πολέμου κατά της τρομοκρατίας είναι να καταδιώξει τον εχθρό στον κοινωνιολογικό και πολιτιστικό του λαβύρινθο, τότε οι φτωχές περιφέρειες των πόλεων θα είναι το διαρκές πεδίο μάχης του 21ου αιώνα.»[4]
Από αυτή την άποψη, η κλασική τριπλέτα της συγκρότησης κόμματος, των κοινωνικών συμμαχιών του – πολιτικής του συμπόρευσης και του κινήματος που θα ξεπηδήσει ως μορφή, πέραν του ότι δεν αντιστοιχεί σε υπαρκτές ανάγκες σήμερα, αποτελεί μια μετέωρα «πρωτότυπη» ερμηνεία/τομή, αυτού που περιγραφόταν ως κόμμα στις πρώιμες αναλύσεις του ΝΑΡ (το κόμμα ως πρωταρχικός κρίκος στη διαλεκτική ενότητα της τριπλέτας «οργάνωση-μέτωπο-κίνημα»), αναδεικνύει -παρά λύνει- ένα βασικό πρόβλημα: το γεγονός ότι σήμερα οι αναλύσεις μας για το ποια θα είναι τα κοινωνικά υποκείμενα που θα φέρουν (και ήδη φέρουν) το βάρος ενός νέου επαναστατικού οράματος κινδυνεύουν να είναι (αν αποσυνδεθούν από τον πολιτικό στόχο της επανάστασης), αναλύσεις που περιγράφουν το προλεταριάτο των αρχών ή μέσων του 20ου αιώνα (με την ταμπέλα του «νέου»), αλλά επι τοις ουσίας, διαρκώς αρνούνται να αναγνωρίσουν τις νέες συγκροτήσεις του κόσμου της «εργασίας», τις ασαφείς μορφές του (θα μπορούσαν να είναι και αλλιώς) και τα κοινωνικά ζητήματα που αυτή η διαδικασία θέτει.
Με μια φράση: κανείς δεν μπορεί να περιγράψει την μορφή του επαναστατικού υποκειμένου σήμερα αν δεν αναγνωρίσει ότι ο «λαός» δεν είναι αυτός που ήταν πριν από 30 χρόνια και ότι το σημερινό προλεταριάτο (και πολλοί-πολλές θα μπορούσατε να αναγνωρίσετε τον εαυτό σας ως τέτοιο αν μπορέσουμε να υπερβούμε τους φετιχισμούς των ιστορικών μορφών) αντιμετωπίζει μια πρωτόγνωρη κατάσταση απώλειας της εργατικής του ταυτότητας, με την έννοια ότι δεν έχει τίποτα να διαπραγματευτεί με το κεφάλαιο και τίποτα να μοιραστεί εντός της κοινωνικής σχέσης-κεφάλαιο. Το ζήτημα είναι, αν οι διαρκώς περισσότεροι άνθρωποι στις μητροπόλεις, που σωρεύονται κάτω από τα όρια της φτώχειας (μη-αξιοποιούμενο για την παραγωγή και άρα μη-χρήσιμο για την κοινωνική αναπαραγωγή ανθρώπινο δυναμικό), δηλαδή όλο και μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας -κυρίως νέοι- που περιθωριοποιείται, θα χωράει στον πλανήτη ή όχι. Πρέπει να απαντήσουν οι επαναστατικές δυνάμεις σε αυτό το ζήτημα ή όχι; Αναρωτιόμαστε γι’ αυτό, γιατί οι αντεπαναστατικές δυνάμεις ήδη το απαντούν: «όχι! Το ζήτημα είναι μια κυρίαρχη στρατηγική εθνικής πολιτικής για το κάθε κράτος (χωρίς κανέναν συνολικό στρατηγικό όραμα του κεφαλαίου) που θα διαφυλάξει τους ενταγμένους σε αυτό από τις ροές των “βαρβάρων”».
Αλήθεια, πως απαντάει η επαναστατική αριστερά σε ένα (ελάχιστο μόνο) παράδειγμα καπιταλιστικής νομιμότητας: ταυτόχρονα με την εφαρμογή του δόγματος «νόμος και τάξη» της κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ (-και ατύπως ΔΗΜΑΡ;), το οποίο αποτελεί στοίχημα για την ίδια την ευρωζώνη και τον ίδιο τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό στη δύση (τουλάχιστον), μαθαίνουμε πως η τράπεζα HSBC πέρυσι «ξέπλυνε» τα κέρδη καρτέλ ύψους 4δις δολαρίων. Από αυτά προέκυψαν κέρδη χρήσης για αυτήν ύψους 22 δις! Φυσικά, υποχρεώθηκε σε «βαρύτατα» πρόστιμα εκατοντάδων εκατομμυρίων, υποχρεώθηκε να καθαρίσει το πελατολόγιό της και -τελικά- ο νόμος εφαρμόστηκε… Είναι ή δεν είναι αυτά τα δις δείγμα των (περίπου) νόμιμων business που μπορεί να κάνει το κεφάλαιο σήμερα σε όλο τον πλανήτη κατατάσσοντας τους εθνικούς πληθυσμούς μέσα από αξιολογήσεις χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε υπηκόους προγραμμάτων λιτότητας και περικοπών;
Ο Καστοριάδης απαντούσε κάποτε στην Anscombe, που υπερασπιζόταν την χομπσιανή θέση «του κρατικού μονοπωλίου της βίας», ότι «πίσω από το μονοπώλιο της νόμιμης βίας που διαθέτει η εξουσία, υπάρχει το ακόμα πιο ισχυρό μονοπώλιο, αυτό του ορισμού της λέξης νόμιμο» για να καταλήξει στη ρήση: «ο θρόνος του άρχοντα των σημασιών, στέκεται πιο πάνω από τον θρόνο του άρχοντα της βίας». Σήμερα, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτό ακριβώς το κρατικό μονοπώλιο της βίας ενισχύεται για να υπερασπιστεί τη δημοκρατία (και ιδεολογικά) ενάντια στους «εχθρούς της».
Αν το αστικό σύστημα εξουσίας είναι «ο άρχοντας των σημασιών» της γενικευμένης κοινωνικής «εμφύλιας» βίας που προκαλείται από την εξαθλίωση, το φόβο και την υποταγή στον Λεβιάθαν της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, τότε η στάση της αριστεράς που προσπαθεί να «αποτρέψει την εκτροπή» δεν την κάνει τίποτα άλλο παρά υπήκοο αυτής της επικράτειας και της νομιμότητάς της, ζητιάνο της ανάπηρης δημοκρατικής «ελευθερίας της» (που κι αυτή πια είναι όλο και πιο περιορισμένη γιατί δεν μπορεί να «νομιμοποιηθεί»).
Μήπως η δίκη μας αριστερά, σε πείσμα του κυρίαρχου λόγου της αριστεράς, πρέπει να αντιμετωπίσει τη σύγκρουση που μαίνεται σήμερα ως σύγκρουση δύο κόσμων και μοντέλων ζωής και την διευρυμένη κοινωνική βαρβαρότητα ως το μέτρο της επιβολής της καπιταλιστικής πολεμικής μηχανής πάνω στις ζωντανές δυνάμεις της κοινωνίας; Μήπως οι συμμαχίες που πρέπει να ψάξουμε ως μέλη της τάξης μας, και όχι απλώς ως φορείς ιδεολογικών σχηματισμών, δεν βρίσκονται στα κομμάτια του μικρού και μεσαίου κεφαλαίου και στους πολιτικούς φορείς που τα εκπροσωπούν στο όνομα της αριστεράς (τυχαία εντελώς: ΣΥΡΙΖΑ);
Μήπως η αναγκαία ταξική ενότητα δεν βρίσκεται (ή δεν μεταφράζεται αυτόματα) στην πολιτική ενότητα «επαναστατών»-«ρεφορμιστών», αλλά στα βιαίως αγωνιζόμενα τμήματα του προλεταριάτου παγκοσμίως: από την Πορτογαλία ως το Μπαγκλαντές και από τις αραβικές εξεγέρσεις ως τους «άνομους» νέους και τα «αποβράσματα» των ταραχών και των εξεγέρσεων στην Αγγλία και τη Γαλλία; Μπορεί να μην εκφράζουν συνειδητές πολιτικές στοχεύσεις και ίσως να είναι εξίσου εύκολο να ενταχθούν (με όρους «λούμπεν» όπως υποτιμητικά λέμε) σε αστικούς σχεδιασμούς, όμως είναι το κοινωνικό υλικό μετατροπής της αμφισβήτησης του καπιταλιστικού μονόδρομου σε ορίζοντα ανατροπής. Λιγότερο μας φαίνεται ότι είναι δυνατή η μετατροπή της συνείδησης και της πρακτικής των «χαροκαμένων μικροαστών» που αναζητούν μια όαση δικαιωμάτων στην καπιταλιστική επέλαση.
Δεν ισχυριζόμαστε, φυσικά, ότι πρέπει να επιλέξουμε αποκλειστικά το τάδε ή δείνα κοινωνικό υποκείμενο ως «νομοτελειακά ιστορικό» φορέα εξέγερσης-επανάστασης. Ισχυριζόμαστε ότι οι έννοιες των δικαιωμάτων και (πολύ περισσότερο) των κοινωνικών σχέσεων πρέπει κριτικά να επανεγγραφούν, να αποτελέσουν μέρος της «κίνησης που ανατρέπει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων» ως πραγματικό επίδικο του «κομμουνισμού του 21ουαιώνα». Δυστυχώς, σύντροφοι, θεωρούμε πως είμαστε μακριά από το να το κάνουμε. Και με τις αναλύσεις μας για το «σωτήριο» κόμμα και την «αναγκαία» συμπόρευση ίσως και να απομακρυνόμαστε… Αυτό το νόημα έχει, ίσως, και η κριτική μεγάλου μέρους συντρόφων και συντροφισσών στο πώς τα ντοκουμέντα πραγματεύονται τις έννοιες του εθνικού και του διεθνισμού.
Η απόφαση της 4ης Συνδιάσκεψης της νΚΑ, για τη συγκρότηση μιας πρωτοβουλίας της νέας γενιάς, αποτελεί μια επιπλέον βάση στην οποία μπορούμε να πατήσουμε. Πρωτοβουλία, που σύμφωνα με τις αποφάσεις μας, θα καταφέρνει να αποτελεί «γήπεδο» αναζήτησης, παρέμβασης, αλλά και συλλογικής δράσης της κατακερματισμένης νεολαίας. Πρωτοβουλία, η οποία μορφοποιήθηκε και αποφασίστηκε να πάρει «σάρκα και οστά» το αμέσως επόμενο διάστημα, με έναν τρόπο, στην πρόσφατη συνδιάσκεψη της οργάνωσης νέων εργαζομένων της Αθήνας, με σκοπό να βασίζεται, σε ένα μόνιμο τρόπο, σε μορφές οργάνωσης της μαθητικής, σπουδάζουσας και εργατικής νεολαίας, αναλαμβάνοντας δράσεις είτε σε χώρους που απουσιάζει στοιχειωδώς η συλλογική δράση και διεκδίκηση –μεγάλα εμπορικά κέντρα κτλ- είτε μεταφέροντας την εμπειρία σε χώρους της νεολαίας όπου η συλλογικότητα είναι κατοχυρωμένη.
Τα ανά γειτονιές και πόλεις εγχειρήματα των εργατικών λεσχών, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών στεκιών, στα οποία οι δυνάμεις μας έχουν συνεισφέρει τόσο για να δημιουργηθούν, όσο και για να κατακτούν συνεχώς πιο αναβαθμισμένα χαρακτηριστικά που στον πυρήνα τους θα έχουν την εργατική επαναστατική πολιτική και τον αντίστοιχο πολιτισμό. Που θα καταφέρνουν να αποτελούν δομές που θα απαντούν στο ζήτημα της επιβίωσης της κοινωνικής πλειοψηφίας, αλλά ταυτόχρονα θα θέτουν το ζήτημα της αυτοτελούς, αντιπαραθετικής και ανεξάρτητης συγκρότησής τους από τους κρατικούς θεσμικούς φορείς, ως προϋπόθεση ύπαρξής τους αλλά και ως προϋπόθεση για τη διαμόρφωση ενός άλλου πολιτικού και πολιτισμικού παραδείγματος.
Αλήθεια, χρειάζεται να αναρωτηθούμε για το πώς αυτές (αλλά και άλλες, πχ σωματεία, επιτροπές αγώνα, σχήματα και συλλογικότητες) θα συγκροτηθούν στη βάση των κοινοτήτων αγώνα, που δεν θα εξαιρούν κανένα από τις διαδικασίες τους αλλά και δε θα υποτάσσονται στις ανάγκες της «σύνθεσης» των τμημάτων της αριστεράς (ή και της αναρχίας) εντός τους; Δεν πρέπει να αποτελέσουν δομές συγκρότησης μιας νέας κοινωνικοποίησης και των ταυτοτήτων της σε διαρκή σύγκρουση με το τοπικό και το κεντρικό κράτος;
Νομίζουμε πως μάθαμε ότι καθήκον των επαναστατικών πολιτικών δυνάμεων δεν είναι να υποδείξει στους καταπιεσμένους σε ποιες ιστορικές μορφές πρακτικών και συνεργασιών πρέπει να ενταχθούν αλλά να νοηματοδοτήσει τις κοινωνικές εμπειρίες τους και πρακτικές τους, να τους δώσει χώρο να αναπνεύσουν, να συγκροτήσει μαζί τους, τις νέες πολιτικές μορφές αντιπαράθεσης και σύγκρουσης.
Τα παραπάνω, ως παραδείγματα που στην μεταξύ τους διαπλοκή και αλληλοτροφοδότηση, μπορούν αν εμφανίζουν μια μειοψηφική αλλά υπαρκτή κοινωνικοπολιτική πρωτοβουλία, αναγκαία, αλλά όχι ικανή από μόνη της, να αποτελέσει φάρο στην απόπειρα πρόκλησης απειλής για το κράτος και το κεφάλαιο. Κι εκεί μένει να κριθεί η αριστερά και κάθε εγχείρημα που μιλά με συνειδητό τρόπο στο όνομα της κοινωνικής χειραφέτησης. Αυτός είναι ίσως ένας από τους δρόμους ενοποίησης ή και διχασμού (για τη μετέπειτα ενοποίηση σε ανώτερο επίπεδο).
Προφανώς δεν ισχυριζόμαστε ότι η μορφή από μόνη της μπορεί να αλλάξει έστω κάτι. Ούτε ισχυριζόμαστε ότι οι μορφές που αναπτύσσονται στο εργατικό κίνημα, σε πόλεις ή γειτονιές μπορούν να αποτελούν, από μόνες τους, υβριδικές μορφές δυαδικής εξουσίας και άλλου μοντέλου ζωής. Οι μορφές οργάνωσης, μπορούν να νοηματοδοτηθούν πολιτικά εκ των υστέρων από πολιτικά -ακόμη και επαναστατικά- υποκείμενα έχοντας διαχωριστεί εκ των προτέρων από την αστική πολιτική και τους θεσμούς της. Το νέο εργατικό κίνημα δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα τεχνητών συγκολλήσεων της κάθε αυτοτελούς μορφής αλλά στο σύνολο και στην αλληλοδιαπλοκή του περιεχομένου αλλά και των μορφών του, μπορεί να παράγει πολιτική σε όλο το φάσμα της ανθρώπινης ζωής σήμερα και όχι αύριο.
Όπως αναφέρει η Ρόζα Λούξεμπουργκ, «όλο το μυστικό των ιστορικών ανατροπών μέσω της πολιτικής εξουσίας έγκειται ακριβώς στη μεταβολή των απλών ποσοτικών μεταβολών σε μια καινούργια ποιότητα, συγκεκριμένα: στη μετάβαση από μια ιστορική περίοδο, από μια κοινωνική μορφή σε μια άλλη».[5] Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται είναι, το πώς και με ποιο κριτήριο, περιεχόμενο, μορφή και συνεπώς σχέδιο, με βάση και την ανάγνωση της πραγματικότητας απαντάμε σήμερα και όχι σε (ή για) κάποιο μέλλον.
Αγωνιζόμαστε για να αλλάξει η αναλογία ανάμεσα στη δουλειά που κάνουμε για την ανάπτυξη της δικής μας ζωής, γνώσης, προσωπικότητας και ελευθερίας και στην απλήρωτη δουλεία που κάνουμε για την ανάπτυξη του κέρδους, της ανταγωνιστικότητας, της επιθετικότητας και της ασυδοσίας του κεφαλαίου, που σημαίνει βαθύτερη υποβάθμιση της δικής μας ζωής και ελευθερίας. Είναι σημαντικό να δούμε ότι η πραγματική κίνηση της νεολαίας, αλλά και της εργατικής τάξης ως σύνολο, σαν τον τυφλοπόντικα της «18ης Μπρυμαίρ», εμπεριέχει ήδη την κριτική της εργασίας ως συγκεκριμένου καταμερισμού στο διεθνές και εθνικό πλέγμα του κεφαλαίου. Δεν πρέπει να αναρωτηθούμε αν, με τις θέσεις και τα προγράμματά μας ως ΝΑΡ ή ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κάνουμε απλώς κριτική στον καταμερισμό εργασίας του σημερινού καπιταλισμού ζητώντας κάποιον άλλο (πιο ανθρώπινο) αφήνοντας να μας διαφύγει το ίδιο το περιεχόμενό της και η κοινωνική αναπαραγωγή που εξυπηρετεί.
Ας δούμε τον (κοινοβουλευτικό κυρίως) τσακωμό «αριστεράς-δεξιάς» για τα ναυπηγεία και την πολεμική βιομηχανία και το «εθνικό πλαίσιο» λύσης των προβλημάτων της. Δεν θέλουμε να προκαταλάβουμε καμία απάντηση (σε μια συζήτηση επιχειρούμε να συμβάλουμε, εξάλλου) αλλά, μήπως είναι χρέος της επαναστατικής αριστεράς να περιγράψει άλλο κοινωνικό μοντέλο πέρα από το «περισσότερα δικαιώματα-καμία απόλυση» για τους εργαζόμενους στη βιομηχανία πολέμου; Κάτι τέτοιο θέλουμε να περιγράψουμε για τις αναλύσεις, τα περιεχόμενα και τις μορφές του αγώνα με αφορμή πολλές μάχες που δόθηκαν το τελευταίο τρίχρονο.
Αλήθεια, με αφορμή ιστορίες που βιώσαμε όλοι, στην απεργία των εργαζόμενων στο μετρό και στην (μη-) απεργία των εκπαιδευτικών, ποιο είναι το χρέος της επαναστατικής αριστεράς; Είναι μήπως να περιγράψει τα όρια των κλαδικών αγώνων, να ζητήσει από την κοινωνία μια αφηρημένη ιδεολογική ενότητα με τα επιμέρους αγωνιζόμενα κομμάτια της και να βγάλει το συμπέρασμα ότι χρειάζεται ένας άλλος κομμουνιστικός φορέας για να την επιτύχει;
Δε θα έπρεπε να διευρύνει το κοινωνικό περιεχόμενο αυτών των αγώνων, να μην τους επιτρέψει να αναδιπλωθούν υπό το βάρος των «συσχετισμών» (λογικό ήταν να υποχωρήσει ένας κλάδος μαζί με τους αλληλέγγυούς του μπροστά στην επίθεση ενός εμπόλεμου κατασταλτικού μηχανισμού που έχει ορίσει ήδη τα περιεχόμενα), να δώσει άλλο περιεχόμενο στις κοινωνικές ανάγκες και το πώς τις αντιλαμβάνεται η κοινωνία ως σύνολο. Να «αναγκάσει» αυτήν την ίδια την κοινωνία να διχαστεί στο εσωτερικό της ως ενεργός μέτοχος κι όχι ως παρακολουθητής συγκρουόμενων πολιτικών σχεδίων. Δεν πιστεύουμε ότι είναι ζήτημα «πολλών ή λίγων» δυνάμεων. Πιστεύουμε ότι έχει να κάνει με μια ξεκάθαρη πολιτική απόφαση για το τι κάνεις με το όριο της αστικής νομιμότητας που σου χαράζουν οι κρατικοί μηχανισμοί.
Σε αυτό το πλαίσιο -και μόνο- παλεύουμε σήμερα για την ανατροπή του διαρκούς αντεργατικού πραξικοπήματος του κεφαλαίου, για την παραμικρή βελτίωση στους όρους ζωής και ελευθερίας των εργαζομένων και της νεολαίας. Για να είναι αποτελεσματική η πάλη μας, δεδομένης και της σημερινής σύνθεσης του καπιταλισμού. Αυτό το πλαίσιο πρέπει να υπηρετούν οι μετωπικές μας προσπάθειες και για αυτό τον σκοπό τις δημιουργούμε και εντασσόμαστε σε αυτές προσπαθώντας να παράξουμε πιο στρατηγικά ερωτήματα και να αναβαθμίσουμε, με αυτόν τον τρόπο, την στρατηγική ενοποίησή τους. Δρώντας στους χώρους αλλά σκεπτόμενοι παν-κοινωνικά αναπτύσσουμε την χάρτα αναγκών και δικαιωμάτων που σε κάθε φάση και καμπή ανάπτυξής της θέτει στο στόχαστρο τα πυρηνικά στοιχεία και τη μήτρα της φύσης του σημερινού καπιταλισμού σαν την μόνη απάντηση που μπορεί να είναι ρεαλιστική για την κατάκτηση υλικών νικών.
Παράλληλα προωθούμε μορφές οργάνωσης, συλλογικότητας και αγώνα ανεξάρτητες και αντιπαραθετικές ως προς αυτές που προτάσσει η αστική πολιτική και οι εκφραστές της για τους αγώνες. Μόνο υπό αυτό το πρίσμα μπορεί σήμερα να προβάλλει επαναστατική απειλή που είναι προϋπόθεση αναγκαία για την νικηφόρα έκβαση των αγώνων. Μόνο με την εμφάνιση εν σπέρματει μορφών δυαδικής εξουσίας μπορούμε να κατακτήσουμε –και όχι να ζητήσουμε- από το κεφάλαιο. Μόνο έτσι υπηρετούμε την υπόθεση του άμεσου διαρκή, συνολικού και επαναστατικού αγώνα στο σήμερα και αυτός δεν καταλήγει να είναι «σημαία» διαχωρισμού.
Μέσω αυτού του δρόμου, να προσεγγίσουμε και να διαμορφώσουμε έναν άλλο τύπο πολιτικής που ξεφεύγει από τις παραστάσεις της παραδοσιακής πολιτικής. Η πολιτική αυτή δεν περιμένει τίποτα από το κράτος και το σύστημα, γιατί δεν έχει τίποτα να περιμένει από τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό που «δεν μπορεί και δεν θέλει να δώσει» και σαρώνει το σύνολο των όρων ζωής της νέας γενιάς και της κοινωνικής πλειοψηφίας. Είναι μια πολιτική που θέλει να θεσμίσει πράγματα για τον εαυτό της και όχι να ενταχθεί στους υπάρχοντες θεσμούς, μια πολιτική που θέλει να αποσπάσει τώρα κατακτήσεις από την εξουσία του κεφαλαίου και του κράτους και όχι να τα αναθέσει σε μια άλλη εξουσία.
Γιατί αν δεν επιχειρήσουμε να αποδείξουμε ότι μπορούμε να ζήσουμε, τώρα και όχι αύριο, χωρίς το κεφάλαιο και το κράτος, ότι ειδικά σε συνθήκες κρίσης, οι ανάγκες μας δε μπορούν να ικανοποιηθούν παρά μόνο από την από κοινού δράση της ευρύτερης κοινωνικής πλειοψηφίας, ότι οργανώνουμε οι ίδιοι τη ζωή μας –ακόμη και την επιβίωση-, αν δεν καταστήσουμε περιττές τις επιχειρηματικές και κρατικές μορφές, τότε καμιά συνείδηση και εμπειρία δε θα υπάρχει για να προχωρήσει το κοινωνικό απελευθερωτικό έργο της επανάστασης και για την εγκαθίδρυση νέων μορφών και όρων κοινωνικής ζωής.
Μέσω των παραπάνω διαδικασιών, μορφών οργάνωσης και έκφρασης, πολιτικού περιεχομένου και αντίληψης, μπορεί να εμφανίζεται μειοψηφικά αλλά υπαρκτά ένα ρεύμα που δύναται να αποτελέσει αντίπαλο δέος στον κόσμο του κεφαλαίου, ένα κοινωνικοπολιτικό ρεύμα που θα «μαθαίνει» μέσα από την καθημερινή συλλογική δράση του ότι η υπόθεση της επιβίωσης, της ζωής του, εν τέλει της κοινωνικής απελευθέρωσης, μπορεί να είναι μόνο έργο της δικής του δράσης με κριτήριο την ικανοποίηση των αναγκών του.
Δημήτρης Σεραφής – Οργάνωση νέων εργαζομένων Αθήνας, Νίκος Χαραλαμπόπουλος – Οργάνωση ΝΑΡ Καισαριανής-Βύρωνα
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Žižek, S. (2003). Καλωσορίσατε στην έρημο του πραγματικού (μτφρ: Β. Ιακώβου). Αθήνα: Scripta.
[2] Agamben, G. (2007). Κατάσταση Εξαίρεσης. Αθήνα: Πατάκης.
[3] Badiou, A. (2009). Η κομμουνιστική υπόθεση. Αθήνα: Πατάκης.
[4] Davis, M. Social Text, Χειμώνας 2004.
[5] Λούξεμπουργκ, Ρ. (2009).Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση;. Αθήνα: Πολύτροπον.