RSS

Category Archives: Άκης Τζάρας

Το πρωτογενές πλεόνασμα, Χριστουγεννιάτικο δώρο στα κανάλια


Ο μονομερής ταξικός πόλεμος που λαμβάνει χώρα στην κοινωνία των ιδιωτών κι αποτελεί το περιεχόμενο της κρίσης έχει ήδη δώσει απτά αποτελέσματα. Τα απομεινάρια του κράτους πρόνοιας έχουν θρυμματιστεί, μετατρεπόμενα ταυτόχρονα σε πεδία δράσης του κεφαλαίου( μεταρρυθμίσεις στην υγεία), η υποτίμηση της αξίας της εργατικής δύναμης συνεχίζεται κι εμπεδώνεται και ο συνδυασμός της άγριας φορολογικής επιδρομής και των επερχόμενων πλειστηριασμών θα αποτελειώσει και το τελευταίο -μικροαστικό- καταφύγιο της προσωπικής κατοικίας.
Την ίδια στιγμή που εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι καταδικάζονται σε κοινωνικό ή και βιολογικό θάνατο, η αλλαγή των ταξικών σχέσεων παράγει συνεχώς μετασχηματισμούς στη μορφή του κράτους, της νομιμότητας και του δικαίου, οδηγώντας σε ένα σύγχρονο κράτος έκτακτης ανάγκης. Όπως έχουμε πει η υπεράσπιση του μερικού συμφέροντος της αστικής τάξης, συνεπάγεται την αφαίρεση των δικαιωμάτων των πληβείων κι ό,τι της εποχή της ανάπτυξης αναπαράγοταν ως -ψευδής-ενότητα τώρα παράγεται ως αντίθεση.
Η αστική προπαγάνδα μέσα από τον κύριο ιδεολογικό της μηχανισμό, τα ΜΜΕ, εμφανίζει αυτή την κοινωνική αντεπανάσταση ως τη δίκαιη αναπροσαρμογή στα νέα δεδομένα, ως σχέδιο σωτηρίας της πατρίδας, ενοχοποιώντας ως Εχθρό όποιον καταγγέλει ή αντιστέκεται στην επιβολή της βίαιης αλλαγής των όρων ύπαρξης του. Κι όσο το μερικό αστικό συμφέρον αδυνατεί να παρουσιάζεται και να αναπαράγεται ως γενικό τόσο η κρατική βία αποτελεί το κύριο μέσο επιβολής, τόσο η ιδεολογική προπαγάνδα γίνεται ό,τι πιο χυδαίο παράγει η αστική σκέψη. Δεν είναι περίεργο λοιπόν που η συμμαχία των σκουπιδιών του λάιφ στάιλ με τους επιγόνους των ταγματασφαλιτών κι ολίγη από κεντροαριστερά ρετάλια αποτελεί τον πολιτικό πολιτισμό της εποχής.
Τα ΜΜΕ εκτός από τη θεαματική διαχείριση της κρίσης, εκτός από την ανάδειξη τους σε επιτελείο της αστικής τάξης αποτελούν σάρκα εκ της σαρκός του καθεστώτος, το κεφάλαιο που μετατρέπεται σε θέαμα δια της συσσώρευσης του, είναι ο οργανωμένος δόλος,  η αλεπού του Μακιαβέλι.
Τα κανάλια εδώ και σε 25 χρόνια ανήκουν σε φυσικά πρόσωπα-φορείς του κατασκευαστικού ή εφοπλιστικού κεφαλαίου, ή σε διαλεχτά μέλη της παρασιτικής αστικής τάξης που απέχει μια εικόνα δρόμο από τον υπόκοσμο. Δεν έχουν δώσει ούτε ένα σεντ για τη χρήση των συχνοτήτων, σκανδαλώδες καθεστώς που συνεχίζεται και στην ψηφιακή εποχή με τον πάροχο Digea( μετά και το κλείσιμο της Ερτ) να αποτελεί ουσιαστικά το τραστ όλων των κεφαλαίων που εμπλέκονται στα ΜΜΕ. Επί δυο δεκαετίες παρήγαγαν τη σαπίλα της καπιταλιστικής κουλτούρας, διαμόρφωσαν τα πιο χυδαία πρότυπα,εθίζοντας τα αποβλακωμένα τηλεοπτικά πλήθη στον αξιακό σχετικισμό, στον πιο κτηνώδη ατομικισμό και παράλληλα αποτέλεσαν τον πιο άρτιο ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους. Την ίδια στιγμή κι ως απόρροια του ρόλου τους εξακολουθούν για τρίτη συνεχόμενη χρονιά να εξαιρούνται από την καταβολή φόρου 20% στις τηλεοπτικές διαφημίσεις. Πρώτα ο Παπαδήμος έδωσε μια παράταση ως την 1-1-2013, πέρυσι ο Σαμαράς με πράξη νομοθετικού περιεχομένου ως τις αρχές του 2014 και φέτος με τροπολογία που κατατέθηκε στο νομοσχέδιο για το φόρο των ακινήτων. Το πιο ενδιαφέρον είναι το σκεπτικό της εισηγητικής πρότασης που ενώ δεν μπαίνει στον κόπο να υπολογίσει το ποσό(γιατί;)που δε θα εισπραχθεί, ξεκαθαρίζει πως τα λεφτά θα βρεθούν από άλλες πηγές του προϋπολογισμού, δηλαδή από τα συνήθη κορόιδα, κοινώς μισθωτούς και συνταξιούχους ή θα κλείσει ο τηλεοπτικός Άδωνης κανένα νοσοκομείο. Το σκεπτικό όμως είναι αποκαλυπτικό γιατί αιτιολογεί  την αναστολή για λόγους επιβίωσης των καναλιών επικαλούμενο τις θέσεις εργασίας. Αυτό είναι άραγε λαϊκισμός αγαπητά μας τηλεοπτικά φερέφωνα ή όχι;
Κοινώς αυτοί που μέσα από τα δελτία και τις εκπομπές τους κάνουν λόγο για τζαμπατζήδες, και για υπερβολικούς μισθούς, για “νοικοκύρεμα του κράτους”, πουλούν φιλανθρωπία στα ανθρώπινα ερείπια που δημιουργεί η πολιτική που στηρίζουν, αναπαράγουν τα πιο άγρια ρατσιστικά στερεότυπα και καλούν σε θυσίες, αυτοί που παρουσιάζουν τα αφεντικά τους ως επιτυχημένους επιχειρηματίες και μιλούν για τη λιτότητα ως καθολική αξία, εξαιρούν προφανώς τους εαυτούς τους από αυτή την “εθνική προσπάθεια”. Κι αυτή η εξαίρεση είναι απλά η καπιταλιστική κανονικότητα που επιβεβαιώνει πως η σχέση εκμετάλλευσης που είναι το κεφάλαιο δε θα στεκόταν ούτε λεπτό δίχως την ύπαρξη του θεματοφύλακα της, του κράτους.
Επιβεβαιώνει αυτό το χριστουγεννιάτικο δωράκι στους καναλάρχες όχι απλά τη διαπλοκή ή την παρακμή, αλλά πως το πρόβλημα δεν είναι απλά η παραβίαση της τυπικής ισότητας , αλλά αντίθετα η ίδια η τυπική ισότητα ως θεσμοποιημένη ανισότητα, αποτελεί αυτό που πρέπει να καταστραφεί. Και τότε η ελευθερία του λόγου που επικαλούνται τα μαντρόσκυλα του θεάματος, θα βρει το νόημα της, ένα νόημα που φυσικά δε θα τους συμπεριλαμβάνει. 
Ίσως τότε όλοι αυτοί που συναγελάζονται με την εξουσία, όντας μέρος της, όλοι αυτοί που κατανοούν τον ανθρώπινο πόνο μόνο ως εμπόρευμα ή θέαμα, να καταλάβουν πως η δουλειά δεν είναι ντροπή, αλλά πως ούτε η ντροπή είναι δουλειά. Μέχρι τότε διακόπτουμε για διαφημίσεις. Τζάμπα είναι εξάλλου.

Άκης Τζάρας
 

Ούτε να κλαις, ούτε να γελάς, τα όπλα της Χ.Α είναι της ΕΛ.ΑΣ;



Το όργιο καταστολής στις 6 Δεκέμβρη του 2013 (τρομοκρατία κατά μαθητών, χημικά, εισβολή στα Εξάρχεια, προσαγωγές και συλλήψεις), είχε ουσιαστικά προαναγγελθεί από μια δήλωση κι ένα γεγονός: ο Κεδίκογλου-πρώην αποτυχημένο προϊόν του θεάματος και νυν υπουργός προπαγάνδας-με ανακοίνωση στις 5-12 είχε καταστήσει υπεύθυνο το Σύριζα για τυχόν επεισόδια. Μια μέρα πριν οι αμερόληπτοι δικαστές μας, είχαν αθωώσει την ένστολη ορδή των Δελτα για την επίθεση στο Δίκτυο στις 5-5-2010, δίνοντας στην ουσία πλήρη νομική κάλυψη στις “παράνομες” πρακτικές της αστυνομίας που αποτελούν εξάλλου τον μόνιμο τρόπο επιβολής του νόμου κι αναπαραγωγής της κρατικής-αστικής εξουσίας.
Νομίζουμε πως όποιος  επιμένει να ισχυρίζεται πως μια άλλη αστυνομία είναι εφικτή, όπως ακριβώς και μια άλλη δικαιοσύνη ή  ένα αλλο τραπεζικό σύστημα είναι εφικτό εκτός από το να κλείνει τα μάτια μπροστά στα αμείλικτα γεγονότα, εκτός από το να ξεφτιλίζεται από την κρατική νομιμότητα και τους ταγούς της, έχει εγκαταλείψει ολοσχερώς ακόμα και το ρεφορμιστικό όραμα της αλλαγής αυτού του ειρηνικού-λόγω της θεσμικής βίας-κόσμου.
Για το Δένδια
(θερμές ευχές από τη Guardian) που ψευδώς ισχυρίστηκε πως στην πρωινή διαδήλωση της Παρασκευής έπεσαν μολότωφ για να καλύψει τα αίσχη των ένστολων χρυσαυγιτών, αφού ακριβώς δεν υπάρχει διάκριση σε βίαιους κι ειρηνικούς διαδηλωτές, δεν υπάρχει και υπερβολική αστυνομική βία. Κι από τη σκοπιά της υπαρξιακής ταξικής συγκρουσης είναι όντως έτσι, ανεξάρτητα με την πολιτική στάση του καθενός απέναντι στην αποτελεσματικότητα ή όχι της αντίβίας. Οι μόνοι που επιμένουν σε τέτοιες βλακώδεις διαχωρισμούς είναι οι νεόκοποι σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι διαγωνίζονται με την κυβέρνηση στην υποστήριξη των σκληρά εργαζόμενων αστυνομικών(!). Κι όταν ο Σαμαράς τάζει το πρωτογενές του πλεόνασμα στους ένστολους, αναρωτιόμαστε  ο Σύριζα εντάσσει αυτή την υπόσχεση στο σχέδιο του για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας;
Πλάι στους πολιτικούς του κράτους έκτακτης ανάγκης και τα παρακρατικά ναζίδια από τη μια και το Σύριζα και τους συμμάχους του από την άλλη, φύονται και τα κεντροαριστερά ρετάλια ως οι δήθεν κληρονόμοι του πολιτικού φιλελευθερισμού αλά γκρέκα. Αυτή η φιλελεύθερη διανόηση-δημοσιογράφοι, καθηγητές κτλ έχει την εξής πρωτοτυπία: αντί να ελέγχει την κρατική ασυδοσία(sic), καταδικάζει τη βία ακόμα και τη συμβολική αυτών που διαμαρτύρονται και φετιχοποιεί την κρατική, ενώ εκστασιάζεται σαν τους κοινούς φασίστες με την ένστολη πυγμή, την οποία θεωρεί κορωνίδα της δημοκρατίας.
Την ίδια στιγμή που η αστυνομία αναβαθμίζεται κι αποκτά κι ιδεολογικό ρόλο, την ίδια στιγμή που κάθε σοβαρή κριτική της ως θεσμού κι όχι μόνο ως “κακές παρεκλίνουσες πρακτικές” σχεδόν εκλαμβάνεται ως βία, την ίδια στιγμή που ο κρατικός συρφετός προσπαθεί να πείσει πως οι μπάτσοι δεν έχουν σχέση με τον οργανωμένο υπόκοσμο και τη χα αλλά υπήρχαν μόνο σταγονίδια, τα νέα στοιχεία της δικογραφίας για τη χα αποκαλύπτουν περίεργα πράγματα. Μαθαίνουμε λοιπόν πως πολλά όπλα που εμφανίζονται ως χρυσαυγίτικο οπλοστάσιο προέρχονται λέει από κατασχέσεις της Ελας. Δηλαδή η αστυνομία τροφοδοτούσε με όπλα τους ναζί; Δεν πέφτουμε φυσικά από τα σύννεφα, απλά αυτό το γεγονός κάνει τους “αριστερούς” υπερασπιστές της αστυνομίας ακόμα πιο γελοίους. Εκτός κι αν θεωρεί κανείς πως μπορούν τα όπλα από τις αποθήκες της Ελας να φεύγουν χωρίς να υπάρχει κεντρική κάλυψη ή ανοχή. Δεν τίθεται -ακόμα και κοινοβουλευτικά- ζήτημα για την ηγεσία της αστυνομίας;  Εκτός κι αν θεωρεί κανείς πως απέναντι στα όπλα και τη βία, κρατική ή ναζιστική, η επίκληση της νομιμότητας έχει αλεξίσφαιρες κι αφοπλιστικές ιδιότητες.
Άκης Τζάρας
 

Ωδή – χλευαστική – στην ανεξάρτητη δικαιοσύνη



Δεν έχει περάσει και πολύς καιρός από τότε που η ηγεσία του Σύριζα εναπόθετε τις ελπίδες της για το ζήτημα της ΕΡΤ, στο ΣΤΕ και στην ελληνική δικαιοσύνη, ζητώντας με έμφαση να εφαρμοστούν οι δικαστικές αποφάσεις. Κι έχει περάσει λίγος καιρός από τότε που, με αφορμή τις συλλήψεις των ναζήδων, ηγετικά στελέχη της σοσιαλδημοκρατικής αντιπολίτευσης ζητούσαν να αφεθεί η δικαιοσύνη ανεπηρέαστη στο έργο της.
Και στις δύο περιπτώσεις πίσω από τις εκκλήσεις-παρακλήσεις υπόβοσκε μια θετική αντίληψη για τη δικαιοσύνη και τους δικαστές, που χοντρικά θεμελιωνόταν στο εξής ιδεολόγημα: η δικαιοσύνη είναι φυσικά ανεξάρτητη, απλά η “κυβέρνηση της εκτροπής”, παραβιάζει συνεχώς τη νομιμότητα, ασκεί πιέσεις στους δικαστές, παρεμποδίζοντας το έργο τους που είναι η περιφρούρηση της δημοκρατικής νομιμότητας(sic). Θα αρκούσε μια σύντομη ιστορική εξέταση του ρόλου του δικαστικού σώματος κι ολίγη από μαρξιστική θεωρία-έστω ανανεωτική φύσης- για να καταδειχτεί η ανοησία αν όχι η πολιτική απατεωνιά αυτής της άποψης. Θα αρκούσε η προσεκτικότερη μελέτη της ίδιας της απόφασης του Στε για την ΕΡΤ που νομιμοποιούσε τις απολύσεις και η επιρροή των ναζιστών στο δικαστικό σώμα για να καταρρεύσει ο μύθος της ανεξάρτητης και δημοκρατικής δικαιοσύνης. Κι αν αυτά δεν είναι αρκετά δε θα αρκούσε άραγε η σκανδαλώδης ταξικότητα των δικαστών μας, που εξαντλούν την αυστηρότητα τους σε κάθε απόκληρο, ενώ για όποιο αφεντικό παραβιάζει τα απομεινάρια του εργατικού δικαίου δείχνουν χριστιανική επιείκεια ;

Νομίζουμε πως το να μην κατανοεί κανείς τη δικαιοσύνη ως όργανο επιβολής της νομιμότητας και συνεπώς ως μέρος του σκληρού πυρήνα του κράτους, αλλά να τη θεωρεί αντίθετα εν δυνάμει προστάτη ”των δικαιωμάτων του λαού κι υπερασπιστή της δημοκρατίας” δεν πηγάζει από τη θεωρητική του ένδεια(αυτή είναι δεδομένη) αλλά από την πολιτική του στάση απέναντι στο αστικό κράτος. Εξάλλου την ίδια πάνω-κάτω άποψη έχει ο Σύριζα για την αστυνομία: η αστυνομία έχει σταγονίδια λόγω της κυβερνητικής ανοχής ή ενθάρρυνσης αλλά δεν είναι αυταρχική από τη φύση της, αστυνομία κοντά στον πολίτη κι όχι όργανο των αντιλαϊκών πολιτικών κι άλλα τέτοια (μικρο)αστικά παραμύθια.
Δεν έχουμε καμιά πρόθεση να εγκαλέσουμε κανένα στον ορθό δρόμο, ούτε πέφτουμε από τα σύννεφα, απλά η υποκρισία καλό είναι να αναδεικνύεται, ειδικά όταν με αυτή νανουρίζεται ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου. Το οποίο είτε λόγω φθοράς από την ασταμάτητη ταξική επίθεση των αφεντικών, είτε λόγω άρνησης της πραγματικότητας, είτε ακόμα επειδή δεν επιθυμεί να αναλάβει το κόστος των επιλογών του, έχει εναποθέσει τις ελπίδες του στην κυβερνητική αλλαγή.
Μόνο που-ας ειπωθεί ξανά-το κράτος ως εγγυητής των κοινωνικών σχέσεων εκμετάλλευσης και συνακόλουθα οι μηχανισμοί του, δηλαδή και η δικαιοσύνη δεν ταυτίζονται παρά μόνο συγκυριακά με την εκάστοτε κυβέρνηση και συνεπώς δεν αλλάζουν μαζί με αυτήν. Η εξουσία της δικαιοσύνης και της αστυνομίας δεν πηγάζει από την κυβέρνηση, αντίθετα αποτελεί τη νόμιμη βία που νομιμοποιεί την κυβερνητική εξουσία. Για την αστική σκέψη-και για τη σοσιαλδημοκρατική εκδοχή της- η πραγματικότητα εμφανίζεται αντεστραμμένη. Έτσι αντί ο νόμος να κατανοηθεί ως αποτέλεσμα της ισχύος του, η βία θεσπίζει το νόμο, είναι  η ισχύς του-η βία του-  που εμφανίζεται ως εφαρμογή του νόμου, ενός αφηρημένου κανονιστικού κώδικα.Φυσικά η εποχή της κρίσης επαναφέρει με ωμό τρόπο από τη δομή βάθους της αστικής κοινωνίας αυτή την πραγματικότητα και ο νόμος συνεχώς ταυτίζεται με το υπαρξιακό αστικό συμφέρον ή με τις επιχειρησιακές ανάγκες των ένστολων ταγμάτων. Από αυτή την ταύτιση παράγεται ο αναβαθμισμένος-παιδαγωγικός ρόλος της αστυνομίας, η συγχώνευση των εξουσιών και όλες οι ηθικοπλαστικές κριτικές για τη χαμένη νομιμότητα της εποχής της ανάπτυξης.
Τα λέμε όλα αυτά γιατί η εβδομάδα που πέρασε προσέφερε τόσα πολλά παραδείγματα επιβεβαίωσης των παραπάνω “ξύλινων αφορισμών” για το ρόλο της δικαιοσύνης αλλά και των φορέων της, των δικαστών. (τα δίκαια των οποίων πέρυσι που απεργούσαν δεν είχε αμφισβητήσει κανείς). Αυτοί οι έντιμοι ταγοί λοιπόν με τους υψηλούς μισθούς, αυτοί οιπάνσοφοι φορείς του πνεύματος του κράτους, αυτοί οι διανοούμενοι γραφειοκράτες με τη θεωρητική και πρακτική συνεισφορά τους συντελούν όχι μόνο στη θωράκιση του αστικού κράτους-αυτό είναι η τήρηση των νόμων-αλλά κυρίως στη νομική αποκρυστάλλωση των ταξικών σχέσεων της κρίσης και στη διευρυμένη αναπαραγωγή τους. Από τον πρόεδρο στη δίκη του Τάσου Θεοφίλου που αφού απέρριψε κάθε ένσταση των συνηγόρων υπεράσπισης, αφού φέρθηκε με σκαιό τρόπο στη χήρα του θύματος, επειδή δε θέλησε να αναγνωρίσει με αστυνομική βεβαιότητα στο πρόσωπο του αναρχικού το δολοφόνο του συζύγου της, κατέληξε να νομιμοποιεί την ιδεολογική εμμονή της αντιτρομοκρατικής. Ο πρόεδρος δε δίστασε να μετατραπεί σε μπάτσο που δικάζει δείχνοντας ποιο είναι το πραγματικό περιεχόμενο της δικαιοσύνης: η αστυνομία δεν αμφισβητείται γιατί είναι η αστυνομία κι ο κατηγορούμενος είναι εξ ορισμού ένοχος γιατί είναι αναρχικός. Από τους δικαστές στο Εφετείο που γεμάτοι ρατσιστικό μίσος καταδίκασαν με βαριές ποινές για απόπειρα ληστείας και κατοχή ναρκωτικών απόκληρους μετανάστες(δες τη συγκλονιστική μαρτυρία στους ΣΧΣ με τίτλο μια συνηθισμένη μέρα στο Εφετείο). Από  τις δίκες και καταδίκες συνδικαλιστών του ΠΑΜΕ αποκλειστικά και μόνο λόγω της συνδικαλιστικής τους δράσης. Από την κωμωδία στη δίκη των μελών ναζιστικών ταγμάτων εφόδου -Νίκος Παπαναστασίου και Γιώργος Περρής-οι οποίου όχι μόνο δεν προφυλακίστηκαν ποτέ, όχι μόνο οι θρασύδειλοι εμπρησμοί τους θεωρήθηκαν πλημμελήματα, αλλά καταδικάστηκαν ερήμην σε 41 μήνες φυλάκιση, γιατί αποφάσισαν να αποχωρήσουν, δηλαδή φυγοδικούν! Αν σε αυτό προσθέσουμε την προ μηνός περίπου απόφαση του πρωτοδικείο που απορρίπτοντας κάθε αίτημα απελευθέρωσης και μη απέλασης ενός Αφγανού πρόσφυγα, υιοθέτησε ως σκεπτικό το σαμαρικό-χρυσαβγίτικο σκεπτικό για την κρίση, ότι η αθρόα προέλευση μεταναστών και οι ανεπαρκείς δομές του ελληνικού κράτους προκάλεσαν την οικονομική κρίση, τότε έχουμε μπροστά μας το συγκεκριμένο περιεχόμενο της ανεξάρτητης δικαιοσύνης: είναι πολιτικοποιημένη, ταξική και ανεξάρτητα από το δίκιο των πληβείων.
Όλα τα παραπάνω δεν είναι λάθη ή παραλείψεις κάποιων δικαστών, ούτε εξαιρέσεις, αλλά η ίδια η κατάσταση εξαίρεσης, η οποία εκτός από θεωρητική έννοια, είναι απτή υλική πραγματικότητα. Από τον πρόεδρο σε διατεταγμένη υπηρεσία, από το ταξικό μίσος των δικαστών, μέχρι το χάιδεμα των αβγών και τη ναζιστική ρητορική των δικαστών κι από το σιωπητήριο της δικαιοσύνης για τις συνεχείς παραβιάσεις του συντάγματος αλλά και των στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων(απαγωγές μεταναστών κι εγκλεισμός τους στα στρατόπεδα) όλα οδηγούν στο εξής συμπέρασμα: πρόκειται για εγγενή χαρακτηριστικά του θεσμού της δικαιοσύνης στα πλαίσια μάλιστα ενός κράτους έκτακτης ανάγκης, ανεξάρτητα από τις όποιες εξαιρέσεις προσώπων. Ο νομοθέτης και ο δικαστής δεν είναι άχρονες φιγούρες ενός μεταφυσικού δικαίου που εκτρέπεται στις μέρες μας και γίνεται άδικο. Είναι αντίθετα τα νομικά μαντρόσκυλα της θεσμοποιημένης αδικίας και σε όσους κάνουν ακόμα λόγο για ανεξάρτητη δικαιοσύνη, είτε νομίζουν ότι είναι φιλελεύθεροι, είτε αριστεροί έχουμε ένα ρητορικό ερώτημα. Αν ο νόμος είναι βία κι επιβάλλεται με βία,γιατί δεν καταδικάζουν αυτή τη βία; Και τέλος ας θυμίσουμε τα λόγια του ποιητή: ” δεν είναι ένοχοι όλοι οι δολοφόνοι, ούτε αθώοι όλοι οι δικαστές, μα θα ‘ταν όμορφο καθώς ξημερώνει κι οι δυο τους να ανήκαν στο χθες”.
‘Ακης Τζάρας
 

Καταδικάζοντας την “καταδίκη της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται”



“Αν ένας ηγεμόνας χρησιμοποιεί την εξουσία του εναντίον του λαού του, τότε ο λαός έχει το δικαίωμα να τον αντιμετωπίσει με Βία. Ο σωστός τρόπος για να αντιμετωπιστεί η παράνομη βία της εξουσίας είναι η ίδια η Βία.” Τζον Λοκ  Δεύτερη πραγματεία περί διακυβερνήσεως
Η κυβέρνηση μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα αποφάσισε να παρουσιαστεί ως ο εγγυητής της δημοκρατικής νομιμότητας, ως «κέντρο» κι έστρεψε, έπειτα από ένα χρόνο καταστολής του «αριστερού άκρου» και της αντίστοιχης ακροδεξιάς κι αντικομμουνιστικής ρητορικής, την κρατική ισχύ προς το «δεξιό άκρο».

Η αμφισβήτηση της ηγεμονίας της κυβέρνησης και του κρατικού μονοπωλίου της βίας από τους ναζιστές, ο εμφύλιος στο αντεπαναστατικό στρατόπεδο, οι πιέσεις από το εξωτερικό αλλά και η εμπέδωση εκ νέου της νομιμότητας του κράτους έκτακτης ανάγκης απέναντι στα «άκρα» υπήρξαν οι βασικοί λόγοι αυτής της επίθεσης. Η επίθεση αυτή όμως, ακόμα κι αν έχει ως αποτέλεσμα την πίεση προς τους ναζί ή και την πολιτική τους εκμηδένιση, έχει πολύ πιο ουσιαστικές στοχεύσεις.
Κατά πρώτον η «εξάρθρωση» της χα εκτελείται με τέτοιο τρόπο ώστε να κρατήσει ζωντανή τη  ναζιστική εφεδρεία ως ιδεολογία και πρακτική. Η αποπολιτικοποίηση της διαδικασίας, ο διαχωρισμός σε νόμιμο κόμμα και εγκληματική οργάνωση, η αποφυλάκιση ηγετικών στελεχών, οι αργοί ρυθμοί στην ενοποίηση των υποθέσεων πιστοποιούν πως η «επιχείρηση χα ενώπιον του νόμου» εν δυνάμει παράγει τησοβαρή χα.
Κατά δεύτερον η έννομη βία και ο φορέας της-η αστυνομία-αποκαθάρεται(και καλά) από τα ναζιστικά «σταγονίδια». Με άλλα λόγια τα βασανιστήρια, η καταστολή, ο ρατσισμός και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης θα εξακολουθούν να είναι η κυρίαρχη πρακτική του «δημοκρατικού» κράτους, χωρίς όμως κανένας να μπορεί να κατηγορήσει για αυτό την επιρροή της χα. Η δημοκρατία του κράτους έκτακτης ανάγκης, το πολιτικό εποικοδόμημα της ταξικής ισορροπίας της κρίσης, είναι τώρα(για πόσο;) φαινομενικά καθαρή από ναζιστικούς λεκέδες κι έτοιμη να συνεχίσει ύστερα από ένα ευχάριστο διάλειμμα το τσάκισμα των πραγματικών ή δυνητικών εχθρών της.
Η κυρίαρχη αφήγηση που ενοχοποιεί για την κρίση την αριστερά και το προλεταριάτο είναι η μόνη δυνατή εκδοχή ανασύστασης του μπλοκ εξουσίας ανεξάρτητα από το πολιτικό υποκείμενο της. Η εποχή του κέντρου και της μετριοπάθειας έχει περάσει ανεπιστρεπτί για αυτό κι η ναζιστική συμμορία μοιάζει να διατηρεί δημοσκοπικά τον πολιτικό της χώρο και την κοινωνική της βάση, άσχετα αν αυτή έχει λουφάξει.
Έτσι έπειτα από δύο εβδομάδες θεαματικής διαχείρισης της «εξάρθρωσης της χα», έπειτα από τόνους υποκρισίας των τηλεαστέρων και κάποιες προφυλακίσεις ναζιστών, η επαναφορά της θεωρίας των 2 άκρων και η απαίτηση δηλώσεων μετανοίας κατά της βίας επανήλθε-αν έφυγε και ποτέ.
Ο Σαμαράς στο εσωκομματικό του διάγγελμα κι ο Δένδιας σε συνέντευξη του, κήρυξαν τον πόλεμο στους αμφισβητίες της έννομης τάξης. Θα ήταν λάθος να θεωρήσει κανείς όλο αυτό ένα κοινοβουλευτικό ανταγωνισμό ανάμεσα σε ΝΔ και Σύριζα, ακριβώς όπως ήταν λάθος να ιδωθεί η επιχείρηση κατά της χα σαν «κόλπο» αποπροσανατολισμού ή απόπειρα της κυβέρνησης να προσελκύσει τους φιλοναζί ψηφοφόρους. Αντίστοιχα η επαναφορά της «θεωρίας των 2 άκρων» δεν είναι απλά η προσπάθεια της ΝΔ να διατηρήσει ζωντανή την εμφυλιοπολεμική της αντικομμουνιστική ρητορεία ώστε να μην τρομάξει η ανθρώπινη σκόνη που την ακολουθεί από τον όψιμο κυβερνητικό «αντιφασισμό»( ο Κρανιδιώτης ως γνήσιο υποπροϊόν της ακροδεξιάς προσωποποιεί αυτή ακριβώς την τακτική).
Δε σημαίνει πως δεν υπάρχουν  όλα αυτά, αλλά επιτέλους δεν περιορίζουμε την οπτική μας στο κοινοβούλιο όπως ο Σύριζα. Το κυρίαρχο προσωπικό της αστικής τάξης δεν πορεύεται με γνώμονα το κοινοβουλευτικό του όφελος, αντίθετα εκφράζει, κι επιβάλει μέσω του κράτους, έστω διαμεσολαβημένα, τις επιδιώξεις της άρχουσας τάξης κι από εκεί προκύπτει και το δικό του όφελος.
Βία και νομιμότητα
Οι επιδιώξεις της άρχουσας τάξης και του μπλοκ εξουσίας είναι πολύ απλά η πολιτική αντιστοίχηση του μονομερούς πολέμου που λαμβάνει χώρα στην κοινωνία των ιδιωτών. Η επίθεση στο προλεταριάτο και τους όρους ύπαρξης του είναι το περιεχόμενο της κρίσης αλλά ταυτόχρονα είναι και η αστική πολιτική διαχείριση της κρίσης. Η αλλαγή της ταξικής ισορροπίας παράγει τις αντίστοιχες μετατοπίσεις στο κρατικό εποικοδόμημα που (προσπαθούν να) οργανώνουν πολιτικά κι ιδεολογικά τη νέα ισορροπία, συντελώντας στην αναπαραγωγή της.
Η τυπική ισότητα απέναντι στο νόμο είναι πάντα η θεσμική έκφραση της πιο άγριας ανισότητας, απλά στην κρίση η διατήρηση των δικαιωμάτων της αστικής τάξης στην εκμετάλλευση ισοδυναμεί με την αφαίρεση ή τον περιορισμό αυτών των δικαιωμάτων από τους πληβείους. Η επιβολή μιας νέας ισορροπίας, η δυναμική «επιστροφή» της ταξικής αντίθεσης που στην ανάπτυξη και τη συνείδηση που παράγεται τότε, εμφανίζεται ως ενότητα,  προϋποθέτει βία. Συνεπώς θέτει εκ νέου το ζήτημα της βίας από τη σκοπιά όλων των τάξεων και των πολιτικών τους υποκειμένων.
Με αυτή την έννοια η εξίσωση του κινήματος στις Σκουριές, των ταξικών αγώνων(απεργίες-διαδηλώσεις) με τους μαχαιροβγάλτες με τα μαύρα που δρούσαν σε συνεργασία με την αστυνομία είναι μια ξεκάθαρη πολιτική απαίτηση υποταγής στη νομιμότητα, τα πλαίσια της οποίας ορίζονται από το κράτος, το δήθεν εκφραστή του γενικού συμφέροντος. Ταυτόχρονα αυτή η εξίσωση της βίας «απ΄όπου κι αν προέρχεται», δεν είναι απλά μια χοντροκομμένη θεωρία. Αυτή η χυδαία χοντροκοπιά είναι ο ορισμός της βίας από τη σκοπιά του αστικού συμφέροντος: βία είναι ανεξάρτητα από πράξεις, μέσα και σκοπούς, ό,τι είναι εκτός νομιμότητας, κάθε πράξη ή λόγος που στρέφεται ακόμα και συμβολικά εναντίον της νομιμότητας. Μια νομιμότητα που ορίζεται αυτοαναφορικά από το κράτος κι επιβάλλεται με τη νόμιμη βία που είναι νόμιμη γιατί μπορεί κι ορίζει τη νομιμότητα.
 Έτσι βία είναι κάλλιστα μια ειρηνική μαθητική κατάληψη,( το παράδειγμα της Λαμίας) μια διαδήλωση που παρακωλύει την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων κι εμπορευμάτων, ακόμα όπως είπε κι ο Σαμαράς βία είναι η αμφισβήτηση της επιτυχίας της χώρας!
Το δίκαιο και ο νόμος εδράζονται πάντα στη βία κι έτσι ο νόμος δεν είναι παρά η ισχύς της επιβολής του. Κι επειδή ο νόμος, το κράτος και η νομιμότητα είναι πάντα ταξικά, το περιεχόμενο τους είναι η ικανότητα επιβολής του αστικού συμφέροντος-δικαιώματος στην εκμετάλλευση και η προβολή αυτού του μερικού συμφέροντος σαν γενικού. Αυτή η ανομολόγητη αλήθεια της βιαιότητας του νόμου, συσκοτίζεται την περίοδο της ομαλής αναπαραγωγής(λέγε με ανάπτυξη) μιας και η συνείδηση που παράγεται ομαλά στην αστική κοινωνία φετιχοποιεί αυτή την αλήθεια και αντιλαμβάνεται το ωμό συμφέρον του κεφαλαίου ως καθολικό. Την εποχή όμως της κρίσης ο νόμος αδυνατεί να παρουσιάζεται ως γενικό συμφέρον και προβάλει στην πιο καθαρή του όψη, αυτή της βίας.
Μιας βίας που επειδή είναι έννομη εμφανίζεται ως μη βία, άρα προφανώς και δεν καταδικάζεται από κάθε ηθικολόγο πασιφιστή. Την ίδια στιγμή η ενδοοικονομική βία(ανεργία, φτώχεια κτλ) που στην κρίση ισοδυναμεί με την εξόντωση αυτών που περισσεύουν (και στις μητροπόλεις όχι μόνο στην περιφέρεια) συνεχίζει να παρουσιάζεται και να επιβάλλεται ως φυσική κατάσταση.
Η αστική αντίληψη για τη βία ακριβώς επειδή εμβαπτίζεται στο υπαρξιακό συμφέρον της αστικής τάξης, καταδεικνύει το σάπιο χαρακτήρα των αξιών της και δεν είναι τίποτα άλλο παρά χυδαία απολογητική της κοινωνικής βαρβαρότητας. Καθόλου περίεργο λοιπόν που για την αστική διανόηση η βία είναι ίδια, ανεξάρτητα από το αν στρέφεται ενάντια σε πράγματα ή σε ανθρώπους, ανεξάρτητα από το αν είναι συμβολική ή πραγματική, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για βία ενάντια στην αυθαιρεσία της εξουσίας, βία νομιμοποιημένη ακόμα κι από τον αστικό διαφωτισμό. Έτσι για τους καθηγητάδες και τους καθεστωτικούς δημοσιογράφους βία είναι τα συνθήματα, οι απεργίες ακόμα και η ριζοσπαστική κριτική αλλά δεν είναι τα χημικά, τα βασανιστήρια και το αλύπητο ξύλο των ένστολων ορδών. Ίσα-ίσα που η αστυνομία αποτελεί ως φορέας βίας, την κορωνίδα της δημοκρατίας, το πνεύμα και το σώμα του κράτους.
Φυσικά για την κυρίαρχη συνείδηση βία δεν είναι η εκατόμβες των μεταναστών στα σύνορα της Ευρώπης-φρούριο ακόμα κι αν μπροστά τους βλέπουν τα πτώματα αυτών που χωρούν στην πολιτισμένη Ευρώπη είτε ως σκλάβοι αφεντάδων, είτε ως κρατούμενοι των στρατοπέδων, είτε ως νεκροί. Βία είναι η δίκαιη εξέγερση των μεταναστών στο κολαστήριο της Αμυγδαλέζας, αλλά όχι φυσικά η ίδια η Αμυγδαλέζα, ενώ όποιος κρίνει αυτή τη βαρβαρότητα μάλλον «δεν καταδικάζει τη βία» άρα εγκαλείται από την αγία νομιμότητα.
Αυτός ο παραλογισμός, αυτή η ανιστορική μεταφυσική προσέγγιση της βίας όπως και η αυτοαναφορικότητα της έννομης τάξης( είναι έννομη γιατί είναι νόμιμη, είναι νόμιμη γιατί είναι έννομη) δεν οφείλονται σε κάποια υποκειμενικά χαρακτηριστικά των αστών πολιτικών, δεν είναι απόρροια της διανοητικής τους τεμπελιάς. Είναι η «θεωρητική» υπεράσπιση της κοινωνικής διαίρεσης που αναπαράγεται μέσω της βίας και που αποτελεί την πραγματικότητα, πέρα από ωραιοποιήσεις. Μας λένε κατάμουτρα «πως η βία είναι μια παρέκκλιση από ένα πλαίσιο ειρηνικών διευθετήσεων» τη στιγμή που υλοποιούν με όπλο την κρατική βία, μια βίαιη αλλαγή των όρων ύπαρξης κι αναπαραγωγής εκατομμυρίων ανθρώπων.
Δεν είναι καθόλου περίεργο που η αστική διανόηση και το κράτος, όσο και αν θέλουν να παρουσιάζονται ως ουδέτεροι ή απλοί υπερασπιστές της έννομης τάξης πέρα «από χρώμα και πολιτική»  όσο και να συσκοτίζουν την πρωτογενή βία, αδυνατούν να κρύψουν τη μονομέρεια τους. Γιατί αυτή ακριβώς η μονομέρεια που εκφράζεται με την άνευ όρων υπεράσπιση των δικαιωμάτων της αστικής τάξης ή με τη συμπάθεια στο δεξιό άκρο, αποτελεί το περιεχόμενο της «ουδετερότητας». Από τους μπάτσους και τους φασίστες στο δρόμο, από τους οργανικούς τους διανοούμενους που νοσταλγούν την ευνομία του μετεμφυλιακού κράτους, μέχρι το Στουρνάρα και το Σαμαρά που θεωρούν αυτονόητο να τσακιστεί το προλεταριάτο στο βωμό της ανάπτυξης, η λατρεία της έννομης βίας αποτελεί τη συγκολλητική τους ουσία. Είναι η διαλεκτική πορεία της σκέψης του γελοίου αναλυτή της Καθημερινής: από το αυτονόητο της διάσωσης των τραπεζών, στη σοβαρή χα και τον εθνικισμό που δεν είναι ντροπή.
Αυτή η λατρεία της έννομης βίας(που πάει χέρι-χέρι με τη λατρεία του κεφαλαίου), η λατρεία της αστυνομίας και των σωμάτων ασφαλείας συνοδεύεται πάντοτε από ουρλιαχτά για καταδίκη της βίας. Γιατί όσο η βία καταδικάζεται, τόσο το μονοπώλιο της βίας από το κράτος επιβεβαιώνεται και τόσο το ίδιο γίνεται πιο βίαιο, επεκτείνοντας καταχρηστικά το μονοπώλιο του σε νέες περιοχές, συγχωνεύοντας τη βία που συντηρεί με τη βία που θεσπίζει παράγοντας νέα νομιμότητα μέσα από τις συνεχείς παραβιάσεις της προηγούμενης.
Επομένως θα πρέπει ξεκάθαρα να αντιληφθούμε πως η εμμονή «στην καταδίκη της βίας» ισοδυναμεί όχι μόνο με εξίσωση της δίκαιης και της άδικης βίας αλλά με υποταγή στην κρατική βία, με τον ευνουχισμό δηλαδή κάθε απελευθερωτικού-επαναστατικού εγχειρήματος.
Η τυπική ισότητα απέναντι στο νόμο, αυτή η φετιχοποιημένη θέσμιση της ανισότητας, προϋποθέτει βία, στηρίζεται στη βία(φυσική κι οικονομική, ρητή κι άρρητη) κι ανατρέπεται μόνο με τη βία. Εξάλλου ας μην ξεχνάμε πως στην όμορφη κι ειρηνική κοινωνία μας, το  δικαίωμα του καπιταλιστή συγκρούεται με το δικαίωμα του εργάτη. Κι ανάμεσα σε ίσα δικαιώματα αποφασίζει η βία. Και κανείς δεν μπορεί να παριστάνει εσαεί τον ουδέτερο.
Για τους κομμουνιστές η βία δεν είναι αυτοσκοπός για αυτό και το ταξικό μίσος συνοδεύεται από το όραμα μιας κοινωνίας δίχως βία. Δεν καταδικάζουν όμως τη βία, δεν εξισώνουν τη βία των καταπιεσμένων με αυτή των καταπιεστών, δεν είναι κατά της βίας από θέση αρχής, γιατί γνωρίζουν πως αυτού του είδους οι εξισώσεις κρύβουν το πραγματικό πρόσωπο της πρωτογενούς βίας και άρα είναι στην ουσία τους πιο βίαιες από την επαναστατική αντιβία και την υπεράσπιση της.
Στα κελεύσματα των πασιφιστών, οι κομμουνιστές απαντούν με μια σαρωτική κριτική της χυδαίας ουδετερότητας, στις προσταγές των αφεντάδων με τόλμη και θάρρος. Κρατούν άσβεστη τη φλόγα των Γιακωβίνων και των Αβράκωτων, του Μπαμπέφ και του Μπλανκί, γιατί  ξέρουν καλά, αυτό που οι αστοί δε θέλουν να θυμούνται: πως η πολιτική αντιβίαμετατρέπει τα θύματα σε συνειδητά δρώντα υποκείμενα και πως οι επαναστάσεις, όπως η Γαλλική που θεμελίωσε πολιτικά τον καπιταλισμό, είναι πάντοτε βίαιες και παράνομες, αλλά όποτε νικούν  παράγουν δίκαιο. Και τότε ποιος θα βρεθεί να τις καταδικάσει;
Άκης Τζάρας
 

Η αραβική άνοιξη στην καρδιά του (συριακού) χειμώνα

syriaΤου Άκη Τζάρα

Το Δεκέμβρη του 2010, η πολιτική πράξη της αυτοκτονίας του νεαρού Τυνήσιου Μπουαζίζι πυροδότησε μια σειρά ταραχών που μετατράπηκαν γρήγορα σε εξέγερση και οδήγησαν στην ανατροπή του Μπεν Αλί. Μέχρι η ιμπεριαλιστική δύση να αντιληφθεί το μέγεθος της δυναμικής της τυνησιακής εξέγερσης, εκείνη είχε ήδη μεταλαμπαδευτεί στην κρίσιμη γεωπολιτικά Αίγυπτο.
Θεωρούμε πως από εκείνη τη στιγμή, παράλληλα με την κίνηση των καταπιεσμένων, μια σειρά από δυνάμεις αλληλεπιδρούν, παράγοντας τη βαθιά αντιφατική διαδικασία που η κυρίαρχη αφήγηση ονομάτισε αραβική άνοιξη. Ο δυτικός ιμπεριαλισμός, χωρίς να είναι ενιαίος, οι τοπικές περιφερειακές δυνάμεις, το μπλοκ της Ρωσίας και της Κίνας, αλλά και πολιτικά και κοινωνικά υποκείμενα-εκφραστές συμφερόντων των ντόπιων ελίτ, των μεσαίων στρωμάτων κτλ, άρχιζαν να προσπαθούν, είτε σε συνεργασία, είτε σε σύγκρουση με τα πληβειακά τμήματα των αραβικών μαζών, να επιβάλλουν τις δικές τους λύσεις, τη δική τους «ανοιξιάτικη» εκδοχή.

Διαρκής επανάσταση ή άχρονη εξέγερση;

Αν και το παλιό στάτους κβο στην περιοχή είναι αναμφίβολα νεκρό ως μορφή, μόνο αδαείς ή αστοιχείωτοι πολιτικά μπορούν στα σοβαρά να ισχυρίζονται πως το καινούριο που γεννιέται περιγράφεται από το υπεραπλουστευμένο σχήμα μιας αδιαμεσολάβητης εξέγερσης που συνεχίζεται στο διηνεκές αυτούσια όπως όταν ξεκίνησε. Ακόμα και για τους οπαδούς του αγώνα διαρκείας αυτό καταντά γκροτέσκο, ενώ για τους εραστές του αδιαμεσολάβητου αγώνα ας θυμίσουμε πως δυστυχώς η πρώτη διαμεσολάβηση είναι ο χρόνος, η αλληλουχία των γεγονότων που συνθέτουν την ιστορία.

Ας θυμίσουμε την εξέγερση στη Λιβύη, την αστική προπαγάνδα που κατάπιε αμάσητη η γερασμένη αριστερά, που βάπτιζε τους δοσίλογους μαχητές αμάχους, την ιμπεριαλιστική επέμβαση που λειτούργησε ως αεροπορία για τους αντικανταφικούς, την ηγεμονία από την πρώτη στιγμή των αστικών δυνάμεων στη λιβυκή αντιπολίτευση, το λυντσάρισμα του Καντάφι υπό την κάλυψη των αφεντάδων του δυτικού πολιτισμού και τελικά τη βαθιά οπισθοδρόμηση στην οποία βουλιάζει τώρα η Λιβύη, μαζί και η όποια ονείρωξη για την αδιαμεσολάβητη εξέγερση της.
Ας σταθούμε με προσοχή στην Αίγυπτο, όπου ύστερα από έναν τριετή κύκλο αγώνων, ο στρατός είναι ξανά ο εγγυητής της ομαλότητας, έχοντας ανατρέψει το νόμιμα εκλεγμένο Μόρσι με πραξικόπημα, του οποίου η εκλογή είχε πιστοποιήσει την κυριαρχία μερίδας των αστικών δυνάμεων στην αιγυπτιακή μεταπολίτευση. Όσο κι αν μας καλούν διάφοροι αραβολόγοι (και της αριστεράς) να μην θεωρήσουμε το πραξικόπημα αντεπανάσταση, αλλά ένα ακόμα επεισόδιο στην φαντασιωτική τους εξέγερση, εμείς με θλίψη ίσως, αλλά χωρίς ωραιοποίησεις διαπιστώνουμε πως δίχως πολιτικό-επαναστατικό υποκείμενο, η εξέγερση ηττάται, γιατί ακόμα κι αν οι μάζες κινητοποιούνται εξεγερσιακά κάτω από αλλότριες σημαίες, η κίνησή τους αυτή μόνο στη μορφή φαντάζει εξεγερσιακή, στο περιεχόμενο υπηρετεί την αντεπανάσταση.
Αντίστοιχα στην Τυνησία-τη μαμμή της αραβικής εξέγερσης, έχουν δολοφονηθεί ηγέτες και στελέχη της  αριστερής αντιπολίτευσης (Συμβούλιο για την υπεράσπιση της Επανάστασης).  Ενώ ας μην ξεχνάμε την ωμή καταστολή της εξέγερσης των σιιτικών μαζών, στο Μπαχρέιν από τη Σαουδική Αραβία με τις ευλογίες της δύσης, αλλά και τη λάιτ αλλαγή δικτάτορα στην Υεμένη.
Τα λέμε όλα αυτά γιατί η εμμονή στην «εξέγερση που συνεχίζεται» και που αναπαράγεται άκριτα και στη Συρία, οδήγησε σε μια ιμπρεσιονιστική κατανόηση των ιστορικών γεγονότων, σε μια αφαίρεση χωρίς κανένα υλικό-πραγματικό περιεχόμενο όπου αφηρημένα οι εξεγερμένοι, (ανεξάρτητα από ποιος τους χρηματοδοτεί, ποια τάξη και ποια ιδεολογία ηγεμονεύει) μάχονται κακούς δικτάτορες (ανεξάρτητα πάλι από τις διαφορές τους κι από το ποιος γεωπολιτικά επωφελείται από την ανατροπή τους).
Αυτό το δημοκρατικολάγνο παραμυθάκι, καθαρή μικροαστική αυταπάτη, όσο κι αν διαψεύδεται από την πραγματικότητα (όπως φτάνει διαμεσολαβημένα σε μας τους «πολίτες της δημοκρατίας») είναι αυτούσια η κυρίαρχη συνείδηση.
Γι’ αυτό και οι θιασώτες της ή οδηγούνται στην ενεργητική ή παθητική υποστήριξη του ιμπεριαλισμού, ή στην κουραστική πασιφιστική ρητορεία (όχι στον πόλεμο).
Στην καλύτερη περίπτωση αρκούνται σε συναισθηματικές καταγγελίες ενάντια στον κακό ιμπεριαλισμό και τις αστικές δυνάμεις που πνίγουν ή καναλιζάρουν την εξεγερσιακή δυναμική, λες και θα μπορούσαν (ή μήπωςθα έπρεπε;) να κάνουν κι αλλιώς.
Σημαίνει αυτό όπως ισχυρίζεται η συνωμοσιολογική αφήγηση -η άλλη όψη της άχρονης εξέγερσης- πως από την αρχή η αραβική άνοιξη κατασκευάστηκε από τις μυστικές υπηρεσίες, ή ακόμα πιο απαισιόδοξα πως τίποτα δεν έμεινε από όλα αυτά;
Καταρχήν η αστυνομική αντίληψη της ιστορίας, εκτός από ιδεαλιστικό παραλήρημα, είναι πάντα αντιδραστική γιατί κατασκευάζει έναν παντοδύναμο άρχοντα που έχει πλήρη έλεγχο κάθε περιοχής του πλανήτη, κάτι που στη σύγχρονη γεωπολιτική πραγματικότητα δεν στέκει παρά μόνο ως ακροδεξιό υποπροϊόν.
Κατά δεύτερον, η κίνηση των αραβικών μαζών, το αραβικό 1848, ανεξάρτητα από τον αντεπαναστατικό χειμώνα που αποτελεί την επόμενη φάση του, αποτελεί ένα νέο σημείο εκκίνησης, αφού κατέδειξε θετικά τη δυναμική των πολιτικών ταξικών αγώνων, αρνητικά την απουσία της συνειδητής επαναστατικής μειοψηφίας. Από αυτή την άποψη, μόνο χυδαίοι απολογητές μπορούν να αποτιμήσουν ως αρνητική την αραβική αφύπνιση, ακόμα κι αν το λόγο τώρα έχουν οι αστικές δυνάμεις, ο ιμπεριαλισμός και το πολιτικό Ισλάμ και μάλιστα, όπως στη Συρία, η πιο αντιδραστική -σουνιτική- εκδοχή του.

 Η Συρία πέρα από τις συνηθισμένες φαντασιώσεις

Υπό το πρίσμα όλων των παραπάνω παραδοχών, ο εμφύλιος πόλεμος που μαίνεται στη Συρία και η πυρετώδης διπλωματία που μοιάζει να αντικαθιστά προς το παρόν τις πολεμικές προετοιμασίες, απέχουν παρασάγγας από την αφήγηση της πλειοψηφίας της ευρωπαϊκής αριστεράς, που ακόμα και δυόμισυ χρόνια μετά την απαρχή της συριακής εξέγερσης (Μάρτης 2011) επιμένει να αγνοεί τα γεγονότα και να κάνει λόγο για την εξέγερση που συνεχίζεται παρά τις δυσκολίες της.
Κατά τη γνώμη μας, η συριακή εξέγερση, ως αυθεντικό κίνημα των καταπιεσμένων, δεν υφίσταται πια, ηττήθηκε όχι μόνο στρατιωτικά από το καθεστώς, αλλά πολιτικά από την άμεση ανάμειξη του ιμπεριαλισμού και των περιφερειακών δυνάμεων -Τουρκία-Σαουδική Αραβία-, από την ηγεμονία των αστικών δυνάμεων στο εσωτερικό της αντιπολίτευσης κι από την κυριαρχία των πιο σκοταδιστικών εκδοχών του πολιτικού ισλάμ.
Αδυνατούμε να κάνουμε λόγο για λαϊκή εξέγερση όταν τους αντικαθεστωτικούς αποτελούν: ο Ελεύθερος Συριακός Στρατός (όπλα από Ήπα), στρατιωτικό σκέλος του δοσιλογικού Συριακού Εθνικού Συνασπισμού με ηγέτη τον πρώην καθεστωτικό Ίντρις και μια πληθώρα ισλαμιστικών πολιτοφυλακών ανεξάρτητων μεταξύ τους, με κύρια τη Τζαμπχάτ αλ Νούσρα που εξοπλίζεται από τους Σαούντ κι είναι φανατική ουαχαβίτικη σέκτα. Όλα αυτά συνάδουν πως μια ανατροπή του Άσαντ από αυτό τον εσμό, θα δημιουργήσει ή μια τριχοτομημένη χώρα, με ζώνες φατριών κι εγγυητή της χαώδους ομαλότητας τον ιμπεριαλισμό ή ένα ιμπεριαλιστικό προτεκτοράτο. Όλα αυτά θα σημάνουν την ενίσχυση της ήδη ενισχυμένης Σ.Αραβίας και του Ισραήλ, και τη στρατηγική ήττα του Ιράν, και κατ’ επέκταση θα εντείνουν την πίεση στη Χεσμπολάχ και τη Χαμάς, τις μόνες πολιτικές δυνάμεις που μάχονται ακόμα για την παλαιστινιακή υπόθεση. Σίγουρα για τους κομμουνιστές μια εξέγερση ούτε πραγματώνεται με σπόνσορες, ούτε ενισχύει τους παγκόσμιους αφέντες. Η ελευθερία κατακτιέται σε σύγκρουση με τον ιμπεριαλισμό κι αυτός ο «ξύλινος» αφορισμός είναι ο μπούσουλάς μας στο χαώδες γεωπολιτικό τοπίο. Θεωρούμε πως οι αυθεντικές λαϊκές δυνάμεις έχουν εξοντωθεί φυσικά από τον Άσαντ ή τους δοσίλογους αντικαθεστωτικούς και πλέον αδυνατούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο, ανεξάρτητα από τα φαντασιωτικά αφηγήματα τις δυτικής αριστεράς.
Μόνο  οι κουρδικές πολιτοφυλακές φαίνεται να διατηρούν ένα στοιχειώδες αντιιμπεριαλιστικό κι επαναστατικό περιεχόμενο και η ανάδυση ενός απελευθερωμένου δυτικού Κουρδιστάν που δεν έχει καμία σχέση με το δοσιλογικό ιρακινό του Μπαρζανί θέτει εκ νέου το κουρδικό ζήτημα. Με όρους μάλιστα που ενισχύουν το  PKK και μπαίνουν σφήνα στα ιμπεριαλιστικά και τα τουρκικά σχέδια.

Ρέκβιεμ για την ιμπεριαλιστική αριστερά

Με το κουρδικό να αποτελεί λοιπόν τη μόνη προς το παρόν θετική συνέπεια του συριακού εμφυλίου, εμείς θα εμείνουμε στις πολιτικές προεκτάσεις της ιμπρεσιονιστικής κατανόησης των γεγονότων από τη δυτική αριστερά κι όχι μόνο (βλέπε και την κοινή ανακοίνωση των πέντε αραβικών οργανώσεων). Απορούμε πως επιμένουν να αγνοούν τον καταφανή αντιδραστικό και φιλοϊμπεριαλιστικό χαρακτήρα της αντιπολίτευσης, οργανώσεις που τήρησαν και τηρούν με θρησκευτική ευλάβεια ίσες αποστάσεις ανάμεσα στη Χαμάς και το Ισραήλ, τη Χεσμπολάχ στον πόλεμο το 2006, ανάμεσα στην ιρακινή ή την αφγανική αντίσταση και τις δυνάμεις κατοχής από το 2004 μέχρι σήμερα. Εκεί τάχα δεν υπήρχαν και κοσμικές δυνάμεις που μάχονταν τον κατακτητή; Φαίνεται πως για τη γερασμένη αριστερά, το Ισλάμ, που το κατανοεί το ίδιο χοντροκομμένα όπως οι ζηλωτές του ιμπεριαλισμού, είναι πρόβλημα όταν μάχεται τους σταυροφόρους (“ούτε Σαντάμ ούτε μπαρμπα Σαμ”) κι όχι όταν πολεμά τον Καντάφι ή τον Άσαντ. Εκεί γίνεται αποδεκτό να πολεμάς πλάι-πλαί με ουαχαβίτες, γιατί «τα πράγματα δεν είναι καθαρά» αλλά όταν το Κοράνι είναι όπλο ενάντια στους δυτικούς, τότε αρχίζει η ρητορική για το αδιέξοδο του ισλαμικού φανατισμού.
Εμείς δεν τσουβαλιάζουμε τον ισλαμισμό της Χαμάς ή της Χεσμπολάχ μαζί με τους μισθοφορικούς ισλαμισμούς των δολοφόνων που δρουν τώρα στη Συρία. Η παλαιστινιακή αντίσταση είναι δίκαιη, όπως δίκαιη ήταν και η ταπείνωση του ισραηλινού στρατού από τους μαχητές της Χεσμπολάχ.
Θεωρούμε πως η μεγαλύτερη βαρβαρότητα είναι οι μυστικές φυλακές της CIA, το Γκουαντάναμο και το Αμπού Γκράιμπ, το απαρτχάιντ του ισραηλινού κράτους και η φυλακή της Γάζας και οι όποιοι σύμμαχοι αυτής της βαρβαρότητας. Πιστοί όχι στην καινοφανή και ξένη προς το επαναστατικό πνεύμα θεωρία των ίσων αποστάσεων, αλλά αντίθετα στην υπεράσπιση όσων μάχονται τον ιμπεριαλισμό, ανεξάρτητα από τις διαφορές μαζί τους, οι κομμουνιστές θεωρούν μικρότερο κακό την ήττα της δικής τους αστικής τάξης -πιο διευρυμένα του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου. Ούτε ταυτιζόμαστε, ούτε ξεχνάμε τους ανοιχτούς λογαριασμούς με καθεστώτα τύπου Άσαντ, αλλά δεν μπορούμε στο όνομα της ανατροπής τους να συνταχθούμε με τα καθάρματα που εμφανίζονται ως φορείς της δημοκρατίας και του πολιτισμού. Με αυτή την έννοια διαλέγουμε στρατόπεδο, στη βάση αυτών που υπάρχουν μαχόμενα στο σήμερα κι όχι σε ιδεατούς κόσμους. Η ήττα των ιμπεριαλιστικών σχεδίων και των δοσίλογων εκφραστών τους είναι η αναγκαία αλλά όχι επαρκής συνθήκη για οποιαδήποτε γνήσια κι όχι κίβδηλη απελευθέρωση των καταπιεσμένων.

Γεωπολιτικές αναταράξεις ή SOSΠεντάγωνο καλεί Μόσχα

Ο συριακός εμφύλιος-κομμάτι της γεωπολιτικής αλλαγής στην περιοχή αποτελεί συμπύκνωση όλων των ανταγωνιστικών σχεδίων των δυνάμεων που διατηρούν συμφέροντα. Ουσιαστικά πριν τις αλλαγές των τελευταίων τρίων χρόνων, η ανάδειξη του Ιράν σε ισχυρό περιφερειακό παίκτη, λόγω και της πτώσης του Σαντάμ και των Ταλιμπάν, και η έμπρακτη στήριξή του σε Συρία, Χαμάς και Χεσμπολάχ ήταν κόκκινο πανί για το δυτικό ιμπεριαλισμό, αλλά και για τη Σ.Αραβία. Ειδικά η ανατροπή του Μουμπάρακ και η αστάθεια της Αιγύπτου-προπύργιο των Ηπα και σύμμαχος του Ισραήλ, δημιούργησε μια ασύμμετρη κατάσταση στην περιοχή. Σε αυτό το πλαίσιο ανατροπών, ο ιμπεριλισμός επιτέθηκε αρχικά στη Λιβύη, κατέστειλε την εξέγερση στο υπογάστριο των Σαούντ, το Μπαχρέιν και άρχισε να σχεδιάζει την ανατροπή του ιρανικού άξονα επιρροής, σε μια προσπάθεια ισορρόπησης των νέων δυσμενών συσχετισμών.
Την ίδια στιγμή η ενίσχυση της Σ.Αραβίας ως όαση σταθερότητας (μαζί με την Ιορδανία;) επέτρεψε στους διεφθαρμένους πρίγκηπες να διεκδικήσουν αναβαθμισμένο ρόλο. Η συντριβή από το στρατό των Αδελφών μουσουλμάνων στην Αίγυπτο είναι επίσης δώρο στους σαουδάραβες ουαχαβίτες, καθώς η αδελφότητα είναι ευθέως ανταγωνιστική πολιτική δύναμη. Εδώ να θυμίσουμε πως το ισλάμ στην περιοχή είναι κοινωνική δύναμη, τρόπος οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων και με αυτή την έννοια οι θρησκευτικές μορφές, ανεξάρτητα από το φετιχιστικό-συντηρητικό τους χαρακτήρα έχουν υλικό κοινωνικό περιεχόμενο.
Η Σ.Αραβία όντας ένα αυταρχικό κράτος, η στυγνότερη δικτατορία στην περιοχή δεν αποτελεί επουδενί ελκτικό κοινωνικό μοντέλο για τις αραβικές μάζες, σε αντίθεση με το πολιτικό ισλάμ της αδερφότητας, μητέρα οργάνωση και για τη Χαμάς, ή με το ριζοσπαστικό ισλαμισμό της Χεσμπολάχ, ακόμα και με την ιρανική εκδοχή του. Επομένως η συντριβή των «αιρετικών» δεν προκύπτει από φανατισμό, αλλά είναι μια ξεκάθαρη πολιτική στόχευση.
Οι κομμουνιστές οφείλουν να διακρίνουν πίσω από τα διάφορα δόγματα και τις πολιτικές τους εκφράσεις, τα ταξικά συμφέροντα κι όσο κι αν οι θρησκευτικές ταυτότητες είναι εγγενώς προβληματικές, πρακτικά η ταύτιση των επιμέρους ισλάμ είναι δυτικός-ιμπεριαλιστικός τρόπος προσέγγισης. Στο κάτω-κάτω οι θρησκευτικές ταυτότητες κι οι άνοδος του ισλάμ, ήρθε έπειτα από την ήττα ή την απαξίωση της αριστεράς, του μπααθισμού, του παναραβισμού κτλ με την περίπτωση της Χαμάς-Φατάχ να είναι ενδεικτική.
Εκτός όμως από τους τοπικούς ανταγωνισμούς, η Συρία αποτελεί πεδίο διπλωματικής σύγκουσης και γεωπολιτικού ανταγωνισμού των Ήπα και της Ρωσίας (στο βάθος Κίνα). Η Ρωσία διατηρεί συμφέροντα στη Συρία, εξάγει οπλικά συστήματα, ελλιμενίζει το στόλο της και σε κάθε περίπτωση δεν έμεινε απαθής στις προσπάθειες ανατροπής του καθεστώτος Άσαντ, χωρίς αυτό φυσικά να σημαίνει ταύτιση συμφερόντων.
Με αφορμή μια επίθεση με χημικά όπλα στις 21 Αυγούστου, οι Ηπα επανέφεραν το ιδεολόγημα του ανθρωπιστικού πολέμου και θέλησαν μάλιστα σε επανάληψη του 2003 να χαλκεύσουν και τα στοιχεία, με τα οποία θα αποδείκνυαν την ευθύνη του Άσαντ. Από κοντά είχαν, εκτός από τους Βρετανούς, συνήθεις συμμάχους, και τη Γαλλία του “σοσιαλιστή” Ολάντ.
Το γαλλικό κεφάλαιο, υποβαθμισμένο στην νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα της γερμανικής ηγεμονίας, με το κοινωνικό  κράτος βαρίδι, αν και με υψηλή παραγωγικότητα εργασίας, επιθυμεί να διεδικήσει εκ νέου κυρίαρχο ρόλο σε μια ρευστή κατάσταση. Έτσι εδώ και πέντε χρόνια το γαλλικό κράτος κάνει κι έναν πόλεμο άνα έτος, κυρίως στην Αφρική (Μάλι-Λιβύη), την οποία θεωρεί προνομιακό του χώρο, χρησιμοποιώντας την στρατιωτική του υπεροπλία σαν έμμεση υπενθύμιση  προς κάθε ενδιαφερόμενο και κυρίως στο Βερολίνο. «Έχω ελλείμματα, αλλά έχω και πυρηνικά και ζωτικά συμφέροντα σε Αφρική και Μέση Ανατολή, δεν είμαι απλά δευτεραγωνιστής της ΕΕ, είμαι πρώην αποικιοκρατική δύναμη» κλαψουρίζει το γαλλικό κεφάλαιο. Η γαλλική ελίτ εκμετάλλευεται την εσωστρέφεια της Γερμανίας που κυρίως λόγω: των σχέσεων της με Ρωσία και Κίνα, της προσδοκίας της να κυριαρχήσει στην Ευρώπη και να αναβαθμίσει το ευρώ σε σχέση με το δολλάριο αλλά και λόγω του παρελθόντος, μοιάζει εξαιρετικά απρόθυμη να  εμπλακεί σε πολεμικές περιπέτειες προς όφελος των Ήπα. Δε βρισκόμαστε πια από κάθε άποψη στο 2001 ή το 2003, όπου η αμερικάνικη ηγεμονία ήταν, αν και σχετική, αδιαμφισβήτητη.
Έτσι οι Ήπα, υπό την πίεση της Ρωσίας, που έδειξε με κάθε τρόπο πως δε θα ανεχτεί ένα ακόμα αμερικάνικο χτύπημα στη σφαίρα επιρροής, αλλά και με δεδομένο τον σκεπτικισμό στο εσωτερικό της αμερικανικής ελίτ για την αποτελεσματικότητα ενός χτυπήματος στη Συρία, προτίμησαν να υποχωρήσουν και να μοιραστούν την ισχύ τους με τους Ρώσους. Όταν ο Λαβρόφ πρότεινε η Ρωσία να εγγυηθεί την καταστροφή των χημικών του Άσαντ, η Μόσχα είχε ήδη επιτύχει μια διπλωματική νίκη, μιας και ο θείος Σαμ αποδέχτηκε: πρώτον ως συνεγγυητή της νομιμότητας τη Ρωσία, δεύτερον και κρισιμότερο να περιορίσει το μονομερές του δικαίωμα ως παγκόσμια υπερδύναμη να επιβάλλει το συμφέρον του με τα όπλα.
Θα φανεί στο μέλλον αν αυτή η αδυναμία των Ήπα στη συριακή υπόθεση, είναι η αρχή της έμπρακτης αμφισβήτησής τους από τη Ρωσία (και την Κίνα).
Ακόμα κι αν ο Κέρι επιμένει να τονίζει πως η επιλογή της βίας παραμένει-πράγμα που ισχύει, ακόμα κι αν η χρονοβόρα διαδικασία καταστροφής των χημικών του Άσαντ απλά αναβάλλει την ιμπεριαλιστική εισβολή, η ηγεμονία των Ήπα αρχίζει κι έχει ρωσικές προϋποθέσεις.
Η πραγματικότητα της κρίσης συνίσταται εκτός των άλλων, στην αδυναμία ομαλής αναπαραγωγής της κοινωνικής σχέσης εκμετάλλευσης που συγκροτεί τον καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό και την πλανητική της εξαγωγή. Η κρίση επανακαθορίζει τις σχέσεις ανάμεσα στους εθνικούς καπιταλισμούς και θέτει μέσα από τη δυναμική της, υπό αμφισβήτηση την αμερικανική ηγεμονία και το μονοπώλιο του δολαρίου ως παγκόσμιο νόμισμα.
Καθώς η παγκόσμια οικονομία πολώνεται ανάμεσα στην αλληλεξάρτηση και τη σύγκρουση αντίθετων συμφερόντων, η αμερικανική ηγεμονία, απομεινάρι της καταρρέουσας προηγούμενης ισορροπίας, επιβάλλεται όλο και δυσκολότερα ως τέτοια από την αντικειμενική ισχύ των Ηπα. Οι Ήπα ως ελλειμματική οικονομία που βουλιάζει στα χρέη, που σε πολιτειακό επίπεδο ήδη καταρρέει, δεν έχει άλλη επιλογή από τα να τυπώνει τεράστιες ποσότητες δολαριών (80 δις το μήνα) για την αυτοχρηματοδότηση της. Αυτό όμως καθιστά όλο και λιγότερο ελκτικό (από τη σκοπιά του κεφαλαίου) το δολάριο ως επένδυση, πόσω μάλλον ως υποχρεωτικό παγκόσμιο νόμισμα. Το ερώτημα είναι λοιπόν, μέχρι πότε οι Ήπα θα μπορούν να επιβάλλουν με την ισχύ, εξωοικονομικά (και να εξάγουν τα χρέη τους) το δολάριο και μέχρι πότε οι υπόλοιποι παίκτες θα δέχονται πως η αμερικανική ηγεμονία, έστω αντιφατικά, εγγυάται την αναπαραγωγή του παγκόσμιου καπιταλισμού;
Αυτή τη στιγμή ούτε η Ρωσία, ούτε η Κίνα μπορούν να αντικαταστήσουν τις Ήπα, και  εξάλλου μακροπρόθεσμα ο άξονας αυτός έχει ανταγωνιστικά συμφέροντα. Η Ρωσία, εξάγει κυρίως πρώτες ύλες κι οπλικά συστήματα, το πλεόνασμά της όμως δεν αντανακλά κάποια οικονομική δυναμική, αφού υπόκειται άμεσα στις τιμές των υλών αυτών, γεγονός που εξηγεί την προσπάθεια των Ήπα να αυτονομηθούν ενεργειακά, αλλά και να πνίξουν τις αγορές με ποσότητες φυσικού αερίου μέσα από την ανάπτυξη της σχιστολιθικής μεθόδου. Η Κίνα μπορεί να αναπτύσσεται ως καπιταλισμός (βελτίωση τεχνολογικής παραγωγικής βάσης, άμεσες ξένες επενδύσεις, είσοδος στην κυρίαρχη χρηματοπιστωτική σφαίρα), αλλά το φάσμα μιας ισχυρής κρίσης στο εσωτερικό της είναι ορατό και πιστοποιείται ήδη από την έξαρση των ταξικών αγώνων.
Το περιεχόμενο της κρίσης είναι η αλλαγή της προηγούμενης κοινωνικής ισορροπίας, του συσχετισμού ανάμεσα στις τάξεις σε εθνικό και διεθνές επίπεδο και του πλαισίου νομιμοποίησής του. Η κρίση εκτός από επιβολή νέων σχέσεων εκμετάλλευσης στο προλεταριάτο και του αντίστοιχου εποικοδομήματος, μορφοποιείται και ως όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.  Το ξεπέρασμα της κρίσης από καπιταλιστική σκοπιά, η ανάδυση ενός νέου μοντέλου καπιταλιστικής συσσώρευσης στην πλάτη των προλετάριων που περίσσεψαν, θα συντελεστεί μέσα από κολοσσιαίες γεωπολιτικές αλλαγές. Σποραδικά τραντάγματα και προεικονίσεις αυτού του μέλλοντος είναι το παρόν μας, που εμπεριέχει όμως αντιφατικά την πιθανότητα θετικής υπέρβασης της κρίσης, μέσα από τη μετατροπή των εξεγέρσεων σε κομμουνισμό.
Για να συμβεί όμως αυτό, η συνειδητή μειοψηφία θα πρέπει να υπερβεί την αποσπασματική κατανόηση του υπάρχοντος, τα βολικά ερμηνευτικά σχήματα, θα πρέπει να δει την πλήρη εικόνα ώστε να αντιληφθεί το μέγεθος της ταξικής αναμέτρησης πλανητικά και να βρει τη θέση της μέσα σε αυτό το πολύπλοκο γίγνεσθαι.

 

Η χαμένη τιμή της νομιμότητας στις οθόνες

Από τις απαρχές της κρίσης είχαμε τονίσει πως το περιεχόμενο της είναι πρωτίστως η αλλαγή ανάμεσα στις τάξεις και πως μόνο αδαείς ή πολιτικοί απατεώνες δεν καταλάβαιναν πως η επιβολή νέων σχέσεων εκμετάλλευσης, οι πολιτικές βίαιες υποτίμησης της αξίας της εργατικής δύναμης, το τσάκισμα των όποιων κοινωνικών δικαιωμάτων αφενός αποτελούσαν τη μόνη αστική απάντηση στην κρίση, αφετέρου θα παρήγαγαν αντίστοιχες αλλαγές στο πολιτικό-νομικό εποικοδόμημα, στο ίδιο το κράτος. Σε αυτό το πλαίσιο κάθε παραβίαση από τη μεριά των αφεντάδων της αστικής νομιμότητας δε θα έπρεπε να ιδωθεί ως εκτροπή από κάποια εξιδανικευμένη δημοκρατία, αλλά ως στιγμή μετάβασης στη νέα νομιμότητα.
Αυτές οι παραδοχές δε σήμαιναν κι ούτε σημαίνουν πως μένουμε αδιάφοροι στις μετατοπίσεις στο εσωτερικό του κράτους, ούτε πως η πολιτική είναι η επανάληψη θεωρητικά ορθών θέσεων για την ταξικότητα του κράτους κτλ. Η παραδοχή όμως πως η κρίση επαναφέρει στο προσκήνιο όλες τις λησμονημένες εκρεμμότητες που η χυδαία ανάπτυξη είχε απωθήσει, πως η μετάβαση σε ένα κράτος έκτακτης ανάγκης είναι η πολιτική έκφραση του μονομερούς ταξικού πολέμου που λαμβάνει χώρα στην κοινωνία των ιδιωτών, είναι το απαραίτητο εργαλείο για να αντιληφθούμε την πραγματικότητα πέρα από βλακώδεις ωραιοποιήσεις ή δισταγμούς δειλών. Αυτές οι επώδυνες συνειδητοποιήσεις είναι η αναγκαία συνθήκη για κάθε σοβαρή θεωρητική και πρακτική κριτική του καπιταλισμού από τη σκοπιά των καταπιεσμένων και δίχως αυτές, όλα τα υπόλοιπα είναι από ανέξοδες επαναστατικές ρητορικές μέχρι συνειδητές παραλλαγές της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Γιατί τα (ξανα)λέμε όλα αυτά; Επειδή καθώς διανύουμε την 13η μέρα κινητοποιήσεων στην Ερτ, βλέπουμε να αναδύονται αυτούσια (και δυστυχώς προς το παρόν κυρίαρχα) όλα τα ιδεολογικά σχήματα της προηγούμενης περιόδου που συσκοτίζουν την πραγματικότητα κι αποτελούν συνταγή αποτυχίας: «η κυβέρνηση είναι αδύναμη κι απομονωμένη, όλος ο λαός είναι μαζί μας, είμαστε οι νόμιμοι υπερασπιστές της νομιμότητας κτλ» συμληρωμένα από μια αβάσταχτη εξιδανίκευση της Ερτ που από ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους(τι να κάνουμε αυτό είναι) παρουσιάζεται περίπου ως φορέας αντίστασης στην καπιταλιστική βαρβαρότητα. Εμείς δε θεωρούμε πως για να δοθεί με σοβαρότητα η μάχη ενάντια στους βοναπαρτισμούς της κυβέρνησης πρέπει η Ερτ να εμφανιστεί ως κάτι που δεν ήταν ποτέ. Ούτε θεωρούμε πως η δημοκρατία(;) επλήγη όταν έπεσε το μαύρο στους δέκτες και επομένως αυτό που αντιστοιχεί είναι μια αφηρημένη υπεράσπιση της δημοκρατικής ομαλότητας. Η απονέκρωση του κοινοβουλίου, οι επιστρατεύσεις, οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, αυτή η αποθέωση της εκτελεστικής εξουσίας δεν είναι πληγές της δημοκρατίας; Η ενίσχυση, ιδεολογική και πολιτική, της  αστυνομίας, ο Ξένιος Δίας και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης,  η πριμοδότηση των ναζιστών, η όσμωση αναμεταξύ τους, οι επιθέσεις στα αναρχικά στέκια και σε αντιφασίστες, η εμφανής μονομέρεια της κρατικής νομιμότητας, η παράνομη κράτηση του Κώστα Σακκά δεν πλήγωσαν τη δημοκρατία; Μάλλον τόσες  πληγές συνθέτουν μια νέα εκδοχή αστικής δημοκρατίας που μονιμοποιεί κι άρα νομιμοποιεί την έκτακτη ανάγκη. Με αυτή την έννοια  ο αγώνας στην Ερτ δεν έχει καμία προοπτική επιτυχίας ή νίκης όσο δεν εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο και παραμένει αυτοαναφορικός.
Επί τρία χρόνια το παρόν της κρίσης έχει δείξει πως η πραγματικότητα είναι πολύ πιο αντιφατική από τέτοιες υπεραπλουστεύσεις. Οι ταξικοί αγώνες της περιόδου ανεξάρτητα από τη μαζικότητα ή τη μαχητικότητα τους δεν κατάφεραν να εμποδίσουν την οικοδόμηση ενός κράτους έκτακτης ανάγκης. Δεν ισχυριζόμαστε πως όλα έχουν κριθεί ήδη, αλλά επιτέλους όπως ο Παπαδήμος και η κυβέρνηση του δεν επιβλήθηκε από το «λαϊκό κίνημα», έτσι κι ο αυταρχισμός της ακροδεξιάς κλίκας Σαμαρά δεν είναι απόρροια του φόβου των αστών, αλλά ένα συνειδητό σχέδιο ανασύστασης του πολιτικού συστήματος στη βάση του νόμου και της τάξης το οποίο ήδη προσπαθεί να  παράξει και να οργανώσει ένα νέο μπλοκ εξουσίας. Φυσικά όσο η οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα παραμένει βαθιά ασταθής, τόσο η πολιτική κρίση θα παραμένει ενεργής, αλλά αυτό δε θα κρατήσει αιώνια και κάθε αγώνας που δε λαμβάνει υπόψη του ως δεδομένη τη νέα νομιμότητα, θα τρώει τα μούτρα του κι οι φορείς του θα κλαίγονται για τη χαμένη τιμή της αστικής δημοκρατίας.
Η αποχώρηση της δημαρ από την κυβέρνηση ανεξάρτητα από το αν σχετίζεται με την πολιτική επιβίωση των αριστεροαστών, απηχεί υπαρκτές ενδοαστικές διαφορές, οι οποίες όμως δε σηματοδοτούν ανοιχτή ρήξη με το κυβερνητικό στρατόπεδο εξ ου και η ad hoc στήριξη. Ουσιαστικά οι κουβέληδες αντιλήφθηκαν πως η συνεχής υποστήριξη στο κράτος έκτακτης ανάγκης(ΚΕΑ)θα οδηγούσε στον πολιτικό τους θάνατο, αφού ούτε η αστική τάξη έχει κάποια ανάγκη τις ευαισθησίες τους, ούτε φυσικά οι καταπιεσμένοι θα αναζητήσουν στη χορτάτη αριστερά τον πολιτικό τους ηγεμόνα. Αυτή η αλητεία της «αριστεράς της ευθύνης» προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες ένα χρόνο τώρα συμπληρώνοντας τις ακροδεξιές κραυγές των σαμαρικών και τις ιαχές των νεοφιλελεύθερων με ηθικίστικα κλαψουρίσματα. Κατά τη γνώμη μας η τύχη της δημαρ θα εξαρτηθεί και από την ολοκλήρωση της μετατροπής του Συριζα σε συστημικό διαχειριστή, αλλά σε κάθε περίπτωση, δε θα πρέπει να αποκλείεται εκ νέου σύμπραξη με τη ΝΔ. Το απομεινάρι του Πασόκ δεν έχει άλλη επιλογή από αυτή που έκανε. Ίσως αυτή είναι η τραγωδία του «ανύπαρκτου κέντρου»: δεν υπάρχει χώρος για αυτό σε ένα ΚΕΑ, αλλά ούτε η στήριξη , ούτε η καταγγελία  του εξασφαλίζουν την πολιτική ύπαρξη.
Όσο για τη στάση του Σύριζα που τα στελέχη του δεν «ήξεραν» να διαβάσουν μια απόφαση του Στε και ακόμα ζητούν την εφαρμογή της νομιμότητας=των απολύσεων, που μετατόπισαν το κλείσιμο της Ερτ από το επίδικο της συντριβής της κυβέρνησης στην υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας(ενός ΚΕΑ) θα επαναλάβουμε όπως και πέρυσι το Μάη πως δεν υπάρχει χώρος στο σήμερα για σοσιαλδημοκρατία και λοιπούς πασοκισμούς. Κι αλήθεια πού ακριβώς καταγγέλει ο Σύριζα την εκτροπή Σαμαρά; Στο Στε που πάντα-αλλά και με τις αποφάσεις του για την Ερτ αποτελεί το νομικό εγγυητή της επκαιροποιημένης αστικής νομιμότητας, της κατάστασης εξαίρεσης; Μήπως στην ΕΕ ή στην κομισιόν που εκτός από το ότι στήριξαν την κυβέρνηση και τώρα είναι οι θεσμικοί εκφραστές της μετάβασης σε ένα νέο αυταρχικό εποικοδόμημα; Ή μήπως στον Ομπάμα των παρακολουθήσεων και των μη επανδρωμένων δολοφονικών πτήσεων; Η νέα νομιμότητα είναι η πολιτική-νομική κι ιδεολογική έκφραση της νέας μορφής καπιταλιστικής συσσώρευσης που θεωρητικά θα πραγματοποιηθεί στα συντρίμμια των πολιτικών και κοινωνικών διακιωμάτων του προλεταριάτου κι ευρύτερα της κοινωνίας. Δεν μπορεί να υπάρξει ως συστημική εναλλακτική καμία άλλη στο παρόν μας.
Για να τελειώνουμε: η αστική νομιμότητα, όπως και το κράτος ανεξάρτητα από τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις τους(διαφοροποιήσεις που εκμηδενίζονται στην κρίση) είναι πάντοτε η νομική και πολιτική έκφραση της αστικής κυριαρχίας και του συμφέροντος του κεφαλαίου. Στην κρίση αυτό ειπώνεται ρητά και είναι αυτή η ωμότητα του χυδαίου αστικού συμφέροντος που θρυμματίζει την απατηλή όψη του Νόμου ως καθολικότητα και τότε η νομιμότητα εκπίπτει από το ψευδή της θρόνο κι αναδύεται στο πραγματικό της περιεχόμενο που είναι η ικανότητα επιβολής του αστικού συμφέροντος-δικαιώματος στην εκμετάλλευση και τίποτε άλλο.
Κι αν την εποχή της ανάπτυξης είναι δύσκολο αυτό να συλληφθεί εμπειρικά, στις μέρες μας όποιος βροντοφωνάζει για τη νομιμότητα, όχι απλά συσκοτίζει συνειδητά αυτό που συμβαίνει, αλλά ταυτόχρονα καταδικάζει εκ των προτέρων κάθε σοβαρή απόπειρα ανατροπής αυτης της νομιμότητας. Μετά από το τελεσίγραφο Στουρνάρα προς τους εργαζόμενους της Ερτ, ακούγονται ήδη οι κραυγές των για την επιβολή της νομιμότητας, και η υπεράσπιση και οργάνωση της αντιπαράθεσης μάλλον θα είναι εγκληματικό να αφεθεί στις δυνάμεις που επιθυμούν να εμφανίζονται ως οι πιο νομοταγείς.
Άκης Τζάρας
 

Οι ναζιστικές κότες με τα μαύρα

Το παραπάνω βίντεο είναι ενδεικτικό της θρασυδειλίας και της γελοιότητας των ναζήδων. Ο Ηλιόπουλος όταν ερωτάται από τον κάθε άλλο παρά αριστερό δημοσιόγραφο  Καραμέρο για το ναζιστικό τατουάζ του, το ρίχνει στην ωραία γραμματοσειρά, δείχνοντας το μέγεθος της ξεφτίλας του. Ενώ όταν μαθαίνουμε από το ρεπορτάζ, αυτό που ξέραμε, ότι οι κότες με τα μαύρα έχουν πάρει πολυτελή αυτοκίνητα από το κράτος αλλά και διαμένουν σε πολυτελή ξενοδοχεία με έξοδα των φορολογουμένων Ελλήνων (για να μιλήσουμε τη γλώσσα σας ναζίδια) εκεί ξεχειλίζοντας από θάρρος κλείνει το τηλέφωνο!

Δεν το αναδημοσιεύουμε για να πείσουμε τους “παραπλανημένους” ψηφοφόρους των αυγών ή για να “αποκαλύψουμε στο λαό πως πρόκειται περί κανονικότατων ναζιστών”. Ένα χρόνο μετά την είσοδο των αυγών στη βουλή ποιος μπορεί να ισχυριστεί στα σοβαρά ότι δεν ξέρει περί τίνος πρόκειται;  Ούτε όσοι πίστευαν πως με το διάλογο (!) αντιμετωπίζεις τα ναζιστικά καθάρματα και κριτίκαραν από “αριστερά” ή από δεξιά τους μαχητικούς αντιφασίστες για πόλεμο συμμοριών, δεν υποστηρίζουν τώρα δημόσια τις περυσινές τους  βλακείες για τον παραπλανημένο λαό που πρέπει να μάθει την αλήθεια. Το βίντεο όμως αυτό αφενός είναι ένα τηλεοπτικό στιγμιότυπο εξευτελισμού ενός αυγού-σπάνιο δείγμα αφού συνήθως τηλεοπτικά οι ναζί αβαντάρονται, αφετέρου δείχνει το μέγεθος της δειλίας του. Κι αν είναι θρασύδειλοι σε τέτοιες συνθήκες ας σκεφτούμε τι είναι όταν έρχονται αντιμέτωποι με αποφασισμένους αντιφασίστες. (πιο πρόσφατα Αγρίνιο και Πάτρα)

Εμείς από την πρώτη στιγμή (ακόμα κι όταν οι ναζί ήταν περιθωριακή υποκοσμιακή γκρούπα) θεωρούσαμε πως η οργάνωση της φυσικής αντιπαράθεσης με τις ναζιστικές συμμορίες είναι απαραίτητο στοιχείο του αντιφασιστικού αγώνα και πως η συντριβή τους στο δρόμο είναι η αναγκαία συνθήκη για την αποδόμηση του ναζιστικού λόγου. Πέρα από φτηνές κοινωνιολογικές προσεγγίσεις ή βλακώδη απλουστευτικά σχήματα περί αγνού λαού, οι ναζί δεν είναι μηχανιστικό απότοκο της κρίσης, ούτε απλά  κόμμα διαμαρτυρίας των μικροαστών που συνθλίβονται. Ο φασισμός έρχεται πάντοτε πατώντας πάνω στην ήττα των εργατικών αγώνων και της αριστεράς, οργανώνει την απογοήτευση και τη ματαίωση κι αποτελεί μια συνειδητή επιλογή όχι μόνο αστικών μερίδων, αλλά και της ανθρώπινης σκόνης  και έχει ως συνοπτικό περιεχόμενο τη συντριβή των  πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του προλεταριάτου κι ευρύτερα της κοινωνίας.

Την ίδια στιγμή που λαμβάνει χώρα η φαρσοκωμωδία με το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο (που απηχεί φυσικά διαφορές ανάμεσα στα κεντροαριστερά ρετάλια και την ακροδεξιά ΝΔ)  οι ναζιστικές συμμορίες δρουν ανενόχλητες χτυπώντας μετανάστες και καταστρέφοντας τα μαγαζιά  ή τα σπίτια τους πάντα με τη ενεργητική ή παθητική στήριξη των ένστολων ομοϊδεατών τους, όπως η συμμορία των  Αχαρνών (Νίκος Παπαβασιλείου, Γιώργος Περρής) ή το ναζί οδηγό Κτελ που μεταφέρει παιδιά στην Κόρινθο (Δράκος Παναγιώτης). Οι ναζί ακόμα κι όταν συλληφθούν αφήνονται ελεύθεροι κι  αυτή η ξεκάθαρη μονομέρεια του αστικού κράτους είναι μια πραγματικότητα δίχως προσχήματα που μάλιστα νομιμοποιείται κι ιδεολογικά και αποτελεί τη νέα νομιμότητα. Η θεσμική αριστερά (Συριζα) αφού απείλησε πως “θα τους ταράξει στη νομιμότητα” κι αφού έχει διακόψει κάθε σχέση (είχε ποτέ;) με το μαχητικό αντιφασισμό, τώρα παίζει τα ρέστα της στην κωμωδία με το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο. Δηλαδή ο φασισμός είναι μεν κοινωνικό φαινόμενο, θα αντιμετωπιστεί δε θεσμικά. Και ο Σαμαράς είναι ακροδεξιός κι η κυβέρνηση κλείνει το μάτι στη ΧΑ, αλλά θα ψηφίσει αυτό το νόμο αν πιεστεί. Τι κι αν δε γίνεται καμία κουβέντα για το πως μια αστυνομία που τα μισά της μέλη ψήφισαν ναζί, ενός κράτους έκτακτης ανάγκης μάλιστα, θα εφαρμόσει ένα τέτοιο νόμο ακόμα κι αν ψηφιστεί;  Για να μην πούμε πως οι κομμουνιστές από θέση αρχής δεν αποδέχονται το δικαίωμα του αστικού κράτους να παρεμβαίνει ωσάν να είναι ουδέτερο και πως θεωρούν πως ο φασισμός, συντρίβεται από τους ίδιους. Φυσικά για την ηγετική ομάδα του Τσίπρα, που θεωρεί το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο μια καλή ευκαιρία να τοποθετηθεί στο συνταγματικό τόξο (και τίποτα άλλο), αλλά και να οσμωθεί με τη Δημαρ βάζοντας παρακαταθήκες (όπως ακριβώς κι η δεξιά κοιτά ευρύτερες συμμαχίες) για την εποχή μετά το μνημόνιο όταν δηλαδή η νέα συνθήκη εκμετάλλευσης θα αποτελεί το νόμιμο-μόνιμο παρόν μας με το αντίστοιχο πολιτικό-νομικό κι ιδεολογικό εποικοδόμημα, αυτά είναι ιδεολογικές αγκυλώσεις.

Όποιος εξακολουθεί να κάνει πως δεν έχει καταλάβει σε τι εποχή βρίσκεται, όποιος δεν αντιλάμβανεται πως οι συνεχείς παραβίασεις της αστικής νομιμότητας από το κράτος αποτελούν στιγμές μετάβασης σε μια νέα νομιμότητα, όποιος δε συνειδητοποιεί πως η απονέκρωση του κοινοβουλίου είναι η πιο τρανή απόδειξη πως οι λύσεις από κάθε ταξική σκοπιά δεν μπορεί να είναι κοινοβουλευτικές, είναι καταδικασμένος στον εξευτελισμό και στην πολιτική εξαφάνιση.  Όποιος τέλος φοβάται τόσο τις θρασύδειλες κότες με τα μαύρα, ώστε να περιμένει το κράτος έκτακτης ανάγκης να τον σώσει, όχι μόνο δε θα σωθεί αλλά έχει ήδη ηττηθεί κι απομένει όχι εικόνα από το μέλλον όπως μπορεί να φαντασιώνεται, αλλά θλιβερό απομεινάρι μιας εποχής που έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Η υπεράσπιση του παρελθόντος και η δικαίωση των περασμένων γενεών, αλλά και το μέλλον ανήκει στις συνειδητές εκείνες δυνάμεις που κόντρα στις πιθανότητες και τους συσχετισμούς (αυτούς που υπάρχουν στα μυαλά της γερασμένης αριστεράς, όχι τους πραγματικούς), κόντρα στο φόβο και στο “ρεαλισμό” θα τολμήσουν να κινηθούν αποφασιστικά και μάχιμα, με το όραμα τους να υπερβαίνει τις συμπληγάδες τις αστικής δημοκρατίας και του φασισμού και να συνηγορεί τελικά για όλη την ανθρωπότητα.

 Άκης Τζάρας