RSS

Category Archives: Άλκης Αλκαίος

Στην μνήμη του Άλκη Αλκαίου

Το ιστορικό σύμπαν του Άλκη Αλκαίου

 (Θάνος Μικρούτσικος – Άλκης Αλκαίος)

Οδηγίες χρήσης


Δεν μας ενδιαφέρει εδώ η φιλολογική αξία του έργου του Αλκαίου, ούτε το ήθος και η σεμνότητά του, ούτε καν το πόσο μεγάλο κενό αφήνει ο θάνατός του· υπάρχουν άλλοι απείρως καταλληλότεροι να μιλήσουν γι’ αυτά. Άξονας της παρούσας απόπειρας είναι η ιστορική πραγματικότητα· τα γεγονότα, οι ήρωες, οι δυνάμεις που λειτουργούν εντός της. Εδώ μας ενδιαφέρει μόνο η ιστορία και η πολιτική, μέσα στη διαλεκτική τους αλληλεξάρτηση, ως πηγές έμπνευσης ενός εκ των κορυφαίων ελλήνων στιχουργών. Πυρήνας αυτής της σύζευξης ιστορίας και ποίησης είναι το «Εμπάργκο», ο κορυφαίος και με διαφορά δίσκος σε στίχους του Αλκαίου.

Δεν χρειάζεται να κάνει κάποιος την ποίηση «νιανιά», αναλύοντάς τη στίχο-στίχο και λέξη-λέξη για να απομονώσει το υποτιθέμενο μήνυμα. Μία τέτοια κίνηση εγκυμονεί τον κίνδυνο της απλούστευσης, της μονομέρειας και της εν τέλει αποστέρησης του τραγουδιού από την πολλαπλότητά του. Όμως, όταν ο ίδιος ο ποιητής προσκαλεί τον αναγνώστη σε ένα διάλογο με συγκεκριμένους ιστορικούς ήρωες, εποχές και κινήματα, δεν υπάρχει λόγος να αρνηθούμε τη συνομιλία αυτή. Προφανώς και ο υπότιτλος του παρόντος κειμένου είναι μεταφορικός· δεν νοείται «χρήση» στην ποίηση ή στην τέχνη. Νοείται όμως χρήση στην ιστορία. Εφόσον δεν μπορούμε να ζήσουμε το παρελθόν, καλούμαστε τουλάχιστον να το χρησιμοποιήσουμε για να εμπλουτίσουμε την ιστορική μας μνήμη και να εντάξουμε τα όποια διδάγματα της ιστορίας στην καθημερινή μας σκέψη και πράξη. Ο ίδιος ο Αλκαίος μας είχε προϊδεάσει για την επιβίωση της ιστορίας ως υλικής δύναμης μέσα στο παρόν και το μέλλον: «Ο χρόνος άλογο με γυρισμένα πέταλα / το παρελθόν μας δείχνοντας / τραβάει στο μέλλον». Έτσι και ο ποιητής επέλεξε να μας δείξει στιγμές από ένα πολιτικά φορτισμένο παρελθόν, σκιαγραφώντας το όραμα αλλά και τους κινδύνους του μέλλοντος.

Φλεβάρης 1848 (1978)


Η πρώτη εμφάνιση του Άλκη Αλκαίου στη δισκογραφία σημειώνεται το 1978 στο δίσκο «Τραγούδια της λευτεριάς» σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου, με τη Μαρία Δημητριάδη να τραγουδάει το «Φλεβάρης 1848». Εδώ ο ποιητής επιδίδεται σε ιστορικά άλματα και διασυνδέσεις μοναδικής μαεστρίας. Ο τίτλος είναι από μόνος του ένας γρίφος. Γιατί ο Φλεβάρης του 1848; Δύο γεγονότα ιστορικής σημασίας συμβαίνουν τότε. Στις 21 Φεβρουαρίου δημοσιεύεται η πρώτη έκδοση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, ενός κλασικού κειμένου της ριζοσπαστικής πολιτικής θεωρίας, με συγγραφείς τους Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς. Και στις 22 Φεβρουαρίου, μία μέρα μετά, ξεσπά η «Φεβρουαριανή» Επανάσταση του 1848. Ο εξεγερμένος λαός του Παρισιού στήνει οδοφράγματα εναντίον του μοναρχικού καθεστώτος, δεκάδες πολίτες δολοφονούνται, και τελικά ο βασιλιάς Λουδοβίκος Φίλιππος τρέπεται σε φυγή. Ποιο από τα δύο γεγονότα τροφοδοτεί την πένα του Αλκαίου; Αφενός, συναντάμε τη ρητή αναφορά στο πρώτο: «καθώς μας φώτιζαν το δρόμο οι σελίδες / απ’ το κομμουνιστικό μας μανιφέστο». Αφετέρου, ο Αλκαίος συνδέει το επαναστατικό μήνυμα του 1848 με τρεις φιγούρες του παγκόσμιου εργατικού και εθνικο-απελευθερωτικού κινήματος: «Μανουέλ Ντουάρτε απ’ το Πράσινο Ακρωτήρι», «Ελμπέρτο Κόμπος Παναμέζε αδελφέ μου», και «Ναΐμ Ασχάμπ από τις όχθες του Ιορδάνη». Αφρική – Λατινική Αμερική – Μέση Ανατολή, μέσα από τη ματιά ενός Έλληνα· ο απόλυτος και πιο ειλικρινής «στιχουργικός» διεθνισμός.  

 
Ο Ντουάρτε, δικηγόρος και θεωρητικός λογοτεχνίας, υπήρξε ο βασικός εκφραστής του κινήματος του παν-αφρικανισμού στο Πράσινο Ακρωτήρι από τη δεκαετία του ’50 και μετά. Στο έργο του, καλεί τους ομοεθνείς του, τόσο εντός της χώρας όσο και εκείνους της διασποράς, να ανακαλύψουν τις αφρικανικές ρίζες τους και να συνδέσουν την ταυτότητά τους με μία ευρύτερη αφρικανική ταυτότητα. Αυτή η θέση ερχόταν σε αντιπαράθεση με την επίσημη πολιτική των πορτογάλων αποικιοκρατών που ενθάρρυνε την αποστασιοποίηση των υποτελών τους από οποιαδήποτε παν-αφρικανική ιδέα. Ο Ελμπέρτο Κόμπος, συνδικαλιστής και γενικός γραμματέας του εργατικού κέντρου του Παναμά, υπήρξε σταθερός υποστηρικτής της ανεξαρτησίας της χώρας του έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών. Εξαιτίας της διώρυγας, ο Παναμάς υπήρξε «προνομιακός» στόχος της αμερικάνικης διπλωματικής και στρατιωτικής δράσης. Από το 1903, η ζώνη της διώρυγας ήταν επίσημα έδαφος των ΗΠΑ βάσει μιας εντελώς αποικιακής συνθήκης και χωριζόταν από τον Παναμά με το λεγόμενο και «τείχος της ντροπής». Το 1964, είκοσι άτομα δολοφονούνται από τις δυνάμεις ασφαλείας της ζώνης καθώς προσπαθούν να υψώσουν τη σημαία του Παναμά σε ένα σχολείο εντός της ζώνης. Μόλις το 1977 και ύστερα από μακρόχρονη πάλη, υπογράφεται η συνθήκη απόδοσης της διώρυγας στον Παναμά, η οποία ολοκληρώθηκε το 1999. Ενδιάμεσα, το 1989, μεσολαβεί η αιματηρή επέμβαση 26.000 αμερικανών πεζοναυτών στον Παναμά για την αποπομπή του μέχρι τότε έμμισθου υπάλληλου της CIA δικτάτορα Μανουέλ Νοριέγκα. Και ο Ναΐμ Αλ Ασχάμπ υπήρξε ηγέτης του Ιορδανικού Κομμουνιστικού Κόμματος και της μετεξέλιξής του, του Παλαιστινιακού Λαϊκού Κόμματος. Όπως πολλοί παλαιστίνιοι αγωνιστές της γενιάς του, πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στις φυλακές της Ιορδανίας και του Ισραήλ. Μάλιστα, η υγεία του χειροτέρευσε τόσο ενώ ήταν σε απομόνωση στο Ισραήλ ώστε το 1971 επιτράπηκε η μεταφορά του στη Μόσχα για θεραπεία, ύστερα από διεθνή εκστρατεία υπέρ της απελευθέρωσής του. Με την επιστροφή του στην Παλαιστίνη, εκλέχθηκε στο κεντρικό συμβούλιο της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, για να αποσυρθεί εν τέλει το 1991.

Γαμμαγραφία (1982)


Η ιστορία της Λατινικής Αμερικής είναι βουτηγμένη σε τόσο αίμα και τόση βία που ο νους ενός ευημερούντος Ευρωπαίου απλά δεν μπορεί να συλλάβει. Το Ελ Σαλβαδόρ, μια μικρή χώρα της Κεντρικής Αμερικής, δεν αποτελεί βεβαίως εξαίρεση στον κανόνα, αλλά μάλλον η πιο σαφής έκφανσή του. Κρίνοντας από τον υπότιτλο του τραγουδιού («Σαλβαδόρ ’80»), ο Αλκαίος εμπνέεται πρωτίστως από τα τραγικά γεγονότα του 1980. Τι συνέβη εκείνη τη χρονιά; Ήδη από το 1979 επιβάλλεται στη χώρα στρατιωτική χούντα. Έχουν προηγηθεί οι εκλογές-παρωδία της 20ης Φεβρουαρίου 1977 και μία εβδομάδα μετά η σφαγή εκατοντάδων διαδηλωτών που διαμαρτύρονταν για την εκτεταμένη νοθεία. Το 1980, η χούντα γίνεται αποδέκτης ενός μεγάλου πακέτου στρατιωτικής βοήθειας από την κυβέρνηση Κάρτερ, με στόχο την κατάπνιξη του λαϊκού κινήματος που στη γειτονική Νικαράγουα είχε ήδη αρχίσει να θριαμβεύει υπό την ηγεσία των Σαντινίστας. Αρχικά, οι πολιτικές του δικτατορικού καθεστώτος είναι μάλλον μετριοπαθείς, σε μια προσπάθεια ανακοπής της ριζοσπαστικοποίησης του λαού που ζητάει εκδημοκρατισμό και αγροτικές μεταρρυθμίσεις. 


Σταδιακά, και καθώς οξύνεται η ισχύς των αριστερών οργανώσεων, η κυβέρνηση δείχνει το αληθινό της πρόσωπο. Τον Γενάρη του ’80 δολοφονούνται δεκάδες διαδηλωτές από τις δυνάμεις ασφαλείας ενώ παραστρατιωτικές οργανώσεις αρχίζουν να εκτελούν εν ψυχρώ άμαχο πληθυσμό.

Εκείνη τη χρονιά εμφανίζεται και ο όρος «τάγματα θανάτου», κατά το πρότυπο των ναζιστικών παραστρατιωτικών οργανώσεων· σε αυτά συγκαταλέγονται μία πληθώρα ακροδεξιών συμμοριών που αποτελειώνουν ό,τι αφήνει πίσω του ο κυβερνητικός στρατός. Το Φεβρουάριο του ’80 ο αρχιεπίσκοπος Όσκαρ Ρομέρο απευθύνει έκκληση στον αμερικανό πρόεδρο Κάρτερ να σταματήσει την αποστολή στρατιωτικής βοήθειας στην κυβέρνηση του Σαλβαδόρ. Ένα μήνα μετά, στις 24 Μαρτίου 1980, ο Ρομέρο δολοφονείται εν ώρα λειτουργίας, κατόπιν προσωπικής εντολής του διαβόητου ταγματάρχη Ντεμπουσόν – ιδρυτή των ταγμάτων θανάτου. Τον Οκτώβρη του ίδιου έτους ιδρύεται το Εθνικο-Απελευθερωτικό Μέτωπο Φαραμπούντο Μαρτί – FMLN. Στις γραμμές της αριστερής αυτής οργάνωσης ανταρτών συνασπίζονται μια πληθώρα σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών οργανώσεων για την αντιμετώπιση της ακροδεξιάς τρομοκρατίας. Μαίνεται πλέον ο εμφύλιος πόλεμος που θα στοιχίσει τη ζωή σε τουλάχιστον 75.000 άτομα (και άλλους 8.000 αγνοούμενους) και θα λήξει το 1992, αφότου οι ΗΠΑ δώσουν στην κυβέρνηση το πράσινο φως για διαπραγματεύσεις με τους αντάρτες.

Ο Χόρχε ντε Αλβαράντο, ισπανός κονκισταδόρ, υπήρξε ο ιδρυτής της πόλης του Σαν Σαλβαδόρ το 1528: «και στην πλατεία Χόρχε ντ’ Αλβαράντο περιπολούν δεινόσαυροι και γύπες». Ο ήρωας του τραγουδιού, ο χλωμός Μιγκέλ πεθαίνει νέος: «κι ούτε που πρόλαβες να παίξεις στην αλάνα». Δεν προκαλεί καμία εντύπωση αυτό· τα τάγματα θανάτου σκοτώνουν άκριτα αντάρτες και αμάχους, άντρες και γυναίκες, ηλικιωμένους και παιδιά. Στο λουτρό αίματος, ο ποιητής βλέπει «κηλίδες απουσίας», ενώ απεικονίζει τον εμφύλιο σαν μάχη ανάμεσα σε σεισμολόγους – στο προεδρικό μέγαρο – και σε ρήγματα – στην πόλη της Σάντα Άνα, δεύτερη μεγαλύτερη μετά την πρωτεύουσα: «Οι σεισμολόγοι στο Παλάσιο Νασιονάλ / τα βάλανε με τους κρατήρες της Σάντα Άνα». Αν κρίνουμε από την πανηγυρική νίκη του FMLN στις προεδρικές εκλογές του 2009, οι κρατήρες αποδείχθηκαν όχι μόνο ατίθασοι αλλά και εξαιρετικά ανθεκτικοί. 

Μες στο χημείο του Μαγιού (1982)


Η Ελλάδα και η Τουρκία δεν ανταγωνίζονται μόνο ως προς το ποιος θα γράψει την καλύτερη σαπουνόπερα, ούτε ποιος θα αγοράσει τα περισσότερα μαχητικά F-16· ιστορικά, ανέπτυξαν και μία ευγενή άμιλλα ως προς την κατάλυση της δημοκρατίας και τον αυταρχισμό. Βέβαια,  μέσα στη βαρβαρότητά της η ελληνική χούντα του ’67 υπήρξε «αγγελούδι» μπροστά στο αιμοσταγές δικτατορικό καθεστώς του στρατηγού Εβρέν. Την πραγματικότητα αυτού του καθεστώτος περιγράφει ο Αλκαίος στο «Χημείο του Μαγιού», προσθέτοντας στον τίτλο του τραγουδιού τη φράση «Τουρκία ’81» σε παρένθεση. Η χούντα στην Τουρκία αναδείχθηκε με το πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980, δήθεν για να επιβάλλει την τάξη σε μία πραγματικά διχασμένη κοινωνία, όπως ήταν η Τουρκία στα τέλη του ’70. Το τουρκικό αριστερό κίνημα υπήρξε ο πρωταρχικός, αν και όχι μοναδικός, στόχος των στρατιωτικών. Σύμφωνα με τις πιο μετριοπαθείς προβλέψεις, έγιναν πάνω από 600.000 συλλήψεις και χιλιάδες βασανισμοί, δολοφονίες και «εξαφανίσεις» πολιτών. Για δύο χρόνια, ως το Νοέμβριο του 1983, ο τουρκικός λαός γνώρισε συνθήκες ανείπωτης βίας και καταπίεσης, και μάλιστα υπό τις ευλογίες των αμερικανικών κυβερνήσεων Κάρτερ και Ρέιγκαν· ιστορική έχει μείνει η αναφορά που έστειλε στους ανωτέρους του ο σταθμάρχης της CIA στην Άγκυρα την ημέρα του πραξικοπήματος: «τα παλληκάρια μας τα κατάφεραν».

Η αναφορά του τίτλου του τραγουδιού στο μήνα Μάιο μας πηγαίνει κατευθείαν στη σφαγή της πλατείας Ταξίμ της Κωνσταντινούπολης, την Πρωτομαγιά του 1977. Εκεί, παρακρατικοί άνοιξαν πυρ μέσα στο πλήθος· στον πανικό που ακολούθησε, δολοφονήθηκαν ή ποδοπατήθηκαν τουλάχιστον σαράντα ανυποψίαστοι διαδηλωτές που είχαν συγκεντρωθεί για να γιορτάσουν την εργατική επέτειο. Στο τραγούδι, ο Αλκαίος αναφέρει και τον μεγάλο τούρκο ποιητή Ναζίμ Χικμέτ: «Κι όλο ρωτάνε αν είναι νόμος φυσικός / να κάνει ο Χικμέτ διαδήλωση στη Ρώμη». Προφανώς, η εικόνα είναι φανταστική· ο Χικμέτ πέθανε το 1963 στη Μόσχα. Μπορούμε όμως να υποθέσουμε ότι ο Αλκαίος αναφέρεται στο κύμα διαμαρτυρίας που ξεσηκώθηκε πανευρωπαϊκά εναντίον της τουρκικής χούντας, για το οποίο φιγούρες όπως ο Χικμέτ αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης.


Κακόηθες μελάνωμα (1982)


«Εκείνη την περίοδο ήμουν ιδιαίτερα στεναχωρημένος από τον θάνατο του Πουλαντζά, με είχε σοκάρει. Εξοργίστηκα όταν διάβασα στον Ριζοσπάστη δύο φράσεις μόνο, σε μια μέσα σελίδα, λίγο πάνω λίγο κάτω από την είδηση ότι είχε ακριβύνει το ζαμπόν και το κεφαλοτύρι, ότι «χθες αυτοκτόνησε στο Παρίσι ο Νίκος Πουλαντζάς» ή κάτι τέτοιο. Αυτή ήταν, σε μόλις δύο γραμμές, η αναγγελία του θανάτου ενός μεγάλου διανοητή, ενός από τους μεγαλύτερους διανοητές του μαρξισμού στον κόσμο. Αμέσως, ως μέλος του ΚΚΕ, έκρινα σκόπιμο και του αφιέρωσα το «Κακόηθες Μελάνωμα». Αυτό θεωρήθηκε αδιανόητο. Ήταν όμως μια πράξη συνειδητή, αποτέλεσμα της φοβερής εκτίμησης που έτρεφα για τον Νίκο Πουλαντζά αλλά και της αδυναμίας μου να παρακολουθήσω αυτή την αντίληψη που κυριαρχούσε στην Αριστερά και ιδιαίτερα στο ΚΚΕ. Την αφιέρωση στον Πουλαντζά την ανακοίνωσα, σε συμφωνία με τον Άλκη Αλκαίο, στις τέσσερις συναυλίες που έδωσα το 1980 στο Φεστιβάλ Αθηνών».

Αυτά αναφέρει ο Θάνος Μικρούτσικος σε κείμενό του για το μεγάλο πολιτικό φιλόσοφο Νίκο Πουλαντζά (Μουσικά Προάστια, 13 Δεκεμβρίου 2009). Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι η πρωτοβουλία αφιέρωσης του τραγουδιού «Κακόηθες μελάνωμα» ανήκει εξ’ ολοκλήρου στον Μικρούτσικο, η αποδοχή και η υιοθέτηση της αφιέρωσης από τον Αλκαίο συνιστά εξίσου μία πολιτική πράξη ιδιαίτερης σημασίας. Ο Πουλαντζάς αυτοκτονεί το 1979 έχοντας συμβάλλει τα μέγιστα στην οικοδόμηση ενός ανοιχτού, αντι-δογματικού μαρξισμού με τις αναλύσεις του για τις κοινωνικές τάξεις, την οικονομική διεθνοποίηση, το κράτος και το φασιστικό φαινόμενο. Ταυτόχρονα, αποτέλεσε πρότυπο στρατευμένου διανοούμενου, όντας οργανωμένος στο κομμουνιστικό κίνημα και ασχολούμενος εκτεταμένα με ζητήματα πολιτικής τακτικής και οργάνωσης. Σε αυτόν το θεωρητικό και στο ιστορικό και ιδεολογικό φορτίο του έργου του αποφάσισαν ο Αλκαίος και ο Μικρούτσικος να αφιερώσουν το τραγούδι.



Ερωτικό (1982)


Πρώτα με τη φωνή του Μανώλη Μητσιά και σε δεύτερη εκτέλεση με τη φωνή της Χαρούλας Αλεξίου, το «Ερωτικό» μπήκε σε κάθε σπίτι και αναδείχθηκε σε ένα από τα 3-4 δημοφιλέστερα δείγματα του νέου ελληνικού τραγουδιού. Το συγκεκριμένο τραγούδι αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο· δεν πρέπει να υπάρχει στην ιστορία της μουσικής των λαών τραγούδι με τόσο αμφίσημους, αφηρημένους και εν τέλει «δύσκολους» στίχους που να έτυχε τόσο ευρείας λαϊκής αποδοχής. Το περιεχόμενό του; Ερωτικό, σύμφωνα με τον τίτλο, αλλά άκρως πολιτικο-ιστορικό, σύμφωνα τουλάχιστον με την ανάγνωση που υιοθετείται εδώ.


Δεν περιγράφει μια ιστορία αγάπης το «Ερωτικό», παρά την ιστορία την ίδια· την ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας, την ιστορία της εξάρτησης και του προτεκτοράτου. «Πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σχοινιά;». Τα σκοινιά, στην προκειμένη περίπτωση, υπήρξαν πολιτικά και στρατιωτικά. Ο 6ος Στόλος του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ ιδρύεται το 1950, ως κομμάτι της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη. Η μονάδα αποτέλεσε μετεξέλιξη της Αμερικανικής Ναυτικής Δύναμης Μεσογείου που από το 1946 είχε αναλάβει την επιβολή της στρατιωτικής ισχύος των ΗΠΑ στη Μεσόγειο. Στη ψυχροπολεμική στρατηγική σκακιέρα, ο 6ος Στόλος έμελλε να παίξει κομβικό ρόλο, καθώς εξασφάλιζε τη δια θαλάσσης πρόσβαση στη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική, τη Μαύρη Θάλασσα, και βεβαίως την Ελλάδα και την Τουρκία, χώρες που έπρεπε πάση θυσία να μείνουν κάτω από την ομπρέλα της δυτικής επιρροής. Η χώρα μας – πιστή σύμμαχος και μέλος του ΝΑΤΟ – προσέφερε στον 6ο Στόλο μία εξαιρετικά χρήσιμη βάση ανεφοδιασμού και υποστήριξης: το λιμάνι της Σούδας στην Κρήτη. Γράφει ο Αλκαίος: «κι εγώ ένα πεδίο βολής φτηνό / που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι». Το 1968 εγκαθίστανται στη Σούδα και οι Εγκαταστάσεις Πυραυλικών Δοκιμών του ΝΑΤΟ, ή αλλιώς Πεδίο Βολής Σούδας. Προφανώς και δεν είχε στο μυαλό του το συγκεκριμένο χώρο ο ποιητής· όταν όλη η χώρα σου μετατρέπεται σε προτεκτοράτο, το πεδίο βολής ξεφεύγει από το α’ ή β’ στρατόπεδο, γίνεται καθεστώς. 
Πόρτο Ρίκο (1994)


Το «Πόρτο Ρίκο» είναι μία από τις κορυφαίες στιγμές στο ρεπερτόριο του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, σε στίχους του Αλκαίου και μουσική του Σταμάτη Μεσημέρη. Με έντονες επιρροές από Καββαδία, περιγράφει την προσωπική επανάσταση ενός Νίκου που μπαρκάρει, περιπλανιέται, και χάνεται στο Μετς ή στο Πόρτο Ρίκο. Ο ποιητής παρομοιάζει τον αντισυμβατικό ήρωά του με τη φιγούρα ενός Ερνέστο. Ποιος μπορεί να είναι αυτός; Μα φυσικά ο Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα. Δεν χρειάζεται να αναφερθούμε στα σχεδόν μυθικά επιτεύγματα του Γκεβάρα ως ηγέτη της κουβανικής επανάστασης. Αξίζει όμως να υπενθυμίσουμε μία άλλη ιδιότητα του Γκεβάρα, πιο σχετική με το τραγούδι του Αλκαίου: αυτή του ταξιδευτή.

Τον Ιανουάριο του 1950, όντας τριτοετής φοιτητής ιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες, ο Γκεβάρα κάνει ένα μεγάλο ταξίδι με μοτοσυκλέτα στην αργεντίνικη ενδοχώρα. Το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, αποκτά άδεια άσκησης του επαγγέλματος του νοσοκόμου και κάνει αίτηση ως νοσοκόμος σε πετρελαιοφόρα της κρατικής εταιρείας πετρελαίου. Πολύ γρήγορα, το Φεβρουάριο του ’51, μπαρκάρει στο πρώτο του ταξίδι με προορισμό τη Βραζιλία, και για τους επόμενους έξι μήνες περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη θάλασσα. Τα πετρελαιοφόρα τον πηγαίνουν στο ένα λιμάνι μετά το άλλο, από τις ακτές της Παταγονίας ως τη Βενεζουέλα, τη Βρετανική Γουιάνα, και τα νησιά Τρινιντάντ και Τομπάγκο. Η επιστροφή του στα αμφιθέατρα δεν κρατάει πολύ. Τον Ιανουάριο του 1951 ξαναφεύγει καβάλα σε μία μοτοσυκλέτα, μαζί με το παλιό συνταξιδιώτη και φίλο του Αλμπέρτο Γκρανάδο. Αργεντινή, Χιλή, Περού, Κολομβία, Βενεζουέλα, Ηνωμένες Πολιτείες, και επιστροφή στην Αργεντινή τον Ιούνιο του 1952.

Είναι άγνωστο εάν ο Γκεβάρα πήγε στο Πόρτο Ρίκο ως νοσοκόμος πλοίου, ούτε κι έχει καμιά σημασία. Όμως, η σχέση του με το νησί σημαδεύτηκε από τη θερμή αναφορά του στον αγώνα των Πορτορικανών για ανεξαρτησία από τις ΗΠΑ, κατά την ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 1964: «Εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας με το λαό του Πουέρτο Ρίκο και με το μεγάλο ηγέτη του, τον Πέδρο Αλμπίθου Κάμπος, που με μια νέα υποκριτική πράξη αφέθηκε ελεύθερος σε ηλικία 72 χρονών, έχοντας σχεδόν χάσει την ικανότητα να μιλάει, παράλυτος, ύστερα από μια ολόκληρη ζωή μέσα στις φυλακές. (…) Στο όνομα του λαού της, η Κουβανική Αντιπροσωπεία αποτίει φόρο τιμής, θαυμασμού και ευγνωμοσύνης σ’ έναν πατριώτη που τιμά την Αμερική μας. Επί χρόνια ολόκληρα οι Βορειοαμερικάνοι πρόβαλλαν την αξίωση να κάνουν το Πόρτο Ρίκο ένα είδος τεχνητού υβριδίου: γλώσσα ισπανική αλλά με πτώσεις και κλίσεις αγγλικές. Γλώσσα ισπανική αλλά η ράχη να είναι σπονδυλωτή για να σκύβει μπροστά στους γιάνκηδες φαντάρους. Οι Πορτορικανοί στρατιώτες χρησίμεψαν σαν κρέας για τα κανόνια στους πολέμους που διεξάγει η αυτοκρατορία, όπως στην Κορέα. Τους έχουν μάλιστα χρησιμοποιήσει και για να χτυπάνε με τα τουφέκια τους τους ίδιους τους αδερφούς τους, όπως συνέβη με το έγκλημα που διαπράχτηκε εδώ και μερικούς μήνες από το στρατό των ΗΠΑ ενάντια στον ανυπεράσπιστο λαό του Παναμά». Το 1967 ο Γκεβάρα δολοφονείται στη Βολιβία, όμως σαράντα πέντε χρόνια μετά τίποτα δε λέει να σταματήσει το ταξίδι των ιδεών του στο Άμστερνταμ, στο Πόρτο Ρίκο ή στο Μετς.






Ρόζα (1996)


Το τραγούδι μας αποκαλύπτει ρητά και αμετάκλητα ένα μέρος της θέασης της ιστορίας με τα μάτια του Αλκαίου: «Πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία; Πώς η ιστορία γίνεται σιωπή;». Η ανάγκη εδώ έχει δύο πιθανές διαστάσεις: αφενός, το σύνολο των ανθρώπινων αναγκών και, αφετέρου, την έννοια της αναγκαιότητας. Τι γίνεται ιστορία; Καταρχήν, η ανάγκη για ψωμί και στέγη, για δουλειά και αξιοπρέπεια, για γη και ελευθερία. Αλλά και η αναγκαιότητα γίνεται ιστορία, ως νομοτέλεια και ως έκφραση κοινωνικών νόμων και τάσεων. Μετασχηματίζοντας την ανάγκη σε ιστορία, ο Αλκαίος δεν αρνείται το τυχαίο, ούτε το απρόβλεπτο. Υιοθετεί όμως μία διαλεκτική προσέγγιση, βάσει της οποίας η ιστορική εξέλιξη δεν έρχεται ουρανοκατέβατα αλλά ακολουθεί τα ενδεχόμενα που προκύπτουν από τις υλικές και ταξικές αντιθέσεις της πραγματικότητας. Ο άνθρωπος συνεχίζει να βρίσκεται στο επίκεντρο, να δημιουργεί την ιστορία του, όμως αυτό σε συμβαίνει σε συνθήκες που προκύπτουν από το παρελθόν και δεν επιλέγονται από το υποκείμενο. Δεν είναι ανελεύθερος ο άνθρωπος για τον Αλκαίο· απλά, η ελευθερία του συνίσταται στη γνώση της αναγκαιότητας, στην εμπέδωση των φυσικών και κοινωνικών νόμων, και όχι σε μία αφηρημένη έννοια της βούλησης. Όσο για την κατάληξη, το «τέλος» της ιστορίας; Δεν χωρούν θεολογικοί μεσσιανισμοί εδώ, ούτε ένδοξες φαντασιοπληξίες. Για τον Αλκαίο, παραμονεύει η σιωπή· ίσως και η διάψευση.

Μετά την παράθεση των ρητορικών περί ιστορίας ερωτημάτων του, ο Αλκαίος απευθύνεται στη Ρόζα. Ποια είναι αυτή; Η ιδρυτής και πρώτη ηγέτιδα του γερμανικού κομμουνιστικού κόμματος Ρόζα Λούξεμπουργκ. «Η κόκκινη Ρόζα χάθηκε κι αυτή / κανείς δεν ξέρει που το κορμί της παραχώσαν / έλεγε την αλήθεια στους φτωχούς / γι’ αυτό κι οι πλούσιοι τη σκοτώσαν» γράφει ο Μπέρτολτ Μπρεχτ και μελοποιεί ο Μικρούτσικος στη «Μουσική Πράξη» του. Εδώ ο λόγος είναι πιο αφαιρετικός: «Τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο;». Τον Ιανουάριο του 1919, η Λούξεμπουργκ κοιτάζει την επανάσταση στο Βερολίνο να ηττάται, καθώς η απόπειρα επαναστατικής κατάληψης της εξουσίας συντρίβεται από τους σοσιαλδημοκράτες. Συμμετέχει ενεργά στα γεγονότα, και συλλαμβάνεται στις 15 Ιανουαρίου 1919 μαζί με τον έτερο ηγέτη των γερμανών κομμουνιστών Καρλ Λίμπνεχτ. Δολοφονούνται και οι δύο από καθεστωτικούς πολιτοφύλακες και το νεκρό σώμα της πετιέται σε ένα κανάλι του Βερολίνου. Η αντίδραση νικά, όμως οι ιδέες της παίρνουν εκδίκηση. Σήμερα, η Λούξεμπουργκ θεωρείται όχι μόνο μία μεγάλη ηγέτιδα στην ιστορία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος, αλλά και μία σημαντική θεωρητικός του μαρξισμού. Η κριτική της προς τη γραφειοκρατία και τις τάσεις συγκεντρωτισμού εντός της Οκτωβριανής Επανάστασης καθώς και οι επεξεργασίες της ως προς τη φύση του ιμπεριαλισμού συνιστούν δύο μόνο πτυχές της πολύπλευρης θεωρητικής συμβολής της. Και ο Αλκαίος με τη λαοφιλή «Ρόζα» του φρόντισε να θυμίσει την παρουσία της και στους φίλους του ελληνικού τραγουδιού.

Συμπέρασμα


Στο έργο του Αλκαίου μπορεί να επισημανθεί μία συγκεκριμένη φιλοσοφία της ιστορίας, σύμφωνα με την οποία η ιστορία δεν είναι ούτε μία τυχαία διαδοχή γεγονότων, ούτε μία ντετερμινιστικά προδιαγεγραμμένη πορεία, ούτε ένδοξο έργο μεμονωμένων ηγετών και ηρώων. Ρητά ή άρρητα, η ιστορία εδώ νοείται ως τάση και ως σύγκρουση, που υπόκειται στη δύναμη της συλλογικής δράσης· η αναγκαιότητα που ενυπάρχει στην ιστορία διαμεσολαβείται από την ανθρώπινη πράξη και βούληση. Πώς βλέπει ο ποιητής το ρόλο του εντός της; «Της γης τη φλέβα ακούω σαν μαθητούδι». Η ιστορία για τον Αλκαίο συνίσταται σε υπόγειες φλέβες και ρεύματα, σε μετακινήσεις τεκτονικών πλακών που σε τελική ανάλυση έχουν εγγεγραμμένες μέσα τους την ταξική πάλη και τις αντιθέσεις που γεννιούνται στη σφαίρα του κοινωνικού. Και οι ήρωες του ποιητή δεν ξεφυτρώνουν ουρανοκατέβατα, ούτε προσφέρονται για μπλουζάκια και είδωλα. Στις περισσότερες των περιπτώσεων βουτάνε μέσα στην αντίφαση και στην ανάγκη, “πάντα γελαστοί και γελασμένοι“, έχοντας όμως πρώτα αποπειραθεί το αδύνατο και έχοντας περισώσει την υποψία μιας διαφορετικής εκδοχής των πραγμάτων.

Δεν υπάρχει Αλκαίος a la carte. Δεν υπάρχει ευαισθησία ή ποιητικότητα δήθεν ξεκομμένη από τα ιστορικά, ιδεολογικά, και εν τέλει βαθιά πολιτικά μηνύματα του έργου του. Δεν νοείται να εξυμνείς τον Αλκαίο και την ίδια στιγμή να πρεσβεύεις το δήθεν «τέλος της ιστορίας» ή να γράφεις ειρωνικά καλαμπουράκια για το Μαρξ ή να διαγράφεις τον όρο «ιμπεριαλισμός» από το λεξιλόγιό σου. Την ποίηση μπορείς να την ερμηνεύσεις όπως επιθυμείς· την ιστορία όμως που περικλείεται εντός της ελάχιστα μπορείς να αλλοιώσεις επικαλούμενος την υποκειμενική ματιά του δέκτη. Κι αν ήρθε η διάψευση και η κούραση κι η μοναξιά, ο Αλκαίος δεν παραδόθηκε. Μας το υπενθύμισε με τους τελευταίους στίχους του (η έμφαση δική μας): «Δε θέλω πια να νοσταλγώ τα φλογισμένα χρόνια / για φίλους τώρα τραγουδώ αδέσποτα τελώνια / τα ζάρια μου τα έριξα στης μοναξιάς το δρόμο / μα στην παλιά μας γειτονιά όταν μεθώ νυχτώνω». Και βέβαια, δεν νοείται να γίνεται λόγος για την οποιαδήποτε απόσυρση του Αλκαίου, μόνο και μόνο επειδή απείχε από τα φώτα της δημοσιότητας. Μίλησε με τα τραγούδια του κι αυτό μας φτάνει. Λόγω και των ιστορικών αναφορών, η στιχουργική του είναι εκκωφαντική, ουρλιάζει στο αυτί με τρόπο διαπεραστικό. Με άλλα λόγια, θέτοντας την ιστορία στο επίκεντρο του έργου του, ο Αλκαίος βάζει δύσκολα σε όποιον θελήσει να προσπεράσει με γενικολογίες και επικήδεια κλισέ τον ιδεολογικό προσανατολισμό του έργου του. Αυτός ο προσανατολισμός – στραμμένος με συνέπεια προς την πολιτική στράτευση, την κοινωνική χειραφέτηση και τη διεθνιστική αλληλεγγύη – παραμένει σήμερα διαχρονικότερος παρά ποτέ.

ηρ. οικ.


 (πάντα γελαστοί και γελασμένοι…)


Έφυγε ο ποιητής που μας έκανε να νιώθουμε άτρωτοι



Σαν μια κατάρα να σκέπασε αυτή τη μικρή σκηνή-τόπο που άλλοτε έλουζε το φως των άξιων και αληθινά σπουδαίων. Εκεί που απλώναμε τα οράματα και τα όνειρά μας να γεμίσουν  ελπίδα και δύναμη από το φως τους. Και μας τους κλέβει έναν έναν. Και σκοτεινιάζει. Γέμισε η σκηνή από ποταπούς σαλτιμπάγκους, γυαλιστερούς ντενεκέδες μιας κάλπικης λάμψης, που την υποθήκευσαν και θέλουν να υποθηκεύσουν και το φως.

Ο Άλκης Αλκαίος έφυγε νωρίς. Ο ποιητής που με τους στίχους του μιλήσαμε στον έρωτα. Που μας έμαθε να αγαπάμε τη ζωή και τον άνθρωπο. Έφυγε ο ποιητής που μας ταξίδεψε στα ματωμένα βουνά και τις πεδιάδες της παγκόσμιας Επανάστασης. Που διεύρυνε τα οράματά μας,  έκανε τραγούδι τους ήρωές μας και φώτισε τις σελίδες της ψυχής μας. Έφυγε ο ποιητής που κάποτε μας έκανε να νιώθουμε άτρωτοι. 

Καλό δρόμο να ΄χεις ποιητή! 

Οι λέξεις σου θα μείνουν για πάντα εδώ, δικές μας, σφαίρες στα όπλα της ελπίδας μας. Μέχρι ο ήλιος να λούσει με το φως του τις «σελίδες απ΄ το κομμουνιστικό μας μανιφέστο».