RSS

Category Archives: Βιβλία

"Αλλη μια φορά": Η συνέχεια των περιπετειών του νεαρού Ερνέστο Γκεβάρα (Βιβλιοκριτική)



Ένα καινούριο βιβλίο από τις εκδόσεις Ocean Sur/Ocean Press, για τη σειρά Proyecto Editorial Che Guevara (Εκδοτικό Πρόγραμμα Τσε Γκεβάρα): Ο ισπανικός τίτλος του είναι Otra Vez [Άλλη μια φορά] και ο αγγλικός Latin America Diaries. Πρόκειται ουσιαστικά για τη συνέχεια των πολύ γνωστών «Ημερολογίων μοτοσυκλέτας» [1] και περιγράφει το δεύτερο μεγάλο ταξίδι του νεαρού Ερνέστο Γκεβάρα στη Λατινική Αμερική, πριν γίνει γνωστός ως Τσε.
Το 180 σελίδων βιβλίο περιέχει επιστολές, ποιήματα και ανταποκρίσεις που συνθέτουν μια μαρτυρία για το δεύτερο λατινοαμερικάνικο ταξίδι του Ερνέστο Γκεβάρα μετά την αποφοίτησή του από την ιατρική σχολή. Η νέα αυτή έκδοση των ημερολογίων του Τσε έχει πλήρως αναθεωρηθεί από την χήρα του, Αλέιδα Μαρτς ντε Γκεβάρα, η οποία με επιμέλεια διόρθωσε την αρχική δουλειά της ελέγχοντας τον δυσανάγνωστο γραφικό χαρακτήρα του συζύγου της. Το βιβλίο περιλαμβάνει ακόμα έναν πρόλογο του Αλμπέρτο Γκρανάδο και 32 σελίδες με αδημοσίευτες φωτογραφίες, μεταξύ αυτών και φωτογραφίες του γιού του Τσε, Ερνέστο του νεότερου, καθώς αναζητούσε τα ίχνη του πατέρα του.

Στη συνέχεια έχουμε μεταφράσει μια βιβλιοκριτική του Otra Vez από τον Ροδόλφο Ρομέρο Ρέγιες.


7 Ιουλίου 1953. Ο νεαρός Ερνέστο Γκεβάρα μαζί με το φίλο του Κάρλος «Καλίκα» Φερέρ, αποφασίζουν να επιχειρήσουν ένα νέο ταξίδι.  Για τη «Μεγάλη Αμερική», για την οποία ομολόγησε μετά την πρώτη του ανάλογη εμπειρία: «Με έχει αλλάξει περισσότερο απ’ ότι πίστευα». Αυτή τη φορά τα βήματά του  τον φέρνουν στη Βολιβία, το Περού, το Εκουαδόρ, τον Παναμά, την Κόστα Ρίκα, τη Νικαράγουα, την Ονδούρα, το Ελ Σαλβαδόρ, τη Γουατεμάλα, το Μεξικό, και τελικά στην Κούβα [2].

Ως καλός χρονογράφος της εποχής του και των κατορθωμάτων του, ο Ερνέστο κρατάει ημερολόγιο με χρονολογικές εγγραφές πολύ προσωπικές. Βγάζει φωτογραφίες απ’ όλα όσα ανακαλύπτει σ’ αυτό το δεύτερο ταξίδι. Είναι ένας ιδιαίτερος τρόπος για να προσεγγίζει τις πραγματικότητες που αντικρίζει, μια συνήθειά του από το πρώτο ταξίδι ήδη. Τα γράμματα που ανταλλάσει με τη μητέρα του Σέλια ντε λα Σέρνα και τη φίλη του Μπέρτα Χίλδα (Τίτα) Ινφάντε, καθώς και άλλα κείμενα που γράφει για να δημοσιευτούν ή απλά για προσωπική του ευχαρίστηση, αποτελούν μαρτυρίες του έντονου περάσματος του από καθεμία από τις χώρες που επισκέφτηκε. Όλη αυτή η συλλογή κειμένων εμφανίζεται στο βιβλίο Otra Vez.

Για τους αναγνώστες που γνώρισαν από πρώτο χέρι τις σκέψεις του μέσα από το βιβλίο Notas de viaje[Σημειώσεις Ταξιδιού, πιο γνωστό ως Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας], που βασίζεται στο προσωπικό του ημερολόγιο κατά τη διάρκεια του πρώτου ταξιδιού που έκανε μαζί με τον Αλμπέρτο Γκρανάδο, θα βρουν σ’ αυτόν τον δεύτερο τόμο σκέψεις πιο βαθιές και σχετικές με ενδιαφέροντα πιο συγκεκριμένα μέσα στο έντονο και συγκρουσιακό πολιτικό πλαίσιο που διαγραφόταν τότε στη Λατινική Αμερική.

Στη Βολιβία, μέσα στην περιοχή των ορυχείων, μαθαίνει για τους λαϊκούς αγώνες ένα χρόνο μετά την επικράτηση της Επανάστασης του Απρίλη του 1952, και γράφει: «Αλλά το ορυχείο δεν είχε παλμό. Έλειπε η ώθηση των μπράτσων που κάθε μέρα βγάζουν το φορτίο του ορυκτού στη γη και που τώρα ήταν στη Λα Πας υπερασπιζόμενα την Επανάσταση γιατί είναι 2 Αυγούστου, ημέρα του Ινδιάνου και της Αγροτικής Μεταρρύθμισης».

Ένα εξαιρετικά σημαντικό γεγονός στην πορεία του ήταν η συνάντηση με τις πιο υψηλές εκφράσεις του πολιτισμού της αμερικανικής ηπείρου όταν επισκέπτεται την περιοχή των Άνδεων. Μετά θα έγραφε το «Μάτσου Πίτσου, αίνιγμα από πέτρα στην Αμερική», μια ιστορία που θα δημοσιεύσει στις 2 Δεκεμβρίου 1953. Ωστόσο, το ιστορικό γεγονός με το μεγαλύτερο αντίκτυπο στο νεαρό αργεντινό ήταν το στρατιωτικό πραξικόπημα κατά της λαοφιλούς κυβέρνησης του Χάκομπο Άρμπενς στη Γουατεμάλα.

Σύμφωνα με τη γνώμη του Αλμπέρτο Γκρανάδο, συμμετέχοντας σε αυτά τα γεγονότα ο Τσε «στερεώνει τις πολιτικές του γνώσεις και του μεγαλώνει η ανάγκη να εμβαθύνει στις σπουδές του για να προσδιορίσει με μεγαλύτερη καθαρότητα τα αίτια ενός αγώνα που θα κορυφωθεί με μια πραγματική επανάσταση».

Σε ένα γράμμα που γράφει στη μητέρα του στις 4 Ιουλίου 1954 της περιγράφει την οπτική του πάνω στα γεγονότα που έζησε: «Η ωμή αλήθεια είναι ότι ο Άρμπενς δεν μπορούσε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. […] Δε σκέφτηκε ότι η πόλη ήταν γεμάτη αντιδραστικούς και ότι τα σπίτια που χάθηκαν δικά τους και όχι του λαού, ο οποίος δεν έχει τίποτα και ήταν αυτός που υπερασπίστηκε την κυβέρνηση. Δε σκέφτηκε ότι ένας λαός οπλισμένος είναι μια εξουσία ανίκητη παρά το παράδειγμα της Κορέας και της Ινδοκίνας. Θα μπορούσε να είχε δώσει όπλα στο λαό και δεν ήθελε, και το αποτέλεσμα είναι αυτό».

Σε άλλο κείμενο που γράφηκε προς το τέλος του 1954 με τον τίτλο «Το δίλημμα της Γουατεμάλας», θα εκθέσει τις ιδέες του σχετικά. Το άρθρο περιλαμβάνεται στα παραρτήματα του βιβλίου.

Στη Γουατεμάλα ακριβώς γνωρίζει τον νεαρό κουβανό επαναστάτη Αντόνιο «Νίκο» Λόπες, ο οποίος είχε ηγηθεί της επίθεσης στο στρατώνα Κάρλος Μανουέλ ντε Σέσπεδες στο Μπαγιάμο στις 26 Ιούλη 1953. Μετά την αντάμωση των δύο νέων στο Μεξικό, μήνες μετά, θα θεμελιώνονταν οι οριστικοί δεσμοί ανάμεσα στον Ερνέστο, που από τότε έγινε Τσε, και τη Γενιά της Εκατονταετίας [3]. Ένα περιστατικό που αναφέρεται συνοπτικά στις σημειώσεις του όταν γράφει: «Ένα πολιτικό γεγονός είναι η γνωριμία με τον Φιντέλ Κάστρο, τον κουβανό επαναστάτη, νέο άνδρα, ευφυή, πολύ σίγουρο για τον εαυτό του και με τεράστια τόλμη∙ νομίζω ότι η συμπάθεια είναι αμοιβαία».

Η πρώτη φωτογραφία του Τσε με το Φιντέλ στο Μεξικό

Καθώς ήταν ένας από τους μελλοντικούς συμμετέχοντες στην εκστρατεία του πλοιαρίου Γκράνμα, συλλαμβάνεται από τις μεξικανικές αρχές μαζί με τους υπόλοιπους κουβανούς εξόριστους. «Μέσα σε αυτές τις μέρες της φυλακής και τις προηγούμενες της στρατιωτικής εκπαίδευσης, ταυτίστηκα πλήρως με τους συντρόφους στον κοινό σκοπό, θυμάμαι μια φράση που μια μέρα μου φάνηκε ανόητη ή το λιγότερο παράξενη, σχετικά με τόσο καθολική ταύτιση με όλα τα μέλη του μάχιμου σώματος, που η ιδέα ʺεγώʺ είχε εξαφανιστεί ολοκληρωτικά για να δώσει τη θέση της στην ιδέα ʺεμείςʺ. Ήταν μια κομμουνιστική ηθική και φυσιολογικά μπορεί να φαίνεται μια δογματική υπερβολή, αλλά πραγματικά ήταν (και είναι) όμορφο να μπορείς να νιώσεις αυτή την συγκίνηση του ʺεμείςʺ».


Το Otra Vez είναι ένα βιβλίο λίγων σελίδων αλλά περιέχει πυκνές ιδέες. Το φωτογραφικό υλικό του περιέχει, εκτός από τις φωτογραφίες που αναφέρθηκαν [και τραβήχτηκαν από τον ίδιο το Γκεβάρα] σημειώσεις που δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες La Hora και Diario της Κόστα Ρίκα, οι οποίες έγραφαν για την περιοδεία των δύο αργεντινών νέων στην ήπειρο, κάνοντας αναφορά και για τον Εντουάρντο «Γκουάλο» Γκαρσία. Πρόκειται για αργεντινό φοιτητή που υποχρεώθηκε να φύγει στην εξορία ως αντιπερονιστής και τον οποίο ο Τσε γνώρισε στο Εκουαδόρ, για να γίνει αργότερα ο νέος σύντροφός του στα ταξίδια. Σε μια από τις τελευταίες σελίδες, με ημερομηνία 1955,  αναφέρεται ο Τσε ως φωτορεπόρτερ του αργεντίνικου πρακτορείου Agencia Latina.

Στις τελευταίες γραμμές του ημερολογίου, το οποίο διακόπτεται καθώς πλησιάζει η οριστική του ένταξη στην κουβανική επαναστατική διαδικασία, διηγείται ότι μερικούς μήνες πριν είχε γεννηθεί η πρώτη κόρη του, Ίλδα Μπεατρίς Γκεβάρα. Κλείνοντας την τελευταία σελίδα, καταλήγει ως εξής: «Τα σχέδιά μου για το μέλλον είναι νεφελώδη αλλά ελπίζω να τελειώσω μια δυο ερευνητικές εργασίες. Αυτή η χρονιά μπορεί να είναι σημαντική για το μέλλον μου. Έχω φύγει πια από τα νοσοκομεία. Θα γράψω με περισσότερες λεπτομέρειες».

Ο Τσε στο Μεξικό με κάποιους από τους μελλοντικούς συντρόφους του στο Γκράνμα


Το Proyecto Editorial Che Guevara έχει κάνει μέχρι τώρα γύρω στις 30 εξειδικευμένες εκδόσεις σχετικά με τη ζωή και το έργο του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, ταξινομημένες σε διάφορες θεματικές ενότητες: Έργα της νεότητας, ανθολογίες, ιστορική μνήμη, φιλοσοφία και πολιτική, πολιτική οικονομία, κριτική πάνω στη σκέψη και το έργο του Τσε. Το βιβλίο Otra Vez μαζί με το Notas de Viaje εντάσσονται στην ενότητα «Γραπτά της Νεότητας» (Escritos de Juventud), με βασικό θέμα τα δύο μεγάλα ταξίδια του νεαρού Ερνέστο.

Οι εκδόσεις Ocean Sur, με γραφεία στην Κούβα, τη Βενεζουέλα και το Ελ Σαλβαδόρ, ασχολούνται με τη διάδοση της επαναστατικής σκέψης της Λατινικής Αμερικής όλων των εποχών. Εμπνευσμένες από την εθνική, πολιτιστική και φυλετική διαφοροποίηση, τους αγώνες για την εθνική κυριαρχία και το αντιϊμπεριαλιστικό πνεύμα, έχουν αναπτύξει εδώ και 5 χρόνια διάφορα εκδοτικά προγράμματα που προβάλουν τις διεκδικήσεις και τα σχέδια μετασχηματισμού της Λατινικής Αμερικής. Ο κατάλογος εκδόσεων περιλαμβάνει βιβλία πολιτικής θεωρίας και φιλοσοφίας της αριστεράς, της ιστορίας των λαών, τη διαδρομή των κοινωνικών κινημάτων και τη διεθνή πολιτική συγκυρία.
Οι συλλογές περιλαμβάνουν, εκτός από τη σειρά για τον Τσε Γκεβάρα, ανάλογες σειρές για το Φιντέλ Κάστρο, την Κουβανική Επανάσταση, το Λατινοαμερικάνικο Πλαίσιο, τη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη, Επαναστατικοί Βίοι, Ιστορίες από τα Κάτω, Ρόκε Ντάλτον [4], Φωνές του Νότου, η Άλλη ιστορία της Λατινικής Αμερικής και η Σοσιαλιστική Σκέψη.

Η Ocean Press είναι ανεξάρτητος εκδοτικός οίκος με έδρα την Αυστραλία και γραφεία επίσης στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κούβα. Δημιουργήθηκε το 1989 και εκδίδει βιβλία στα αγγλικά και τα ισπανικά με κυριότερες αγορές τις ΗΠΑ, τον Καναδά, τη Μ. Βρετανία, την Ιαπωνία, τη Ν. Ζηλανδία, τη Ν. Αφρική, την Ινδία και την Κούβα. Η θεματολογία των εκδόσεων επικεντρώνεται στη διεθνή πολιτική, τις κοινωνικές αλλαγές, την Κούβα και τη Λατινική Αμερική. Έχει προβάλει τη ζωή και το έργο προσωπικοτήτων όπως ο Τσε Γκεβάρα, ο Φιντέλ Κάστρο, ο Νόαμ Τσόμσκι, ο Τζο Σλόβο [5], ο Σαλβαδόρ Αλιέντε, η Νίδια Ντίας [6] και ο Χοσέ Μαρτί. Υπάρχει επίσης ειδική σειρά για την ιστορία και τα πεπραγμένα της CIA κατά των επαναστατικών κινημάτων.




[1] Το χρονικό του πρώτου και πιο γνωστού από τα μεγάλα  ταξίδια του νεαρού Ερνέστο, με το παρανόμι «Φουσέρ» τότε. Μαζί με το φίλο του Αλμπέρτο Γκρανάδο («Μιάλ») ξεκίνησαν από την Αργεντινή στις 31 Δεκεμβρίου 1951 για να καταλήξουν στη Βενεζουέλα μετά από τεσσερισήμισι μήνες και 14.000 χλμ. Έχει κυκλοφορήσει  από τον ίδιο εκδότη με τον τίτλο Notas de Viaje.
[2] Στο Μεξικό ο Γκεβάρα θα γνωρίσει κουβανούς εξόριστους με επικεφαλής τον Φιντέλ Κάστρο και θα ενταχθεί τελικά  στους 82 του Γκράνμα που θα ξεκινήσουν την Κουβανική Επανάσταση, με το προσωνύμιο «Τσε» πλέον.
[3] Generación de Centenario. Οι βετεράνοι της επίθεσης στους στρατώνες Μονκάδα και Κάρλος Μανουέλ ντε Σέσπεδες στις 26/7/1953 υπό την ηγεσία του Φιντέλ Κάστρο. Ονομάστηκαν έτσι επειδή εκείνη τη χρονιά συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τη γέννηση του Χοσέ Μαρτί.
[4] Επαναστάτης ποιητής από το Ελ Σαλβαδόρ. Δολοφονήθηκε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες το 1975.
[5] Ηγετικό στέλεχος του ΚΚ Νοτίου Αφρικής και του Εθνικού Αφρικανικού Κογκρέσου, αν και λευκός.
[6] Ιδρυτικό στέλεχος του Μετώπου Φαραμπούντο Μαρτί για την ανεξαρτησία του Ελ Σαλβαδόρ.





 

Γκέτο και αντι-γκέτο: Μια ανατομία της νέας αστικής φτώχειας


images (1)  Ο Loic Wacquant μιλά για το νέο του βιβλίο, Urban Outcasts, μία ανάλυση των μεταμορφώσεων των αμερικανικών γκέτο και των ευρωπαϊκών αστικά υποβαθμισμένων περιοχών που παρουσιάζουν συγκέντρωση μεταναστών. Υποστηρίζει ότι τα banlieues της Κόκκινης Ζώνης στη Γαλλία συγκροτούν, αυτό που ονομάζει, αντι-γκέτο: χώρους εθνικά ανομοιογενείς, με πορώδη σύνορα, φθίνοντες θεσμούς, και χωρίς μια κοινή πολιτιστική ταυτότητα.

Στο Urban Outcasts (Απόβλητοι των πόλεων) κάνετε μια μεθοδική σύγκριση της εξέλιξης του μαύρου αμερικανικού γκέτο και της γαλλικής λαϊκής περιφέρειας ή banlieue,τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Γιατί επιχειρήσατε αυτή τη σύγκριση και τι αποκαλύπτει για το μεταβαλλόμενο πρόσωπο της φτώχειας στην πόλη;

Loic Wacquant: Αυτό το βιβλίο γεννήθηκε από τη σύγκλιση δύο σοκ, το πρώτο προσωπικό και το δεύτερο πολιτικό. Το προσωπικό σοκ ήταν η ανακάλυψη, από πρώτο χέρι, του μαύρου αμερικανικού γκέτο – ή αυτού που απέμεινε- όταν μετακόμισα στο Σικάγο κι έζησα για έξι χρόνια στην περιφέρεια της Νότιας Πλευράς της πόλης. Ερχόμενος από τη Γαλλία, σοκαρίστηκα από την ένταση της αστικής ερήμωσης, του φυλετικού διαχωρισμού, της κοινωνικής στέρησης και της βίας του δρόμου που συγκεντρώνονται σ’ αυτή την terra non grata , την οποία οι ‘απέξω’, συμπεριλαμβανομένων πολλών διανοουμένων, φοβούνται, αποφεύγουν και υποτιμούν.

images

Το πολιτικό σοκ ήταν ο διάχυτος ηθικός πανικός για τη γκετοποίηση στη Γαλλία και σ’ ένα μεγάλο μέρος της Δυτικής Ευρώπης. Στη δεκαετία του 1990, τα μέσα επικοινωνίας, οι πολιτικοί, ακόμη και κάποιοι ερευνητές, είχαν φτάσει να πιστεύουν ότι οι εργατικές γειτονιές στις περιφέρειες ευρωπαϊκών πόλεων μετατρέπονταν σε γκέτο, κατά το πρότυπο των Ηνωμένων Πολιτειών. Έτσι η δημόσια συζήτηση και η κρατική πολιτική επαναπροσδιορίζονταν προς την καταπολέμηση της ανάπτυξης των λεγόμενων γκέτο, με βάση την αντίληψη ότι υπήρχε ‘αμερικανοποίηση’ της αστικής φτώχειας, δηλαδή ότι διακρινόταν από μια όλο και βαθύτερη εθνική διαίρεση, αυξανόμενο διαχωρισμό και αχαλίνωτη εγκληματικότητα.

Το άθροισμα αυτών των δυο σοκ γέννησε το ερώτημα που έδωσε ζωή σε μια δεκαετία έρευνας: υπάρχει σύγκλιση μεταξύ των αμερικανικών γκέτο και των ευρωπαϊκών αστικά υποβαθμισμένων περιοχών που παρουσιάζουν συγκέντρωση μεταναστών, και εάν όχι, τότε τι συμβαίνει; Και τι καθορίζει τη μεταμόρφωσή τους; Για να απαντήσω σ’ αυτές τις ερωτήσεις, μάζεψα στατιστικά στοιχεία και έκανα επιτόπια παρατήρηση σ’ ένα ρημαγμένο τμήμα της Μαύρης Ζώνης’ του Σικάγο και σε ένα αποβιομηχανοποιημένο προάστιο της ‘Κόκκινης Ζώνης’ του Παρισιού, μεταξύ του αεροδρομίου του Ρουασί και της πρωτεύουσας. Επίσης, κατασκεύασα ξανά την ιστορική τροχιά τους, γιατί κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι συνέβη σ’ αυτές τις παρακμασμένες γειτονιές, στη δεκαετία του 1990, αν δεν λάβει υπόψη τον πλήρη κύκλο του εικοστού αιώνα, που σφραγίστηκε από την άνθιση και, στη συνέχεια, το τέλος της βιομηχανοποίησης τύπου Φορντ και Κεϊνσιανού κράτους πρόνοιας.

Τι συνέβη λοιπόν στην αμερικανική Μαύρη Ζώνη και τη γαλλική Κόκκινη Ζώνη και κατά πόσο συγκλίνουν;

Loic Wacquant:Για την αμερικανική πλευρά έδειξα ότι, μετά τις ταραχές της δεκαετίας του 1960, το γκέτο των μαύρων εξερράγη ή, αν θέλετε, κατέρρευσε, λόγω της ταυτόχρονης σύμπτυξης της οικονομίας της αγοράς και της περιστολής του κοινωνικού κράτους. Το αποτέλεσμα ήταν μια νέα αστική μορφή που ονομάζω υπεργκέτο, η οποία χαρακτηρίζεται από διπλό αποκλεισμό με βάση τη φυλή και την τάξη και ενισχύεται από μια κρατική πολιτική που σχετίζεται με την υποχώρηση της πρόνοιας και την αστική εγκατάλειψη. Όταν λοιπόν μιλάμε για το αμερικανικό γκέτο, επιβάλλεται να το τοποθετούμε ιστορικά και να μην το συγχέουμε με το ‘κοινοτικό γκέτο’ της δεκαετίας του 1950 και τον απόγονο του τού τέλους του αιώνα. Το κοινοτικό γκέτο ήταν ένας κόσμος παράλληλος, ‘μια μαύρη πόλη μέσα στη λευκή’, όπως αναφέρουν οι αφρο-Αμερικανοί κοινωνιολόγοι St. Clair Drake και Horace Cayton,στο σπουδαίο βιβλίο τους Black Metropolis. Χρησίμευε ως δεξαμενή ανειδίκευτων εργατικών χεριών για τα εργοστάσια και ο πυκνός ιστός των οργανώσεών του αποτελούσε ένα είδος προστασίας έναντι της κυριαρχίας των λευκών. Με την από-βιομηχανοποίηση και τη μεταστροφή στον χρηματοοικονομικό καπιταλισμό, το υπεργκέτο δεν έχει οικονομική λειτουργία και στερείται κοινοτικών οργανώσεων, τις οποίες υποκατέστησαν κρατικοί θεσμοί κοινωνικού ελέγχου. Είναι ένα εργαλείο σκέτου αποκλεισμού, ένα απλό δοχείο υποδοχής για τα στιγματισμένα τμήματα του μαύρου προλεταριάτου: τους άνεργους, τους αποδέκτες της πρόνοιας, τα εγκληματικά στοιχεία και τους συμμετέχοντες στην ανθούσα παραοικονομία.

banlieue-54

Σε ό, τι αφορά στη γαλλική πλευρά, αποδεικνύεται πως τα κυρίαρχα μέσα επικοινωνίας και η αντίληψη πολιτικής κάνουν λάθος: οι περιφέρειες των χαμηλότερων τάξεων έχουν υποστεί μια διαδικασία εξαθλίωσης και σταδιακής αποσύνθεσης που τις απομάκρυνε από το πρότυπο του γκέτο. Το γκέτο είναι ένας εθνικά ομοιογενής θύλακας που περιλαμβάνει όλα τα μέλη μιας κατώτερης κατηγορίας και τους θεσμούς τους, αποτρέποντας την πρόκληση εντάσεων στην πόλη. Σήμερα, τα παρακμάζοντα banlieues είναι μικτά και, τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, έχουν γίνει πιο ποικίλα από πλευράς εθνικής στρατολόγησης – περιλαμβάνουν συνήθως μια πλειοψηφία Γάλλων πολιτών και μετανάστες από δυο έως και τρεις ντουζίνες εθνικότητες. Η αυξανόμενη παρουσία αυτών των μεταναστών της μετα-αποικιακής εποχής οφείλεται στη μείωση του χωροταξικού διαχωρισμού τους : παλιότερα ήταν αποκλεισμένοι από τα δημόσια συγκροτήματα κατοικιών και επομένως πιο απομονωμένοι. Και οι κάτοικοι που ανέρχονται στην ταξική δομή μέσα απ’ το σχολείο, την αγορά εργασίας ή την επιχειρηματικότητα σπεύδουν να εγκαταλείψουν αυτές τις υποβαθμισμένες περιοχές.
Τα banlieues της Κόκκινης Ζώνης έχουν επίσης χάσει τους περισσότερους από τους τοπικούς θεσμούς που συνδέονταν με το Κομμουνιστικό Κόμμα (στο οποίο χρωστούν το υποκοριστικό τους), οργάνωναν τη ζωή γύρω από το τρίο του εργοστασίου, του συνδικάτου και της γειτονιάς κι έδιναν στον κόσμο συλλογική περηφάνια για την τάξη και την πόλη του. Η εθνική ανομοιογένεια, τα πορώδη σύνορα, η φθίνουσα θεσμική πυκνότητα και η ανικανότητα να δημιουργήσουν μια κοινή πολιτιστική ταυτότητα έκαναν αυτές τις περιοχές το αντίθετο των γκέτο: είναι αντι-γκέτο.

Αυτό δεν συνάδει με την εικόνα που περιγράφουν τα γαλλικά μέσα ενημέρωσης, οι πολιτικοί τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς και οι ακτιβιστές που κινητοποιούνται γύρω από θέματα μετανάστευσης, φυλής και υπηκοότητας, ιδιαίτερα μετά το κύμα ταραχών που σάρωσε τα banlieues των χαμηλότερων τάξεων, τον Νοέμβριο του 2005.

Loic Wacquant:Αυτή είναι μια καλή απεικόνιση, μια καίρια συμβολή της κοινωνιολογίας στην πολιτική συζήτηση: μέσα από τη διαμόρφωση ιδεών και τη συστηματική παρατήρηση, φανερώνει τα αγεφύρωτα κενά- στη συγκεκριμένη περίπτωση την πλήρη αντίφαση- ανάμεσα στη δημόσια αντίληψη και την κοινωνική πραγματικότητα. Οι μετανάστες και τα παιδιά τους στη γαλλική πόλη έχουν μάλλον αναμιχθεί παρά διαχωριστεί. Το κοινωνικό προφίλ και οι ευκαιρίες τους έχουν μάλλον πλησιάσει εκείνες των γηγενών Γάλλων αντί να είναι διαφορετικές, ακόμη κι αν πλήττονται από υψηλότερα ποσοστά ανεργίας. Διαχέονται περισσότερο στο χώρο, αντί να συγκεντρώνονται. Και επειδή τώρα είναι πιο ‘ενσωματωμένοι’ στην εθνική ζωή και ανταγωνίζονται για τα συλλογικά αγαθά, τους βλέπουν ως απειλή και η ξενοφοβία διογκώνεται ανάμεσα στα γηγενή τμήματα της εργατικής τάξης που απειλούνται από μια καθοδική κινητικότητα.

Οι αστικές περιφέρειες στη Δυτική Ευρώπη δεν πάσχουν από γκετοποίηση αλλά από τη διάλυση της παραδοσιακής εργατικής τάξης, που οφείλεται στην ομαλοποίηση της μαζικής ανεργίας και τη διάδοση των αβέβαιων θέσεων εργασίας μερικής απασχόλησης, όπως και στον διασυρμό στη δημόσια συζήτηση. Στην πραγματικότητα, η συζήτηση για τη ‘γκετοποίηση’ αποτελεί μέρος της συμβολικής δαιμονοποίησης των περιοχών των χαμηλότερων τάξεων, που γίνονται έτσι κοινωνικά ασθενέστερες και πολιτικά περιθωριοποιημένες.

bosquet-citc3a9

Το Urban Outcasts δείχνει ότι η θέση της ‘σύγκλισης’ μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής στο πρότυπο του μαύρου γκέτο είναι εμπειρικά λανθασμένη και πολιτικά παραπλανητική. Στη συνέχεια, αποκαλύπτει την ‘ανάδυση’ ενός νέου καθεστώτος αστικής φτώχειας κι από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού, διαφορετικού από το καθεστώς των πενήντα χρόνων που προηγήθηκαν και το οποίο ήταν εδραιωμένο στη σταθερή βιομηχανική εργασία και το δίκτυ ασφαλείας του κεϊνσιανού κράτους. Αυτή η προωθημένη περιθωριοποίηση τροφοδοτείται από τον κατακερματισμό της μισθωτής εργασίας, τον επαναπροσδιορισμό της κρατικής πολιτικής μακριά από την κοινωνική προστασία και προς όφελος του καταναγκασμού της αγοράς και από τη γενικευμένη αναζωπύρωση της ανισότητας- είναι η περιθωριοποίηση που παράγει η νεοφιλελεύθερη επανάσταση. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι πίσω μας, αλλά μπροστά μας. Είναι αναγκασμένη να παραμείνει και να αναπτυχθεί, καθώς οι κυβερνήσεις εφαρμόζουν πολιτικές κατάργησης των κανόνων στην οικονομία και εμπορευματοποίησης των δημόσιων αγαθών. Αυτή όμως η κοινωνική πραγματικότητα, που διαμορφώνεται από τη σπανιότητα και την αβεβαιότητα της εργασίας και τον μεταβαλλόμενο ρόλο του κράτους, καθίσταται πιο ασαφής από το εθνοποιημένο ιδίωμα της μετανάστευσης, τη διάκριση, και την ‘ανομοιότητα’. Πρόκειται, ασφαλώς, για πραγματικά ζητήματα, που δεν αποτελούν όμως την κινητήρια δύναμη πίσω από την περιθωριοποίηση της αστικής περιφέρειας στην Ευρώπη. Ακόμη χειρότερα, εξυπηρετούν την απόκρυψη του νέου κοινωνικού ζητήματος- την αβέβαιη εργασία και τις συνέπειές της στη διαμόρφωση του νέου αστικού προλεταριάτου του εικοστού πρώτου αιώνα.

Στο βιβλίο, υπογραμμίζετε τη συλλογική ταπείνωση που νιώθουν οι άνθρωποι που συνωστίζονται στα υπεργκέτο και τα αποβιομηχανοποιημένα banlieue. Οι κάτοικοι της Μαύρης Ζώνης έχουν χάσει τη φυλετική περηφάνια τους και οι αντίστοιχοί τους στην Κόκκινη Ζώνη έχουν χάσει την ταξική περηφάνια τους. Υποστηρίζετε ότι ο ‘εδαφικός στιγματισμός’ είναι η νέα διάσταση της αστικής περιθωριοποίησης στην Αμερική και στην Ευρώπη, στο έμπα του νέου αιώνα.

Loic Wacquant:Πράγματι, ένα από τα διακριτά χαρακτηριστικά της προωθημένης περιθωριοποίησης είναι το διάχυτο χωροταξικό στίγμα που απαξιώνει τους ανθρώπους που βρίσκονται παγιδευμένοι σε υποβαθμισμένες γειτονιές. Σε κάθε προωθημένη κοινωνία, ένας αριθμός αστικών περιοχών ή πόλεων έχουν γίνει εθνικά σύμβολα και συνώνυμα για όλα τα κακά της πόλης: το Clichy-sous-Bois (απ’ όπου ξεκίνησαν οι ταραχές του Νοεμβρίου 2005), στη Γαλλία, το Moss Side του Μάντσεστερ, στην Αγγλία, το Berlin-Neukoln στη Γερμανία, το South-Bronx στη Νέα Υόρκη κλπ. Αυτή η αυξανόμενη δυσφήμηση των υποβαθμισμένων περιοχών της μητρόπολης αποτελεί άμεση συνέπεια της πολιτικής εξασθένησης των Αφρο-αμερικανών στην πολιτική σκηνή των Ηνωμένων Πολιτειών και της εργατικής τάξης στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή.

danchung372ready

Όταν μια περιοχή θεωρείται το ‘φρικτό μέρος’ της πόλης, όπου μόνο τα αποβράσματα της κοινωνίας μπορούν να ζήσουν, όταν το όνομά της είναι συνώνυμο με τη φαυλότητα και τη βία στη δημοσιογραφική και πολιτική συζήτηση, ο σπίλος αυτού του μέρους επικαλύπτει τα στίγματα της φτώχειας και της εθνότητας ( που σημαίνει ‘φυλή’ στις Ηνωμένες Πολιτείες και αποικιακή καταγωγή στην Ευρώπη). Εδώ άντλησα από τις θεωρίες του Ervin Gofman και του δασκάλου μου Pierre Bourdieu για να αναδείξω τον τρόπο με τον οποίο η δημόσια ανυποληψία που πλήττει αυτές τις περιοχές κάνει τους κατοίκους να υποτιμούν τον εαυτό τους και διαβρώνει τους κοινωνικούς δεσμούς τους. Ως αντίδραση στη δυσφήμηση του χώρου, οι κάτοικοι ακολουθούν στρατηγικές αμοιβαίας αποστασιοποίησης και πλάγιας σπίλωσης. Αποσύρονται στην ιδιωτική σφαίρα της οικογένειας και αποχωρούν από τη γειτονιά (όταν έχουν επιλογή). Αυτές οι πρακτικές συμβολικής αυτοπροστασίας προβάλλουν μια προφητεία αυτό-εκπλήρωσης μέσω της οποίας οι αρνητικές απεικονίσεις του μέρους καταλήγουν να παράγουν σε αυτό την ίδια την πολιτιστική ανομία και τον κοινωνικό ατομικισμό που, σύμφωνα με τις απεικονίσεις αυτές, υπήρχαν ήδη εκεί.

la

Ο εδαφικός στιγματισμός δεν υπονομεύει μόνο την ικανότητα για συλλογικό προσδιορισμό ταυτότητας και δράση των οικογενειών των χαμηλότερων τάξεων, αλλά πυροδοτεί την προκατάληψη και τη διάκριση στους ‘απέξω’, όπως οι εργοδότες και οι δημόσιες γραφειοκρατίες. Οι νέοι της La Courneuve, της στιγματισμένης πόλης της Κόκκινης Ζώνης, στα περίχωρα του Παρισιού, που μελέτησα, παραπονιούνται διαρκώς ότι πρέπει να κρύβουν τη διεύθυνσή τους όταν ψάχνουν για δουλειά, όταν γνωρίζουν κορίτσια ή πηγαίνουν σε πανεπιστήμιο έξω απ’ την πόλη τους, προκειμένου να αποφύγουν αρνητικές αντιδράσεις φόβου ή απόρριψης. Η αστυνομία τούς μεταχειρίζεται πιο αυστηρά, όταν οι άνδρες της ανακαλύπτουν ότι προέρχονται από αυτή τη σπιλωμένη πόλη που θεωρείται φοβερό ’γκέτο’. Ο εδαφικός στιγματισμός είναι ένα ακόμη εμπόδιο στο δρόμο της κοινωνικοοικονομικής ενσωμάτωσης και της πολιτικής συμμετοχής.

Σημειώστε ότι το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται στη Λατινική Αμερική μεταξύ των κατοίκων των κακόφημων favelas της Βραζιλίας, των poblaciones της Χιλής και των villas miserias της Αργεντινής. Υποπτεύομαι ότι οι κάτοικοι της Villa del Bajo Flores, της La Cava ή της Villa de Retiro στο Μπουένος Άιρες γνωρίζουν με το παραπάνω τι είναι η ‘διάκριση της διεύθυνσης’. Αυτό το εδαφικό στίγμα συνδέεται με τις υποβαθμισμένες περιοχές της αργεντίνικης πόλης για τον ίδιο λόγο που ισχύει για το υπεργκέτο των Ηνωμένων Πολιτειών και τα αντι-γκέτο της Ευρώπης: τη συγκέντρωση σε αυτά των άνεργων, των άστεγων και των μεταναστών χωρίς χαρτιά, όπως και των κατώτερων τμημάτων του νέου αστικού προλεταριάτου που απασχολείται στην παραοικονομία των υπηρεσιών. Και η τάση των κρατικών ελίτ είναι να χρησιμοποιούν το χώρο ως ‘προπέτασμα’ για να αποφεύγουν να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα που έχουν τις ρίζες τους στη μετατροπή της εργασίας.

mun

Αυτό το εδαφικό στίγμα δεν διευκολύνει τη μεταστροφή στο ποινικό κράτος και την εγκαθίδρυση της πολιτικής της ‘μηδενικής ανοχής’, που την παγκόσμια διάδοσή της αναλύσατε στο προηγούμενο βιβλίο σας Les prisons de la misèreCarceles de la Miseria;

Loic Wacquant:Η σπίλωση του χώρου δίνει στο κράτος αυξημένη ελευθερία να εφαρμόζει επιθετική πολιτική ελέγχου της νέας περιθωριοποίησης που μπορεί να πάρει τη μορφή διασποράς ή ανάσχεσης, ή ακόμη καλύτερα ενός συνδυασμού των δυο προσεγγίσεων. Διασπορά σημαίνει διασκορπισμός των φτωχών στο χώρο και ανάκτηση των εδαφών που παραδοσιακά καταλαμβάνουν, με το πρόσχημα ότι οι γειτονιές τους είναι κακές ‘απαγορευμένες περιοχές’ που απλώς δεν μπορούν να διασωθούν. Αυτό συμβαίνει σήμερα με τη μαζική κατεδάφιση των δημόσιων οικιστικών συγκροτημάτων στην καρδιά του ιστορικού γκέτο της αμερικανικής μητρόπολης και των εξαθλιωμένων περιφερειών πολλών ευρωπαϊκών πόλεων. Χιλιάδες μονάδες τέτοιων κατοικιών καταστρέφονται μέσα στη νύχτα και οι κάτοικοί τους σκορπίζονται σε κοντινές περιοχές ή σε φτωχές συνοικίες, λίγο πιο μακριά, δημιουργώντας την εντύπωση ότι ‘το πρόβλημα λύθηκε’. Η διασπορά των φτωχών των πόλεων μπορεί να τους καθιστά λιγότερο ορατούς και λιγότερο ενοχλητικούς πολιτικά, αλλά δεν τους δίνει δουλειά ούτε τους εξασφαλίζει ένα βιώσιμο κοινωνικό στάτους.

Η δεύτερη τεχνική για την αντιμετώπιση της αύξησης της προωθημένης περιθωριοποίησης ακολουθεί την αντίθετη τακτική: αποσκοπεί στη συγκέντρωση και συγκράτηση της αναταραχής που δημιουργούν ο κατακερματισμός της εργασίας και η αποσταθεροποίηση της εθνικής (φυλετικής ή εθνικής) ιεραρχίας, απλώνοντας ένα γερό αστυνομικό δίκτυο γύρω από την υποβαθμισμένη γειτονιά και επεκτείνοντας τις φυλακές στις οποίες τα πλέον απείθαρχα στοιχεία εξορίζονται μόνιμα. Αυτή η ποινική ανάσχεση συνοδεύεται συνήθως στο μέτωπο της κοινωνικής πρόνοιας από μέτρα που έχουν στόχο να σπρώξουν τους αποδέκτες της δημόσιας βοήθειας στις κατώτερες χαραμάδες της παραοικονομίας των υπηρεσιών, υπό την ονομασία του ‘συστήματος εκπαίδευσης ανέργων’ (Περιγράφω την εφεύρεση, στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτής της νέας πολιτικής για τη φτώχεια που παντρεύει την περιοριστική ‘εκπαίδευση ανέργων’ με την επεκτατική ‘εκπαίδευση φυλακής’, στο επόμενο βιβλίο μου Punishing the Poor/Castigar a los pobres). Αλλά η πολιτική της mano dura ή ‘μηδενικής ανοχής’ είναι επίσης καταδικασμένη σε αποτυχία. Πετώντας τους άνεργους, τους περιθωριακά απασχολούμενους και τους μικρο-εγκληματίες πίσω απ’ τα κάγκελα, τους κάνουμε ακόμα λιγότερο απασχολούμενους, ενώ αποσταθεροποιούνται ακόμη περισσότερο οι οικογένειες και οι γειτονιές των χαμηλότερων τάξεων. Η ανάπτυξη της αστυνομίας, των δικαστηρίων και των φυλακών για την ανακοπή της περιθωριοποίησης, δεν είναι μόνο εξαιρετικά δαπανηρή και αναποτελεσματική, αλλά επιδεινώνει αυτούς ακριβώς τους ασθενείς που υποτίθεται ότι θεραπεύει. Κι έτσι μπαίνουμε ξανά στον φαύλο κύκλο που επεσήμανε πριν από πολύ καιρό ο Michel Foucault: η αποτυχία της φυλακής να λύσει το πρόβλημα της περιθωριοποίησης χρησιμεύει ως δικαιολογία για τη συνεχιζόμενη επέκτασή της.

villa31_retiro

Επιπλέον, στην Αργεντινή και τις γειτονικές χώρες που υπέστησαν, στον εικοστό αιώνα, δεκαετίες αυταρχικής διακυβέρνησης, η αστυνομία είναι από μόνη της φορέας βίας και η δικαστική μηχανή ξεχειλίζει από μεροληψία. Έτσι, το ξεδίπλωμα του ποινικού κράτους στον πάτο της ιεραρχίας των τάξεων και των περιοχών ισοδυναμεί με την εκ νέου εγκαθίδρυση μιας δικτατορίας στα περιθωριακά τμήματα της εργατικής τάξης. Παραβιάζει στην πράξη το ιδανικό της δημοκρατικής υπηκοότητας που θεωρητικά καθοδηγεί τις αρχές. Το κράτος δεν πρέπει να πολεμήσει το σύμπτωμα, την εγκληματική ανασφάλεια, αλλά την αιτία της αστικής αναταραχής: δηλαδή, την κοινωνική ανασφάλεια που το ίδιο το κράτος προκάλεσε καθώς έγινε ο επιμελής υπηρέτης του δεσποτισμού της αγοράς.

Πηγή:Ουλαλούμ

 

Παντελής Πουλιόπουλος (Ένας διανοούμενος επαναστάτης)


Ο Δημήτρης Λιβιεράτος, ερευνητής και ιστοριογράφος του ελληνικού εργατικού κινήματος, είναι ο πρώτος που επιχειρεί μια ολοκληρωμένη παρουσίαση της μορφής του πρωτοπόρου διανοούμενου και επαναστάτη Παντελή Πουλιόπουλου.

Ο συγγραφέας διατρέχει στο βιβλίο του αυτό όλη τη θυελλώδη και ηρωική ζωή του Παντελή Πουλιόπουλου. Τον παρακολουθεί από τα νεανικά του χρόνια που θα στρατευθεί στο εργατικό κίνημα μέχρι το τραγικό τέλος του, το 1943, που θα εκτελεστεί από τους Ιταλούς.

Ο αναγνώστης θα ζήσει το κλίμα της πρώτης δεκαετίας της διαμόρφωσης και εξέλιξης του ΚΚΕ, του οποίου την ηγεσία ανέλαβε, για ένα μικρό διάστημα, σε νεαρότατη ηλικία, ο Παντελής Πουλιόπουλος, αλλά και τον ανυποχώρητο αγώνα ενός οραματιστή να ανανεώσει το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα. Θα γευθεί, όμως, και την πίκρα αυτού του φωτεινού αγωνιστή που διώχθηκε, απομονώθηκε και διαγράφηκε από το κόμμα του, επειδή, πρώτος αυτός πρόβλεψε, από το 1928 ακόμα, ότι το σταλινικό πρότυπο οδηγούσε το παγκόσμιο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα στην καταστροφή. 

Το βιβλίο σε μορφή pdf  εδώ

 

Νέο βιβλίο της Σοφίας Κολοτούρου: Τα επτά πρόσωπα της κώφωσης

Έχουμε τη χαρά να αναγγείλουμε την έκδοση του νέου βιβλίου της ποιήτριας και ιατρού Σοφίας Κολοτούρου, ποίηματα της οποίας έχουμε φιλοξενήσει επανειλημμένα στο παρόν ιστολόγιο (δείτε εδώ). Το κεντρικό θέμα του βιβλίου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg, υποδηλώνεται από τον ίδιο του τον τίτλο: Τα επτά πρόσωπα της κώφωσης.

Ας αφήσουμε όμως τη συγγραφέα να μιλήσει για το βιβλίο της η ίδια, μέσα από το σχετικό άρθρο του http://diastixo.gr.

Λέγομαι Σοφία Κολοτούρου, είμαι γιατρός και συγγραφέας και είμαι μεταγλωσσική κωφή. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο συνηθίζω να συστήνομαι σε ανθρώπους που δεν με γνωρίζουν.

Αναπόφευκτα, μόλις συστηθώ ακολουθεί η ερώτηση: «μετα- τι;»

Για τους ακούοντες, όλοι οι κωφοί μοιάζουν να είναι ίδιοι, όπως σε μας συχνά μοιάζουν να είναι ίδιοι οι Κινέζοι, οι Εσκιμώοι, οι Αφρικανοί: όταν δεν έχεις εμβαθύνει στα «ενδότερα» μιας φυλής ή μιας πολιτισμικής ομάδας, σου φαίνονται όλοι «ομοιόμορφα ίδιοι».

Είναι όμως όλοι οι κωφοί ίδιοι, είναι όλοι τους μέλη μιας κοινής πολιτισμικής ομάδας; Έχουν –όπως φημολογείται– όλοι την ίδια γλώσσα, τη νοηματική γλώσσα, ακολουθούν την ίδια κουλτούρα, μοιράζονται τις ίδιες αξίες, ανήκουν στα ίδια σωματεία και στους ίδιους συλλόγους, συναναστρέφονται οπωσδήποτε μεταξύ τους; Συμπαθιούνται καν ή μήπως τους χωρίζουν άλυτα ζητήματα σε σχέση με τις ιδέες και τις απόψεις τους, μήπως τους χωρίζουν ιστορικά μίση αιώνων; Και αν ναι, γιατί υπάρχει αυτή η αιώνια αντιμαχία μεταξύ εκείνων που μιλούν προφορικά και εκείνων που νοηματίζουν; Πώς δημιουργήθηκε ιστορικά αυτή η –άγνωστη στο ευρύ κοινό των ακουόντων– αντιπαράθεση και γιατί υπάρχει ακόμη, αν και παλαιότερα είχαν πει πως «ο πόλεμος των 200 ετών μεταξύ προφοριστών και νοηματιζόντων έχει τερματιστεί;»

Στην πραγματικότητα, όταν εξηγώ στον κόσμο ότι «μεταγλωσσική κώφωση» είναι η κατάσταση κατά την οποία πρώτα μαθαίνεις να μιλάς ως παιδί και χάνεις την ακοή σου αργότερα (δηλαδή μετά τα 4 σου χρόνια), με συνέπεια να μη χάνεις και τη δυνατότητα ομιλίας και να μη μαθαίνεις τη νοηματική

γλώσσα, με κοιτούν με έκπληξη και απορία. Δεν ξέρουν καν ότι υπάρχει σαν έννοια και σαν δυνατότητα η ύπαρξη του «κωφού με προφορικό λόγο», αν και αυτό έχει επιτευχθεί ακόμα και σε εκ γενετής (προγλωσσικούς) κωφούς με ειδικές μεθόδους εκπαίδευσης εδώ και πολλά χρόνια ή με κοχλιακά εμφυτεύματα (που μπαίνουν με εγχείρηση) την τελευταία 15ετία και στη χώρα μας.

Έγραψα αυτό το βιβλίο για να μιλήσω για τους επτά διαφορετικούς δρόμους που μπορεί να ακολουθήσει ένας κωφός μεγαλώνοντας, ανάλογα με το πώς επικοινωνεί (προφορικά ή με νοηματική) και ανάλογα με τα βοηθήματα αποκατάστασης που χρησιμοποιεί (ακουστικά βαρηκοΐας, κοχλιακά εμφυτεύματα).

Το βιβλίο είναι γραμμένο σε μελλοντικό χρόνο, αντιστοιχεί στο 2030. Η βαθιά μου πεποίθηση είναι ότι μέχρι τότε η κώφωση θα έχει γίνει «πρώην» αναπηρία, θα έχει εξαλειφθεί όπως και άλλες παθήσεις και αναπηρίες στο παρελθόν, και έτσι ως τότε οι χρόνιες διαμάχες που μας ταλανίζουν τώρα δεν θα υπάρχουν.

Αυτό το βιβλίο απευθύνεται κυρίως στους ακούοντες, εκείνους που θέλουν, λόγω επαγγέλματος ή λόγω προβλήματος ακοής στο οικογενειακό και φιλικό τους περιβάλλον, να εξερευνήσουν τα ενδότερα του κόσμου των κωφών. Τα ενδότερα που μέχρι τώρα, λόγω της διαφορετικής γλώσσας αλλά και λόγω της σιωπής γι’ αυτά τα θέματα, είναι εξίσου άγνωστα με την «απαγορευμένη πόλη» του Πεκίνου στο παρελθόν…

Είναι ένα βιβλίο χρήσιμο για γιατρούς ΩΡΛ, λογοθεραπευτές, ψυχολόγους, παιδαγωγούς ειδικής αγωγής αλλά και γονείς παιδιών με κώφωση και βαριά βαρηκοΐα. Οι Εκδόσεις Δαρδανός-Gutenberg αποφάσισαν να το εκδώσουν εν μέσω κρίσης, σαν ένα δείγμα κοινωνικής ευαισθησίας και προσφοράς σε ένα τόσο λεπτό και πολύπλοκο ζήτημα.

Γιατί σήμερα, το 2013, εξακολουθούν κάθε χρόνο να γεννιούνται περίπου 100 προγλωσσικά κωφά παιδιά στη χώρα μας και να χάνουν επίσης πολύ περισσότεροι την ακοή τους μεταγλωσσικά (στην παιδική ηλικία ή και μετά την ενηλικίωση) από ασθένειες και ατυχήματα. Και όλοι αυτοί οι άνθρωποι μαζί με τις οικογένειές τους συνιστούν έναν ιδιαίτερο κόσμο, που πρώτη φορά στην ιστορία έχει όλες τις τεχνολογικές και ιατρικές δυνατότητες για να ξεφύγει από την απομόνωση και τη σιωπή.

Σας καλώ να γνωρίσετε και τα επτά πρόσωπα της κώφωσης και να ταξιδέψετε μαζί μας σε αυτόν τον μέχρι τώρα ανεξερεύνητο κόσμο. Εξάλλου, και οι επτά είναι υπέροχοι – όπως και εσείς, οι μελλοντικοί αναγνώστες τους…


Στοιχεία σχετικά με το βιβλίο από τη σελίδα των εκδόσεων Gutenberg
Περίληψη

«Αγαπητοί φίλοι που βρίσκεστε σήμερα εδώ, θεωρώ πως πλέον έχετε όλοι κατανοήσει ότι η κώφωση σήμερα, το 2030, δεν μπορεί να έχει τα ίδια χαρακτηριστικά που είχε στο παρελθόν. Είμαστε εδώ μαζεμένοι όλοι όσοι αντιπροσωπεύουμε και τους επτά διαφορετικούς δρόμους που μπορούσε να έχει ο καθένας μας μεγαλώνοντας. Ας μου επιτραπεί να μας ονομάσω «τα επτά πρόσωπα της κώφωσης», μια και είμαι κι εγώ ένας από τους επτά αντιπροσώπους που ο αιώνας μας επιφύλαξε να υπάρχουν.

Ο κόσμος άλλαξε πολύ από τη δική σας γενιά. Στα δικά σας τα χρόνια, στον εικοστό αιώνα, η κώφωση ήταν μια μεγάλη αναπηρία κι ο καθένας από σας προσάρμοσε τη ζωή του ανάλογα με τις επικοινωνιακές του δυνατότητες και προτιμήσεις. Μπορώ λοιπόν να σας κατανοήσω όλους, μα σας ζητώ να κατανοήσετε κι εσείς εμάς.

Για μας η κώφωση δεν είναι πια αναπηρία. Το ίδιο –κι ακόμα καλύτερα– ισχύει για όσους είναι τώρα παιδιά και όσους θα γεννηθούν στο μέλλον. Τώρα πια οι νέοι μας είναι βαρήκοοι, οι κωφοί δεν υπάρχουν πλέον. Εσείς που γεννηθήκατε πριν από το 2000 είστε οι τελευταίοι εκπρόσωποι αυτής της αναπηρίας, της κώφωσης».

Περιεχόμενα

ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ: Τα πράγματα δεν είχαν όνομα || Κωφοί με κάπα κεφαλαίο || Η κληρονομική κώφωση || Ο ήσυχος κόσμος των χρωμάτων || Η μεταγλωσσική κώφωση || Κώφωση, μια πρώην αναπηρία || Το κοχλιακό εμφύτευμα || ΣΥΝΕΔΡΙΟ: CODA: Ανάμεσα σε δύο κόσμους || Κώφωση: ιστορική ανασκόπηση || “Το Νησί των Κωφών” || Η ολοκλήρωση του συνεδρίου || ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΌ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ: Μνήμες από το Συνέδριο για την Κώφωση στον 21ο αιώνα || Βιβλιογραφικές αναφορές
 

Κυκλοφορία νέα βιβλίου: Ο μαρξισμός και η ελληνική οικονομική κρίση

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις GUTENBERG το βιβλίο “Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ”
Τα κείμενα που περιλαμβάνονται στον συλλογικό αυτό τόμο είναι αποτέλεσμα επεξεργασίας του Τμήματος Πολιτικής Οικονομίας του Ομίλου Μαρξιστικών Ερευνών (ΟΜΕ). Το κεντρικό θέμα τους είναι η μαρξιστική ανάλυση για τη σημερινή κρίση που διαπερνά τον ελληνικό καπιταλισμό. Ιδιαίτερο κίνητρο στη δουλειά αυτή αποτέλεσε η διαπίστωση ότι, ενώ από το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης του 2007-8 και στη συνέχεια της ελληνικής κρίσης και της υπαγωγής της χώρας στο Μνημόνιο, κυκλοφορούν ευρέως πολλές ριζοσπαστικές και μαρξίζουσες αναλύσεις, υπάρχει ένδεια συγκροτημένης μαρξιστικής ανάλυσης. Αυτό το κενό προσπαθεί να καλύψει ο ανά χείρας τόμος. Όχι γιατί ο μαρξισμός είναι μια «θεολογία», αλλά γιατί παραμένει πάντα ο αποτελεσματικότερος τρόπος ανάλυσης και κατανόησης του κοινωνικού και οικονομικού γίγνεσθαι. Επιπλέον, γιατί παραμένει πάντα ο πιο σημαντικός βοηθός του κόσμου της εργασίας στην πάλη του για τη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας απαλλαγμένης από την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Αντιθέτως, οι ριζοσπαστικές όσο και οι μαρξίζουσες αναλύσεις στοιχίζονται συνήθως πίσω από τη θεωρία της χρηματιστικοποίησης (σε ή χωρίς συνδυασμό με τη θεωρία υποκατανάλωσης). Οι αναλύσεις αυτές, αφενός μεν κατανοούν εσφαλμένα τον σύγχρονο καπιταλισμό και την κρίση του και, αφετέρου, οδηγούν εν τέλει στην υπαγωγή του εργατικού κινήματος σε αστικές στρατηγικές. Τα κείμενα του ανά χείρας τόμου επιδιώκουν το αντίθετο: να δώσουν μια ρεαλιστικότερη ανάλυση του σύγχρονου καπιταλισμού και της κρίσης του και, ταυτόχρονα, να βοηθήσουν το εργατικό κίνημα να αγωνισθεί για τις δικές του σημαίες.
 
 

Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ



(. . .) Στη χώρα μας, που με πολύ αργητό ρυθμό διαλύθηκαν οι παλιές γεωργοοικονομικές συνθήκες και παράλληλα άργησαν ν’ αναπτυχθούν νέες παραγωγικές δυνάμεις, το προλεταριάτο μας, στην ανοδική του πορεία, πέρασε από διάφορα στάδια, ώσπου ν’ αποκτήσει ξεκαθαρισμένη αντίληψη της ιστορικής του αποστολής. Ως το 1910 βρισκόταν ακόμα στη νηπιακή του περίοδο. Από το 1910 ως το 1918 στην εφηβική του και απεκεί και πέρα ανδρώθηκε κι άρχισε να παίζει τον ιστορικό του ρόλο.

Ολόκληρο το βιβλίο σε μορφή .pdf εδώ


 

Η επαναστατική τέχνη ως συνείδηση της εποχής


του Περικλή Παυλίδη*

(Κείμενο ομιλίας στην παρουσίαση του βιβλίου του Η.Κακαβάνη, «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του», Θεσσαλονίκη 21/4/13)

Το βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη «Ο άγνωστος Βάρναλης» είναι ένα πολύ φροντισμένο πόνημα το οποίο εξοικειώνει τον αναγνώστη με τη γενική πνευματική διαδρομή του ποιητή φωτίζοντας συνάμα κρίσιμες στιγμές της και αποκαλύπτοντας ουσιώδεις πτυχές της προσωπικότητάς του, πράγμα  που επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα το περιεχόμενο του έργου του. Το ερώτημα που τίθεται είναι ποια η σημασία της ενασχόλησης  στις μέρες μας με το έργο του Βάρναλη, τι δικαιώνει το ενδιαφέρον για ένα τόσο αδιαμφισβήτητα στρατευμένο κομμουνιστή διανοητή. 


Εκκινώ από την άποψη ότι η  τέχνη συνιστά διαγενεακή επικοινωνία των ανθρώπων μέσω αισθητικών μορφών, οι οποίες μεταδίδουν και γεννούν συναισθήματα και σκέψεις. Σ’ αυτή όμως την  επικοινωνία επιβιώνει διαχρονικά και διασώζεται ό,τι έχει καθολική σημασία για την ανθρωπότητα, για τις ανάγκες και προοπτικές της. Για να αποκτήσει καθολική σημασία   το έργο ενός δημιουργού, το οποίο ωστόσο αναπόφευκτα εντάσσεται σε συγκεκριμένο χωροχρόνο, θα πρέπει να αναδεικνύει  τα πλέον θεμελιώδη για την ανθρωπότητα ζητήματα της εποχής, αυτά που διαμορφώνουν τον ανθρώπινο κόσμο και  καθορίζουν την εξέλιξή του, να  αποτελέσει δηλαδή συνείδηση της εποχής,   και να το κάνει μάλιστα χρησιμοποιώντας μορφολογικά άρτιους τρόπους, λειτουργώντας βάσει των νόμων της αισθητικής ικανοποίησης. 

Ο Βάρναλης υπήρξε εκπληκτικός τεχνίτης του λόγου. Ο στίχος του καλοδουλεμένος και  ακριβής συνδυάζει την διεισδυτική κριτική ματιά με την καυστικότητα, την ειρωνεία και  τη χλεύη. Συνάμα μας παρουσιάζει υπέροχα δείγματα λυρισμού. Αυτό όμως που θα σημαδέψει το έργο του είναι  η σπουδαία επιλογή ζωής,  να ταχθεί με το μέρος του εργαζόμενου λαού σε μια εποχή μεγάλων επαναστατικών εγχειρημάτων. Ο Βάρναλης ήταν από τους πρώτους διανοούμενους που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Υπήρξε πρωτοπόρος της ελληνικής επαναστατικής διανόησης,   προτάσσοντας το νέο κοσμοϊστορικό ιδεώδες   με απαράμιλλο ενθουσιασμό και ιδεολογική μαχητικότητα.  Έργα του όπως  «Το φως που καίει»,  «Ο λαός των Μουνούχων» και «Σκλάβοι πολιορκημένοι», αποτελούν  λογοτεχνικό μανιφέστο  του ιστορικού υλισμού. 

Αυτή η επιλογή του ποιητή  του επέτρεψε να βρεθεί στο ύψος της εποχής,  να διαβεί το δρόμο σκληρών και κρίσιμων κοινωνικών αγώνων,   ο οποίος συνάμα οδηγούσε σε γόνιμες πνευματικές  αναζητήσεις  και δημιουργικές καλλιτεχνικές  υπερβάσεις. Στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα ο αστικός κόσμος με τα δικά του ιδεώδη της δικαιϊκής ελευθερίας και  ισότητας και  της εθνικοπατριωτικής  αδελφοσύνης είχε ήδη εξαντλήσει την προοδευτική ορμή του, αποκαλύπτοντας με φρικτό τρόπο το πραγματικό του πρόσωπο, στέλνοντας εκατομμύρια ανθρώπινων ψυχών στην κρεατομηχανή του 1ου παγκόσμιου πολέμου (στην Ελλάδα επιπροσθέτως των Βαλκανικών πολέμων και της Μικρασιατικής Εκστρατείας). Η διανόηση που παρέμεινε εγκλωβισμένη στα αστικά ιδεώδη βρέθηκε με τον ένα  ή τον  άλλο τρόπο μακριά από τα κρίσιμα ζητήματα της κοινωνικής προόδου ή και σε θέσεις εκ διαμέτρου αντίθετες προς αυτή. Η διανόηση που αισθάνθηκε την παρακμή  της αστικής κοινωνίας αλλά δεν  μπόρεσε να διακρίνει προοπτικές  χειραφέτησης και να αφοσιωθεί σ’ αυτές επίσης βρέθηκε στο περιθώριο της ιστορίας. 

Από αυτή τη σκοπιά παρουσιάζει ενδιαφέρον η σχέση του Βάρναλη  (την οποία αναδεικνύει επαρκώς ο Ηρακλής Κακαβάνης στο βιβλίο του) με διανοητές όπως ο Καβάφης, ο Παλαμάς και ο Δελμούζος, οι οποίοι υιοθέτησαν διαφορετικές ή και αντίθετες στάσεις απέναντι στην εποχή τους εν συγκρίσει με αυτή του ποιητή. Δέον να τονιστεί ότι αυθεντικός και μαχητικός ανθρωπισμός στον 20ο αιώνα μπορούσε να υπάρξει μόνο μέσα από την προλεταριακή θεώρηση του κόσμου και τον αγώνα  για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου. Η κοινωνική στάση του Βάρναλη τον ώθησε να δει τη ζωή  από τη σκοπιά των υφιστάμενων την ταξική εκμετάλλευση, των φτωχών, των ταπεινών και καταφρονεμένων. Έτσι κατάφερε να αντιληφθεί  το μόχθο   και τη δυστυχία τους, (αυτά που πολλοί διανοούμενοι της εποχής κοιτούσαν αλλά δεν έβλεπαν) και να γίνει με το έργο του η φωνή τους. 

Ο Βάρναλης πολεμά με πάθος και πείσμα τον κόσμο της αδικίας. Αποκαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο των  αφεντάδων της ζωής, των εκμεταλλευτών εργασίας, αυτών που χτίζουν την ευτυχία τους πάνω στα κόκαλα του λαού, χρησιμοποιώντας βία και  απάτη. Ο Βάρναλης αγαπά το λαό και γι’ αυτό δε τον κολακεύει. Αντιθέτως τον επικρίνει  για τη δειλία, τη μοιρολατρία και  τη μικροψυχία  που συχνά τον διακρίνουν. Ο λαός κουβαλάει μέσα του όλη τη σαπίλα της εκμεταλλευτικής κοινωνίας. Είναι ο  «καλός λαός», αυτός που φρόνιμα και ταχτικά πάει με κείνον που νικά, είναι ο λαός των μοιραίων οι οποίοι, ενώ έχουν στερηθεί ό,τι όμορφο υπάρχει στη ζωή, εκτονώνονται με υποκατάστατα ευτυχίας, περιμένοντας κάποιο θαύμα. Ο λαός μπορεί να προδώσει. Όπως σπαρακτικά αναφωνεί η βαρναλική Παναγία:   Θεριά οι ανθρώποι  δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν. 

Ο ποιητής γνωρίζει καλά ότι ο  λαός υφίσταται κάθε μορφής πνευματική χειραγώγηση και καταγγέλλει με καυστικό τρόπο την απύθμενη υποκρισία όλων εκείνων των απολογητών της ταξικής κυριαρχίας, οι οποίοι διδάχνουν την αγιότητα της σκλαβιάς και της πείνας ώστε να μπει ρυθμός και τάξη στο μυαλό και στην ψυχή των αδικημένων και να ζητάνε  μοναχοί τους ν’ αδικιούνται – για το καλό τους. Ο Βάρναλης με το καθαρτήριο φως της σκέψης και του λόγου του αντιμάχεται τα ιδεολογικά φαντάσματα του κόσμου της εκμετάλλευσης, της καθημερινής ψευδούς συνείδησης,  τα οποία ηγεμονεύουν το μυαλό και τη ζωή των ανθρώπων του μόχθου. Το έργο του λειτουργεί ως νυστέρι που αποκαλύπτει τις θεμελιώδεις πλευρές της κοινωνικής αδικίας. Γράφει στο  «Λαό των μουνούχων»:  απόχτησε σε μια-δυο γενιές νομιμότητα και κάποια ιερότητα. Ήταν η ιδιοκτησία. Κανένας δε θυμόταν, πως ήταν κλεμμένη. 

Σπάνια μπορεί κανείς να συναντήσει τόσο οξυδερκή και κριτική στάση απέναντι στη θρησκεία, στην ισχυρότερη δηλαδή μορφή πνευματικής υποδούλωσης, η δύναμη της οποίας πηγάζει από όλη τη συσσωρευμένη στους αιώνες αδυναμία και απελπισία των ανθρώπων αναφορικά με το εφικτό της χειραφέτησής τους σε αυτό τον κόσμο και με τις δικές τους δυνάμεις:

Στους λίγους δόθηκεν η Γη, στα πληθ’ οι Ουρανοί
δεν είν’ αξιότερο αγαθόν απ’ την υπομονή

Συνάμα περιβάλλει με ιδιότυπο σεβασμό τις θρησκευτικές μορφές του Χριστού και της Παναγίας, όχι γιατί εισάγει κατά λαθραίο τρόπο στοιχεία θρησκευτικότητας στο έργο του, αλλά γιατί κατανοεί πολύ καλά ότι  με τα σύμβολα του «θείου δράματος» εκφράστηκε το ανθρώπινο δράμα (πόσο Χριστέ σουν άνθρωπος, αναφωνεί η Μαγδαληνή), αλλά και η φαντασιακή αναζήτηση διεξόδου και λύτρωσης από την επίγεια μάβρη Κόλαση. Είναι εξαιρετικά θαρραλέα και επαναστατικά  συνεπής η στάση του Βάρναλη απέναντι στην  έννοια του έθνους, αυτή τη λατρεμένη ιδέα  της αστικής τάξης, πίσω από την οποία έκρυβε όλη την  ταξική ιδιοτέλειά  της, αξιώνοντας από τους ταπεινούς και καταφρονεμένους να χύσουν το αίμα τους στο όνομά της, αυγαταίνοντας συνάμα τον πλούτο των αφεντικών τους:

Ξέν’ οι λαοί στον τόπο τους και δούλοι,
 χωρίς πατρίδα, πάντα «οχτροί και μούλοι 

Ο Βάρναλης ειρωνεύεται και   καταγγέλλει και την κομφορμιστική συνείδηση των διανοουμένων,  η οποία καταφεύγει σε κόσμους φανταστικούς για να κρυφτεί σε αυτούς,  φτιάχνοντας  ένα ωραίο ιδανικό,  αδιάφορο όμως για τις ανάγκες των ανθρώπων. Ξεσκεπάζει τις ψευδαισθήσεις περί ουδετερότητας της τέχνης και της συνείδησης:  Όσο το σώμα  θ’ ανήκει στον Καίσαρα θαν του ανήκει μαζί κι ο νους κ’ η ψυχή. Ο Βάρναλης πιστεύει βαθύτατα στη δύναμη του λαού και στην ιστορική προοπτική της χειραφέτησής του.  Το έργο του είναι ιστορικά αισιόδοξο. Ο λαός θα νικήσει όλα τα φονικά ρηγάτα και θα θεμελιώσει το  βασίλειο της Δουλειάς της Πανανθρώπινης Φιλιάς. Ο ποιητής παρακινεί το θύμα και το ψώνιο να φέρει ανάποδα τον ντουνιά. 

Τα λόγια του Βάρναλη ηχούν σαν αγέρωχο επαναστατικό προσκλητήριο, συνιστούν σάλπισμα εξέγερσης: Όχι με λόγια, μ’ έργα τ’ άδικο πολέμα!
Κι όχι μονάχος! Με τα πλήθη συνταιριάσου!
Τ’ άδικο μ’ αίμα θρέφεται! Πνίξε το με αίμα

Ο ποιητής αναφέρεται στην προοπτική ενός λεύτερου κόσμου κι αυτό είναι ό,τι σημαντικότερο υπάρχει στο έργο του. Η δύναμη και η κοινωνική σημασία της τέχνης όπως και η δύναμη της ανεπτυγμένης-καλλιεργημένης συνείδησης, εν γένει, καθορίζονται από τη στάση απέναντι στην προοπτική, από την ικανότητα  κατανόησης και ανάδειξης της προοπτικής, αυτού δηλαδή που δεν μπορεί να διακρίνει ο καθημερινός κοινός νους των απλών ανθρώπων. Η επαναστατική τέχνη του Βάρναλη, ως συνείδηση της εποχής,  επιχειρεί να στρέψει το  βλέμμα των ανθρώπων του εργαζόμενου λαού  στην αισιόδοξη προοπτική ενός όμορφου χειραφετημένου κόσμου, στον οποίο οι προλετάριοι έχοντας απαλλοτριώσει τους απαλλοτριωτές τους προσοικειώνονται όλα τα θαυμαστά επιτεύγματα του πολιτισμού: η πλούσια Γης ολάκερη, τα κόπια μας κλεμένα ως χτες
όλα μας ξαναδίνονται με τις αγκάλες ανοιχτές
…   …
Όλα σου τέχνη τα καλά και τα μεγάλα δώρα
σα να ναι μια τα χαίρεσαι ψυχή παγκόσμια τώρα 

Και η  λευτεριά είναι καθολική-πανανθρώπινη:  όμοια λεύτερη όλη η πλάση στον αγώνα του καλού. Πολλοί ικανοί διανοούμενοι εμφανίστηκαν στον 20ο αιώνα. Όμως μόνο άνθρωποι σαν τον Βάρναλη στάθηκαν στο ύψος της κοινωνικής ανάγκης και της συνειδητής οργής, σήκωσαν   την ιστορία στους ώμους τους, φώτισαν το δρόμο της ανθρώπινης προσπάθειας για λύτρωση, για καλύτερο αύριο, έγιναν οι οδηγητές του λαού  στα μεγάλα επαναστατικά του  σκιρτήματα. 

Ο Ρίτσος αποτιμά με τον ακριβέστερο τρόπο το έργο του Βάρναλη γράφοντας το 1956 στην τότε Αυγή: 
Ποιητή, σ’ είδαμε πάντα στο πλευρό του λαού μας
με σκέψη και με πράξη. Ο λόγος σου σπαθί, νυστέρι και φωτιά που φωτάει και φως που καίει. Σ’ είδαμε πάντα με την παλάμη σου ανοιχτή δίπλα στ’ αφτί για ν’ αφουγκράζεσαι πίσω απ’ τα τείχη τη στρογγυλή βουή του ιστορικού αναπότρεπτου ήλιου. Αυτό τον ήλιο μας έδειξες.

Η επαναστατική τέχνη του Βάρναλη, ως συνείδηση της εποχής, είναι καθολική και συνεπώς διαχρονική, αφενός γιατί οι λογαριασμοί που άνοιξε ο 20ος αιώνας με τον καταστροφικό κόσμο του κεφαλαίου δεν έχουν κλείσει ακόμα, αφετέρου γιατί τα ιδανικά και η προοπτική που υπηρέτησε συνάπτονται με το πιο σημαντικό και αυθεντικά  καθολικό ζήτημα της ιστορίας, με τον αγώνα για τη χειραφέτηση της εργασίας και την κομμουνιστική ενοποίηση της ανθρωπότητας. Ως εκ τούτου το έργο του Βάρναλη  ανήκει οριστικά στο μέλλον.

 
*επίκουρος καθηγητής ΑΠΘ