RSS

Category Archives: Δεκέμβρης ’08

Εν-τοπίζοντας την ακαθόριστη εξουσία – Προς μια ανθρωπολογική προσέγγιση του Δεκέμβρη

του Αντώνη Αγγελή


Το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου του 2008 στα Εξάρχεια ο δεκαπεντάχρονος μαθητής Αλέξης Γρηγορόπουλος από την «τυχαία εκπυρσοκρότηση» του όπλου του αστυνομικού, που περιπολούσε στην περιοχή των Εξαρχείων, πέφτει νεκρός. Ένας πολίτης με την κάμερα του κινητού του τηλεφώνου καταγράφει τη σκηνή της δολοφονίας και το βίντεο μέσα σε λίγη ώρα γνωστοποιεί το συμβάν σε ολόκληρη την Ελληνική κοινωνία μέσα από το διαδίκτυο και τα έκτακτα δελτία ειδήσεων. Το τραγικό γεγονός οδηγεί έναν πολύ μεγάλο αριθμό πολιτών να ξεχυθεί στους δρόμους της πρωτεύουσας και των επαρχιών διαδηλώνοντας την οργή του ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας. Οι βιτρίνες των μεγάλων κυρίως, εμπορικών καταστημάτων καταρρέουν, οι παχιές θωρακισμένες τζαμαρίες των τραπεζών ξεχύνονται κι αυτές στους δρόμους μαζί με τους διαδηλωτές και τα κρατικά κτήρια γίνονται ο κύριος στόχος των συγκεντρώσεων διαμαρτυρίας.


Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια της έκρυθμης κατάστασης, της θολής και αποπνικτικής από τα
δακρυγόνα και τις μολότοφ ατμόσφαιρας, η εξέγερση του Δεκέμβρη είχε αρχίσει. Οι καθημερινές διαδηλώσεις, οι επιθέσεις στα σύμβολα εξουσίας, οι γεμάτοι διαδηλωτές δρόμοι, οι φωτιές, τα οδοφράγματα και τα κατεστραμμένα κτήρια αναδείκνυαν την ανάγκη εκδήλωσης μιας αντίστασης χωρικά εγγεγραμμένης απέναντι σε μια χωρικά εγγεγραμμένη εξουσία.


Η εξέγερση ως ένα κοινωνικό-χωρικό γεγονός εντάσσεται μέσα σε μια ευρύτερη προβληματική γύρω από τις χωρικές σχέσεις εξουσίας και αντίστασης. Ο χώρος της πόλης και στη συγκεκριμένη περίπτωση της εξεγερμένης πόλης συνιστά έναν κατεξοχήν «αμφισβητούμενο-ακαθόριστο χώρο» και συνεπώς έναν προνομιακό τόπο μελέτης της συγκρότησης της χωρικότητας των σχέσεων εξουσίας και αντίστασης. Σ’ αυτή τη βάση των «αμφισβητούμενων και ακαθόριστων χώρων», ιδίως στα πλαίσια μιας εξέγερσης, οι περιοχές στο εσωτερικό μιας πόλης (κτήρια, δρόμοι, γειτονιές) ή και η ίδια η πόλη ως ολότητα, οι πρακτικές που εισάγουν στους χώρους τα δρώντα υποκείμενα και οι ταυτότητες που υιοθετούν, αποτελούν πεδία εκδήλωσης κοινωνικών συγκρούσεων με στόχο τον έλεγχο, τη χρήση, τη διαχείριση και την οικειοποίησή τους. Kάτι τέτοιο πιστοποιεί σαφώς πως οι χώροι της πόλης, όπως υποστηρίζει η Massey (1999), βρίσκονται σε μια διαρκή διαδικασία γίγνεσθαι και αυτή ακριβώς η ενδεχομενικότητα και πολλαπλότητα των χώρων και των χρήσεών τους μετασχηματίζει την πόλη σε ένα σκηνικό πιθανών χώρων, πρακτικών και ταυτοτήτων και στη συγκεκριμένη περίπτωση σε ένα εξεγερσιακό σκηνικό.


Σ’ αυτό το εξεγερσιακό σκηνικό οι χωρικότητες της αντίστασης βρίσκονται σε μια περίπλοκη αλληλόδραση με τις χωρικότητες της εξουσίας. Σύμφωνα άλλωστε με τον Πιλ «οι τακτικές της αντίστασης έχουν τουλάχιστον δύο επιφάνειες: η μία κοιτάζει προς τη γεωγραφία της εξουσίας και η άλλη προς το ακαθόριστο, το αόρατο, το ασυνείδητο, τις επιθυμίες, τις απολαύσεις, τους φόβους, το θυμό και τις ελπίδες» (Pile, 1997: 16). Με αυτή την έννοια οι χώροι της αντίστασης δεν έρχονται σε μια κατά μέτωπο αντιπαράθεση με αυτούς της εξουσίας, ούτε όμως διαχωρίζονται με σαφήνεια απ’ αυτούς. Προκύπτει λοιπόν μια ακαθόριστη αλληλόδραση ανάμεσα στους τ(ρ)όπους εξουσίας και τους τ(ρ)όπους αντίστασης, που εγγράφεται χαρακτηριστικά και λειτουργεί καθοριστικά μέσα στο εξεγερσιακό σκηνικό της πόλης.


Στις 6 Δεκεμβρίου 2008 λοιπόν, όποια πόλη κι αν επισκεπτόταν κανείς, θα διαπίστωνε μια εύρυθμη κινητικότητα μέσα από τις καθημερινές πρακτικές των κατοίκων, που κατεβαίνουν στο κέντρο της πόλης για να εξυπηρετηθούν από τις δημόσιες υπηρεσίες, να συναλλαχθούν με τις τράπεζες και με αφορμή τους επικείμενους εορτασμούς για τη γέννηση του μικρού Χριστού να κάνουν τις πρώτες τους αγορές. Την επόμενη μέρα τα κέντρα των περισσότερων πόλεων και πάλι έσφυζαν από ζωή, αυτή τη φορά όμως με αφορμή το θάνατο και πιο συγκεκριμένα τη δολοφονία του 15χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου, γεγονός που μετέτρεψε την προηγούμενη εύρυθμη κινητικότητα της καθημερινότητας σε μια καθημερινή, έκρυθμη κινητοποίηση. Αυτή η έκρυθμη κινητοποίηση αποτυπώθηκε στα καμένα και σπασμένα κτίρια των δημόσιων υπηρεσιών, των τραπεζών και των καταστημάτων.


Την περίοδο εκείνη γινόταν τουλάχιστον μία διαδήλωση καθημερινά. Σε καθεμία από αυτές τις διαδηλώσεις το πλήθος των διαδηλωτών συγκεντρωνόταν και πορευόταν κρατώντας πανό και φωνάζοντας συνθήματα κατά της κρατικής εξουσίας, της κρατικής βίας και αυθαιρεσίας, κατά της οικονομικής και καπιταλιστικής εξουσίας, της εργασιακής εκμετάλλευσης, της ανεργίας, του οικονομικού αδιεξόδου κοκ. Αυτές οι συνθηματολογικές αποτυπώσεις της αντίδρασης απέναντι στις ποικίλες μορφές εξουσίας σπάνια έμεναν μόνο στο φραστικό επίπεδο. Κάθε φορά που το σώμα των διαδηλωτών βρισκόταν μπροστά από κάποια τράπεζα, κάποιο μεγάλο εμπορικό κατάστημα ή κάποιο κτήριο δημόσιας διοίκησης, η ένταση κλιμακωνόταν, σα να εντόπιζαν στους τόπους αυτούς την εξουσία, για την οποία φώναζαν λίγο πριν. Έτσι η αντίδραση απέναντι στην εξουσία περνούσε από το λόγο στην πράξη. Όταν οι βιτρίνες των καταστημάτων και οι τζαμαρίες των δημόσιων και ιδιωτικών κτηρίων δεν κατέρρεαν από τις πέτρες, που εκσφενδονίζονταν από το πλήθος και από κάθε μεριά, κατέρρεαν από τους λοστούς, τα ξύλα ή οποιοδήποτε άλλο μέσο χρησιμοποιούσαν οι διαδηλωτές.


Μέσα στα πλαίσια αυτών των επιθέσεων στους τόπους εξουσίας, δημόσια κτήρια δέχτηκαν αλλεπάλληλες επιθέσεις από τους διαδηλωτές με πέτρες λοστούς και μολότοφ, όπως και οι τράπεζες και τα μεγάλα εμπορικά καταστήματα. Αυτή η εικόνα, που επαναλαμβανόταν τακτικά, σχεδόν καθημερινά, την περίοδο των εξεγέρσεων του Δεκέμβρη και που ήταν η κυρίαρχη εικόνα των περισσότερων, αν όχι όλων των ελληνικών πόλεων, αναδείκνυε μια γενικευμένη αντίδραση απέναντι στην εξουσία. Ποια εξουσία όμως; Και εδώ έγκειται ο προβληματισμός. Πώς δηλαδή μέσα από τις πρακτικές αντίστασης και συγκεκριμένα των επιθέσεων σε πολύ συγκεκριμένους τόπους αναπαρίσταται, νοηματοδοτείται, προσλαμβάνεται και εντοπίζεται η εξουσία και οι μορφές της;


Ένα κρατικό κτήριο είναι ένα κτήριο-σύμβολο της τοπικής και κατ’ επέκταση της κρατικής εξουσίας. Οι τράπεζες και τα μεγάλα εμπορικά καταστήματα από την άλλη αποτελούν σύμβολα της οικονομικής και γενικότερα καπιταλιστικής εξουσίας. Μέσα στα πλαίσια των εξεγέρσεων του Δεκέμβρη αυτοί οι συγκεκριμένοι τόποι-σύμβολα εξουσίας δέχτηκαν επανειλημμένα τις επιθέσεις των διαδηλωτών. Κάθε επίθεση όμως σε έναν τόπο-σύμβολο σηματοδοτούσε ή μάλλον προμήνυε και την επίθεση στα υπόλοιπα σύμβολα εξουσίας και το αντίστροφο, σα μια αλυσιδωτή αντίδραση, που με φυσική νομοτέλεια επέβαλε την αναπόφευκτη, ταυτόχρονη κατάρρευση όλων των συμβόλων εξουσίας.


Το αξιοσημείωτο, βέβαια, σ’ αυτές τις πρακτικές της εξέγερσης είναι όχι τόσο αυτές οι ίδιες οι πρακτικές αλλά οι ρητορικές που τις συνοδεύουν. Οι περισσότεροι λοιπόν αν όχι όλοι, συμμετέχοντες και μη, διαπίστωναν πως οι τόποι αυτοί ως σύμβολα εξουσίας ήταν αναμενόμενο ακόμη και απαραίτητο να γίνουν στόχος επιθέσεων. Η σύγκλιση των διάφορων αφηγήσεων, παρά τις ιδεολογικοπολιτικές τους αποκλίσεις, εκκινεί από δύο βασικές παραδοχές. Η πρώτη είναι, ότι υπάρχουν τόποι μέσα σε μια πόλη που γίνονται αντιληπτοί ως τόποι εξουσίας και μάλιστα ως σύμβολα εξουσίας και η δεύτερη, ότι ένας τόπος εξουσίας ταυτίζεται άμεσα με όλους τους άλλους, όπως για παράδειγμα οι τράπεζες, τα μεγάλα εμπορικά καταστήματα, τα κτήρια δημόσιας διοίκησης κτλ. Στο πεδίο της εξέγερσης, λοιπόν τόσο οι πρακτικές όσο και οι ρητορικές εντόπισαν στον καθέναν από τους τόπους αυτούς χωριστά «μια τέτοια εξουσία», που μπορεί να συμπεριλαμβάνει ταυτόχρονα τόσο την τοπική-κρατική όσο και την οικονομική-καπιταλιστική εξουσία αλλά και τις επιμέρους εκφάνσεις τους.


Στο σημείο αυτό όμως εγείρονται αντιρρήσεις και προβληματισμοί για το πώς τα δρώντα υποκείμενα νοηματοδοτούν τους τόπους αυτούς και πως αντιλαμβάνονται και προσλαμβάνουν την εξουσία, που αυτοί συμβολίζουν. Σίγουρα, ο καθένας διαφορετικά. Το γεγονός ότι ένας τόπος μπορεί να αποτελεί σύμβολο της κρατικής ή της καπιταλιστικής εξουσίας, αυτό δε δηλώνει a priori ότι το κάθε υποκείμενο αντιλαμβάνεται τις μορφές αυτές εξουσίας, και συνεπώς νοηματοδοτεί και τον τόπο τους, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Αν λοιπόν για κάποιον η νομαρχία είναι ένα σύμβολο της τοπικής και κρατικής εξουσίας, την οποία εξουσία, με βάση την εμπειρική του γνώση ως εργαζόμενου στη νομαρχία, για παράδειγμα, εντοπίζει στη σχέση εργαζόμενου-εργοδότη καθώς και στις πρακτικές της γραφειοκρατικής δοσοληψίας των πολιτών με το κράτος για την εξυπηρέτησή τους, αυτό δε σημαίνει ότι για όλους τους άλλους ισχύει ακριβώς το ίδιο.


Ωστόσο, αυτή ακριβώς η πολυφωνία και η πολυπρισματική θέαση της εξουσίας αναδείχθηκε και μέσα από τις διαδηλώσεις του Δεκέμβρη του 2008. Στο πλήθος των εξεγερμένων μπορούσε κανείς να διακρίνει ντόπιους κατοίκους, αλλοδαπούς, εργαζόμενους και ανέργους, παιδιά και γονείς, φοιτητές, αναρχικούς και κομμουνιστές, πολίτες κυρίως από την κατώτερη και μεσαία κοινωνική τάξη να αντιστέκονται ο καθένας για τους δικούς του λόγους και με τους δικούς του τρόπους ενάντια στις διάφορες και διαφορετικές πτυχές της κρατικής και καπιταλιστικής εξουσίας. Μέσα από το πλήθος των δρώντων υποκειμένων αναδείχθηκε ένα πλήθος νοηματοδοτήσεων των τόπων και της εξουσίας, που αυτοί συμβολίζουν. Όταν λοιπόν η πέτρα, που στόχευε το κτήριο της νομαρχίας, έφευγε από το χέρι κάποιου αλλοδαπού, αυτό ήταν μια πράξη αντίστασης απέναντι σε μια κρατική εξουσία, που εντοπίζεται στον κοινωνικό αποκλεισμό, την περιθωριοποίηση, την εργασιακή και οικονομική εκμετάλλευσή του κοκ. Αντίστοιχα, όταν η ρίψη της πέτρας ξεκινούσε από το χέρι ενός εργαζόμενου ή ενός ανέργου, ήταν μια πράξη αντίστασης σε μια κρατική εξουσία, που εντοπίζεται στην επιβολή φόρων, την αύξηση των τιμών, τη μείωση των εσόδων, το οικονομικό αδιέξοδο, την με κάθε μέσο εξυπηρέτηση του κεφαλαίου κοκ.


Το κάθε άτομο λοιπόν προσλαμβάνει, νοηματοδοτεί και εντοπίζει το κράτος και την εξουσία του μέσα από πολύ συγκεκριμένες πρακτικές, θεσμούς και σύμβολα, ενώ επίσης στις σύγχρονες κοινωνίες του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού είναι «αναμενόμενο» η κρατική εξουσία να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την καπιταλιστική-οικονομική εξουσία. Έτσι, οι νομαρχίες και τα υπόλοιπα κτήρια δημόσιας διοίκησης, οι τράπεζες και τα μεγάλα εμπορικά καταστήματα είναι πολύ συγκεκριμένα σύμβολα της εξουσίας ενός νεοφιλελεύθερου, καπιταλιστικού κράτους, τα οποία στηρίζουν πολύ συγκεκριμένους θεσμούς, με τους οποίους τα υποκείμενα έρχονται σε επαφή μέσα από τις καθημερινές πρακτικές, της υποχρεωτικής γραφειοκρατίας για τη διευθέτηση των διάφορων υποθέσεών τους, των χρηματικών συναλλαγών τους, της κάλυψης των καταναλωτικών αναγκών τους κοκ.


Συνεπώς, οι άπειρες αυτές πρακτικές και οι λόγοι, που πλαισιώνουν έναν τόπο, στοιχειοθετούν και τις άπειρες νοηματοδοτήσεις, που μπορεί να λάβει η εξουσία του τόπου αυτού. Όπως όμως επισημαίνει ο Ζίζεκ: «Πίσω από την ποικιλία των πρακτικών, των λόγων κοκ. ανθίζει μια αφηρημένη συμβολική διάσταση της εξουσίας, στην οποία και αναφέρονται αυτές οι πρακτικές και οι λόγοι» (Zizek, 1999: 66). Στη συγκεκριμένη περίπτωση λοιπόν, μπορεί τα κρατικά κτήρια, οι τράπεζες και τα καταστήματα να πλαισιώνονται και να νοηματοδοτούνται μέσα από διαφορετικές πρακτικές και λόγους, ωστόσο, οι νοηματοδοτήσεις αυτές επιβεβαιώνουν απλώς τις πολλαπλές διαστάσεις μιας κοινής, αφηρημένης εξουσίας, της εξουσίας του νεοφιλελεύθερου, καπιταλιστικού κράτους.


Οι επιθέσεις λοιπόν των διαδηλωτών στους συγκεκριμένους τόπους ήταν μια συμβολική πρακτική αντίστασης απέναντι σε μια τέτοια εξουσία, αφηρημένη, ανοιχτή και ακαθόριστη (Newman, 2004). Αυτά τα χαρακτηριστικά της εξουσίας είναι που εμπόδιζαν, εμποδίζουν και θα συνεχίσουν να εμποδίζουν τους περισσότερους να αντιληφθούν πως μέσα από τα απομεινάρια της κατεστραμμένης υλικής πραγματικότητας των τόπων αυτών, αποτυπώνεται μία συμβολική αντίσταση, ένας συμβολικός πόλεμος, που έχει ξεκινήσει η ίδια η εξουσία.


Πράγματι, υπάρχουν πολλοί που υποστηρίζουν, ότι το να σπάσεις ή να κάψεις ένα σύμβολο εξουσίας, δεν πλήττει την ίδια την εξουσία. Για την ακρίβεια, όλοι μας το υποστηρίζουμε αυτό. Ωστόσο, το οξύμωρο στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι, ότι εξίσου όλοι θεωρούμε αυτές τις επιθέσεις, άλλοι υποχρεωτικές, και άλλοι αναμενόμενες, μέσα στα πλαίσια μιας εξέγερσης. Τι μας ωθεί σε μια τέτοια αντιφατικότητα; Η προφανής, αλλά προφανώς, λάθος απάντηση είναι η σύνδεση των επιθέσεων με συγκεκριμένες ιδεολογίες και ακτιβιστικές πρακτικές. Στην πραγματικότητα, η εξουσία (κρατική-καπιταλιστική) είναι αυτή που γεννά τις προϋποθέσεις για τις πραγματώσεις της αντίστασης.


Η εξουσία είναι μια απόλυτα γενική και αφηρημένη έννοια, ενώ οι τόποι αυτοί καθ’ αυτοί κάτι πάρα πολύ συγκεκριμένο. Επειδή λοιπόν γίνεται αντιληπτή ως μια τέτοια αφηρημένη έννοια, που μπορεί να συμπεριλάβει άπειρες μορφές, όπως για παράδειγμα το καπιταλιστικό σύστημα, το κράτος, την καταπίεση, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την οικονομική εκμετάλλευση, την ανεργία, την εκμετάλλευση του τρίτου κόσμου κοκ. δεν μπορεί να βρει απόλυτη αντιπροσώπευση και να συμβολοποιηθεί απόλυτα μέσα από έναν απόλυτα συγκεκριμένο τόπο. Ωστόσο, προκειμένου να πραγματοποιηθεί μία συμβολική αντίσταση εναντίον της εξουσίας, καθίσταται απαραίτητη η σύμπραξη και η συμμετοχή τόσο της υλικής πραγματικότητας όσο και του αφηρημένου εννοιολογικού επιπέδου. Έτσι, στην εξέγερση του Δεκέμβρη οι διαδηλωτές, κάθε φορά που βρίσκονταν μπροστά από κτήρια δημόσιας διοίκησης, τράπεζες και μεγάλα εμπορικά καταστήματα, χρησιμοποιούσαν την υλικότητα των τόπων αυτών για να πραγματοποιήσουν μια συμβολική αντίσταση απέναντι στις εκφάνσεις της αφηρημένης έννοιας της εξουσίας, εναντίον της οποίας και διαδήλωναν. Σύμφωνα άλλωστε με τον Άλλεν «τα οικονομικά κέντρα, οι κυβερνητικοί θεσμοί, τα σύμβολα, οι τεχνολογίες κτλ δεν είναι η εξουσία αυτή καθ’ εαυτή αλλά τα μέσα της εξουσίας. Η εξουσία είναι μια αφηρημένη έννοια, που περιλαμβάνει ταυτόχρονα το ελεύθερο εμπόριο, τις ανοιχτές αγορές, τα ανθρώπινα δικαιώματα κτλ. Το ζήτημα είναι ότι, αν «αγοράσεις» ένα απ’ αυτά, τα «αγοράζεις» όλα» (Allen, 2004: 24). Από τη στιγμή λοιπόν που κρατικά κτήρια, τράπεζες και καταστήματα, ως συγκεκριμένοι τόποι, συνδέονται με διάφορες επιμέρους εκφάνσεις της εξουσίας, όπως η θεσμοποιημένη γραφειοκρατία, η οικονομική εκμετάλλευση, η καταναλωτική δυσφορία και ανισότητα κοκ. και γίνονται αντιληπτοί και νοηματοδοτούνται από τα δρώντα υποκείμενα ως τα μέσα μιας τέτοιας εξουσίας, είναι αναμενόμενο, αν όχι απαραίτητο, αν αντισταθούν-επιτεθούν σε ένα από αυτά, να αντισταθούν-επιτεθούν σε όλα.


Μέσα στα πλαίσια λοιπόν μιας εξέγερσης, που εναντιώθηκε στην εξουσία του νεοφιλελεύθερου, καπιταλιστικού κράτους, οι συγκεκριμένοι τόποι-σύμβολα λειτουργώντας ως μέσα αναπαράστασης αυτής της εξουσίας ήταν αναμενόμενο να χρησιμοποιηθούν και ως τόποι-σύμβολα-μέσα της αντίστασης. Η κατάρρευση ωστόσο των συμβόλων αυτών κάτω από το βάρος της οργής των εξεγερμένων, δε σήμανε ταυτόχρονα και την κατάρρευση του θεσμού και της ιδέας, που αυτοί οι τόποι συμβόλιζαν. Έτσι, την επόμενη μέρα της όποιας διαδήλωσης μπορούσε να δει κανείς τους κατοίκους μιας πόλης να πηγαίνουν στη δουλειά τους για να εξασφαλίσουν την όποια αμοιβή για την επιβίωσή τους, να κατεβαίνουν στο κέντρο της πόλης για να συναλλαχθούν με τις διάφορες υπηρεσίες, να εξοφλήσουν τα πάγια έξοδά τους και τους φόρους τους, να πληρώσουν τη δόση του δανείου, να καλύψουν τις περισσότερο ή λιγότερο ακριβές καταναλωτικές τους ανάγκες κοκ. Ακόμη και στους τόπους-στόχους της εξέγερσης η θεσμοποιημένη εξουσία συνέχισε να λειτουργεί όπως και πριν.


Έτσι, αναδεικνύεται πως τα κρατικά κτήρια, οι τράπεζες και τα καταστήματα, αν και είναι τα απαραίτητα μέσα εξουσίας μιας νεοφιλελεύθερης, καπιταλιστικής κοινωνίας, ωστόσο, η λειτουργία τους ή η μη λειτουργία τους στο επίπεδο της υλικής πραγματικότητας δε σημαίνει και τη λειτουργία ή μη λειτουργία αντίστοιχα των θεσμών και της ιδέας, που αυτοί στηρίζουν και αναπαριστούν. «Η εξουσία λοιπόν φαίνεται πως είναι ένα «αδύνατο αντικείμενο», όπως υποστηρίζει ο Λακλώ ή αλλιώς, αυτό που με λακανικούς όρους θα χαρακτηρίζαμε «αντικείμενο μικρόν α΄», δηλαδή κάτι που δε μπορεί, εξαιτίας της ακαθοριστίας των πολλαπλών εκφάνσεών του, να συμβολοποιηθεί στην ολότητά του αλλά η αναπαράστασή του, μέσα από τη μερικότητα των εκφάνσεών του, είναι ταυτόχρονα αδύνατη αλλά και απαραίτητη» (Newman, 2004: 152). Ακόμη και στην περίπτωση λοιπόν που οι διαδηλωτές κατόρθωσαν επανειλημμένα να πετύχουν την κατάρρευση των στόχων-τόπων εξουσίας, επέφεραν απλώς πλήγματα στην υλική πραγματικότητα των μέσων αυτών εξουσίας και αντιστάθηκαν σε συμβολικό επίπεδο στις επιμέρους μορφές εξουσίας του νεοφιλελεύθερου, καπιταλιστικού συστήματος, που εντόπιζαν στον καθέναν από τους τόπους αυτούς.


Ωστόσο, όσο αφηρημένη, ανοιχτή και ακαθόριστη κι αν είναι η ολότητα της εξουσίας ενός τέτοιου κράτους, οι τόποι αυτοί δεν παύουν να αποτελούν μέσα-σύμβολα έστω και ορισμένων μόνο πτυχών της εξουσίας αυτής. Άλλωστε αυτοί οι ορισμένοι τόποι, οι πρακτικές και οι λόγοι, που τους πλαισιώνουν, οι νοηματοδοτήσεις που λαμβάνουν και οι θεσμοί που στηρίζουν και λειτουργούν μέσα απ’ αυτούς, είναι οι απαραίτητες μερικότητες, τα βασικά συστατικά στοιχεία, από τα οποία απαρτίζεται η ολότητα μιας τέτοιας εξουσίας. Αυτό ακριβώς διαπιστώνουμε μέσα από τη θέση του Ετιέν Μπαλιμπάρ, που υποστηρίζει ότι «υπάρχει λοιπόν εξουσία, και μάλιστα ένας μηχανισμός εξουσίας, ο οποίος έχει πολλά κέντρα, όσο συμπλεγμένα και πολλαπλά κέντρα κι αν είναι αυτά… αλλά έχοντας πει αυτό, θα παρέφραζα τον Λακάν και θα προσέθετα: η εξουσία δε μπορεί να είναι ένα όλο. Στην πραγματικότητα, στην ουσία, είναι ένα μη όλο» (Balibar, 2002: 136).


Συνεπώς, μέσα στα πλαίσια μιας εξέγερσης, όπως αυτής του Δεκέμβρη του 2008, η οποία στρεφόταν εναντίον μιας «αδύνατης» και «ακαθόριστης» εξουσίας, οι επιθέσεις σε τόπους-σύμβολα μιας τέτοιας εξουσίας ήταν μια πρακτική αντίστασης απέναντι στις διάφορες εκφάνσεις της εξουσίας αυτής. Και πιο συγκεκριμένα, θα μπορούσαμε να πούμε πως επρόκειτο για μια αναμενόμενη και απαραίτητη αν και ταυτόχρονα αδύνατη, προσπάθεια καθορισμού της εξουσίας ενός νεοφιλελεύθερου, καπιταλιστικού κράτους. Αυτή, λοιπόν, η ίδια η πολλαπλή, ακαθόριστη, καπιταλιστική, εξουσία του κρατικού μηχανισμού ήταν, που ακριβώς λόγω της ακαθοριστίας της καθόρισε τους τ(ρ)όπους αντίστασης των εξεγερμένων υποκειμένων.


—————–

– Allen, J., 2004. “The Whereabouts of Power: Politics, Government and Space”, στοGeografiska Annaler. Series B, Human Geography, Vol. 86, No. 1, Special Issue: The Political Challenge of Relational Space (2004), εκδ. Blackwell Publishing and Swedish Society for Anthropology and Geography, σελ.: 19-32.

– Balibar, E., 2002. Politics and the other scene, Daniel Hahn (trans.). Εκδ. London: Verso.

– Laclau, E., 1996. Emancipation(s), εκδLondon: Verso.

– Massey, D., 1999. “Spaces of politics”, στο Human Geografy Today. D. Massey, J. Allen, καιP. Sarre, (επιμ.), εκδCambridge: Polity Press, σελ.: 279-294.

– Newman, S., 2004. “The place of power in political discourse”στο International Political Science Review/Revue internationale de science politique, Vol. 25, No. 2, εκδSage Publications, Ltdσελ.: 139-157.

– Pile, S., 1997. “Introduction. Opposition, Political Identities and Spaces of Resistances”, στοGeographies of resistance. Pile, S. και Keith, M. (επιμ.), London and New York: Routledge,σελ.: 1-31.

– Zizek, S., 1999. The Sublime Object of IdeologyεκδLomdon: Verso.

 

Δεκέμβρης 2008: Θέλουμε ένα καλύτερο κόσμο, βοηθήστε μας

Θέλουμε ένα καλύτερο κόσμο, βοηθήστε μας
Δεν είμαστε τρομοκράτες, «κουκουλοφόροι», «γνωστοί – άγνωστοι»
Είμαστε τα παιδιά σας
Αυτοί, οι γνωστοί – άγνωστοι
Κάνουμε όνειρα – μη σκοτώνετε τα όνειρά μας
Έχουμε ορμή – μη σταματάτε την ορμή μας.
Θυμηθείτε. Κάποτε ήσασταν νέοι κι εσείς
Τώρα κυνηγάτε το χρήμα, νοιάζεστε μόνο για τη «βιτρίνα», παχύνατε,
καραφλιάσατε, Ξεχάσατε
Περιμέναμε να μας υποστηρίξετε, περιμέναμε να ενδιαφερθείτε,
να μας κάνετε κι εσείς μια φορά υπερήφανους. Μάταια
Ζείτε ψεύτικες ζωές, έχετε σκύψει το κεφάλι, 
έχετε κατεβάσει τα παντελόνια και περιμένετε να πεθάνετε.
Δε φαντάζεστε, δεν ερωτεύεστε, δεν δημιουργείτε
Μόνο πουλάτε κι αγοράζετε
Ύλη παντού. Αγάπη πουθενά – Αλήθεια πουθενά
Πού είναι οι γονείς;
Πού είναι οι καλλιτέχνες;
Γιατί δε βγαίνουν έξω;
Βοηθήστε μας….

Υ.Γ:  Μη μας ρίχνετε άλλα δακρυγόνα. Εμείς κλαίμε κι από μόνοι μας.

Η επιστολή γράφτηκε για τη δολοφονία του 16χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου στις 6 Δεκεμβρίου του 2008 στα Εξάρχεια της Αθήνας από τον ειδικό φρουρό της Ελληνικής Αστυνομίας Ε. Κορκονέα.   

 

Οι μαρτυρίες της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου

 

Τα "μεμονωμένα" περιστατικά 1980-2010

‘Οταν στις 16 Νοεμβρίου 1980 η αριστερή μειοψηφία της ΕΦΕΕ επιχείρησε να σπάσει την κυβερνητική απαγόρευση για πορεία μέχρι την αμερικανική πρεσβεία, τα ΜΑΤ μετέτρεψαν το κέντρο της Αθήνας σε πραγματικό σφαγείο. Από τα γκλόμπς σκοτώθηκαν η 21χρονη εργάτρια Σταματίνα Κανελλοπούλου κι ο 26χρονος φοιτητής της Νομικής Ιάκωβος Κουμής.
Η 20χρονη εργάτρια Σταματία Κανελλοπούλου βρέθηκε πεσμένη σε πεζοδρόμιο της οδού Πανεπιστημίου χτυπημένη άσχημα από αστυνομικά γκλομπ. Μεταφέρθηκε αναίσθητη στο «Ιπποκράτειο» όπου άφησε την τελευταία της πνοή, προτού οι γιατροί της προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες. Δεκαοκτώ συντριπτικά κτυπήματα -ναι, τέτοια μανία- καταμέτρησε στο κεφάλι της Κανελλοπούλου ο αρχιδικαστής Π. Γιαμαρέλος.
Ο 26χρονος Κύπριος φοιτητής της Νομικής Ιάκωβος Κουμής βρέθηκε στην Πλατεία Συντάγματος με βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις από γκλομπ (από σφαίρα αστυνομικού περιστρόφου υποστηρίζουν άλλοι), διακομίστηκε στο «Λαϊκό» και άφησε την τελευταία του πνοή λίγες μέρες αργότερα…
Η κυβέρνηση περιορίστηκε να εκφράσει την οργή της για τις “οργανωμένες ομάδες αναρχικών και εξτρεμιστικών στοιχείων” που “αμαύρωσαν τη μεγάλη λαϊκή επέτειο και προκάλεσαν βάναυσα τα δημοκρατικά και ειρηνικά αισθήματα του συνόλου του ελληνικού λαού”, διευκρινίζοντας απλώς ότι “για τις συνθήκες υπό τις οποίες σημειώθηκε ο θάνατος νεαρής εργάτριας διετάχθησαν διοικητικές ανακρίσεις”. Εξίσου διακριτικός απέναντι στην αστυνομική βία υπήρξε ο Ανδρέας Παπανδρέου, ενώ το σύνολο των ΜΜΕ έσπευσε να ρίξει την ευθύνη της σφαγής στους (μη κατονομαζόμενους) “2.000 προβοκάτορες”.
Για τους θανάτους διατάχτηκε ΕΔΕ, η οποία φυσικά δεν κατέληξε πουθενά, ως είθισται Οι δράστες των δύο θανάτων έμειναν ατιμώρητοι καθώς όσοι από τους αστυνομικούς κατηγορήθηκαν για τα επεισόδια της 16ης Νοέμβρη του 1980, αθωώθηκαν 7 χρόνια αργότερα.

ΤΑΣΟΣ ΜΑΓΛΑΡΙΔΗΣ. Παλαίμαχος ΕΑΜίτης, συμμετείχε σε συγκέντρωση αντιστασιακών που στις 28 Οκτωβρίου 1980 επιχείρησαν να παρελάσουν στη Νεάπολη Θεσσαλονίκης. Στη διασταύρωση των οδών Ελ. Βενιζέλου & Β. Γεωργίου δέχτηκαν επίθεση της αστυνομίας, με γκλόμπς και κλοτσιές. Χτυπημένος άσχημα στο κεφάλι, ο 76χρονος αγωνιστής μεταφέρθηκε στο ΑΧΕΠΑ για να υποκύψει στις 30 Νοεμβρίου.

1985

Την Κυριακή 17 Νοεμβρίου 1985, ο μαθητής Μιχάλης Καλτεζάς σκοτώθηκε από αστυνομικό κατά την διάρκεια διαδηλώσεων για την επέτειο του Πολυτεχνείου. Ο αστυνομικός Αθανάσιος Μελίστας πυροβόλησε τον Μιχάλη Καλτεζά στην οδό Σολωμού στα Εξάρχεια, καθώς ο νεαρός έτρεχε μαζί με άλλους διαδηλωτές για να διαφύγουν, αφού προηγουμένως είχαν επιτεθεί σε κλούβα της αστυνομίας σταθευμένη στην οδό Στουρνάρα. Αμέσως μετά καταλήφθηκαν το Φυσικείο (Παλιο Χημείο) στη Σόλωνος και το Πολυτεχνείο. Την επομένη δόθηκε η άδεια από την Επιτροπή Πανεπιστημιακού Ασύλου εκκενώσει η αστυνομία το Φυσικείο, έγινε εισβολή με χρήση δακρυγόνων και οι αστυνομικοί συνέλαβαν 37 άτομα. Η κατάληψη του Πολυτεχνείου έληξε μετά από διαπραγματεύσεις, χωρίς επεισόδια.
Ο αρμόδιος υπουργός Δημόσιας Τάξης Μένιος Κουτσόγιωργας υπέβαλλε την παραίτησή του, αλλά ο τότε πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου δεν την έκανε δεκτή. Λίγες ημέρες μετά, στις 26 Νοεμβρίου 1985 η “17 Νοέμβρη”, επιτέθηκε με βόμβα σε κλούβα των ΜΑΤ κοντά στο Χίλτον, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ένας αστυνομικός και να τραυματιστούν δεκατέσσερις. Η οργάνωση χαρακτήρισε την επίθεση “αντίποινα για τη δολοφονία του Καλτεζά”.
O Αθανάσιος Μελίστας καταδικάστηκε πρωτόδικα σε δυόμισι χρόνια φυλάκιση με αναστολή και σε δεύτερο βαθμό αθωώθηκε στις 25/1/1990 από το Εφετείο καθώς του αναγνωρίστηκε ως ελαφρυντικό το ότι ήταν “εν βρασμώ ψυχής”.

1999

Ο Γιάννης Καλαμπόκας, όντας πρόεδρος της ΟΝΝΕΔ, στις 8 Γενάρη του 1991 επέδραμε μαζί με γνωστούς κρανοφόρους τραμπούκους στο συγκρότημα των σχολείων της πλατείας Βούδ σο κέντρο της Πάτρας. Στη σκηνή του δράματος ο αγωνιστής καθηγητής Νίκος Τεμπονέρας έφτασε για να καθησυχάσει τα παιδιά που ήταν τρομοκρατημένα από την επίθεση των φασιστοειδών. Βρέθηκε αντιμέτωπος με 20 και πλέον άτομα. Δολοφονείται εν ψυχρώ από τον Καλαμπόκα και τη συμμορία του αφού δέχθηκε χτύμημα με λοστό στο κεφάλι.
Ο Καλαμπόκας δικάστηκε στο Βόλο και καταδικάστηκε πρωτόδικα για φόνο εκ προμελέτης σε ισόβια δεσμά, ενώ αργότερα η ποινή του μειώθηκε. Βγήκε 3 χρόνια μετά την φυλάκισή του.

“Κ. ΜΑΡΟΥΣΗ”. Η μαζικότερη σφαγή πολιτών από τις δυνάμεις καταστολής συνέβη στις 10 Ιανουαρίου 1991. Την επαύριο της δολοφονίας του καθηγητή Τεμπονέρα, μικροεπεισόδια στις παρυφές διαδήλωσης 100.000 ατόμων στην Αθήνα κατέληξαν σε πολύωρες συγκρούσεις χιλιάδων νέων με τα ΜΑΤ. Ενα από τα 4.000 δακρυγόνα που επισήμως ρίχτηκαν κατά των διαδηλωτών προκάλεσε πυρκαγιά στο βιβλιοχαρτοπωλείο Λίβα και στο κτίριο του ‘Κ. Μαρούση’. Νεκροί από ασφυξία ανασύρθηκαν ο 32χρονος επιχειρηματίας Περικλής Ρεπάκης, ο 57χρονος δικηγόρος Μανόλης Κοντόπουλος, ο 59χρονος χρυσοχόος Ιωάννης Νεμετζίδης κι ένα – αγνώστων στοιχείων – νεαρό άτομο. Παρά την ύπαρξη πλήθους επώνυμων μαρτύρων (όχι μόνο διαδηλωτών) για τα αίτια της πυρκαγιάς, η υπηρεσιακή ΕΔΕ έκλεισε την υπόθεση κάνοντας λόγο για “εμπρησμό του κτιρίου από αναρχικούς”…

ΣΟΥΛΕΙΜΑΝ ΑΚΙΑΡ. Τούρκος πρόσφυγας συνελήφθη στις 21 Ιανουαρίου 1991 στην Αθήνα με την κατηγορία της διακίνησης ναρκωτικών. Σακατεμένος από τα βασανιστήρια, μεταφέρθηκε στο ΚΑΤ όπου ξεψύχησε στις 29 Ιανουαρίου. Ο υπουργός Δημ. Τάξης Βασιλειάδης κάλυψε πλήρως τους υφισταμένους του και η υπόθεση μπήκε στο αρχείο

1993
Στις 7 Οκτωβρίου 1993 στην Πύλο αστυνομικοί θεωρούν ότι δυο πολίτες κινούνται ύποπτα, τους κάνουν σήμα, εκείνοι δεν σταματούν και ο αστυφύλακας Γ. Καράμπελας ξαφνικά… παραπατά κι όπως υποστηρίζει, άθελά του, τραβά τη σκανδάλη. Η σφαίρα καταλήγει στο κρανίο του 33χρονου Αναστ. Κωσταράκη που μένει στον τόπο.
Πρωτόδικα καταδικάζεται σε φυλάκιση τριών ετών για «θανατηφόρα σωματική βλάβη από αμέλεια». Στο Εφετείο, η ποινή μειώνεται κατά τρεις μήνες.

1994
Στις 10 Ιανουαρίου 1994, στο Μοσχάτο, ο 27χρονος μουσικός Θ. Γιάκας δεν σταματα σε κλήση αστυνομικών για επίδειξη ταυτότητας. Ο αρχιφύλακας Ευ. Λαγογιάννης, που τον «είδε» ύποπτο, υποστηρίζει ότι κρατούσε μαχαίρι, αντιστάθηκε και γι’ αυτό τον πυροβόλησε… τέσσερις φορές. Το μαχαίρι του νεαρού, που βρήκε ακαριαίο θάνατο, δεν βρέθηκε ποτέ.
Πρωτόδικα ο αστυνομικός καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια κάθειρξη και έξι μήνες για «ανθρωποκτονία από πρόθεση καθ’ υπέρβαση των ορίων άμυνας. Στο Εφετείο καταδικάστηκε για πλημμέλημα σε τέσσερα χρόνια και τρεις μήνες, αλλά η αίτησή του για αναστολή εκτέλεσης ποινής δεν έγινε δεκτή και οδηγήθηκε στη φυλακή.

Αντιμέτωπη με το γεγονός ότι ο αδικοσκοτωμένος δε βαρυνόταν με το παραμικρό αδίκημα, η ηγεσία της αστυνομίας φρόντισε να ‘διαρεύσει’ ότι το θύμα “είχε ψυχολογικά προβλήματα”…
Άοπλους Αλβανούς σκότωσαν οι αστυνομικοί Ι. Σεϊταρίδης (9/11/92), Δ. Γιαννόπουλος (27/12/92), Δ. Καρακάιδος (20/1/96), Ν. Κουνουπάκης (9/3/94), Ι. Ρήγας (25711/94) Λ. Καραγιαννίδης (2/12/95). Οι τρεις πρώτες υποθέσεις μπήκαν στο αρχείο, ο Καρακάιδος τιμωρήθηκε με δίμηνη αργία και οι υπόλοιποι με … πρόστιμα 10 ή 15 χιλ. δραχμών!

1996
Λουτφη Οσμαντζε. Ο 40χρονος μουσουλμάνος από την Ξάνθη συνελήφθη στις 14 Ιανουαρίου 1996 μεθυσμένος στο Βύρωνα και μεταφέρθηκε στο τοπικό αστυνομικό τμήμα. Στις 10μμ της επόμενης μέρας ήταν νεκρός. Ο ιατροδικαστής Μ. Νόνας διαπίστωσε ότι ο θάνατός του προήλθε από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου κατά τη διάρκεια ξυλοδαρμού του.

1998
Νεκρός από πυροβολισμό αστυνομικού, έπεσε ο 26χρονος Ηλίας Μέξης, οδηγός φορτηγού, έξω απο το Τμήμα Μεταγωγών Πειραιά. Ο ανθυπαστυνόμος Δημήτρης Τσαγκράκος, ο οποίος συνελήφθη, έκανε σήμα στον οδηγό να σταματήσει το αυτοκίνητο που εκινείτο αντικανονικά στην οδό Νοταρά και πυροβόλησε όταν ο Μέξης αγνόησε το σήμα και τον εγκλώβισε ανάμεσα στο όχημά του και σε σταθμευμένο περιπολικό.
Ο Τσαγκράκος καταδικάστηκε σε κάθειρξη τεσσάρων χρόνων και έξι μηνών.

Τον Οκτώβριο του 1998 στο κέντρο της Θεσσαλονίκης ο ανθυπαστυνόμος Κυριάκος Βαντούλης σκότωσε τον 17χρονο Γιουγκοσλάβο μαθητή Μάρκο Μπουλάτοβιτς, ο οποίος επισκεπτόταν με συμμαθητές του την Ελλάδα.

2000
Σωτήρης Κατσιώτης (18): ΠΑΡΑΛΥΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΟ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΟ ΤΟΥ “ΥΠΑΣΤΥΝΟΜΟΥ” ΘΟΔΩΡΗ ΧΑΛΟΥΛΑΚΟΥ (ΣΦΑΙΡΑ ΣΤΗ ΣΠΟΝΔΥΛΙΚΗ ΣΤΗΛΗ)

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο δεν μειώνει ούτε μία μέρα την πρωτόδικη ποινή κάθειρξης 10 χρόνων και τριών μηνών για το αδίκημα της «ανθρωποκτονίας από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο», ενώ ο εισαγγελέας χαρακτήρισε νομικά εσφαλμένη την πρωτόδικη απόφαση που δεν τους έδινε τη δυνατότητα για επιβολή μεγαλύτερης ποινής.


Τις πρώτες πρωινές ώρες της 25ης Μαρτίου 2000, ο Νίκος Λεωνίδης, 18χρονος Ρωσοπόντιος, έχασε τη ζωή του πυροβολούμενος από αστυνομικό στη Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με την περιγραφή του περιστατικού, όπως παρουσιάστηκε σε μετέπειτα δικαστική απόφαση, ο αστυνομικός Ζ. οδηγούσε περιπολικό της αστυνομίας όταν αντιλήφθηκε τρεις νεαρούς στον δρόμο. Οι τρεις δεν διέπρατταν κάποιο αδίκημα, αλλά ο Ζ. πρόσεξε στον καθρέφτη του ότι ένας από τους νεαρούς γύρισε και κοιτούσε το περιπολικό που περνούσε. Πρόσφατα είχαν γίνει κάποιες κλοπές σε εκείνη την οδό, έτσι ο Ζ. αποφάσισε να εξακριβώσει τα στοιχεία τους. Ωστόσο, καθώς έκανε όπισθεν προς τους τρεις νεαρούς, εκείνοι τράπηκαν σε φυγή. Ο Ζ. και ένας συνάδελφός του καταδίωξαν δύο από τους νεαρούς, ο ένας από τους οποίους ήταν ο Νίκος Λεωνίδης. Σύμφωνα με τον Ζ., καθώς πλησίαζε τον Νίκο Λεωνίδη, εκείνος έβαλε το χέρι στο εσωτερικό μέρος του μπουφάν του. Ο Ζ., υποπτευόμενος ότι ο Νίκος Λεωνίδης ίσως ετοιμαζόταν να βγάλει κάποιο όπλο, τράβηξε το υπηρεσιακό του περίστροφο. Με το περίστροφο στο δεξιό του χέρι, φώναξε στον Νίκο Λεωνίδη «Αστυνομία, ακίνητος». Με το αριστερό χέρι συνέλαβε τον νεαρό, τον έσπρωξε επάνω σε ένα αυτοκίνητο και τον ακινητοποίησε, αναγκάζοντάς τον να σηκώσει ψηλά τα χέρια και να τα τοποθετήσει στον ουρανό του αυτοκινήτου. Έπειτα, με το αριστερό χέρι ο Ζ. έφερε τον αριστερό καρπό του νεαρού πίσω από την πλάτη για να του περάσει χειροπέδες. Σύμφωνα με τον Ζ., εκείνη τη στιγμή ο Νίκος Λεωνίδης τον χτύπησε με τον δεξιό αγκώνα στο δεξί πλευρό, προκαλώντας του οξύ πόνο. Αντιδρώντας στον πόνο, ο Ζ. λύγισε προς τα εμπρός, μετά επανήλθε, ενώ το περίστροφό του –το οποίο μέχρι εκείνη τη στιγμή κρατούσε στραμμένο προς τον ουρανό– εκπυρσοκρότησε τυχαία, ρίχνοντας εξ επαφής μία και μοναδική βολή κάτω από το δεξιό αυτί του Νίκου Λεωνίδη, σκοτώνοντάς τον ακαριαία. Ο συνάδελφος του Ζ., ο μόνος μάρτυρας του περιστατικού, κατέθεσε αργότερα ότι εκείνη τη στιγμή βρισκόταν σε απόσταση περίπου πέντε μέτρων, αλλά δεν είδε με ποιον τρόπο πυροβόλησε το όπλο, παρ’ όλο που είδε τον Ζ. να ακινητοποιεί το θύμα, καθώς και το χτύπημα που δέχτηκε ο Ζ.
Ο Ζ. συνελήφθη λίγο αργότερα και του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για ανθρωποκτονία από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο καθ’ υπέρβαση των ορίων της άμυνας και για παράνομη οπλοχρησία. Αφέθηκε ελεύθερος με δικαστική εντολή τρεις ημέρες αργότερα.

2001

Τον Οκτώβριο του 2001 στο Ζεφύρι ο αστυφύλακας της Αμεσης Δράσης Γ. Τυλιανάκης πυροβόλησε στο κεφάλι τον αθίγγανο Μαρίνο Χριστόπουλο, 21 ετών, επειδή δεν σταμάτησε σε μπλόκο.
Τον Νοέμβριο του 2001 στην πλατεία Αμερικής ο αστυφύλακας Γιάννης Ριζόπουλος πυροβόλησε στο κεφάλι τον 20χρονο Αλβανό Σεντγκάκ Σελνίκου μέσα σε καφετέρια, όταν απείλησε με μαχαίρι τον ίδιον και άλλους τέσσερις συναδέλφους του που είχαν ήδη προτεταμένα τα όπλα τους.

2003

Τον Δεκέμβριο του 2003 ο 22χρονος Ηρακλής Μαραγκάκης πυροβολείται στο κεφάλι από άνδρες του Τμήματος Αστυνομικών Επιχειρήσεων Ρεθύμνου, γιατί το αυτοκίνητο που επέβαινε μαζί με δυο άλλους νεαρούς δεν σταμάτησε για έλεγχο.
2008
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ – ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΣ (16):
ΝΕΚΡΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΟ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΟ ΤΟΥ “ΕΙΔΙΚΟΥ ΦΡΟΥΡΟΥ” ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ ΚΟΡΚΟΝΕΑ
 

4 χρόνια από την εξέγερση του Δεκέμβρη: πορεία 6 Δεκέμβρη, προπύλαια, 19:00

 

Η ελληνοφρένεια για τον Δεκέμβρη του 2008

 

Θέλουμε ένα καλύτερο κόσμο, βοηθήστε μας

Θέλουμε ένα καλύτερο κόσμο, βοηθήστε μας
Δεν είμαστε τρομοκράτες, «κουκουλοφόροι», «γνωστοί-άγνωστοι».
Είμαστε τα παιδιά σας
Αυτοί, οι γνωστοί-άγνωστοι
Κάνουμε όνειρα – μη σκοτώνετε τα όνειρά μας
Έχουμε ορμή – μη σταματάτε την ορμή μας



Θυμηθείτε. Κάποτε ήσασταν νέοι κι εσείς.
Τώρα κυνηγάτε το χρήμα, νοιάζεστε μόνο για τη «βιτρίνα», παχύνατε, καραφλιάσατε, Ξεχάσατε.
Περιμέναμε να μας υποστηρίξετε, περιμέναμε να ενδιαφερθείτε, να μας κάνετε μια φορά κι εσείς περήφανους. Μάταια.
Ζείτε ψεύτικες ζωές, έχετε σκύψει το κεφάλι, έχετε κατεβάσει τα παντελόνια και περιμένετε τη μέρα που θα πεθάνετε.

Δε φαντάζεστε, δεν ερωτεύεστε, δεν δημιουργείτε.
Μόνο πουλάτε κι αγοράζετε.
Ύλη παντού. Αγάπη πουθενά – Αλήθεια πουθενά
Πού είναι οι γονείς;
Πού είναι οι καλλιτέχνες;
Γιατί δε βγαίνουν έξω:
Βοηθήστε μας…

Υ.Γ.: Μη μας ρίχνετε άλλα δακρυγόνα. Εμείς κλαίμε κι από μόνοι μας.

Η επιστολή γράφτηκε για τη δολοφονία του 16άχρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου στις 6 Δεκεμβρίου του 2008 στα Εξάρχεια της Αθήνας από τον ειδικό φρουρό της Ελληνικής Αστυνομίας Ε. Κορκονέα.