RSS

Category Archives: Διαλεκτική

Διαλεκτική (μέρος 5ο και τελευταίο)

                        Τι είναι διαλεκτική (μέρος 2ο)
                        Τι είναι διαλεκτική (μέρος 3ο)

                        Τι είναι διαλεκτική (μέρος 4ο) 

Χέγκελ
Και τώρα, που τελειώσαμε τα χοντρά-χοντρά για το διαλεκτικό υλισμό θα μιλήσουμε λίγο για τον Χέγκελ (Georg Wilhelm Friedrich Hegel 1770-1831) που είπαμε σε προηγούμενο ποστ, ότι θεωρείται ο πατέρας της σύγχρονης διαλεκτικής. Προσοχή: της διαλεκτικής μόνο. Ο Χέγκελ ήταν ο εισηγητής ας πούμε μιας πολύ μεγάλης φιλοσοφικής σχολής, του διαλεκτικού ιδεαλισμού, και απ’ αυτόν πήραν ο Μαρξ κι ο Ένγκελς τη διαλεκτική.
Η Γερμανία, τότε μεταξύ 18ου και 19ου αιώνα ήταν κορυφαία στις θεωρητικές επιστήμες και τη φιλοσοφία. Δεν είναι τυχαίο ότι όλο το 18ο και 19ο αιώνα η Γερμανία έβγαλε ίσως τους μεγαλύτερους φιλοσόφους που αυτά που είπαν επηρεάζουν τους φιλοσόφους μέχρι και σήμερα. Η Γερμανία τότε ήταν σαν την αρχαία Ελλάδα που έβγαλε τους θεμελιωτές της φιλοσοφίας και των επιστημών. Η εποχή εκείνη ήταν ταραγμένη, γινόντουσαν αναταραχές και επαναστάσεις εδώ κι εκεί με πιο σημαντική την μεγάλη Γαλλική Επανάσταση. Ήταν η εποχή που οι μεγάλες αυτοκρατορίες ήταν στα τελευταία τους μια και δεν μπορούσαν άλλο να υπάρχουν μ’ αυτή τη μορφή. Τότε άρχισαν να γίνονται τα σύγχρονα αστικά κράτη λίγο πολύ με τη μορφή που τα ξέρουμε σήμερα, δηλαδή καπιταλιστικά.

Όταν γίνονται τέτοιες μεγάλες αλλαγές στην κοινωνία αλλάζουν και τα μυαλά των ανθρώπων, και οι επιστήμες και η φιλοσοφία φυσικά, αλλά αυτά θα τα δούμε στο μέλλον.

Ο Χέγκελ την εποχή που έγινε φιλόσοφος, η φιλοσοφία είχε εξελιχτεί πολύ. Κι αυτό γιατί άλλαζε η κοινωνία, περνούσε σε ένα ανώτερο επίπεδο οργάνωσης, τον καπιταλισμό.
Καντ

Ο πιο γνωστός μεγάλος πριν τον Χέγκελ ήταν ο Καντ. Τον Καντ τον εξέλιξαν ο Φίχτε κι ο Σέλλινγκ, άλλοι δυο μεγάλοι Γερμανοί φιλόσοφοι, που συμπλήρωσαν σε κάποια σημεία τον Καντ. Μην ξεχνάμε, όλοι αυτοί είναι ιδεαλιστές.

Ο Χέγκελ “πάτησε” πάνω στους Φίχτε και Σέλλινγκ και “ξεπέρασε” τον Καντ και παρουσίασε ένα ολοκληρωμένο λογικό σύστημα φιλοσοφίας, τον διαλεκτικό ιδεαλισμό με απόψεις για τα πάντα: το κράτος, την κοινωνία, την ιστορία, τη γνώση, τη νόηση. Το πιο σημαντικό μέρος της φιλοσοφίας του ήταν η θεμελίωση της διαλεκτικής μεθόδου. Με απλά λόγια, ο Χέγκελ έδειξε πώς ακριβώς σκέφτεται το ανθρώπινο μυαλό, το πώς λειτουργεί η φύση, η σκέψη, όλα. Αυτό που τον έκανε ιδεαλιστή, ήταν ότι “πατούσε” πάνω σε όλη την κυρίαρχη ας το πούμε σκέψη των προηγούμενων εποχών θεωρούσε δεδομένο ότι υπάρχει θεός και δυνάμεις ανώτερες πνευματικές και τέτοια.
Ο Χέγκελ βέβαια σαν προοδευτικός που ήταν δεν έλεγε “θεός” αλλά “παγκόσμιο πνεύμα”. Αυτό ήταν το κοινό υπόστρωμα στα πάντα και την ύλη τη θεωρούσε κατώτερη, άψυχη, κατευθυνόμενη απ’ αυτό το παγκόσμιο πνεύμα. Που δεν πρέπει να το φανταζόμαστε έτσι, αλλά κάτι σαν τη συλλογική συνείδηση των ανθρώπων παντρεμένη με τους νόμους της φύσης, σε μια ενότητα που προϋπήρχε του ανθρώπου.

Φόιερμπαχ

Ο Χέγκελ είχε υποστηρικτές και μαθητές, “αριστερούς” και “δεξιούς”. Στους “αριστερούς” ήταν ο Φόιερμπαχ που το γύρισε στον υλισμό αλλά δεν τελειοποίησε τη φιλοσοφία του, είχαν μείνει κάποια ιδεαλιστικά στοιχεία απ’ το δάσκαλό του που δεν μπόρεσε να τα ξεπεράσει.

Τότε ήταν που ήρθαν ο Μαρξ κι ο Ένγκελς. Αφού είδαν ότι ο ιδεαλισμός έχει άλυτα αδιέξοδα στο να εξηγήσει κάποια ιστορικά φαινόμενα κλπ. “αναποδογύρισαν” το σύστημα αυτό, το στήριξαν στα πόδια του, στην ύλη και το’ καναν διαλεκτικό υλισμό. Φυσικά, δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται, έβγαλαν τα μάτια τους στο διάβασμα για να καταλάβουν την κοινωνία, τη φύση, τον τρόπο που σκεφτόμαστε. Ιδιαίτερα ο Μαρξ που έκατσε και μελέτησε την πολιτική οικονομία και μέσα από κει είδε το πως διαμορφώνονται οι κοινωνίες με βάση το πώς παράγουν, έκανε πολύ μεγάλα βήματα στην υλιστική κατανόηση των πραγμάτων.

Μαρξ

Και μετά απ’ αυτούς, μερικοί βοήθησαν στο να εξελιχτεί αυτό το φιλοσοφικό σύστημα. Σημαντικές υπηρεσίες προσέφερε ο Λένιν, ο ηγέτης της Οκτωβριανής Επανάστασης και των μπολσεβίκων. Αυτός μελέτησε κάποια φιλοσοφικά ρεύματα στις αρχές του 20ού αιώνα, ξεσκέπασε τις αδυναμίες τους, τις ασυνέπειές τους και τον κρυφο-ιδεαλισμό τους (Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός, 1908).
Κι εδώ καταλήγουμε: είδαμε πώς λειτουργεί η διαλεκτική, μέσα από το σχήμα θέση-αντίθεση-σύνθεση. Πώς ένα πράγμα έχει το ίδιο μέσα του την αιτία που θα το ανατρέψει και θα το μεταβάλλει σε κάτι άλλο. Είδαμε πώς και γιατί η ύλη είναι πιο μπροστά από το πνεύμα, αφού όλ’ αυτά που γεννάει το μυαλό μας είναι προϊόντα του υλικού εγκεφάλου μας.

Ένγκελς

Τι έγινε λοιπόν με τον ιδεαλισμό του Χέγκελ; ήταν τότε που ο ιδεαλισμός έπιασε κορυφή, στο υψηλότερο στάδιό του. Και τότε ο Μάρξ, τον αναποδογύρισε και τον μετέτρεψε σε κάτι άλλο, και μάλιστα στο ΑΝΤΙΘΕΤΟ του, τον (διαλεκτικό) υλισμό. Ο ιδεαλισμός του Χέγκελ που ήταν ένας εξελιγμένος ιδεαλισμός, είχε μέσα του το στοιχείο που τον ανέτρεψε: τη διαλεκτική!

Κι εδώ είναι το πιο σπουδαίο σχετικά με το διαλεκτικό υλισμό: είναι η μόνη θεωρία που ερμηνεύει τον εαυτό της! Για σκεφτείτε το λίγο. Ο διαλεκτικός υλισμός σαν εργαλείο, μας εξηγεί πώς και γιατί εμφανίστηκε ο διαλεκτικός υλισμός στην ιστορίας της φιλοσοφίας γενικά, κάτι που δεν μπορεί να το κάνει καμμιά άλλη φιλοσοφική ή επιστημονική θεωρία.

Πηγή: http://dialecticmaterialism.wordpress.com

 

Τι είναι διαλεκτική (μέρος 4ο) “αναποδογύρισμα”

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της διαλεκτικής που θα εξηγήσουμε τώρα είναι το “αναποδογύρισμα”, η αντιστροφή. Πώς δηλαδή ένα πράγμα μετατρέπεται στο αντίθετό του.

Ποιός έφτιαξε ποιον;

Οι περισσότεροι από μας από μικροί, είχαμε (και φυσικά πολύς κόσμος ακόμα έχει) την εντύπωση ότι ο κόσμος φτιάχτηκε από κάποιον θεό. Δηλαδή μια πνευματική δύναμη που είναι ο θεός όπως τον ξέρουμε, έφτιαξε τον υλικό κόσμο με τη θέλησή του.

Με βάση το πώς εξηγήσαμε το τι είναι ύλη και πώς απ’ αυτή δημιουργήθηκε ο άνθρωπος και η συνείδησή του, φτάνουμε τελικά στο αντίθετο συμπέρασμα απ’ αυτό που είπαμε πριν: ότι δηλαδή, ο θεός είναι στην πραγματικότητα ένα δημιούργημα του ανθρώπινου μυαλού, υπάρχει μόνο μέσα στο κεφάλι μας που είναι υλικό αντικείμενο. Άρα ο υλικός κόσμος (μια μορφή του) “έφτιαξε” το θεό.

Ένα άλλο παράδειγμα τώρα. Λέμε κάποιος άνθρωπος είναι κακός και σκοτώνει τον άλλον. Έχουμε δηλαδή μια κατάσταση που προ-υπάρχει (κάποιος είναι κακός) και εξαιτίας αυτού σκοτώνει, π.χ. για να κλέψει. Στην πραγματικότητα όμως, αν δούμε τα αίτια που οδηγούν κάποιον να σκοτώσει θα βρούμε πολύ πιο φυσιολογικές αιτίες απ’ το να πούμε αφοριστικά απ’ την αρχή “σκοτώνει γιατί είναι κακός”. Σκοτώνει και κλέβει επειδή δεν έχει να φάει. Σκοτώνει και κλέβει επειδή έχει χρέη, που τα δημιούργησε επειδή έπεσαν έξω οι δουλειές του, ή επειδή παρασύρθηκε σε έξοδα, ή επειδή τον ξεγέλασαν κλπ. Σκοτώνει και κλέβει επειδή θέλει πλούτη, δόξα και δύναμη γιατί όταν ήταν μικρός τον καταπίεζαν, πέρασε φτωχά και με στερήσεις κλπ. Προσοχή, δεν δικαιολογούμε αλλά αιτιολογούμε. Σκοτώνει επειδή είναι στον πόλεμο και πρέπει να υπερασπίσει τη ζωή του. Σκοτώνει γιατί δεν μπορεί να ελέγξει τα νεύρα του και την οργή του.

Και τα δυο είναι και αιτία και αποτέλεσμα

Το να σκοτώνεις στις κοινωνίες μας, είναι “κακό” επειδή αν όλοι σκοτώναμε έτσι για πλάκα, δεν θα λειτουργούσαν οι κοινωνίες μας. Το “καλό” και το “κακό” είναι ηθικοί κανόνες που τους φτιάξαμε, σαν ανθρωπότητα, γιατί έτσι εξυπηρετούν καλύτερα τα συμφέροντά μας. Άλλωστε το καλό και το κακό κάθε εποχή, αλλά και σε διαφορετικά κοινωνικά στρώματα διαφέρουν.

Το να σκοτώνεις λοιπόν, για οποιοδήποτε λόγο, είναι “κακό”. Οι αιτίες όμως που σε οδήγησαν να σκοτώσεις είναι άλλο πράγμα. Δεν μπορεί να είναι η αιτία το ίδιο το “κακό”, απλά το αποτέλεσμα είναι “κακό”. Να κι άλλο αναποδογύρισμα!

Προσέξτε όμως. Για να καταλάβουμε ποιο είναι πραγματικά το αίτιο και ποιο το αποτέλεσμα θα πρέπει να εφαρμόσουμε μια τακτική με το μυαλό μας: τη λέμε “ανάλυση”. Έχουμε ένα γεγονός. Το αναλύουμε συνεχώς, το κάνουμε “πενηνταράκια” όπως λέμε αλλά δεν μένουμε εκεί. Μετά το ξαναπιάνουμε, το ξανασυνθέτουμε το γεγονός και το βλέπουμε όπως ακριβώς ήταν στην αρχή, αλλά με την εξής διαφορά: τώρα το καταλαβαίνουμε πολύ πιο βαθιά, γιατί το “σπάσαμε” σε όσο πιο μικρά κομματάκια γίνεται, τα καταλάβαμε ένα-ένα και μετά, πάλι αρχίσαμε να το ξαναφτιάχνουμε το παζλ, σιγά-σιγά καταλαβαίνοντας την κάθε κίνησή μας, ώσπου να φτάσουμε στο αρχικό γεγονός πάλι. Το οποίο ίδιο είναι, αλλά τώρα το καταλαβαίνουμε πιο καλά, έχουμε μια πιο σφαιρική εικόνα στο μυαλό μας.

Είναι σαν τους πουαντιλιστικούς πίνακες, πίνακες δηλαδή που έκαμναν οι ζωγράφοι με εκατομμύρια μικρές κουκίδες χρώματος όπως αυτόν εδώ.

Από μακρυά άμα το δούμε βλέπουμε απλά έναν βαρκάρη. Άμα κοιτάξουμε πιο κοντά, θα δούμε τις εκατομύρια χρωματιστές κουκίδες. Αν πάμε πολύ κοντά, θα βλέπουμε τις κουκίδες αλλά δεν θα μπορούμε να δούμε το έργο σαν σύνολο. Αν απομακρυνθούμε τώρα πάλι, θα ξαναδούμε τον βαρκάρη όπως ήταν στην αρχή, αλλά πλέον θα ξέρουμε ότι είναι ένα αρμονικό πλήθος από κουκίδες. Και στην αρχή και στο τέλος, την ίδια εικόνα βλέπουμε αλλά στη δεύτερη περίπτωση, έχουμε μια διαφορετική ποιοτικά αίσθηση. Η αιτία λοιπόν που βλέπουμε το βαρκάρη, είναι ότι υπάρχουν κάποια εκατομύρια κουκίδες που τοποθετήθηκαν με τέτοιο τρόπο. Ο βαρκάρης δηλαδή είναι το αποτέλεσμα αυτής της συγκεκριμένης τοποθέτησης των κουκίδων. Θα’ ταν χαζό να λέγαμε ότι ο βαρκάρης “αποτελείται” από κουκίδες λες και ο βαρκάρης είναι η αιτία… ύπαρξης των κουκίδων. Αντίστροφα, οι κουκίδες είναι η αιτία ύπαρξης του βαρκάρη.

Πολλά πράγματα στη ζωή, τα καταλαβαίνουμε πρώτα με τη γενική τους εικόνα που έχουμε γι’ αυτά. Αν μείνουμε μόνο μ’ αυτή την εικόνα, την αρχική εντύπωση, σημαίνει ότι δεχόμαστε μοιρολατρικά το πράγμα ή το γεγονός χωρίς να προσπαθούμε να το καταλάβουμε.

Όταν προσπαθούμε να το καταλάβουμε, το “σπάμε” -με το μυαλό μας πάντα- σε μικρά κομματάκια επειδή είναι πιο εύκολο να καταλάβουμε πιο μικρά και πιο απλά πράγματα. Αν μείνουμε σ’ αυτά όμως κάνουμε λάθος, γιατί αυτά είναι μόνο μέσα στο μυαλό μας ενώ στην πραγματικότητα είναι συστατικά ολόκληρου του πράγματος, σαν όλο. Πρέπει λοιπόν τώρα να το ξανασυνθέσουμε, ή αλλιώς να συνδέσουμε με το μυαλό μας το σύνολο με τα κομματάκια του κι έτσι να το καταλάβουμε ολόπλευρα.

Από τα μικρά κομμάτια δεν φαίνεται το σύνολο

Επειδή έχουμε την αρχική αίσθηση των πραγμάτων, έτσι όπως αντανακλώνται μες στο μυαλό μας, κάνουμε το λάθος να θεωρούμε την αρχική αίσθησή μας ως αιτία. Κι επειδή στη διαλεκτική δεν μιλάμε ΠΟΤΕ στατικά, το αρχικό αυτό πράγμα που είναι σε διαρκή κίνηση και μεταβολή, και σε αλληλεπίδραση με άλλα πράγματα, αν καταφέρουμε και τα λάβουμε όλα αυτά υπόψη, είμαστε πολύ κοντά στο να εξηγήσουμε καλύτερα την πραγματικότητα. Αυτός είναι ο διαλεκτικός υλισμός.

Όσο προχωράμε στα ποστ, τόσο περισσότερο θα εξηγούμε αυτό το φαινόμενο της αντιστροφής.

Εδώ προσπαθούμε να τα εξηγήσουμε απλά. Όποιος θέλει να δυσκολευτεί περισσότερο, μπορεί να κοιτάξει στους παρακάτω συνδέσμους.

 

Τι είναι διαλεκτική (μέρος 3ο)

Θέση, Αντίθεση, Σύνθεση. Αυτός είναι ο τρόπος που λειτουργεί η φύση, η ύλη, η σκέψη, η κοινωνία, όλα, το ξεκαθαρίσαμε αυτό. Θέλει όμως παραπάνω εξήγηση γιατί θα ρωτήσει κάποιος (και με το δίκιο του): Στο παράδειγμα με το φυτό που γίνεται δέντρο, ποιά είναι η θέση, ποιά η αντίθεση και ποια η σύνθεση;

Ας το δούμε λιγάκι λοιπόν. Έχουμε κάτι παλιό που εξελίσσεται, αλλάζει και γίνεται κάτι καινούριο. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι η σύνθεση σ’ αυτή την περίπτωση είναι το αναπτυγμένο πλέον δέντρο, που είναι το τελευταίο στάδιο αυτής της διαδικασίας (και ασφαλώς το πρώτο στάδιο σε κάποια καινούρια διαδικασία, μη το ξεχνάμε αυτό. Τίποτα δεν τελειώνει έτσι).


Η θέση και η αντίθεση σ’ αυτό το παράδειγμα πώς προσδιορίζονται; Εδώ λοιπόν βάζουμε την έννοια των αντιθέτων. Τα αντίθετα πράγματα είναι αυτά που, όπως μας λέει η ελληνική γλώσσα αντι-τίθενται, είναι το ένα ενάντια στο άλλο. Ακούμε πολλά ζεύγη αντιθέτων συχνά: μέρα-νύχτα, άσπρο-μαύρο, καλό-κακό, πάνω-κάτω, μέσα-έξω κ.ο.κ. Δυο καινούρια στοιχεία θα βάλουμε τώρα. Το πρώτο καινούριο στοιχείο είναι το εξής: ανάμεσα στα δύο αντίθετα, υπάρχουν κάποια ενδιάμεσα στάδια, π.χ. δεν διαδέχεται απότομα η νύχτα τη μέρα, ανάμεσα στο τελείως μαύρο και το τελείως άσπρο υπάρχουν διαβαθμίσεις του γκρι, ανάμεσα στο πάνω και το κάτω υπάρχει το μέσον κλπ. Το δεύτερο καινούριο στοιχείο είναι ότι υπάρχει ένα μοναδικό σημείο σ’ αυτά τα ενδιάμεσα στάδια που απότομα κάποιο πράγμα γίνεται το αντίθετό του, ή που κάποιο πράγμα μεταβαίνει στην αντίθετη κατάστασή του. Π.χ. μια πέτρα που πέφτει από “πάνω” γίνεται οριστικά “κάτω” όταν τη σταματήσει το έδαφος. Όλα τα ενδιάμεσα στάδια από το “πάνω” προς το “κάτω” τα λέμε αντιφάσεις. Αντίφαση έχουμε όταν ένα πράγμα ή μια κατάσταση, έρχεται σταδιακά σε σύγκρουση με τον εαυτό του/της ώσπου να μετατραπεί στο αντίθετό του/της.


Χέγκελ
Το φυτό λοιπόν που μεγαλώνει σιγά-σιγά, κάθε φορά προσπερνά την παλιά του κατάσταση κι έρχεται η στιγμή που “αρνείται” όπως λέμε τελείως την παλιά του μορφή και γίνεται δέντρο. Ή όπως έλεγε ο Χέγκελ, που είναι ο πατέρας ας πούμε της σύγχρονης διαλεκτικής, η διαλεκτική είναι η “άρνηση της άρνησης”. Το φυτό αρνείται κάθε στιγμή που μεγαλώνει την προηγούμενή του κατάσταση, ώσπου φτάνει να αρνείται όλες αυτές τις διαδοχικές αρνήσεις και γίνεται κάτι άλλο, δηλ. δέντρο. Στο φυτό μέσα, όπως και σε όλα τα πράγματα, επιδρούν κάποιες δυνάμεις (π.χ. ήλιος, νερό, θρεπτικά συστατικά στο χώμα) που δίνουν ώθηση σ’ αυτήν την αλλαγή.

Άμα το καλοσκεφτείτε, όλα τα πράγματα έτσι λειτουργούν. Καθετί αλλάζει και γίνεται κάτι άλλο, αρνείται δηλαδή τον παλιό του εαυτό. Διευκολύνεται η κατανόησή μας σ’ αυτό αν αντιλαμβανόμαστε όλα τα “πράγματα” που είναι μια στατική, συμπαγής λέξη, σαν “καταστάσεις” που είναι πιο ρευστή, πιο εύπλαστη λέξη.

Τα αντίθετα μεταξύ τους πράγματα στην πραγματικότητα είναι το ίδιο πράγμα που πάει απ’ το ένα άκρο στο άλλο, σαν εκκρεμές. Αυτό μας λέει λοιπόν ότι καθετί έχει μέσα του το αντίθετό του. Αυτό που θα δούμε λοιπόν στο επόμενο post είναι το “αναποδογύρισμα”, πώς κάτι μετατρέπεται στο αντίθετό του.

Σύνοψη

Ας κάνουμε λοιπόν μια σούμα για να δούμε τι μάθαμε μέχρι τώρα, να τα μαζέψουμε όλα σε μια γωνιά του μυαλού μας.

  • Όλα τα πράγματα είναι ύλη.
  • ‘Ολα τα άυλα πράγματα, όλες οι αφηρημένες έννοιες, όλα όσα δεν υπάρχουν με υλική χειροπιαστή μορφή, προέρχονται από τη συνείδησή μας η οποία είναι ιδιότητα του μυαλού μας, το οποίο είναι κι αυτό όπως όλα, υλικό πράγμα. Η σκέψη μας λοιπόν είναι ιδιότητα της ύλης.
  • Η ύλη βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, μεταβάλλεται συνέχεια απ’το ένα πράγμα στο άλλο και αυτή η διαδικασία δεν σταματάει ποτέ. Ακόμα κι όταν έχουμε την ψευδαίσθηση των ακίνητων πραγμάτων, πάλι υπάρχει μεταβολή αλλά σε πιο αργό χρόνο.
  • Η μεταβολή αυτή, απ’ το ένα πράγμα στο άλλο, απ’ τη μια κατάσταση στην άλλη γίνεται πάντα με τον ίδιο συγκεκριμένο τρόπο, επειδή αυτός είναι ο πιο απλός τρόπος που λειτουργεί η ύλη, το σύμπαν, η φύση.
  • Αυτός ο τρόπος μεταβολής είναι πάντα ο ίδιος και ισχύει για όλα τα πράγματα, για όλες τις καταστάσεις και για όλες τις διαδικασίες.

 
 

Τι είναι διαλεκτική (μέρος 2ο)



Δείτε επίσης Τι είναι διαλεκτική (μέρος 1ο)

 


Πρέπει να εμπεδώσουμε καλύτερα τι σημαίνει “τα πάντα είναι σε διαρκή κίνηση”. Όταν λέμε κίνηση δεν εννοούμε μόνο όταν ένα αντικείμενο πηγαίνει απ’ το σημείο Α στο σημείο Β, δηλαδή η μετακίνηση στο χώρο. Για παράδειγμα, όταν ένα φυτό από τη ρίζα του αλλάζει και με τον καιρό γίνεται ολόκληρο δέντρο, εννοούμε κι αυτό σαν κίνηση. Όταν με το μυαλό μας λύνουμε π.χ. μια εξίσωση, η διαδικασία που συγκρίνουμε τα δεδομένα και βγάζουμε αποτέλεσμα, βγαίνει κάτι καινούριο στο μυαλό μας δηλαδή, κι αυτό κίνηση είναι. Το πιο σωστό είναι λοιπόν να λέμε ότι τα πάντα βρίσκονται σε διαρκή μεταβολή.

Αφού πήραμε λοιπόν σαν δεδομένο ότι τα πάντα μεταβάλλονται, ας δούμε λίγο ολ’ αυτά τα παραδείγματα που περιγράψαμε. Αν αφαιρέσουμε τα αντικείμενα, τις λέξεις, τα “καθαρίσουμε” από το υλικό τους περίβλημα, θα δούμε ότι υπάρχει μια διαδικασία από κάτω, κοινή για όλα. Δηλαδή, ένα πράγμα μεταβάλλεται και μετατρέπεται σε κάτι άλλο. Μια κατάσταση μεταβάλλεται και γίνεται μια άλλη κατάσταση.

Πώς ακριβώς γίνεται αυτό; Το φυτό π.χ. δέχεται το φως του ήλιου, τρέφεται με νερό και μικροοργανισμούς απ’ το έδαφος και γίνεται από φυτό δέντρο. Το αυτοκίνητο βρίσκεται στο σημείο Α, πατάει ο οδηγός το γκάζι, το καύσιμο καίγεται και δίνει κίνηση στον κινητήρα που με τη σειρά του στέλνει την κίνηση στις ρόδες και το αυτοκίνητο αλλάζει θέση και πάει στο σημείο Β. Σε ένα κράτος η κυβέρνηση παίρνει αντιλαϊκά μέτρα που δυσαρεστούν τον κόσμο, ο κόσμος ξεσηκώνεται και διώχνει την κυβέρνηση και βάζει μια άλλη. Το μυαλό μου κινεί τα δάχτυλά μου που πιέζουν τα πλήκτρα στο πληκτρολόγιο, η πίεση στέλνει μια εντολή με ηλεκτρικό ρεύμα στον επεξεργαστή, ο επεξεργαστής τα μετατρέπει σε κείμενο και το βλέπω στην οθόνη μου. Τα περιγράφω αυτά για να δείξω ότι καθετί μεταβάλλεται επειδή δέχεται και την επίδραση κι άλλων πραγμάτων που με τη σειρά τους κι αυτά αλλάζουν επειδή δέχονται την επίδραση άλλων κ.ο.κ. Άμα το περιγράψουμε μάλιστα στην εξέλιξη του χρόνου, θα πούμε ότι το πράγμα Α αλλάζει, παλιώνει και γίνεται το καινούριο πράγμα Β. Εγώ, όταν έγραψα την προηγούμενη πρόταση, ήμουν ο d1amat όπως ήμουν πριν από 20 δευτερόλεπτα, ενώ τώρα είμαι ο d1amat όπως είμαι τώρα.

Το σχήμα αυτό μπορούμε να το αποδόσουμε με διαλεκτική ορολογία ως εξής: έχουμε μια Θέση, έχουμε και μια άλλη Θέση την οποία ονομάζουμε Αντίθεση. Η θέση κι η αντίθεση έρχονται η μία αντιμέτωπη με την άλλη, συγκρούονται κατά κάποιο τρόπο και δημιουργούν μια καινούρια κατάσταση που την ονομάζουμε Σύνθεση, η οποία με τη σειρά της θα γίνει μια καινούρια θέση ή αντίθεση κλπ.

Πηγή:http://dialecticmaterialism.wordpress.com

 

Τι είναι διαλεκτική (μέρος 1ο)

Και τώρα θα μάθουμε τι θα πει διαλεκτική. Επειδή είναι λίγο δύσκολο να το εξηγήσουμε μόνο με το κείμενο σε λίγες μόνο γραμμές, θα το χωρίσουμε σε μερικά “κεφάλαια” για να το πάμε σιγά-σιγά.

 

Το όνειρο πολλών επιστημόνων, από παλιά ήταν να βρουν μια θεωρία να εξηγεί τα πάντα! Απ’ το πώς μεγαλώνει ένα λουλούδι για παράδειγμα μέχρι το πώς δημιουργούνται οι γαλαξίες στο σύμπαν. Απ’ το πώς συμπεριφέρεται το νερό σε υγρή μορφή μέχρι το πώς μαθαίνει ένα παιδί να προφέρει λέξεις… Υπάρχει τέτοιο πράγμα άραγε; Κατ’ αρχήν πώς να εξηγήσεις με μια θεωρία ένα φαινόμενο της φυσικής με ένα φαινόμενο της ψυχολογίας; Πώς θα βρεθεί ένα κοινό έδαφος για πράγματα που φαίνεται να μην έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους, που είναι αντικείμενο διαφορετικών επιστημών;

Άρα λοιπόν, αυτό το κοινό έδαφος δεν χρειάζεται να είναι κάποια επιστήμη, αλλά κάποιο, ας το πούμε μοντέλο σκέψης, μια μέθοδος που αν την ακολουθήσουμε θα βγάλουμε σωστά συμπεράσματα. Η φιλοσοφία, που πολλοί δεν την θεωρούν επιστήμη, είναι ένας τρόπος να γενικεύσουμε τα συμπεράσματα που βγάζουμε από την επιστημονική έρευνα σε κάθε τομέα, να αφαιρέσουμε τα επιμέρους στοιχεία, να κρατήσουμε την ουσία με λίγες λέξεις και να πούμε: έτσι λειτουργεί η φύση, έτσι λειτουργεί το σύμπαν, έτσι λειτουργεί η συνείδηση, έτσι λειτουργούν τα πάντα.

Αυτή την ουσία, αυτό το κοινό έδαφος για τα πάντα, ασφαλώς δεν θα το ανακαλύψει κάποιος φιλόσοφος ξαφνικά επειδή είναι πολύ έξυπνος και πολυμαθής. Θα γίνει επειδή θα ωριμάσουν οι συνθήκες, θα προχωρήσει η επιστήμη τόσο που όλο και κάποιος θα βρεθεί να συμπυκνώσει το νόημα όλων αυτών.
Αυτή η μέθοδος που βρίσκεται “κάτω” και “μέσα” σ’ όλα τα πράγματα σήμερα το ξέρουμε τι είναι: είναι η Διαλεκτική.

Η διαλεκτική ξεκίνησε πρώτα στην Αρχαία Ελλάδα απ’ τον Ηράκλειτο. Η κεντρική ιδέα σ’ αυτά που έλεγε ο Ηράκλειτος είναι ότι όλα είναι ρευστά, τίποτα δεν είναι σταθερό (“Τα πάντα ρει”). Δηλαδή δεν πρέπει τίποτα να θεωρείς ότι είναι σταθερό κι αμετακίνητο για πάντα. Π.χ. το σώμα μας γερνάει σιγά σιγά και πεθαίνει, τα βουνά που τα νομίζουμε αιώνια, δημιουργήθηκαν πριν εκατομύρια χρόνια, διαβρώνονται σιγα-σιγά απ’ τη βροχή, τον αέρα και το ίδιο τους το βάρος. Η γη κάποτε, όταν ο ήλιος εξαντλήσει που λέμε τα “καύσιμά” του και γίνει λευκός γίγαντας, θα κάψει όλο το οξυγόνο της και δεν θα ναι κατοικήσιμη. Τίποτα δεν έχει την ίδια μορφή για πάντα. Κι αν εμείς καμμιά φορά νομίζουμε το αντίθετο είναι γιατί κρίνουμε με βάση το δικό μας χρονικό ορίζοντα: εμείς ζούμε για 80-90 χρόνια το πολύ, ένα βουνό που το βλέπουμε για γενιές και γενιές ζει εκατομύρια χρόνια. Ο ήλιος δεν θα είναι παντοτινός, κάποτε θα σβήσει, αλλά εμείς ζούμε πολύ λίγο και νομίζουμε ότι είναι αιώνιος…
Ηράκλειτος

Τίποτα δεν υπάρχει σταθερό λοιπόν, τα πάντα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση. Κι αν το συνδέσουμε αυτό μ’ αυτά που λέγαμε για την ύλη, τότε θα συμπεράνουμε ότι η βασικότερη ιδιότητα της ύλης είναι ότι βρίσκεται σε διαρκή κίνηση. Ακίνητη ύλη δεν υπάρχει, κι έχει αποδειχτεί κι από τη φυσική αυτό. Ο υποατομικός κόσμος που λέμε, τα πάντα ό,τι βλέπουμε γύρω μας, αποτελούνται από άτομα (κι αυτά με τη σειρά τους από μικρότερα σωματίδια) που πάλλονται, κινούνται συνεχώς.

Το πρώτο πράγμα λοιπόν που θα μάθουμε για τη διαλεκτική είναι ότι τα πάντα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση.

Πηγή:http://dialecticmaterialism.wordpress.com

 

Διαλεκτική (μέρος 5ο και τελευταίο)

από το blog http://dialecticmaterialism.wordpress.com

Χέγκελ
Και τώρα, που τελειώσαμε τα χοντρά-χοντρά για το διαλεκτικό υλισμό θα μιλήσουμε λίγο για τον Χέγκελ (Georg Wilhelm Friedrich Hegel 1770-1831) που είπαμε σε προηγούμενο ποστ, ότι θεωρείται ο πατέρας της σύγχρονης διαλεκτικής. Προσοχή: της διαλεκτικής μόνο. Ο Χέγκελ ήταν ο εισηγητής ας πούμε μιας πολύ μεγάλης φιλοσοφικής σχολής, του διαλεκτικού ιδεαλισμού, και απ’ αυτόν πήραν ο Μαρξ κι ο Ένγκελς τη διαλεκτική.
Η Γερμανία, τότε μεταξύ 18ου και 19ου αιώνα ήταν κορυφαία στις θεωρητικές επιστήμες και τη φιλοσοφία. Δεν είναι τυχαίο ότι όλο το 18ο και 19ο αιώνα η Γερμανία έβγαλε ίσως τους μεγαλύτερους φιλοσόφους που αυτά που είπαν επηρεάζουν τους φιλοσόφους μέχρι και σήμερα. Η Γερμανία τότε ήταν σαν την αρχαία Ελλάδα που έβγαλε τους θεμελιωτές της φιλοσοφίας και των επιστημών. Η εποχή εκείνη ήταν ταραγμένη, γινόντουσαν αναταραχές και επαναστάσεις εδώ κι εκεί με πιο σημαντική την μεγάλη Γαλλική Επανάσταση. Ήταν η εποχή που οι μεγάλες αυτοκρατορίες ήταν στα τελευταία τους μια και δεν μπορούσαν άλλο να υπάρχουν μ’ αυτή τη μορφή. Τότε άρχισαν να γίνονται τα σύγχρονα αστικά κράτη λίγο πολύ με τη μορφή που τα ξέρουμε σήμερα, δηλαδή καπιταλιστικά.


Όταν γίνονται τέτοιες μεγάλες αλλαγές στην κοινωνία αλλάζουν και τα μυαλά των ανθρώπων, και οι επιστήμες και η φιλοσοφία φυσικά, αλλά αυτά θα τα δούμε στο μέλλον.

Ο Χέγκελ την εποχή που έγινε φιλόσοφος, η φιλοσοφία είχε εξελιχτεί πολύ. Κι αυτό γιατί άλλαζε η κοινωνία, περνούσε σε ένα ανώτερο επίπεδο οργάνωσης, τον καπιταλισμό.

Καντ

Ο πιο γνωστός μεγάλος πριν τον Χέγκελ ήταν ο Καντ. Τον Καντ τον εξέλιξαν ο Φίχτε κι ο Σέλλινγκ, άλλοι δυο μεγάλοι Γερμανοί φιλόσοφοι, που συμπλήρωσαν σε κάποια σημεία τον Καντ. Μην ξεχνάμε, όλοι αυτοί είναι ιδεαλιστές.

Ο Χέγκελ “πάτησε” πάνω στους Φίχτε και Σέλλινγκ και “ξεπέρασε” τον Καντ και παρουσίασε ένα ολοκληρωμένο λογικό σύστημα φιλοσοφίας, τον διαλεκτικό ιδεαλισμό με απόψεις για τα πάντα: το κράτος, την κοινωνία, την ιστορία, τη γνώση, τη νόηση. Το πιο σημαντικό μέρος της φιλοσοφίας του ήταν η θεμελίωση της διαλεκτικής μεθόδου. Με απλά λόγια, ο Χέγκελ έδειξε πώς ακριβώς σκέφτεται το ανθρώπινο μυαλό, το πώς λειτουργεί η φύση, η σκέψη, όλα. Αυτό που τον έκανε ιδεαλιστή, ήταν ότι “πατούσε” πάνω σε όλη την κυρίαρχη ας το πούμε σκέψη των προηγούμενων εποχών θεωρούσε δεδομένο ότι υπάρχει θεός και δυνάμεις ανώτερες πνευματικές και τέτοια.

Ο Χέγκελ βέβαια σαν προοδευτικός που ήταν δεν έλεγε “θεός” αλλά “παγκόσμιο πνεύμα”. Αυτό ήταν το κοινό υπόστρωμα στα πάντα και την ύλη τη θεωρούσε κατώτερη, άψυχη, κατευθυνόμενη απ’ αυτό το παγκόσμιο πνεύμα. Που δεν πρέπει να το φανταζόμαστε έτσι, αλλά κάτι σαν τη συλλογική συνείδηση των ανθρώπων παντρεμένη με τους νόμους της φύσης, σε μια ενότητα που προϋπήρχε του ανθρώπου.

Φόιερμπαχ

Ο Χέγκελ είχε υποστηρικτές και μαθητές, “αριστερούς” και “δεξιούς”. Στους “αριστερούς” ήταν ο Φόιερμπαχ που το γύρισε στον υλισμό αλλά δεν τελειοποίησε τη φιλοσοφία του, είχαν μείνει κάποια ιδεαλιστικά στοιχεία απ’ το δάσκαλό του που δεν μπόρεσε να τα ξεπεράσει.

Τότε ήταν που ήρθαν ο Μαρξ κι ο Ένγκελς. Αφού είδαν ότι ο ιδεαλισμός έχει άλυτα αδιέξοδα στο να εξηγήσει κάποια ιστορικά φαινόμενα κλπ. “αναποδογύρισαν” το σύστημα αυτό, το στήριξαν στα πόδια του, στην ύλη και το’ καναν διαλεκτικό υλισμό. Φυσικά, δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται, έβγαλαν τα μάτια τους στο διάβασμα για να καταλάβουν την κοινωνία, τη φύση, τον τρόπο που σκεφτόμαστε. Ιδιαίτερα ο Μαρξ που έκατσε και μελέτησε την πολιτική οικονομία και μέσα από κει είδε το πως διαμορφώνονται οι κοινωνίες με βάση το πώς παράγουν, έκανε πολύ μεγάλα βήματα στην υλιστική κατανόηση των πραγμάτων.

Μαρξ

Και μετά απ’ αυτούς, μερικοί βοήθησαν στο να εξελιχτεί αυτό το φιλοσοφικό σύστημα. Σημαντικές υπηρεσίες προσέφερε ο Λένιν, ο ηγέτης της Οκτωβριανής Επανάστασης και των μπολσεβίκων. Αυτός μελέτησε κάποια φιλοσοφικά ρεύματα στις αρχές του 20ού αιώνα, ξεσκέπασε τις αδυναμίες τους, τις ασυνέπειές τους και τον κρυφο-ιδεαλισμό τους (Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός, 1908).
Κι εδώ καταλήγουμε: είδαμε πώς λειτουργεί η διαλεκτική, μέσα από το σχήμα θέση-αντίθεση-σύνθεση. Πώς ένα πράγμα έχει το ίδιο μέσα του την αιτία που θα το ανατρέψει και θα το μεταβάλλει σε κάτι άλλο. Είδαμε πώς και γιατί η ύλη είναι πιο μπροστά από το πνεύμα, αφού όλ’ αυτά που γεννάει το μυαλό μας είναι προϊόντα του υλικού εγκεφάλου μας.

Ένγκελς

Τι έγινε λοιπόν με τον ιδεαλισμό του Χέγκελ; ήταν τότε που ο ιδεαλισμός έπιασε κορυφή, στο υψηλότερο στάδιό του. Και τότε ο Μάρξ, τον αναποδογύρισε και τον μετέτρεψε σε κάτι άλλο, και μάλιστα στο ΑΝΤΙΘΕΤΟ του, τον (διαλεκτικό) υλισμό. Ο ιδεαλισμός του Χέγκελ που ήταν ένας εξελιγμένος ιδεαλισμός, είχε μέσα του το στοιχείο που τον ανέτρεψε: τη διαλεκτική!
Κι εδώ είναι το πιο σπουδαίο σχετικά με το διαλεκτικό υλισμό: είναι η μόνη θεωρία που ερμηνεύει τον εαυτό της! Για σκεφτείτε το λίγο. Ο διαλεκτικός υλισμός σαν εργαλείο, μας εξηγεί πώς και γιατί εμφανίστηκε ο διαλεκτικός υλισμός στην ιστορίας της φιλοσοφίας γενικά, κάτι που δεν μπορεί να το κάνει καμμιά άλλη φιλοσοφική ή επιστημονική θεωρία.

 

Τι είναι διαλεκτική (μέρος 4ο) “αναποδογύρισμα”

από το blog http://dialecticmaterialism.wordpress.com

Τι είναι διαλεκτική (μέρος 3ο)

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της διαλεκτικής που θα εξηγήσουμε τώρα είναι το “αναποδογύρισμα”, η αντιστροφή. Πώς δηλαδή ένα πράγμα μετατρέπεται στο αντίθετό του.
Ποιός έφτιαξε ποιον;
Οι περισσότεροι από μας από μικροί, είχαμε (και φυσικά πολύς κόσμος ακόμα έχει) την εντύπωση ότι ο κόσμος φτιάχτηκε από κάποιον θεό. Δηλαδή μια πνευματική δύναμη που είναι ο θεός όπως τον ξέρουμε, έφτιαξε τον υλικό κόσμο με τη θέλησή του.

Με βάση το πώς εξηγήσαμε το τι είναι ύλη και πώς απ’ αυτή δημιουργήθηκε ο άνθρωπος και η συνείδησή του, φτάνουμε τελικά στο αντίθετο συμπέρασμα απ’ αυτό που είπαμε πριν: ότι δηλαδή, ο θεός είναι στην πραγματικότητα ένα δημιούργημα του ανθρώπινου μυαλού, υπάρχει μόνο μέσα στο κεφάλι μας που είναι υλικό αντικείμενο. Άρα ο υλικός κόσμος (μια μορφή του) “έφτιαξε” το θεό.
Ένα άλλο παράδειγμα τώρα. Λέμε κάποιος άνθρωπος είναι κακός και σκοτώνει τον άλλον. Έχουμε δηλαδή μια κατάσταση που προ-υπάρχει (κάποιος είναι κακός) και εξαιτίας αυτού σκοτώνει, π.χ. για να κλέψει. Στην πραγματικότητα όμως, αν δούμε τα αίτια που οδηγούν κάποιον να σκοτώσει θα βρούμε πολύ πιο φυσιολογικές αιτίες απ’ το να πούμε αφοριστικά απ’ την αρχή “σκοτώνει γιατί είναι κακός”. Σκοτώνει και κλέβει επειδή δεν έχει να φάει. Σκοτώνει και κλέβει επειδή έχει χρέη, που τα δημιούργησε επειδή έπεσαν έξω οι δουλειές του, ή επειδή παρασύρθηκε σε έξοδα, ή επειδή τον ξεγέλασαν κλπ. Σκοτώνει και κλέβει επειδή θέλει πλούτη, δόξα και δύναμη γιατί όταν ήταν μικρός τον καταπίεζαν, πέρασε φτωχά και με στερήσεις κλπ. Προσοχή, δεν δικαιολογούμε αλλά αιτιολογούμε. Σκοτώνει επειδή είναι στον πόλεμο και πρέπει να υπερασπίσει τη ζωή του. Σκοτώνει γιατί δεν μπορεί να ελέγξει τα νεύρα του και την οργή του.
Και τα δυο είναι και αιτία και αποτέλεσμα
Το να σκοτώνεις στις κοινωνίες μας, είναι “κακό” επειδή αν όλοι σκοτώναμε έτσι για πλάκα, δεν θα λειτουργούσαν οι κοινωνίες μας. Το “καλό” και το “κακό” είναι ηθικοί κανόνες που τους φτιάξαμε, σαν ανθρωπότητα, γιατί έτσι εξυπηρετούν καλύτερα τα συμφέροντά μας. Άλλωστε το καλό και το κακό κάθε εποχή, αλλά και σε διαφορετικά κοινωνικά στρώματα διαφέρουν.
Το να σκοτώνεις λοιπόν, για οποιοδήποτε λόγο, είναι “κακό”. Οι αιτίες όμως που σε οδήγησαν να σκοτώσεις είναι άλλο πράγμα. Δεν μπορεί να είναι η αιτία το ίδιο το “κακό”, απλά το αποτέλεσμα είναι “κακό”. Να κι άλλο αναποδογύρισμα!
Προσέξτε όμως. Για να καταλάβουμε ποιο είναι πραγματικά το αίτιο και ποιο το αποτέλεσμα θα πρέπει να εφαρμόσουμε μια τακτική με το μυαλό μας: τη λέμε “ανάλυση”. Έχουμε ένα γεγονός. Το αναλύουμε συνεχώς, το κάνουμε “πενηνταράκια” όπως λέμε αλλά δεν μένουμε εκεί. Μετά το ξαναπιάνουμε, το ξανασυνθέτουμε το γεγονός και το βλέπουμε όπως ακριβώς ήταν στην αρχή, αλλά με την εξής διαφορά: τώρα το καταλαβαίνουμε πολύ πιο βαθιά, γιατί το “σπάσαμε” σε όσο πιο μικρά κομματάκια γίνεται, τα καταλάβαμε ένα-ένα και μετά, πάλι αρχίσαμε να το ξαναφτιάχνουμε το παζλ, σιγά-σιγά καταλαβαίνοντας την κάθε κίνησή μας, ώσπου να φτάσουμε στο αρχικό γεγονός πάλι. Το οποίο ίδιο είναι, αλλά τώρα το καταλαβαίνουμε πιο καλά, έχουμε μια πιο σφαιρική εικόνα στο μυαλό μας.
Είναι σαν τους πουαντιλιστικούς πίνακες, πίνακες δηλαδή που έκαμναν οι ζωγράφοι με εκατομμύρια μικρές κουκίδες χρώματος όπως αυτόν εδώ.
Από μακρυά άμα το δούμε βλέπουμε απλά έναν βαρκάρη. Άμα κοιτάξουμε πιο κοντά, θα δούμε τις εκατομύρια χρωματιστές κουκίδες. Αν πάμε πολύ κοντά, θα βλέπουμε τις κουκίδες αλλά δεν θα μπορούμε να δούμε το έργο σαν σύνολο. Αν απομακρυνθούμε τώρα πάλι, θα ξαναδούμε τον βαρκάρη όπως ήταν στην αρχή, αλλά πλέον θα ξέρουμε ότι είναι ένα αρμονικό πλήθος από κουκίδες. Και στην αρχή και στο τέλος, την ίδια εικόνα βλέπουμε αλλά στη δεύτερη περίπτωση, έχουμε μια διαφορετική ποιοτικά αίσθηση. Η αιτία λοιπόν που βλέπουμε το βαρκάρη, είναι ότι υπάρχουν κάποια εκατομύρια κουκίδες που τοποθετήθηκαν με τέτοιο τρόπο. Ο βαρκάρης δηλαδή είναι το αποτέλεσμα αυτής της συγκεκριμένης τοποθέτησης των κουκίδων. Θα’ ταν χαζό να λέγαμε ότι ο βαρκάρης “αποτελείται” από κουκίδες λες και ο βαρκάρης είναι η αιτία… ύπαρξης των κουκίδων. Αντίστροφα, οι κουκίδες είναι η αιτία ύπαρξης του βαρκάρη.
Πολλά πράγματα στη ζωή, τα καταλαβαίνουμε πρώτα με τη γενική τους εικόνα που έχουμε γι’ αυτά. Αν μείνουμε μόνο μ’ αυτή την εικόνα, την αρχική εντύπωση, σημαίνει ότι δεχόμαστε μοιρολατρικά το πράγμα ή το γεγονός χωρίς να προσπαθούμε να το καταλάβουμε.
Από τα μικρά κομμάτια δεν φαίνεται το σύνολο
Όταν προσπαθούμε να το καταλάβουμε, το “σπάμε” -με το μυαλό μας πάντα- σε μικρά κομματάκια επειδή είναι πιο εύκολο να καταλάβουμε πιο μικρά και πιο απλά πράγματα. Αν μείνουμε σ’ αυτά όμως κάνουμε λάθος, γιατί αυτά είναι μόνο μέσα στο μυαλό μας ενώ στην πραγματικότητα είναι συστατικά ολόκληρου του πράγματος, σαν όλο. Πρέπει λοιπόν τώρα να το ξανασυνθέσουμε, ή αλλιώς να συνδέσουμε με το μυαλό μας το σύνολο με τα κομματάκια του κι έτσι να το καταλάβουμε ολόπλευρα.
Επειδή έχουμε τη αρχική αίσθηση των πραγμάτων, έτσι όπως αντανακλώνται μες στο μυαλό μας, κάνουμε το λάθος να θεωρούμε την αρχική αίσθησή μας ως αιτία. Κι επειδή στη διαλεκτική δεν μιλάμε ΠΟΤΕ στατικά, το αρχικό αυτό πράγμα που είναι σε διαρκή κίνηση και μεταβολή, και σε αλληλεπίδραση με άλλα πράγματα, αν καταφέρουμε και τα λάβουμε όλα αυτά υπόψη, είμαστε πολύ κοντά στο να εξηγήσουμε καλύτερα την πραγματικότητα. Αυτός είναι ο διαλεκτικός υλισμός.
Όσο προχωράμε στα ποστ, τόσο περισσότερο θα εξηγούμε αυτό το φαινόμενο της αντιστροφής.
Εδώ προσπαθούμε να τα εξηγήσουμε απλά. Όποιος θέλει να δυσκολευτεί περισσότερο, μπορεί να κοιτάξει στους παρακάτω συνδέσμους.

Διευκρινήσεις για τη χρήση αφηρημένων εννοιών

Η διαλεκτική λοιπόν μας μαθαίνει ότι τα πάντα αλλάζουν, μεταβάλλονται κι αυτό γίνεται με συγκεκριμένο τρόπο: το κάθε πράγμα “ξεπερνάει” ας πούμε, την παλιά του κατάσταση και γίνεται κάτι καινούριο κάθε στιγμή, ώσπου να μετατραπεί στο εντελώς αντίθετό του ή τελωσπάντων σε μια κατάσταση που είναι εντελώς αντίθετη με την “αρχική”. Εδώ θα κάνουμε μια παύση και θα πούμε: δεν υπάρχει ποτέ απόλυτα αρχική και ποτέ απόλυτα τελική κατάσταση. Το αρχικό και το τελικό είναι έννοιες σχετικές και τις χρησιμοποιούμε γιατί μας διευκολύνει πολλές φορές στην κατανόηση κάποιων πραγμάτων. Κάθε τέλος είναι και μια αρχή και το αντίστροφο.
Όταν ένα πράγμα αλλάζει κάθε στιγμή, εδώ μπαίνει και το στοιχείο του χρόνου. Η μετάβαση ενός πράγματος από τη μια κατάσταση στην άλλη γίνεται μέσα σε κάποιο χρόνο.
Θα θυμηθούμε τώρα αυτά που είπαμε προηγούμενα για την ύλη. Είχαμε πει ότι η βασικότερη ιδιότητά της είναι η κίνηση, και μάλιστα ξεκαθαρίσαμε ότι θεωρούμε κίνηση κάθε μεταβολή της. Η κίνηση όπως απλοϊκά την καταλαβαίνουμε, κάποιο αντικείμενο μετακινείται απ’ το σημείο Α στο σημείο Β, είναι μεταβολή στο χώρο μεν, αλλά έχει και το στοιχείο του χρόνου καθώς απαιτείται κάποιος χρόνος, δεν πάει “απότομα”, ακαριαία απ’το Α στο Β. Αντίστοιχα, όταν ένα φυτό μετατρέπεται σε δέντρο, έχει κι αυτό το στοιχείο της μεταβολής στο χώρο, αφού καταλαμβάνει ας πούμε, περισσότερο χώρο.
Κάθε μεταβολή λοιπόν χρειάζεται απαραίτητα και το χώρο και το χρόνο για να γίνει κατανοητή. Όταν κάτι από μικρό γίνεται μεγάλο (ή και από μεγάλο γίνεται μικρό) αυτό μας δείχνει μια μεταβολή στην ποσότητα, π.χ. την ποσότητα του χώρου που καταλαμβάνει το δέντρο. Αλλά και η κίνηση μας δείχνει αλλαγή στην ποσότητα. Η απόσταση π.χ. είναι μια ποσότητα, η ενέργεια που ξοδεύτηκε είναι μια ποσότητα.
Αυτή η σταδιακή μεταβολή της ποσότητας στο τέλος μας οδηγεί σε κάτι καινούριο (π.χ. στο δέντρο) δηλαδή σε μια νέα ποιότητα. Ποσότητα και ποιότητα.
Εδώ τώρα θα κάνουμε μια δεύτερη παύση για να πούμε το εξής: η ύλη και η κίνηση, ο χώρος και ο χρόνος, η ποσότητα και η ποιότητα είναι αφηρημένες έννοιες. Δηλαδή είναι κάποιες ιδιότητες από τα πράγματα, που τις “αφαιρέσαμε”, τις απομονώσαμε σκόπιμα με το μυαλό μας για να καταλάβουμε τα κοινά που έχουν τα πράγματα μεταξύ τους. Επειδή μπορέσαμε και τις απομονώσαμε (μια και είμαστε αρκετά έξυπνοι για να το κάνουμε αυτό, έχουμε δηλαδή ικανότητα αφαιρετικής σκέψης) δεν σημαίνει ότι αυτές οι ιδιότητες μπορούν να υπάρχουν από μόνες τους. Εδώ πρέπει να δώσουμε πολύ προσοχή γιατί εδώ σχεδόν είναι όλη η ουσία της κοσμοθεωρίας του διαλεκτικού υλισμού.
Η κίνηση είναι μια λέξη. Λέμε το αυτοκίνητο κινείται. Δεν υπάρχει όμως ξεχωριστά η κίνηση από το αυτοκίνητο στην αντικειμενική πραγματικότητα. Μπορεί όμως να υπάρξει ξεχωριστά στο μυαλό μας. Γιατί άραγε; για δύο λόγους α) επειδή ο εγκέφαλός μας είναι αρκετά αναπτυγμένος για να λειτουργεί μ’ αυτόν τον τρόπο β) γιατί η ανάγκη να κατανοήσουμε και να ελέγξουμε τη φύση προς όφελός μας, μας ώθησε να βρούμε τις βασικές ιδιότητες της ύλης.
Προσέξτε, το ίδιο ισχύει και για τη λέξη “ύλη”. Είναι αφηρημένη έννοια κι αυτή και μάλιστα οι κλασικοί την όριζαν ως “φιλοσοφική κατηγορία” δηλαδή ως λέξη, ως έννοια. Δεν υπάρχει γενικά κι αόριστα ύλη στον πραγματικό κόσμο, υπάρχουν πράγματα, αντικείμενα, μόρια, άτομα, σωματίδια, άστρα, γαλαξίες, πλανήτες, τεχνητά κατασκευάσματα, ενέργεια, ηλεκτρισμός, φως, μικροκύματα. Όλ’ αυτά υπάρχουν στον κόσμο, έχουν παρατηρηθεί, έχουν εξακριβωθεί. Και τα λέμε όλα μαζί με μια λέξη “ύλη” επειδή ακριβώς υπάρχουν στον “έξω” κόσμο ανεξάρτητα αν τα ξέρουμε ή τα καταλαβαίνουμε ή όχι. Και ποιος ξέρει πόσα άλλα πράγματα υπάρχουν που δεν τα παρατηρήσαμε ακόμα.
Οι λέξεις που φτιάξαμε λοιπόν για να καταλαβαινόμαστε μεταξύ μας, είναι ένας ελάχιστος κώδικας για να μπορούμε να συννενοηθούμε. Δεν πρέπει να αποδίδουμε αυτοτελή ύπαρξη στα νοήματα των λέξεων. Η πέτρα δεν έχει πουθενά μέσα της, στα μόριά της, στα άτομά της “γραμμένη” με κάποιο τρόπο την λέξη “πέτρα” στα… ελληνικά (και προφανώς ούτε και τη λέξη stone απ’ τ’ αγγλικά, ούτε κι από καμμιά άλλη γλώσσα). Υπάρχει μόνο μέσα στο κεφάλι μας. Και είναι κι αυτή αφηρημένη έννοια γιατί τη χρησιμοποιούμε για να ορίσουμε όλες τις ξεχωριστές πέτρες του κόσμου, όπως αυτή που έχω στην τσέπη μου και μάζεψα από την ακτή.
Έτσι ο χώρος κι ο χρόνος. Είναι και αυτά ιδιότητες της ύλης, που έχουμε την τάση να τους δίνουμε αυτοτελή υπόσταση. Ο χώρος από εδώ ως εκεί είναι ένα κομμάτι της πραγματικότητας που ορίζεται από το “εδώ”, από δω που στέκομαι εγώ μέχρι το “εκεί”, μέχρι το δέντρο δηλαδή που θέλω να πάω να σταθώ στη σκιά του. Είναι λιγάκι πιο περίπλοκο απ’ αυτό το απλοϊκό παράδειγμα (θα το εξηγήσουμε μελλοντικά) αλλά ελπίζω να πιάσατε την ιδέα. Ο χώρος ορίζεται από τα πράγματα. Αν δεν υπήρχαν τα πράγματα δεν θα είχε να νόημα να ορίζαμε ένα χώρο που να μην έχει τίποτα. Μπορεί κάποιοι μαθηματικοί να ασχολούνται με τέτοιες έννοιες αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, πολύ ενδιαφέρουσα που θα τη δούμε.
Όμοια κι ο χρόνος. Το ρολόι μας είναι ένας μηχανισμός με δείχτες που γυρνάν γύρω-γύρω, είναι μια κατασκευή δηλαδή. Όταν ξεκουρδιστεί ή αδειάσει η μπαταρία σημαίνει απλά ότι τελείωσε ο “χρόνος” της μπαταρίας, ο χρόνος λειτουργίας της συσκευής. Όταν λειτουργεί, λειτουργεί με βάση κανόνες που ο άνθρωπος έφτιαξε στο κεφάλι του. Ο χρόνος είναι η αίσθηση που έχουμε όταν βλέπουμε γύρω μας τα πράγματα να μεταβάλλονται, η εναλλαγή μέρας-νύχτας, το φυτό που ποτίζουμε και γίνεται δέντρο, τα παιδιά που μεγαλώνουν και γίνονται έφηβοι. Αν δεν υπήρχαν όλ’ αυτά, δεν θα υπήρχαμε κι εμείς. Οπότε δεν θα υπήρχε και το μυαλό μας να σκεφτεί ότι μπορεί να υπάρχει χρόνος και χωρίς όλ’ αυτά. Ο χώρος, ο χρόνος, η κίνηση, η ύλη είναι μια αδιαίρετη ενότητα και δεν μπορεί να υπάρξει κανένα χωρίς τα υπόλοιπα. Στο μυαλό μας μπορεί, στον πραγματικό κόσμο όμως όχι.