RSS

Category Archives: Δ. Ελευθεράτος

Το «στιγμιαίο», ο Ντε Γκολ κι η γυψοσανίδα…

Του Διονύση Ελευθεράτου

Οι καρικατούρες αντι-φασιστικών φλάμπουρων είναι, συνήθως, παντός καιρού. Εύκολες κι ανέξοδες. Αν και…

 Εύκολη κι ανέξοδη για το αστικό «συνταγματικό τόξο» είναι η εκτόξευση φραστικών βελών εναντίον της «Χρυσής Αυγής». Κάπως έτσι, η μεν Νέα Δημοκρατία (νομίζει πως) «ξορκίζει» το ευκρινέστατο ακροδεξιό στίγμα της, το δε ΠΑΣΟΚ (θεωρεί ότι) ξεπλένει τις δικές του ευθύνες για την τόση ενδυνάμωση ενός τέτοιου, φασιστικού πόλου. Δεν εννοούμε μόνο τα Μνημόνια, αλλά και την … ειδικότερη «λείανση του εδάφους»: Κυβερνητική συνεργασία με τον ΛΑ.Ο.Σ των «Καθαρών Ελλήνων», αποθέωση του κράτους «νόμου και τάξης» για να επιβληθεί η κτηνώδης λιτότητα, φθηνή ρητορική στελεχών του ΠΑΣΟΚ σε βάρος της Μεταπολίτευσης, της οποίας ο ριζοσπαστισμός αναγορεύθηκε περίπου σε «μήτρα λαϊκισμού» και απαρχή μεγάλων δεινών για τη χώρα…

Δεν αποκλείεται, πάντως, το «ανέξοδο» του πράγματος να υποστεί κάποια δοκιμασία στις ημέρες που έρχονται: Το ΠΑΣΟΚ έγινε κι επισήμως «συνιστώσα» της ΝΔ, σε εποχή κατά την οποία η «Χρυσή Αυγή» στήριξε ουσιαστικά τον Σαμαρά στα της ΕΡΤ. Εποχή που χαρακτηρίστηκε κι από το …διάσημο πλέον «ψιθύρισμα» του γενικού γραμματέα του υπουργικού συμβουλίου Π. Μπαλτάκου, για το «απευκταίο αλλά όχι απίθανο ενδεχόμενο» να κυβερνήσει στο μέλλον η ΝΔ με τη στήριξη της «ΧΑ». Μπέρδεμα; Μπορεί, αλλά δεν βαριέστε… Οι καρικατούρες αντι-φασιστικών φλάμπουρων είναι, συνήθως, παντός καιρού.

Επειδή ορισμένα φαινόμενα έχουν ιστορικό βάθος, ας αξιοποιήσουμε τα ερεθίσματα για σκέψη που μας παρέχει το ημερολόγιο, υπενθυμίζοντάς μας κάποιες ενδιαφέρουσες επετείους.

Ήταν Τετάρτη, 2 Ιουλίου του 1975 όταν κήρυξε «στιγμιαίο» το αδίκημα του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967 η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η σύνθεση του οποίου παρέμενε εν πολλοίς η ίδια που ήταν και επί χούντας. Πρακτικό αποτέλεσμα αυτής της ετυμηγορίας: Θα παραπέμπονταν σε δίκη μόνο 24 «πρωτοπαλίκαρα» του πραξικοπήματος και όχι οι 104 πρωθυπουργοί, υπουργοί και υφυπουργοί των χουντικών κυβερνήσεων.

Ανάμεσα στους «104» που θα παρέμεναν …ξένοιαστοι συμπεριλαμβάνονταν ο πρώτος πρωθυπουργός της δικτατορίας Κωνσταντίνος Κόλλιας, ο πρωθυπουργός της σφαγής στο Πολυτεχνείο Σπύρος Μαρκεζίνης, ο πρωθυπουργός του Ιωαννίδη Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος – και άλλοι τέτοιοι «αδάμαντες»…

Μπορεί να εξόργισε την κοινή γνώμη, την αντιπολίτευση και τη μεγάλη πλειονότητα των νομικών, δεν αιφνιδίασε όμως κανέναν η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Η εξέλιξη των πραγμάτων είχε διαφανεί λίγους μήνες νωρίτερα: Στις 24 Απριλίου μαθεύτηκε ότι ο εφέτης Κ. Ποταμιάνος, στον οποίο είχε ανατεθεί η υπόθεση των «104», ζητούσε να αναιρεθεί το προηγηθέν βούλευμα για τη δικαστική δίωξή τους, λανσάροντας τη θεωρία του «στιγμιαίου αδικήματος». Μια θεωρία παγκοσμίως ανήκουστη κι ασύμβατη προς την απλή διαπίστωση ότι τα πολυποίκιλα χουντικά εγκλήματα άρχισαν το 1967 και ολοκληρώθηκαν με το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου στην Κύπρο, τον Ιούλιο του ’74…

Μήπως έκανε «του κεφαλιού της» η δικαστική εξουσία; Μήπως η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή θα πρέπει να κατηγορηθεί μόνο (αφήστε που κι αυτό δεν είναι λίγο…) επειδή άφησε στις αναπαυτικές καρέκλες τους φίλα προσκείμενους στη χούντα ανώτατους δικαστικούς; Όχι δα! Η πολιτική κάλυψη την οποία έδωσε αυθημερόν στην απόφαση του Αρείου Πάγου ο υπουργός Δικαιοσύνης Κ. Στεφανάκης ήταν «ασορτί» με τις προηγηθείσες παρεμβάσεις ομολόγων του, όπως του Γ. Ράλλη και του Ευ. Αβέρωφ.

Χαρακτηριστική ήταν η δήλωση που είχε κάνει ο υπουργός Προεδρίας Γ. Ράλλης …εγκαίρως, δηλαδή την 23η Απριλίου 1975: «Αυτό το σύνθημα της καθάρσεως είναι λιγάκι επικίνδυνο, όταν επεκτείνεται υπέρ το δέον»! Σημαντική η επισήμανση του Ιστορικού Λευκώματος της εφημερίδας «Καθημερινή», για την εποχή εκείνη: «Εννέα μήνες μετά την κατάρρευση της χούντας η συντεταγμένη Πολιτεία δεν έχει ασκήσει καμία αυτεπάγγελτη μήνυση εναντίον των χουντικών- οι σχετικές διώξεις έχουν κινηθεί από ιδιώτες».

Τι άλλο έγινε κατά το 1975, για να αποφευχθεί η … «υπέρ το δέον κάθαρση»; Πολλά. Πρώτο: Περιορίστηκε η αποχουντοποίηση στα πανεπιστήμια τόσο, ώστε να μην τιμωρηθεί με οριστική απόλυση κανένας καθηγητής, εάν δεν είχε καταλάβει υψηλό δημόσιο αξίωμα επί δικτατορίας. Έτσι, λόγου χάρη τιμωρήθηκε μόνο με διετή προσωρινή παύση ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών Κ. Τούντας, ο οποίος τον Μάρτιο του ’73 είχε ζητήσει αστυνομική εισβολή στη Νομική Σχολή που τελούσε υπό φοιτητική κατάληψη.

Δεύτερο –και κατά πολύ ανατριχιαστικότερο: Τα δικαστήρια επέβαλλαν απίστευτα ελαφριές «ποινές», κατ’ ουσία θωπείες, στη μεγάλη πλειονότητα των διαβόητων βασανιστών της χούντας. Στην τελευταία από τις σχετικές δίκες, μάλιστα, αθωώθηκαν οι 11 από τους 15 κατηγορούμενους. Οι Μάλλιος, Παύλου, Γώγος, Λουκόπουλος «τιμωρήθηκαν» με ποινές φυλάκισης τεσσάρων έως δέκα μηνών, όλες εξαγοράσιμες ή με αναστολή!

Ενδεικτική ήταν και η δίκη του ίλαρχου ε.α Κ. Κώτσαρη, που είχε σκοτώσει εν ψυχρών τον πολιτικό κρατούμενο Παν. Ελή, στον Ιππόδρομο, στις 25 Απριλίου 1967: Τον Ιούνιο του 1975 το Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών καταδίκασε τον Κώτσαρη σε κάθειρξη μόλις οκτώ ετών, τα οποία μάλιστα μειώθηκαν σε έξι, στο Αναθεωρητικό Δικαστήριο, το Νοέμβριο…

Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να αναθαρρήσουν οι πάσης φύσεως και …θέσεως χουντικοί: Οι ευνοημένοι της «εθνοσωτηρίου», τα ερείσματά της στην κοινωνία και στα υψηλά διαζώματα του κρατικού μηχανισμού, όλοι αυτοί που «κρύφτηκαν» αφήνοντας στον καταγέλαστο Π. Γαρουφαλιά την εκπροσώπηση της ακροδεξιάς στις εκλογές του ’74, έλαβαν τα ενθαρρυντικά μηνύματα του ’75 και βγήκαν από τα «λαγούμια» τους. Οργανώθηκαν, συγκροτήθηκαν και στις εκλογές του 1977 κατέβηκαν ως «Εθνική Παράταξη», αποσπώντας το 6,82% των ψήφων.

Είναι ασφαλώς πολλές και μεγάλες οι διαφορές ανάμεσα στο τότε και το σήμερα, όπως επίσης κι αυτές που αφορούν τις φυσιογνωμίες της «ΕΠ» του ’77 και της τωρινής «ΧΑ». Παραμένει όμως διαχρονική αυτή καθ’ εαυτή η ιδιότητα του φασισμού ως εφεδρείας του συστήματος. Αν η πολιτική ελίτ στην πρώιμη Μεταπολίτευση έκρινε πως θα ήταν χρήσιμη μια λελογισμένη ανασυγκρότηση της ακροδεξιάς, αυτό δεν οφειλόταν μόνο στην επιθυμία του «εθνάρχη Καραμανλή» να προσδώσει μεγαλύτερη πειστικότητα στο ιδεολόγημα που τον ήθελε «βράχο σύνεσης», βαλλόμενο από την «άκρα Δεξιά και την άκρα Αριστερά» (ναι, ακουγόταν από τότε το φληνάφημα των «δυο άκρων). Χρειαζόταν πρωτίστως ένα ελεγχόμενο ακροδεξιό «αντίβαρο» στον κοινωνικό ριζοσπαστισμό της εποχής, στη γοητεία που ασκούσαν οι αξίες της Αριστεράς, η οποία διέθετε ιδεολογική αίγλη δυσανάλογα μεγάλη, για τα εκλογικά της ποσοστά. Σαν να λέμε το αντίστροφο απ’ ό,τι συμβαίνει σήμερα…

Τι περισσότερο μπορεί να κάνει το πολιτικό «μέινστριμ», εάν νιώσει ότι τα πράγματα «ζορίζουν»; Μια απάντηση ιστορικής εμβέλειας καταφθάνει από την – αναστατωμένη λόγω της φοιτητικής εξέγερσης- Γαλλία του Ιουνίου 1968: Ο Ντε Γκολ αμνήστευσε τους επί εξαετία φυλακισμένους φασίστες, επίδοξους πραξικοπηματίες της Αλγερίας (τον στρατηγό Σαλάν και άλλους της οργάνωσης OAS), για να εξασφαλίσει τη στήριξη των ακροδεξιών του στρατού, στη βάση της κοινής έχθρας εναντίον της Αριστεράς.

Ποια τέρατα μπορεί να απελευθερώσει το πολιτικό «μέινστριμ», εάν αναζητά λύσεις «σιδηράς πυγμής»; Επιστρέφουμε στην Ελλάδα, αλλά την προπολεμική: Ο δρόμος που κατέληξε στη δικτατορία της 4ης Αυγούστου «εγκαινιάστηκε» στις 27 Απριλίου του 1936, όταν η Βουλή έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στη δοτή κυβέρνηση του – διορισμένου από το Παλάτι- Μεταξά. Και μάλιστα με 241 ψήφους υπέρ, 16 κατά και 4 αποχές!…

Όχι, δεν φοβόμαστε μήπως δούμε τον Μιχαλολιάκο σε ρόλο Μεταξά του 21ου αιώνα. Αναφέρουμε απλώς ιστορικά παραδείγματα που καταδεικνύουν το «αντιφασιστικό» … βάθος των εκάστοτε «συνταγματικών τόξων». Ας τα θυμηθούμε (κι αυτά) όταν ακούσουμε πάλι Σαμαράδες και «Μπένηδες» να ορκίζονται στο όνομα της «δημοκρατικής τάξης», ενώ θα κυβερνούν με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου και θα καταδιώκουν απεργούς και αντιστεκόμενους με μια πελώρια σανίδα. Για την ακρίβεια, γυψοσανίδα…

Πηγή:ΠΡΙΝ 

 

Το ΚΚΕ και τα παλιά κανόνια του Ναυπλίου…



Όταν η πολιτική άποψη κρίνεται με “ανιχνευτή ψεύδους” και το ταξικό DNA καθορίζει επαναστάτες

του ΔΙΟΝΥΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΑΤΟΥ

Λέγεται ότι κάποτε ο φρούραρχος του Ναυπλίου έσπευσε αγχωμένος να εξηγήσει στον – άρτι αφιχθέντα – Όθωνα γιατί τον υποδέχθηκαν χωρίς τιμητικούς κανονιοβολισμούς.  “Μεγαλειότατε, για δέκα λόγους σίγησαν τα κανόνια.  Πρώτον, ξεμείναμε από μπαρούτι…”.  Ο βαριεστημένος Όθωνας τον διέκοψε:  “Αρκετά.  Αν σας λείπει μπαρούτι, οι υπόλοιποι λόγοι περιττεύουν”. 

Κατ’ αναλογία της έλλειψης μπαρουτιού στο Ναύπλιο, φαίνεται πως η ηγεσία του ΚΚΕ έχει βρει έναν απλό, λακωνικό τρόπο να εξηγεί γιατί ” γίνεται μπαρούτι” η ίδια κάθε φορά που ακούει νουθεσίες ή εκκλήσεις για πολιτικές συνεργασίες.  Έναν τρόπο που καθιστά απλώς επικουρικές, αν όχι περιττές, τις ειδικές “ενοχοποιήσεις” (π.χ. τσεκάρεις ποιο τηλεοπτικό κανάλι κάλεσε τον Αλαβάνο και υπολογίζεις το ειδικό βάρος του στο “νέο αντιΚΚΕ αριστερό χώρο”).  Μια είναι η προϋπόθεση:  Να πρόκειται για αποχωρήσαντες από το ΚΚΕ.  Τότε ανατέλλει το “διά ταύτα” – κι όλα απλοποιούνται:  “Δεν μπορούμε να συνεργαστούμε με αυτούς οι οποίοι έφυγαν από το Κόμμα” (Αλέκα Παπαρήγα).


Οποιοδήποτε επιπρόσθετο “επιχείρημα” ηχεί δευτερεύον, είτε πρόκειται για τον Αλαβάνο, είτε για τον Λαφαζάνη, είτε για το ΝΑΡ, είτε για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ (σε όλους τους παραπάνω αναφέρθηκε η Αλ. Παπαρήγα, στην ομιλία της στη Συνδιάσκεψη της Κομματικής Οργάνωσης Αττικής).  Είπε μεταξύ άλλων:  “Επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ αποκαλύπτεται περισσότερο, τώρα ανακαλύφθηκε ότι το Μέτωπο πρέπει να γίνει με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το ΝΑΡ.  Εδώ πρέπει να είμαστε καθαροί.  Δεν μπορείς να κάνεις συνεργασία πολιτική, άλλο μέσα στο κίνημα μπορεί να συμπίπτεις με αυτούς (…).  Αλλά δεν μπορείς να κάνεις συνεργασία με το κομμάτι που αποσπάστηκε από το Κόμμα (…).  Δεν είναι ότι κάποιος σε μια κρίσιμη στιγμή έφυγε, έκαναν πολιτικό φορέα, χτύπησαν το Κόμμα (…).  Και να το πούμε, οι οπουρτουνιστές δεν μπορεί να γίνουν επαναστάτες, με τίποτε.  Οι επαναστάτες δυστυχώς γίνονται και οπουρτουνιστές, το αντίθετο όμως δεν γίνεται”.

Αυτό το τελευταίο δίνει έναυσμα για την πρώτη παρατήρησή μας:  Καλά, ας υποθέσουμε προς στιγμήν ότι δεχόμαστε άπαντες πως, ακόμη και στη σημερινή συγκυρία, διαθέτουμε το χρόνο και την πολυτέλεια να παίζουμε “πικ – πονγκ” εύκολων, εν πολλοίς μανιχαϊστικών χαρακτηρισμών.  Ας εικάσουμε επίσης ότι συμφωνούμε ποιοι είναι οι επαναστάτες και ποιοι οι οπουρτουνιστές.  Από πού κι ως πού, όμως, η μετεξέλιξη του οπορτουνιστή σε επαναστάτη είναι τόσο αδιανόητη, όσο περίπου (για να θυμηθούμε το παλιό ευφυολόγημα του Βαντίμ Μπακάτιν, υπουργού Εσωτερικών επί Γκορμπατσόφ και αρχηγού της Κα Γκε Μπε επί Γέλτσιν) και “το να γίνουν αβγά από ομελέτα”;  Απορρέει από κανένα ταξικό DNA;  Είναι πεπρωμένο;  Μα κι αν ακόμη αποδεχόμασταν ως αδέκαστο κριτή και αλάνθαστο… διανομέα “ρετσινιών” το εκάστοτε αρμόδιο ΚΚ, πάλι θα κουραζόμασταν να μετράμε – όχι μόνο στην Ελλάδα, σε ολόκληρη την υφήλιο – “οπουρτουνιστές” που τελικά τους αναγνωρίστηκε η επαναστατική ιδιότητα.  Να θυμηθούμε λ.χ. πώς χαρακτήριζε το ΚΚ Κούβας το “Κίνημα της 26ης Ιουλίου” του Φιντέλ;

Δεύτερη παρατήρηση:  Γίνεται αυτομάτως οπουρτουνιστής όποιος φεύγει από το Κόμμα;  Ήταν δηλαδή… αυταπόδεικτα σωστή η πολιτική “διαδρομή” από το κοινό πόρισμα με τον Λ. Κύρκο στις κυβερνήσεις Τζαννετάκη – Ζολώτα και “αριστεροί οπουρτουνιστές – νεοαριστεριστές” όσοι αρνήθηκαν, τότε, να την ακολουθήσουν;  Δεν νομίζουμε ότι αυτό αποτελεί πλέον ακλόνητη πεποίθηση των φίλων, μελών και στελεχών του ΚΚΕ.  Όσοι μάλιστα κλίνουν προς το εκ διαμέτρου αντίθετο συμπέρασμα, μάλλον θα δυσκολευτούν να δεχθούν πως ο όρος “οπουρτουνισμός” αρμόζει σε εκείνους που επέδειξαν στοιχειώδη πολιτική διορατικότητα το 1989-90.  Εκτός εάν η έννοια “Κόμμα”, εκλαμβανόμενη με τρόπο μεταφυσικό, μας οδηγεί (στα σοβαρά) σε αυτό που έλεγε (σαρκαστικά) ο βρετανός συγγραφέας – σκιτσογράφος Άσλεϊ Μπρίλινατ:  “Ίσως άλλαξαν οι απόψεις μου, αλλά όχι το γεγονός ότι είμαι πάντοτε σωστός”.

Τρίτη παρατήρηση:  Το… πατροπαράδοτο αξίωμα πως όποιος αποχωρεί από το ΚΚΕ είναι αυτοδικαίως “αντι-ΚΚΕ” εάν συγκρατεί πολιτικό φορέα (σε αντιδιαστολή, άραγε, προς την επιλογή τύπου “θα κάτσω σπίτι, θα αράξω σπίτι”;) δεν αναπαράγει απλώς το δόγμα “είσαι μαζί μου ή εναντίον μου”.  Επιπροσθέτως, τροποποιεί το χιλιοειπωμένο “όποιον φεύγει από το μαντρί τον τρώει ο λύκος”.  Με το ζόρι καταφέραμε να μην μας κατασπαράξει (τουλάχιστον όχι… ολοσχερώς) ο λύκος των δυσμενέστατων συσχετισμών, ευκολότερα αποφύγαμε τα “συστημικά” τσακάλια της ενσωμάτωσης, αλλά – ω του θαύματος – τώρα “γινόμαστε” εμείς ο… λύκος που απειλεί το “μαντρί”!  Κάπου εδώ, όμως, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι οι λογικές ακροβασίες διέπονται από κάποια συνέπεια:  Πώς να μην “απειλούν” οι προ δεκαετιών αποχωρήσαντες, αφού ο προσυνεδριακός διάλογος αποκαλύπτει τόσους “λύκους” εντός των τειχών;

Αδύνατον να αποφύγεις τον παραλληλισμό:  Η έκφραση γνώμης είναι για την ηγεσία του ΚΚΕ περίπου ότι και η… απεργία για το σημερινό αστικό κράτος:  “Ιερό δικαίωμα” αρκεί να μην ασκείται, διότι τότε γίνεται “καταχρηστική”… 

Η μέθοδος, απλή:  Υποστηρίζεις π.χ. ότι το Κόμμα επί της ουσίας επιδιώκει συνεργασία μόνο με τον εαυτό του;  Του καταλογίζεις πολιτικό “αναχωρητισμό”;  Ε, αμέσως εγκαλείσαι για “διαστρέβλωση” και “ψευδολογία”.  Λες και ο πολιτικός ειρμός – συλλογισμός είναι μια δικαστική διαδικασία που “σηκώνει” έρευνα για τυχόν ψευδομαρτυρίες και αποκρύψεις στοιχείων.  Πώς να μην αρχίσουν έπειτα οι… κλασικές “δίκες προθέσεων”; 

Η Αλέκα Παπαρήγα χαρακτηρίζει “αγράμματους” τους αμφισβητίες των Θέσεων.  Ο Δ. Γόντικας εντοπίζει “αυθάδικους (;) διαχωρισμούς”.  Βλέπει δημοσιογράφους του ‘Ριζοσπάστη’ και πρώην μέλη της ΚΕ “στο δρόμο του συμβιβασμού με τις οπουρτουνιστικές πολιτικές και της προδοσίας των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων”.  Ο Π. Μεντρέκας αφιερώνει τη λέξη “κατάντια” σε όσους υποστηρίζουν “ότι το ΚΚΕ με τις Θέσεις του έρχεται σε αντίθεση με την ιστορία του και τη λενινιστική κληρονομιά”.  Έτερο τμήμα του κατηγορητηρίου:  “Πυροβολούν το ΚΚΕ με τα βόλια του αντιπάλου.  Στόχος τους, να υπονομεύσουν…”.  Διαφωνείς, άρα υπονομεύεις… “Οι σελίδες του ‘Ριζοσπάστη’ είναι εξαιρετικά φιλόξενες”. έγραφε (29 Μαρτίου) ο Μ. Μαΐλης.  Πετυχημένη, είναι αλήθεια, επιλογή της λέξης – και σαφές το μήνυμα:  Προσωρινά “φιλόξενες” οι σελίδες, εν δυνάμει “ξένος” (“ξένο σώμα”) όποιος κάνει… αλόγιστη χρήση ενός δικαιώματος, το οποίο ο Μ. Μαΐλης παρουσιάζει περίπου ως ύψιστη παραχώρηση.  Πότε;  Σε προσυνεδριακή περίοδο…
  

Κακά τα ψέματα:  Αν δεν κατορθώσουμε στην Αριστερά να “χτυπάμε μαζί” (φυσικά και στο πολιτικό πεδίο) και αποτελεσματικά ακόμη κι όταν “βαδίζουμε χωριστά”, σε λίγο το μοναδικό δίλημμά μας θα είναι αν θα χτυπάμε μαζί ή χωριστά το κεφάλι μας στον τοίχο, περιτριγυρισμένοι από πλήθη ανθρώπων που θα αναζητούν “σωτηρία” στον κοινωνικό κανιβαλισμό ή στην “ανάπτυξη” των 350 ευρώ.  Και τότε η όποια προετοιμασία για “λαϊκή εξουσία” λίγο θα διαφέρει απ΄τα κανόνια δίχως μπαρούτι, του Ναυπλίου της εποχής του Όθωνα…

ΠΡΙΝ 7/4/2013