RSS

Category Archives: ΕΑΜ – ΕΛΑΣ

12 Φεβρουαρίου 1945: Συνθήκη της Βάρκιζας και αφοπλισμός του ΕΛΑΣ

Σήμερα είναι η θλιβερή επέτειος της συνθήκης της Βάρκιζας. Παραθέτουμε σπάνιο οπτικό υλικό από τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ. Κάντε “κλικ” στην εικόνα για να δείτε το video.

Από το Πολιτικό Καφενείο

12 Φεβρουαρίου 1945: Αποφράδα μέρα για το ΚΚΕ, το ΕΑΜ, γενικά την αριστερά. Είναι η μέρα της υπογραφής της Συμφωνίας της Βάρκιζας.

FREE photo hosting by Fih.gr
Υπεγράφη στη βίλα Κανελλόπουλου στη Βάρκιζα Αττικής για τον τερματισμό της δεκεμβριανής αιματοχυσίας και τη συμφιλίωση του ελληνικού λαού -όπως λεει στο προοίμιό της- μεταξύ των εκπροσώπων του ΚΚΕ (Γ. Σιάντου), του ΕΑΜ (Μ. Παρτσαλίδη), της ΕΛΔ (Η. Τσιριμώκου) και των εκπροσώπων της δοτής από τους Άγγλους και τον αντιβασιλέα αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό κυβέρνησης του Νικ. Πλαστήρα (Ι. Στεφανόπουλου, Π. Ράλλη και Ι. Μακρόπουλου), με την ενεργό συμμετοχή στις διαπραγματεύσεις και των Άγγλων Μακ Μίλαν (υπουργού Μεσογείου) και Ρ. Λήπερ (πρεσβευτή στην Αθήνα). Με τη Συμφωνία η κυβέρνηση εξέφρασε τη σταθερή θέλησή της για την αποκατάσταση της ενότητας του κράτους και την επαναφορά της εσωτερικής ειρήνης και πολιτικής ομαλότητας με την ανάπτυξη «ελεύθερου και ομαλού πολιτικού βίου, του οποίου κύριον χαρακτηριστικόν θα είναι ο σεβασμός της πολιτικής συνειδήσεως των πολιτών, η ειρηνική διαφώτισις και διάδοσις πολιτικών ιδεών και ο σεβασμός προς τας ελευθερίας τας οποίας ο καταστατικός χάρτης του Ατλαντικού και αι αποφάσεις της Τεχεράνης διεκήρυξαν και η συνείδησις των δι’ αυτάς αγωνιζομένων λαών απεδέχθη».
 
Του Μάνου Ιωαννίδη

Για τους παραπάνω σκοπούς η κυβέρνηση ανέλαβε την υποχρέωση να εξασφαλίσει την ελεύθερη εκδήλωση των πολιτικών και κομματικών φρονημάτων, την απρόσκοπτη λειτουργία των ατομικών ελευθεριών, όπως του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι, την ελευθερία του Τύπου και την κατάργηση κάθε προηγούμενου ανελεύθερου νόμου, την αποκατάσταση των συνδικαλιστικών ελευθεριών και την άρση του Στρατιωτικού Νόμου.
  
Προέβλεπε επίσης τη συγκρότηση Εθνικού Στρατού με τακτική στρατολογία (στρατολογικές κλάσεις) με σεβασμό στα πολιτικά και κοινωνικά φρονήματα των στρατευομένων, την αποστράτευση του ΕΛΑΣ και της Εθν. Πολιτοφυλακής και την παράδοση των όπλων τους, την απόλυση των ομήρων του ΕΛΑΣ (ήδη είχαν απολυθεί), την εκκαθάριση των δημοσίων υπαλλήλων, του στρατιωτικού προσωπικού και των Σωμάτων Ασφαλείας από τους δωσιλόγους και την επαναφορά εκείνων που είχαν απομακρυνθεί λόγω της αντιστασιακής δράσης τους, καθώς επίσης και τη διενέργεια δημοψηφίσματος (βασιλεία ή δημοκρατία) εντός του έτους και τάχιστα -μετά από αυτό- εκλογές για Συντακτική Συνέλευση.
 
***
 
Η Συμφωνία κυρώθηκε με συνταγματική πράξη που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (φύλλο 68/1965 τεύχος Α’) και απέκτησε όχι απλά ισχύ νόμου, αλλά επαυξημένη συντακτική δύναμη.
  
Είχε προηγηθεί στις 11 Ιανουαρίου η υπογραφή της ανακωχής των δεκεμβριανών συγκρούσεων μεταξύ του «αρχιστρατήγου των στρατιωτικών δυνάμεων εν Ελλάδι» Ρ. Σκόμπυ και των αντιπροσώπων της Κ.Ε. του ΕΛΑΣ.
  
Μέχρις εδώ, όλα καλά. Και φαίνεται ότι επιτυγχανόταν ο στόχος του πίσω μέρους του μυαλού της ηγεσίας μας, που με τις ντουφεκιές του Δεκέμβρη ήλπιζε ότι ίσως θα τα καταφέρναμε μόνοι μας να εξασφαλίσουμε καλύτερους όρους ύπαρξης της αριστεράς στη μεταπελευθερωτική Ελλάδα με τη δυναμική που είχε το ΕΑΜικό κίνημα, παρά τις συμφωνίες των Στάλιν – Τσώρτσιλ στη Μόσχα για τα ποσοστά επηρροής τους στην Ελλάδα (10% και 90% αντίστοιχα -βλέπε “Αυγή” 6-7.12.2011 Γιατί έγινε ο Δεκέμβρης του 1944) αφού όλα σχεδόν τα παραπάνω ήταν μέσα στο πρόγραμμα του ΕΑΜ.
  
Αποτέλεσαν όμως και τη μία βάση της διπρόσωπης πολιτικής και στρατηγικής του Ν. Ζαχαριάδη από τη μέρα της απελευθέρωσής του από το γερμανικό στρατόπεδο του Νταχάου και της άφιξής του στην Ελλάδα (29.5.45) μέχρι την ολοκλήρωσή της με το «πάλι στ’ άρματα». Η οποία βάση έκρυβε από τη μια τη δικαίωση των πεπραγμένων τής μέχρι τότε ηγεσίας του ΚΚΕ, αλλά από την άλλη την εξουδετέρωση του Άρη Βελουχιώτη (με το πέρασμά του στις ανατολικές χώρες) ή ακόμη και την εξόντωσή του, τον οποίο με κανένα τρόπο δεν ήθελε στην κεφαλή του νέου αντάρτικου που σχεδίαζε. Πράγματα όμως που δεν είναι του παρόντος.
 
***
 
Η Συμφωνία όμως περιείχε και την προδοσία του ΕΑΜικού κινήματος, όπως ειπώθηκε από τους πολλούς, ή το μεγάλο λάθος, όπως παραδέχθηκαν -κατόπιν εορτής όμως- κορυφαία στελέχη του ΚΚΕ, όπως ο Μ. Παρτσαλίδης και ο Γ. Ιωαννίδης, οι οποίοι όμως το απέδωσαν σε συμβουλές του Δημητρώφ (τέως γραμματέα της Γ’ Κομουνιστικής Διεθνούς και τότε επικεφαλής του τμήματος Διεθνών Σχέσεων της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ), ο Ν. Ζαχαριάδης, που τη χαρακτήρισε όμως όχι συνθηκολόγηση και υποχώρηση, αλλά αναγκαίο ελιγμό μπροστά στον Στάλιν, αλλά και ο ίδιος ο Στάλιν όταν τον Γενάρη του 1950 συναντήθηκε με τους Παρτσαλίδη και Ζαχαριάδη. Τέλος και το ίδιο το ΚΚΕ με αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων του. Έγκαιρα δε και έμπρακτα ο Άρης Βελουχιώτης, ο οποίος ούτε αποστρατεύτηκε ούτε παρέδωσε τα όπλα του.
  
Η προδοσία, το λάθος ή ο «ελιγμός» βρισκόταν στους όρους της Συμφωνίας για τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ, στην αοριστία για το ποιοι θα συγκροτούσαν τις επιτροπές που θα έκριναν τα στελέχη του στρατού, των Σωμάτων Ασφαλείας και των δημοσίων υπηρεσιών, στη διατήρηση της αναστολής των άρθρων 5, 10 και 12 των Συντάγματος που αφορούσαν τα των φυλακίσεων, συλλήψεων, δημοσίων συγκεντρώσεων, το απαραβίαστο κατοικίας και αλληλογραφίας και κυρίως στο άρθρο 3 της Συμφωνίας που αφορούσε την αμνηστία.
  
Με το άρθρο αυτό δεν συμφωνήθηκε γενική αμνηστία που επεδίωκε η αντιπροσωπεία μας. Ενέδωσε τελικά να χορηγηθεί η αμνηστία μόνο για τα «πολιτικά» αδικήματα που τελέστηκαν από της 3ης Δεκεμβρίου 1944 και μετά. Αλλά και από αυτή την αμνηστία εξαιρέθηκαν «τα συναφή αδικήματα κατά της ζωής και της περιουσίας, τα οποία δεν ήσαν απαραιτήτως αναγκαία διά την επιτυχίαν του πολιτικού αδικήματος». Μάλιστα, επειδή από την ασαφή αυτή διατύπωση (ποια ήταν τα πολιτικά αδικήματα) κινδύνευε να διωχθεί και η ΕΑΜική ηγεσία, η αντιπροσωπεία μας φρόντισε με ιδιαίτερο παράρτημα της Συμφωνίας να εξαιρεθούν, δηλαδή να αμνηστευθούν γενικά πενήντα ηγετικές προσωπικότητες που αυτή θα όριζε!
 
***
 
Έτσι, από αυτά τα κενά και τις ασάφειες ξεκίνησε η νόμιμη αντιΕΑΜμική θύελλα που σάρωσε απ’ άκρη σ’ άκρη όλη τη χώρα, με την αιματηρή βοήθεια του παρακρατικού μηχανισμού και των εθνικιστικών ληστοσυμμοριών. Σε σημείο που ο Ι. Σοφιανόπουλος σε μια προεκλογική του συγκέντωση (εκλογές 5.3.1950) να εξομολογηθεί δημόσια ότι, αν και οι άλλοι δύο κυβερνητικοί αντιπρόσωποι στη Βάρκιζα (Π. Ράλλης και Ι. Μακρόπουλος) είχαν δεχτεί τη χορήγηση της γενικής αμνηστίας, καθώς επίσης και ο αντιβασιλέας και ο πρωθυπουργός με όλα τα μέλη της κυβέρνησης, είχαν δε καμφθεί και οι Άγγλοι, εκείνος παρέμεινε ανένδοτος μέχρι τέλους, με τη βεβαιότητα ότι θα υποχωρήσει η ΕΑΜική αντιπροσωπεία. Και πρόσθεσε: «Αν εγνώριζα όμως ότι η δεξιά θα παρασπονδήση κατά τοιούτον αναίσχυντον τρόπον παραβιάζουσα την Συμφωνίαν, θα προτιμούσα να μου κοπή το χέρι, παρά να υπογράψω την Συμφωνίαν εκείνην».
  
Ειπώθηκε αργότερα ότι αυτός ο αριστερίζων πολιτικός (είχε εξορισθεί και επί Ι. Μεταξά) με την επιμονή του αυτή επιδίωκε να αποκομίσει πολιτικά οφέλη από τις διώξεις των ΕΑΜικών αγωνιστών και συγκεκριμένα ότι οι διώξεις θα απομάκρυναν από το ΚΚΕ και το ΕΑΜ μεγάλες μάζες οπαδών τους που θα τους υποδέχονταν ο νέος πολιτικός οργανισμός που σκόπευε να δημουργήσει (Σ. Πατατζής στο βιβλίο του Ιωάννης Σοφιανόπουλος).
  
Η Συμφωνία της Βάρκιζας ξεκίνησε με αίτημα της ηγεσίας του ΚΚΕ και του ΕΑΜ από τα Τρίκαλα, όπου μετά την ήττα του Δεκέμβρη είχαν την έδρα τους και υπήρξε σφοδρό παρασκήνιο για τα πρόσωπα που θα συμμετείχαν στις συζητήσεις, γιατί οι Άγγλοι και ολόκληρος ο αντίπαλος πολιτικός κόσμος, ήθελαν να διαπραγματευτούν μόνο με το ΚΚΕ. Ο Α. Σβώλος (πρόεδρος της ΕΛΔ) ωστόσο αρνήθηκε να συμμετάσχει προσωπικά και τελικά κάμφθηκε και έστειλε τον γραμματέα της ΕΛΔ, Η. Τσιριμώκο. Δεν ήθελε φαίνεται να του επιρρίψουν και άλλες ευθύνες πέραν εκείνων που του καταλόγισε το ΚΚΕ για την ενδοτική του στάση στον Λίβανο, ως αρχηγού τότε της αντιπροσωπείας μας.
 
***
 
Γνώριζε το ΚΚΕ τι θα πήγαινε να κάνει στη Βάρκιζα; Το γεγονός ότι εκείνο είχε ζητήσει τις συζητήσεις μάς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι γνώριζε και ότι πρέπει να είχε καθορίσει κόκκινες γραμμές, όπως θα λέγαμε σήμερα. Πού όμως ήταν αυτές οι κόκκινες γραμμές, αφού ο ΕΛΑΣ, παρά την ήττα της εφεδρικής του δύναμης της Αθήνας με τα λιανοντούφεκά της και ελάχιστων ανταρτικών του τμημάτων, ήταν ανέπαφος, παντοδύναμος και πάνοπλος σε όλη την Ελλάδα. Όταν η ΕΑΜική εξουσία και διοίκηση απλωνόταν σε όλη τη χώρα; Όταν το μέγα μέρος του λαού ήταν ακόμη με το μέρος του, όπως έδειξαν οι αμέσως μετά παλλαϊκές συγκεντρώσεις;
 
Εδώ δεν μπορώ να μην παρεμβάλλω και την αποκάλυψη του ταγματάρχη Θ. Μακρίδη (εφημ. “Ελευθεροτυπία” 22.5.1977), αυτού του αναγνωρισμένης αξίας επιτελικού αξ/κού του Γ.Σ. του ΕΛΑΣ και στρατιωτικού συμβούλου του ΚΚΕ, όταν ρωτήθηκε από την ηγεσία μας για τη συνέχιση του ένοπλου αγώνα, που έδωσε στις 15.1.45 (τέσσερις μέρες δηλαδή μετά την Ανακωχή) και γνωμάτευσε ότι ο ΕΛΑΣ θα είναι πανέτοιμος να αντιμετωπίσει τους Άγγλους έξω από την Αθήνα το πολύ σε ένα μήνα. Και για τη συμβουλή του στον Μ. Παρτσαλίδη στις 2.2.45 στα Τρίκαλα, όταν η αντιπροσωπεία μας ξεκινούσε για την Αθήνα, ότι «σε 8-10 μέρες είμαστε έτοιμοι, παρατείνετε τις διαπραγματεύσεις και τότε τα λέμε». Μέρες που συνέπιπταν με τις συνομιλίες στη Βάρκιζα. Ο Μ. Παρτσαλίδης, που ζούσε τότε (22.5.77), δεν τον διέψευσε!
  
Οι παραχωρήσεις της ηγεσίας του ΚΚΕ κατά το προηγούμενο έτος στον Λίβανο και στην Καζέρτα, οι παλινωδίες της στις παραμονές του Δεκέμβρη, ο χαλαρός τρόπος διεξαγωγής της μάχης του Δεκέμβρη, η αδιαλλαξία της στη σύσκεψη με τον Τσώρτσιλ τις παραμονές των Χριστουγέννων, δείχνουν ότι, αν υπήρχε κάποια κόκκινη γραμμή, αυτή έφτανε μέχρι του σημείου να μην παραβιάσουν τη Συμφωνία της Μόσχας και το διεθνιστικό τους καθήκον απέναντι στη «Μητέρα Πατρίδα» χωρίς να εξασφαλίσουν τους ελάχιστους όρους ύπαρξης και δράσης της αριστεράς στα χρόνια που έρχονταν (βλ. “Αυγή” ό.π.). Άλλωστε ότι το καθήκον τους αυτό το έβαζαν πάντοτε πάνω απ’ όλα το ομολόγησαν αργότερα σε επιστολή της Κ.Ε. του ΚΚΕ από 22.8.1949 προς το Κ.Κ. Αλβανίας (σχετική με τις επιχειρήσεις του ΔΣΕ σε Γράμμο – Βίτσι) που την υπογράφουν οι Ν. Ζαχαριάδης, Β. Μπαρτζιώτας, Δ. Βλαντάς, Γ. Βοντίσιος με την υποσημείωση ότι είναι σύμφωνοι και οι σ. Παρτσαλίδης και Ιωαννίδης) και όπου γράφουν ότι «Εμείς πάντα υποτάσσαμε και υποτάσσουμε τα συμφέροντα του κινήματός μας στα γενικότερα συμφέροντα του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινηματος» (ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ κ.353 – βλ. και Ν. Κέδρος Ο Εμφύλιος στη Φλώρινα, έκδ. Βιβλιόραμα 2011).
 
***
 
Υπογράφοντας λοιπόν πέτυχαν το πρώτο, αλλά αρκέστηκαν σε αόριστες υποσχέσεις για το δεύτερο και στην… εγγύηση των Άγγλων, οι οποίοι όμως δεν υπέγραψαν τη Συμφωνία. Αποστράτευσαν και αφόπλισαν τον έτοιμο να συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα ΕΛΑΣ, τον μόνο εγγυητή που θα μπορούσαν να έχουν, με αόριστες υποσχέσεις αφερέγγυων πολιτικάντηδων που ξεπετάχτηκαν από το πουθενά, επωφελούμενοι της πολιτικής δίνης και κρίσης στις οποίες είχε περιπέσει η χώρα μας από το μοίρασμα της Ευρώπης μεταξύ των μεγάλων και των αγγλικών όπλων. Εδώ, αν δεχθούμε ότι ήταν άπειροι στα πολιτικά παιγνίδια και τις ίντριγκες, δεν μπορούμε να δεχθούμε ότι το ίδιο συνέβαινε και με το θέμα της αμνηστίας όταν φρόντιζαν να συμπεριλάβουν σ’αυτήν μόνο τον εαυτό τους και μερικές ακόμη ηγετικές προσωπικότητες. Πράγμα που δείχνει ότι από τους μισερούς και συκοφαντικούς λίβελους που δέχτηκαν στον Λίβανο και στη σύσκεψη των παραμονών των Χριστουγέννων από τους άκαπνους, άπραγους και φανατικά αντιΕΑΜΙκούς πολιτικούς αντιπάλους μας και από αυτά που ειπώθηκαν μέσα στη σύσκεψη (έχουν δημοσιευθεί τα πρακτικά της) θεωρούσαν ενδεχόμενο να ακολουθήσει ό,τι ακολούθησε.
  
Πράγματι, μόνο από την υπογραφή της Συμφωνίας μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου 1945, μέσα σε 10 μήνες δηλαδή, όπως δήλωσε ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Κ. Ρέντης, οι ΕΑΜικοί αγωνιστές που είχαν διωχθεί για κατοχικά αδικήματα, ανέρχονταν περίπου σε 80.000, από τους οποίους οι μισοί σχεδόν βρίσκονταν ήδη στις φυλακές ως κατάδικοι ή υπόδικοι, ενώ περίμεναν εκκρεμείς 48.056 ακόμη δικογραφίες να πέσουν στα χέρια παθιασμένων δικαστών και εισαγγελέων!
 
 Από τους αγωνιστές αυτούς ο Μ. Βασιλόπουλος είχε σπάσει το τότε ρεκόρ Γκίνες με καταδίκη από το Κακουργιοδικείο Κορίνθου 351 φορές σε θάνατο, ενώ τρεις άλλοι, ο Κ. Κιοπρές, ο Σωτ. Παπαδόπουλος και ο Γεωρ. Κολλημένος, είχαν εισπράξει από Β’ Κακουργιοδικείο Αθηνών καταδίκες 127, 55 και 42 φορές σε θάνατο αντίστοιχα! Αργότερα εκτελέστηκαν.
  
Να λοιπόν γιατί η Συμφωνία της Βάρκιζας χαρακτηρίστηκε απ’ όλους κατάπτυστη και εγγληματική και μόνο από τον Ν. Ζαχαριάδη και το ΚΚΕ ελιγμός και λάθος.
  
Και ποιες ήταν οι συνέπειες για τους πρωτεργάτες αυτής της Συμφωνίας; Φυσικά όχι οι διώξεις που υπέστησαν όλοι οι αγωνιστές, αφού φρόντισαν να συμπεριλάβουν εαυτούς στην αμνηστία, αλλά μόνο κομματικές. Ο μεν Γ. Σιάντος, που είχε πεθάνει το 1947, κατηγορήθηκε από τούς Ν. Ζαχαριάδη και Δ. Βλαντά το 1950 ως προβοκάτορας, χαφιές και ισόβιος πράκτορας των Άγγλων, για να αποκατασταθεί το 1958 μαζί με τον Ν. Πλουμπίδη και τον Κ. Καραγιώργη, ο δε Μ. Παρτσαλίδης να διαγραφεί αργότερα από το ΚΚΕ, για άλλους όμως λόγους.
  
* Ο Μάνος Ιωαννίδης είναι συνταξιούχος δικηγόρος. Υπήρξε κατά την Κατοχή καπετάνιος του λόχου ΕΛΑΣ Βύρωνα Αθηνών, φοίτησε στη Σχολή Αξ/κών του Γ.Σ. ΕΛΑΣ στο Βουνό, ονομάστηκε Ανθυπολοχαγός και στη συνέχεια τοποθετήθηκε επιτελής του Προτύπου Τάγματος της Α’ Ταξιαρχίας Αθηνών που έδρευε στην Καισαριανή. Eίναι συγγραφέας του βιβλίου «Φάκελος Νο 9745/Β – Στα χρόνια του Μεγάλου Αγώνα» (εκδ. Μέδουσα)
 

25 Νοέμβρη 1942… Η ανατίναξη της γέφυρας στο Γοργοπόταμο!

Ο Γοργοπόταμος στην Αλαμάνα
στέλνει περήφανο χαιρετισμό νέας ανάστασης χτυπάει καμπάνα 
μηνάν τα όπλα μας το λυτρωμό.

Ο συμβολισμός του όμορφου αυτού αντάρτικου τραγουδιού δεν είναι τυχαίος. Τα σύμβολα στην ιστορία, αποτέλεσμα καταγραφής μεγάλων έστω και στιγμιαίων γεγονότων, έχουν επιδράσει στη λαϊκή ανάταση, έχουν …συμβάλλει αποφασιστικά στη δημιουργία ψυχολογίας και συνείδησης στις λαϊκές μάζες για να δημιουργήσουν στη συνέχεια ηρωικά κατορθώματα στον αγώνα με σκοπό την επιβολή του δίκιου τους.

Και αν η γέφυρα της Αλαμάνας ήταν για την επανάσταση του 1821 ένα από τα ηρωικά κατορθώματα στον εθνικοαπελευθερωτικό και κοινωνικό αγώνα των Ελλήνων για την ίδρυση δικού τους αστικού κράτους ενάντια στη φεουδαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου καθιέρωσε στις συνειδήσεις του ελληνικού λαού τον ένοπλο αντάρτικο αγώνα του ΕΛΑΣ συνολικά το λαϊκοαπελευθερωτικό αγώνα του ΕΑΜ με ψυχή και αιμοδότη το ΚΚΕ, ως τη δύναμή τους για μια νέα λαοκρατούμενη Ελλάδα μετά την απελευθέρωση από τους Ιταλογερμανούς κατακτητές. Ηταν με μια έννοια καταλύτης στην απελευθέρωση ανεξάντλητης λαϊκής δύναμης σ’ ένα αγώνα άνισο, μα πέρα για πέρα δίκαιο, που ως προς την απελευθέρωση οδήγησε το λαό μας στη νίκη. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι ο λαϊκός ποιητής αποτύπωσε μια από τις κορυφαίες στιγμές της Αντίστασης με το Γοργοπόταμο, συσχετίζοντάς τον με την Αλαμάνα.

Τι ήταν λοιπόν ο Γοργοπόταμος; ‘Η -πιο σωστά- τι έγινε στο Γοργοπόταμο;

Τη νύχτα της 25ης προς 26η Νοέμβρη του 1942, οι αντάρτικες δυνάμεις του ΕΛΑΣ, μαζί με δυνάμεις του ΕΔΕΣ και μια ομάδα Αγγλων σαμποτέρ, ανατίναξαν τη σιδηροδρομική γέφυρα του Γοργοπόταμου. Η επιτυχία του εγχειρήματος ήταν ως πράξη μια μεγάλη ηρωική, για τις τότε δυνάμεις του αντάρτικου, ενέργεια που φλόγισε το νου και τις καρδιές του ελληνικού λαού, δίνοντας ώθηση στην ένταση της απελευθερωτικής πάλης. Μα έκανε εντύπωση και σ’ όλους τους υπόδουλους λαούς της Ευρώπης.

Ας δούμε όμως πώς πραγματοποιήθηκε η συγκεκριμένη επιχείρηση.

Τέλος Σεπτέμβρη αρχές Οκτώβρη του 1942, βρετανικά αεροπλάνα μετέφεραν ομάδες σαμποτέρ στην Ελλάδα. Οι ομάδες έπεσαν στην περιοχή της Γκιώνας και μια ομάδα στην περιοχή του Καρπενησίου.

Οι ομάδες των Βρετανών Σαμποτέρ είχαν έρθει στην Ελλάδα ύστερα από απόφαση του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής, με άμεσο στόχο να εκτελέσουν μια αποστολή με την κωδική ονομασία “HARLING”, να ανατινάξουν, δηλαδή, μία από τις τρεις γέφυρες της Παπαδιάς, του Ασωπού ή του Γοργοπόταμου. Αλλά δεν ήταν αυτή η μοναδική αποστολή τους. Στόχος τους βασικά ήταν να ανοίξουν το δρόμο της εδραίωσης της στρατιωτικής παρουσίας των Αγγλων στην Ελλάδα. Αλλωστε τα συμφέροντά τους διαπλέκονταν άμεσα μ’ αυτά της άρχουσας τάξης και ενδιαφέρονταν οι Αγγλοι για το μεταπελευθερωτικό καθεστώς, με δεδομένο μάλιστα ότι την ηγεσία του λαϊκού απελευθερωτικού κινήματος είχε αναλάβει η εργατική τάξη με το Κόμμα της, και η συμμαχία της, το ΕΑΜ, ήταν πραγματικά η μόνη δύναμη αντίστασης που είχε ως στόχο μια άλλη Ελλάδα, του λαού της.

Αρχηγοί των Αγγλων σαμποτέρ ήταν οι Ε. Μάγιερς και Κρις Γουντχάουζ, δύο καθόλου τυχαίοι άνθρωποι, που διατέλεσαν αρχηγοί της αγγλικής στρατιωτικής αποστολής στο ελληνικό αντάρτικο, κάνοντας ό,τι ήταν δυνατό για την εδραίωση της βρετανικής κυριαρχίας πάνω στις ελληνικές υποθέσεις.

Οι Αγγλοι σαμποτέρ -και κυρίως οι αρχηγοί τους- από την πρώτη στιγμή που πάτησαν το πόδι τους στην Ελλάδα, έκαναν ό,τι ήταν δυνατό για να έρθουν σε επαφή με τον δικό τους άνθρωπο, τον Ναπ. Ζέρβα, έχοντας την πεποίθηση ότι αυτός και οι ανταρτικές του δυνάμεις ήταν αρκετές για να την εκτέλεση της αποστολής Harling. Για το ΕΑΜ, όπως και τον ΕΛΑΣ, όχι μόνο δεν ήθελαν να έχουν ανάμειξη στην επιχείρηση ανατίναξης, αλλά αυτές τις λαϊκές οργανώσεις τις θεωρούσαν αντιπάλους των απώτερων σκοπών τους. Αναγκάστηκαν όμως να συνεργαστούν μαζί τους όταν διαπίστωσαν ότι ο Ζέρβας όχι μόνο δε διέθετε της απαραίτητες δυνάμεις για την ανατίναξη της γέφυρας, άρα δεν μπορούσε να αναλάβει το όλο εγχείρημα, αλλά και οι δυνάμεις του ήταν πολύ μικρότερες απ’ αυτές που διέθετε ο ΕΛΑΣ.
Η οργάνωση και εκτέλεση της επιχείρησης 
Η γέφυρα που τελικά επιλέχθηκε να ανατιναχτεί ήταν αυτή του Γοργοπόταμου. Την επιχείρηση εκτέλεσαν εκατόν πενήντα αντάρτες του ΕΛΑΣ, με επικεφαλής τον Αρη Βελουχιώτη, εξήντα αντάρτες του ΕΔΕΣ με επικεφαλής τον Ναπολέοντα Ζέρβα και δώδεκα Αγγλοι σαμποτέρ, με επικεφαλής το συνταγματάρχη Εντι Μάγιερς και υπαρχηγό τον ταγματάρχη Κρις Γουντχάουζ. Το σχέδιο ανατίναξης ήταν των Εγγλέζων και συγκεκριμένα του Ε. Μάγιερς, που ήταν ειδικός σ’ αυτού του είδους τα σαμποτάζ. Το σχέδιο όμως της επίθεσης για την κατάληψη της γέφυρας – έτσι ώστε να είναι δυνατή η ανατίναξή της – διατυπώθηκε από τον Αρη, που ο ίδιος υπαγόρευσε στον Κωστούλα Αγραφιώτη (Κώστα Καβρέτζο), στις 25 Νοέμβρηυ, λίγες ώρες πριν αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση, αφού προηγούμενα είχε απορριφθεί σχέδιο του Ζέρβα.

Στη διαταγή – όπως διασώθηκε από ιστορικές μαρτυρίες – προβλέπονταν τα εξής:
Το νότιο βάθρο της γέφυρας με φρουρά 80 Ιταλών και πλήρη οχύρωση ανέλαβε να καταλάβει τμήμα 60 ανταρτών του ΕΛΑΣ, με αρχηγό τον Κωστούλα.
Το βόρειο βάθρο της γέφυρας που φυλασσόταν από 30 Ιταλούς και είχε εγκαταστημένα δύο δίκαννα αντιαεροπορικά, ικανά να χρησιμοποιηθούν και κατά επίγειων στόχων, ανέλαβε τμήμα 20 ανταρτών του ΕΔΕΣ με επικεφαλής τους ανθυπολοχαγούς Παπαχρήστου και Πετροπουλάκη.
Την υπονόμευση και ανατίναξη της γέφυρας ανέλαβαν οι ειδικευμένοι Βρετανοί σαμποτέρ στους οποίους δόθηκε βοήθεια λίγων εκπαιδευμένων ανδρών του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ. Επίσης, δυο ομάδες του ΕΛΑΣ, με 15 άνδρες η κάθε μία και ένα Βρετανό σαμποτέρ, ανέλαβαν να υπονομεύσουν τη σιδηροδρομική γραμμή ένα χιλιόμετρο περίπου προς το νότο κι ένα χιλιόμετρο προς το βορρά, έτσι ώστε να αποκλειστεί η δυνατότητα αποστολής ενισχύσεων στον εχθρό με τρένο. Αρχηγός της μίας ομάδας τέθηκε ο Διαμαντής (Γιάννης Αλεξάνδρου) και της άλλης ο Ηρακλής (Κώστας Σκαρμούτσος). Μια ακόμη ομάδα 15 ΕΛΑΣιτών, με αρχηγό το Χρυσιώτη, ανέλαβε να καταστρέψει με βενζίνη την ξύλινη οδική γέφυρα του ποταμού για την περίπτωση που θα έκαναν την εμφάνισή τους από κει εχθρικές ενισχύσεις.

Μια ομάδα από οκτώ άνδρες του ΕΔΕΣ, με επικεφαλής τον υπασπιστή του Ζέρβα Μ. Μυριδάκη, ανέλαβε να εξουδετερώσει το πολυβολείο, που πιθανόν να υπήρχε. Στην περίπτωση που δεν υπήρχε πολυβολείο αποστολή της ήταν να ενισχύσει την ομάδα Κωστούλα. Επίσης, μια ακόμη ομάδα από δέκα άνδρες του ΕΔΕΣ ανέλαβε να πλευροκοπήσει τους Ιταλούς νοτιότερα της άμυνας του νότιου βάθρου.

Τέλος, γενική εφεδρεία ορίστηκε ομάδα 30 ανδρών του ΕΛΑΣ με αρχηγό το Δ. Δημητρίου – Νικηφόρο. Χρόνος έναρξης της επιχείρησης καθορίστηκε η 11η βραδινή και η γενική αρχηγία ανατέθηκε στο Ναπ. Ζέρβα.

Δυο μέρες μετά την ανατίναξη της γέφυρας οι Ιταλοί, σε αντίποινα, παίρνουν από τις φυλακές της Λαμίας 14 πατριώτες από τους οποίους 7 θα εκτελέσουν μπροστά στην γκρεμισμένη γέφυρα. Τους υπόλοιπους θα τους εκτελέσουν στα Καστέλλια της Παρνασίδας, μαζί με άλλους 10 κατοίκους.

Προσπάθεια παραχάραξης της Ιστορίας
Μεταπολεμικά σχετικά με την επιχείρηση, ο Ζέρβας, σε διάφορα γραπτά του υποστηρίζει πως ούτε λίγο ούτε πολύ εκβίασε τον Αρη κι έτσι συμμετείχε ο ΕΛΑΣ στην επιχείρηση. Στο ίδιο περίπου μήκος κύματος κινούνται και οι μαρτυρίες των Εγγλέζων, αν και ο Κρις Γουντχάουζ προσπαθεί να ευτελίσει τη συμμετοχή του ΕΛΑΣ στην επιχείρηση. «Οταν ο Αρης κατάλαβε – γράφει – ότι η επίθεση θα γινόταν, έστω και χωρίς τις δικές του δυνάμεις, δε διακινδύνευσε ν’ αφήσει το Ζέρβα να πάρει όλη τη δόξα: προσφέρθηκε αμέσως να συνεργαστεί».

Η πραγματικότητα βεβαίως είναι εντελώς διαφορετική. Ο Σπ. Μπέκιος – Λάμπρος, που συμμετείχε στην ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου, αναφέρει με στοιχεία πως ο ΕΛΑΣ συνεργαζόταν με τους Εγγλέζους για την επιτυχία της επιχείρησης πολύ πριν συναντηθεί ο Αρης με τον Ζέρβα. Ετσι όλα αυτά που αναφέρουν οι αντίπαλοι του ΕΑΜ έγιναν για παραχάραξη της ιστορικής αλήθειας ότι ο ΕΛΑΣ σήκωσε το κύριο βάρος της επιχείρησης, γιατί αυτό αξίωνε η προπαγάνδα του κατεστημένου, προκειμένου να ξεριζώσει από τις λαϊκές συνειδήσεις το ρόλο του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ στην απελευθέρωση. Αλλά η Ιστορία δεν παραγράφεται.

Πηγη: aristeroextreme.blogspot.gr

 

Καλαμάτα, Πύργος, Μελιγαλάς: Η πρώτη πράξη του ελληνικού εμφυλίου



Φέτος το Σεπτέμβρη κλείνουν 68 χρόνια από τη μάχη της Πελοποννήσου, την πρώτη μάχη του ελληνικού εμφυλίου. Αυτό που ονομάστηκε εθνική αντίσταση, δεν ήταν απαλλαγμένο από την πρώτη στιγμή από τις προσπάθειες των οπλισμένων εργατών και αγροτών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ για κοινωνική αλλαγή, παρά την αντίθετη θέληση της ηγεσίας του ΚΚΕ. Αλλά μέχρι το 44 οι πράξεις αυτές ήταν σποραδικές και διάσπαρτες. Αντίθετα, το Σεπτέμβρη του 44 θα διεξαχθεί στην Καλαμάτα, στον Πύργο, στον Μελιγαλά η πρώτη κεντρική ένοπλη αντιπαράθεση ανάμεσα στις δυνάμεις του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και την ελληνική αστική τάξη, σε μια σύγκρουση που θα κρατήσει 5 χρόνια. Στην Πελοπόννησο θα παιχτεί η πρώτη πράξη του ελληνικού εμφυλίου.

Μετά την καταστροφή στο Στάλινγκραντ στις αρχές του 43 έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για της δυνάμεις του άξονα. Από εδώ και μετά το “χιλιόχρονο” μετράει τις μέρες του μέχρι την πτώση. Αλλά και για τα συμμαχικά στρατεύματα, τη σταλινική ΕΣΣΔ και τους ιμπεριαλιστικούς στρατούς Αγγλίας και ΗΠΑ, ξεκινάει και ένας αγώνας διαμόρφωσης της διάδοχης κατάστασης.

Την ίδια εποχή στην Ελλάδα θα υπάρξουν τρεις κυβερνήσεις. Η μία αποτελείται από τους αστούς πολιτικούς που ανέλαβαν την διοίκηση της ώρας μαζί με τους γερμανούς. Αρχικά με πρωθυπουργούς τον Τσολάκογλου – Λογοθετόπουλο και στη συνέπεια με τον Ράλλη. Σε αντίθεση με τα παραμύθια που κυκλοφόρησαν τα επόμενα χρόνια το μεγαλύτερο τμήμα της ελληνικής αστικής τάξης στήριζε άμεσα ή με την ανοχή του την κυβέρνηση των δοσίλογων. Σε πρόσφατη συνέντευξη του στην “Ελευθεροτυπία” στις 11.7.04 ο γιος του Γ. Ράλλης υπεραμύνεται της πολιτικής του πατέρα του: Κοιτάζοντας προς τα πίσω, πιστεύω πως χάρη στη στάση του πατέρα μου, δεν καταλήξαμε σαν τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο ή την Αλβανία του Χότζα. Τότε όμως, δυο και τρεις φορές τη νύχτα φώναζαν έξω απ’ το σπίτι μας: “Ράλλη προδότη θάνατος!”. Σαν να τ’ ακούω ακόμη… “Η κυβέρνηση Ράλλη επέβαλε την ισχύ της στηριζόμενη στο γερμανικό στρατό κατοχής, την αστυνομία, τις φασιστικές οργανώσεις και αργότερα -όπως θα δούμε- στα Τάγματα Ασφαλείας.

Μια δεύτερη αστική κυβέρνηση βρισκόταν εκτός Ελλάδας, στο Κάιρο, έχοντας βρει καταφύγιο στους εγγλέζους, με επικεφαλής τον βασιλιά και όσους αστούς πολιτικούς τον ακολούθησαν μετά την κατάληψη της |ώρας. Όταν έγινε φανερό ότι ο πόλεμος θα έκλεινε μάλλον υπέρ των συμμάχων, πολλοί αστοί πολιτικοί έφευγαν για το Κάιρο για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην εξόριστη κυβέρνηση. Στρατιωτικά, η εξόριστη κυβέρνηση δεν είχε παρά ελάχιστες δυνάμεις. Ουσιαστικά, ένα μικρό τμήμα ελληνικού στρατού που ακολούθησε στην Αίγυπτο, αφού είχε καταστείλει με τη βοήθεια των βρετανικών όπλων κάθε αριστερό στοιχείο στο εσωτερικό του. Στο ελληνικό έδαφος προσπαθούσε να στηριχτεί στις αντικομμουνιστικές αντάρτικες ομάδες του Ζέρβα και του Ψαρρού και αργότερα στα Τάγματα Ασφαλείας. Ουσιαστικά, ήταν απόλυτα εξαρτημένη από τη δύναμη των βρετανικών όπλων.

Οι δυο αστικές κυβερνήσεις φαινομενικά βρίσκονταν σε πόλεμο, εφόσον ακολουθούσαν δυο διαφορετικά στρατόπεδα εμπολέμων. Κάτω από την επιφάνεια, συμφωνώντας ότι η κατοχή αποτελεί μια προσωρινή κατάσταση, βρίσκονταν σε απευθείας επικοινωνία, σποραδικά καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, και συστηματικά μετά το 43.

Το “λαϊκό μέτωπο”

Η τρίτη κυβέρνηση ήταν αυτή του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, στην ελληνική επαρχία. Το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής επαρχίας που ελέγχεται από τον ΕΛΑΣ δεν βρίσκεται κάτω από την εξουσία καμιάς από τις δυο κυβερνήσεις. Στο τέλος και τυπικά δημιουργείται η “κυβέρνηση του βουνού”, με πρωτοβουλία του ΕΑΜ-ΚΚΕ και τη συμμετοχή κάποιων προοδευτικών αστών. Σε αυτή την περιοχή, το ΚΚΕ δεν προχώρησε σε κανενός τύπου σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, αλλά διατήρησε την αστική τάξη πραγμάτων.

Η κυβέρνηση του ΕΑΜ-ΚΚΕ και η κυβέρνηση του Καίρου και του βασιλιά έρχονται από νωρίς σε μια σειρά διαπραγματεύσεις με σκοπό τον συντονισμό της στρατιωτικής δράσης κατά των γερμανών, και στη συνέπεια του καθεστώτος της μεταπολεμικής Ελλάδας. Η κορύφωση αυτών των συμφωνιών γίνεται στο Λίβανο, με την ομόνυμη συμφωνία, με την οποία το ΚΚΕ αναγνωρίζει σαν “νόμιμη κυβέρνηση” αυτή του Καίρου με αντάλλαγμα τη συμμετοχή του σε αυτή με 4 ή 5 βουλευτές.

Το ΚΚΕ θα μπορούσε πολύ εύκολα να αρνηθεί κάθε σύμπραξη με την αστική κυβέρνηση. Στο κάτω κάτω δεν επρόκειτο παρά για μια ομάδα ξεπεσμένων αστών πολιτικάντηδων ιωρίς λαϊκό έρεισμα, αλλά και ιωρίς στρατιωτικά μέσα να επιβάλλουν τις διαθέσεις τους. Το ΚΚΕ, όμως βρίσκονταν δέσμιο της λογικής των “λαϊκών μετώπων”, της πολιτικής δηλαδή που επιδιώκει την συνεργασία με τους “προοδευτικούς αστούς” ενάντια στον φασισμό. Σε αυτή την συνεργασία, το ίδιο το κόμμα που μιλάει στο όνομα των συμφερόντων της εργατικής τάξης γίνεται ο εγγυητής της αστικής νομιμότητας και ο νεκροθάφτης των εργατικών απαιτήσεων που θα έβαζαν σε κίνδυνο το “λαϊκό μέτωπο”. Η τακτική αυτή που επεξεργάστηκε η σταλινοποιημένη κομιντέρν πριν τον πόλεμο, οδήγησε στη συντριβή την επανάσταση στην Ισπανία το 36 και τις τεράστιες εργατικές κινητοποιήσεις στη Γαλλία.

Με τη συμφωνία του Λιβάνου, το ΚΚΕ-ΕΑΜ όχι μόνο αναγνωρίζει και συμμαχεί με την (εξόριστη) αστική τάξη, αλλά υποτάσσεται σε αυτήν. Οι αστοί του Καίρου από την άλλη, αφού ισχυροποιούν τη θέση τους, ξεκινάν στα φανερά μια διαδικασία εκβιασμών προς το ΚΚΕ-ΕΑΜ ζητώντας την ολοένα μεγαλύτερη υποταγή του, ενώ από την άλλη επιδιώκουν στα κρυφά επαφές με την δοσίλογη κυβέρνηση της Αθήνας για να διευθετήσουν το μεταπολεμικό καθεστώς.

Λευκή τρομοκρατία

 

Το καλοκαίρι του 44 οι γερμανοί αρχίζουν να συμπτύσσονται και ενδιαφέρονται πια μόνο να κρατήσουν ανοικτές τις οδούς διαφυγής. Δίπλα στον ΕΛΑΣ που αυξάνει τις επιθέσεις του δρουν κάποιοι βρετανοί αξιωματικοί με την ιδιότητα του συμβούλου, που στην πραγματικότητα προσπαθούν να υλοποιήσουν την γραμμή του Καίρου στο ελληνικό έδαφος. Στις 14 Αυγούστου ένα τηλεγράφημα του βρετανικού υπουργείου εξωτερικών στον βρετανό υπουργό στο Κάιρο κάνει ξεκάθαρες τις προθέσεις των βρετανών: Εκείνο που θα μας συνέφερε καλύτερα θα ήταν, όταν τα βρετανικά στρατεύματα θα ήταν έτοιμα να μεταβούν στην Ελλάδα, να ρυθμιστεί και η παράδοση των γερμανών, υπό τον όρο ότι θα παραδώσουν και όλα τα γερμανικά όπλα και εφόδια κατά τρόπο ώστε να μην πέσουν στα χέρια του ΕΑΜ και να μην υπάρξει κενό από το οποίο θα μπορούσε να επωφεληθεί το ΕΑΜ“.8 Πράγματι γίνονται κάποια σχέδια για απόβαση του αγγλικού στρατού στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια γενικά.

Η ταχύτατη όμως προέλαση του κόκκινου στρατού στα Βαλκάνια και οι επιτυχίες των γιουγκοσλάβων παρτιζάνων, αναγκάζει τους γερμανούς να αρχίσουν να συμπτύσσονται χωρίς να περιμένουν πότε θα ετοιμαστούν οι Βρετανοί. Αυτοί πάλι, και μαζί τους οι έλληνες αστοί σε Αθήνα και Κάιρο, ξέρουν ότι η αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων δημιουργεί ένα κενό που μπορεί να το καλύψει το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Χαρακτηριστικά, ο Σπηλιωτόπουλος, ο δοσίλογος διοικητής Ασφαλείας στην Αθήνα, έρχεται σε επαφή με τον ταξίαρχο Έντυ, αρχηγό της αγγλικής αποστολής στην Ελλάδα, και του ζητά πολύ σοβαράνα αναβληθεί για λίγο καιρό η απελευθέρωση της Ελλάδας, αν πρόκειται να πέσει στα χέρια του ΕΛΑΣ.2

Μπροστά σε αυτό τον κίνδυνο, η μόνη λύση για βρετανούς και αστούς είναι να εμπιστευτούν τα Τάγματα Ασφαλείας. Το καλοκαίρι του 44, και ενώ η αποχώρηση των γερμανών είναι ζήτημα ημερών, τα Τάγματα Ασφαλείας, μερικές φορές με τη βοήθεια των γερμανών, αλλά συνήθως χωρίς, ξεκινούν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο. Είναι το καλοκαίρι της λευκής τρομοκρατίας, με επίκεντρο κυρίως την Αργολίδα, την Κόρινθο και την Τροιζήνα (δηλ τις προσβάσεις της Αθήνας), αλλά και τη Μεσσηνία και Λακωνία. Χτυπήθηκαν κυρίως ότι οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ, αλλά οι χωρικοί υποστηρικτές του ΕΑΜ. Χωριά ολόκληρα κάηκαν. Ο ΕΛΑΣ, που στην Πελοπόννησο ήταν σχετικά αδύνατος, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την τρομοκρατία και καταφεύγει στους ορεινούς όγκους. Ο Αρης μεταβαίνει εσπευσμένα με σκοπό να ανασυγκροτήσει τον ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο. Οι αντάρτες δεν ξεπερνούν του 5000 σκορπισμένοι στους ορεινούς όγκους του Μωριά. Με τον ερχομό του Αρη συμβαίνουν τα εξής: α) Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ ανασυγκροτούνται διοικητικά και συντονίζονται κεντρικά, ώστε να μπορούν να αναλάβουν μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις. β) Γίνεται προσπάθεια να αποκτηθεί πυροβολικό και βαρύς οπλισμός και το πετυχαίνουν με δυο νικηφόρες μάχες εναντίον των γερμανών, στο Βουρλιά της Σπάρτης και στο Χωρέμι της Μεγαλόπολης, που φυλάσσονταν τα όπλα. γ) απευθύνεται στο λαό της Πελοποννήσου και ζητά να στηρίξει το αντάρτικο. 1,7

Όσο πλησιάζει η στιγμή να εκκενώσουν οι γερμανοί το χώρο, τόσο η τρομοκρατία των Ταγμάτων εντείνεται. Στην Πελοπόννησο βρίσκονται συνολικά 78000 ταγματασφαλίτες. Στη συνέπεια θα ενισχυθούν αρκετά με άλλους που φτάνουν από τη Στερεά. Από άποψη οπλισμού οι γερμανοί φρόντιζαν να τους παραδώσουν τεράστιες ποσότητες -μέχρι και τεθωρακισμένα οχήματα- για να δημιουργήσουν και έναν ιδανικό περισπασμό για να καλύψουν την αποχώρησή τους.

Τι ήταν τα Τάγματα Ασφαλείας

 

Τα Τάγματα Ασφαλείας ιδρύθηκαν τον Απρίλιο του 43 με πρωτοβουλία του Ράλλη, αρχηγού τότε του Λαϊκού Κόμματος, γι’ αυτό και ο λαός τους έδωσε το παρατσούκλι “ράλληδες”.

Η αναγγελία της νίκης στο Στάλινγκραντ, δημιούργησε αλυσιδωτές αντιδράσεις στον αστικό κόσμο της Αθήνας. Ο αστικός κόσμος αντιμετώπιζε ήδη το ενδεχόμενο της επόμενης μέρας μετά την αποχώρηση των γερμανών. Πολλοί αστοί πολιτικοί που ως τότε στήριζαν ανοικτά τους γερμανούς ή έκαναν τους ουδέτερους, άρχισαν να προσπαθούν να προσεταιριστούν τους άγγλους, τον εξόριστο βασιλιά και την κυβέρνηση του Καίρου. Αυτό, αλλά και η αδυναμία να επιβληθεί στις εκδηλώσεις αντίστασης του ελληνικού λαού, οδήγησε σε πτώση την δοσίλογη κυβέρνηση του Τσολάκογλου. Κλήθηκε να αναλάβει ο Ράλλης.

Ο όρος του προς τους γερμανούς, προκειμένου να αναλάβει να σχηματίσει κυβέρνηση, ήταν η δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας. Στους μεν γερμανούς πρόβαλε την ανάγκη ίδρυσης ένοπλων τμημάτων που θα πάτασσαν κάθε εξέγερση ενάντια στα στρατεύματα κατοχής, στον αστικό κόσμο την ανάγκη να αντιμετωπιστεί ένοπλα ο κομμουνιστικός κίνδυνος.

Πρόκειται για μια εξαίρεση, για μια καθαρά ελληνική ιδιαιτερότητα. Στις κατεχόμενες από τον γερμανικό στρατό χώρες, οι κυβερνήσεις-συνεργάτες των κατακτητών στηρίζονταν στις παλιές δομές της κάθε αστυνομίας, και στις διάφορες ένοπλες ναζιστικές οργανώσεις. Το ίδιο ακριβώς και στην Ελλάδα, τα αρχικά στηρίγματα του γερμανικού στρατού και των δοσίλογων κυβερνήσεων ήταν οι ναζιστικές και εθνικιστικές οργανώσεις (Χίτες, Παοτζήδες, κλπ) και η αναδιαρθρωμένη αστυνομία (μηχανοκίνητη αστυνομία του Μπουραντά). Πουθενά αλλού όμως στην Ευρώπη (εκτός μόνο από την Κροατία) δεν σχηματίστηκε ένοπλο στρατιωτικό σώμα, όπως στην Ελλάδα. Οι γερμανικές αρχές κατοχής αρχικά δίσταζαν να δημιουργήσουν ένοπλο στρατιωτικό σώμα από έλληνες. Τελικά δέχτηκαν με κάποιους όρους. Τα Τάγματα και οι αξιωματικοί τους θα δίνουν όρκο στον Χίτλερ και διοικητικά, θα υπάγονταν όχι στην ελληνική κυβέρνηση δοσίλογων, αλλά απευθείας στον διοικητή των Ες-Ες στην Ελλάδα Σίμανα. Όσο για τον οπλισμό τους, τους διατέθηκε σταδιακά από τους γερμανούς, και ειδικά μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας.

Για την επάνδρωσή τους κλήθηκαν να συμμετέχουν εθελοντικά όλοι οι αξιωματικοί του Μεταξά. Αυτοί στρατολόγησαν κάθε καρυδιάς καρύδι, που έβλεπαν τη συμμετοχή τους και σαν έναν τρόπο γρήγορου πλουτισμού. Τα Τάγματα ήταν για την βρώμικη δουλειά, αυτή που δεν ήθελε να την χρεωθεί η Βέρμαχτ. Δολοφονίες, βασανισμοί, ληστείες, λευκή τρομοκρατία. Τα Τάγματα είχαν (θεωρητικά και πρακτικά) την ευθύνη για τα μπλόκα στις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας το 44, στην Κοκκινιά, στην Καισαριανή, στο Περιστέρι, κλπ. Ειδικά όμως στην επαρχία, λυμαίνονταν όσες περιοχές δεν ελέγχονταν από τον ΕΛΑΣ και κυρίως την Αττική, την Πελοπόννησο και την Εύβοια.

Οι γερμανοί τελικά δεν μετάνιωσαν ποτέ που επέτρεψαν την ίδρυση των ταγμάτων. Είναι σχετικά γνωστό το τηλεγράφημα που έστειλε ο διοικητής των Ταγμάτων στην Πελοπόννησο, ο Παπαδόγκονας, μετά την απόπειρα δολοφονίας ενάντια στον Χίτλερ:Από της Ιεράς Γης της Αρχαίας Σπάρτης υψούται η προσευχή μας: Κύριε διαφύλασσε τον Φύρερ μας“. Λειτούργησαν σαν την καλύτερη οπισθοφυλακή που θα μπορούσε να τους καλύψει την υποχώρηση από την Ελλάδα, το φθινόπωρο του 44.

Μετά το τέλος του εμφυλίου, το 1950, ο αντιστράτηγος Πετζόπουλος αποτημά τη δράση των Ταγμάτων:Τα Τάγματα λοιπόν αυτά τα οποία επλαισίωσε σημαντική μερίς Ελλήνων αξιωματικών, είναι καθ’ αυτό δημιούργημα της ανάγκης. Αποτέλεσαν πραγματικόν προμαχώνα και έπαλξιν κατά της κομμουνιστικής θηριωδίας, κυματοθραύστην διά τον μαινόμενον και αφρίζοντα κομμουνισμοί και έσωσαν από το φάσγανο των λαοκρατών την ζωήν εκατοντάδων πολιτών διαρκούσης της κατοχής“.5

 Το Κάιρο θέλει τα Τάγματα

 

Όταν η αποχώρηση των γερμανών είναι ορατή από μέρα σε μέρα, τα Τάγματα βρίσκονται στο επίκεντρο. Ο στρατηγός του ΕΛΑΣ Σαράφης, εκδίδει στις 3 Σεπτέμβρη διαταγή σύμφωνα με την οποία: τα τάγματα ασφαλείας θα σώσουν τη ζωή τους εφόσον παραδοθούν με τον οπλισμό τους“.6 Την επόμενη κιόλας μέρα, οι γερμανοί αποχωρούν από τον Πύργο, την πρώτη πόλη την οποία εγκαταλείπουν. Την ίδια μέρα, στις 4/9, γίνεται και η πρώτη συνεδρίαση της κυβέρνησης Καΐρου με τη συμμετοχή υπουργών του ΕΑΜ. Μοναδικό της θέμα τα Τάγματα Ασφαλείας. Ο πρωθυπουργός Παπανδρέου δεν θέλει να τα αποκηρύξει, γιατί είναι οι μοναδικές στρατιωτικές δυνάμεις που είναι ικανές να αντιταχθούν στον ΕΛΑΣ και να εξασφαλίσουν την αστική νομιμότητα τσακίζοντας τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Από την άλλη, δεν είναι δυνατόν να το παραδεχτεί ανοικτά. Είναι στρατεύματα, που ακόμη και τώρα πολεμάν εναντίον των “Συμμάχων” στο πλευρό του άξονα. Η πρώτη αυτή σύσκεψη της κυβέρνησης είναι άκαρπη και δεν καταλήγει σε καμιά συμφωνία.

Πίσω όμως από το υπουργικό τραπέζι, τα τηλέφωνα έχουν ανάψει. Οι αστοί πολιτικοί στο Κάιρο, σε απευθείας συνεννόηση με αυτούς στην Αθήνα, προσπαθούν να βρουν την καλύτερη δυνατή λύση. Η φόρμουλα δοκιμάζεται στον Πύργο. Αμέσως μετά την αποχώρηση των γερμανών, ο διοικητής των ράλληδων στον Πύργο, ο Κοκώνης συγκεντρώνει τον λαό της πόλης, και ανακοινώνει από την κεντρική πλατεία ότι τα Τάγματα Ασφαλείας αναλαμβάνουν τη διοίκηση της πόλης.Αι εν αυτή ένοπλοι δυνάμεις έπαυσαν υπακούουσαι από της αυτής εις Κυβέρνησιν Αθηνών. Αποτελούσαι δε από της ιδίας στιγμής τμήμα του Ελληνικού Στρατού ενεργούσιν εν ονόματι της Α.Μ. του Βασιλέως και της κυβερνήσεώς του“.1

Την επόμενη, στις 5/9, έρχεται από το Κάιρο ρητή εντολή προς τους Βρετανούς Αξιωματικούς Συνδέσμους που τους υπενθυμίζει ότιΕίναι άκρως ανεπιθύμητο, όπλα και πυρομαχικά που ανήκουν στις γερμανικές δυνάμεις να πέσουν στα χέρια των ανταρτών“.8Οι αξιωματικοί διατάσσονται να μην ανακατευτούν καθόλου σε οποιαδήποτε πιθανή σύγκρουση ανάμεσα στους ράλληδες και τον ΕΛΑΣ. Θεωρούν πως τα Τάγματα με τον οπλισμό που αφήνουν οι γερμανοί αποχωρώντας είναι δυνατόν να καθαρίσουν από τον ΕΛΑΣ την Πελοπόννησο, το σημείο δηλαδή που θα μπορούσε να γίνει μια περιορισμένη απόβαση βρετανικών στρατευμάτων και από εκεί να ανοίξει ο δρόμος για την Αθήνα. Ήδη, όλους τους καλοκαιρινούς μήνες, η λευκή τρομοκρατία έχει αποδώσει καρπούς.

Στο μεταξύ, η κυβέρνηση στο Κάιρο συνεδριάζει ξανά και στις 6/9 ο Παπανδρέου αναγκάζεται σε μια δημόσια δήλωση, που μεταδίδεται από το ΒΒΟ Είναι μια “χλιαρή” διαταγή που δεν καταδικάζει ευθέως τους ράλληδες:Παραγγέλλομεν εις τους άνδρας των ταγμάτων ασφαλείας όπως εγκαταλείψουν αμέσως τας θέσεις των“.Αυτή είναι και η τελευταία ανακοίνωση της κυβέρνησης από το Κάιρο. Αμέσως μετά μεταφέρεται στην νότια Ιταλία, περιμένοντας την αποχώρηση των γερμανών και την είσοδο της στην Ελλάδα.

Κανέναν από τους αστούς πολιτικούς δεν ξεγελάει αυτή η δήλωση. Ο αστικός κόσμος έχει συνειδητοποιήσει ότι πρέπει να ξεράσει κάθε άλλη διαφορά απέναντι στον “κομμουνιστικόν κίνδυνον”. Ο Πλυτζανόπουλος, γενικός διοικητής των Ταγμάτων θα πει 2 χρόνια αργότερα για αυτές τις μέρες, στη δίκη-παρωδία που έστησε το κράτος μετά τη Βάρκιζα για να αθωώσει τους αρχηγούς των ράλληδων: Μετά την τελευταία ανακοίνωση της κυβέρνησης Καΐρου για την αποκήρυξη, αποφασίσαμε να συμβουλευτούμε τους πολιτικούς αρχηγούς. (σ.σ. εννοεί τους αστούς πολιτικούς που δεν συνεργάστηκαν με τους ναζί αλλά έμειναν στην Αθήνα, πιστοί στην εξόριστη κυβέρνηση).Εγώ πήγα στον Σοφούλη που μου είπε ότι είναι εναντίον της διαλύσεως, γιατί που θα στηριχτεί ο στρατιωτικός διοικητής Σπηλιωτόπουλος; Στη διαλυμένη αστυνομία, στη χωροφυλακή ή στις οργανώσεις; Μου είπε επίσης ότι όσο μπορείς μονάχα, μακριά από τους γερμανούς για να αποφευχθούν οι παρεξηγήσεις“.2 Αλλωστε, επειδή τα γραπτά μένουν, έ|ει διασωθεί και μία επιστολή του Παπανδρέου προς τον Χρύσανθο, που εμφανίστηκε στην παραπάνω δίκη, και η οποία γράφει:Πιστεύω να υπάρχει κάποιος αυτού όπου θα χει μυαλό, ώστε μην επιτρέψει τη διάλυση των Ταγμάτων“.2

Δεν πρέπει να υπάρξει καμιά αμφιβολία για τις προθέσεις των αστών. Ο βρετανός αξιωματικός Ουίκς, που τότε υπηρετούσε σαν σύνδεσμος με τον ΕΛΑΣ στην Καλαμάτα, θα γράψει το 1946:Η εντολή στους βρετανούς να μην επεμβαίνουν δόθηκε γιατί υπέθεταν στο Κάιρο ότι τα Τάγματα Ασφαλείας, με τη βοήθεια του γερμανικού οπλισμού τους, θα μπορούσαν να εξοντώσουν τον ΕΛΑΣ (…) και έτσι θα αποτελούσαν τις μάνες δυνάμεις που θα υπήρχαν στην Ελλάδα όταν θα φτάναμε εμείς”.6 Οι μόνοι που έδειχναν να μην καταλαβαίνουν ό,τι συμβαίνει γύρω τους ήταν η ηγεσία του ΚΚΕ που το μόνο της μοτίβο εκείνες τις μέρες ήταν “Ζήτω η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας” και “Ζήτω οι μεγάλοι μας σύμμαχοι οι βρετανοί1. Όποιος τολμούσε να μιλήσει για οτιδήποτε άλλο, ήταν “προβοκάτορας” και “αντιλαϊκό στοιχείο”.

Αρχίζει η επίθεση

 

Τα πράγματα όμως δεν έρχονται πάντα όπως τα σχεδιάζουν στα αστικά σαλόνια. Ο ΕΛΑΣ κυκλώνει τον Πύργο και την Καλαμάτα στις 7/9 και ζητάει από τους ταγματασφαλίτες να παραδοθούν. Αυτοί αρνούνται και, δηλώνοντας πως βρίσκονται πλέον στις διαταγές τις κυβέρνησης του Καΐρου, ζητάν από τον ΕΛΑΣ να παραδοθεί σε αυτούς. Στις 9/9 ο ΕΛΑΣ ξεκινάει την επίθεση και στις δύο πόλεις. Σε λίγες ώρες καταλαμβάνει την Καλαμάτα. Η μάχη είναι σχετικά σύντομη, αν υπολογίσει κανείς τον αριθμό τον ράλληδων που βρίσκονταν στην πόλη. Ο λόγος είναι ότι με την επίθεση του ΕΛΑΣ ο λαός της Καλαμάτας εξεγέρθηκε και με όποιο τρόπο μπορούσε, με ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει για όπλο, επιτίθονταν στα Τάγματα. Ενώ ακόμα ο ΕΛΑΣ βρισκόταν στις παρυφές της πόλης, οι δρόμοι και τα στενά είχαν γίνει πεδία μάχης. Κανένας δεν έδωσε το σύνθημα για αυτή την επίθεση, που ξεκίνησε αυθόρμητα μόλις ο λαός ένοιωσε σιγουριά από τα όπλα του ΕΛΑΣ. Οι ταγματασφαλίτες παραδίδονται κατά εκατοντάδες, εκτός από 200 περίπου που κατάφεραν να δραπετεύσουν και ενώνονται με την ισχυρή δύναμη που βρίσκεται στον Μελιγαλά. Παραδίνονται, αλλά σε ποιον; Ο ΕΛΑΣ προσπαθεί να τους συγκεντρώσει και να τους μαντρώσει, αλλά ο λαός της Καλαμάτας έχει άλλη γνώμη. Ήδη, όση ώρα διαρκούσε η μάχη, πλήθη συρρέουν οπλισμένα από τα γύρω χωριά ενώ μια πραγματική φάλαγγα οπλισμένη με κάθε αγροτικό εργαλείο έρχεται από τη Μεσσήνη. Όλοι απαιτούν θάνατο. Οι μνήμες από τις θηριωδίες των ταγμάτων στην Μεσσηνία ήταν πολύ νωπές, μόλις λίγες βδομάδες νωρίτερα. Σχεδόν κάθε ένας θρηνούσε έναν νεκρό ίσως συγγενή, ίσως φίλο. Τώρα ήταν η ώρα της τιμωρίας. Πολλοί από τους συλληφθέντες εκτελούνται επί τόπου από το λαό της Καλαμάτας.
Η κατάληψη του Πύργου από τον ΕΛΑΣ γίνεται την επόμενη μέρα. Η αντίσταση που προέβαλαν εδώ ήταν ισχυρότερη από την Καλαμάτα, αλλά τελικά άκαρπη. Και εδώ θα επαναληφθούν οι εικόνες της Καλαμάτας, αλλά σε μικρότερη έκταση. Επιπλέον, εδώ θα σπεύσουν οι άγγλοι αξιωματικοί για να προστατέψουν τους συλληφθέντες ταγματασφαλίτες. Η συμπεριφορά τους ήταν τόσο εξοργιστικά μεροληπτική που αναγκάζουν το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ να στείλει τηλεγράφημα διαμαρτυρίας προς την κυβέρνηση του Παπανδρέου την επόμενη μέρα: Μέλη της Συμμαχικής Αποστολής Πελοποννήσου επενέβησαν με ανάρμοστο τρόπο υπέρ των ανδρών του Ράλλη στον Πύργο“. Όπως και να έ|ει, δυο μεγάλες πόλεις της Πελοποννήσου είναι στα |έρια του ΕΛΑΣ μέσα σε δυο μέρες. Όσοι διαφεύγουν συγκεντρώνονται στην κωμόπολη του Μελιγαλά.

Μελιγαλάς

 

Ο Μελιγαλάς ήταν μια από τις ισχυρές βάσεις των ράλληδων. Η κωμόπολη είχε οχυρωθεί με ισχυρά αμυντικά έργα και η δύναμη πυρός που είχε συγκεντρωθεί για την άμυνά της ήταν τεράστια. Με την πόλη εκκαθαρισμένη από τους αριστερούς ήδη από πριν ήταν απόλυτα ασφαλής πολιτικά και δεν φοβούνταν μια επανάληψη των γεγονότων της Καλαμάτας. Ο αριθμός των ράλληδων μαζί με όσους είχαν καταφύγει εκεί, είχε φτάσει σχεδόν τις 2500. Οι αστοί σε Αθήνα και Κάιρο, που αιφνιδιάστηκαν με την πτώση της Καλαμάτας και του Πύργου στον ΕΛΑΣ, έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους στους ταγματασφαλίτες στον Μελιγαλά.

Η επίθεση του ΕΛΑΣ άρχισε στις 13/9 και είναι πολύ σφοδρή. Ενάντια στο οχυρό του Μελιγαλά, ο ΕΛΑΣ θα ρίξει το Συγκρότημα Μηχανημάτων, δηλαδή το μοναδικό βαρύ οπλισμό που διέθετε στην Πελοπόννησο. Η μάχη είναι πολύ σκληρή και κρατάει δυόμισι μέρες χωρίς ανάπαυλα. Οι απώλειες και για τις δυο πλευρές είναι βαριές. Υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν 120 ελασήτες και περίπου 600 ταγματασφαλήτες. Στις 15/9 ο ΕΛΑΣ έχει κυριεύσει τον Μελιγαλά. (Από σύμπτωση, την ίδια εκείνη μέρα γίνεται η πρώτη βρετανική απόβαση σε ελληνικό έδαφος. Μια μικρή ομάδα βρετανών στρατιωτών αποβιβάζεται στα Κύθηρα σε αναγνωριστική αποστολή.)


Σε ολόκληρη την φιλολογία του μετεμφυλιακού κράτους της δεξιάς ο Μελιγαλάς αποτελεί ένα μεγάλο κεφάλαιο. Τα “κονσερβοκούτια” και η “πηγάδα” είναι τα πιο σταθερά μοτίβα των “αιμοδιψών συμμοριτών”. Η επίσημη ιστορία του ελληνικού στρατού, μιλάει για εκτέλεση “2500 στρατιωτών” από τους αντάρτες, τα πτώματα των οποίων έριξαν “εις πηγάδαν Μαυροζουμένης”. Τα πράγματα συνέβησαν πολύ πιο απλά. Τις μέρες που διαρκούσε η μάχη, πολλοί αγρότες συνέρεαν για να βοηθήσουν τους αντάρτες να καταλάβουν την πόλη, με ότι γεωργικά εργαλεία μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για όπλα. Με την είσοδο του ΕΛΑΣ στην κωμόπολη, ακολουθεί και πλήθος χωρικών από τα γύρω μεσσηνιακά χωριά.  Οι ταγματασφαλίτες παραδίνονται πια ομαδικά, ο ΕΛΑΣ προσπαθεί να τους συγκεντρώσει στον χώρο που μέχρι τότε κρατούνταν οι εαμήτες, ο κόσμος όλος ουρλιάζει για εκδίκηση. Αν και δεν υπάρχει αξιόπιστος αριθμός όσων ράλληδων σκοτώθηκαν αφού παραδόθηκαν (και πως θα μπορούσε μέσα στο χάος που επικρατούσε;) σίγουρα εκτελέστηκαν πολλοί. Εκτός από τους 600 που πέθαναν στη διάρκεια της τριήμερης μάχης, κάποιοι κατάφεραν να δραπετεύσουν, κάποιοι εκτελέστηκαν επί τόπου, κάποιοι μεταφέρθηκαν στην Καλαμάτα για να δικαστούν. Ο Χαριτόπουλος 7 περιγράφει πως καθώς μια φάλαγγα αιχμαλώτων μεταφερόταν στην έδρα της μεραρχίας του ΕΛΑΣ με τη συνοδεία ενός λόχου, δέχτηκε την επίθεση σύσσωμου του χωριού της Σκάλας. Λίγες βδομάδες νωρίτερα, οι ταγματασφαλήτες είχαν κάψει όλα τα σπίτια του χωριού. Αλλά και όσοι μεταφέρθηκαν στην Καλαμάτα για να δικαστούν (κυρίως οι αρχηγοί των Ταγμάτων) δεν είχαν καλύτερη τύχη. Καθώς τους έβγαλαν από την φυλακή για να μεταφερθούν στο χώρο που είχε στηθεί το λαϊκό δικαστήριο, ο λαός της Καλαμάτας που είχε συγκεντρωθεί, τους λιντσάρισε στα μισά της διαδρομής.

Η οργή είναι ασυγκράτητη

 

Μετά τον Μελιγαλά, το σοκ είναι τεράστιο. Όλα τα είχαν υπολογίσει οι αστοί σε Αθήνα και Κάϊρο. Και τα όπλα των ταγματασφαλιτών και τα εφόδια τους και την οργάνωσή τους και τις οχυρώσεις τους. Αυτό που δεν υπολόγισαν ήταν το μίσος του ελληνικού λαού για τα Τάγματα. Η επίθεση των μονάδων του ΕΛΑΣ άνοιξε το ποτάμι της λαϊκής οργής. Σε έκθεση της OSS (Γραφείο Στρατηγικών Υπηρεσιών) ήδη από τις 18/8/44 (λίγο πριν δηλαδή αρχίσει η επίθεση τους ΕΛΑΣ) η κατάσταση περιγράφεται ως εξής: “η  Πελοπόννησος είναι έντονα διχασμένη σε δυο στρατόπεδα. Στις περιοχές της υπαίθρου η κυριαρχία των ανταρτών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ είναι απόλυτη. Στις πόλεις και σε όλο το μήκος των ακτών επικρατούν τα τάγματα ασφαλείας”. Αυτή είναι η μόνη έκθεση που οι συντάχτες της είχαν τη διορατικότητα να μην βλέπουν μόνο τη στρατιωτική διάταξη των δύο στρατοπέδων, αλλά και το κοινωνικό της υπόβαθρο: ”Πρόκειται για κοινωνική επανάσταση ευρείας έκτασης. Μεγάλο ποσοστό του λαού εργάζεται για την επιτυχία αυτής της επανάστασης”.8

Αυτό που ονομάστηκε “Εθνική Αντίσταση στον Κατακτητή”, δεν ήταν ποτέ αξεχώριστο από τις διαδικασίες της κοινωνικής επανάστασης, παρά τις διαφορετικές διαθέσεις και ενέργειες της ηγεσίας του ΚΚΕ. Ακριβώς το αντίθετο. Από την πρώτη στιγμή που ο λαός οπλίστηκε, το ζήτημα της εξουσίας δεν μπορούσε να λυθεί στα χαρτιά. Η συμφωνία του Λιβάνου για να μην μείνει ένα άχρηστο χαρτί έπρεπε να εφαρμοστεί στην πράξη. Αλλά η πράξη έδειχνε ότι ο ΕΛΑΣ είναι η οπλισμένη δύναμη που τις τελευταίες μέρες γίνεται και απόλυτα κυρίαρχη.


Η φωτιά έχει ανάψει πια και έξω από την Πελοπόννησο. Στα Τοπόλια της Κωπαϊδας, ο ΕΛΑΣ μπαίνει νικητής αφήνοντας νεκρούς 130 ταγματασφαλίτες. Λίγες μέρες μετά συλλαμβάνει άλλους 150 στη Λιβαδειά. Η μεγάλη νίκη όμως έρχεται στο Αγρίνιο, που αναγκάζει να παραδοθούν 1000 ταγματασφαλίτες. Η Λακωνία εκκαθαρίζεται από τους ράλληδες, που συσπειρώνονται στο Γύθειο και τον Μυστρά. Ως τώρα, σε όσες μάχες έχει δώσει ο ΕΛΑΣ με τα Τάγματα Ασφαλείας βγήκε σε όλες νικητής, διαψεύδοντας τις ελπίδες των αστών. Όποιος δεν είναι ηλίθιος μπορεί να βγάλει το συμπέρασμα πως τα Τάγματα είναι εντελώς ανίκανα να εξασφαλίσουν στρατιωτικά την ασφαλή επιστροφή της αστικής νομιμότητας στην Ελλάδα.

Προς ένα συμβιβασμό

 

Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, η κυβέρνηση Παπανδρέου ψάχνει με αγωνία τρόπους για να χειριστεί την νέα κατάσταση και προσπαθεί να πετύχει έναν οποιονδήποτε συμβιβασμό. Ο Κανελόπουλος, υπουργός της κυβέρνησης, και μετέπειτα αρχηγός της ΕΡΕ, φτάνει στην Καλαμάτα και επιδιώκει συνάντηση με τον Άρη. Αλλά το θέμα πλέον δεν είναι διπλωματικό. Το επείγον είναι να διασωθούν όσα Τάγματα δεν έχουν τσακιστεί. Και πάλι, φυσικά, γίνεται κάθε προσπάθεια για να μην πέσουν τα όπλα τους στον ΕΛΑΣ. Αλλά τώρα, βλέποντας ότι τα Τάγματα δεν μπορούν να νικήσουν, προσπαθούν να κερδίσουν χρόνο. Στις 16/9, την επόμενη μέρα δηλαδή μετά την νίκη του ΕΛΑΣ στον Μελιγαλά, δίνονται νέες οδηγίες προς τους βρετανούς αξιωματικούς. να μεσολαβούν δημόσια και να ζητάν τον περιορισμό των Ταγμάτων στα στρατόπεδά τους ως ότου παραδοθούν στον βρετανικό στρατό, όταν και όποτε αυτός έρθει. Ουσιαστικά, οι βρετανοί ζητάν από τον ΕΛΑΣ να αφήσει ανενόχλητους τους ταγματασφαλίτες στα στρατόπεδά τους με την υπόσχεση ότι θα παραδοθούν αργότερα. Αλλά και ο ΕΛΑΣ θεωρούσε πως λειτουργεί για λογαριασμό της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας. Οι απόπειρες λοιπόν των άγγλων αξιωματικών να πετύχουν συμφωνίες παράδοσης κατά περίσταση, εξελίσσεται σε διπλωματική ισορροπία σε ένα τεντωμένο σχοινί.

Οι νέες οδηγίες δεν προλαβαίνουν να αποτρέψουν μια νέα συμφορά. Στις 19/9 μετά από μάχη ο ΕΛΑΣ καταλαμβάνει τη Ναύπακτο, ένα από τα πιο ισχυρά τους κάστρα έξω από την Πελοπόννησο και συλλαμβάνει 650 ράλληδες. Όσοι μπόρεσαν δραπέτευσαν για την Πάτρα.


Αλλά και όταν δοκιμάζουν τελικά να εφαρμόσουν τις νέες οδηγίες δεν αλλάζει τίποτα. Η επόμενη φωλιά των ταγματασφαλιτών είναι οι Γαργαλιάνοι, που ο ακραιφνής ναζιστής Στούπας, επικεφαλής 1200 ταγματασφαλιτών, έχει μετατρέψει το χωριό σε ισχυρά οχυρωμένο φρούριο. Εκεί, οι άγγλοι θα εφαρμόσουν για πρώτη φορά τη νέα γραμμή και θα μεσολαβήσουν για παράδοση του Τάγματος, αλλά άκαρπα. Ο Άρης που βρίσκεται αυτοπροσώπως επικεφαλής σε αυτή την επιχείρηση, δεν θα δώσει πολύ χρόνο στις διαπραγματεύσεις. Στην άρνηση του Στούπα να παραδοθεί, διατάσει αμέσως επίθεση. Η μάχη κρατάει 30 ώρες. Οι λίγοι ταγματασφαλίτες που γλίτωσαν δραπετεύουν με καΐκι στην Πύλο. Μετά την ήττα στους Γαργαλιάνους είναι φανερό ότι η αναγκαστική αλλαγή πολιτικής των άγγλων προς τα Τάγματα, δεν οδηγεί σε εκτόνωση της σύγκρουσης. Το αντίθετο μάλιστα. Στην Πύλο το πλήθος κάνει έφοδο στο κτίριο που κρατούνται οι ταγματασφαλίτες και τους λιντσάρει.


Από τις 15 ως τις 24/9, σε μια σειρά μικρότερης έκτασης συγκρούσεων, ο εξεγερμένος πληθυσμός με ή χωρίς τη βοήθεια του ΕΛΑΣ διώχνει τα Τάγματα από το Κιάτο, τον Αχλαδόκαμπο, την Αρεόπολη και το Διακοφτό. Όσοι ταγματασφαλίτες βρίσκονται στην Πελοπόννησο, προσπαθούν να συμπτυχθούν στο Γύθειο-Μυστρά, την Τρίπολη και την Πάτρα και κάποιες μικρότερες δυνάμεις στο Ναύπλιο στη Μονεμβασιά και στην Κόρινθο. Τα κρίσιμα σημεία είναι δύο: Στην Πάτρα βρίσκονται 2000 μαζί με τους 500 που έφτασαν από τη Ναύπακτο και ο διοικητής τους ο Κουρκουλάκος προσπαθεί να βρει τρόπο να παραδοθεί σε οποιονδήποτε εκτός από τον ΕΛΑΣ. Καλεί τον Ζέρβα που βρίσκεται στην Ήπειρο, να κατέβει για να του παραδώσει την πόλη. Αλλά ο Ζέρβας ήδη ετοίμαζε τις βαλίτσες του για ένα πιο μακρινό ταξίδι. Ο Παπαδόγκωνας επικεφαλής 2000 ράλληδων, προσπαθεί να συγκεντρώσει στην Τρίπολη τις διάσπαρτες δυνάμεις για να αντισταθεί αποτελεσματικά. Η πόλη έχει οχυρωθεί και έχουν συγκεντρωθεί τα περισσότερα από τα βαριά όπλα που έχουν στην κατοχή τους τα Τάγματα. Ο Άρης παίρνει την απόφαση να συγκεντρώσει δυνάμεις και βαδίζει ενάντια της Τρίπολης. Φτάνει έξω από την πόλη και ξεκινά την πολιορκία.

Πανικός

 

Στους αστούς σε Αθήνα και Κάιρο επικρατεί πανικός. Όχι μόνο τα Τάγματα δεν κατάφεραν να διαλύσουν τον ΕΛΑΣ, αλλά μέσα σε 15 μέρες κοντεύουν να διαλυθούν αυτά. Η Πελοπόννησος, το μόνο σημείο που προσφερόταν για βρετανική απόβαση είναι σχεδόν στα χέρια του ΕΛΑΣ, και το σπουδαιότερο, ο δρόμος για την Αθήνα είναι ανοιχτός. Τα νέα για τις νίκες του ΕΛΑΣ ενάντια στα Τάγματα προκαλούν ανάμεικτα συναισθήματα στην πρωτεύουσα. Στις λαϊκές συνοικίες ο κόσμος πανηγύριζε. Ήταν μόνο λίγους μήνες νωρίτερα, που οι ράλληδες, μαζί με τα στρατεύματα κατοχής έστηναν τα αιματηρά μπλόκα. Αντίθετα, οι αστοί συνεργάτες των γερμανών τρέμουν. Ξέροντας ότι οι γερμανοί αποχωρούν από μέρα σε μέρα, προσπαθούν την τελευταία στιγμή να πολλαπλασιάσουν με όποιο τρόπο μπορούν την επαφή με την εξόριστη κυβέρνηση.

Αλλά ο ίδιος πανικός υπάρχει και στην εξόριστη κυβέρνηση. Στις 20/9 ο Παπανδρέου τηλεγραφεί στον Τσώρτσιλ: “Ενώπιον διαμορφωθείσης κρίσιμου καταστάσεως τα πολιτικά μέσα προς αντιμετώπισίν της δεν είναι πλέον επαρκή. Μόνον η άμεσος παρουσία επιβλητικών βρετανικών δυνάμεων εις την Ελλάδα και μέχρι των τουρκικών ακτών, ημπορεί να μεταβάλει την κατάστασιν”. 2,7 Ακόμη και 60 χρόνια μετά, διαβάζοντας κανείς το τηλεγράφημα, μπορεί να καταλάβει πως η φωνή του θα έτρεμε την ώρα που το υπαγόρευε. Και έχει κάθε δίκιο, αφού η κατάσταση οδηγείται στην κορύφωση. Μόνο 4 μέρες μετά το τηλεγράφημα, ο ΕΛΑΣ που έχει κυκλώσει την Τρίπολη, ετοιμάζεται να εισβάλει. Ο Τοντ, ο βρετανός μεσολαβητής για την παράδοση, προσπαθεί από μέρες να ροκανίσει το χρόνο, αλλά βλέπει ότι δεν μπορεί να τρενάρει άλλο τις διαπραγματεύσεις και ζητά από το βρετανό διοικητή στα Κύθηρα “το αργότερο σε 48 ώρες 50 βρετανούς στρατιώτες για να παραδοθούν  οι 2000 ταγματασφαλίτες,”.

Η συμφωνία της Καζέρτας

 

Τελικά δεν χρειάζεται να φτάσουν “επιβλητικές βρετανικές δυνάμεις” στην Ελλάδα. Ο Παπανδρέου καταφεύγει σε μια απελπισμένη πολιτική ενέργεια διπλωματικού χαρακτήρα. Καλεί εσπευσμένα τον Ζέρβα του ΕΔΕΣ και τον Σαράφη, αρχηγό του ΕΛΑΣ στην Ιταλία και τους ζητά να υπογράψουν άρον-άρον ένα απίθανο κείμενο, που ζητάει ούτε λίγο ούτε πολύ τα εξής απίθανα:

Α. Όλες οι αντάρτικες δυνάμεις που δρουν στην Ελλάδα μπαίνουν κάτω από τις διαταγές της κυβέρνησης εθνικής ενότητας


Β. Η ελληνική κυβέρνηση βάζει τις δυνάμεις αυτές κάτω από τις διαταγές του στρατηγού Σκόμπι, που ονομάστηκε από τον Ανώτατο Συμμαχικό Αρχιστράτηγο, “Στρατηγός Διοικών τας δυνάμεις εν Ελλάδι”.


Γ. (…Οι αρχηγοί των Ελλήνων ανταρτών θα απαγορεύουν κάθε απόπειρα των μονάδων τους) να αναλάβουν την αρχήν ανά χείρας. Τοιαύτη πράξις θα χαρακτηρισθή ως έγκλημα και θα τιμωρηθεί αναλόγως.
 Και όχι μόνο αυτό. Ο ΕΛΑΣ δεν θα μπει στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη, αλλά αυτές θα καταληφθούν από βρετανικά στρατεύματα, και τα λίγα στρατεύματα της δεξιάς που είχε η κυβέρνηση στο Κάιρο! Το κερασάκι στην τούρτα: ο δοσίλογος αρχηγός της χωροφυλακής σε όλη τη διάρκεια της κατοχής, ο Σπηλιωτόπουλος, διορίζεται “προσωρινά” Γενικός Διοικητής της Αττικής! Πρόκειται για το κείμενο που έμεινε γνωστό σαν συμφωνία της Καζέρτας.


Το τόλμημα ήταν τόσο μεγάλο, που ούτε ο ίδιος ο Παπανδρέου δεν πίστευε στην επιτυχία του, αλλά επένδυσε σε αυτό όπως ο πνιγμένος πιάνεται από τα μαλλιά του. Ο Ζέρβας φυσικά το υπέγραψε και με τα δύο χέρια, αλλά το θέμα είναι τι θα κάνει ο ΕΛΑΣ. Ο Σαράφης δίσταζε. Το υπέγραψε τελικά, όπως ο ίδιος λέει,6 μόνο όταν συμφώνησαν οι υπουργοί του ΚΚΕ στην εξόριστη κυβέρνηση και μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με την Αθήνα. Η συμφωνία της Καζέρτας υπογράφτηκε τελικά στις 26 Σεπτέμβρη του 44. Ο Ζεύγος, υπουργός του ΚΚΕ στην κυβέρνηση Παπανδρέου, αργότερα θα κάνει μια πολύ προφητική αυτοκριτική: “Θα μας καταδικάσει η ιστορία ότι αφοπλίσαμε το λαό και επιβάλαμε την αντίδραση”.7

Τα αποτελέσματα της συμφωνίας

 

Το ότι ο Ζεύγος και ο Σαράφης υπέγραψαν τη συμφωνία στην Καζέρτα, δεν σημαίνει ότι αυτή θα εφαρμοστεί και στην Ελλάδα. Πρέπει να συμφωνήσει αρχικά η ηγεσία του ΚΚΕ και με τη σειρά της να πείσει τον οπλισμένο λαό, ότι όχι μόνο δεν θα πάρουν οι εργαζόμενοι την εξουσία, αλλά θα πρέπει να παραδώσουν και τα όπλα τους στους άγγλους! Για το πρώτο χρειάστηκαν μόνο δύο μέρες, και στις 28/9 δημοσιεύεται επίσημα ότι υπογράφτηκε συμφωνία στην Καζέρτα σε ανακοίνωση  στο BBC. Είναι φανερό πως η προδοσία της Καζέρτας δεν βαραίνει μόνο τον Ζεύγο ή τον Σαράφη αλλά συνολικά την ηγεσία του ΚΚΕ που την δέχτηκε χωρίς καμιά αντίρρηση. Για το δεύτερο, να πείσει δηλαδή η ηγεσία του ΚΚΕ τον οπλισμένο λαό να δεχτεί τη συμφωνία, τα ανέλαβε όλα ο μηχανισμός του κόμματος. Το ΚΚΕ δεν ανακοίνωσε τους όρους της συνολικά, παρά μόνο αποσπασματικά, σαν στρατιωτικές οδηγίες προς τις διάφορες μονάδες, ώστε να αποκρύψει το μέγεθος της προδοσίας και να προλάβει αντιδράσεις.

Τα αποτελέσματα της συμφωνίας φάνηκαν αμέσως. Αμέσως μόλις το ΒΒC ανακοίνωσε τη συμφωνία, ο Κανελόπουλος συναντά τον Άρη έξω από την Τρίπολη και απαιτεί από αυτόν να μην ακουμπήσει τους ράλληδες του Παπαδόγκωνα που είναι μέσα στην πόλη. Λίγο αργότερα, οι 2000 ταγματασφαλίτες παραδίνονται σε 30 βρετανούς που έφτασαν εσπευσμένα από τα Κύθηρα. Τελικά χρειάστηκαν μόνο 30 βρετανοί και το χαρτί της Καζέρτας. Οι πιο πολλοί ράλληδες θα αφεθούν ελεύθεροι για “να επιστρέψουν στα σπίτια τους” και περίπου 500 θα μεταφερθούν στις Σπέτσες, και στη συνέχεια στην Αθήνα για να πολεμήσουν (με αγγλικά όπλα αυτή τη φορά) τον ΕΛΑΣ στα Δεκεμβριανά. Την μεθεπόμενη μέρα παραδίνονται στους Βρετανούς και οι ταγματασφαλίτες στην Πάτρα και μεταφέρονται στον Άραξο. Η παράδοση στην Πάτρα αποτελεί σκάνδαλο. Μια μικρή δύναμη βρετανών έχει αποβιβαστεί κοντά στην Πάτρα λίγες μέρες νωρίτερα. Την 1η Οκτώβρη οι ράλληδες αποχωρούν από την πόλη για να τους συναντήσουν και να παραδοθούν, αλλά αυτή τη φορά έχουν συμφωνήσει ότι θα κρατήσουν και τον οπλισμό τους! Και επιπλέον, οι γερμανοί δεν είχαν αναχωρήσει ακόμη από την πόλη, αλλά εκκενώνουν την Πάτρα δύο μέρες αργότερα! Ο συμβολισμός είναι έντονος. Βρετανοί, γερμανοί και ταγματασφαλίτες μέσα σε μια μέρα αλλάζουν ρόλους χωρίς να πέσει ούτε μια σφαίρα, αρκεί ο ΕΛΑΣ να μείνει απ’ έξω. Κάποιες σκόρπιες, μικρές φρουρές ράλληδων “παραδίνονται” τώρα εύκολα στους άγγλους, με μόνη εξαίρεση αυτούς στο Γύθειο, που θα αναγκαστούν να παραδοθούν μετά από συμπλοκή με μονάδες του ΕΛΑΣ. Τις επόμενες μέρες, έρχεται και η εντολή στον Άρη να αναχωρήσει από την Πελοπόννησο για την βόρειο Ελλάδα. Όπως και η Τρίπολη, και η Πάτρα, έτσι και η αποχώρηση του Άρη ήταν στα πλαίσια της νέας συμφωνίας.

Η αγανάχτηση για την συμφωνία ήταν μεγάλη, αλλά δεν υπήρξε οργανωμένη αντίσταση από το εσωτερικό του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ στις μεθοδεύσεις της ηγεσίας του ΚΚΕ. Με μόνο μία εξαίρεση. Στην περιοχή της Φλώρινας, ένα τάγμα από τα δύο τάγματα σλαβομακεδόνων του ΕΛΑΣ με αρχηγό τον Γκότσε αγανακτεί και δηλώνει πως δεν θα πειθαρχήσει. Στις διαταγές να συνετιστεί, αρνείται, και δηλώνει ότι αποχωρεί από την Ελλάδα και θα περάσει τα γιουγκοσλαβικά σύνορα για να ενωθεί με τους αντάρτες του Τίτο. Σε συνεργασία με την κυβέρνηση Παπανδρέου, το ΚΚΕ αποφασίζει να πατάξει την ανταρσία. Ο Σαράφης διατάσσεται να επιτεθεί και τελικά επιβάλει με τα όπλα στους αντάρτες του Γκότσε τη συμφωνία της Καζέρτας. Ακόμα και σήμερα το ΚΚΕ δικαιολογεί την απόφασή του να επιτεθεί στο σλαβομακεδόνικο τάγμα αφήνοντας υπόνοιες για συνεργασία του με τους… άγγλους. 6,9 Στις 12 Οκτώβρη αποχωρούν και οι τελευταίοι γερμανοί από την Αθήνα. Στη θέση τους αποβιβάζονται βρετανικά στρατεύματα. Οι ράλληδες που γλίτωσαν, μεταφέρονται με ταχύτητα στην Αθήνα. Εκεί θα “φρουρούνται” υποτίθεται από τους βρετανούς, ουσιαστικά όμως προστατεύονται για να μπουν στην μάχη όταν έρθει η ώρα. Η συμφωνία της Καζέρτας έκλεισε με τον πιο άθλιο τρόπο την πρώτη πράξη του εμφυλίου, αλλά και τη μάχη της Πελοποννήσου. Από εδώ και μετά η σύγκρουση μεταφέρεται στην Αθήνα.

Κ.Ρουσίτης

Σημειώσεις

1. Άρης Βελουχιώτης, Π. Λαγδας
2. Οι δοσίλογοι της Κατοχής, Ν. Καρκάνης
3. Οι Καπετάνιοι, D. Eudes
4. Γερμανικές Επιχειρήσεις κατά των ανταρτών στα Βαλκάνια, Υπουργείο Στρατιωτικών των ΗΠΑ, μτφρ. Γ. Τσούμης
5. Τραγική Πορεία, Θ. Πετζόπουλος
6. Ο ΕΛΑΣ, Στ. Σαράφη
7. Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων, Δ. Χαριτόπουλος
8. Η απελευθέρωση της Πελοποννήσου, l. Baerentzen
9. Το 30ο σύνταγμα του ΕΛΑΣ, Θ. Μητσόπουλος

Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην εφημερίδα Εργατική Εξουσία Νο 77, Σεπτέμβρης 2004
 

ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-Μελιγαλάς

Ποιοι ακριβως ειναι θαμμενοι στην πηγαδα του Μελιγαλα;

 

Αναδημοσίευση τμήματος παλαιότερου αφιερώματος του Ιού.
Γιατί η μάχη για την ιστορία μας είναι στην καρδιά της αντιφασιστικής δράσης.
Η διακριτική αποσιώπηση της ταυτότητας των νεκρών αποτελεί συστατικό στοιχείο των «μνημοσύνων» του Μελιγαλά ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και συνδέεται με τη γενικότερη στρατηγική βάσει της οποίας επιχειρήθηκε στη χώρα μας η «δικαίωση» του ένοπλου δωσιλογισμού.

Με δυο λόγια: αυτό που συνήθως αποκρύπτει η φιλολογία περί «αθώων θυμάτων» είναι (α) το ιστορικό γεγονός ότι ο Μελιγαλάς υπήρξε βάση και ορμητήριο των ένοπλων συνεργατών της Βέρμαχτ που το 1943-44 έπνιξαν στο αίμα τη Μεσσηνία και τους γύρω νομούς και (β) ότι το μακελειό του 1944 ήταν το αποτέλεσμα μιας από τις σκληρότερες μάχες που έδωσε ο ΕΛΑΣ, με εξουσιοδότηση του συμμαχικού στρατηγείου και της κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Ας δούμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

* Κωμόπολη 2.482 κατοίκων το 1940, ο Μελιγαλάς χρησιμοποιήθηκε το 1941-43 ως βάση ιταλών καραμπινιέρων (1941-43) και μιας διλοχίας γερμανικού στρατού (1943-44).

* Οταν την άνοιξη του 1944 οι Γερμανοί συγκρότησαν τα Τάγματα Ασφαλείας, ένοπλους δωσιλογικούς σχηματισμούς με αποστολή την «αξιοποίηση της αντικομμουνιστικής μερίδας του ελληνικού λαού» για τη μετατροπή της αντιφασιστικής Αντίστασης σε εμφύλιο πόλεμο και την «εξοικονόμηση γερμανικού αίματος», εγκαταστάθηκε εκεί το 3ο Τάγμα Ασφαλείας Καλαμών-Μελιγαλά. Την υποστήριξή του ανέλαβε μια «πολιτική επιτροπή», με πρόεδρο τον πολιτευτή Περικλή Μπούτο και μέλη τον κοινοτάρχη, δυο δικηγόρους κι ένα γιατρό (Θεοδωρόπουλος 2001, σ. 133-4).

Ο τρόπος με τον οποίο «αξιοποιήθηκε» από τους ναζί αυτή η δωσίλογη «μερίδα του ελληνικού λαού» ήταν αναμενόμενος: Δεν πρόλαβε να εγκατασταθεί το Τάγμα στο Μελιγαλά, και τα γερμανικά αρχεία καταγράφουν τη συμμετοχή του σε «εκκαθαριστικές επιχειρήσεις» των κατοχικών στρατευμάτων. Στηριγμένοι στη Βέρμαχτ, οι ταγματασφαλίτες αναλαμβάνουν να κονιορτοποιήσουν τη μαζική βάση του ΕΑΜ με μαζικές συλλήψεις, βασανιστήρια, εκτελέσεις και κάψιμο σπιτιών, εγκαινιάζοντας ένα φαύλο κύκλο βίας και αντεκδικήσεων, που θα οδηγήσει στις εκτελέσεις των ημερών της Απελευθέρωσης.

Η μάχη και η σφαγή

Η συμβολή τους στην πολεμική προσπάθεια του Αξονα υπήρξε ουσιαστική. Δεν είναι μόνο ο προϊστάμενός τους, αντιστράτηγος των SS Βάλτερ Σιμάνα που, στην τελική έκθεσή του προς τον Χίμλερ (2.11.44), διαπιστώνει ότι τα Τάγματα Ασφαλείας «ήταν πολύτιμες βοηθητικές μονάδες στην ενεργό καταπολέμηση των συμμοριών». Βρετανική έκθεση του 1944 τονίζει πως «η τοπική γνώση των προσώπων και του χώρου από τα Τάγματα Ασφαλείας, τους προσδίδει μοναδική αξία για τους Γερμανούς, που μπορούν έτσι να κρατήσουν την Ελλάδα με έναν ελάχιστο αριθμό δυνάμεων», (ΔΙΣ 1998, σ. 43). Αποκαλυπτική είναι τέλος η πρακτική της Βέρμαχτ να περιλαμβάνει τους νεκρούς, τραυματίες ή αγνοούμενους ταγματασφαλίτες στους πίνακες των δικών της απωλειών.

* Για τη στάση του πληθυσμού, αρκετά εύγλωττες είναι οι μεταπολεμικές αναμνήσεις του υποδιοικητή του Τάγματος Μελιγαλά, ταγματάρχη Καζάκου, για τις εκκαθαριστικές του καλοκαιριού του 1944 στον Ταΰγετο: «Η επιχείρησις αύτη απέβη άκαρπος», σημειώνει, «καθ’ όσον ο ΕΛΑΣ είχεν οργανώσει σχεδόν ολόκληρον την ύπαιθρον (Μεσσηνίας και Λακωνίας) από του εργάτου μέχρι του ανωτάτου τιτλούχου, ώστε επληροφορήθη εγκαίρως φαίνεται την όλην προπαρασκευήν» των Γερμανών και των συνεργατών τους.

Αντισυνταγματάρχης πλέον του ελληνικού στρατού, ο συντάκτης των παραπάνω γραμμών φροντίζει πάντως να διευκρινίσει, εν έτει 1955, ότι «η στάσις των Αρχών κατοχής υπήρξε ειλικρινής και φιλική» απέναντι στη μονάδα του (ΔΙΣ 1998, σ. 193). Αναφερόμενος πάλι στην αποχώρηση της Βέρμαχτ, δεν διστάζει να καταγγείλει τους Γερμανούς για «προδοτικήν στάσιν» (σ. 197).

* Οι Γερμανοί εγκατέλειψαν το Μελιγαλά στις 4.9.1944 και την Καλαμάτα την επομένη. Ο ΕΛΑΣ μπήκε στην μεσσηνιακή πρωτεύουσα στις 9 Σεπτεμβρίου, μετά ολοήμερη μάχη με τον εκεί «λόχο ασφαλείας» και τη χωροφυλακή. Στις 13 Σεπτεμβρίου ήρθε η σειρά του Μελιγαλά, όπου είχαν οχυρωθεί οι εναπομείναντες ταγματασφαλίτες. Οταν η ηγεσία τους απέρριψε το κάλεσμα του ΕΑΜ να καταθέσουν τα όπλα και να τεθούν στη διάθεση της κυβέρνησης εθνικής ενότητας, το λόγο είχαν τα όπλα. Οι αντίπαλες δυνάμεις ήταν ισοδύναμες αριθμητικά (1.000-1.200 ένοπλοι εκατέρωθεν), ενώ οι αντάρτες διέθεταν την υποστήριξη χιλιάδων χωρικών του εφεδρικού ΕΛΑΣ, που συνέρρεαν από τα πέριξ με αυτοσχέδιο οπλισμό.

Η μάχη κράτησε τρεις ολόκληρες μέρες (13-15.9.44). Το τελικό ανακοινωθέν του ΕΛΑΣ αναφέρει ότι σκοτώθηκαν 60 αντάρτες και 800 «ράλληδες». Ο δεύτερος αριθμός περιλαμβάνει προφανώς χοντρικά και τους εκτελεσμένους των επόμενων ημερών.

* Παρά τις αντιφάσεις, τις υπερβολές και τις αποσιωπήσεις τους, οι διαθέσιμες αφηγήσεις δίνουν μια γενική ιδέα όσων συνέβησαν μετά τη μάχη: Αρχικά σημειώθηκαν σποραδικοί φόνοι και καταστροφές περιουσιών. Ακολούθησε το ξεκαθάρισμα των συλληφθέντων με συνοπτικές διαδικασίες, από μια επιτροπή με επικεφαλής τους δικηγόρους Βασίλη Μπράβο και Γιάννη Καραμούζη. Από σημειώματα που δημοσιεύθηκαν αργότερα στον τοπικό εθνικόφρονα τύπο προκύπτει ότι αποφασιστικό ρόλο σ’ αυτή τη διαδικασία έπαιξαν οι τοπικές οργανώσεις της Εθνικής Πολιτοφυλακής, στις οποίες είχε ανατεθεί η συγκέντρωση στοιχείων για την προηγούμενη δράση κάθε αιχμαλώτου. Οσοι καταδικάζονταν οδηγούνταν σε ένα εγκαταλειμμένο ξεροπήγαδο έξω απ’ την κωμόπολη (την «Πηγάδα») κι εκτελούνταν.

* Πόσοι ήταν; Το 1945, το ιατροδικαστικό συνεργείο του Καψάσκη ανακοίνωσε ότι ξέθαψε 708 πτώματα. Στο μνημείο είναι γραμμένα 787 ονόματα από 61 πόλεις και χωριά. Η εθνικόφρων φιλολογία προβάλλει φυσικά πολύ μεγαλύτερα νούμερα: «περί τους 1.500 εις την Πηγάδα» μετρά ο Κώστας Καραλής (1958), «περί τα 1.800 άτομα πάσης ηλικίας και φύλου» βρίσκουν το Αρχηγείο Χωροφυλακής (1962) και ο καθηγητής Απόστολος Δασκαλάκης (1973), 1.900 τους θέλει ο Κων/νος Αντωνίου (1965), «άνω των 3.500 κατά τους μετριωτάτους υπολογισμούς» τους προτιμά η χουντική ιστορία του ΓΕΣ (1973). Ο Κοσμάς Αντωνόπουλος, πάλι, αναφέρει 2.100 «δολοφονηθέντες», παραθέτει όμως τα στοιχεία μόλις 699. Το βιβλίο που διανέμει ο «Σύλλογος Θυμάτων» περιέχει 1.144 ονόματα, ο συγγραφέας του όμως δείχνει μάλλον αναποφάσιστος: αλλού μιλάει για 1.500 νεκρούς (σ. 118), αλλού για «1.500 και πλέον» (σ. 115), αλλού για πάνω από 2.000 (σ. 26 & 166) κι αλλού για «5.000 εκατέρωθεν» (σ. 23). Σε κάθε περίπτωση, οι αριθμοί περιλαμβάνουν όχι μόνο τους «σφαγιασθέντες» αλλά και τους νεκρούς της τριήμερης μάχης.

* Την αντίθετη τάση επιδεικνύουν οι συγγραφείς της εαμικής πλευράς. Η αναλυτικότερη σχετική πηγή υπολογίζει 120 σκοτωμένους στη μάχη και 280-350 εκτελεσμένους στην Πηγάδα (Ξιάρχος 1982, σ. 38), ενώ δεν λείπουν αναφορές μέχρι και σε 1.200 νεκρούς.

* Πιο ενδιαφέρουσα απ’ αυτή την… κολοκυθιά αποδεικνύεται η εξέταση του καταλόγου της έκδοσης του «Συλλόγου Θυμάτων». Σε σύνολο 1.144 ονομάτων (οι 108 κάτοικοι Μελιγαλά) υπάρχουν μόνο 18 γυναίκες, 18 ηλικιωμένοι, ένας έφηβος και κανένα παιδί. Ολοι οι υπόλοιποι, το 96,8% του συνόλου, είναι άντρες λίγο πολύ μάχιμης ηλικίας. Κάθε άλλο παρά σφαγή «γυναικόπαιδων», δηλαδή…

Μνημόσυνο ακατονόμαστων

Ευθύς εξαρχής, οι εκδηλώσεις στη μνήμη των «σφαγιασθέντων» πήραν ρεβανσιστικό χαρακτήρα.

* Το πρώτο μνημόσυνο (24.6.45) καταλήγει σε απόπειρα λιντσαρίσματος των αντιστασιακών που κρατούνταν στη φυλακή της κωμόπολης (Β. Κλεφτόγιαννης, «Οπως τα ‘ζησα», σ. 143-4).

* Από το Σεπτέμβριο του 1945 η τελετή τυποποιείται, με φαινομενικό οργανωτή την κοινότητα και ουσιαστικό τη νομαρχία. Συμμετέχουν οι πολιτικές, εκκλησιαστικές, αστυνομικές και στρατιωτικές αρχές, τοπικοί πολιτικοί, τα σχολεία. Επί χούντας θα καθιερωθεί και αθλητικό τουρνουά ποδοσφαίρου και ανώμαλου δρόμου, με κύπελλα που αθλοθέτησαν τοπικοί παράγοντες και οι κυλινδρόμυλοι «Ευαγγελίστρια» («Θάρρος» 17.9.67).

* Παράλληλα, «διευθετείται» ο χώρος των εκδηλώσεων. Βασιλικό διάταγμα του 1953 συστήνει ερανική επιτροπή με πρόεδρο το μητροπολίτη και μέλη το νομάρχη, το διοικητή Χωροφυλακής κ.ά. Από τον δημοσιευμένο απολογισμό του εράνου, πληροφορούμαστε ότι τη μερίδα του λέοντος «συνεισέφεραν» τα σχολεία και οι φαντάροι: 244.413 και 65.529 δρχ. αντίστοιχα, σε σύνολο 332.614 («Σημαία» 19.9.54). Μ’ αυτά τα λεφτά χτίζεται παρεκκλήσι, «καλλωπίζεται» η Πηγάδα και υψώνεται ένας τεράστιος σταυρός.

Η τελική διαμόρφωση (μάντρες, πάρκινγκ κ.λπ.) θα γίνει επί χούντας, με πιστώσεις και επίβλεψη Ασλανίδη.

* Η χουντική επταετία γνωρίζει άλλωστε το απόγειο του ιδιότυπου αυτού γιορτασμού. Το 1967 το μνημόσυνο τιμά με την παρουσία του ο Παττακός, εξηγώντας ότι «η 21η Απριλίου απέτρεψε νέον Μελιγαλάν» και ανακοινώνοντας την αναβάθμιση της κοινότητας των 1.800 κατοίκων σε «ιστορικό» δήμο («Εθνος» 18.9.67).

*Το 1968 παρευρίσκεται πρώτη φορά ο «ανώτατος άρχων» της χώρας, στο πρόσωπο του αντιβασιλιά Ζωιτάκη («Θάρρος» 24.9.68). Το 1969, η επιμνημόσυνη λειτουργία μεταφέρεται από την κεντρική εκκλησία της κωμόπολης στο χώρο της Πηγάδας και η τροχαία εκδίδει προληπτικές οδηγίες για την κυκλοφορία («Θάρρος» 21.9.69).

* Το 1973, ενόψει φιλελευθεροποίησης, οι αρχές δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους για το μνημόσυνο. Ειδικά δρομολόγια λεωφορείων και τρένων μεταφέρουν «προσκυνητάς» απ’ τους γύρω νομούς («Θάρρος» 14-16.9.73).

Αποκαλυπτικότερη είναι η «φρονηματιστική» λειτουργία της Πηγάδας τον υπόλοιπο χρόνο. Από τις τακτικές καταχωρίσεις του δελτίου πληροφοριών της νομαρχίας, πληροφορούμαστε ότι μεταφέρονται ομαδικά εκεί για «προσκύνημα» φαντάροι, ευέλπιδες, σπουδαστές επαγγελματικών σχολών, «κλιμάκια φοιτητών», δημόσιοι υπάλληλοι, φιλοξενούμενοι της «Εθνικής Εστίας», ταξιδιώτες των προγραμμάτων του «Εθνικού ιδρύματος» και -φυσικά- ολόκληρα σχολεία.

* Μετά τη Μεταπολίτευση ο επίσημος γιορτασμός συνεχίζεται, χωρίς ιδιαίτερους ενθουσιασμούς. Τον τόνο δίνουν τώρα οι δυναμικές εμφανίσεις της ακροδεξιάς: βασιλόφρονες που διαβεβαιώνουν ότι «σύντομα θα επιστρέψει ο Κωνσταντίνος», χουντικοί που προπηλακίζουν τον κοινοτάρχη «διότι ανεφέρθη στην αποκατάσταση του κοινοβουλευτισμού» (1976) και γιουχάρουν το νομάρχη (1977), χιτλερικοί που ψαρεύουν στα θολά νερά μιας εθνικοφροσύνης σοκαρισμένης απ’ την περιθωριοποίησή της… Ο τοπικός τύπος καταγράφει τα συνθήματα: «Τη λύση θα δώσει ο στρατός», «Ο Φλωράκης στο Γουδί», «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».

* Ο κύκλος κλείνει το 1982, όταν το υπ. Εσωτερικών γνωστοποιεί στο δήμο τον τερματισμό της συμμετοχής των επίσημων κρατικών αρχών, «επειδή οι εκδηλώσεις αυτές αποτελούσαν κηρύγματα μισαλλοδοξίας και τροφοδοτούσαν επί 40 χρόνια το διχασμό». Τη σκυτάλη στην οργάνωση του μνημοσύνου παίρνει πια ο «Σύλλογος Θυμάτων Πηγάδας», που ιδρύθηκε το 1980.

* Από κοντά και η Ν.Δ., που βλέπει το μνημόσυνο του 1982 ως τη δέουσα απάντηση στην επίσημη αναγνώριση της εαμικής Αντίστασης. Ο νεαρός βουλευτής Αντώνης Σαμαράς ανακοινώνει π.χ. με ειδικό δελτίο τύπου την έλευσή του «για να παραστεί στο Μνημόσυνο των σφαγιασθέντων από τους εαμοκομμουνιστές» («Ελευθερία» 18.9.82). Σταδιακά, ωστόσο, η λογική του «μεσαίου χώρου» επικρατεί και τα φερέλπιδα στελέχη αποφεύγουν πια να δίνουν το παρών.

Η σταδιακή αυτή περιθωριοποίηση έχει, ωστόσο, ένα απροσδόκητο αποτέλεσμα: πρώτη φορά τα πράγματα λέγονται με το όνομά τους και οι πεσόντες ταγματασφαλίτες «τιμώνται» ως τέτοιοι. Ενα χαρακτηριστικό των επίσημων γιορτασμών ήταν η διακριτική αποφυγή κάθε αναφοράς στα δωσίλογα Τάγματα Ασφαλείας, με την προσφυγή σε εξωραϊστικά σχήματα λόγου: «αγρίως σφαγιασθέντες υπό αναρχικών στοιχείων», «μαρτυρικώς σφαγιασθέντες εθνικόφρονες πατριώτες», «θυσιασθέντες διά το μεγαλείον και την ελευθερίαν της Πατρίδος», «Ηρωες και Μάρτυρες οίτινες προσεφέρθησαν ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της υπερτάτης θυσίας», ακόμη και «αδίκως σφαγιασθέντες διά την ελευθερίαν και τα ανθρώπινα δικαιώματα»!

* Μετά το 1982, αντίθετα, οι ομιλητές του «απολίτικου», «οικογενειακού» μνημοσύνου δεν αισθάνονται τέτοιου είδους αναστολές: «Το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και το ΕΛΑΣ υπήρξε χειρότερος κατακτητής από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς» διαβάζουμε π.χ. στον πανηγυρικό που εκφώνησε το 1999 η Ειρήνη Δορκοφίκη, διαβεβαιώνοντας τους συγκεντρωμένους ότι ο χαρακτηρισμός των ταγματασφαλιτών ως «προδοτών» και «συνεργατών των κατακτητών» δεν είναι παρά «αισχρή συκοφαντία» των κομμουνιστών και λοιπών «ευρωλιγούρηδων».

Στην ομιλία πάλι του 1997, ο δικηγόρος Βασίλειος Δημαρέσης ξεκαθαρίζει: «Οι ηρωικοί νεκροί μας δεν πολέμησαν με Ελληνες, διότι οι Κομμουνιστές έπαυσαν να είναι Ελληνες, τα εγκλήματά τους είναι εγκλήματα ξένων, εγκλήματα γενοκτονίας»!

Αραγε, τι απ’ όλα αυτά θα μπορούσαν να «αμαυρώσουν» οι επίσημοι νοσταλγοί του Χίτλερ;


 
Τα ξεχασμένα θύματα

Μια ελάχιστα γνωστή πτυχή της τραγωδίας του Μελιγαλά αφορά τα θύματα των «αγρίως σφαγιασθέντων» ταγματασφαλιτών της Πηγάδας. Εδρα ιταλών καραμπινιέρων, γερμανικής διλοχίας και του Τάγματος Ασφαλείας, η κωμόπολη χρησιμοποιήθηκε σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής ως στρατόπεδο συγκέντρωσης, χώρος βασανιστηρίων και τόπος εκτελέσεων αντιστασιακών και ομήρων. Η απουσία μιας ολοκληρωμένης καταγραφής όσων σκοτώθηκαν απ’ τους ταγματασφαλίτες είναι αποκαλυπτική για το κλίμα που επικράτησε στην περιοχή, τόσο κατά τα μετεμφυλιακά χρόνια όσο και αργότερα. Καταφανώς ελλιπή, τα διαθέσιμα στοιχεία είναι ωστόσο διαφωτιστικά.

Ο απολογητής των ταγματασφαλιτών Κοσμάς Αντωνόπουλος παραθέτει τα ονόματα 27 ατόμων που εκτελέστηκαν στο Μελιγαλά από τις κατοχικές δυνάμεις. Οι 6 είναι κάτοικοι της κωμόπολης. Από τον πίνακα απουσιάζουν ωστόσο τα περισσότερα ονόματα που γνωρίζουμε από άλλες πηγές («Η Ελληνική Αντίστασις 1941-1945», Αθήναι 1964).

Στο «Μεσσηνιακό βιογραφικό λεξικό» του Νίκου Καράμπελα (1962) αναφέρονται τα ονόματα 16 εκτελεσμένων στο Μελιγαλά το 1943-44. Στο δικό του βιβλίο ο Σπύρος Ξιάρχος καταγράφει τρεις ομαδικές εκτελέσεις 22 ατόμων κι άλλους 23 μεμονωμένους φόνους («Η αλήθεια για το Μελιγαλά», Καλαμάτα 1982, σ. 46-47). Απροσδιόριστο παραμένει, τέλος, πόσοι απ’ τους 924 εκτελεσμένους Μεσσήνιους που μνημονεύονται σε πρόσφατη έκδοση, θανατώθηκαν στην έδρα του Τάγματος (Τάσος Αποστολόπουλος, «Μεσσηνιακή εκατόμβη 1940-1944», Καλαμάτα 2000).

Αποκαλυπτικότερες είναι κάποιες επιμέρους λεπτομέρειες: Στις 27.4.44 ο ΕΛΑΣ Λακωνίας σκότωσε σε ενέδρα τον γερμανό στρατηγό Κρεντς και 3 συνοδούς του. Ο «Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος» διέταξε σε αντίποινα τον τουφεκισμό 200 «κομμουνιστών» στο σκοπευτήριο της Καισαριανής κι όσων χωρικών θα συναντούσαν τα στρατεύματά του στην ύπαιθρο μεταξύ Μολάων και Σπάρτης. Οπως διαβάζουμε στη σχετική ανακοίνωση, οι ταγματασφαλίτες του Παπαδόγκωνα έσπευσαν να τιμήσουν με τον τρόπο τους τη μνήμη του γερμανού στρατηγού: «Υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος τούτου, Ελληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς» («Καθημερινή» 30.4.44). Σαράντα απ’ αυτές τις «αυτόβουλες» εκτελέσεις έγιναν από το Τάγμα Ασφαλείας Καλαμών-Μελιγαλά την Πρωτομαγιά του 1944 – τριάντα στην Καλαμάτα και δέκα στο νεκροταφείο του Μελιγαλά. Μεταξύ των τελευταίων ήταν και μια 18χρονη επονίτισσα, η Ασπασία Ξιάρχου, από τη γειτονική Ανθούσα. Είχε πιαστεί (και βασανιστεί) από τους ταγματασφαλίτες ενώ επέστρεφε από την Καλαμάτα για το μνημόσυνο της μάνας της. Ενας κρατούμενος διέφυγε και, την επομένη, εκτελέστηκαν στη θέση του άλλοι δύο (Γιάννης Σχινάς, «Η εθνική Αντίσταση στη Μεσσηνία», Αθήνα 1984, σ. 98-99).

Ακολούθησε στις 15.6.44 ο τουφεκισμός 10 κρατουμένων στο Μελιγαλά (ανάμεσά τους 2 γυναίκες κι ένας ηλικιωμένος ανάπηρος) -σε αντίποινα, προφανώς, για το θανάσιμο τραυματισμό του ταγματασφαλίτη ταγματάρχη Γεωργανά στην Καλαμάτα. Την επομένη, 27 κρατούμενοι, 22 άντρες και 5 γυναίκες, τουφεκίστηκαν από το λόχο Καλαμάτας στις όχθες του Νέδοντα.

Δυόμισι δεκαετίες μετά την επίσημη αναγνώριση της ΕΑΜικής Αντίστασης, μάταια θ’ αναζητήσει κανείς στο Μελιγαλά ή τα περίχωρά του κάποιο μνημείο γι’ αυτούς τους πεσόντες. «Δεν έχω ακούσει ποτέ κάτι τέτοιο», ήταν η απάντηση του προέδρου του «Συλλόγου Θυμάτων Πηγάδας» κ. Μανιάτη, όταν τον ρωτήσαμε για τους εκτελεσμένους από το Τάγμα Ασφαλείας. Στην Καλαμάτα, μια λιτή στήλη (χωρίς ονόματα ή αριθμούς) στήθηκε από το Δήμο στο χώρο των εκτελέσεων, μακριά από τα μάτια του κοινού, μόλις το 2002. Η επιγραφή κάνει λόγο για «εκτελεσθέντες πατριώτες από τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους», αποφεύγει όμως να αναφέρει την ακριβή ταυτότητα των εκτελεστών.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, σταματήσαμε στο επιβλητικό μνημείο για τους 204 εκτελεσμένους της Παλιόχουνης, λίγο πριν από τη Μεγαλόπολη. Απ’ αυτούς, οι 154 είχαν συλληφθεί από ταγματασφαλίτες στην Καλαμάτα και τουφεκίστηκαν απ’ τη Βέρμαχτ σε αντίποινα για την καταστροφή γερμανικής φάλαγγας απ’ τον ΕΛΑΣ. Το τμήμα της επιγραφής που πληροφορεί ότι σκοτώθηκαν «από τους Γερμανούς» έχει σβηστεί με φαιοπράσινη μπογιά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Τάσος Κωστόπουλος
«Η αυτολογοκριμένη μνήμη. Τα Τάγματα Ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη»
(Αθήνα 2005, εκδ. «Φιλίστωρ»).
Η κατοχική δράση των ταγματασφαλιτών, οι διασυνδέσεις και η αντιμετώπισή τους από το μεταπολεμικό «κράτος των εθνικοφρόνων». Εμφαση στην επιχειρηματολογία και τα ιδεολογήματα με τα οποία επιχειρήθηκε (και επιχειρείται ξανά στις μέρες μας) η «δικαίωση» του ένοπλου δωσιλογισμού.

Ηλίας Θεοδωρόπουλος
«Η πηγάδα του Μελιγαλά»
(2α έκδοσις, Αθήνα 2001).
Προπαγανδιστική έκδοση που διανέμεται από το «Σύλλογο Θυμάτων Πηγάδας Μελιγαλά». Ενδιαφέρον παρουσιάζουν ο αναλυτικός πίνακας με τα στοιχεία των σκοτωμένων και οι φιλοχουντικές κορόνες του συγγραφέα.

Σπύρος Ξιάρχος
«Η αλήθεια για το Μελιγαλά»
(Καλαμάτα, Μάιος 1982).
Περιγραφή της μάχης του Μελιγαλά από ένα τοπικό εαμικό στέλεχος. Χρήσιμη, κυρίως γιατί διασώζει πολλές κρίσιμες «λεπτομέρειες» που η κυρίαρχη αφήγηση κατά κανόνα αποσιωπά.

Διονύσιος Παπαδόπουλος
«Η ιστορία των Ταγμάτων Ασφαλείας»
(εφημ. «Μεσσηνία» 19.5-8.9.1952).
Η εκδοχή του (επιζήσαντος) διοικητή των ταγματασφαλιτών του Μελιγαλά, δημοσιευμένη λίγο μετά την αποστρατεία και απαλλαγή του για το αποτυχημένο πραξικόπημα του ΙΔΕΑ. Ακολούθησε η περιγραφή της αιχμαλωσίας και της διάσωσής του, την οποία ο ίδιος αποδίδει στις σχέσεις του με την Ιντέλιτζενς Σέρβις («Μεσσηνία» 15.9-17.11.1952).

Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, «Αρχεία Εθνικής Αντίστασης» (Αθήνα 1998, 8 τόμοι).
Στον 8ο τόμο περιλαμβάνεται η μεταπολεμική (1955) εξιστόρηση της δράσης του Τάγματος Ασφαλείας Καλαμών-Μελιγαλά από τον (επιζήσαντα) υποδιοικητή του, Παναγιώτη Καζάκο.

Βασίλης Κλεφτόγιαννης
«Οπως τα ‘ζησα. Μαρτυρία μιας βασανιστικής πορείας»
(Αθήνα 1994).
Αυτοβιογραφία ενός ελασίτη από το Μελιγαλά που πήρε μέρος στις μάχες με τους ταγματασφαλίτες της κωμόπολης.

Πηγή:Λέσχη

 

Γερμανοί αντιφασίστες στις τάξεις του ΕΛΑΣ

του Erik Eberhard

Ανυπακοή, αντίσταση, αυτομόληση δεν ήταν άγνωστα φαινόμενα στη Βέρμαχτ, τον γερμανικό στρατό του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ανάμεσα στο 1939 και το 1945 λειτούργησαν στη Βέρμαχτ 1.000 με 1.200 στρατοδικεία, τα οποία εκδίκασαν περίπου τρία εκατομμύρια υποθέσεις υπονόμευσης της αμυντικής ισχύος, ανυπακοής, εσχάτης προδοσίας κλπ. Στις δίκες αυτές καταδικάσθηκαν περίπου 1,3 εκατομμύρια στρατιωτικοί, από τους οποίους οι 370.000 σε «βαριές ποινές», δηλαδή σε φυλάκιση άνω των έξι μηνών. Σε αυτές τις καταδίκες συμπεριλαμβάνονται περίπου 30.000 θανατικές, από τις οποίες εκτελέσθηκαν περισσότερες από 20.000. Επιπλέον, υπήρξε ένας μεγάλος αριθμός εκτελέσεων στρατιωτών της Βέρμαχτ που διατάχθηκαν από έκτακτα στρατοδικεία ή διαπράχθηκαν από τη στρατονομία και τα SS χωρίς να έχει προηγηθεί δίκη. Ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών του πολέμου χιλιάδες στρατιώτες απρόθυμοι να πολεμήσουν έπεσαν θύματα αυτών των συνοπτικών διαδικασιών.[1] Συνολικά η στρατιωτική δικαιοσύνη είχε περισσότερα θύματα απ’ ό,τι τα περιβόητα έκτακτα δικαστήρια και το Ανώτατο Λαϊκό Δικαστήριο, στο οποίο προήδρευε ο Ρόλαντ Άισλερ.


ΟΙ περισσότεροι απ’ τους εκτελεσθέντες στρατιώτες είχαν καταδικασθεί για το αδίκημα της λιποταξίας. Από τους 35.000 στρατιώτες της Βέρμαχτ που βρέθηκαν ένοχοι για λιποταξία, το 65% καταδικάσθηκε σε θάνατο. Από αυτές τις περίπου 23.000 θανατικές καταδίκες εκτελέστηκαν πάνω από 15.000. Ο αριθμός των καταδικαστικών αποφάσεων αποτελεί, όμως, μόνον την κορυφή του παγόβουνου του φαινομένου των λιποταξιών, γιατί πολλοί λιποτάκτες διέφυγαν ιη σύλληψη. Οι υπολογισμοί των λιποτακτών ανεβάζουν τον αριθμό τους σε πάνω από 100.000 περιπτώσεις. Στην τελική φάση του πολέμου η λιποταξία από τη Βέρμαχτ αποτελούσε μαζικό φαινόμενο.[2] Την κατεύθυνση για τη σκληρή τιμωρία των λιποτακτών την είχε δείξει ο ίδιος ο Χίτλερ στο βιβλίο του Ο Αγών μου: «Στο μέτωπο μπορεί κανένας να πεθάνει, ως .λιποτάκτης πρέπει να πεθάνει». Μετά την καταστροφή στο Στάλινγκραντ και την αύξηση του αριθμού των λιποταξιών, η ναζιστική στρατιωτική δικαιοσύνη σκλήρυνε ακόμη περισσότερο τη στάση της. Όλες οι οδοί διαφυγής ήταν γεμάτες θανάσιμους κινδύνους. Στην πατρίδα ή στις κατεχόμενες ο λιποτάκτης κινδύνευε να πέσει πάνω σε ένα από τα πολλά σημεία έλεγχου. Τα σύνορα με τις ουδέτερες χώρες φυλάσσονταν αυστηρά, ενώ ορισμένες, όπως η Ελβετία, απέλαυναν τους πρόσφυγες. Υπήρχαν βέβαια και περιπτώσεις, σε γερμανικές εργατικές συνοικίες, όπου το πλήθος, κυρίως γυναίκες, παρεμπόδισαν με επιτυχία τη σύλληψη λιποτακτών.[3]


Κατά τις τελευταίες εβδομάδες του πολέμου ο αριθμός των λιποταξιών εκτινάχθηκε στα ύψη. Μαζί του, όμως, μεγάλωσε και ο αριθμός των λιποτακτών που απαγχονίστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες από το πιο κοντινό δένδρο ή τουφεκίστηκαν μπροστά στον πρώτο τοίχο. Ακόμη και μετά τη συνθηκολόγηση του ναζιστικού καθεστώτος, οι στρατoδίκες συνέχισαν το αιματηρό τους έργο και εκτελέσεις πραγματοποιήθηκαν και μετά τις 8 Μαΐου 1945. Παραδείγματος χάριν, οι ναύτες Μπρούνο Ντέρφερ και Ράινερ Μπεκ, οι ο ποίοι είχαν προσχωρήσει στην ολλανδική Αντίσταση μετά την απελευθέρωση της Ολλανδίας από τους Συμμάχους, κλείστηκαν σε ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων κοντά στο Άμστερνταμ, όπου και καταδικάσθηκαν από ένα στρατοδικείο που έστησαν Ναζί αξιωματικοί. Οι αξιωματικοί που ήταν αφοπλισμένοι ζήτησαν και έλαβαν καραμπίνες από τους Καναδούς φρουρούς τους για να εκτελέσουν την απόφαση στις 13 Μαΐου 1945.



Για υπονόμευση της αμυντικής ισχύος καταδικάσθηκαν πάνω από 30.000 στρατιώτες της Βέρμαχτ. Συχνά είχαν καταδοθεί από άλλους στρατιωτικούς εξαιτίας προσωπικών αντιζηλιών, καιροσκοπισμού ή πολιτικού φανατισμού.[4] Σε αυτούς θα πρέπει να προσθέσει κανείς δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες χιλιάδες άλλους «υπονομευτές της αμυντικής ισχύος» , των οποίων οι αντιπολεμικές και αντικαθεστωτικές εκδηλώσεις δεν έγιναν αντιληπτές ή δεν καταδόθηκαν.


Η αυτομόληση στον εχθρό ή στην Αντίσταση στις κατεχόμενες χώρες αποτελούσε τη ριζικότερη μορφή ρήξης με τη Βέρμαχτ. Η πλειονότητα αυτών που αυτομόλησαν υπήρξαν μέλη και συμπαθούντες του εργατικού κινήματος. ΟΙ περισσότεροι αυτομόλησαν στον Κόκκινο Στρατό ή σε Σοβιετικούς παρτιζάνους. Ορισμένοι υπολογισμοί ανεβάζουν τον αριθμό των αυτομολησάντων Γερμανών στρατιωτικών στο ανατολικό μέτωπο σε 100.000, αν και πιο ρεαλιστικές φαίνονται οι εκτιμήσεις που τους υπολογίζουν σε αρκετές δεκάδες χιλιάδες. Από το καλοκαίρι του 1943 ο αριθμός των αυτομόλων αυξήθηκε. Στην Κριμαία εκατοντάδες στρατιώτες εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και αυτομόλησαν με τον οπλισμό τους στα σοβιετικά στρατεύματα. Τον Απρίλιο του 1944, βόρεια από τη Συμφερούπολη, αυτομόλησαν δύο διμοιρίες ενός πειθαρχικού τάγματος. Στην περιοχή των Λευκορώσων παρτιζάνων υπήρχαν περί τους 100 Γερμανούς στρατιώτες που μάχονταν στο πλευρό τους. Τον Δεκέμβριο του 1944 στην Ουγγαρία αυτομόλησαν 480 Γερμανοί στρατιώτες. Η αυτομόληση αποτελούσε ένα αποτελούσε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο διάβημα, γιατί υπήρχε ο κίνδυνος να συλληφθεί κανείς από τη στρατονομία και να εκτελεσθεί πάραυτα. Σε αρκετές περιπτώσεις οι αυτομολούντες ήρθαν σε σύρραξη με τους νομιμόφρονες στο καθεστώς στρατιώτες. Συχνά έπρεπε να συλλάβουν ή να εξουδετερώσουν τους αξιωματικούς. Τέλος, οι στρατιώτες του εχθρού δεν αντιλαμβάνονταν πάντοτε την πρόθεση των Γερμανών στρατιωτών να αυτομολήσουν. με αποτέλεσμα αυτοί να βρίσκονται ανάμεσα σε δύο πυρά.


Στη Γαλλία, μετά την απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία, σημαντικός αριθμός Γερμανών στρατιωτών προσχώρησε στη γαλλική Αντίσταση. Στις προσχωρήσεις αυτές συνέβαλαν Γερμανοί εμιγκρέδες-μέλη του εργατικού κινήματος, οι οποίοι διενεργούσαν προπαγάνδα ανάμεσα στους Γερμανούς στρατιώτες σε συνεργασία με τη γαλλική Αντίσταση. Στην Ιταλία ο αριθμός των Γερμανών που αυτομόλησαν στην Αντίσταση ήταν πολύ μικρότερος, αλλά σε όλα τα μεγάλα σώματα ήταν ενταγμένοι πρώην στρατιώτες της Βέρμαχτ. Στη Γιουγκοσλαβία, πάνω από 2.000 στρατιωτικοί της Βέρμαχτ αυτομόλησαν στις σοβιετικές δυνάμεις κατά την απελευθέρωση του Βελιγραδίου. Αλλά και στη γιουγκοσλαβική Αντίσταση προσχώρησαν μικρότερες ή μεγαλύτερες ομάδες Γερμανών στρατιωτών, ιδίως στην περιοχή του Σαράγεβο. Στο αντάρτικο του Τίτο συγκροτήθηκε το Τάγμα Τέλμαν, από το όνομα του ηγέτη του ΚΚ Γερμανίας, με 90 αυτομολήσαντες Γερμανούς και 110 Γερμανούς μέλη της γερμανικής μειονότητας στη Γιουγκοσλαβία. Τον Νοέμβριο του 1943 το τάγμα υπέστη μεγάλες απώλειες οε σύγκρουση με γερμανικά τανκς, έτσι ώστε το 1944 χρειάσθηκε να ανασυγκροτηθεί. Στη νέα μεραρχία πεζικού των Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων συμπεριλαμβάνονταν 369 Γερμανοί.[5]


Στην Ελλάδα, η αντίσταση των Γερμανών στρατιωτών στο ναζισμό ήταν ισχυρότερη στις τάξεις των «πειθαρχικών ταγμάτων 999» (Bewährungsbataillone). Τα τάγματα αυτά, τριάντα τον αριθμό, συγκροτήθηκαν στα μέσα του 1942 και επανδρώθηκαν με 28.000 στρατιώτες που είχαν κριθεί παλαιότερα «ανάξιοι να υπηρετήσουν », κυρίως για πολιτικούς λόγους. Αντίθετα, στο «αναμορφωτικό σώμα 500» δύναμης 27.000 ανδρών υπερείχαν οι καταδικασμένοι για ποινικά και στρατιωτικά αδικήματα. Η μαχητική ικανότητα αυτού του σώματος ελάχιστα υπολειπόταν από εκείνη των κανονικών μονάδων.[6] Μετά, όμως, τις αρνητικές εμπειρίες κατά την εκστρατεία της Βόρειας Αφρικής, η διοίκηση της Βέρμαχτ ενσωμάτωσε σε κάθε τάγμα 999 έναν σημαντικό αριθμό ποινικών καταδίκων για να ελέγχει τους πολιτικούς. Οι κατάδικοι του κοινού ποινικού δικαίου είχαν την ευκαιρία να αποκατασταθούν με την επίδειξη καλής διαγωγής και ανδρείας. ΟΙ πολιτικοί στα τάγματα 999 ανέρχονταν συνολικά σε 11000, αντιπροσώπευαν δηλαδή περίπου το 30% της δύναμής τους. Για να δυσχεραίνονται οι επαφές μεταξύ των πολιτικών, η διοίκηση μετέβαλλε κατά τακτά διαστήματα τη σύνθεση των διμοιριών.[7]


Από την άνοιξη του 1943 άρχισαν να σταθμεύουν πειθαρχικά τάγματα 999 στην Ελλάδα (Πελοπόννησος, νησιά Ανατ. Αιγαίου, Θεσσαλία και για κάποιο διάστημα και στα Ιόνια). Χρησιμοποιούνταν για τη φύλαξη των ακτών και τοποθετούνταν ανάμεσα σε κανονικές μονάδες του στρατού και των SS. Παρ’ όλο που ως αξιωματικοί και υπαξιωματικοί υπηρετούσαν στα 999 κυρίως φανατικοί Ναζί, η στρατιωτική ηγεσία δεν είχε εμπιστοσύνη στις μονάδες αυτές και δεν τις χρησιμοποιούσε σε δύσκολες επιχειρήσεις. Τις αντιμετώπιζε σαν “τροφή για τα κανόνια” και στην Ελλάδα τις χρησιμοποιούσε για τη φύλαξη ήδη εκκαθαρισμένων περιοχών. Αυτό, όμως, επέτρεπε την επαφή με τον ντόπιο πληθυσμό και την αυτομόληση στρατιωτών με τον οπλισμό τους στον ΕΛΑΣ. Στην Πελοπόννησο η Βέρμαχτ τοποθέτησε τα τάγματα 999 στο εκτεθειμένο στην ελονοσία βορειοδυτικό τμήμα της χερσονήσου, γύρω απ6 την Αμαλιάδα. Ήδη τον Ιούλιο του 1943 στρατιώτες από τις μονάδες αυτές είχαν συνδεθεί με ιταλικές μονάδες και σχεδίαζαν να αυτομολήσουν ομαδικά στον ΕΛΑΣ. Το σχέδιο προδόθηκε και ο επικεφαλής κομμουνιστής Φραντς Τσέρνυ, που ανέλαβε την αποκλειστική ευθύνη για την απόπειρα, εκτελέστηκε στην Άνω Μανωλάδα.[8] Οι στρατιώτες των ταγμάτων 999 στην περιοχή της Αμαλιάδας συνέχισαν να έχουν επαφή με το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ μέσω μιας παράνομης ομάδας με ηγέτες τον Βερολινέζο κομμουνιστή Βέρνερ Ίλμερ και τον πρώην αθλητή Φραντς Σάιντερ από το Μόναχο. Η ομάδα έδρευε στο 40 Τάγμα Φρουράς Οχυρών Πεζικού 999 στην Αμαλιάδα, αλλά επηρέαζε και άλλα τάγματα. Η ελληνική Αντίσταση , ενημερωμένη για τη φύση των γερμανικών μονάδων, ανέγραφε στους τοίχους της Αμαλιάδας συνθήματα που απευθύνονταν στους


Γερμανούς κομμουνιστές στρατιώτες, οι οποίοι, κατά τη μαρτυρία του Κουρτ Νέτμπαλ, αντιλαμβάνονταν το περιεχόμενό τους παρ ‘ όλο που ήταν γραμμένα στα ελληνικά. Στα ταβερνάκια της περιοχής γινόταν η ανταλλαγή των πληροφοριών: «Από μας οι αντάρτες έπαιρναν κάθε πληροφορία που επιθυμούσαν, δύναμη των μονάδων, είδος του οπλισμού, ονόματα των αξιωματικών, σχέδια ενεργειών καθώς και ονόματα Ελλήνων που είχαν κοινωνικές επαφές με τους αξιωματικούς, για να προλάβουμε έγκαιρα τους καταδότες»[9].

Πάνω εικόνα: «Γερμανοί στρατιώτες υπάρχει ακόμα καιρός!» Προκήρυξη του ΕΛΑΣ, με έκκληση προς τους Γερμανούς στρατιώτες να προσχωρήσουν στις τάξεις του (πηγή: ΕΛΙΑ)

Κάτω εικόνα: Ο Βερολινέζος κομμουνιστής Βέρνερ Ίλμερ

Χάρη σε αυτές τις πληροφορίες, τον Ιούλιο του Ι943 διέφυγαν τη σύλληψη οι άνδρες του χωριού Γεράκι, στη διάρκεια μιας επιχείρησης τιμωρίας της Βέρμαχτ. Το ΕΑΜ, με τη σειρά του, αναλάμβανε την εκτύπωση προκηρύξεων που συνέτασσαν οι Γερμανοί αντιφασίστες και ρίχνονταν στις γερμανικές μονάδες. Όταν η δραστηριότητα του Ίλμερ κινδύνευε να γίνει αντιληπτή απ’ τους αξιωματικούς του, αυτός διέφυγε με δύο συνεργάτες του. τον Φεβρουάριο του 1944, και αυτομόλησε στον ΕΛΑΣ. απ’ όπου συντόνιζε την προπαγάνδα που απευθυνόταν στις γερμανικές μονάδες. H τοπική διοίκηση της Βέρμαχτ δεν είχε ψευδαισθήσεις για τη μαχητική αξία των μονάδων αυτών και σε έκθεση της, τον Μάιο του 1944, τις θεωρούσε έτοιμες να αυτομολήσουν.[10]


Στις αρχές του 1944 σι Γερμανοί αντιφασίστες εφοδίασαν τον ΕΛΑΣ Πελοποννήσου με δύο ασυρμάτους υπερβραχέων κυμάτων από τα γερμανικά αποθέματα και εκπαίδευσαν στη χρήση τους νεαρούς ελασίτες. Με τις συσκευές αυτές επικοινωνούσαν κατευθείαν οι αντιφασιστικοί πυρήνες στις διαβιβάσεις των Γερμανών με τους συντρόφους τους στον ΕΛΑΣ.[11] Οι τελευταίοι, την άνοιξη του 1944, συνέταξαν μια προκήρυξη που κυκλοφόρησε στις τάξεις των Πειθαρχικών ταγμάτων και καλούσε τους άνδρες τους να αυτομολήσουν στον ΕΛΑΣ. Το επόμενο διάστημα αυξήθηκε πραγματικά ο αριθμός των Γερμανών που αυτομόλησαν κατά μονάς ή σε μικρές ομάδες. Ακόμη και στην 117 Ορεινή Μεραρχία, μια επίλεκτη μονάδα, είχαν σημειωθεί αυτομολήσεις. Τα σχέδια, όμως, για μια γενικευμένη εξέγερση των μονάδων αυτών ματαιώθηκαν όταν οι έξι επικεφαλής της συνωμοσίας καταδόθηκαν από συστρατιώτες τους και εκτελέσθηκαν στις 6 Ιουνίου 1944, στην κοίτη ενός χειμάρρου 500 μέτρα δυτικά από τη σιδηροδρομική γέφυρα της Αμαλιάδας. Ανάμεσα στους εκτελεσθέντες ήταν και ο Χέρμαν Μπόντε, πρώην κομμουνιστής δημοτικός σύμβουλος στο Mπραουνσβαΐχ, ο οποίος απολάμβανε μεγάλης εκτίμησης από τους συστρατιώτες του. Άλλοι Γερμανοί αντιφασίστες καταδόθηκαν από Έλληνες συνεργάτες των κατακτητών. Θύμα τους έπεσε ο καταγόμενος από τη Δρέσδη κομμουνιστής Χάιντς Στάιερ, που υπηρετούσε ως τηλεφωνητής στην Κομαντατούρ στα Λεχαινά και εκτελέσθηκε στις 12 Ιουλίου 1944, στο χωριό Άγιος Ιωάννης.

Γερμανοί αντιφασίστες με αντάρτες του ΕΛΑΣ. Στην πρώτη σειρά (δεύτερος με το όπλο στο χέρι) ο Λούντβιχ Γκεμ

Όσοι πρόλαβαν να διαφύγουν στον ΕΛΑΣ σχημάτισαν περί τον Ίλμερ, στις 20 Ιουλίου 1944 στο χωριό Τρόπαια, το Σύνδεσμο Γερμανών Αντιφασιστών Πελοποννήσου (Verband deutscher Antifaschisten auf dem Pelopones), στον οποίο ανήκαν περίπου 60 μέλη, ορισμένα από τα οποία παρέμεναν ακόμη στις μονάδες τους. Λίγες μέρες μετά την ίδρυση του συνδέσμου ο Ίλμερ, φέροντας ελληνικά χαρτιά ταυτότητας, έπεσε πάνω σε γερμανική περίπολο, πυροβολήθηκε, συνελήφθη, δικάσθηκε και καταδικάσθηκε τρις σε θάνατο και εκτελέσθηκε. Η σορός του τάφηκε από τους Γερμανούς στο νεκροταφείο της Αμαλιάδας. Την επομένη τουφεκίσθηκε, ύστερα από κατάδοση, ο Άντον Μπέργκχουμπερ, ενώ 120 στρατιώτες στάλθηκαν σε φυλακές και στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία.[12]Ανάλογες καταστάσεις επικράτησαν και στο τάγμα 999 που στάθμευε στην περιοχή Καλαμάτα-Μεσσήνη-Πύλος-Κυπαρισσία. Και εδώ η καταστολή από τους αξιωματικούς υπήρξε αμείλικτη. Στην παραλία της Καλαμάτας εκτελέσθηκαν 13 στρατιώτες, ενώ μεμονωμένες εκτελέσεις έγιναν στην Πύλο και την Κυπαρισσία. Στο Γύθειο μια άλλη ομάδα στρατιωτών προμήθευσε τον ΕΛΑΣ με πυρομαχικά, ενώ 32 Γερμανοί στρατιώτες επωφελήθηκαν από μια επίθεση του ΕΛΑΣ εναντίον θέσεων της μονάδας τους στη Μονεμβασία για να αυτομολήσουν στους αντάρτες. Όταν τμήμα αυτού του τάγματος μεταστάθμευσε στη Ζάκυνθο, οι Γερμανοί αντιφασίστες ήρθαν σε επαφή με την ελληνική Αντίσταση και την ενίσχυσαν ποικιλοτρόπως. Αρκετοί από αυτούς που είχαν προηγουμένως αυτομολήσει παρέλασαν στην πρωτεύουσα του νησιού μετά την εκκένωσή του από τη Βέρμαχτ. Στην Κεφαλονιά, οι επαφές της Αντίστασης με τους Γερμανούς αντιφασίστες στρατιώτες ήταν περιορισμένες.

Εικόνα πάνω «Γερμανέ στρατιώτη… Μαζί ενάντια στον Χίτλερ!» Προκήρυξη της ΕΠΟΝ Αθήνας, 1944 (ΑΣΚΙ)


Εικόνα κάτω: «Γερμανοί στρατιώτες! Ο Χίτλερ οδηγεί τη Γερμανία στην καταστροφή! Παραδώστε τα όπλα σας στον ΕΛΑΣ! Πολεμήστε μαζί με τον ΕΛΑΣ! Ενάντια στον Χίτλερ!» Προκήρυξη του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ (ΕΛΙΑ)


Στα τάγματα 999 που προωθήθηκαν στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου οι αυτομολήσεις άρχισαν ήδη κατά τη διάβασή τους από την Αθήνα και τον Πειραιά. Ανάμεσα σε αυτούς που ήρθαν οε επαφή με το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ ήταν ο Γκέρχαρντ Ράινχαρτ, που προωθήθηκε στο βουνό. Κατά τη μεταφορά τους στα νησιά τα τάγματα 999 είχαν μεγάλες απώλειες από αγγλικές επιθέσεις, που βύθισαν τα πλοία και τα καΐκια σια οποία είχαν επιβιβασθεί. Στον νησιωτικό χώρο οι αντιφασιστικοί πυρήνες στα τάγματα 999 ήταν ισχυροί στη Σάμο και τη Μυτιλήνη. Με τη βοήθειά τους ο ΕΛΑΣ Σάμου διέλυσε και αφόπλισε μια μονάδα Ιταλών μελανοχιτώνων, που πολεμούσαν στο πλευρό των Γερμανών. Αυτό επέτρεψε στους Άγγλους να αποβιβασθούν στη Σάμο χωρίς να συναντήσουν αντίσταση. Σε εφαρμογή, όμως, μιας πάγιας πολιτικής, οι Άγγλοι απαίτησαν την παράδοση των Γερμανών αντιφασιστών που πολεμούσαν από τις τάξεις του ΕΛΑΣ, τους οποίους προώθησαν σε στρατόπεδα αιχμαλώτων.


Στη Ρόδο και την Κάρπαθο η τοπική διοίκηση της Βέρμαχτ επέδειξε ιδιαίτερη αγριότητα όσον αφορά την καταπίεση του ελληνικού πληθυσμού και την καταστολή των κρουσμάτων ανυπακοής και συνεργασίας με την Αντίσταση των «πολιτικών» των ταγμάτων 999. Κατά την υποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα, ήταν πολύ δύσκολο λόγω της αγγλικής ναυτικής υπεροχής να εκκενωθούν τα Δωδεκάνησα. Οι πιο αξιόμαχες μονάδες απομακρύνθηκαν αεροπορικώς, κάποιες με απώλειες διά θαλάσσης, αλλά τελικά έμειναν αποκλεισμένοι περίπου 11.000 Γερμανοί στρατιώτες. Ανάμεσά τους ήταν φανατικοί έτοιμοι να πολεμήσουν μέχρι την τελευταία σφαίρα, που ονειρεύονταν να μετατρέψουν τη Ρόδο σε πυρήνα του μελλοντικού Τέταρτου Ράιχ. αλλά και «πολιτικοί» των ταγμάτων 999 που υφίσταντο άγρια καταπίεση. Ανάμεσα στον Ιανουάριο και τον Μάρτιο του 1945 εκτελέστηκαν στη Ρόδο 11 Γερμανοί στρατιώτες και καθώς οι Βρετανοί, μετά τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας στις 8 Μαΐου 1945, άφησαν τους τυπικά παραδοθέντες Γερμανούς της Ρόδου κάτω από την παλαιά τους διοίκηση, οι διώξεις των αντιφασιστών στρατιωτών συνεχίστηκαν. Οι επικεφαλής μιας μικρής έκτασης τοπικής ανταρσίας παραδόθηκαν από τους Γερμανούς αξιωματικούς στους Άγγλους, οι οποίοι τους μετέφεραν και τους φυλάκισαν σε απομόνωση στην Αίγυπτο.[13]

Στελέχη της αντιφασιστικής επιτροπής Ελεύθερη Γερμανία (ΑΕΕΓ) στην Κοζάνη, 19 Ιανουαρίου 1945. Ανάμεσά τους ο Φάλκ Χάρνακ (τρίτος από αριστερά) και ο Γκερχάρντ Ράινχαρντ (τέταρτος από αριστερά). Συλλογή Falk Harnuck – Deutscher Widerstand im besetzten Griechenland, έκδοση στα ελληνικά και τα γερμανικά, επιμ. Χάγκεν Φλάισερ, Ινστιτούτο Γκαίτε Αθήνας, Αθήνα, 1987.

Γερμανοί της αντιφασιστικής επιτροπής στο Γ.Σ. του ΕΛΑΣ. Σκίτσα του Δημήτρη Μεγαλίδη από «Το Λεύκωμα του Αγώνα, ΕΑΜ/ΕΛΑΣ 1941-1944», Αθήνα 1946 – Βιβλιοθήκη ΑΣΚΙ


Στη Λήμνο επίσης δρούσε ανάμεσα στις γερμανικές δυνάμεις ένας ισχυρός αντιφασιστικός πυρήνας, στον οποίο ανήκε μεταξύ άλλων ο κατοπινός ιστορικός του εργατικού κινήματος , καθηγητής του Πανεπιστημίου του Μάρμπουργκ , Βόλφγκανγκ Άμπεντροτ . Η ομάδα αυτή απέτρεψε την καταστροφή της μονάδας παραγωγής ηλεκτρισμού της Λήμνου. Κατά την εκκένωση του νησιού από τους Γερμανούς, ο Άμπεντροτ αυτομόλησε μαζί μ ε άλλους πέντε στρατιώτες στον ΕΛΑΣ , από τον οποίο προωθήθηκαν στη Λέσβο , όπου χρησιμοποιήθηκαν στην προπαγάνδα που απευθυνόταν στη γερμανική φρουρά.[14]


Αντιφασιστικοί πυρήνες υπήρχαν και στους κόλπους των γερμανικών μονάδων της φρουράς της Κέρκυρας. Η στάση τους ανησύχησε τους ανωτέρους τους, που διέταξαν τον αφοπλισμό του πειθαρχικού τάγματος, ο οποίος, όμως, απετράπη όταν η διαταγή ανακλήθηκε την τελευταία στιγμή μετά από στάση των στρατιωτών. Κατά τα άλλα, η δράση των αντιφασιστών περιλάμβανε την παροχή πληροφοριών και εφοδίων στο ΕΑΜ /ΕΛΑΣ, δολιοφθορές και περιορισμένο αριθμό αυτομολήσεων κατά την εκκένωση του νησιού.[15]

Πάνω: Ο αντιφασίστας Γκέρχαρτ Ράινχαρντ


Κάτω: Γερμανοί αντιφασίστες, μέλη της ΑΕΕΓ, μαζί με αντάρτες του ΕΛΑΣ έξω από το Βόλο, Αύγουστος 1944 (Πηγή: P. Altman et al. “Der Deutsche Antifaschistische Widerstand 1933-1945 in Bildern und Dokumenten, Φραγκφούρτη, 1975.

Στη Θεσσαλία οι στρατιώτες των ταγμάτων 999 χρησιμοποιούνταν κυρίως στη φύλαξη της σιδηροδρομικής γραμμής Βόλου – Καρδίτσας- Τρικάλων. Οι «πολιτικοί» ανάμεσά τους ανέρχονταν σε περίπου 150 οργανωμένους, μέλη του ΚΚ Γερμανίας, του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και άλλων αριστερών οργανώσεων. Η δράση τους συνίστατο σε παροχή πληροφοριών και εφοδίων, στην κάλυψη της απελευθέρωσης ομήρων από τον ΕΛΑΣ και σε δολιοφθορές. Τον Αύγουστο του 1944 αυτομόλησα ν ομαδικά 58 στρατιώτες από τη φρουρά των Φαρσάλων, πέρα από τις μεμονωμένες περιπτώσεις αυτομόλησης.[16] Την ίδια εποχή, στον Βόλο, υπήρξαν ομαδικές αυτομολήσεις μετά την προδοσία σχεδίων εξέγερσης των «πολιτικών» των μονάδων 999. Οι φυγάδες σύστησαν την Αντιφασιστική Επιτροπή Βόλου και Περιχώρων , στο όνομα της οποίας κυκλοφόρησαν προκηρύξεις προς τους Γερμανούς στρατιώτες. Παράλληλα , συγκρότησαν στο πλαίσιο του ΕΛΑΣ μια διμοιρία μ ε διοικητή τον Λούντβιχ Γκεμ , μέλος του άλλοτε Διεθνούς Μαχητικού Σοσιαλιστικού Συνδέσμου (Internationaler Sozialistischer Kampfbund). Ο Γκεμ , πριν επιστρατευθεί στα 999, ήταν κρατούμενος επί χρόνια στις φυλακές και τέλος στο στρατόπεδο του Mπoύxενβαλντ. Στην περιοχή Λάρισας-Βόλου δρούσαν και άλλες ομάδες. Στο 54ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ οι γερμανοί αντάρτες εξέδιδαν την εφημερίδα Die Wahrheit (Αλήθεια). Τον Αύγουστο του 1944 ιδρύθηκε η Αντιφασιστική Επιτροπή Γερμανών Στρατιωτών «Ελεύθερη Γερμανία» , κατά το πρότυπο της επιτροπής που λειτουργούσε στη σοβιετική πλευρά του ανατολικού μετώπου . Ανάμεσα στους αρχηγούς της συγκαταλεγόταν ο Φαλκ Χάρνακ, αδελφός του μ έλους του κατασκοπευτικού δικτύου «Κόκκινη Ορχήστρα» Άρβιντ Χάρνακ. Στόχος τους ήταν η ενιαία πολιτική και στρατιωτική οργάνωση των Γερ μανών που είχαν προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ , αλλά η διοίκηση της ελληνικής οργάνωσης προτίμησε την ένταξη των Γερμανών στρατιωτών ανά μικρές ομάδες σε διαφορετικές μονάδες. Τελικά η ίδρυση της ενιαίας Αντιφασιστικής Επιτροπής ως μετωπικής οργάνωσης πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 1944 στην Καστανιά , παρουσία του Σαράφη και του Δεσπoτόπoυλoυ. ‘Το πρόγραμμά της έθετε ως στόχους: «1. Το συνασπισμό όλων των Γερμανών αντιφασιστών ανεξάρτητα από την πολιτική τους τοποθέτηση. 2. Την πάλη για την απελευθέρωση του γερμανικού .λαού και της Ευρώπης από τη σκλαβιά στην οποία τους είχαν υποβάλει ο Χίτλερ, ο εθνικοσοσιαλισμός και η Γκεστάπο. 3. Τον τερματισμό του άσκοπου πολέμου και την άμεση ειρήνευση 4. Την ετοιμότητα για την οικοδόμηση μιας Νέας Γερμανίας. 5. Την πολιτική και οικονομική συνεργασία των λαών στη βάση των ίσων δικαιωμάτων.»[17]

Πάνω: Η πρώτη σελίδα προκήρυξης της Αντιφασιστικής Επιτροπής Γερμανών Στρατιωτών «Ελεύθερη Γερμανία» από «τα ελεύθερα ελληνικά βουνά» 10.8.1944. Στην προκήρυξη αναπτύσσεται το πρόγραμμα της επιτροπής (ΑΣΚΙ)


Κάτω: Γερμανοί αντιφασίστες, μέλη του ΕΛΑΣ παρελαύνουν στη Θεσσαλονίκη κατά την απελευθέρωση της πόλης.

Η διακήρυξη δημοσιεύθηκε σε δύο εφημερίδες του ΕΑΜ και κοινοποιήθηκε στους Γερμανούς στρατιώτες μέσω προκηρύξεων. Η δραστηριότητα της Επιτροπής Ελεύθερη Γερμανία ενθαρρύνθηκε από τον αρχηγό της σοβιετικής στρατιωτικής αποστολής στην ελληνική Αντίσταση Ποπώφ, αλλά συνάντησε, σύμφωνα με τις μεταγενέστερες μαρτυρίες των μελών της, δυσκολίες από την πλευρά της αγγλικής αποστολής.[18]


Το καλοκαίρι του 1944 υπήρχαν περισσότεροι από 600 Γερμανοί αντιφασίστες στις τάξεις του ΕΛΑΣ. ΤΟ 80% από αυτούς υπήρξαν μέλη κάποιας οργάνωσης του γερμανικού εργατικού κινήματος, ορισμένοι είχαν συμμετάσχει στον ισπανικό Εμφύλιο και οι μισοί από αυτούς είχαν περάσει από τις ναζιστικές φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Με την έναρξη της αποχώρησης των Γερμανών από την Ελλάδα αυξήθηκε ο αριθμός των αυτομολησάντων . Οι περισσότεροι έμειναν οργανωμένοι σε μικρές ομάδες και ενταγμένοι σε διαφορετικές μονάδες του ΕΛΑΣ. Η Επιτροπή Ελεύθερη Γερμανία είχε, στην καλύτερη περίπτωση , μόνο έμμεση επαφή μ ε αυτές τις ομάδες. Από τον Σεπτέμβριο του 1944 η επιτροπή προσπάθησε να εντάξει τις δ ι άσπαρτες ομάδες στην οργάνωσή της και να επιβάλει τη γραμμή του λαϊκού μετώπου. Παράλληλα, προσπάθησε να συγκροτήσει αμιγώς γερμανικές εκατονταρχίες. Τελικά συγκροτήθηκαν μια εκατονταρχία στον Βόλο , άλλη μία στη Λάρισα και μια τρίτη, μειωμένης δύναμης, στο Αγρίνιο. Σε αυτή την τελευταία φάση προσχώρησαν και λίγοι αξιωματικοί της Βέρμαχτ . Η απόπειρα να αποκατασταθεί επαφή με τους Γερμανούς του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου απέτυχε καθώς ο απεσταλμένος στην επιστροφή του συνελήφθη από τους Άγγλους και χάθηκαν τα ίχνη του.[19]


Μετά την εκκένωση της Λήμνου από τους Γερμανούς ορισμένα τμήματα του τάγματος 999 διατάχθηκαν στη Μακεδονία. Στα μέσα Σεπτεμβρίου συμμετείχαν σε επιχειρήσεις αντιποίνων στην περιοχή της Νιγρίτας. Εκεί αυτομόλησε, εφοδιασμένος με το πιστοποιητικό που του είχε χορηγήσει ο ΕΛΑΣ Λήμνου, ο Αυστριακός Άουγκουστ Πίρκερ. Από τις τάξεις του ΕΛΑΣ πλέον. ο Πίρκερ παρακίνησε να αυτομολήσουν και άλλοι Γερμανοί στρατιώτες, με τους οποίους συγκρότησε μια μαχητική ομάδα 35 ανδρών . Μια λίγο μεγαλύτερη ομάδα Γερμανών μαχητών του ΕΛΑΣ συγκροτήθηκε βόρεια της Θεσσαλονίκης. Και οι δύο αυτές μονάδες ενεπλάκησαν στο πλευρό του ΕΛΑΣ σε συγκρούσεις με τους αποχωρούντες Γερμανούς. Την 1η Νοεμβρίου 1944 πήραν μέρος στη θριαμβευτική είσοδο του ΕΛΑΣ στη Θεσσαλονίκη και τρεις μέρες αργότερα στη μάχη του Κιλκίς μεταξύ του ΕΛΑΣ και των διαφόρων σωμάτων που είχαν συνεργασθεί με τους Γερμανούς.[20] Μετά την απελευθέρωση οι Βρετανοί απαίτησαν να τους παραδοθούν όλοι οι Γερμανοί που βρίσκονταν στον ΕΛΑΣ είτε ως μαχητές είτε ως αιχμάλωτοι. Ο ΕΛΑΣ έθεσε τους Γερμανούς που βρίσκονταν στις τάξεις του μπροστά στο δίλημμα είτε να παραδοθούν στους Άγγλους είτε να οδηγηθούν στα σύνορα και να διαφύγουν στη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία. Από τους Γερμανούς ελασίτες 50 ζήτησαν να προωθηθούν προς την πρώτη κατεύθυνση και 40 προς τη Βουλγαρία , όπου έλπιζαν να έρθουν οε επαφή με τον Κόκκινο Στρατό και να πολεμήσουν από τις τάξεις του εναντίον των Ναζί στη Γερμανία. Τελικά χρησιμοποιήθηκαν ως προπαγανδιστές σε στρατόπεδα Γερμανών αιχμαλώτων στη Βουλγαρία και την Ου κρανία. Ορισμένοι Γερμανοί αυτόμολοι, που πολεμούσαν με τον ΕΛΑΣ κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα, πέρασαν στην Αλβανία και εντάχθηκαν στον Εθνικοαπελευθερωτικό Στρατό Αλβανίας. ΟΙ περισσότεροι , όμως, επέλεξαν να παραδοθούν στους Βρετανούς, οι οποίοι τους μετέφεραν σε στρατόπεδα αιχμαλώτων στην Αίγυπτο, στα οποία λόγω των πολιτικών τους φρονημάτων κατά κανόνα αντιμετώπισαν χειρότερη μεταχείριση από εκείνη των πρώην αξιωματικών τους.


Συνολικά περί τους χίλιους Γερμανούς στρατιώτες αυτομόλησαν στον ΕΛΑΣ. Γνωρίζουμε ότι περίπου 200 στρατιώτες που επιχείρησαν να αυτομολήσουν ή αντιτάχθηκαν άλλως πώς στους Ναζί τoυφεκίσθηκαν από τη Βέρμαχτ ή τα SS. Από τους εκτελεσθέντες είναι εξακριβωμένα τα ονόματα περίπου 60 στρατιωτών. Σε αυτά τα θύματα των Ναζί θα πρέπει να προστεθούν και όσοι εκτελέσθηκαν συνοπτικά και εν κρυπτώ στη διάρκεια της Κατοχής είτε από Γερμανούς είτε ακόμη και από Έλληνες συνεργάτες τους.






Βιβλιογραφία


Wolfgang Abendroth, Ein Leben in der Arbeiterbewegung Gespräche, Φραγκφούρτη 1976


Hans Burkhardt, Günter Erxleben, Kurt Nettbal, Die mit dem blauen Schein. Über den antifaschistischen Widerstand in den 999er Formationen der faschistischen deutchen Wehrmacht (1942-1945), Βερολίνο 1982


Heigen Fleischer, Im Kreuzschatten der Mächte. Griechenland 1941-1944,Φραγκφούρτη 1986.


Haase, Gerhard Paul. Die anderen Soldaten. Wehrkraftzersetzung, Gehorsamsverweigerung und Fahnenflucht im Zweiten Weltkrieg, Φραγκφούρτη 1995


Hans-Peter Klausch, Die 999er, Die Bewahrungbataillone und ihr Anteil am antifaschistischen Widerstand, Φραγκφούρτη, 1986.


Frank Meyer, Von Wien nach Kalavryta Die blutige Spur der 117 Jäger Division durch Serbien und Griechenland, Moehnesee 2002


[1] Jurgen Thοmas, «Nur das ist für die Truppe Recht, was ist nützt…”, και Fietze Ausländer, “Zwölf Jahre Zachthaus! Absusitzen nach Kriegsende!”, Norbert Haase, Gerhard Paul. Die anderen Soldaten. Wehrkraftzersetzung, Gehorsamsverweigerung und Fahnenflucht im Zweiten Weltkrieg, Φραγκφούρτη 1995, σ. 44-48 και 64 αντίστοιχα.


[2] Dieter Knippschild, “Für mich ist der Krieg aus”, Deserteure in der Deutschen Wehrmacht”, Norbert Haase, Gerhard Paul, Die anderen Soldaten. Wehrkraftzersetzung, Gehorsamsverweigerung und Fahnenflucht im Zweiten Weltkrieg, ό.π., σ.123.


[3] Dieter Knippschild, “Für mich ist der Krieg aus”, Deserteure in der Deutschen Wehrmacht”, ό.π. σ. 127-129.


[4] Bernward Dörner, “Der Krieg ist verloren!”, Norbert Haase, Gerhard Paul, Die anderen Soldaten. Wehrkraftzersetzung, Gehorsamsverweigerung und Fahnenflucht im Zweiten Weltkrieg, ό.π., σ.108-112.


[5] Gerhard Paul, “Die verschwanden einfach nachts”, Norbert Haase, Gerhard Paul, Die anderen Soldaten. Wehrkraftzersetzung, Gehorsamsverweigerung und Fahnenflucht im Zweiten Weltkrieg, ό.π., σ. 147-149 και 152 κ.ε.


[6] Hans-Peter Klausch, “Erziehungsmänner und Wehrunwürdige”, Norbert Haase, Gerhard Paul, Die anderen Soldaten. Wehrkraftzersetzung, Gehorsamsverweigerung und Fahnenflucht im Zweiten Weltkrieg, ό.π., σ. 76-82.


[7] Wolfgang Abendroth, Ein Leben in der Arbeiterbewegung Gespräche,Φραγκφούρτη 1976, σ. 184-186. Βλ. επίσης Hans Burkhardt, Günter Erxleben, Kurt Nettbal, Die mit dem blauen Schein. Über den antifaschistischen Widerstand in den 999er Formationen der faschistischen deutchen Wehrmacht (1942-1945), Βερολίνο 1982, σ. 6.


[8] Hans Burkhardt, Günter Erxleben, Kurt Nettbal, Die mit dem blauen Schein. Über den antifaschistischen Widerstand in den 999er Formationen der faschistischen deutchen Wehrmacht (1942-1945), Βερολίνο 1982, ό.π., σ. 161-164 και Hans-Peter Klausch, “Erziehungsmänner und Wehrunwürdige”, ό.π., σ. 134-136.


[9] Hans Burkhardt, Günter Erxleben, Kurt Nettbal, Die mit dem blauen Schein. Über den antifaschistischen Widerstand in den 999er Formationen der faschistischen deutchen Wehrmacht (1942-1945), Βερολίνο 1982, ό.π., σ. 187-189 και Hermann Frank Meyer, Von Wien nach Kalavryta Die blutige Spur der 117 Jäger Division durch Serbien und Griechenland, Moehnesee 2002, σ. 166.


[10] Hans-Peter Klausch, “Erziehungsmänner und Wehrunwürdige”, ό.π., σ. 200.


[11] Hans Burkhardt, Günter Erxleben, Kurt Nettbal, Die mit dem blauen Schein. Über den antifaschistischen Widerstand in den 999er Formationen der faschistischen deutchen Wehrmacht (1942-1945), Βερολίνο 1982, ό.π., σ. 170-172


[12] Hans Burkhardt, Günter Erxleben, Kurt Nettbal, Die mit dem blauen Schein. Über den antifaschistischen Widerstand in den 999er Formationen der faschistischen deutchen Wehrmacht (1942-1945), Βερολίνο 1982, ό.π., σ. 180.


[13] Hans-Peter Klausch, “Erziehungsmänner und Wehrunwürdige”, ό.π., σ. 317 και Hans Burkhardt, Günter Erxleben, Kurt Nettbal, Die mit dem blauen Schein. Über den antifaschistischen Widerstand in den 999er Formationen der faschistischen deutchen Wehrmacht (1942-1945), Βερολίνο 1982, ό.π., σ. 266-270.


[14] Wolfgang Abendroth, Ein Leben in der Arbeiterbewegung Gespräche, ό.π., σ. 187-189.


[15] Hans-Peter Klausch, “Erziehungsmänner und Wehrunwürdige”, ό.π., σ. 230.


[16] Hans-Peter Klausch, “Erziehungsmänner und Wehrunwürdige”, ό.π., σ. 243-246.


[17] Hans-Peter Klausch, “Erziehungsmänner und Wehrunwürdige”, ό.π., σ. 336.

[18] Hans Burkhardt, Günter Erxleben, Kurt Nettbal, Die mit dem blauen Schein. Über den antifaschistischen Widerstand in den 999er Formationen der faschistischen deutchen Wehrmacht (1942-1945), Βερολίνο 1982, ό.π., σ. 275-278.

[19] Hans Burkhardt, Günter Erxleben, Kurt Nettbal, Die mit dem blauen Schein. Über den antifaschistischen Widerstand in den 999er Formationen der faschistischen deutchen Wehrmacht (1942-1945), Βερολίνο 1982, ό.π., σ. 286-288.

[20] Hans Burkhardt, Günter Erxleben, Kurt Nettbal, Die mit dem blauen Schein. Über den antifaschistischen Widerstand in den 999er Formationen der faschistischen deutchen Wehrmacht (1942-1945), Βερολίνο 1982, ό.π., σ. 300.

 

Σαν σήμερα η σφαγή στο Δίστομο

Στο Δίστομο του νομού Βοιωτίας έγινε κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο μια εκ των μεγαλύτερων σφαγών αμάχων από τις στην Ελλάδα Γερμανικές κατοχικές δυνάμεις.
Στις 10 Ιουνίου του 1944 ο Fritz Laufenbach, λοχαγός των SS του 2ου λόχου του 1ου τάγματος του 7ου τεθωρακισμένου συντάγματος της αστυνομίας SS, έλαβε διαταγή να μετακινήσει τον λόχο του από την Λειβαδιά προς το Δίστομο, Στείρι και Κυριάκι με σκοπό τον εντοπισμό ανταρτών στην δυτική πλευρά του Ελικώνα. Σαν δόλωμα οι Γερμανοί είχαν 2 επιταγμένα Ελληνικά φορτηγά γεμάτα με άνδρες των SS μεταμφιεσμένους σε χωρικούς, που προπορεύονταν της κύριας φάλαγγας. Ταυτόχρονα ο 10ος και 11ος λόχος του 3ου τάγματος από την Άμφισσα κατευθυνόταν προς το Δίστομο για να συναντήσουν τον 2ο λόχο. Οι 3 λόχοι συναντήθηκαν χωρίς να έχουν εντοπίσει αντάρτες εκτός από 18 παιδιά που κρύβονταν σε γύρω στάνες. Έξι από τα παιδιά που προσπάθησαν να δραπετεύσουν εκτελέστηκαν. Οι Γερμανοί μπήκαν στο Δίστομο και εκφοβίζοντας τους χωρικούς έμαθαν ότι υπήρχαν αντάρτες στο Στείρι. Ο 2ος λόχος κατευθύνθηκε προς τα εκεί και στην θέση Λιθαράκι ,περιοχή του Στειρίου έπεσε σε ενέδρα των ανταρτών του 11ου λόχου του 3ου τάγματος του 34ου συντάγματος του ΕΛΑΣ. Η μάχη του Στειρίου ήταν σκληρή και κράτησε περίπου μέχρι τις δύο το μεσημέρι αναγκάζοντας τους Γερμανούς σε οπισθοχώρηση. Οι απώλειες των Γερμανών ήταν περίπου 40 νεκροί και των ανταρτών 1.
Η μάχη του Στειρίου
Το πρωί του Σαββάτου της 10ης Ιουνίου του 1944 οι δυνάμεις του 11ου Λόχου του ΙΙΙ/34 τάγματος του ΕΛΑΣ με Διοικητή τον Λοχαγό Χριστόφορο παίρνοντας εντολή έφυγαν από το Κυριάκι και κατέβηκαν στο Στείρι, περιμένοντας τις επίλεκτες δυνάμεις των Γερμανών που είχαν διαταχθεί από την Λιβαδειά και την Άμφισσα να έλθουν με σκοπό την τρομοκράτηση και εκφοβισμό του πληθυσμού του Διστόμου, αλλά και του Στειρίου και του Κυριακίου . Εκείνη την χρονική περίοδο πολλοί κάτοικοι των χωριών αυτών ήσαν οργανωμένοι στο ΕΑΜ και βοηθούσαν τον ΕΛΑΣ στον αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδας ,ενώ το Γ΄ Ράιχ είχε υποστεί σημαντικές ήττες τόσο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη.
Οι αντάρτες φτάνοντας στο Στείρι επέλεξαν το κατάλληλο σημείο στήνοντας ενέδρα με τρεις διμοιρίες στη θέση Λιθαράκι 1,5 χιλιόμετρο πριν το χωριό περιμένοντας τους Γερμανούς. Οι Γερμανοί φθάνοντας στο Δίστομο και τρομοκρατώντας τους κατοίκους απόσπασαν την πληροφορία ότι υπάρχουν αντάρτες στο Στείρι. Έτσι πριν τις 12:00 το μεσημέρι, 4 γερμανικά και 2 επιταγμένα ελληνικά φορτηγά γεμάτα με άνδρες των SS μεταμφιεσμένους σε χωρικούς για να μην κινήσουν υποψίες , έφυγαν από το Δίστομο με προορισμό το Στείρι με σκοπό να συνεχίσουν και εκεί τα ίδια (βιαιοπραγίες, εκφοβισμό και εκτελέσεις του πληθυσμού).Η μάχη κράτησε περίπου μέχρι τις δύο το μεσημέρι αναγκάζοντας τους Γερμανούς σε οπισθοχώρηση . Οι απώλειες των Γερμανών ήταν περίπου 40 νεκροί άνδρες, μεταξύ αυτών και ένας αξιωματικός που εκτελούσε χρέη μεταφραστή, ο οποίος μεταφέρθηκε τραυματισμένος και πέθανε στο Δίστομο ενώ των Ελλήνων 15 νεκροί.
Έτσι τελείωσε η μάχη αυτή με οδυνηρές απώλειες για τους Γερμανούς αλλά και για τον άμαχο και αθώο πληθυσμό του γειτονικού χωριού.
Η Σφαγή του Διστόμου
Μετά την μάχη οι Γερμανοί μπήκαν στο Δίστομο και σε αντίποινα για τις απώλειές τους άρχισαν την σφαγή όσων κατοίκων έβρισκαν στο χωριό. Η μανία τους ήταν τόσο μεγάλη, ώστε δεν ξεχώριζαν από το μακελειό ούτε τα γυναικόπαιδα ούτε τους ηλικιωμένους. Τον ιερέα του χωριού τον αποκεφάλισαν, βρέφη εκτελέστηκαν και γυναίκες βιάστηκαν πριν θανατωθούν. Η σφαγή σταμάτησε μόνον όταν νύχτωσε και αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην Λειβαδιά, αφού πρώτα έκαψαν τα σπίτια του χωριού. Οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν και κατά την επιστροφή των Γερμανών στην βάση τους, καθώς σκότωναν όποιον άμαχο έβρισκαν στον δρόμο τους. Οι νεκροί του Δίστομου έφτασαν τους 228, εκ των οποίων οι 117 γυναίκες και 111 άντρες, ανάμεσά τους 53 παιδιά κάτω των 16 χρόνων. Η μαρτυρία του απεσταλμένου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού Eλβετού George Wehrly ο οποίος έφτασε στο Δίστομο μετά λίγες μέρες μιλάει για 600 νεκρούς στην ευρύτερη περιοχή.
Ένας από τους επί κεφαλής που θεωρήθηκε υπεύθυνος για την σφαγή στο Δίστομο Χανς Τσάμπελ (Hans Zampel) μετά το τέλος του πολέμου συνελήφθη στην Γαλλία και εκδόθηκε στην Ελλάδα. Στην πορεία ζητήθηκε η μεταφορά του στην Γερμανία για τις εκεί έρευνες όπου και παρέμεινε. Σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες ζει ως σήμερα ελεύθερος.
Ο λοχαγός των SS Φριτς Λάουτενμπαχ (Fritz Lautenbach) είναι ο άνθρωπος που εκτέλεσε την εντολή και συνέταξε την σχετική ψευδή αναφορά. Η αναφορά του Lautenbach αμφισβητήθηκε άμεσα από τον επίσης αυτόπτη μάρτυρα της μυστικης αστυνομίας, Georg Koch, o οποίος συνόδευε την αποστολή.

 

Άρης Βελουχιώτης

 Αναδημοσίευση από τον ΚΟΚΚΙΝΟ ΦΑΚΕΛΟ



Την Τρίτη 19 Ιουνίου του 1945, η εφημερίδα του Πολιτικού Συνασπισμού Κομμάτων του ΕΑΜ «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ» ανήγγειλε στο βασικό θέμα της πρώτης της σελίδας την επιβεβαίωση μιας συγκλονιστικής είδησης για όλο το ΕΑΜικό κίνημα εθνικής αντίστασης 1941-1944, ιδιαίτερα δε για τους αγωνιστές του ΕΛΑΣ. Η είδηση, που κυκλοφορούσε ως φήμη από τις προηγούμενες ημέρες, αφορούσε το θάνατο του Θανάση Κλάρα, του πρωτοκαπετάνιου του ΕΛΑΣ, που πλέον περνούσε στην ιστορία με το αντιστασιακό του όνομα ΑΡΗΣ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ. Εγραφε η «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ» στον τίτλο του βασικού της θέματος: «Ο ΑΡΗΣ ΣΚΟΤΩΘΗΚΕ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΠΟΛΥΩΡΗ ΣΥΜΠΛΟΚΗ – Το λαϊκό δημοκρατικό κίνημα αποκήρυξε ΕΝΑΝ ΑΠΕΙΘΑΡΧΟ ΟΠΑΔΟ ΤΟΥ αλλά ο Δοσιλογισμός εκρέμασε το κεφάλι ΕΝΟΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΗ». Ο τίτλος αυτός απέδιδε πλήρως την αλήθεια των πραγμάτων. Δεν μπορεί να συγχέεται ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε το ΚΚΕ και το ΕΑΜικό κίνημα τον Αρη Βελουχιώτη, μετά την απόφαση του τελευταίου να αντιταχθεί εμπράκτως στην πολιτική του κινήματος, όπως αυτή εκφραζόταν στο πλαίσιο της Συμφωνίας της Βάρκιζας, με τη στάση που κράτησε απέναντί του η αντίδραση.

Εκείνη την εποχή, την εποχή του θανάτου του, δεν υπήρχε δεύτερη άποψη σε ολόκληρο το ΕΑΜικό κίνημα: Ο Αρης Βελουχιώτης ήταν ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ, από τους πρωτοπόρους του αντιστασιακού κινήματος, ένας από τους κορυφαίους λαϊκούς αγωνιστές, που μετά τη Βάρκιζα είχε παραβιάσει τους κανόνες πειθαρχίας του κινήματος. Την ίδια αξία απέδιδε στον Αρη και η αντίδραση: Τον θεωρούσε κορυφαίο λαϊκό – εθνικό αγωνιστή κι ακριβώς γι’ αυτό το λόγο επιδίωξε και πέτυχε την εξόντωσή του, βοηθούμενη αντικειμενικά και από τη δική του στάση, μια στάση που τον ωθούσε στη σύγκρουση με το Κόμμα του και το ΕΑΜ και εκ των πραγμάτων στην αυτοαπομόνωσή του. Πριν προχωρήσουμε σε μια πιο ολοκληρωμένη έκθεση της προσωπικότητας του Αρη Βελουχιώτη και των γεγονότων που οδήγησαν στο τραγικό του τέλος, οφείλουμε να δώσουμε στον αναγνώστη δύο ακόμη ιστορικά στοιχεία που βοηθούν στην πληρέστερη κατανόηση των όσων έγραφε η εφημερίδα του ΕΑΜ στο προαναφερόμενο δημοσίευμά της.


Λίγες ημέρες πριν το τέλος…


Στις 16 Ιουνίου του 1945, ημέρα θανάτου του Αρη, από τραγική σύμπτωση, ο «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ» δημοσίευσε την απόφαση της ΚΕ για τη διαγραφή του από το Κόμμα. Η απόφαση αυτή είχε ληφθεί στην 11η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ στις αρχές Απρίλη του ιδίου έτους. Λίγες ημέρες πριν, με δήλωσή του στο «Ρ» ο ΓΓ της ΚΕ του Κόμματος Ν. Ζαχαριάδης είχε προαναγγείλει τη δημοσίευση της διαγραφής, καταγγέλλοντας ανοιχτά την απειθαρχία του Αρη Βελουχιώτη. Υπό τον τίτλο «Το ΚΚΕ καταγγέλλει ανοιχτά τον Αρη Βελουχιώτη», ο «Ρ» έγραψε1: «Ο σ. Ζαχαριάδης μας ανακοίνωσε ότι η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ αφού συζήτησε πάνω σε εκθέσεις που ήρθαν από διάφορες κομματικές οργανώσεις, αποφάσισε να καταγγείλει ανοιχτά την ύποπτη και τυχοδιωκτική δράση του Αρη Βελουχιώτη (Θανάση Κλάρα ή Μιζέρια). Ο Βελουχιώτης και ύστερα από τη σύναψη της συμφωνίας της Βάρκιζας συνέχισε τη δράση του. Η δράση αυτή, που μονάχα την αντίδραση μπορούσε να εξυπηρετήσει, γιατί της έδινε όπλα για να χτυπά το ΚΚΕ, να παραβιάζει τη συμφωνία της Βάρκιζας και να δικαιολογεί τα εγκλήματά της, δεν επιτρέπει πια καμία καθυστέρηση για την ανοιχτή καταγγελία του Αρη Βελουχιώτη. Οπως είναι γνωστό ο Βελουχιώτης (Θανάσης Κλάρας) στον καιρό της δικτατορίας του Μεταξά είχε πιαστεί και είχε κάνει δήλωση μετανοίας και αποκήρυξης του ΚΚΕ».
Η καταγγελία του Αρη από το Κόμμα καθιστούσε πλέον τυπικό το ζήτημα της κοινοποίησης της διαγραφής του. Ο ταξικός αντίπαλος, αντιλαμβανόμενος τη σημασία του, δεν άφησε ανεκμετάλλευτο το γεγονός, όπως άλλωστε έκανε και κάνει σε όλες τις παρόμοιες περιπτώσεις. Ηταν μάλιστα τόσο προκλητική αυτή η συμπεριφορά της αντίδρασης που ο «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ» δεν μπόρεσε να την αγνοήσει. Στο φύλλο που βγήκε την παραμονή του θανάτου του Αρη, στην πρώτη σελίδα, υπό τον τίτλο «Χαμένος Κόπος» δημοσιεύτηκε ένα ανυπόγραφο σχόλιο γραμμής στο οποίο μεταξύ άλλων αναφερόταν2: «Η αντίδραση θορυβεί γύρω από το ζήτημα της διαγραφής του Αρη Βελουχιώτη και ανέλαβε την υπεράσπισή του. Μάταια όμως θορυβεί… Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας ο Θανάσης Κλάρας ή Αρης Βελουχιώτης, όπως γράψαμε ήδη, συνεχίζει τη δράση που μόνο την αντίδραση εξυπηρετεί και ξέχασε την υπόσχεση που είχε δώσει στο κόμμα όταν το 1942 ζήτησε να χρησιμοποιηθεί καθώς και τις υποχρεώσεις που έχουν τα μέλη και τα στελέχη του ΚΚΕ. Για τους λόγους αυτούς και ανεξάρτητα από τις υπηρεσίες που πρόσφερε στον αντάρτικο αγώνα το ΚΚΕ δε δίστασε ούτε στιγμή και τον διέγραψε… Σήμερα η αντίδραση, που έβριζε χυδαία τον Θανάση Κλάρα, όταν πάλευε για τα συμφέροντα του έθνους, ανέλαβε την υπεράσπισή του και είναι αφειδώλευτη σε επαίνους δείχνοντας έτσι τη συμπάθειά της προς κάθε τι αντιλαϊκό. Και μόνο το γεγονός αυτό είναι αρκετό για ν’ αποδείξει πόσο το ΚΚΕ έχει δίκιο και πόσο βάζει πάνω απ’ όλα τα συμφέροντα του λαού. Χαμένος κόπος, λοιπόν, οι υστερικές κραυγές». Λίγες ημέρες αργότερα, όταν ο Αρης θα είναι πια νεκρός, η ντόπια αντίδραση δε θα διστάσει, για παραδειγματισμό του λαού, να κρεμάσει το κεφάλι του και το κεφάλι του συντρόφου του Τζαβέλα σ’ ένα φανοστάτη στα Τρίκαλα και να αφήσει τα ακέφαλα κορμιά τους βορά στα αγρίμια.

Ας δούμε όμως τώρα ποιος ήταν ο Αρης Βελουχιώτης, παρακολουθώντας την πορεία του από τα πρώτα βήματα της ζωής του.
Τα πρώτα του βήματα στη ζωή
Ο Αρης Βελουχιώτης (Θανάσης Κλάρας) γεννήθηκε στη Λαμία στις 27 Αυγούστου του 1905. Ηταν το τρίτο παιδί του Δημήτρη και της Αγλαΐας Κλάρα. Στην οικογένεια υπήρχαν άλλα τρία παιδιά: Ο Περικλής, η Ευαγγελία και ο Μπάμπης. Η οικογένεια του Αρη ήταν γενικά εύπορη με ρίζες αγωνιστικές. Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος, αλλά είχε και κτηματική περιουσία, ελαιοτριβείο και σαπουνοποιείο. Οι προπάπποι του, από μητέρα κι από πατέρα, είχαν πάρει ενεργό μέρος στην Επανάσταση του 1821. Γράφει σχετικά ο Πάνος Λαγδάς στην κλασική, πλέον, εργασία του για τον Αρη3: «Οι πρόγονοί του πήραν μέρος στην επανάσταση του Εικοσιένα και διακρίθηκαν για την τόλμη τους και την παλικαριά τους. Ενας απ’ αυτούς, ο Ανδρέας Κλάρας, στα ηρωικά εκείνα χρόνια του ξεσηκωμού του έθνους αγωνίστηκε για την απελευθέρωση της πατρίδας πολεμώντας τους Τούρκους σαν αξιωματικός στα σώματα των οπλαρχηγών του Εικοσιένα Πανουργιά και Δυοβουνιώτη. Αλλά και άλλος πρόγονός του, από τη μητέρα του – που ανήκε στη Σουλιώτικη οικογένεια Ζέρβα, η οποία ύστερα από την καταστροφή του Σουλίου κατέφυγε στο Μεσολόγγι – πολέμησε γενναία τους Τούρκους με τον Μάρκο Μπότσαρη, στις μάχες που έδωσε κοντά στο Καρπενήσι, επίσης και στο Μεσολόγγι. Μάλιστα την εποχή που βρισκόταν στο Μεσολόγγι (όπως το θέλει η παράδοση) ήταν στα σώματα που είχε οργανώσει ο Μπάιρον».
Το 1911 ο μικρός Θανάσης Κλάρας γράφτηκε στο Δημοτικό σχολείο του «Λαχανά» και το 1915 γράφτηκε στο σχολαρχείο. Μετά το σχολαρχείο θα γραφεί στο ανώτερο τμήμα της «Αβερώφειου Γεωργικής Σχολής» της Λάρισας (Μέση Γεωπονική Σχολή με τρίχρονη φοίτηση), απ’ όπου και θα αποφοιτήσει το 1922. Ο Θανάσης ήταν πολύ δραστήριος, σωστός ταραξίας, από πολύ μικρός. Απείθαρχος, ανυπότακτος, ερχόταν συχνά αντιμέτωπος με τους κανόνες ζωής της μικρής κοινωνίας της Λαμίας. Ετσι, όταν στα 1919 έφυγε για να σπουδάσει στη Λάρισα «ησύχασε κι η Λαμία από την πέτρα του σκανδάλου της», γράφει ο αδελφός του Μπάμπης4.

Απόφοιτος πια γεωπόνος, με τη βοήθεια του πατέρα του, ο Θανάσης διορίζεται στη Γεωργική Υπηρεσία και αρχικά υπηρετεί στα Μπούκια (Παρανέστιο) Δράμας, ενώ το 1923 θα μετατεθεί στα Τρίκαλα. Γρήγορα, όμως, θα παραιτηθεί ερχόμενος σε διαφωνία με την υπηρεσία, ειδικότερα δε με το καθεστώς της συναλλαγής και του ρουσφετιού που κυριαρχούσε στο δημόσιο. Κατόπιν θα αρνηθεί την πρόταση του πατέρα του να ασχοληθεί με την κτηματική περιουσία της οικογένειας και θα πάρει το δρόμο προς την πρωτεύουσα για να φτιάξει μόνος του τη ζωή του5.
Η μεγάλη στροφή στη ζωή του
Στην Αθήνα ο Θ. Κλάρας θα συνδεθεί στενά με τον συμπατριώτη του Τάκη Φίτσο, ο οποίος στάθηκε δάσκαλός του, τον βοήθησε να ξεκαθαρίσει τις ανησυχίες του, να διευρύνει τους ορίζοντές του. Σύντομα ο Φίτσος χρησιμοποιεί τον Θανάση σε διάφορες κομματικές δουλιές που αποτελούσαν τότε απαραίτητη προϋπόθεση δοκιμασίας του οποιουδήποτε υποψηφίου για ένταξη στο Κόμμα ή στην οργάνωση της Νεολαίας.
Με την ένταξή του στο επαναστατικό κίνημα ο Θανάσης κλείνει οριστικά τον πρώτο κύκλο της ζωής του και βρίσκει ουσιαστική διέξοδο και περιεχόμενο ζωής, πραγματικό σκοπό για να διοχετεύσει τις δημιουργικές ανησυχίες του, την τόλμη και το ατίθασο του εαυτού του. Για το θέμα αυτό έχει μιλήσει ο ίδιος με επιστολή του που δημοσιεύτηκε στο «Ριζοσπάστη» το Σεπτέμβρη του 1931, σε απάντηση της κατηγορίας που είχαν εκτοξεύσει σε βάρος του, ότι το 1924 είχε καταδικαστεί για κλοπή. Γράφει χαρακτηριστικά6:
«Καταδικάστηκα για κλοπή το 1924; Εκανα κλοπή το 1924; Ναι! Και έκανα την κλοπή και καταδικάστηκα!
Γιατί έκλεψα; Γεννημένος μέσα στο καθεστώς αυτό της ληστείας, της διαφθοράς, του πνευματικού σκότους και της διαστρέβλωσης της πνευματικής, έχοντας για σύμβουλο τον διεφθαρμένο αστικό πολιτισμό, έφτασα στο σημείο να κλέψω. Οχι αυτό μόνο. Ρωτήστε τον τόπο της καταγωγής μου: Θα μάθετε πως στα μικρά μου χρόνια χαρτόπαιζα, μεθούσα, πιστόλιζα για το τίποτε και τον τυχόντα μέσα στα καφενεία. Αυτά ως το 1924, ακόμα και το ’25 σχεδόν, όταν επί τέλους άρχισα με τη βοήθεια κομμουνιστών εργατών και διανοουμένων να βλέπω όχι θολά, μα με κάποια καθαρότητα. Εφτασε λίγος καιρός να απαλλαγώ απ’ την επίδραση του διεφθαρμένου αστικού πολιτισμού. Ημουνα πια στους κόλπους του Κομμουνιστικού κόμματος. Αν στη ζωή μου υπάρχει ένα σημείο που με συγκίνηση και με υπερηφάνεια αφάνταστη από καιρού σε καιρό γυρίζω και βλέπω, είναι ακριβώς η εποχή που μπήκα στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Διαπαιδαγωγήθηκα ταξικά, έμαθα το συμφέρο μου, πέταξα τον κεφαλαιοκρατικό πολιτισμό στα μούτρα της λωποδύτριας μπουρζουαζίας και ρίχτηκα με πίστη, με θέληση, με ηρωισμό στον αγώνα για τις εργαζόμενες μάζες. Εκτοτε δεν έχω στο ενεργητικό μου παρά φυλακίσεις για πάλη επαναστατική. Μιλάν τα γεγονότα, μιλάει αυτή η αλήθεια. Ούτε ΜΙΑ ΚΗΛΙΔΑ. Είναι αυτό σε βάρος μου; Είναι αυτό στοιχείο ενάντια στο Κομμουνιστικό Κόμμα; ΤΙΜΗ ΜΟΥ ΜΕΓΑΛΗ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΙΜΗ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΣΤΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΜΟΥ ΑΝΗΚΕΙ ότι γλίτωσα απ’ τη διαφθορά της συνείδησης, στην οποία με οδηγούσε το ληστρικό αστικό καθεστώς και κόσμησα τον Κλάρα που φερόντανε τροχάδην στον γκρεμό με ΑΓΝΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΑ στοιχεία και μόνο με τέτοια».


Η αρχή της οργανωμένης δράσης του Θ. Κλάρα μέσα από τις γραμμές της ΟΚΝΕ τοποθετείται χρονολογικά στα 1924 με 1925. Ο ισχυρισμός του Λευτέρη Αποστόλου ότι τον γνώρισε ως στέλεχος της ΟΚΝΕ το 1923 μάλλον οφείλεται σε παραπλάνηση μνήμης7. Πάντως, το 1925, που θα καταταγεί στο στρατό για να υπηρετήσει τη θητεία του, ο Θανάσης είναι ήδη μέλος της Κομμουνιστικής Νεολαίας. Στο στρατό, λόγω της μόρφωσής του, αλλά και των ικανοτήτων του, παίρνει το βαθμό του δεκανέα και τον προτείνουν για τη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών. Στη σχολή δεν πρόκειται να πάει ποτέ. Γρήγορα γίνεται αντιληπτός για την επαναστατική του δράση, καθαιρείται από δεκανέας και στέλνεται «ως επικίνδυνος κομμουνιστής» να περάσει το υπόλοιπο της θητείας του περιορισμένος στον «πειθαρχικό ουλαμό» στο Καλπάκι8. Στο Καλπάκι, ο Θανάσης Κλάρας κράτησε στάση πραγματικού λαϊκού αγωνιστή και ο «Ριζοσπάστης» της εποχής πολλές φορές αναφέρει το όνομά του σε ρεπορτάζ από το μαρτυρικό στρατόπεδο.
Το 1927 ο Κλάρας απολύεται από το στρατό. Φτάνει στην Αθήνα, ξανασυνδέεται με την ΟΚΝΕ και γρήγορα θα αναδειχτεί στέλεχός της. Στην κομματική δουλιά δεν εμφανίζεται με το πραγματικό του όνομα, αλλά με ψευδώνυμο για λόγους συνωμοτικούς. Το ψευδώνυμο που χρησιμοποιεί είναι «ΜΙΖΕΡΙΑΣ». Λέγεται πως ο ίδιος διάλεξε αυτό το ψευδώνυμο, γιατί απηχούσε τη μιζέρια και την εξαθλίωση του λαού9. Στην ΟΚΝΕ δούλεψε σε διάφορες δουλιές, υπήρξε συντάκτης της εφημερίδας «ΝΕΟΛΑΙΑ» και μέλος της Περιφερειακής Επιτροπής Αθήνας της Οργάνωσης. Επίσης δούλεψε στο κομματικό «Σοσιαλιστικό Βιβλιοπωλείο», που είχε διευθυντή τον Γ. Ζέβγο, και είχε συνεργασία με τον «Ριζοσπάστη», ενώ αργότερα υπήρξε συντάκτης του.

 Το 1929 ο Κλάρας περνάει στο ΚΚΕ και, ανάμεσα στις δουλιές που είχε, χρεώθηκε και ειδική δουλιά, που, μεταξύ άλλων, αφορούσε την κομματική περιφρούρηση, την οργάνωση δραπετεύσεων αγωνιστών από τις φυλακές, την εξασφάλιση πλαστών ταυτοτήτων για τους παράνομους συντρόφους κλπ. Από το 1934 έως τη σύλληψή του από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, ο Θανάσης Κλάρας χρησιμοποιείται σε υπεύθυνες κομματικές δουλιές στην επαρχία (Μυτιλήνη, Εβρος, Μακεδονία κλπ.) και ανταποκρίνεται με επιτυχία. Σ’ όλη, δε, την περίοδο της κομματικής του ζωής και μέχρι το ’36, θα συλληφθεί, θα φυλακιστεί και θα εξοριστεί πολλές φορές.
Η δικτατορία του Μεταξά θα τον συλλάβει στα τέλη του ’36 – αρχές του ’37 και θα τον φυλακίσει στην Αίγινα. Οταν, όμως, μεταφέρθηκε στην Αθήνα (1937) για να δικαστεί, κατάφερε να αποδράσει από το δικαστήριο και πέρασε στην παρανομία. Στο διάστημα αυτής της νέας παρανομίας του, θα δουλέψει στην παράνομη κομματική δουλιά στη Μακεδονία, αλλά θα τον ξανασυλλάβουν στη Δράμα, στις 28 Σεπτέμβρη του 1937, και θα τον ξαναστείλουν στις φυλακές της Αίγινας.
Οπως προκύπτει από κάποια, προσφάτως δημοσιευμένα, ντοκουμέντα του Αρχείου του Μανιαδάκη, στις αρχές Ιούνη του 1939, ο Θανάσης Κλάρας μεταφέρθηκε στις φυλακές της Κέρκυρας. Στις 8 του ιδίου μήνα υπέγραψε την πρώτη «δήλωση μετανοίας», η οποία, όμως, είχε πολύ γενικό χαρακτήρα – ήταν μια απλή υπόσχεση αποχής από την πολιτική δράση και ιδιώτευσης. Ετσι δεν έγινε αποδεκτή από το καθεστώς της δικτατορίας, με αποτέλεσμα να μην του επιτραπεί η αποφυλάκιση, εάν δεν υπέγραφε συμπληρωματική δήλωση με την οποία θα αποκήρυσσε «τον κομμουνισμόν ως σύστημα ολέθριον διά την ελληνικήν πραγματικότητα και διαλυτικόν των μεγάλων ηθικών εννοιών, Πατρίδος, θρησκείας και οικογένειας». Τη συμπληρωματική αυτή δήλωση την υπέγραψε στις 27 Ιούνη 1939. Στις 23 Αυγούστου του ιδίου έτους, εκδόθηκε η απόφαση αποφυλάκισή τους και στις 5 Σεπτέμβρη αποφυλακίστηκε10.

Γύρω από τη δήλωση μετανοίας του Κλάρα, έχει δημιουργηθεί πλήθος συγχύσεων. Η πρώτη σύγχυση αφορά το περιεχόμενο της δήλωσης – που απ’ ορισμένους δε θεωρήθηκε τίποτε το εξαιρετικό11 – διότι στον Τύπο της εποχής δημοσιεύτηκε η αρχική δήλωση12, χωρίς τη συμπληρωματική της αποκήρυξης του κομμουνισμού. Επρόκειτο για μια πάγια τακτική των διωκτικών αρχών να κρατάνε στα χέρια τους κρυφά χαρτιά, με τα οποία μπορούσαν να ελέγχουν, να απειλούν, να εκβιάζουν, ακόμη και να χρησιμοποιούν για πολλά χρόνια μετά τους αγωνιστές που είχαν κάνει υποχώρηση. Η δεύτερη σύγχυση αφορά τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες ο Θανάσης Κλάρας έφτασε στη δήλωση μετανοίας. Εχει υποστηριχτεί πως ό,τι έκανε το έκανε ύστερα από εντολή του Ν. Ζαχαριάδη, ο οποίος, δήθεν, του ανέθεσε την αποστολή να βγει από τη φυλακή και να βοηθήσει στο ξεκαθάρισμα του παράνομου μηχανισμού του Κόμματος από τους χαφιέδες13. Ενας τέτοιος ισχυρισμός, όμως, δεν αποδεικνύεται από πουθενά και, φυσικά, ελάχιστους πείθει. Ο Μπάμπης Κλάρας τον επικαλείται εντελώς χλιαρά, ο Λαγδάς τον απορρίπτει και το ίδιο κάνει ακόμη κι αυτός ο Χαριτόπουλος, ο οποίος μιλάει για μυθολογία14.
Πάντως, μετά την αποφυλάκισή του, ο Κλάρας δεν ιδιώτευσε, δε λούφαξε, δεν εγκατέλειψε το κίνημα. Εδρασε, με όσες δυνατότητες είχε κι όσο φυσικά του επέτρεπαν οι συνθήκες.

Στον ΕΛΑΣ

Με την έναρξη του Ελληνο-Ιταλικού πολέμου, ο Θ. Κλάρας θα βρεθεί στο Αλβανικό μέτωπο σαν λοχίας του πυροβολικού και με την είσοδο της Γερμανίας στον πόλεμο και την κατάρρευση του μετώπου θα επιστρέψει στην Αθήνα. Στους συναδέλφους του φαντάρους, λέγεται ότι συνιστούσε να μην παραδώσουν τον οπλισμό τους, αλλά να τον κρύψουν για να μπορέσουν στη συνέχεια να αντισταθούν στον κατακτητή. Στις 15/5/1941 ο Κλάρας συμμετέχει σε σύσκεψη στο δασύλλιο της Καισαριανής με θέμα την οργάνωση της αντίστασης. Παράλληλα, ο ίδιος με δικιά του πρωτοβουλία συγκροτεί μηχανισμό, τον οποίο και παραδίδει στη συνέχεια στη νέα ΚΕ που θα αναλάβει να ανασυγκροτήσει το ΚΚΕ.
Το Νοέμβρη του 1941 στέλνεται από την ΚΕ του ΚΚΕ στη Ρούμελη για να εξετάσει τις δυνατότητες ανάπτυξης του αντάρτικου κινήματος. Επιστρέφει το Δεκέμβρη του ίδιου έτους, υποβάλλει σχετική έκθεση στο Κόμμα η οποία και εγκρίνεται. Το Γενάρη του 1942, βγαίνει οριστικά στο βουνό και αρχίζει τη δουλιά της συγκρότησης των ανταρτοομάδων. Η δουλιά αυτή στέφεται με επιτυχία και στις 7/6/1942 θα μπει στο χωριό Δομνίτσα της Ευρυτανίας με το όνομα Αρης Βελουχιώτης. Από κει και μετά, το όνομά του θα αντηχήσει σ’ ολόκληρη την Ελλάδα. Είναι ο δημιουργός και ο φυσικός αρχηγός του ΕΛΑΣ. Η συντριβή του ιταλικού καταδιωκτικού αποσπάσματος «Ρυκά», ο Γοργοπόταμος, οι μάχες του Κρικέλου, του Μικρού Χωριού και εκατοντάδες άλλες θα συνδεθούν με τ’ όνομά του. Στις 2/5/1943 με τη συγκρότηση του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ θα οριστεί καπετάνιος του, μέλος της τριμερούς ηγεσίας, δίπλα στον Σαράφη, που ήταν ο στρατιωτικός αρχηγός, και τον αντιπρόσωπο του ΕΑΜ – κάτι σαν πολιτικός επίτροπος – Α. Τζήμα – Σαμαρινιώτη.


Στις 22/4/1944 ο Αρης θα περάσει στην Πελοπόννησο με αποστολή να βοηθήσει στην ανάπτυξη του αντάρτικου κινήματος και στη συντριβή των εθνοπροδοτικών ταγμάτων ασφαλείας. Πετυχαίνει στην αποστολή του απόλυτα και επιστρέφει στη Ρούμελη τον Οκτώβρη του ίδιου έτους. Στις 20/10/1944 μπαίνει στη γενέτειρά του Λαμία όπου γίνεται δεκτός από χιλιάδες κόσμο και εκφωνεί την περίφημη ιστορική του ομιλία.

Το τέλος

Στις μάχες του Δεκέμβρη του ’44 ο Αρης δε θα πάρει μέρος. Θα σταλεί μαζί με τον Σαράφη και τον κύριο όγκο των δυνάμεων του ΕΛΑΣ στην Ηπειρο εναντίον του Ζέρβα, ενώ με τη συμφωνία της Βάρκιζας θα διαφωνήσει αν και αρχικά θα πειθαρχήσει στην κομματική γραμμή και θα υπογράψει τη διαταγή αποστράτευσης του ΕΛΑΣ. Στη συνέχεια όμως θα ξαναρχίσει την αντάρτική δράση ορμώμενος από την ορθή γενικά εκτίμηση ότι η παρουσία των Αγγλων στην Ελλάδα είχε ως μοναδικό στόχο την εξόντωση του λαϊκού ΕΑΜικού κινήματος. Ετσι επιχείρησε να ανασυγκροτήσει τον ΕΛΑΣ και το ΕΑΜ με τα χαρακτηριστικά που είχαν στην περίοδο της τριπλής φασιστικής κατοχής 1941- 1944. Τον καινούριο αντάρτικο στρατό που συγκροτεί τον ονομάζει «ΕΛΑΣ- Νέος» και το ανασυγκροτημένο ΕΑΜ, το ονομάζει «Μέτωπο Εθνικής Ανεξαρτησίας» (ΜΕΑ). Ο Νέος ΕΛΑΣ, με τις πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις δεν κατάφερε ποτέ να συγκεντρώσει στις τάξεις του πάνω από 80 μαχητές, ενώ το ΜΕΑ δεν πήρε ποτέ σάρκα και οστά, δεν έγινε ποτέ έστω και μια μικρή, πολύ μικρή απειροελάχιστη μικρογραφία του ΕΑΜ της Κατοχής, έμεινε στα χαρτιά.

Από τα ιδρυτικά κείμενα του ΜΕΑ και κάποια κείμενα του Νέου ΕΛΑΣ που έχουν δει το φως της δημοσιότητας προκύπτει αβίαστα ότι ο Αρης δεν κατανοεί το διαφορετικό χαρακτήρα της συγκεκριμένης περιόδου σε σχέση με την τριπλή φασιστική κατοχή της χώρας στα χρόνια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Τα κείμενα αυτά θέτουν το ζήτημα της πάλης στη συγκεκριμένη περίοδο με τον ίδιο τρόπο που ετίθετο στα κείμενα του ΕΑΜ στην περίοδο της κατοχής από τους Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους φασίστες, λες και δεν είχε συμβεί τίποτα στη χώρα από το Σεπτέμβρη του ’41 που δημιουργήθηκε το ΕΑΜ. Ηταν φανερό πως τόσο ο Αρης όσο και οι άμεσοι συνεργάτες του δεν κατανοούσαν ότι τα αγγλικά στρατεύματα βρίσκονταν στην Ελλάδα για να εμποδίσουν κοινωνικές αλλαγές και να επιβάλουν την παλινόρθωση της αστικής τάξης που είχε ξεθεμελιωθεί στα χρόνια της πρώτης κατοχής και του εαμικού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και δεν ήταν σε θέση από μόνη της να ξαναδιεκδικήσει την εξουσία. Τα αγγλικά στρατεύματα βρίσκονταν επίσης στη χώρα για να στηρίξουν το παλινορθωμένο ελληνικό καπιταλισμό και να τον εντάξουν στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα. Υπό αυτή την έννοια ο αγώνας ήταν ταξικός. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι η Συμφωνία της Βάρκιζας, όσο ολέθρια κι αν ήταν για το κίνημα, από τη στιγμή που υπογράφηκε και εκτελέστηκε στο βασικό της ζήτημα, δηλαδή στο ζήτημα της παράδοσης των όπλων, δεν ήταν κάτι που μπορούσε κανείς να το αναιρέσει με μια μονοκονδυλιά. Ο Νίκος Ζαχαριάδης έχει δίκιο όταν γράφει15: «Η συμφωνία ήταν κρατική πράξη. Εγώ δεν μπορούσα να τη διαγράψω με μια μονοκοντυλιά δίχως να προκαλέσω χάος και ανεπανόρθωτο, τότε, χτύπημα του κινήματος… εκείνος ακριβώς ο χαρακτήρας της Βάρκιζας (κρατική πράξη) με ανάγκασε ν’ αποδοκιμάσω το Βελουχιώτη παρά το ότι τον εχτιμούσα παλιά».

Στις 16/6/1945 έξω από τη Μεσούντα, ο Αρης έδωσε ο ίδιος τέλος στη ζωή του με το περίστροφό του. Στο θάνατο τον ακολούθησε και ο πιστός του αντάρτης ο Τζαβέλας. Οι διώκτες τους, αποκεφάλισαν τους δύο νεκρούς συντρόφους και κρέμασαν τα κεφάλια τους, από τις 18 ως τις 20 Ιούνη σ’ ένα φανοστάτη στα Τρίκαλα.
Για την αυτοκτονία του Αρη έχουν πολλά γραφτεί. Και για το πώς έγινε και για την αιτία που την προκάλεσε. Ο πιο διαδεδομένος ισχυρισμός θέλει τον Αρη να αυτοκτόνησε είτε γιατί δεν άντεξε την αποκήρυξή του από το κόμμα είτε γιατί μ’ αυτό τον τρόπο ήθελε να εκφράσει την πολιτική του διαμαρτυρία για το γεγονός της αποκήρυξης. Αν δεχτούμε αυτό τον ισχυρισμό, τότε θα πρέπει να καταλήξουμε ότι ο Αρης ήταν εντελώς αφελής ή ένας συναισθηματικός τύπος που δεν πολυκαταλάβαινε τη σημασία των ενεργειών του. Είναι όμως δυνατό να δεχτούμε κάτι τέτοιο για τον Αρη; Μπορούμε δηλαδή να υποθέσουμε πως δεν αντιλαμβανόταν ότι οδηγούνταν εκτός κόμματος – και η διαγραφή του θα καθίστατο τυπικό ζήτημα – όταν αποφάσιζε να εναντιωθεί στην πολιτική του κόμματος μετά τη Βάρκιζα, να προχωρήσει σε νέο αντάρτικο, να επιχειρήσει να φτιάξει το Νέο ΕΛΑΣ και το νέο ΕΑΜ; Αν υποθέσουμε κάτι τέτοιο, τότε δε μιλάμε για τον Αρη αλλά για κάποιον άλλον. Ο Αρης αποφάσισε την αυτοκτονία του, αφού ήταν έξω από την όρεξή του κάθε τι άλλο εκτός από πόλεμο, όταν πλέον συνειδητοποίησε ότι το εγχείρημά του είχε οδηγηθεί σε πλήρες αδιέξοδο.
Τρεις μέρες μετά το θάνατό του ο Ριζοσπάστης έγραφε, ανάμεσα σε άλλα, στην πρώτη του σελίδα16: «Ο τόσο τραγικός θάνατος του Αρη Βελουχιώτη προκαλεί θλίψη ανάμεσα στους πραγματικούς πατριώτες και αγωνιστές της εθνικής ιδέας. Γιατί ανεξάρτητα από τη θέση που πήρε μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, θέση που αντικειμενικά εξυπηρετούσε την αντίδραση, δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να ξεχνάει κανείς ότι ο Αρης Βελουχιώτης ήταν ένας από τους πρωτοπόρους του αγώνα της αντίστασης, από τους πρωταθλητές για την οργάνωση του αντάρτικου κινήματος».
Ο Αρης πέθανε, όπως έζησε, ηρωικά: Ως αντάρτης μαχόμενος.
Πηγές:
1. «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ» 12 Ιουνίου 1945.
2. «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ» 15 Ιουνίου 1945.
3. Π. Λαγδά: «Αρης Βελουχιώτης – Ο πρώτος του Αγώνα», εκδόσεις «ΚΥΨΕΛΗ», τόμος Α’ σελ. 85-86.
4. Μπάμπης Δ. Κλάρας: «Ο αδελφός μου ο Αρης», εκδόσεις «ΔΩΡΙΚΟΣ», σελ. 56.
5. Μπ. Κλάρας, στο ίδιο, σελ. 78-80.
6. «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ» 9/9/1931.
7. Λευτέρη Αποστόλου: «Ο Αρης Βελουχιώτης όπως τον γνώρισα – 1923-1944», εκδόσεις «Φιλίστωρ» / «Παρασκήνιο», σελ. 23.
8. Το Καλπάκι ήταν «πειθαρχικός ουλαμός», το χειρότερο στρατιωτικό κάτεργο της εποχής, ένα πραγματικό, μ’ όλη τη σημασία της λέξης, στρατόπεδο συγκέντρωσης. Βρισκόταν σε ορεινή περιοχή της Ηπείρου κοντά στο χωριό Δολιανά. Εκεί έστελναν τους κομμουνιστές αλλά και ποινικούς. Το στρατόπεδο διαλύθηκε το 1934 αλλά όλο το διάστημα της λειτουργίας του συγκέντρωνε τις καθημερινές διαμαρτυρίες όλου του λαϊκού κινήματος. Διαμαρτυρίες για το Καλπάκι υπήρξαν και από πνευματικούς ανθρώπους του εξωτερικού.
9. Μπ. Κλάρας, στο ίδιο, σελ. 99, Π. Λαγδά, στο ίδιο, 260-263.
10. Θ.Μ. Λυμπερίου: «Το Κομμουνιστικό Κίνημα στην Ελλάδα», Εκδόσεις «Παπαζήση», τόμος Α’ σελ. 243-247.
11. Γράφει ο Μπ. Κλάρας: «Σωστή βόμβα ήταν η δήλωσή του κι έτσι ακούστηκε η έκρηξή της. Οχι πως ήταν τίποτα το εξαιρετικό. Απείχε μάλιστα παρασάγγας από τις συνηθισμένες δηλώσεις μετανοίας. Καμιά αποκάλυψη και καμιά αποκήρυξη δεν έκανε μ’ αυτήν ο Θανάσης. Καμιά μετάνοια για τις ιδέες του και τη δράση του δε δήλωνε. Μόνο ότι αποφάσισε ν’ αποσυρθεί από το κίνημα, χωρίς καμιά λέξη εναντίον του» (στο ίδιο, σελ. 114-115).
12. Εφημερίδες 25/7/1939.
13. Λ. Αποστόλου, στο ίδιο, σελ. 36, Γιάννη Γ. Χατζηπαναγιώτου (Καπετάν Θωμά): «Η Πολιτική Διαθήκη του Αρη Βελουχιώτη», εκδόσεις «ΔΩΡΙΚΟΣ», σελ. 36-38, 618-627 κ.ά.
14. Διονύσης Χαριτόπουλος: «Αρης ο Αρχηγός των ατάκτων», εκδόσεις «Εξάντας», τόμο Α’ σελ. 64.
15. Πέτρος Ανταίος: «Ν. Ζαχαριάδης: Θύτης και θύμα», εκδόσεις «Φυτράκη», σελ. 502
16. «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ» 19 Ιουνίου 1945.