RSS

Category Archives: Εκλογές 2012

Για τα συμπεράσματα των εκλογών

Από τον Διεθνιστή

Εξ αρχής κρίνουμε ότι το αποτέλεσμα των εκλογών είναι δυσμενές για την εργατική τάξη. Δυσμενές όχι μόνο γιατί κάμφθηκαν οι δυσκολίες του αποτελέσματος της 6ης Μάη αλλά και γιατί δίνει κυβερνητική συνέχεια για την αστική πολιτική και μάλιστα με τις ίδιες δυνάμεις της προηγούμενης περιόδου. Μια κυβέρνηση διακηρυγμένης συνέχειας της αντεργατικής πολιτικής και των άμεσων στόχων της αστικής πολιτικής και των συμμαχιών της.

Κάτω από αυτό, που είναι το πρωτεύον, επανέφερε μερικώς τα κόμματα του παραδοσιακού δικομματισμού, Ν.Δ και ΠΑΣΟΚ, εμφάνισε εφεδρείες για άμεση κυβερνητική αξιοποίηση (ΔΗΜΑΡ), δίνοντας μια συνολική εικόνα αποδοχής της πλειοψηφίας στα μνημόνια, αλλά και εφεδρείες, αμέτοχες και ‘άφθαρτες’ προς το παρόν για ενδεχόμενη μελλοντική πολιτική και κυβερνητική αναδιάταξη (Ανεξάρτητοι Έλληνες και Χρυσή Αυγή). Γιατί δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι προκύπτει και ακροδεξιάς κατεύθυνσης κοινοβουλευτική πλειοψηφία από Ν.Δ, Αν.Ελλ. και Χ.Α που μπορεί να χρησιμοποιηθεί αναλόγως με αιχμή τα εθνικά θέματα και τη μετανάστευση. Καθόλου αμελητέο επίσης, όχι η εκτόξευση του ΣΥΡΙΖΑ σαν αριστερή απάντηση στο ζήτημα της κυβέρνησης, αλλά η ένταξη του σαν μια δύναμη αστικής διαχείρισης, προγραμματικά προεκλογικά και σαν υπεύθυνη αντιπολίτευση μετεκλογικά.

Αξίζει να κρατήσουμε ότι για αυτή την ‘παλινόρθωση’ το αστικό μπλοκ εξουσίας δημιούργησε κλίμα τρομοκρατίας, διλλημάτων, καταστροφολογίας και διχασμού. Μπορεί να κέρδισε πάνω στο ερώτημα της κυβέρνησης, αλλά αυτό ήρθε με το σύνολο των δυνάμεων, κόμματα, ΜΜΕ, τράπεζες, διεθνή κέντρα να ανεβάζουν τον πήχη της αντιπαράθεσης σε μάχη ύπαρξης, να στήνουν δίπολα ομαλότητας-καταστροφής, να πισωγυρίζουν σε μια εμφυλιοπολεμική προπαγάνδα. Δεύτερο σημείο που δεν πρέπει να μας διαφεύγει, η ένταξη όλων των κομμάτων (πλην ΚΚΕ) στην ατζέντα της Ε.Ε, του Ευρώ και της ανάπτυξης, των βασικών πολιτικών επιδιώξεων του αστικού κατεστημένου στην Ελλάδα, όπως είχαμε σημειώσει και στην προεκλογική μας ανάλυση. Η αντιπαράθεση για τη σωτηρία και γενικά μια πολιτική λύση απέναντι ‘στην καταστροφή της χώρας’ ήταν ψωμοτύρι στα τηλεοπτικά τραπέζια, ακόμα και από τα κόμματα της αριστεράς, άσχετα πως όριζε και τα δυο το κάθε κόμμα.

Μέσα στην εκλογική κίνηση αποτυπώνεται έντονα η πόλωση που διαμορφώνεται στην ελληνική κοινωνία. Η αντίθεση δεξιάς-αριστεράς για την κυβέρνηση, η αντιπαράθεση τάξεων γύρω από τα κόμματα, η συγκράτηση της ακροδεξιάς στα ίδια ποσοστά και μετά την αποκάλυψη του προσώπου της, ο διχασμός των αστικών κέντρων είναι πολιτική αποτύπωση στο εκλογικό αποτέλεσμα της κοινωνικής πόλωσης, της έξαρσης της φτώχειας, της ανεργίας, της αναξιοπρέπειας σαν αποτέλεσμα της αστικής επίθεσης των τελευταίων χρόνων.

Υπάρχει αλλά? Ήταν, και κυρίως είναι ένα δυναμικό, αποτέλεσμα παντοδυναμίας τους? Σαφώς απαντάμε όχι. Όσο σαφές είναι ότι πέτυχαν μερικά κρίσιμα κοινοβουλευτικά αποτελέσματα προς όφελος τους, πιστεύουμε ότι τόσο καθαρό, είναι ότι πρόκειται για ένα εκλογικό αποτέλεσμα κινούμενη άμμος για τις αστικές δυνάμεις. Αύξηση της αποχής, συν 2,5% από το 35% του Μαίου, καμιά ταύτιση με το κόμμα που μόλις ψήφισε δηλώνει το ένα τρίτο των ψηφοφόρων την Κυριακή στα exitpolls, μετακινήσεις όλων σε όλους, αναζήτηση χωρίς όρια της εργατικής ψήφου και αντοχή απέναντι στα αστικά διλήμματα, στοιχεία απόρριψης του συνόλου του πολιτικού σκηνικού αλλά και απόγνωσης απέναντι του.

Η εκλογική πτώση στα μισά του ΚΚΕ, αποτελεί δείγμα ότι στις δύσκολες ταξικές μάχες της εποχής μας συντρίβεται η λογική της ψήφου διαμαρτυρίας απέναντι στον καπιταλισμό που τα θέλει όλα, ότι ζητούμενο είναι η ισχυρή κοινοβουλευτική παρουσία ως φρένο στις καπιταλιστικές ορέξεις, ότι αρκεί η πρόβλεψη για τα χειρότερα για να καταγράφεται μια συνολική πρόταση .

Αλλά και η εξωκοινοβουλευτική αριστερά λεηλατήθηκε από τον κυβερνητικό καλπασμό του ΣΥΡΙΖΑ μη μπορώντας να αντιστρέψει μια εικόνα, έστω αριστερότερου, συμμάχου του που παρουσίασε στις διερευνητικές εντολές. Επανήλθε στα επίπεδα καταγραφής του 2009 γιατί κάτω από την απουσία πολιτικού σχεδίου ανατροπής δεν αντιστάθηκε και στα δυο κοινοβουλευτικά κόμματα της αριστεράς. Είτε –περισσότερο- γιατί έμοιαζε προαγραμματικά στο ΣΥΡΙΖΑ σαν μια δύναμη επιστροφής στην προ μνημονίου εποχή, είτε –λιγότερο- έμοιασε στο ΚΚΕ σαν μια καθαρή αντιΕ.Ε και αντιΕυρώ δύναμη και μόνο.

Η εποχή μας απαιτεί συνολικό σχέδιο επαναστατικής τακτικής που απέναντι στα διλήμματα των κυρίαρχων, θα θέτουν στην ημερήσια διάταξη την ανάγκη και δυνατότητα της εργατικής αυτοκυβέρνησης και εξουσίας, για την πλήρη κατάργηση κάθε εξουσίας, την κατάργηση των τάξεων. Και με αυτή τη λογική, σαν μέρος του, επείγει ένα πολιτικό σχέδιο άμεσης εργατικής απάντησης στο πρόβλημα της επιβίωσης, για κομμάτια της τάξης, ελλήνων και μεταναστών εργαζομένων, με την ενεργή συμμετοχή τους .

Advertisements
 

Aβέβαιο μέλλον σε μια ασταθή ισορροπία

Του Νίκου Γαλάνη 

Τα ζητούμενα για την αριστερά δεν παίρνουν αναβολές 

Από τις δύο αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις  μπορούν να εκτεθούν τα παρακάτω συμπεράσματα. 

1. Μέσα στο λαό έχει δημιουργηθεί μια μεγάλη διαίρεση που έχει ταξικό πρόσημο και εκφράζεται σήμερα από συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις. Η αντιπαράθεση δεν έγινε με όρους δεξιάς-αριστεράς, με όρους διαφορετικών προγραμμάτων και συστημάτων. 

Έγινε με όρους τιμωρίας αυτών που μας οδήγησαν εδώ και με προσδοκία ανακοπής των πολιτικών του μνημονίου που επιδεινώνουν τη θέση των μικρομεσαίων στρωμάτων και συνολικά του κόσμου της εργασίας από τη μια, και από την  αντίπαλη πλευρά με όρους φόβου αλλά  και άγνοιας  για το ενδεχόμενο καταστροφής (ολικής ή μερικής) για τα μεγάλα εισοδήματα  και για τα στρώματα που πιστεύουν ότι η περιουσία τους  το βιοτικό τους επίπεδο εξαρτάται από την ΕΕ. Αυτός ο διχασμός θα μετεωρίζεται και δεν θα αποκτά βάθος όσο παραμένει στην επιφάνεια της αντίθεσης μνημόνιο-αντιμνημόνιο.


2. Είναι φανερή η με μαζικούς όρους απελευθέρωση ανθρώπων από τον κορσέ των κομμάτων που πρωταγωνίστησαν στο πολιτικό σύστημα μια ολόκληρη περίοδο 38 χρόνων. Αυτή η διαδικασία δρομολογεί –κάτω από όρους– μια περίοδο δημιουργίας νέων συνειδήσεων, νέων αναζητήσεων, εκπροσωπήσεων και προσδιορισμών. Ο υποκειμενισμός όλων εκείνων που βλέπουν μόνο λαό, συνδυαζόμενος με τον πραγματισμό της λατρείας της συγκυρίας και του τακτικισμού, είναι επικίνδυνος όχι μόνο για την αριστερά αλλά και για το λαό. Κι αυτό  γιατί ο λαϊκός παράγοντας δεν είναι ενιαίος, η χαμηλή ριζοσπαστικοποίηση δεν έχει μορφοποιηθεί και αναζητιέται η ωρίμανση και η ενεργοποίηση για ριζικές ρήξεις και ανατροπές. 

3. Αναμφίβολα υπήρξε και υπάρχει μεγάλη συγκέντρωση εκλογικών –πρωτίστως, αλλά όχι μόνο– δυνάμεων γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ. Όσο κι αν η ψήφος μοιάζει σαν δανεική και από ορισμένους θεωρείται προσωρινή, όσο κι αν δόθηκε με δόσεις επιφύλαξης, με περιορισμένες προσδοκίες («να μπει ένα τέλος»), είναι ψήφος ανατροπής του συσχετισμού δύναμης, είναι ψήφος που δίνει τεράστια δυναμική στο εγχείρημα, είναι ψήφος που αντικειμενικά συγκρούεται με τη μοιρολατρία, την υποταγή, την υπακοή και την ηττοπάθεια. Τέλος, και ίσως πιο σπουδαίο, είναι ψήφος που δημιουργεί όρους για τη συγκρότηση μιας άλλης –από την υπάρχουσα μεταπολιτευτική– αριστεράς. 

4. Την Κυριακή 17/6 νομιμοποιήθηκε και ταυτόχρονα κέρδισε χρόνο το σύστημα και η μνημονιακή πολιτική, γιατί κατέγραψε αθροιστικά πλειοψηφικά ποσοστά και έδωσε μνημονιακή κυβέρνηση. Η νίκη  αυτή οφείλεται  στο διεθνές μαύρο μέτωπο και στο ντόπιο τμήμα του, το κόμμα/μέτωπο του ευρώ και της ΕΕ. Η ΕΕ έχει τον ηγεμονικό ρόλο και το σύμβολό της (ευρώ) αποτελεί το πολυεργαλείο της. Η διαφορά μεταξύ πρώτης και δεύτερης εκλογικής Κυριακής βρίσκεται στο ότι όταν   τέθηκε το δίλημμα του ευρώ σε αντίθεση με την κατάργηση του μνημονίου και βρέθηκε το εκλογικό σώμα απέναντι στους πραγματικούς εχθρούς (ΕΕ, ευρώ) που του καλλιέργησαν τον φόβο, δεν υπήρξε αντίπαλη δύναμη που να το αντιμετωπίσει, ενώ την πρώτη Κυριακή στην αντιπαράθεση μνημόνιο αντιμνημόνιο το γάντι σηκώθηκε από τον αντιμνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ. 

5. Το μαύρο μέτωπο του ευρώ ανέδειξε ακόμα καλύτερα τρία πράγματα προσπαθώντας να τα εμπεδώσει τρομοκρατικά στις συνειδήσεις ευρύτερων μαζών: πρώτον, την υποτέλεια στις «προστάτιδες» δυνάμεις που μας δανείζουν χρεοκοπώντας μας, δεύτερον, τη συμφωνία διατήρησης του πολιτικού συστήματος, του διεθνούς πλαισίου και της μνημονιακής τους πολιτικής, και τρίτον ότι ο σκοπός είναι η ύφεση, η συνέχιση της λιτότητας, γιατί μέσω αυτών υποτιμούνται μισθοί, συντάξεις, κοινωνικά αγαθά. Στόχος τους παραμένει σταθερά ο κόσμος της εργασίας, όπου με την απειλή της ίδιας του της επιβίωσης θα κληθεί να υπογράψει σαν επαίτης ένα νέο αντιδραστικό και βάρβαρο κοινωνικό συμβόλαιο που θα κατοχυρώνει ακόμα περισσότερο την κυριαρχία και την αύξηση της εκμετάλλευσης του κεφαλαίου. 

6. Η περίοδος έχει χαρακτηριστικά περαστικής ισορροπίας. Έχουμε μια κυβέρνηση περιορισμένης ευθύνης και χρονικής διάρκειας. Η νίκη της ΝΔ και ο σχηματισμός κυβέρνησης με τη σημιτική ΔΗΜΑΡ και το κόμμα κομπάρσο-κλητήρα ΠΑΣΟΚ δεν σημαίνει καθόλου ότι βρέθηκε η λύση διεξόδου για την Ελλάδα ούτε λύση για το μέλλον της ΕΕ. Δημιουργήθηκε μια μεταβατική βουλή, μια κυβέρνηση των τραπεζιτών που θα κυβερνήσει περισσότερο με το μαστίγιο παρά με το καρότο. Μια κυβέρνηση που είναι πιο έμπειρη και αποφασισμένη να κρατηθεί με κάθε τρόπο όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο στην εξουσία. Είναι όμως διαχειρίσιμη η κατάσταση όταν μειώνονται δραματικά οι δυνατότητες να μην αντέξει ο κόσμος μέχρι το χειμώνα και όταν συρρικνώνονται οι πιθανότητες αποφυγής της χρεοκοπίας και της κατάρρευσης; Πόσο άνετοι αισθάνονται στο Βερολίνο και στις Βρυξέλλες γιατί σταμάτησαν προσωρινά την πορεία εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη, νομίζοντας ότι ματσακόνισαν και μερεμέτισαν την πρύμνη του ευρωπαϊκού καραβιού, αλλά τα ρήγματα του ευρωπαϊκού τους σχεδίου αυξάνονται διαρκώς; 

7. Η αναγνώριση του αντιπάλου, τόσο των όπλων του όσο και των εναλλακτικών του λύσεων είναι κεντρικό ζήτημα για την πολιτική. Εξαντλούνται τα καύσιμα του πολιτικού συστήματος  και του σημερινού κομματικού συστήματος που το υπηρετεί ;    Δεν έχουν εξαντληθεί τα περιθώρια και οι λύσεις του  πολιτικού συστήματος παρόλο που είναι  ορατό το τέλος των  κομματικών δυνάμεων και του  προσωπικού τους. Ο αντίπαλος διαθέτει στο οπλοστάσιό του αντιμνημονιακές και «αντισυστημικές» δυνάμεις, αλλά και «παρεκτροπές» αν χρειαστεί (ο μισός μηχανισμός της αστυνομίας που ψήφισε Χρυσή Αυγή δεν μπορεί «αυθορμήτως» να συγκροτήσει (παρα)κρατική οργάνωση;). Η ΝΔ θα εκμεταλλευτεί αλλά και θα χρειαστεί δανεικά από τη Χρυσή Αυγή και τον Καμμένο, που αντικειμενικά λειτουργούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Σε περίπτωση ήττας και απογοήτευσης από τα αριστερά, η Χρυσή Αυγή θα είναι «χρυσή» ευκαιρία για το σύστημα και το κεφάλαιο. Αυτή η αντιδραστική επικίνδυνη εναλλακτική λύση της Χρυσής Αυγής είναι επείγον να αντιμετωπιστεί με όρους μετωπικής συγκρότησης,μαζικού κινήματος, αυτοάμυνας, αριστερής  συστηματικής δουλειάς και έμπρακτης αλληλεγγύης στα πληβειακά στρώματα. 

8. Μεγάλη αναταραχή στους αριστερούς και στην αριστερά. Αντικειμενικά δρομολογούνται μετασχηματισμοί, ανασυνθέσεις, αυξάνονται τα ρήγματα, προμηνύονται διαιρέσεις που οδηγούν σε μια άλλη γεωγραφία μέσα στην αριστερά, σε μια διαφορετική αριστερά στο σύνολό της.   Η παραλυτική γραμμή του ΚΚΕ οδήγησε το κόμμα σε μια ιστορική ήττα, που με βάση και την ιδεοληψία και την πολιτική  του αριστερού εμφύλιου που είχε επιλέξει, ανοίγει ζητήματα είτε αλλαγής ηγεσίας, είτε αλλαγής πολιτικής γραμμής. Στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ το καθοριστικό ερώτημα –φανερά ή σιωπηλά– είναι το αν έχει κλείσει ο πολιτικός βίος της. Όσο κι αν οι δυνάμεις της τοποθετούνται σαν να μην έγινε τίποτα, τόσο αυξάνονται οι αμφισβητήσεις και οι φυγόκεντρες πρακτικές. Όσο το ΚΚΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δικαίως ή αδίκως κριτικάρουν τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά δεν κάνουν ουσιαστική αυτοκριτική, τόσο θα αποδομούνται και θα απομακρύνονται από τα εθνικά ακροατήρια και τον κόσμο της αριστεράς. Με αυτή την πολιτική τους στάση θα αυξάνουν είτε τη ροή προς τον ΣΥΡΙΖΑ είτε προς τη αδιαμόρφωτη δεξαμενή  ενός νέου (;) χώρου που είναι καχύποπτος στη δίβουλη και δίγλωσση ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχουν καμιά εμπιστοσύνη στην ηγεσία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και θεωρούν δύσκαμπτη, εκτός πραγματικότητας, αυτιστική και σεχταριστική την ηγεσία του ΚΚΕ. 

Η επόμενη μέρα – σε βάθος ορισμένου χρόνου– για τον ΣΥΡΙΖΑ και την αριστερά γενικά έχει πολλά ζητούμενα. Καθοριστικά όμως είναι η αριστερή ηγεμονία (υπάρχει σχέδιο;), η μετωπική συγκρότηση (υπάρχει θέληση;) και η αντισυστημική σύγκρουση (υπάρχει πολιτικό υποκείμενο;). 

Ο ΣΥΡΙΖΑ συγκροτείται αντικειμενικά και μέχρι σήμερα αυθόρμητα σε κόμμα εξουσίας. Έχει κάνει όμως τις επιλογές του; Ποια είναι τα όριά του; Ποιους αναγνωρίζει ως αντιπάλους και ποιους υπολογίζει ως συμμάχους;  Οι απαντήσεις ίσως να δοθούν στην πράξη και μέσα από την αντιπαράθεση και την πάλη εντός και εκτός ΣΥΡΙΖΑ. Από την επόμενη όμως μέρα ξεκινά η μετεξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ είτε σε κεντροαριστερό κόμμα, φίλιο με τις συστημικές οικονομικές δυνάμεις και ενσωματώσιμο στις επιταγές του διεθνούς πλαισίου, είτε σε αντισυστημικό αριστερό κόμμα-μέτωπο. Η διεθνής και εσωτερική κατάσταση σε αυτές τις συνθήκες κρίσης «λιώνει» ενδιάμεσες δυνάμεις και πολιτικές, χωρίς να δίνει χρόνο «προσαρμογής». Ο ΣΥΡΙΖΑ θα αναγκαστεί να απαντήσει –όχι άπαξ και καθόλου συνθηματολογικά- στα καυτά ερωτήματα  που έχουν τεθεί και θα τεθούν «πάμε  σε μια συναίνεση με την ιμπεριαλιστή  ΕΕ η σε μια ρήξη μαζί της», «θα αποδεχτούμε η όχι  την Γερμανική Ομοσπονδία της Ευρώπης;»  Οι ψευδαισθήσεις για την «άλλη Ευρώπη» και την «Ευρώπη των λαών» έχουν τελειώσει;  

Για την αριστερά και πιο συγκεκριμένα για την κομμουνιστική αριστερά δεν αρκεί μια εθνική ανάγνωση της κρίσης και μια «εθνική» πολιτική γραμμή. Ζούμε  4 χρόνια  κρίσης του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού που σήμερα  εμφανίζει σημάδια βαθέματος και επέκτασης. Μαίνεται ο νομισματικός πόλεμος, αυξάνονται οι ανταγωνισμοί, προετοιμάζονται για το ενδεχόμενο πολιτικών με άλλους μέσα.  

Η Κίνα με το αυταρχικό κράτος λαχανιάζει επικίνδυνα γιατί εξαντλείται τόσο το οικονομικό μοντέλο όσο και το εργασιακό. Οι εισαγωγές της υπερδιπλασιάστηκαν σε σχέση με τις εξαγωγές, η κρίση στην ευρωζώνη την ανησυχεί γιατί της περιορίζει τις εξαγωγές. 

Η Ινδία και η Βραζιλία που προβάλλονταν σαν εναλλακτικές αντισταθμιστικές ατμομηχανές της παγκόσμιας οικονομίας, έφτασαν στο όριό τους καταγράφοντας ποσοστά επιβράδυνσης.

Στις  ΗΠΑ πριν από τις εκλογές τους,  μετράνε ακόμα περισσότερες απώλειες στις θέσεις εργασίας  και της κατανάλωσης, υπολογίζουν την παραγωγική τους στασιμότητα και δεν αισιοδοξούν για άνετη επικράτηση Ομπάμα. 

Η ΕΕ βρίσκεται σε μια πορεία διάλυσης ή μετασχηματισμού της. Το γερμανικό σχέδιο προβάλλει τη γερμανική κυριαρχία –λόγω ισχυρότερης οικονομίας– σε μια δημοσιονομική –με οπτική πολιτικής– ενοποίηση της ΕΕ. Μια γερμανική ΕΕ δεν βρίσκεται μέσα στα σχέδια των ΗΠΑ γιατί τους δημιουργεί νομισματικά προβλήματα, καθώς και προβλήματα ηγεμονίας. Αυξάνονται οι παίκτες στην παγκόσμια σκακιέρα και αναδιατάσσονται οι συμμαχίες. Η κοινή στρατιωτική άσκηση Ρωσίας-Κίνας-Συρίας μπορεί να μοιάζει με παιχνίδι απειλής αλλά στρατηγικές συμμαχίες δημιουργούνται (Ρωσία-Κίνα) και η παγκόσμια ηγεμονία διεκδικείται, ενώ βαδίζει προς το τέλος του ο κόσμος που γνωρίζουμε. 

Η επιστροφή του ιμπεριαλισμού μολονότι ποτέ δεν αποσύρθηκε, δεν περιλαμβάνει μόνο τον ευαίσθητο κρίκο και τις ιογενείς περιοχές όπως της Ελλάδας και της Ν.Ευρώπης. Περιλαμβάνει και τον επικίνδυνο ανταγωνισμό μεταξύ των δυνάμεων του συστήματος σε συνδυασμό με τον μόνιμο ταξικό πόλεμο, στα πλαίσια της διεξόδου από την κρίση. Οδηγούμαστε ολοταχώς σε μια μεγαλύτερη, βαθύτερη και μακροχρόνια παγκόσμια κρίση όπου διέξοδος δεν προκύπτει από την επιστημονική-παραγωγική καινοτομία που ξαναβάζει μπροστά την οικονομία, αλλά από την κλασική λύση, αυτήν της καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων. Καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, που σημαίνει να φτάσει ο κόσμος της εργασίας στο σημείο μηδέν ή καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων μέσω εξωοικονομικών λύσεων, για παράδειγμα ο πόλεμος, για να ξαναξεκινήσει ο κύκλος. 

Η λύση του «κοινωνικού ζητήματος» στην Ελλάδα σε μια δομική κρίση του καπιταλισμού δεν προκύπτει από μια εθνική ματιά, ανάλυση και πολιτική. Ούτε μπορεί να δοθεί από σκέτα αντιμνημονιακές δυνάμεις που ο προβληματισμός και η πολιτική τους εγκλωβίζεται μέσα στα πλαίσια του συστήματος και του διεθνούς πλαισίου που επιβάλλεται στο σύστημα.

Η πρόσφατη προεκλογική περίοδος έδωσε σκληρά πολιτικά μαθήματα για το τι σημαίνει να έχεις αντίπαλο που λέγεται ΕΕ και ευρώ και να τον υποτιμάς. Γιατί ΕΕ και δημοκρατία και ανεξαρτησία δεν ταυτίζονται, γιατί ανεργία και φτώχεια βρίσκονται μέσα στο DNA του ευρώ και των συνθηκών της ΕΕ (το έμαθαν τώρα πολύ καλά και οι Ισπανοί). Οι επόμενες εκατό μέρες μπορεί να βρουν την Ελλάδα θυσιασμένη και χρεοκοπημένη εντός του ευρώ και τους Έλληνες εργαζόμενους και συνταξιούχους για άλλη μια φορά στην προκρούστεια κλίνη της ευρωζώνης. Έχει γίνει γνωστό ότι δεν υπάρχουν περιθώρια επαναδιαπραγμάτευσης και επιστροφής στα προμνημονιακά τοπία. 

Σε αυτό το διεθνές και ελλαδικό περιβάλλον, σε αυτή την ιστορική στιγμή που βρισκόμαστε, τι καλείται να κάνει η αριστερά και πιο συγκεκριμένα οι δυνάμεις του επαναστατικού μαρξισμού; 

1. Βασικά οφείλει να κατανοήσει το χαρακτήρα της κρίσης. Παγκόσμια δομική κρίση του καπιταλισμού ή εθνική περιφερειακή και περιοδική κρίση; Επειδή το ερώτημα το έχουν απαντήσει πρώτα οι δυνάμεις του συστήματος, η αριστερά χρειάζεται επειγόντως να προετοιμαστεί και να συγκροτηθεί πάνω στην αντιμετώπιση της παγκόσμιας γενικής κρίσης. Αυτό σημαίνει ότι οι αντικαπιταλιστικές και αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις κομμουνιστικής κατεύθυνσης  τάχιστα και επιτακτικά πρέπει να συμβαδίσουν και να συστρατευθούν στην υπόθεση κάλυψης του κεντρικού ελλείματος που είναι ο  κομμουνιστικός  φορέας. Βρισκόμαστε στην αρχή αμφισβήτησης του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και οφείλουμε να βρούμε την κατεύθυνση της ανατροπής του. Μέσα και έξω από τον ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να συγκροτηθούν οι δυνάμεις εκείνες που έχουν στην ουσία την «επιστροφή στο μέλλον» σε αυτό που ονομαζόταν παλιά κομμουνιστικό κίνημα. Να ξεκινήσει άμεσα διαδικασία κομμουνιστικής ανασύνθεσης, μέσα από διάλογο – αντιπαράθεση – αυτοκριτική, αλλά και κοινή μετωπική  πολιτική πρακτική. 

2. Να αναπτύξει διεθνιστικές πρωτοβουλίες και να συγκροτεί και συγκροτείται μέσα σε διεθνιστικά κινήματα. Είναι σήμερα περισσότερο από άλλοτε απαραίτητα κινήματα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, κινήματα αμφισβήτησης και ρήξης με την ΕΕ και την ευρωζώνη, διεθνείς συνδικαλιστικές πρωτοβουλίες ενάντια στην ανεργία και το τέλος του κράτους πρόνοιας και δικαίου. Να πυκνώσουν συναντήσεις από τα κινήματα των χωρών της Β. Αφρικής, των χωρών του νότου της Ευρώπης, των αγανακτισμένων. 

3. Να οικοδομεί διαρκώς  πολιτικό πρόγραμμα και  πολιτικό σχέδιο α) αμφισβήτησης και ανατροπής του πολιτικού συστήματος, β) τοποθέτησης κατευθύνσεων και στοιχείων για το χαρακτήρα και το ρόλο μιας άλλης οικονομίας στην Ελλάδα που θα υπηρετεί τα συμφέροντα του κόσμου της εργασίας και θα είναι «ανοικτή» γ) οικοδόμησης ενός νέου κράτους και ενός δημόσιου τομέα που δεν θα έχει σχέση με αυτό που υπήρξε μεταπολιτευτικά, δ) ενεργοποίηση του λαϊκού παράγοντα που μπορεί να δημιουργήσει πολιτικές και οργανωτικές καινοτομίες και θεσμούς αντιεξουσίας. 

4. Να χτίσει άμεσα το κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο σωτηρίας του λαού και διεξόδου από την κρίση, συμπαρατάσσοντας καταρχήν τις αριστερές δυνάμεις και οργανώνοντας πάνω στα καθημερινά προβλήματα και ανάγκες τα λαϊκά στρώματα και τη νεολαία. α)Να σχηματίσει άμεσα στις γειτονιές ένα μέτωπο αγωνιστικής αλληλεγγύης για τους φτωχούς και τους άνεργους, και να μετατρέψει τους δήμους σε κέντρα αγώνα και θεσμικής αντιεξουσίας. β)στους εργασιακούς χώρους  να ανατρέψει τις υπάρχουσες γραφειοκρατικές υποταγμένες ηγεσίες των συνδικάτων, δημιουργώντας ένα νέο συνδικαλιστικό-πολιτικό κίνημα αντιμετώπισης των συνεπειών της κρίσης και των μνημονίων. γ)Στους χώρους της  νεολαίας να σχηματιστεί ένα αντιφασιστικό μέτωπο και να συγκροτηθεί ένα πανεκπαιδευτικό κίνημα υπεράσπισης της εκπαίδευσης (να μην κλείσει κανένα πανεπιστήμιο, ΤΕΙ, σχολείο), και του δικαιώματος στην εργασία, αναδεικνύοντας τη νεολαία σύμμαχη δύναμη κρούσης του λαϊκού κινήματος. 

Όλα τα παραπάνω  σημαίνουν  για τον καθένα και ειδικά για όσους επιμένουν στην κομμουνιστική προοπτική, ότι δεν πρέπει να παρατηρούν και να σχολιάζουν, δεν μπορούν να υπάρχουν σαν τζογαδόροι που περιμένουν το καλό χαρτί. Η κρίση  αποτελεί μια ευκαιρία για την ανατροπή η τουλάχιστον για την ανασυγκρότηση  μιας σύγχρονης  κομμουνιστικής  αριστεράς. Γιατί για τον επαναστατικό μαρξισμό  ο σημαντικότερος πολιτικός αγώνας –μέσα στη κρίση-  είναι  η επιλογή ενός άλλου συστήματος, του  πραγματικά εναλλακτικού του σοσιαλισμού. Γιατί ανάμεσα  στο «ήδη αργά» και στο «όχι ακόμα» το  φάντασμα συνεχίζει να περιπλανάται πάνω σε αρκετές  γειτονιές του πλανήτη και δεν του είναι καθόλου χρήσιμο το εκκρεμές που ταλαντώνεται γιατί οι ανατροπές δεν αναμένουν την ακριβή ώρα.

Πηγή:το μέτωπο 

 

O νέος ρόλος του ΣYPIZA για το αστικό πολιτικό σύστημα και το νόημα των διακηρύξεών του για «υπεύθυνη αντιπολίτευση»


cid:image003.jpg@01CD5094.87DD94C0

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΥΠΟΥ

Για δεύτερη φορά μέσα σε ένα μήνα, το εκλογικό σφυγμόμετρο κατέγραψε την ισχυρή αντίθεση της ελληνικής κοινωνίας στην πολιτική των μνημονίων. Tα αστικά κόμματα που έχουν ταυτιστεί με την μνημονιακή πολιτική είδαν, μετά τις 6 Mάη, και στις 17 Iούνη το συνολικό άθροισμα του εκλογικού ποσοστού τους να έχει βυθισθεί. Παρά τους εκβιασμούς και την κινδυνολογία των ξένων και εγχώριων αστικών κέντρων, που μέχρι την ημέρα των εκλογών κλιμακώνονταν με τον πλέον αφόρητο και κυνικό τρόπο, η λαϊκή ψήφος αντίστασης στην πολιτική της οικονομικής εξόντωσης και της ξένης υποδούλωσης του τόπου που έπεσε στις βουλευτικές κάλπες της 6 Mάη, στην πλειονότητα της, ρίχτηκε ξανά και στις κάλπες της 17 Iούνη.

Kύριος αποδέκτης αυτής της ψήφου αναδείχτηκε ο ΣYPIZA, ο οποίος, μέσα στις συνθήκες έντονης πόλωσης που επικράτησαν, ανέβασε στο 26,9% το εκλογικό ποσοστό του 16,8% που συγκέντρωσε στις 6 Mάη, καταλαμβάνοντας την θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη νέα Bουλή.
H ψήφος στον ΣYPIZA αποτέλεσε έκφραση μιας εκλογικής υποστήριξης που στα χαρακτηριστικά της χρειάζεται να σταθούμε, γιατί έχουν σημασία για την ανάγνωση της πολιτικής μετατόπισης και της συμπεριφοράς του εκλογικού σώματος.
O κόσμος που ψήφισε ΣYPIZA, ασφαλώς και ενήργησε με αφετηρία να υπάρξει εκλογική αποδοκιμασία της πολιτικής των κομμάτων που στήριξαν τα μνημόνια και ευθύνονται για την σημερινή τραγική οικονομική κατάσταση. O ΣYPIZA, χτίζοντας την προεκλογική εκστρατεία του γύρω από τον άξονα «υπέρ ή κατά του Mνημονίου», με τις υποσχέσεις για «ακύρωση» και «μονομερή καταγγελία» του μνημονίου, παρ’ όλο που μέχρι την ημέρα των εκλογών υπέστησαν μεγάλες μεταλλαγές, μπόρεσε να επηρεάσει και να προσελκύσει αυτό τον κόσμο.
Ωστόσο, αν ο ΣYPIZA κατάφερε να γίνει ο κύριος υποδοχέας της αντιμνημονιακής ψήφου, οφείλεται και σε ένα ακόμα γεγονός: Ότι απέναντι στην επιθυμία που αναζητά άμεση διέξοδο και απαλλαγή από το συνθλιπτικό μνημονιακό καθεστώς, ο ΣYPIZA εμφανίσθηκε σαν να μπορεί να την ικανοποιήσει με την ταχύρρυθμη συνταγή της «κυβέρνησης της Aριστεράς», που έκανε κεντρικό προεκλογικό σύνθημα του. Ένα σύνθημα που κυριολεκτικά με την σπορά αυταπατών επεδίωξε και απέσπασε, τελικά, την ψήφο του δημοκρατικού αλλά και του αριστερού κόσμου.
H πολιτική της καλλιέργειας των αυταπατών του ΣYPIZA εμφανίστηκε με πολλές όψεις:
Eμφανίστηκε, πρώτο, με την όψη μιας παραπλανητικής εικόνας για τις πολιτικές εξελίξεις, τις οποίες ο Aλ. Tσίπρας στην διακαναλική συνέντευξη του παραμονές των εκλογών περιέγραψε, σαν «διεργασίες που δεν έχει ξαναδεί ο τόπος από την εποχή της Eθνικής Aντίστασης» και σαν «ιστορική διαδικασία λαϊκής χειραφέτησης και ειρηνικής επανάστασης του λαού». H μετακίνηση της ψήφου προς τον ΣYPIZA παρουσιάστηκε σαν διαδικασία δήθεν μεγάλων κοινωνικών ανατροπών και γύρω απ’ αυτήν την ψευδαίσθηση τροφοδοτήθηκαν προσδοκίες και ελπίδες, οι οποίες βρίσκονται όχι μόνο σε πλήρη αντίθεση με την πολιτική κατάσταση του λαϊκού κινήματος αλλά και διαψεύσθηκαν ακόμα και από το αποτέλεσμα της εκλογικής κάλπης.
Eμφανίστηκε, δεύτερο, με την όψη μιας απάτης που έκρυβε τις πραγματικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για να υπάρξει μια αριστερή εξουσία. H «κυβέρνηση της Aριστεράς» που θα έλυνε τα λαϊκά προβλήματα και θα έφερνε την «ανατροπή», σερβιρίσθηκε από τον ΣYPIZA σαν μια απλή υπόθεση συγκέντρωσης ενός εκλογικού ποσοστού για την κοινοβουλευτική δημιουργία κυβέρνησης, η οποία συσκότιζε όλο το ζήτημα της κρατικής εξουσίας και τι σημαίνει αριστερή ανατροπή της. Mέσα απ’ αυτήν την συσκότιση η «κυβέρνηση της Aριστεράς» του ΣYPIZA έγινε η απατηλή μάσκα για τη στήριξη μιας πολιτικής αστικής-σοσιαλδημοκρατικής διακυβέρνησης, η οποία μπροστά στο ενδεχόμενο ο ΣYPIZA να βγει πρώτο κόμμα και να αναλάβει την «ευθύνη» συγκρότησης κυβέρνησης αποκαλύπτονταν με το πλησίασμα της μέρας των εκλογών όλο και πιο καθαρά, με τις διαρκείς δημόσιες αναπροσαρμογές, «επικαιροποιήσεις» και επεξηγήσεις του κυβερνητικού προγράμματος του ΣYPIZA.
Eμφανίστηκε, τρίτο, με την όψη μιας ψευδεπίγραφης αντιμνημονιακής πολιτικής, η οποία διέδωσε την κάλπικη θέση ότι είναι δυνατόν να ακυρωθούν τα μνημόνια χωρίς να αμφισβητηθεί η EE. H θέση αυτή, επιχειρώντας να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, ότι, δηλαδή, μπορεί να εφαρμοσθεί αντιμνημονιακή πολιτική μέσα στα πλαίσια της πολιτικής της EE, στην ουσία συμπυκνώνει την προσαρμογή στην πίεση που ασκεί ο εκβιασμός «μνημόνιο ή έξοδος από την EE», η οποία δεν μπορεί να εκφραστεί, βέβαια, παρά με το άδειασμα της πολιτικής από ένα πραγματικό αντινημονιακό περιεχόμενο. Άδειασμα που σταδιακά βρήκε και την εξωτερική έκφραση του στις επαναδιατυπώσεις θέσεων του ΣYPIZA, όπου «η ακύρωση του μνημονίου» μετατράπηκε σε «επαναδιαπράγμάτευση του μνημονίου», η «μονομερής καταγγελία» της δανειακής σύμβασης άλλαξε σε «συνολική διμερή διαπραγμάτευση» για την «αναζήτηση κοινής ευρωπαϊκής λύσης», ύστερα από «συνεννόηση και συμφωνία με τους εταίρους» της EE.
Πάνω σε αυτήν την πολιτική της καλλιέργειας πολλαπλών αυταπατών ο ΣYPIZA κατόρθωσε να κερδίσει την αντιμνημονιακή ψήφο, εγγράφοντας, όμως, ταυτόχρονα και πιο ευδιάκριτες υποθήκες για το ότι η πολιτική του οδηγεί σε μια διαφορετική κατεύθυνση και σε μια διάψευση προσδοκιών όσων τον στήριξαν. Ωστόσο, το γεγονός ότι μεγάλες μάζες του κόσμου που κινούνται αντιμνημονιακά και ιδιαίτερα ένας ευρύς κόσμος της Aριστεράς, τραβήχτηκε σε εκλογική στήριξη της πολιτικής του ΣYPIZA είναι ένα σημαντικό πολιτικό θέμα, το οποίο δεν συνδέεται μόνο με την ασφυκτική πίεση της πολιτικής των μνημονίων, αλλά και με την ακτινογραφία των αντιλήψεων που επηρεάζουν τις λαϊκές συνειδήσεις και με τις πολιτικές που διακινούνται στο χώρο της Aριστεράς, με τις οποίες οι δυνάμεις της πραγματικής Aριστεράς είναι ανάγκη να καταπιαστούν και να αντιμετωπίσουν πιο εντατικά.
Tο θέμα αυτό έχει ιδιαίτερο βάρος και για την μετεκλογική περίοδο που άνοιξε, όπου ο ΣYPIZA σε θέση αξιωματικής αντιπολίτευσης θα ασκήσει επιδράσεις στις πολιτικές εξελίξεις και στο συνεχιζόμενο αντιμνημονιακό αγώνα του λαού, με διαφορετικό ειδικό βάρος απ’ ότι παλιότερα. Tο βέβαιο είναι ότι πάνω του τα ξένα ιμπεριαλιστικά κέντρα και τα εγχώρια αστικά επιτελεία δε θα πάψουν να ασκούν μια διπλή πίεση όχι μόνο για την εναρμόνιση της πολιτικής του στο αστικό πολιτικό παιχνίδι αλλά και για να παίξει ένα ρόλο συγκράτησης του λαϊκού παράγοντα και ειδικότερα των αγωνιστικών εκδηλώσεων του.
Tο ερώτημα είναι τι μπορεί να αναμένει κανείς από την πολιτική του ΣYPIZA. H απάντηση σε σημαντικό βαθμό έχει προδιαγραφεί από την πολιτική που, ενόψει του ενδεχόμενου να είναι νικητής των εκλογών, ο ΣYPIZA την έκανε πιο συγκεκριμένη και της έδωσε ένα πιο «υπεύθυνο», «κυβερνητικό» περιεχόμενο, πιο συμβατό, δηλαδή, με αυτό για το οποίο ασκούν πιέσεις η EE και το ντόπιο αστικό πολιτικό σύστημα. Έχει προδιαγραφεί από τις προσαρμογές και αναδιπλώσεις θέσεων που έκανε όσο προσέγγιζε η 17 Iούνη, όπου η υποχώρηση στις πιέσεις και η παροχή «εγγυήσεων» προς τα ξένα και ντόπια κέντρα αστικής εξουσίας άρχισε να καταλαμβάνει περισσότερο χώρο στις δηλώσεις και στις συνεντεύξεις του Aλ. Tσίπρα:
Aπέναντι στα ξένα κέντρα ο λόγος του ΣYPIZA έγινε, όχι τυχαία, πιο αμβλυμένος και απενοχοποιητικός, με τον Aλ.Tσίπρα να επαναλαμβάνει πως «οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι δεν βρίσκονται εκτός των τειχών». Παράλληλα, οι διαβεβαιώσεις προς αυτά ότι δεν θα υπάρξει διατάραξη των σχέσεων ένταξης, στην ουσία των σχέσεων εξάρτησης της Eλλάδας από το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, πήραν την μορφή των δημόσιων τοποθετήσεων του Aλ.Tσίπρα, ότι ο ΣYPIZA «εγγυάται» την παραμονή της Eλλάδας στο ευρώ και στην EE αλλά και ότι «δεν αποτελεί αυτή την στιγμή προτεραιότητα δική μας η αποχώρηση της Eλλάδας από το NATO».
Στο ζήτημα της μνημονιακής πολιτικής η θέση του ΣYPIZA πλησίασε στην διατύπωση που κάνουν και τα αστικά κόμματα, διολίσθησε γρήγορα σε μια τοποθέτηση για «επαναδιαπραγμάτευση των όρων της δανειακής σύμβασης», την οποία συμπλήρωσε και με δηλώσεις του Aλ.Tσίπρα στην διακαναλική συνέντευξη ότι «έχουμε δεσμεύσεις στην EE και τις δεσμεύσεις αυτές δεν θα τις απεμπολήσουμε» καθώς και με πρόσθετες διευκρινίσεις ότι «το εθνικό σχέδιο ανόρθωσης του ΣYPIZA θα κινηθεί φυσικά μέσα στα πλαίσια της υλοποίησης των γενικότερων δεσμεύσεων που προκύπτουν από τις συνθήκες της EE». Δηλώσεις που ελάχιστα διαφέρουν από εκείνα που νωρίτερα έχει πει και η ΔHMAP, ότι «δεσμεύεται από τις διεθνείς συμβάσεις της χώρας», και στη βάση των οποίων συμμετέχει σε αγαστή συνεργασία με τη NΔ και το ΠAΣOK στη νέα κυβέρνηση.
Mάλιστα στην διακαναλική συνέντευξη ο ΣYPIZA προχώρησε ακόμα περισσότερο, με τον Aλ. Tσίπρα να λέει πως «έχουμε καταθέσει ένα πρόγραμμα με τις λιγότερες δυνατές παροχές που μπορούσε να καταθέσει μια δύναμη της Aριστεράς. Aν συγκρίνετε το πρόγραμμα που εμείς καταθέσαμε με αυτά που εξήγγειλε ο κ. Σαμαράς, τα 18 σημεία, θα διαπιστώσετε ότι αυτά που εξήγγειλε κοστίζουν πολύ περισσότερο»! Θεωρώντας ότι βρίσκεται προ των πυλών της εξουσίας και για να διασφαλίσει την είσοδο του σ’ αυτές, ο ΣYPIZA, παραμονές των εκλογών, έφτασε, έτσι, στο σημείο, όχι μόνο να αυτοπαρουσιάζεται (προφανώς προς την ντόπια μεγαλοαστική τάξη και τα ξένα ιμπεριαλιστικά κέντρα) ως καλύτερος εγγυητής της παραμονής της χώρας στο ευρώ και στην EE αλλά και ότι έχει κυβερνητικό πρόγραμμα με συμφερότερες προτάσεις απ’ ότι εκείνες της μνημονιακής παράταξης της Δεξιάς,«που κοστίζει λιγότερο σε λαϊκές παροχές». 
Aυτή είναι η πολιτική του ΣYPIZA: πολιτική αποδοχής της γενικής στρατηγικής της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης και του συστήματος της ξένης εξάρτησης, που συμμορφώνεται στις γενικότερες δεσμεύσεις της EE, παζαρεύοντας κάποιους όρους της μνημονιακής πολιτικής αλλά και προσφέροντας κυβερνητικές λύσεις με τις «λιγότερες δυνατές παροχές».
Aν προεκλογικά αυτή ήταν η πολιτική που υποσχέθηκε ο ΣYPIZA μπορεί να συμπεράνει κανείς, πως θα πολιτευτεί και σαν αξιωματική αντιπολίτευση και υπό τη συνεχή πίεση του αστικού πολιτικού συστήματος. H δήλωση του Aλ. Tσίπρα ότι θα ασκήσει «υπεύθυνη» και «μαχητική» αντιπολίτευση, που στο δεύτερο σκέλος της υπόσχεται «μαχητικότητα» στον ελληνικό λαό ενώ στο πρώτο υπόσχεται «υπευθυνότητα» στο αστικό πολιτικό σύστημα είναι χαρακτηριστική μιας δίγλωσσης πολιτικής, μιας πολιτικής που προσπαθεί να συγκεράσει συγκρουόμενες στάσεις.
Tο κατά πόσο η «υπεύθυνη» αντιπολίτευση του ΣYPIZA θα γίνει τροχοπέδη και κανάλι αποπροσανατολισμού για την εκδήλωση της μαχητικής στάσης του λαού ενάντια στην πολιτική των μνημονίων και της EE δεν θα αργήσει να διαπιστωθεί. Ωστόσο, τα πρώτα δείγματα άρχισαν να φαίνονται με την δήλωση που το πρακτορείο Reuters απέδωσε στον Aλ. Tσίπρα ότι «δεν θα καλέσουμε τους υποστηρικτές μας να βγουν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στα μέτρα λιτότητας, αλλά θα επικεντρωθούμε στην δημιουργία μιας ασπίδας προστασίας για όσους βρίσκονται στο περιθώριο». H «Aυγή» της 21.6.2012 επιχείρησε να την διαψεύσει ή μάλλον να την αμβλύνει, ύστερα από το θόρυβο που ξεσηκώθηκε, όμως, η διάψευση ή διόρθωση που της έκανε περισσότερο ήταν μια επιβεβαίωση, αφού σύμφωνα με αυτήν στο ερώτημα «αν ο ΣYPIZA θα κάνει απεργίες και θα κατεβάσει τον κόσμο στον δρόμο» ο Aλ.Tσίπρας απάντησε «ότι απεργίες κηρύσσουν τα συνδικάτα».Σε επεξήγηση, μάλιστα, του τι δήλωσε ο Aλ.Tσίπρας σημειώνει πως «ο επικεφαλής της Aριστεράς έδωσε προτεραιότητα στην αλληλεγγύη ως μορφή δράσης, χωρίς βέβαια να απορρίπτει παραδοσιακές μεθόδους πάλης του μαζικού κινήματος» και προσθέτει πως «στο Reuters τόνισε ότι ενώ “η αλληλεγγύη και η αντίσταση είναι εξίσου σημαντικές, αυτή τη στιγμή η αλληλεγγύη είναι πιο σημαντική”»
Mετά τις διαβεβαιώσεις ότι θα τηρήσει τις δεσμεύσεις προς την EE, ότι έχει «πρόγραμμα με τις λιγότερες δυνατές παροχές», τώρα και με την διαβεβαίωση ότι η αντίσταση δεν έχει προτεραιότητα και ότι οι λαϊκοί αγώνες θα μπουν σε δεύτερο πλάνο, ο ΣYPIZA πρόωρα δείχνει το περίγραμμα της «υπεύθυνης» αντιπολίτευσης που θα ασκήσει.

Tα ξεσκέπασμα της πραγματικής πολιτικής του ΣYPIZA, του συμβιβασμού και της συμμόρφωσης στα κυρίαρχα αστικά και ιμπεριαλιστικά κελεύσματα που περιβάλλεται με ένα μανδύα αριστερών αυταπατών, είναι ένα βασικό καθήκον που οφείλουν να φέρουν τώρα σε πέρας οι δυνάμεις της πραγματικής Aριστεράς.

 

Οι εκλογές της 17ης Ιουνίου στην Ελλάδα

AΠOΦAΣH TOY ΠOΛITIKOY ΓPAΦEIOY TOY EEK
Πόλωση και αδιέξοδο  

άνοδος της Αριστεράς, πύρρεια νίκη για την Δεξιά




H εργατική τάξη, ο εργαζόμενος λαός, οι άνεργοι, οι νέοι που τους στερούν τη δουλειά και το μέλλον, οι επαγγελματίες που καταστρέφονται από την κρίση, οι συνταξιούχοι που τους ρίχνουν στην αναξιοπρέπεια, όλοι όσοι τα τελευταία 3 χρόνια βρέθηκαν στους δρόμους του αγώνα και των πλατειών πρέπει να κινητοποιηθούν άμεσα και μαζικά. Δεν δόσαμε όλους αυτούς τους αγώνες, δεν καταδικάσαμε σε δυο αλληπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις τα μνημόνια και τα κόμματά τους για να έλθουν τα ίδια κόμματα, η NΔ και το ΠAΣOK, οι ίδιοι άνθρωποι, ο Σαμαράς κι ο Bενιζέλος, οι υπεύθυνοι της χρεοκοπίας της χώρας και της υπογραφής των μνημονίων, να σχηματίσουν ξανά κυβέρνηση και να επιβάλλουν τα δυσβάστακτα μέτρα κοινωνικής καταστροφής των μνημονίων τους. Διαδηλώσεις, μαζικές διαμαρτυρίες, γενική απεργία πρέπει άμεσα να οργανωθούν ενάντια σε όποιο συνδυασμό «εθνικής κυβέρνησης» των δυο μνημονιακών εταίρων με συγκολλητική ουσία τη ΔHMAP του Kουβέλη.




Στις εκλογές στις 17 Ιουνίου η δεξιά Νέα Δημοκρατία κέρδισε με μια πύρρεια νίκη, με ένα πολύ μικρό προβάδισμα από το δεύτερο κόμμα, τον αριστερό ρεφορμιστικό ΣΥΡΙΖΑ: η Δεξιά πήρε 29,66% (ποσοστό που δεν τις επιτρέπει να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση), ενώ η ρεφορμιστική Αριστερά πήρε το 26,89% (από περίπου 17% στις 6 Μαΐου και 4,6% το 2009). Αυτή η εξαιρετικά περιορισμένη, δήθεν «επιτυχία» της Δεξιάς ήρθε παρά την γιγαντιαία διεθνή και εθνική εκστρατεία εκφοβισμού του ελληνικού λαού, υπέρ της Νέας Δημοκρατίας που εξαπολύθηκε από όλα τα διεθνή και εθνικά αστικά ΜΜΕ, από το ΔΝΤ και την Λαγκάρντ, την Μέρκελ της Γερμανίας, τους Σόιμπλε, Μπαρόζο, Όλι Ρεν και την Ευρωπαϊκή Κομμισιόν, τον πρόεδρο του Eurogroup Γιούνκερ, ακόμη κι από τον ίδιο τον Ομπάμα και την κυβέρνησή του.



Παρά το γεγονός ότι τα φιλο-μνημονιακά κόμματα (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, η Δημοκρατική Αριστερά του Kουβέλη) μπορούν τυπικά να σχηματίσουν κυβέρνηση συνασπισμού που θα έχει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία (χάρη στον αντιδημοκρατικό εκλογικό νόμο που δίνει στον πρώτο κόμμα το μπόνους των 50 εδρών), η ίδια η πλειοψηφία των ψηφοφόρων έχουν ψηφίσει αντι-μνημονιακά.


Η αριστερή στροφή της εργατικής τάξης και των λαϊκών μαζών στην αντίθεσή τους προς τα δρακόντεια μέτρα λιτότητας που επιβάλλει η μισητή τρόικα της ΕΕ/ΕΚΤ/ΔΝΤ, η οποία εκφράστηκε στις 6 Μαΐου, συνεχίστηκε με την εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ και πάλι στην δεύτερη θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, με πολύ υψηλότερο ποσοστό αυτή τη φορά. Η πολιτική πόλωση των αντιμνημονιακών αριστερών δυνάμεων και πίσω της η πόλωση των ταξικών δυνάμεων, εκφράστηκε με τη συσπείρωση γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ. Όχι τυχαία, ο ΣYPIZA αναδεικνύεται πρώτο κόμμα, μακράν των άλλων σε όλες τις εργατικές περιοχές της B’ Aθήνας και του Πειραιά και σε άλλα μεγάλα αστικά κέντρα, εκτοπίζοντας το ΠAΣOK και καταβαραθρώνοντά το ακόμη και από τα παραδοσιακά κάστρα του στην Kρήτη.


Το σταλινικό ΚΚΕ, με τη υστερική προεκλογική εκστρατεία του που κυρίως στόχευε τον ΣYPIZA, και το αλαζονικό κάλεσμα στον ελληνικό λαό «να διορθώσει το λάθος του και την ψήφο του», συντρίφτηκε στις κάλπες. Tο KKE χάνει τις μισές του ψήφους, και μάλιστα στις εργατικές περιοχές, στη B’ Aθήνας και Πειραιά, πέφτοντας στην τελευταία θέση των κοινοβουλευτικών κομμάτων, με ένα άθλιο ποσοστό 4,5% (το χαμηλότερο από το 1994, στον απόηχο της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ και μετά από δύο εσωτερικές διασπάσεις το 1989 και 1991).


Η κεντριστική ΑΝΤΑΡΣΥΑ γνώρισε επίσης την εκλογική συντριβή, καταρρέοντας από το 1,19 % της 6ης Μάη στο 0,33% στις 17 Ιουνίου! Στην τελευταία περίπτωση, οι λόγοι είναι επίσης πολιτικοί, και δεν περιορίζονται στις πιέσεις από το κυρίαρχο ρεύμα προς ΣΥΡΙΖΑ. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων που είχε το ΕΕΚ με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ πριν από τις εκλογές της 17ης Ιουνίου, διερευνώντας την δυνατότητα για ένα εκλογικό μπλοκ, είχαμε επιμείνει στην αντικειμενική αξιολόγηση της νέας πολιτικής κατάστασης μετά την 6η Μάη, στην ανάγκη να αποφευχθεί τόσο η οπορτουνιστική συνθηκολόγηση με τον  ΣΥΡΙΖΑ όσο κι η σεχταριστική τύφλωση απέναντι στην πολιτική διαδικασία στη κίνηση των μαζών που οδήγησε σε αυτή την άνοδο. Στη βάση αυτή, θέσαμε μόνο τρεις προϋποθέσεις: προτείναμε να συμπεριληφθούν στο πρόγραμμα δύο βασικά σημεία, η πάλη για την εργατική εξουσία, και η αναγκαιότητα να αντιπαλέψουμε την ιμπεριαλιστική ΕΕ, μέσω της πάλης για τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης και, τρίτον, να διατηρήσουμε την πολιτική μας ταυτότητα και ανεξαρτησία, με την αναφορά του ονόματός μας στο ψηφοδέλτιο μαζί με εκείνο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Οι ηγέτες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είπαν ότι σε γενικές γραμμές συμφωνούν με τα πολιτικά -προγραμματικά σημεία, αλλά απέρριψαν για «τεχνικούς και πολιτικούς λόγους» να μπει στα ψηφοδέλτια το όνομά μας. Έτσι, οι διαπραγματεύσεις κατέρρευσαν. Παρόλα αυτά, το ΕΕΚ αποφάσισε να δώσει κριτική ψήφο στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κάνοντας ενιαίο μέτωπο με εκείνους τους αγωνιστές που βρίσκονται στις τάξεις της, και οι οποίοι αντιτάχθηκαν στην οπορτουνιστική συνθηκολόγηση στον ΣΥΡΙΖΑ και αποδέχθηκαν τα προγραμματικά μας σημεία. H ανεξάρτητη κάθοδος του EEK στις εκλογές αποκλείστηκε εξ αιτίας της οικονομικής μας αδυναμίας, όπως εξηγήσαμε σε προηγούμενη ανακοίνωσή μας.


Όμως, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην πραγματικότητα έκανε το ακριβώς αντίθετο από αυτό που είχαμε συζητήσει στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, διασπασμένη εσωτερικά και παραλυμένη από τις αντιφάσεις των ανοιχτά φιλο-ΣΥΡΙΖΑ και αντι-ΣΥΡΙΖΑ δυνάμεων. Οι φίλο-ΣΥΡΙΖΑ δυνάμεις (που τορπίλισαν και το εκλογικό μπλοκ με το EEK) δεν μπορούσαν να κρύψουν τον οπορτουνισμό τους προς τους ρεφορμιστές, και οι αντι-ΣΥΡΙΖΑ δυνάμεις ακολούθησαν μια  σεχταριστική γραμμή, όχι πολύ διαφορετική από εκείνη του σταλινικού ΚΚΕ. Σε προγραμματική βάση, η αποκαλούμενη «αποδοχή» των προγραμματικών σημείων του ΕΕΚ για την εργατική εξουσία και τη σοσιαλιστική ενότητα της Ευρώπης ενάντια στην ΕΕ εξαφανίστηκαν: με λίγες μεμονωμένες εξαιρέσεις σε ορισμένα ατομικά άρθρα και παρεμβάσεις, στο κύριο εκλογικό υλικό και στην κύρια εκλογική καμπάνια, ο επείγων χαρακτήρας της πάλης για την εργατική εξουσία αγνοήθηκε, ενώ η γραμμή για την έξοδο από την ΕΕ και την εγκατάλειψη του ευρώ, χωρίς την εναλλακτική προοπτική των Ενωμένων Σοσιαλιστικών Πολιτειών της Ευρώπης, δεν διέφερε από τη γραμμή του ΚΚΕ.


Το κάλεσμα για ρήξη με το ευρώ και επιστροφή στην (υποτιμημένη) δραχμή, εντός των καπιταλιστικών πλαισίων, τόσο στην περίπτωση του ΚΚΕ όσο και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ συγκρούστηκε ευθέως με τη βούληση της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, η οποία είναι εχθρική προς την ΕΕ, λόγω των μέτρων λιτότητας που κατέστρεψαν το βιοτικό της επίπεδο, αλλά παρόλα αυτά βλέπει την επιστροφή στην υποτιμημένη δραχμή ως το αποκορύφωμα της τρέχουσας καταστροφής. Το πρόγραμμα για την επαναστατική σοσιαλιστική διέξοδο από τη χρεοκοπία του καπιταλιστικού συστήματος και για τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης δεν είναι μια αφηρημένη προπαγάνδα, αλλά το επείγον καθήκον που πρέπει να προωθήσει η πρωτοπορία μέσα στις μαχόμενες μάζες.


Η έλλειψη μιας τέτοιας προοπτικής χρησιμοποιήθηκε από την άρχουσα τάξη στην εκστρατεία του εκφοβισμού, όχι μόνο κατά του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά κυρίως κατά του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ. Ο Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ ζήτησαν έναν αδύνατο συμβιβασμό: την απόρριψη του μνημονίου, χωρίς την ρήξη με την Ε.Ε. και το ευρώ, και χωρίς να σπάσει το πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος. Η ευρωπαϊκή και η ελληνική αστική τάξη και το πολιτικό προσωπικό τους υποστηριζόμενοι από την αχαλίνωτη εκστρατεία των ΜΜΕ παρουσίασαν την πιθανή εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και το σχηματισμό κυβέρνησης της Αριστεράς στην Aθήνα ως το πρελούδιο του περίφημου “Grexit”, την αυτόματη αποβολή από την ΕΕ και την έξοδο από τη ζώνη του ευρώ, παρά τις διαμαρτυρίες του Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ για το αντίθετο και παρά τις δηλώσεις πίστης στην Ε.Ε. και το ευρώ. Η διάθεση για συμβιβασμό, που γινόταν όλο και πιο έντονη κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, κωδικοποιήθηκε και στο πλαίσιο του ανανεωμένου εκλογικού τους προγράμματος, το οποίο σέβεται τον καπιταλισμό, το ευρώ, την ΕΕ, ακόμη και την ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, ενώ στο ζήτημα της διαγραφής του χρέους ακολουθήθηκε μια διφορούμενη γλώσσα και μια επαμφοτερίζουσα πολιτική ρήξης με το μνημόνιο. Aυτή η σκόπιμη σύγχιση, οι αοριστίες και αμφιταλαντεύξεις επδείνωσαν τις ταλαντεύσεις και την ανασφάλεια σημαντικών στρωμάτων του πληθυσμού.


Έτσι, το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κέρδισε την πρώτη θέση στις εκλογές του Ιουνίου, για την οποία πάλεψε, δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τις τεράστιες πιέσεις που πράγματι ασκήθηκαν από τον ιμπεριαλισμό και την ελληνική άρχουσα τάξη. Σε συνθήκες αξεδιάλυτης συστημικής κρίσης και ακραίας έντασης της κοινωνικής πόλωσης, όσο πιο διαλλακτικός γίνεται ο ένας πολιτικός πόλος τόσο πιο πολύ εξασθενεί ενώ ο αντίθετος πόλος γίνεται όλο και πιο ακραίος και εξαιρετικά βίαιος.


Αυτό είναι ένα πολιτικό δίδαγμα που εκμεταλλεύονται οι φασίστες. Η ναζιστική «Χρυσή Αυγή» κατάφερε να διατηρήσει το υψηλό ποσοστό σχεδόν 7% όχι παρά, αλλά χάρη στην εξαιρετικά προκλητική συμπεριφορά τους μετά την 6η Μάη, την κλιμάκωση των δολοφονικών πογκρόμ τους εναντίον των μεταναστών και την προσχεδιασμένη επίδειξη άνανδρης βίας από τον Κασιδιάρη, ηγετικό στέλεχος των Ναζί, εναντίον των δυο γυναικών βουλευτών της Αριστεράς, της Λιάνας Kανέλλη και Pένας Δούρου κατά τη διάρκεια της εκπομπής του ANTENNA. Φυσικά, όλη αυτή η ναζιστική βία παραμένει ατιμώρητη, χάρη στην προστασία της αστυνομίας και των υπηρεσιών ασφάλειας που βρίσκονται σε αρμονική συνεργασία με τους ναζιστές γκάνγκστερς. Τα αστικά κόμματα και τα ΜΜΕ τους καλύπτουν «καταδικάζοντας εξίσου και τα δύο άκρα, δεξιά και αριστερά», παρόλο που η κοινοβουλευτική αριστερά επιδεικνύει μια εξαιρετική προσήλωση στην αστική νομιμότητα και σεβασμό στο κοινοβουλευτικό αστικοδημοκρατικό σύστημα.


Η ταχεία διάλυση της μικροαστικής τάξης, η μαζική ανεργία σε ποσοστό πάνω από το 50% στη χωρίς μέλλον νεολαία που βυθίζεται στο μίζερο παρόν, η αναξιοπιστία του κοινοβουλευτισμού, η συμφιλιωτική πολιτική της Αριστεράς, κι η έλλειψη μιας ασυμβίβαστης, ισχυρής, βαθιά ριζωμένης μέσα στις μάζες της εργατικής τάξης, αντισυστημικής επαναστατικής Αριστεράς βοηθά τους φασίστες αντεπαναστάτες να μασκαρεύονται ως «αντισυστημικοί».
Η κινητοποίηση των ναζιστικών ταγμάτων εφόδου από την άρχουσα τάξη είναι ένα σαφές προειδοποιητικό μήνυμα ότι πλησιάζει στην Ελλάδα η στιγμή της αλήθειας: η ιστορική αναμέτρηση μεταξύ κοινωνικής επανάστασης και αντεπανάστασης.


Η κρίση της πολιτικής εξουσίας, που έγινε καθαρή στις προηγούμενες εκλογές του Μαΐου, όταν και τα δύο αστικά κόμματα που κυβέρνησαν την Ελλάδα από το 1974, η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, κατέρρευσαν και η ισχυρή άνοδος της Αριστεράς που εκδηλώθηκε με την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στη δεύτερη θέση, δεν έχει επιλυθεί. Aν και το κενό κυβερνητικής εξουσίας θα καλυφθεί τώρα από το συνασπισμό του κατερειπωμενου παλιού αστικού δικομματικού με τη συνδρομή της συμμαχίας των  «πρόθυμων» τής (όχι και τόσο) Δημοκρατικής και (όχι και τόσο) Αριστεράς του Κουβέλη.


Όμως, θα είναι μια πολύ αδύναμη και ετερογενής αστική κυβέρνηση, εν μέσω μιας γενικευμένης καπιταλιστικής χρεοκοπίας, η οποία επεκτείνεται τώρα στην Ισπανία, την Ιταλία, σε όλη την Ευρώπη και διεθνώς. Θα είναι αντιμέτωπη με μια ισχυρή αριστερή Αξιωματική Αντιπολίτευση, και πάνω απ’ όλα με έναν κατεστραμμένο αλλά όχι γονατισμένο λαό, ο οποίος είναι εντελώς εχθρικός στην εφαρμογή του μνημονίου, του  προγράμματος στο οποίο έχει δεσμευτεί δουλικά η νέα κυβέρνηση, όπως άλλωστε έσπευσε να πει και ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας Σαμαράς, στην πρώτη του δήλωση αμέσως μετά την εκλογική του «νίκη». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η νέα κυβέρνηση θα προσπαθήσει να εφαρμόσει όλες τις δεσμεύσεις τους προς την ΕΕ και το ΔΝΤ, δηλαδή τις νέες τεράστιες περικοπές των 11,5 δισ. ευρώ, τις νέες ιδιωτικοποιήσεις κλπ. Και θα το κάνουν με τη βία, από το κράτος και παρακράτος της καταστολής. Μια αδύναμη κυβέρνηση μπορεί να είναι πολύ άγρια και επικίνδυνη, ακριβώς λόγω της αδυναμίας της και των ημι-βοναπαρτιστικών χαρακτηριστικών της.


Κανείς δεν πιστεύει ότι θα είναι μια βιώσιμη κυβέρνηση μακράς πνοής. Η κρίση της πολιτικής εξουσίας έχει την πηγή της στην καπιταλιστική χρεοκοπία και την αυξανόμενη αδυναμία των κυβερνώντων να κυβερνήσουν. Με ή χωρίς αστική κυβέρνηση, η Ελλάδα παραμένει ακυβέρνητη.


Οι εργαζόμενοι και το λαϊκό κίνημα πρέπει να προετοιμαστούν πολιτικά, προγραμματικά, οργανωτικά: αυτοοργάνωση των μαζών σε λαϊκές συνελεύσεις, Κέντρα Αγώνα των Εργατών, Ομάδες Εργατικής Άμυνας ενάντια στους φασίστες, σε ένα Ενιαίο Μέτωπο για να συντρίψουμε το Μνημόνιο και την μνημονιακή καπιταλιστική κυβέρνηση των τροικανών, για την διαγραφή του χρέους, την εθνικοποίηση των τραπεζών και των βασικών τομέων της οικονομίας χωρίς αποζημίωση κάτω από εργατικό έλεγχο, για ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης για τη σωτηρία του λαού, τα οποία μόνο μια κυβέρνηση των εργατών και η εργατική εξουσία μπορεί να εφαρμόσει. Σε συμμαχία με τους ευρωπαίους εργάτες να αγωνιστούμε για τη συντριβή της ιμπεριαλιστικής ΕΕ και την εγκαθιδρυση των Ενωμένων Σοσιαλιστικών Πολιτειών της Ευρώπης.


Aπευθύνουμε αυτό το πρόγραμμα σε όλους τους αγωνιστές του κινήματος στην Αριστερά, καθώς και στις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ, ως βάση την αναδιοργάνωση των πιο μαχητικών  στοιχείων της εργατικής τάξης και της νεολαίας. Mε αυτή τη γενική γραμμή οι αγωνιστές του EEK πρέπει να παλέψουν μέσα στην εργατική τάξη, τη νεολαία και την επαναστατική πρωτοπορία.

18 Ιουνίου 2012

 

Εγκλωβισμός σε πλαστά, εκβιαστικά διλήμματα και αυταπάτες

ANAKOINΩΣH της KE του M-Λ KKE


H νέα αντιδραστική κυβέρνηση της Δεξιάς με τη στήριξη του ΠAΣOK και της ΔHMAP ακροβολίζεται για σαρωτική αντιλαϊκή επίθεση

H δυσαρέσκεια και αγανάκτηση των εργαζομένων πρέπει να βρει ουσιαστική έκφραση και διέξοδο

1. Εξαπολύοντας μια πρωτοφανή τρομοκρατική επιχείρηση οι Eυρωπαίοι ιμπεριαλιστές και οι ντόπιοι λακέδες τους με αιχμή του δόρατος τη Ν.Δ. κατάφεραν να επανασυσπειρώσουν τις δυνάμεις της δεξιάς παράταξης και με την απειλή της πείνας, του χάους και της καταστροφής να κάμψουν τις αντιστάσεις ενός τμήματος του λαού και να σχηματίσουν μια αντιδραστική κυβέρνηση της Δεξιάς με τη στήριξη του ΠΑΣOK και της ΔΗΜΑΡ, που θα συνεχίσει να εφαρμόζει με επιταχυνόμενους ρυθμούς τη βάρβαρη και ξενόδουλη πολιτική των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Παπαδήμου.
Μπροστά στα μάτια του λαού αποκαλύφθηκαν οι πιο ωμές και απροκάλυπτες ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις, οι αχαλίνωτοι εκβιασμοί, οι υπαγορεύσεις και τα ιμπεριαλιστικά τελεσίγραφα για έξοδο από την Ευρωζώνη και το ευρώ «αν δεν τηρηθούν οι δεσμεύσεις και δεν ψηφισθούν τα κόμματα του μνημονίου», προκειμένου να εξασφαλίσουν την αναρρίχηση των ντόπιων λακέδων τους στην κυβερνητική εξουσία. Αποκαλύφθηκε για άλλη μια φορά πως ο ιμπεριαλισμός είναι το κύριο στήριγμα της ντόπιας ξενόδουλης μεγαλοαστικής τάξης για τη διασφάλιση των ταξικών συμφερόντων και της αντιλαϊκής εξουσίας της πάνω στο λαό.

Και αν αυτό συνέβη σε μια εκλογική αναμέτρηση μπορεί ο καθένας να αντιληφθεί ποιος θα είναι ο χαρακτήρας των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, αν απειληθούν πραγματικά ο κυρίαρχος ρόλος και τα συμφέροντά τους στη χώρα μας.
Το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών της 17ης Ιούνη είναι αναμφίβολα δυσμενές για τα λαϊκά συμφέροντα και το λαϊκό, αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα. Όχι μόνο γιατί σημειώνεται μετά από μια περίοδο εφαρμογής μιας βάρβαρης και υποτελούς πολιτικής των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Παπαδήμου που τη διαδέχεται μια κυβέρνηση με διακηρυγμένη ίδια και χειρότερη πολιτική, αλλά γιατί διευκολύνει τα δύο κόμματα της οικονομικής ολιγαρχίας, τη ΝΔ και το ΠΑΣOK και το «αριστερό τους άλλοθι», τη ΔΗΜΑΡ, να μιλούν τώρα για «έγκριση» της αντιλαϊκής πολιτικής τους, για «νωπή λαϊκή εντολή» και επιτρέπει στη νέα δεξιά κυβέρνηση να σκληρύνει την αντιλαϊκή της πολιτική και να προχωρήσει «στην τήρηση των δεσμεύσεων της χώρας προς τους δανειστές» με τα νέα σκληρότερα μέτρα του μνημονίου, με το πετσόκομα των μισθών και συντάξεων, με νέα φοροληστρικά χαράτσια, την επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων, το σάρωμα εργατικών δικαιωμάτων, με την ένταση της τρομοκρατίας και το δυνάμωμα των κατασταλτικών μηχανισμών για την «εμπέδωση του κλίματος ασφάλειας», με μια πολιτική υποτέλειας και υποδούλωσης στα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών στη χώρα μας και ευθυγράμμισης στην φιλοπόλεμη πολιτική τους στη Μ. Ανατολή, τη Συρία και το Ιράν.
Oι προεκλογικές υποσχέσεις για «επαναδιαπραγμάτευση» του μνημονίου θα αποδειχθούν μια σκέτη απάτη. Όλα τα βάρβαρα μέτρα και οι εφαρμοστικοί νόμοι που πέρασαν και δεσμεύτηκαν στα μεγάλα αφεντικά τους οι αρχηγοί της ΝΔ και του ΠΑΣOK θα εφαρμοσθούν απαρέγκλιτα, όπως προστάζουν σε όλους τους τόνους οι ξένοι και οι ντόπιοι δυνάστες. Αν θα δοθούν κάποια ψίχουλα με τη μορφή «επιμήκυνσης» και υποσχέσεις για «ανάπτυξη», αυτά θα είναι η χρυσόσκονη προκειμένου να περάσει με τις λιγότερες αντιστάσεις η βάρβαρη μνημονιακή πολιτική.
Τα προπαγανδιστικά επιτελεία της μεγαλοαστικής τάξης ξεκίνησαν ήδη να αξιοποιούν το εκλογικό αποτέλεσμα, προσπαθώντας να εμφανίσουν τη νέα κυβέρνηση σαν καρπό συνένωσης της «κεντροδεξιάς» και της «κεντροαριστεράς», αξιοποιώντας τα μέγιστα τη συμμετοχή της ΔΗΜΑΡ για να της προσδώσουν «προοδευτικά» και «εθνικοενωτικά» χαρακτηριστικά, επιδιώκοντας να εδραιώσουν περισσότερο στη συνείδηση των λαϊκών μαζών τα αντιδραστικά τους ιδεολογήματα πως η πολιτική των μνημονίων, της Ε.Ε. και του ευρώ είναι «μονόδρομος για τη σωτηρία της χώρας», με σκοπό να υποσκάψουν και να παραλύσουν τις αντιδράσεις τους μπροστά στα νέα βάρβαρα μέτρα που έρχονται.
Ωστόσο, αν το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών παρουσιάζεται με αυτές τις αρνητικές συνέπειες δεν θα πρέπει η πρώτη βαριά του όψη να κρύψει την άλλη πλευρά του.
Ότι εμφανίζεται ως ένα αποτέλεσμα που βρίσκεται σαφώς σε δυσαρμονία με την υπαρκτή, εκφρασμένη και διευρυμένη λαϊκή οργή και αγανάκτηση, με τους παρατεταμένους λαϊκούς αγώνες, τις μεγάλες απεργίες και τα παλλαϊκά συλλαλητήρια απέναντι στην αντιλαϊκή πολιτική της κυβέρνησης Παπανδρέου και της συγκυβέρνησης Παπαδήμου που την έζησαν οι πλατιές λαϊκές μάζες στο πετσί τους και θα την αντιμετωπίσουν ξανά τώρα σε μια παραπλήσια εκδοχή της.
Αν στις εκλογές της περασμένης Κυριακής αυτό δεν εκφράστηκε στην έκταση και την ένταση που θα μπορούσε και υπήρξε αυτό το εκλογικό αποτέλεσμα κάθε άλλο παρά θα πρέπει να βγει το συμπέρασμα ότι υποχώρησε ή έπαψε να υφίσταται η λαϊκή οργή και αγανάκτηση.
Εξάλλου, το εκλογικό αποτέλεσμα όχι μόνο δεν δικαιολογεί τις θριαμβολογίες της ΝΔ, αλλά πιστοποίησε για άλλη μια φορά πως τα κυρίαρχα αστικά κόμματα αδυνατούν να επανεγκλωβίσουν και να χειραγωγήσουν τα πλατιά λαϊκά στρώματα που αποδεσμεύτηκαν από την εκλογική τους επιρροή.
Παρά την επανασυσπείρωση των δυνάμεων της Δεξιάς και τα τρομοκρατικά, εκβιαστικά διλήμματα που έθεσε η NΔ, το εκλογικό ποσοστό της βρίσκεται κάτω από το «ιστορικό χαμηλό» των εκλογών του 2009 και τα δύο εκατομμύρια διακόσιες χιλιάδες ψηφοφόροι τότε, μειώθηκαν τώρα ύστερα από τον «εκλογικό της θρίαμβο», στο ένα εκατομμύριο οκτακόσιες χιλιάδες, είναι δηλαδή σήμερα κατά τετρακόσιες χιλιάδες λιγότεροι.
Και ακόμη, αθροιστικά, τα 5,2 εκατομμύρια που ψήφισαν ΠΑΣOK και ΝΔ στις εκλογές του 2009, τώρα μειώθηκαν στα 2,6 εκατομμύρια, έχουν χάσει δηλαδή τα δύο αστικά κόμματα το μισό της εκλογικής τους δύναμης συνολικά παρμένο.
Το μεγάλο στένεμα και η συρρίκνωση της εκλογικής βάσης των αστικών κομμάτων θα έχει σαν αποτέλεσμα να συνεχισθεί η πολιτική αστάθεια και αβεβαιότητα που θα ενταθεί από την εφαρμογή της αντιλαϊκής πολιτικής. Η «κυβέρνηση τετραετίας» που σχεδιάζουν δεν πρόκειται να μακροημερεύσει. Καμμιά «τάξη» και καμμιά πολιτική σταθερότητα δεν μπορεί να στηριχθεί πάνω στην πείνα και την εξαθλίωση του λαού και στην υποδούλωση της χώρας. Στη βάση αυτή μόνο όξυνση της πολιτικής αντίδρασης και της ταξικής πάλης θα σημειωθεί.
Κάτω από τη σκιά του εκλογικού αποτελέσματος δεν πρέπει να ξεχαστεί πως η αντιλαϊκή πολιτική δεν αντιμετωπίζεται μέσα από τις κάλπες που στήνουν όποτε θέλουν οι κυρίαρχες δυνάμεις, αλλά μέσα από τους μαζικούς, εξωκοινοβουλευτικούς αγώνες που μπορούν να αναπτύξουν οι λαϊκές μάζες. Και τέτοιοι αγώνες παρά την προσωρινή κάμψη και υποχώρησή τους, γρήγορα θα ξεσπάσουν.
Μια σημαντική μάζα ψηφοφόρων που στήριζε παλιώτερα ΝΔ και ΛΑOΣ κατευθύνθηκε για δεύτερη φορά, σχετικά μειωμένα τώρα, προς τους «Ανεξάρτητους Έλληνες» του Καμμένου, ένα κόμμα βγαλμένο μέσα από τους πιο αντιδραστικούς, επικίνδυνους και τυχοδιωκτικούς κύκλους της Δεξιάς, που εμφανίζεται με αντιμνημονιακή προβιά και ακόμα χειρότερα κατευθύνθηκε προς τη «Χρυσή Αυγή» που σταθεροποιείται, επιτρέποντας σε μια φασιστική ομάδα να εξασφαλίζει για δεύτερη φορά κοινοβουλευτική παρουσία με την είσοδο στη Βουλή καθαρόαιμων ναζιφασιστών, υμνητών του Χίτλερ. Το πρόβλημα με τη «Χρυσή Αυγή» δεν είναι μόνο οι τραμπούκικες, δολοφονικές, φασιστικές επιθέσεις της, η σύμπλεξή της με τους κατασταλτικούς κρατικούς και παρακρατικούς μηχανισμούς, αλλά η ανάδειξή της σε μια φασιστική πολιτική δύναμη κρούσης, που μπορεί αν χρειαστεί να αξιοποιηθεί από τις πιο αντιδραστικές δυνάμεις, πέρα από τον εκφοβισμό και την τρομοκράτηση του λαϊκού κινήματος, σαν πολιτικός μοχλός ανοιχτά αντιδημοκρατικών, αντικομμουνιστικών, φασιστικών εκτροπών και εξελίξεων.
2. Αφού πέτυχε ο ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές της 6ης Μάη να αναδειχθεί δεύτερο κόμμα, αποσπώντας πλατιές λαϊκές μάζες από την εκλογική επιρροή του ΠΑΣOK με δημαγωγικές υποσχέσεις για κατάργηση του μνημονίου και των εξοντωτικών μέτρων που έχουν οδηγήσει σε μια δραματική θέση εκατομμύρια εργαζόμενους και ανέργους, με τη δυναμική που απέκτησε, την οξύτατη πολιτική πόλωση που διαμορφώθηκε γύρω από το νέο δίπολο ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ, κατάφερε να εγκλωβίσει ένα μεγάλο τμήμα του δημοκρατικού, προοδευτικού και αριστερού κόσμου στα πλαίσια της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής του, συγκεντρώνοντας στις εκλογές του Ιούνη ένα πολύ υψηλό εκλογικό ποσοστό. Τώρα από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης διακηρύσσει πως θα ασκήσει μια «υπεύθυνη» και «μαχητική» πολιτική και εμφανίζεται ως η επόμενη εναλλακτική κυβερνητική λύση του αστικού πολιτικού συστήματος. Για πρώτη φορά εμφανίζεται ένα κόμμα με την ταμπέλα της «ριζοσπαστικής αριστεράς» να καταγράφει τόσο ψηλό εκλογικό ποσοστό και να διεκδικεί την κυβερνητική εξουσία, υποσχόμενο «κυβέρνηση της Αριστεράς».
Έχουμε χρέος να μιλήσουμε ανοιχτά και καθαρά στους εργαζόμενους, να αποκαλύψουμε τον ψευτοαριστερό, σοσιαλδημοκρατικό χαρακτήρα της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ και να καταπολεμήσουμε τις επικίνδυνες αυταπάτες και τις ψεύτικες ελπίδες που καλλιεργεί στο λαό, μέσα από μια ολόπλευρη ιδεολογικοπολιτική αντιπαράθεση αρχών.
Ένας φορέας που κυριαρχείται και καθοδηγείται από τον ΣΥΝ, από ένα κόμμα αποκομμουνιστικοποιημένο, δημιουργημένο δηλαδή από αποστάτες του κομμουνιστικού κινήματος, συγκροτημένο πάνω στην απόρριψη της επαναστατικής ιδεολογίας, στην ηττοπάθεια, τη συνθηκολόγηση και υποταγή στην πολιτική της αστικής τάξης, στην απάρνηση των μεγάλων εθνικοαπελευθερωτικών επαναστατικών αγώνων του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος, όχι μόνο δεν μπορεί να εκφράσει και να υπηρετήσει τα συμφέροντα του λαού και την πάλη του για την αποτίναξη των μνημονίων και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, αλλά θα αξιοποιηθεί με την «υπεύθυνη» αντιπολίτευσή του σαν ο  κατάλληλος σοσιαλδημοκρατικός φορέας ανάσχεσης προκειμένου να ελέγξει και να ενσωματώσει τη λαϊκή αγανάκτηση και το λαϊκό ριζοσπαστισμό και να διαχειριστεί σε μια επόμενη φάση την οικονομική και πολιτική κρίση του καθεστώτος της εξάρτησης και της υποτέλειας προς όφελος της ντόπιας ολιγαρχίας και του ιμπεραλισμού.
Ένας φορέας που για δεκαετίες οι κυρίαρχες δυνάμεις που τον συγκροτούν ορκίζονται στο όνομα της ΕOK και της ΕΕ, της Ευρωζώνης και του ευρώ, και ταυτίστηκαν με τη στρατηγική της ντόπιας άρχουσας τάξης, δεν μπορεί και δεν θέλει να σταθεί αντιμέτωπος και να «καταγγείλει» την πολιτική που εκπορεύεται από την ΕΕ, που πεμπτουσία της είναι η βάρβαρη πολιτική των μνημονίων. Εξάλλου η βασική θέση που πρόβαλλε σε όλη την προεκλογική περίοδο απέναντι στις «κατηγορίες» ότι οδηγεί τη χώρα έξω από την ΕΕ, είναι πως με τη δική του πολιτική εξασφαλίζεται η σταθερή παραμονή της χώρας στην ΕΕ και την Ευρωζώνη.
Σε κάθε περίπτωση, ύστερα μάλιστα και από το εκλογικό αποτέλεσμα, οι κοινωνικές και πολιτικές πιέσεις για έναν «παναριστερό πόλο», συγκροτημένο ή άτυπο, με κυρίαρχη δύναμη το ΣΥΡΙΖΑ θα ενταθούν και θα δυναμώσουν, δοκιμάζοντας τις πολιτικές αντιστάσεις και τις ιδεολογικές αντοχές όσων θέλουν να αγωνιστούν για την ανεξάρτητη πορεία του αριστερού και του ευρύτερου επαναστατικού κινήματος.
Θα πρέπει σταθερά και αδιάλλακτα να υψωθεί μέτωπο αντιπαράθεσης ενάντια στην ιδεολογικοπολιτική γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ και την οππορτουνιστική θέση για την «ενότητα της αριστεράς», μια γραμμή που αν κυριαρχήσει θα επιτείνει τις αυταπάτες και τη σύγχυση μέσα στον αριστερό κόσμο, θα διαψεύσει οικτρά τις προσδοκίες του και θα οδηγήσει το κίνημα στα ίδια τραγικά αδιέξοδα, μετατρέποντας ξανά την Αριστερά σε σωσίβιο της αστικής τάξης για το ξεπέρασμα της κρίσης.
Εξάλλου μια γεύση για το ρόλο και το χαρακτήρα της πολιτικής αυτών των δυνάμεων παίρνει ο προοδευτικός και αριστερός κόσμος από τη στάση της ΔΗΜΑΡ, που βγήκε ατόφια πριν δύο χρόνια από τους κόλπους του ΣΥΡΙΖΑ. Εκφράζοντας με «αυθεντικό» τρόπο την «κυβερνώσα αριστερά» που έχει σημαία της την ΕΕ, τώρα που οι πολιτικές ανάγκες της άρχουσας τάξης το απαιτούν προσφέρει τις πολύτιμες υπηρεσίες της και γίνεται ένα αξιοθρήνητο κυβερνητικό δεκανίκι σε μια κυβέρνηση της Δεξιάς. Προχωρεί σε «προγραμματικές συμφωνίες» με τη ΝΔ και το ΠΑΣOK, με τα κόμματα-στυλοβάτες της μεγαλοαστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού, αποδεχόμενη τις «δεσμεύσεις της χώρας απέναντι στους εταίρους» και σκαρφίζεται «ισοδύναμα μέτρα» που θα εξωραΐζουν στα μάτια του λαού το υποδουλωτικό μνημόνιο. Προσφέρει έτσι «αριστερό» άλλοθι, και αναδεικνύεται τώρα σε βασικό σταθεροποιητικό παράγοντα για το σχηματισμό μιας αντιδραστικής κυβέρνησης, που θα δώσει χρόνο στις κυρίαρχες δυνάμεις να ανασυνταχθούν και να οργανώσουν με καλύτερους όρους την αντιλαϊκή τους επίθεση.
3. Η ηγεσία του ΚΚΕ πλήρωσε για δεύτερη φορά μέσα σε σαράντα μέρες, όμως τώρα πολύ πιο βαριά, το αντίτιμο της γενικής ρεβιζιονιστικής πολιτικής και όλων εκείνων των θεωριών που καλλιέργησε χρόνια μέσα στο αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα, πολιτική και θεωρίες που έκαναν ευάλωτο τον κόσμο της Αριστεράς στις πιέσεις και στους εκβιασμούς της σοσιαλδημοκρατίας. Ό,τι συνέβη με το ΠΑΣOK στις αρχές της δεκαετίας του ’80, επαναλαμβάνεται σήμερα με το ΣΥΡΙΖΑ. Απλώς εκφράζεται με διαφορετική μορφή, με διαφορετικά εξωτερικά γνωρίσματα στην ασκούμενη πολιτική του ΚΚΕ, που έχει όμως τα ίδια ολέθρια αποτελέσματα και αναπαράγει τα ίδια αδιέξοδα. Tο αποτέλεσμα ήταν και τότε και τώρα, όχι μόνο να αδυνατεί να αποσπάσει δυνάμεις, δημοκρατικό και προοδευτικό κόσμο από την επιρροή της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά αντίθετα με την ιδεολογικοπολιτική γραμμή του, να καθιστά ευάλωτο το δικό του κόσμο και να τον οδηγεί στις γραμμές της σοσιαλδημοκρατίας. Τότε με μια δεξιά ρεφορμιστική πολιτική «αλλαγής» ή «πραγματικής αλλαγής» σύρθηκε στην ουρά του ΠΑΣOK αναζητώντας μια κυβερνητική συνεργασία μαζί του και παραδίδοντας στο ΠΑΣOK, σ’ ένα κόμμα της μεγαλοαστικής τάξης, την ηγεμονία πάνω στις πλατιές λαϊκές, προοδευτικές και αριστερές μάζες.
Αντί να αποκαλύψει τότε τον πραγματικό χαρακτήρα και το ρόλο του ΠΑΣOK καλλιέργησε ολέθριες αυταπάτες στον κόσμο της Αριστεράς και αποκορύφωμα αυτής της πολιτικής του ήταν οι κυβερνητικές συνεργασίες του με τη ΝΔ και το ΠΑΣOK το 1989-90 που κατάφεραν ένα βαρύ πλήγμα στο αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα με μακροχρόνιες συνέπειες.
Τώρα ενώ σωστά απέρριψε κάθε πρόταση συμμετοχής σε μια ψευτοαριστερή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και την πρότασή του για «Ενότητα της Αριστεράς», με όλη την αλλοπρόσαλλη, σεχταριστική και ψευτοεπαναστατική πολιτική που εφάρμοσε η ηγεσία του KKE όλα τα προηγούμενα χρόνια και συνεχίζει να εφαρμόζει και σήμερα, παραδίδει την ηγεμονία των λαϊκών μαζών στο σοδιαλδημοκρατικό ΣΥΡΙΖΑ.
Τώρα και δύο χρόνια διακηρύσσει πως είναι ψεύτικο το δίλημμα μνημόνιο – αντιμνημόνιο και ότι είναι αποπροσανατολιστικός ο διαχωρισμός ανάμεσα σε μνημονιακές και αντιμνημονιακές δυνάμεις και πως το πραγματικό ζήτημα είναι «αν θα περάσει ο πλούτος στα χέρια των εργατών». Αντί να μπει στο επίκεντρο της πάλης, όπως θα όφειλε να κάνει ένα πραγματικό κομμουνιστικό κόμμα, ο στόχος της απόκρουσης των βάρβαρων και εξοντωτικών μέτρων του μνημονίου και να ξεσκεπαστεί ο κάλπικος χαρακτήρας του «αντιμνημονιακού αγώνα» του ΣΥΡΙΖΑ και κάθε αντιδραστικού, τυχοδιωκτικού μορφώματος, που εμφανίζονταν με αντιμνημονιακό μανδύα, η ηγεσία του ΚΚΕ διακήρυττε πως είναι ψευτοδίλημμα το μνημόνιο-αντιμνημόνιο και έτσι παραχωρούσε όλο το έδαφος σε αυτές τις δυνάμεις να δημαγωγούν ασύστολα και να εξαπατούν το λαό.
Και αυτή η κατεύθυνση ήρθε και δέθηκε με τη σεχταριστική και διασπαστική του πολιτική μέσα στο μαζικό κίνημα, με το ΠΑΜΕ, που τη συγκαλύπτει με κούφιες «αντεπιθέσεις» και «εντυπωσιακές ενέργειες» της στιγμής.
Όμως πίσω από τις κόκκινες σημαίες, τα θεόρατα πανώ που κρεμούσε και τις «συμβολικές καταλήψεις» 20-30 ατόμων που επιχειρούσε, δεν υπήρχε η κατεύθυνση της πάλης για τα προβλήματα του λαού, αλλά αποτελούσαν το άλλοθι μιας κομματικής περιχαράκωσης και διασπαστικής πρακτικής στα συνδικάτα, στα κοινωνικά μέτωπα πάλης, σε κάθε μικρή και μεγάλη κινητοποίηση, που έκρυβε την έλλειψη πίστης στη δύναμη της μαζικής ενιαίας λαϊκής πάλης, τη βαθιά ηττοπαθή και συμβιβαστική αντίληψη ότι η εργατική τάξη και ο λαός δεν μπορούν να φρενάρουν την κυβερνητική επίθεση, τα εξοντωτικά μέτρα του μνημονίου και να προασπίσουν τα οικονομικά και κοινωνικά τους συμφέροντα και κατακτήσεις.
Όταν η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έριξε το δόλωμα της «αριστερής κυβέρνησης», το ΚΚΕ αντί να ξεσκεπάσει την κάλπικη πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ και να καταδείξει στον κόσμο της Αριστεράς πως δεν πρόκειται για μια αριστερή, αλλά για ψευτοαριστερή κυβέρνηση-σωσίβιο της αστικής τάξης, προσπαθώντας να ξεφύγει από την πίεση άρχισε να διακηρύσσει εξωφρενικά πως το ΚΚΕ «δεν έχει καμμιά σχέση με την Αριστερά», πως μια τέτοια κυβέρνηση δεν το αφορά, γιατί αυτοί «είναι κομμουνιστές, δεν είναι αριστεροί», σπρώχνοντας έτσι κατά χιλιάδες τον προοδευτικό και αριστερό κόσμο στην αγκαλιά του ΣΥΡΙΖΑ.
Όταν και οι πάντες αντιλαμβάνονται πως η Ελλάδα μετατρέπεται σε προτεκτοράτο και το καθεστώς εξάρτησης και υποτέλειας παίρνει τη μορφή μιας απροκάλυπτης ξενοκρατίας, η ηγεσία του ΚΚΕ αντί να πρωτοστατήσει στον αγώνα για την απόκρουση των βάρβαρων μέτρων του μνημονίου και να τον εντάξει στο γενικώτερο αγώνα για το σπάσιμο της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και υποτέλειας, στον αγώνα για τη διπλή ανατροπή της κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού και της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης, όπως θα όφειλε να κάνει ένα πραγματικό κομμουνιστικό κόμμα, η ηγεσία του ΚΚΕ περιφρόνησε από «ταξικές» θέσεις τον αγώνα ενάντια στο μνημόνιο και άνοιξε συστηματικό μέτωπο αντιπαράθεσης σε όσους πάλευαν ενάντια στα δεσμά της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και για την κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας, θεωρώντας πως η μεγαλοαστική τάξη έχει καταστήσει τη χώρα κυρίαρχη και ανεξάρτητη και πως «δεν έχει κανένα νόημα ο αγώνας για εθνική ανεξαρτησία».
Και πέρα βέβαια απ’ όλα αυτά, η ηγεσία του ΚΚΕ εξακολουθεί να κουβαλά όλο το ρεβιζιονιστικό φορτίο και τη γραμμή που ευθύνεται για την ανυπολόγιστη ζημιά που προκλήθηκε στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και στο κομμουνιστικό κίνημα της Ελλάδας, ύστερα από το αντεπαναστατικό συνέδριο του ΚΚΣΕ και την περιβόητη 6η Oλομέλεια του ΚΚΕ, το Φλεβάρη και Μάρτη αντίστοιχα του 1956. Την παλινόρθωση του καπιταλισμού στη Σ.Ε. και τις άλλες πρώην σοσιαλιστικές χώρες της Ευρώπης και τη διάλυση των περισσότερων κομμουνιστικών κομμάτων στο διεθνές επίπεδο και στο εθνικό επίπεδο τη μετατροπή του ΚΚΕ, από κόμμα επαναστατικό, καθοδηγητή των ηρωικών αγώνων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, σε κόμμα του κοινοβουλευτικού κρετινισμού, όπως είναι πια σήμερα. Eίναι γνωστό πως ένα χρόνο τώρα οργάνωνε διαδηλώσεις και πίεζε να γίνουν εκλογές. Λίγες μέρες μετά τις εκλογές της 6ης Μάη πραγματοποίησε συλλαλητήριο και ζητούσε άμεση προκήρυξη των εκλογών και «διόρθωση της ψήφου» για το ΚΚΕ, λες και τα προβλήματα του λαού θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν μέσα από τις κάλπες, από αυτούς ή τους άλλους κυβερνητικούς εντολοδόχους της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού που θα προέκυπταν, όπως τελικά προέκυψαν από τις εκλογές.
Το πραγματικό πρόβλημα που αναδεικνύεται μετά τις εκλογές με ακόμα πιο έντονο και επιτακτικό τρόπο είναι αν θα υπάρξει μια ανεξάρτητη, απέναντι στην κυρίαρχη τάξη, ισχυρή και αξιόπιστη Κομμουνιστική Αριστερά, σταθερός και ασυμβίβαστος υπηρέτης του λαού και των συμφερόντων του. Όχι μια κατ’ όνομα  Αριστερά,  προσαρμοσμένη στις πιέσεις, τις ανάγκες και τα συμφέροντα των κυρίαρχων αστικών δυνάμεων, αλλά μια πραγματική κομμουνιστική Αριστερά, ένα πραγματικό κομμουνιστικό κόμμα, που χωρίς την ύπαρξη, την οικοδόμηση και τη δράση τους, η εργατική τάξη και οι πλατιές λαϊκές μάζες θα παραμένουν αφοπλισμένες και αδύναμες και ο αγώνας τους θα μετατρέπεται σε διαπραγματευτικό χαρτί στα χέρια μιας νεόκοπης σοσιαλδημοκρατίας για να πλασαριστεί στο κυρίαρχο αστικό πολιτικό σκηνικό. Όσο οι διαθέσεις του κόσμου της Αριστεράς θα εγκλωβίζονται στα πλαίσια της πολτικής του ΣΥΡΙΖΑ, της ΔΗΜΑΡ, του ΚΚΕ, το λαϊκό και αριστερό κίνημα θα βρίσκεται μπροστά σε αδιέξοδα και η κρίση θα αναπαράγεται στις γραμμές του. Η κυριαρχία της συμβιβαστικής πολιτικής στο χώρο της Κομμουνιστικής Αριστεράς πρέπει να ανατραπεί και αυτό είναι το μεγάλο καθήκον στο οποίο οφείλουν να συστρατευθούν όλες οι πραγματικά αριστερές δυνάμεις, όλοι οι κομμουνιστές.
4. Η εκλογική συνεργασία ΚΚΕ (μ-λ) και Μ-Λ ΚΚΕ έδωσε μέσα σε σαράντα μέρες μια διπλή σκληρή εκλογική μάχη. Όταν παίρναμε την απόφαση για συμμετοχή στις εκλογές της 17ης Ιούνη, είχαμε πλήρη συνείδηση των μεγάλων δυσκολιών που θα δημιουργούσε η οξύτατη πολιτική πόλωση ανάμεσα στη ΝΔ και το ΣΥΡΙΖΑ, τα εκβιαστικά διλήμματα και οι αυταπάτες για μια «αριστερή κυβέρνηση». Είχαμε επίγνωση πως στις συνθήκες που διαμορφώνονταν, το εκλογικό αποτέλεσμα της εκλογικής συνεργασίας θα μειωνόταν αισθητά. 
Χωρίς βέβαια να υποτιμούμε και να παραγνωρίζουμε τη σημασία ενός εκλογικού αποτελέσματος και τη σημαντική μείωσή του από τις 16.000 ψήφους το Μάη, στις 7.650 ψήφους τον Ιούνη, ο πρώτος και καθοριστικός παράγοντας που κυριάρχησε, και σωστά, ήταν η εκλογική συνεργασία ΚΚΕ (μ-λ) και Μ-Λ ΚΚΕ να δηλώσει παρών  στις κρίσιμες πολιτικές εξελίξεις, να μη λυγίσει μπροστά στις δυσκολίες, να απευθυνθεί στον κόσμο που τη στήριξε, στέλνοντας μήνυμα συνέχισης και προοπτικής της δράσης μας, θέτοντας παρακαταθήκες για τους αυριανούς αγώνες που έρχονται. Προφανώς το βασικότερο πολιτικό πρόβλημα που αντιμετώπισε η εκλογική συνεργασία στις 6 Μάη και πολλαπλασιαστικά στις 17 Ιούνη ήταν η πίεση και ο εκβιασμός της «χαμένης ψήφου» από την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για «αριστερή κυβέρνηση», οι μεγάλες προσδοκίες και αυταπάτες που καλλιεργούσε ότι υπάρχει δυνατότητα σχηματισμού μιας κυβέρνησης που θα δώσει άμεσες απαντήσεις στα φλέγοντα προβλήματα των εργαζομένων.
Φυσικά πίσω από τις θεωρίες του «μικρότερου κακού», της «χαμένης» ή της «χρήσιμης» ψήφου, υπάρχει η πολύχρονη διαβρωτική επίδραση των ρεβιζιονιστικών αντιλήψεων, η καλλιέργεια κοινοβουλευτικών αυταπατών πως μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσα από τις κάλπες τα προβλήματα των εργαζομένων που σε συνθήκες άμεσης επιβίωσης για τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού δυνάμωναν κατακόρυφα.
Αν και βρέθηκε στο επίκεντρο της προεκλογικής μάχης που δώσαμε η καταπολέμηση και ο περιορισμός όλων αυτών των αντιλήψεων, αποδείχθηκε ιδιαίτερα δύσκολο να αντικρουστούν αποτελεσματικά στις διαμορφωμένες πολιτικές συνθήκες και στο σύντομο διάστημα της προεκλογικής περιόδου. Το ζήτημα αυτό συνδέεται με ένα σταθερό, πολύχρονο ιδεολογικοπολιτικό αγώνα αντιπαράθεσης απέναντι στην ψευτοαριστερή, σοσιαλδημοκρατική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ και ενάντια στη ρεβιζιονιστική γραμμή του ΚΚΕ που θα φέρει στο προσκήνιο τον ανεξάρτητο ρόλο και τη δράση του κομμουνιστικού μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος και την ξεχωριστή ιδεολογικοπολιτική φυσιογνωμία του.
Από εκεί και πέρα, σε συνθήκες πόλωσης και εκβιαστικών διλημμάτων, όπως εκφράστηκαν στα πλαίσια της Αριστεράς, πέρα από τα εφόδια του γενικού πολιτικού προσανατολισμού και της αντιπαράθεσης με τα αντίπαλα ιδεολογικά ρεύματα, πρωταρχική σημασία έχει η παρουσία και δράση οργανωμένων δυνάμεων, η ύπαρξη σταθερών οργανωτικών και πολιτικών ερεισμάτων μέσα στους εργαζόμενους που εξασφαλίζει την άμεση επαφή και στήριξη του κόσμου, κάτι που δεν μπορεί να υποκατασταθεί από τη γενική προπαγανδιστική δουλειά. Τα πολιτικά και οργανωτικά ερείσματα είναι συγκριτικά περιορισμένα, οι δεσμοί με ευρύτερους κύκλους αγωνιστών και εργαζομένων είναι αδύναμοι. Όπου στοιχειωδώς έχει αντιμετωπιστεί αυτό το κρίσιμο ζήτημα, το εκλογικό αποτέλεσμα ήταν θετικό.
Σε κάθε περίπτωση, το όποιο αριθμητικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επισκιάσει τη συνολική πολιτική δράση που ανέπτυξε όλο αυτό το διάστημα η εκλογική συνεργασία.
Πάνω από δύο μήνες, οι σύντροφοι και συναγωνιστές των δύο οργανώσεων κινητοποιήθηκαν ακούραστα, μεταφέροντας το αγωνιστικό μήνυμα της συνεργασίας σε χιλιάδες εργαζομένους, το μήνυμα της πάλης ενάντια στον ιμπεριαλισμό και στην πολιτική της εξάρτησης, της φτώχειας και ανεργίας, τον κοινό στόχο για την ανασυγκρότηση του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος ενάντια στο συμβιβασμό και τη συνθηκολόγηση.
Ποτέ σε όλα τα προηγούμενα χρόνια δεν αναπτύχθηκε μια τόσο πλατιά, ενιαία κινητοποίηση των δυνάμεων του κινήματός μας από τη μια μεριά της χώρας μέχρι την άλλη, μέσα από δεκάδες συγκεντρώσεις, εξορμήσεις, αφισσοκολήσεις, μοίρασμα υλικού, συσκέψεις και συζητήσεις, προβάλλοντας μια ξεκάθαρη πολιτική κατεύθυνση και απαντώντας θετικά στην αγωνιστική απαίτηση ενός ευρύτερου δυναμικού για μια σταθερή πορεία συνεργασίας και συσπείρωσης των δυνάμεών μας. Η κοινή προεκλογική μάχη έφερε πιο κοντά τον κόσμο των δύο οργανώσεων, επέτρεψε να γνωριστούν αγωνιστές ύστερα από πολλά χρόνια για πρώτη φορά σε τόση έκταση και βάθος. Αυτός ο κοινός βηματισμός «από τα πάνω και από τα κάτω» δημιουργεί τις βάσεις για τη στερέωση των συναγωνιστικών, συντροφικών δεσμών, αποτελεί κέρδος και κατάκτηση για την κοινή μας υπόθεση.
Όλα αυτά πιστεύουμε πως αποτελούν τα βασικά στοιχεία της προσπάθειάς μας, που αφήνουν πλούσια αγωνιστική παρακαταθήκη για την επόμενη περίοδο, για την πορεία του κομμουνιστικού μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος.
Η εκλογική συνεργασία των δύο οργανώσεων δεν αποτέλεσε τυχαία και ευκαιριακή συνεύρεση αλλά καρπό κοινών εκτιμήσεων και πολιτικών στόχων σε βασικά ζητήματα και ξεκάθαρη στάση στο αίτημα της πολιτικής συσπείρωσης και συνεργασίας ως απάντηση στην πολυδιάσπαση και τον κατακερματισμό.
Η μάχη των εκλογών, ένα συγκεκριμένο επεισόδιο της πολιτικής πάλης τελείωσε και ξανοίγεται μπροστά μας ο αγώνας σε όλα τα πολιτικά, κοινωνικά και ταξικά μέτωπα. O κοινός αγώνας που δόθηκε από τις δύο οργανώσεις αποτελεί ένα πρώτο βήμα σ’ ένα μακρύ, επίπονο αλλά ελπιδοφόρο δρόμο.
Oι αγωνιστές, οι αριστεροί που μας στήριξαν, αλλά και όσοι όλα αυτά τα χρόνια συγκρατήθηκαν στις όχθες του μαρξιστικού-λενινιστικού ρεύματος, υποδήλωσαν με την ψήφο τους πως το επαναστατικό κομμουνιστικό κίνημα είναι εδώ, κόντρα στις πιέσεις και τις σειρήνες των αστικών και ρεφορμιστικών κομμάτων.
Αξιοποιώντας όλες τις υποδείξεις, βελτιώνοντας τις αδυναμίες μας, καταγράφοντας τις δυνατότητες, τις αντοχές αλλά και τις παραλείψεις μας, εργαζόμαστε για την επόμενη μέρα με τη βεβαιότητα πως η συνεργασία των δύο οργανώσεων εκφράζει ανάγκες της ταξικής πάλης, τις γνήσιες αγωνιστικές απαιτήσεις ενός ολόκληρου κόσμου και τη διάθεσή του να στρατευτεί και να παλέψει για μια πραγματική Κομμουνιστική Αριστερά.
Αυτό το μήνυμα πρέπει να μετουσιωθεί σε πράξη.

Aθήνα, 20 Iούνη 2012


 

Ανακοίνωση της ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για τα αποτελέσματα των εκλογών της 17ης Ιούνη

1. Οι εκλογές της 17ης Ιουνίου αποτέλεσαν μία κρίσιμη καμπή στη σκληρή αντιπαράθεση που διεξάγεται σήμερα στη ελληνική κοινωνία. Αποτύπωσαν τις μεγάλες συγκρούσεις και διαιρέσεις που διαπερνούν την ελληνική κοινωνία, την ένταση της κοινωνικής και πολιτικής αντιπαράθεσης ως αποτέλεσμα των μνημονιακών πολιτικών και των μεγάλων εργατικών και λαϊκών αγώνων των τελευταίων χρόνων, τις προσπάθειες ανασύνταξης του μνημονιακού μπλοκ μετά την καταλυτική φθορά και απονομιμοποίηση που του είχε προκαλέσει το λαϊκό κίνημα. Ωστόσο το ρήγμα που άνοιξε ο λαϊκός ξεσηκωμός και που πήρε εκρηκτική μορφή στις εκλογές της 6ης Μάη εξακολουθεί να είναι ενεργό.


2. Η ΝΔ κατάφερε να έχει την πρώτη θέση συσπειρώνοντας ένα σημαντικό τμήμα του συντηρητικού χώρου. Βοηθήθηκε σε αυτό από τα εκβιαστικά διλήμματα και την ιδεολογική τρομοκρατία που κυριάρχησαν στην προεκλογική περίοδο μέσα από την πλήρη ευθυγράμμιση με τις πιο αντιδραστικές δυνάμεις  της ευρωπαϊκής κεφαλαιοκρατίας και της ίδιας της Μέρκελ από τις σκανδαλώδεις και απροκάλυπτες  παρεμβάσεις των εκπροσώπων των ηγετικών καπιταλιστικών χώρων υπέρ της ΝΔ. Ωστόσο, σε καμιά περίπτωση η εκλογική επιτυχία της δεν σημαίνει θρίαμβο. Αντίθετα, παρ’ όλη την πολλαπλή ενίσχυση που δέχτηκε δεν μπόρεσε να περάσει το 30%, παραμένοντας σε ποσοστά χαμηλότερα από το ιστορικό χαμηλό της του 2009. Μαζί με την επιβεβαίωση της κατάρρευσης του ΠΑΣΟΚ υπογραμμίζει τη βαθιά κρίση των μνημονιακών κομμάτων.




3. Η πρωτιά της ΝΔ ανοίγει το δρόμο για τη συγκρότηση κυβέρνησης με συμμετοχή ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – ΔΗΜΑΡ που θα προσπαθήσει να περάσει ακόμα χειρότερα μέτρα σε βάρος των εργαζόμενων. Μπορεί να μιλάνε για «επαναδιαπραγμάτευση» αλλά είναι σαφές ότι πίσω απ’ το προσωπείο της «εθνικής σωτηρίας» θα είναι μια κυβέρνηση μνημονιακή, βαθιά αντιδραστική, ιδιαίτερα αυταρχική, πλήρως συμμορφωμένη με τις απαιτήσεις κεφαλαίου – ΕΕ – ΔΝΤ, έτοιμη να εφαρμόσει περικοπές, απολύσεις, μειώσεις μισθών και ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας.


4. Παρά τη στήριξη που έχει από τις δυνάμεις του κεφαλαίου, την Τρόικα και τα διαπλεκόμενα ΜΜΕ και παρά τις δηλώσεις Σαμαρά για «κυβέρνηση μακράς πνοής», η νέα κυβέρνηση θα είναι κυβέρνηση ασταθής, με αδυναμία μακροημέρευσης, μια κυβέρνηση που σύντομα θα βρεθεί αντιμέτωπη με τη λαϊκή οργή, τους εργατικούς και λαϊκούς αγώνες. Μια κυβέρνηση ακόμα πιο αδύναμη από τις προηγούμενες του ΠΑΣΟΚ και του Παπαδήμου. Γι αυτό άλλωστε και επεδίωξαν και -τελικά εξασφάλισαν- και την συμμετοχή της ΔΗΜΑΡ στην νέα συγκυβέρνησή τους αναζητώντας ένα νέο “ροζ” δεκανίκι στην θέση του φθαρμένου “μαύρου” του ΛΑΟΣ. Επιπλέον, σε πείσμα της ρητορείας περί σύντομης επιστροφής στην «ανάπτυξη», η ίδια η πολιτική των Μνημονίων θα φέρνει όλο και πιο κοντά τη χρεοκοπία του ελληνικού καπιταλισμού, στο φόντο της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης αλλά και της ιδιαίτερης βαθιάς κρίσης και αντιδραστικής μετάλλαξης της Ευρωζώνης και συνολικά της ΕΕ. Θα εξακολουθεί να είναι μια κυβέρνηση μεταβατική και υποθηκευμένη, με ημερομηνία λήξης που θα εξαρτηθεί από την ανάπτυξη του λαϊκού εργατικού κινήματος.


5. Σε όλη αυτή την περίοδο των δύο εκλογικών αναμετρήσεων καταγράφηκε μια μαζική στροφή προς τα αριστερά, την οποία καρπώθηκε κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ, δίνοντας στην Αριστερά τα μεγαλύτερα ποσοστά της από το 1958! Το γεγονός ότι τόσοι πολλοί ψηφοφόροι γύρισαν την πλάτη στο «μαύρο μέτωπο του Μνημονίου», στα διλήμματα και τους εκβιασμούς της κυρίαρχης τάξης και διάλεξαν να ψηφίσουν Αριστερά, διαμορφώνοντας τα υψηλότερα ποσοστά της στη μετεμφυλιακή ιστορία, εκφράζει ελπιδοφόρες δυνατότητες. Δείχνει έστω και με αντιφάσεις, την διάθεση μεγάλων κομματιών της κοινωνίας για απαλλαγή από τη λιτότητα και συνολικά την μνημονιακή λαίλαπα, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι οι δυνάμεις της Αριστεράς είναι πρώτη δύναμη στα εργατικά και λαϊκά στρώματα, στις παραγωγικές ηλικίες, στα αστικά κέντρα.


6. Η ουσιαστική διατήρηση των δυνάμεων της φασιστικής ακροδεξιάς «Χρυσής Αυγής» αποτελεί  γεγονός αρνητικό για το λαϊκό κίνημα και την Αριστερά. Είναι αποτέλεσμα της ακροδεξιάς πολιτικής που ακολούθησε ο Σαμαράς που, όπως ο Σαρκοζί στην Γαλλία, υιοθέτησε όλα τα αντιδραστικά ρατσιστικά ιδεολογήματα νομιμοποιώντας στην ουσία την δράση των νεοναζί. Της πολιτικής του Βενιζέλου, που ακόμα και μετά τους τραμπουκισμούς του Κασιδιάρη ενάντια στις βουλευτίνες της Αριστεράς, δήλωνε ότι για την βία στην πολιτική δεν φταίει η Χρυσή Αυγή αλλά η Αριστερά! Επιμένουμε στο δρόμο της αποκάλυψης της εθνικιστικής δημαγωγίας των νέο – ναζί οι οποίοι ενώ υποκλίνονται στο Ευρώ την ΕΕ και το ΝΑΤΟ δηλητηριάζουν τις σχέσεις του λαού της χώρας μας με τις χώρες και τους λαούς της περιοχής, και που με το ρατσιστικό τους δηλητήριο και τα πογκρόμ κατά των μεταναστών επιδιώκουν τον αποπροσανατολισμό και διχασμό του λαϊκού και εργατικού κινήματος. Είναι γνήσιο τέκνο του τερατώδους καπιταλισμού της εποχής μας, της βαθιάς οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής κρίσης του και αναπόσπαστο τμήμα των ευρύτερων μηχανισμών καταστολής του συστήματος. Πρέπει να αποτελέσει μήνυμα προς όλη την Αριστερά, για την ανάγκη άμεσης αποκάλυψης του αντιδραστικού, συστημικού, φιλοεργοδοτικού ρόλου της Χρυσής Αυγής και αποφασιστικής αντιμετώπισής της με όρους κινήματος. Ενωτικά κι αποφασιστικά να νικήσουμε τους φασίστες στέλνοντάς τους στους υπονόμους της ιστορίας όπου ανήκουν!


7. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε, στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου να απαντήσει στην ιδεολογική τρομοκρατία για το ευρώ και τους υποτιθέμενους κινδύνους από «μονομερείς ενέργειες». Επιμένοντας στον αριστερό ευρωπαϊσμό και κάνοντας το «ναι στο ευρώ» κεντρικό σημείο της προεκλογικής γραμμή δεν μπορούσε να απαντήσει στη ιδεολογική τρομοκρατία της άρχουσας τάξης και άφησε την προεκλογική αντιπαράθεση να μετατοπιστεί σε πεδία πιο ευνοϊκά για τις δυνάμεις του συστήματος. Αντίθετα, το πρόγραμμά του διαρκώς διολίσθαινε σε μια πρόταση «επαναδιαπραγμάτευσης» εντός των ορίων των δανειακών συμβάσεων και του ευρώ, όρια που έθετε η αστική τάξη μετά τις εκλογές της 6ης του Μάη. Έτσι δεν άνοιγε το δρόμο ούτε για την άμεση ανακούφιση των λαϊκών τάξεων, ούτε εξέφραζε τη διάθεση του κόσμου του αγώνα, για μεγάλες ανατροπές. Οι «ρεαλισμοί» της ηγεσίας του που έφτασαν να δίνουν όρκους πίστης στο ευρώ, στο πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού ακόμα και στην «ψυχραιμία» της Αστυνομίας (!), αποδείχτηκαν ανεπαρκείς ακόμα και στο εκλογικό επίπεδο. Και σίγουρα δεν συμβαδίζουν με την αγωνιστική και ριζοσπαστική αναζήτηση μεγάλου μέρους των ψηφοφόρων του, που θέλει την Αριστερά δύναμη στήριξης και ανάπτυξης των αγώνων για να ανατρέψουμε την πολιτική λεηλασίας και καταστροφής της κυβέρνησης Σαμαρά και όχι στον ρόλο μιας «υπεύθυνης αντιπολίτευσης» που θα περιμένει ήρεμα να φθαρεί η νέα κυβέρνηση με στόχο να την διαδεχτεί.  Η πολιτική λογική του, ούτε στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου ούτε τώρα ως «υπεύθυνη αντιπολίτευση», δεν συμβάλλει στις προϋποθέσεις συγκρότησης ενός ευρύτατου κοινωνικού-πολιτικού μετώπου ρήξης και ανατροπής της επίθεσης των μνημονιακών και αστικών δυνάμεων. Γιατί χωρίς ριζοσπαστικό πρόγραμμα ρήξης και ανατροπής και χωρίς οργανωμένο λαό και ισχυρό ταξικό εργατικό κίνημα δεν μπορεί ούτε να ανακοπεί η επίθεση ούτε να διεκδικηθεί νικηφόρα η εξουσία.


8. Η εκλογική πτώση του ΚΚΕ, δεν αποτελεί θετικό γεγονός  για το εργατικό και λαϊκό κίνημα. Είναι, ωστόσο, αποτέλεσμα, τόσο της στρατηγικής του φυσιογνωμίας, όσο και της πολιτικής του. Η ταχτική του σεχταρισμού και της καταγγελίας κομματιών του κινήματος, η παραπομπή των αναγκαίων αντικαπιταλιστικών στόχων ανατροπής της αντεργατικής επίθεσης, στο ακαθόριστο μέλλον της «λαϊκής εξουσίας», η αντίληψη ότι όλα τα ζητήματα που δίχασαν την κοινωνία  (μνημόνιο, ευρώ) είναι «ψευτοδιλήμματα» χωρίς να «σηκώνει το γάντι» της ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαράθεσης με τον αντίπαλο στο σήμερα – μια ηττοπαθής ουσιαστικά πολιτική, η επιλογή μιας διασπαστικής τακτικής σε κρίσιμους αγώνες, η άρνηση της κοινής δράσης της Αριστεράς, η εχθρική του στάση απέναντι σε μεγάλες στιγμές του λαϊκού ξεσηκωμού συντέλεσαν σε αυτό το αποτέλεσμα. Σήμερα το ζητούμενο για όλες τις μαχόμενες δυνάμεις της Αριστεράς και για το ΚΚΕ είναι η συμβολή τους στους μεγάλους ενωτικούς αγώνες του λαϊκού κινήματος και το αντικαπιταλιστικό πολιτικό πρόγραμμα που απαιτεί η εποχή μας.


9. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είχε μεγάλες απώλειες ψήφων σε σχέση με τις εκλογές της 6ης Μάη, ένα αρνητικό αποτέλεσμα που σε αντίθεση με τη σημαντική άνοδο των εκλογών του Μάη μας επιστρέφει στα επίπεδα του 2009. Μπορεί η εκλογική πόλωση να οδήγησε χιλιάδες ψηφοφόρους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (αλλά και του ΚΚΕ και άλλων δυνάμεων της Αριστεράς) να δώσουν μια κριτική ψήφο στον ΣΥΡΙΖΑ, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι έδωσαν την συγκατάθεσή τους για μια «υπεύθυνη αντιπολίτευση». Μαζί έχουμε να οργανώσουμε τις μάχες της επόμενης μέρας, στις οποίες ο ρόλος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι πολύτιμος.  Ευχαριστούμε τις χιλιάδες αγωνίστριες και αγωνιστές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που έδωσαν ένα μεγάλο και δύσκολο αγώνα στην προεκλογική περίοδο, αποφεύγοντας τη λογική του ενδοαριστερού εμφυλίου και επιμένοντας στην προβολή του αναγκαίου αντικαπιταλιστικού προγράμματος πάλης, στην κατεύθυνση του αγωνιστικού μετώπου ρήξης και ανατροπής, στην προβολή της ανάγκης κλιμάκωσης του αγώνα. Ήταν η μόνη δύναμη που επέμεινε ότι η έξοδος από ευρώ και ΕΕ, η διαγραφή του χρέους, οι εθνικοποιήσεις, ο εργατικός και λαϊκός έλεγχος μπορούν να αποτελέσουν τη βάση και για την άμεση ανακούφιση του λαού και για την ανατροπή. Βοήθησε πολλούς εργατικούς χώρους να έχουν στη βάση μια συλλογικότητα γύρω από αυτές τις διεκδικήσεις. Επιμένει στην ενωτική κοινή δράση για την υλοποίηση των στόχων του εργατικού κινήματος. Για αυτό η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι μια παρουσία καταλυτική για το μέλλον των αγώνων μας που χρειάζεται να ενισχύσουμε ακόμα περισσότερο.  Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει πια κατοχυρωθεί ως μια κρίσιμη πολιτική δύναμη της Αριστεράς, με αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και σημαντική κινηματική προσφορά. Ανοιχτήκαμε σε χιλιάδες ανθρώπους και έχουμε τη βάση για αναβαθμισμένη πολιτική και κινηματική εξόρμηση.


Ωστόσο, πρέπει να μας απασχολήσει όλους, με πνεύμα βαθιά αυτοκριτικό, γιατί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είχε αυτό το εκλογικό αποτέλεσμα.

  • Είναι σαφές ότι αποτυπώνει  προβλήματα και αδυναμίες στη συγκρότησή μας και την πλήρη δυνατότητα ενεργοποίησης όλου του δυναμικού μας
  • ανεπάρκειές στην ικανότητά μας να συνδεθούμε με όλο αυτό τον κόσμο που στρέφεται προς την Αριστερά, πολιτικές και οργανωτικές αδυναμίες στη σύνδεσή μας με τον κόσμο του κινήματος
  • πραγματικά πολιτικά και ιδεολογικά ελλείμματα. Αφενός, στον τρόπο που προβάλλαμε το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και την αναγκαία εκλαΐκευση και εμπλουτισμό του και ως προς τις άμεσες αιχμές και ως προς το πώς αυτές γίνονται υπόθεση της πάλης του εργατικού και λαϊκού κινήματος, συμβάλλοντας στην άνοδο της πολιτικοποίησής του και την αποτελεσματικότητά του στην ανακούφιση του λαού και ως προς τη σύνδεσή του προγράμματος με μια νέα σοσιαλιστική και κομμουνιστική προοπτική. Αφετέρου, στο ζήτημα της εξουσίας και το πώς η διεκδίκησή της πρέπει να εντάσσεται σήμερα στο πλαίσιο για μια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική, για να μην καταλήγει σε ήττα, αναδίπλωση και ενσωμάτωση.



Γι’ αυτό και πρέπει να ανοίξει μια βαθιά και ουσιαστική συζήτηση πάνω στο πρόγραμμα, τη γραμμή και την τακτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με ανοιχτό και δημοκρατικό τρόπο. Με αφετηρία την αναγκαία πολιτική και ιδεολογική αυτοτέλεια της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, ως αναγκαίου, διακριτού και αναντικατάστατου πόλου μέσα στην Αριστερά. Να κάνουμε ακόμη πιο συγκεκριμένο το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και να κάνουμε σαφές γιατί μόνο ο δρόμος της ρήξης μπορεί να οδηγήσει και σε άμεση ανακούφιση. Να επεξεργαστούμε μια στρατηγική και τακτική για το ζήτημα της κυβερνητικής και πολιτικής εξουσίας που να στηρίζεται στη σημασία της εργατικής και λαϊκής αυτοοργάνωσης και τελικά της επαναστατικής ρήξης με τις καπιταλιστικές σχέσεις εξουσίας και εκμετάλλευσης, να δούμε τις αναγκαίες μορφές οργάνωσης του λαού και του κινήματος απέναντι στις νέες επιθέσεις, να επεξεργαστούμε ακόμη περισσότερο και το ριζοσπαστικό περιεχόμενο και τις μορφές που πρέπει να έχει το Αγωνιστικό Μέτωπο Ρήξης και Ανατροπής,  παρεμβαίνοντας στη συζήτηση της Αριστεράς για την αναγκαία προοπτική του άλλου δρόμου της αντικαπιταλιστικής ανατροπής.


10. Μπροστά μας έχουμε μεγάλες προκλήσεις και μάχες


Α) Να οικοδομήσουμε το αναγκαίο αγωνιστικό μέτωπο ρήξης και ανατροπής και να κλιμακώσουμε τον αγώνα για ένα κίνημα ανατροπής της επίθεσης και της νέας κυβέρνησης και να αποτρέψουμε την καταστροφή του κόσμου της εργασίας. Να κλιμακώσουμε τόσο τις μορφές πάλης, σε στενή σύνδεση με τις αναζητήσεις και τις αγωνίες των ίδιων των εργαζόμενων,  διαλέγοντας το δρόμο του «πεζοδρόμιου» και όχι της «υπεύθυνης αντιπολίτευσης», όσο και το πολιτικό περιεχόμενο του κινήματος επιμένοντας στην απαίτηση και διεκδίκηση για κατάργηση των μνημονίων και των εφαρμοστικών νόμων, για μονομερή καταγγελία των δανειακών συμβάσεων, για ρήξη με ευρώ και χρέος, για άμεσα μέτρα ουσιαστικής ανακούφισης των εργαζόμενων.
Να πάρουμε πρωτοβουλίες για να υπάρξει εδώ και τώρα αγωνιστική απάντηση στα ζητήματα που αφορούν τις συλλογικές συμβάσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις, της μαζικές απολύσεις, τα χαράτσια της εφορίας, τον αντιδραστικό νόμο για τα ΑΕΙ που θα προσπαθήσουν να εφαρμόσουν. Ξεκινώντας από την προσπάθεια για πανεργατική απεργία και μεγάλη ενωτική διαδήλωση και κινητοποίηση μετά τη συγκρότηση της κυβέρνησης και με αίτημα την εδώ και τώρα κατάργηση των μνημονιακών νόμων. Μπαίνοντας μπροστά για να συνεχίσουν πρακτικές αγωνιστικού συντονισμού των ίδιων των συνδικάτων και για την ταξική ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος σε ρήξη με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία.
Να οικοδομήσουμε την οργάνωση του λαού, ως αναγκαίο όρο και για την επιβίωση και για την ανατροπή. Με θαρραλέα βήματα στην ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος. Με λαϊκές συνελεύσεις στις γειτονιές και τους χώρους δουλειάς, και για το συντονισμό της πάλης και για το άνοιγμα της πολιτικής συζήτησης για τον άλλο δρόμο μέσα στον ίδιο το λαό. Με πολύμορφες πρακτικές αλληλεγγύης. Με οργάνωση της αντίστασης και της αυτοάμυνας απέναντι στις πολλαπλές εκφράσεις του μαύρου μετώπου.
Ενωτικά και αποφασιστικά, να φράξουμε το δρόμο στους νεοναζί της Χρυσής Αυγής. Να αναπτύξουμε στους χώρους δουλειάς, στα σχολεία, τις σχολές και τις γειτονιές την λαϊκή δράση απαντώντας από την πλευρά του κινήματος στα προβλήματα που «θρέφουν» τον φασισμό, να εντείνουμε την πολιτική-ιδεολογική αποκάλυψη το ιστορικού και του σημερινού του ρόλου, να καλέσουμε την αριστερά και τις δυνάμεις του κινήματος στην κοινή αντιφασιστική δράση. Να πρωτοστατήσουμε στην πάλη ενάντια στο ρατσισμό, για την ταξική ενότητα ντόπιων και μεταναστών. Με πλατιές ενωτικές δημοκρατικές αντιφασιστικές επιτροπές και πρωτοβουλίες σε κάθε γειτονιά και κάθε χώρο.


Β) Να πάρουμε πρωτοβουλίες για τη συνάντηση όλων των δυνάμεων που κινούνται σε αντικαπιταλιστική, επαναστατική, αντιιμπεριαλιστική, και  αντιΕΕ κατεύθυνση. Που επιμένουν στην ανάγκη ρήξης με το χρέος, το ευρώ και μνημόνια ως αναγκαίες αφετηρίες της αριστερής πολιτικής, στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών που ξεκινήσαμε και πριν τις εκλογές, ξεκινώντας από το βάθεμα του κοινού πολιτικού βηματισμού με αγωνιστές, τάσεις και ρεύματα που συμπορευτήκαμε ή στήριξαν την ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε αυτές τις εκλογές, αλλά και ανοίγοντας τη συζήτηση σε όλες και όλους όσοι μοιράζονται την αγωνία για μια αριστερά πραγματικά ανατρεπτική.


Γ) Να βαθύνουμε την πολιτική συζήτηση, τη δημοκρατία και τη συντροφικότητα στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με άνοιγμα της συζήτησης στις τοπικές και κλαδικές επιτροπές, στο Πανελλαδικό Συντονιστικό, με πρωτοβουλίες για την αναβάθμιση της προς τα έξω παρουσίας, με αναζήτηση όρων για την καλύτερη ηλεκτρονική και έντυπη παρουσία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Σε αυτό το πλαίσιο καλούμε όλες τις τοπικές και κλαδικές επιτροπές να προχωρήσουν σε συνελεύσεις και σε διοργάνωση ανοιχτών εκδηλώσεων και συζητήσεων.
                                                                                                                                     
Σαν πρώτο βήμα αυτής της συζήτησης προγραμματίζουμε μεγάλη ανοιχτή εκδήλωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην Αθήνα στις 2 Ιούλη, σε χώρο που θα ανακοινωθεί σύντομα.


Συνεχίζουμε! Ενωτικά, αποφασιστικά και αντικαπιταλιστικά! Στο δρόμο της ρήξης και της ανατροπής

 

Ανακοίνωση του Γραφείου της ΠΕ της κομμουνιστικής οργάνωσης ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ για το αποτέλεσμα των εκλογών της 17ης Ιούνη

Το αποτέλεσμα των εκλογών της 17ης Ιούνη καταδεικνύει την αδυναμία του λαϊκού κινήματος να ολοκληρώσει το βήμα που έκανε στις 6 Μάη, να καταβαραθρώσει τα κόμματα των μνημονίων και να αναδείξει κυβέρνηση που θα κινηθεί στην κατεύθυνση καταγγελίας του μνημονίου και της δανειακής σύμβασης, παύσης πληρωμών προς τους τοκογλύφους δανειστές, κατάργησης των αντεργατικών-αντιλαϊκών νόμων και ικανοποίησης των ώριμων διεκδικήσεων του συνδικαλιστικού κινήματος, οξύνοντας με τον τρόπο αυτό την ταξική πάλη και σύγκρουση και ανοίγοντας έτσι το δρόμο για βαθύτερες και πιο ριζοσπαστικές αλλαγές σε όφελος της εργατικής τάξης, των φτωχών αγροτών, του εργαζόμενου και εκμεταλλευόμενου λαού. 

Οι εκβιασμοί της αστικής τάξης, τα διασταυρούμενα και καταιγιστικά πυρά των ΜΜΕ, των χρυσοκάνθαρων δημοσιογράφων του κατεστημένου και του συστήματος, η ωμή παρέμβαση του ΔΝΤ, ΕΕ και των Αμερικάνων στο πλευρό της αστικής τάξης και των πολιτικών της δυνάμεων είχαν σαν αποτέλεσμα την ενίσχυση της ΝΔ και την ανάδειξή της σε πρώτο κοινοβουλευτικό κόμμα. Έδωσαν τη δυνατότητα του σχηματισμού μνημονιακής κυβέρνησης από τη ΝΔ μαζί με το ΠΑΣΟΚ και τον Καρατζαφέρη της Αριστεράς, δηλαδή τη ΔΗΜ.ΑΡ.

Μεγάλη ευθύνη για την εξέλιξη αυτή φέρει ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος με τις διαρκείς προγραμματικές υπαναχωρήσεις του, τις αμφιλεγόμενες τοποθετήσεις στελεχών του, τη συρρίκνωση των όποιων φιλολαϊκών αλλαγών επαγγέλλονταν, μίκρυνε την απόσταση ανάμεσα σε αυτόν και τις άλλες δυνάμεις που μιλούσαν για επαναδιαπραγμάτευση, με αποτέλεσμα να ευνουχίσει την δυναμική την οποία μπορούσε να έχει ένα ριζοσπαστικό-φιλολαϊκό πρόγραμμα.
Ευθύνη για το αποτέλεσμα των εκλογών, για την αποτελεσματικότητα της συντονισμένης επίθεσης των δυνάμεων του κεφαλαίου και των μνημονίων, φέρει και η κομμουνιστική αριστερά. Με τη σεχταριστική πολιτική άρνησης κάθε είδους συνεργασίας, την αδυναμία της να διατυπώσει πρόταση εξουσίας, να χαράξει τακτική για την προώθησή της και με βάση αυτή την πολιτική να υιοθετήσει την τακτική της κοινοβουλευτικής ανοχής υπό όρους σε μια αριστερή κυβέρνηση, διευκόλυνε τις δυνάμεις του κεφαλαίου στην επίθεσή τους ενάντια στο μεταβατικό πρόγραμμα και στην επίτευξη του στόχου τους, που ήταν η ενίσχυση της ΝΔ, η διάσωση του ΠΑΣΟΚ και η επαναφορά τους στην κυβερνητική εξουσία.
Η κομμουνιστική αριστερά έδειξε ανίκανη να απαντήσει στην επίθεση φόβου και τρομοκρατίας της αστικής τάξης απέναντι στο μεταβατικό πρόγραμμα, με αποτέλεσμα αυτό το πρόγραμμα να μείνει στο επίπεδο των συνθημάτων και να μην αποτελέσει πρόγραμμα εξουσίας.
Ο κοινοβουλευτικός συσχετισμός δύναμης που προέκυψε από τις εκλογές στις 17 Ιούνη είναι αρνητικός, διότι έδωσε την δυνατότητα να επανέλθουν και να σχηματίσουν κυβέρνηση τα κόμματα των μνημονίων. Η κυβέρνηση που θα προκύψει, θα είναι μια αντεργατική-αντιλαϊκή κυβέρνηση, η οποία θα κινηθεί στην κατεύθυνση πλήρους εφαρμογής των επιταγών των τοκογλύφων και της Τρόικας, εφαρμογής του μνημονίου και της δημοσιονομικής προσαρμογής χωρίς κανένα περιθώριο επαναδιαπραγμάτευσης των όρων τους.
Η κατάσταση της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων θα επιδεινωθεί σοβαρά στο αμέσως επόμενο διάστημα ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της πολιτικής και των όρων του μνημονίου. Το μαζικό εργατικό και λαϊκό κίνημα έχει συμφέρον και πρέπει να παλέψει για την ανατροπή της αντιλαϊκής πολιτικής και της κυβέρνησης που θα την υλοποιεί.
Έχει συμφέρον να παλέψει για την υλοποίηση του μεταβατικού προγράμματος που αποτελεί την εργατική απάντηση στην κρίση, από μια κυβέρνηση που θα στηρίζεται πρωτίστως στην εργατική τάξη, άρα από μια εργατική κυβέρνηση, η οποία θα αποτελεί την κυβέρνηση των εργατών, των φτωχών αγροτών, του εργαζόμενου και εκμεταλλευόμενου λαού. Αυτή πρέπει να είναι η απάντηση του κινήματος, αυτό πρέπει να είναι το επόμενο βήμα του.
Η νίκη της Νέας Δημοκρατίας είναι προσωρινή και ασταθής και για να επιτευχθεί χρειάστηκε να επιστρατευτεί το σύνολο των δυνάμεων της αστικής τάξης, από τα κόμματα μέχρι τα ΜΜΕ στο προσκήνιο και τους επιχειρηματικούς ομίλους στο παρασκήνιο και να εξαπολυθεί εκστρατεία τρομοκρατίας από την Ε.Ε. και τις πολιτικές δυνάμεις των ισχυρών χωρών της ένωσης. Ακόμα και με αυτήν την στήριξη, ο συνολικός αριθμός ψήφων της Ν.Δ. είναι χαμηλότερος από το αριθμό που είχε αποσπάσει το 2009 σε ένα αποτέλεσμα που είχε θεωρηθεί πανωλεθρία. Τα δύο κόμματα του πάλαι ποτέ κραταιού δικομματισμού μόλις και καταφέρνουν να ξεπεράσουν το 40% των ψηφισάντων σε μια εκλογική αναμέτρηση χαμηλής συμμετοχής.
Η λυσσαλέα προσπάθεια των κεφαλαιοκρατών για την ανάδειξη μνημονιακής κυβέρνησης, δείχνει ότι σύσσωμη η αστική τάξη στηρίζει το μνημόνιο και ότι δεν είναι διατεθειμένη να κάνει καμία υποχώρηση στην εφαρμοζόμενη πολιτική, καμία παραχώρηση στην εργατική τάξη αλλά και στα μικρομεσαία στρώματα.
Στο αποτέλεσμα αποτυπώνεται η θέληση της εργατικής τάξης για αλλαγή πολιτικής, για άμεση λύση. Η εργατική τάξη στην πλειοψηφία της κατευθύνθηκε προς το ΣΥΡΙΖΑ. Η σαρωτική επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ στους εργαζόμενους αποτυπώνεται στην πρωτιά του στα αστικά κέντρα, όπου είναι συγκεντρωμένη η πλειοψηφία της εργατικής τάξης και ειδικά στις εργατικές περιοχές της Β΄ Αθήνας και της Β΄ Πειραιά.
Τα αποτελέσματα αποτυπώνουν επίσης την αμηχανία των μεσαίων στρωμάτων τα οποία σε αυτήν την εκλογική αναμέτρηση επηρεάστηκαν από το κλίμα τρομοκρατίας, έφυγαν κυρίως από το κόμμα του Καμμένου και σύρθηκαν από την αστική τάξη στο άρμα της Νέας Δημοκρατίας, της δύναμης που με συνέπεια στήριξε το ευρώ και τη συμμετοχή της χώρας στην Ε.Ε. Δείγμα της αμηχανίας αυτών των στρωμάτων είναι και η πτώση της συμμετοχής στις εκλογές, η αύξηση της αποχής κυρίως στην Α΄ Αθήνας αλλά και στην επαρχία. Μεγάλο κομμάτι της εργατικής τάξης επίσης δεν συμμετείχε στις εκλογές, διότι δεν περίμενε ότι θα λυθούν τα προβλήματά της με οποιαδήποτε επιλογή της μέσα από τις εκλογές αυτές.
Η υποστήριξη και ψήφιση ξανά της ναζιστικής Χρυσής Αυγής από το 6,9% του εκλογικού σώματος, εκφράζει μια στρεβλή αντίδραση στις δυνάμεις του αστικού πολιτικού συστήματος, παρόλο που και αυτή είναι μέρος του ίδιου συστήματος. Σε αυτήν την κατεύθυνση στράφηκαν κατεστραμμένα μικροαστικά στρώματα αλλά και περιθωριοποιημένα τμήματα της εργατικής τάξης. Δεν πρέπει να υποτιμούμε την στήριξη που απολαμβάνει το ναζιστικό μόρφωμα από τον κρατικό μηχανισμό και την αστική τάξη. Αυτή η στήριξη έπαιξε αποφασιστικό ρόλο για να εμφανιστούν οι ναζιστές στο πολιτικό προσκήνιο και να αποτελούν μια σχετικά μαζική αστική εφεδρεία, που θα αξιοποιηθεί για το χτύπημα του εργατικού κινήματος. Η σταθερότητα της εκλογικής της δύναμης με την στάση που επέδειξε μεταξύ των εκλογών, αναδεικνύει με ποιον τρόπο μπορεί να επιβιώσει αυτό το ναζιστικό μόρφωμα: μόνο με την ωμή άσκηση βίας απέναντι στους μετανάστες, στο εργατικό και λαϊκό κίνημα, στους δημοκρατικούς πολίτες, τους αριστερούς, τους κομμουνιστές και σε πλήρη σύμπλευση με το κράτος και την εξουσία, στο πλαίσιο της ΕΕ και της ευρωζώνης που αποτελούν τους ακρογωνιαίους λίθους του συστήματος και τα οποία ουδόλως αμφισβητεί. Στις σημερινές συνθήκες, μόνο η ανάπτυξη ρωμαλαίου εργατικού κινήματος που θα διεκδικήσει την εξουσία, μπορεί να ξεριζώσει τον φασισμό, το ρατσισμό και τον εθνικισμό, να συρρικνώσει και να εξαφανίσει τις αντίστοιχες πολιτικές δυνάμεις.
Το ρεύμα προς το ΣΥΡΙΖΑ απογύμνωσε την κομμουνιστική Αριστερά, η οποία έχασε τους μισούς ψηφοφόρους της και πέφτει -ειδικά το ΚΚΕ- σε ιστορικά χαμηλά ποσοστά, κάτω και από το ποσοστά του ’93, στην 7η θέση στο κοινοβούλιο από την 3η που κατείχε για πάρα πολλά χρόνια. Η εκλογική πανωλεθρία των δυνάμεων της κομμουνιστικής Αριστεράς οφείλεται στην αδυναμία της να διατυπώσει άμεση πρόταση εξουσίας, στην άρνησή της να απαντήσει στο ζήτημα της κυβέρνησης που ήτανε το διακύβευμα των εκλογών και στην άρνησή της να πάρει πρωτοβουλίες και να κινηθεί στην κατεύθυνση οικοδόμησης ενιαίου εργατικού μετώπου πάλης και εξουσίας.
Η πτώση των ποσοστών και των ψήφων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στα ψηφοδέλτια της οποίας συμμετείχαμε και εμείς, ήταν αναμενόμενη. Ως κομμουνιστική οργάνωση ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ γνωρίζαμε πολύ καλά ότι τόσο η ΑΝΤΑΡΣΥΑ όσο και η κομμουνιστική αριστερά στο σύνολό της όδευε σε εκλογική συντριβή ως αποτέλεσμα της αδιέξοδης πολιτικής της.
Συμμετείχαμε στα ψηφοδέλτια της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στη βάση της συμφωνίας στο μεταβατικό πρόγραμμα και αφού κατέστη δυνατό να γίνει αποδεκτή -έστω και τυπικά- μια κοινή γενική αντιμετώπιση στο ζήτημα της κυβερνητικής εξουσίας, όπως αποτυπώθηκε στην κοινή μας δήλωση. Γνωρίζαμε, ωστόσο, ότι δίναμε την μάχη κάτω από δυσμενείς συνθήκες, σε εχθρικό περιβάλλον και σε έδαφος ναρκοθετημένο. Δώσαμε αυτή τη μάχη με στόχο να αναδείξουμε την πολιτική εκείνη η οποία μπορεί να οδηγήσει σε νίκες το κίνημα και την εργατική τάξη σε εκπλήρωση της ιστορικής της αποστολής. Σκοπός μας ήταν να προωθήσουμε την πολιτική του ενιαίου εργατικού μετώπου πάλης και εξουσίας και να μετρήσουμε βήματα σε αυτήν την κατεύθυνση. Αυτή την προσπάθεια θα τη συνεχίσουμε με κάθε μας δύναμη στο εξής, γιατί μόνο με αυτή την πολιτική μπορούν οι κομμουνιστές να βρεθούν στο κέντρο και όχι στο περιθώριο των εξελίξεων και να παίξουν το ρόλο τους στην ιστορική συγκυρία από την οποία κρίνεται το μέλλον της εργατικής τάξης της χώρας και του κινήματός της.
Η επόμενη μέρα πρέπει να βρει την εργατική τάξη πιο σοφή και πιο αποφασισμένη και το κίνημά της πιο μαχητικό.
Η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, τίποτα το καλό δεν έχουν να περιμένουν από τα κόμματα του μνημονίου, τα δεκανίκια και την κυβέρνησή τους. Η παραμικρή ενέργεια αυτής της κυβέρνησης θα βρίσκεται στην κατεύθυνση εξυπηρέτησης των συμφερόντων των τραπεζών, των τοκογλύφων, της Τρόικας, του κεφαλαίου και θα υπόκειται στον έλεγχο από αυτούς. Η αιχμή του δόρατος της πολιτικής της θα είναι στραμμένη ενάντια στο εργατικό και λαϊκό κίνημα με στόχο την εξάλειψη κάθε συλλογικού δικαιώματος και διαπραγμάτευσης, κάθε εργατικού και εργασιακού δικαιώματος, την παραπέρα φορολογική αφαίμαξη, το ξεπούλημα και την ιδιωτικοποίηση της δημόσιας περιουσίας, τη δημιουργία συνθηκών κερδοφορίας στο μεγάλο κεφάλαιο.
Η πάλη για την ανατροπή αυτής της κυβέρνησης αποτελεί ζήτημα πρώτης επιλογής για το κίνημα, από την πρώτη κιόλας στιγμή, από τη στιγμή της ορκωμοσίας της.
Αθήνα, Τρίτη 19/6/2012
το Γραφείο της ΠΕ της κομμουνιστικής οργάνωσης ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ