RSS

Category Archives: Εξέγερση Δεκέμβρη ’08

6 Δεκέμβρη: Το ΚΚΕ, πάντως, κατάλαβε…

Advertisements
 

ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ ’08: Η ερώτηση και η απάντηση μιας εξέγερσης

Του Δημήτρη Αργυρού



Πέντε χρόνια μετά το «Δεκέμβρη ’08» ξαναεπιστρέφουμε στο ερώτημα ερώτηση ή απάντηση. Η συνήθης απάντηση είναι πως ήταν ερώτηση που δεν απαντήθηκε, έτσι ο καθένας δίνει την απάντηση που τον βολεύει. Και σε αυτό δεν ξέφυγε ούτε η αφεντιά μου, σε μια σειρά από άρθρα και παρεμβάσεις κατά το παρελθόν, όσο και αν ήθελα να το αποφύγω.  Συνεχίζω παρ’ όλα αυτά να πιστεύω πως ο «Δεκέμβρης ’08» ήταν η απάντηση και όχι η ερώτηση. Ήταν η απάντηση ενός εξεγερσιακού συμβάντος, όπως ορίζει το συμβάν ο Μπαντιού. Δηλαδή μια απότομη ανάδυση και εκ νέου αναδημιουργία πραγμάτων και πιο πολύ καταστάσεων, εξεγερσιακών καταστάσεων, που δεν υπήρχαν πριν. Είναι η απάντηση της εξεγερσιακής και δυνάμει επαναστατικής ασυνέχειας του ιστορικού χρόνου, το σπάσιμο της καπιταλιστικής βιοεξουσιαστικής κανονικότητας. Είναι  μορφοποιημένη έκφραση της διαλεκτικής της αρνητικότητας…
Είναι ή ήταν;; Ήταν, είναι και θα είναι η αναγκαία απάντηση του πλήθους των εξεγερμένων απέναντι στις πολιτικές και τον πολιτισμό που του «γαμεί», τους διαλύει την ζωή και τους μετατρέπει σε υποχείρια και δούλους, πότε των εμπορευμάτων, πότε των τραπεζών και των διακοποδανείων, πότε της ανάπτυξης, και τώρα του χρέους, της ανέχειας, της ανεργίας, της εργοδοτικής τρομοκρατίας, των φασιστών, του κράτους της  έκτακτης ανάγκης…, μα πάντα είτε στην μια, είτε στην άλλη μορφή, της μισθωτής σκλαβιάς, και της κεφαλαιακής σχέσης, μιας σχέσης που θα πρέπει να καταστραφεί.

Και αυτό αποπειράθηκαν να κάνουν  οι εξεγερμένοι, να καταστρέψουν αυτή την σχέση και ταυτόχρονα να οικοδομήσουν μια νέα,  λιγότερο αλλοτριωτική, λιγότερο καταπιεστική, περισσότερο αδερφική και ισοελέυθερη. Απέτυχαν;; ναι απέτυχαν γιατί η αποτελεσματική δεν είναι η εξέγερση, είναι η επανάσταση και αυτό επιβάλει μια άλλου τύπου συνάντηση και σχέση του υποκειμενικού και αντικειμενικού παράγοντα. Απαιτείται η άρνηση να συναντήσει την άρνηση της και αφού καταστρέψει τις πάλαιες φθαρμένες έννοιες, συνθήκες και διαμεσολαβήσεις. Αναδεικνύοντας ένα νέο άνθρωπο, τον άνθρωπο της αντιπραγματοποίησης, τον άνθρωπο που βλέπει και αισθάνεται τις συνθήκες της ζωής πέρα από το εμπόρευμα και της κεφαλαιοκρατική σχέση της μισθωτής δουλείας.
Μα τι εξέγερση είναι αυτή που δεν προβάλει αιτήματα, έλεγαν οι κήνσορες και οι θεράποντες  της ρεφορμιστικής και κρυφορεφορμιστικής αριστεράς. Μα τίποτε πιο παραγωγικό, πιο ανατρεπτικό και πιο ελπιδοφόρο από την διαδικασία της ανάλωσης του «καταραμένου αποθέματος», του εμπορεύματος και της κεφαλαιοκρατικής σχέσης, μιας διαδικασίας εξεγερσιακής και όχι καπιταλιστικής αποανάπτυξης.
Όταν οι Ινδιάνοι κατέστρεφαν την παραπανίσια παραγωγή στις οργιαστικές γιορτές –καθώς αναφέρουν ο Μπατάιγ και οι «καταστασιακοί»-, ίσως να είχαν περισσότερη γνώση της ουσίας από τον αλλοτριωμένο άνθρωπο του καπιταλισμού, που συσσωρεύει ακατάπαυστα χρήματα και εμπορεύματα, καταναλώνοντας δίχως να αναλώνει όπως απαιτεί η αυθεντική εν τω κόσμω ύπαρξη.
Το αίτημα ήταν ένα: Να τα αλλάξουμε όλα τώρα. Και αυτό το έπρατταν οι εξεγερμένοι αδιαμεσολαβητα ή και λιγότερο αδιαμεσολαβητα ή και με δια αντιπρόσωπων διαμεσολάβηση.  Συνδυάζοντας σε κάθε επίπεδο τις έννοιες της «μυθικής» με την «θεϊκή» βία, με αποτέλεσμα τα νέα δεδομένα, η τα συμβαντικά γεγονότα να μπλοκαριστούν στα πάλαια στερεότυπα και τα όρια.
Με ένα πληθυντικό εξεγερσιακό υποκείμενο, με ένα μη-υποκείμενο που αρνιούνταν πολύμορφα κάθε έκφραση και κατάσταση πραγμάτων που το σύνδεε με την καπιταλιστική κανονικότητα.
Ύστερα από πέντε χρόνια τι έχει μείνει από την εξέγερση; Από μια οπτική ελάχιστα πράγματα, κάποιες εστίες αντίστασης και δομές αντιεξουσίας που επιχειρούν να απαντήσουν στα ερωτήματα που γεννά η κρίση.
Από την άλλη μεριά η συντονισμένη αντίδραση του κράτους, των μηχανισμών του, των παρακρατικών φασιστικών δομών του, επωφελούμενοι και της κρίσης, έχει δημιουργήσει όρους μιας πραγματικής υποτίμησης της ζωής, της αξιοπρεπείας και της ελπίδας της πλειοψηφίας του κόσμου της εργασίας.  Γεγονότα και καταστάσεις που θα έπρεπε να είχαν ξεσηκώσει  τον κόσμο και τον ντουνιά. Και όμως όπου υπάρχει συνολική υποτίμηση των συγκεκριμένων ζητημάτων, όπου αφαιρείται σε ολοκληρωτική μορφή η εξουσία επί του παρόντος και του μέλλοντος και επιβάλλεται το σοκ και το δέος της φασιστικής- νεοφιλελεύθερης υποτίμησης, τότε επικρατεί ο φόβος και όχι η ελπίδα.
Ναι κατά μια έννοια ζούμε την πλήρη αντιστροφή του «Δεκέμβρη ’08», εκεί που υπήρχε μια επαναστατική ανάλωση και υπανάπτυξη, υπάρχει μια βάρβαρη καπιταλιστική καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και άγρια υπανάπτυξη προς όφελος του κεφαλαίου. Και στις δυο περιπτώσεις βλέπουμε τους δυο πόλους της κυρίαρχης αντίθεσης να αδυνατούν να αναπαραχθούν όπως τα πριν.
Και όμως το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω, η καπιταλιστική κανονικότητα είτε με την μια, είτε με την άλλη μορφή έχει διαρραγεί και το ζήτημα μιας καθολικής κοινωνικής εξέγερσης/ κομμουνιστικής ελευθεριακής  επανάστασης έχει τεθεί αμετάκλητα.
Αρκεί οι εξεγερμένες ανατρεπτικές, επαναστατικές κομμουνιστικές δυνάμεις να μην επιχειρήσουν να ξαναδημιουργήσουν ένα καλύτερο και φιλολαϊκό καπιταλισμό. Απαιτείται να δημιουργήσουν τους όρους να τρομοκρατήσουν τους αστούς και τα τσιράκια τους, εκεί που τρομοκρατούνται.
Σηκώνοντας το λάβαρο της εξέγερσης και της ανατροπής, της καταστροφής  του παλαιού κόσμου , καθώς και της αναδημιουργίας ενός κόσμου που γεννιέται στα συντρίμμια του παλαιού. Ναι αυτή την φορά αισθάνομαι πως θα νικήσουμε, αν και είμαστε από πολλές πλευρές ήδη νικητές.
 

Ας μιλήσει ο Δεκέμβρης

Στις 3 Δεκέμβρη του 1944 δολοφονούνται, από την αστυνομία, δεκάδες διαδηλωτές. Την επομένη τουλάχιστον άλλοι εκατό, από τους φασίστες της οργάνωσης Χ. Στις 6 Δεκέμβρη του 2008 δολοφονείται, από τον αστυνομικό Κορκονέα ο 15χρονος Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος. Στη 1η Δεκέμβρη του 2013 δολοφονείται από τις αναθυμιάσεις του καπιταλισμού η 13χρονη Σάρα.
Η τρομοκρατία του κεφαλαίου σήμερα είναι περισσότερο παρούσα από ποτέ. Το ίδιο και η Ιστορία  που δεν αφήνει τίποτα να σβήσει. Ούτε τη προδοσία της Βάρκιζας, ούτε τη μνήμη του Αλέξανδρου, ούτε το αθώο χαμόγελο ενός μικρού κοριτσιού με μεγάλα όνειρα. Αυτό που αναπόφευκτα σβήνει, αφήνοντας ολοένα και βαθύτερες ουλές στην ίδια τη ζωή, είναι ο καπιταλισμός. Στο ψυχορράγημά του καταστρέφει ζωές, δημιουργεί υπάρξεις χωρίς λόγο ύπαρξης και εντείνει ολοένα και περισσότερο την εξαθλίωση, τη πείνα και τη μιζέρια. Οδηγώντας ανθρώπους στην ανεργία και στα μαγκάλια οδηγεί ολόκληρη τη κοινωνία στην καταστροφή.

Όλα τα κοινωνικά ζητήματα τα οποία οδήγησαν το λαό στους δρόμους, το Δεκέμβρη του 2008, είναι σήμερα παρόντα στο πολλαπλάσιο. Η ανεργία, η μερική και ελαστική εργασία, η φτώχεια, η διάλυση της παιδείας και της υγείας έχουν πάρει νέες ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Τα αλλεπάλληλα  μνημόνια της καπιταλιστικής χρεοκοπίας είναι η ταφόπλακα της ζωής μας. Για να τα επιβάλλουν εφαρμόζουν την πιο βάρβαρη κρατική καταστολή, ενώ συγχρόνως  βγάζουν από τους υπονόμους τις ιστορίας τις κτηνώδεις παρακρατικές ναζιστικές συμμορίες. Η Ιστορία, γενναιόδωρη σε όσους τη σέβονται, υπενθυμίζει βροντερά πως καμιά φασιστική οργάνωση δεν είναι δυνατό να σβήσει αν δεν καταστραφεί ο καπιταλισμός από τη προλεταριακή επανάσταση και την εργατική εξουσία.
Η επέτειος των 5 χρόνων από τη δολοφονία Αλέξανδρου μας βρίσκει πάλι στους δρόμους, όχι για να τιμήσουμε τυπικά τους αγώνες του χθες, αλλά για να την μετατρέψουμε σε κρίσιμο κόμβο προετοιμασίας και οργάνωσης των αγώνων του σήμερα και του αύριο, με διακύβευμα την ίδια τη ζωή. Η οργάνωση της Γενικής Πολιτικής Απεργίας Διαρκείας είναι ο μόνος τρόπος να τιμήσουμε πραγματικά τη μνήμη του Αλέξανδρου και της Σάρας.
Αρχίσαμε να προχωράμε, ένα δάσος από σηκωμένες γροθιές φάνηκε κι ένα απέραντο βουητό ακούστηκε. Εργάτες ήρθανε από τα χαντάκια, τα ορυχεία, τους υπονόμους, τα εργοστάσια. Γυναίκες με φλογισμένα μάτια κρατώντας τα παιδιά τους από το χέρι. Νέοι με τρύπες στα χέρια ορκιστήκανε εκδίκηση για αυτούς που τους έκρυψαν τον ήλιο. 

Κάτι φοβάται, βρίζει και απειλεί. 

Είμαστε δυνατοί! Ξέρουμε τη ζωή! φωνάζει κάποιος. Όλοι ξεχύνονται μπροστά. Το κορίτσι είναι μαζί μας. Μαζί και το αγόρι. Τα λαρύγγια τους σφυροκοπάνε. Όχι άλλη εκμετάλλευση, όχι άλλη καταπίεση, όχι άλλα όνειρα σβησμένα. Είμαστε εδώ, μαζί σας. Θα παλέψουμε για μια άλλη κοινωνία!

Ερχόμαστε – παραμερίστε !

 

Το πρώτο έκτακτο δελτίο ειδήσεων της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου

Άξιος ο μισθός της Νάντιας Αλεξίου!


 

6 Δεκέμβρη 2008: Το χρονικό μιας προαναγγελθείσας δολοφονίας! (video)

 

Δεκέμβρης ’08 – Ιούνιος ’13: Tι συνδέει το Κ.Κ.Ελλάδας με το Κ.Κ.Τουρκίας;

Χωρίς σχόλιο


ΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟY ΚΟΜΜΑTOΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Μετάφραση απο την αγγλική μετάφραση που βρήκαμε εδω 

 1. Για μέρες τώρα η ολη η Τουρκία γίνεται μάρτυρας ενός γνήσιου  λαϊκού κινήματος. Οι δράσεις και οι διαμαρτυρίες, που ξεκίνησαν στην Κωνσταντινούπολη και έχουν εξαπλωθεί σε όλη την Τουρκία, έχουν εναν μαζικό, δίκαιο και ιστορικό χαρακτήρα. Το πιο σημαντικό από όλα είναι η εντυπωσιακή αλλαγή στη διάθεση των ανθρώπων. Ο φόβος και η απάθεια έχει ξεπεραστεί και οι άνθρωποι έχουν αποκτήσει αυτοπεποίθηση.

2. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Τουρκίας πηρε μέρος στο λαικό κίνημα απο την πρώτη μέρα,και έχει κινητοποιήσει όλες του τις δυνάμεις, προσπαθώντας να ενισχύσει τον προλεταριακό και επαναστατικό χαρακτήρα του κινήματος,  να ενθαρρύνει μια ώριμη στάση πειθαρχίας, και οργάνωσε πολλές δράσεις και διαδηλώσεις. Σε αυτή τη διαδικασία, οι αστυνομικές δυνάμεις προέβησαν σε άγρια επίθεση στα κεντρικά γραφεία του κόμματός μας στην Άγκυρα. Σε όλη την Τουρκία, αρκετά μέλη του κόμματος έχουν τραυματιστεί και συλληφθεί. Υπήρξαν ορισμένες απόπειρες απαγωγής των στελεχών του κόμματός μας. Αλλά οι προσπάθειες των προκλήσεων ενάντια στο κόμμα μας νικήθηκαν.

3. Η έμφασή που δίνουμε σχετικά με το ρόλο του ΚΚ Τουρκίας δεν έχει ως στόχο να υποτιμήσουμε την αυθόρμητη φύση του κινήματος ή της συνεισφοράς των άλλων πολιτικών παραγόντων. Αντιθέτως, το ΚΚ Τουρκίας τονίζει ότι αυτό το κίνημα έχει μια πτυχή που είναι πέρα ​​από τον έλεγχο κάθε πολιτικού παράγοντα  ή οποιασδήποτε μορφής πολιτικού καιροσκοπισμού.

4. Το σύνθημα των μαζών που καλεί την κυβέρνηση σε παραίτηση είναι ενα ακλόνητο  αίτημα αυτού του κινήματος. Αν και είναι προφανές ότι μια αριστερή εναλλακτική λύση δεν μπορεί να οικοδομηθεί «τώρα», ένα τέτοιο ζήτημα θα πρέπει να εκφράζεται δυνατά. Αυτή η επιλογή των εργαζομένων θα προχωρήσει επιτυχώς μόνο αν μπορέσει να επωφεληθεί απο αυτή την ιστορική στιγμή και τις δυνάμεις που εχει απελευθερώσει. Το ΚΚ Τουρκίας θα επικεντρωθεί σε αυτό και θα εκθέσει το πραγματικό νόημα κάποιων «εναλλακτικών λύσεων», όπως «το σχηματισμό μιας εθνικής κυβέρνησης», η οποία σχεδόν σίγουρα  θα  εργαστεί για την εξαπάτηση των εργαζόμενων μαζών κάνοντας τις να πιστέψουν ότι η κρίση μπορεί να ξεπεραστεί με αυτόν τον τρόπο.

5. Χωρίς αμφιβολία, οι κάτοχοι της πολιτικής εξουσίας θα προσπαθήσoυν να εφυσηχάσουν τον λαό, να στεριώσουν τον έλεγχο τους πανω στις μάζες και ακόμη να  χρησιμοποιήσουν την κατάσταση προς όφελός τους. Μπορεί ακόμα να έχουν και προσωρινές επιτυχίες. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, το λαϊκό κίνημα δεν πρέπει να χαθεί. Το ΚΚ Τουρκίας είναι έτοιμο για μια περίοδο επίμονου και έντονου αγώνα.

6.

Για να συγχρονίσουν την δράση τους  διαφορετικοί τομείς του σοσιαλιστικού κινήματος που μοιράζονται κοινούς ή παρόμοιους στόχους και ανησυχίες πρέπει να αξιολογηθεί η άνοδος του λαικού κινηματος αμέσως. Το ΚΚ Τουρκίας, χωρίς να διακόψει τις καθημερινές δραστηριότητές  του, θα ενεργήσει με υπευθυνότητα όσον αφορά το θέμα αυτό και θα αγωνιστεί για τη δημιουργία κοινού εδάφους σύμφωνα με τους άμεσους στόχους πάλης που αναφέρονται παρακάτω.

7. Για να ακυρώσουν τα σχέδια της κυβέρνησης που προσπαθεί να διχάσει λαϊκό κίνημα σε «νόμιμο» και «παράνομο», όλες οι δυνάμεις πρέπει να αποφύγουν δράσεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν βλάβη στη λαική νομιμοποίηση του κινήματος. Είναι η πολιτική δύναμη αυτός που επιτίθεται. Οι άνθρωποι πρέπει να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους, καθώς και τη δίκαια δράση τους, αλλά ποτέ να μην πέφτουν στις προβοκατόρικες παγίδες της κυβέρνησης.

8. Ενώ οι μάζες φωνάζουν το σύνθημα «κυβέρνηση, παραιτήσου», όσες διαπραγματεύσεις έχουν να κάνουν μόνο με το μέλλον  του πάρκου του Taksim-Gezi είναι χωρίς νόημα. Η κυβέρνηση προσποιείται ότι δεν κατανοεί το γεγονός πως η παλιά ισορροπία έχει διαταραχθεί οριστικά και δεν μπορεί να αποκατασταθεί. Όλοι γνωρίζουν ότι το λαϊκό κίνημα δεν είναι το προϊόν της συμπάθειας προς τα δέντρα του πάρκου Gezi. Η οργή του λαού είναι πέρα από τα εκάστοτε έργα πολεοδομικής διαμόρφωσης, ο τρόμος της αγοράς,  οι άμεσες παρεμβάσεις σε διαφορετικούς τρόπους ζωής, ο εξαμερικανισμός και η υποταγή στις ΗΠΑ, οι αντιδραστικές πολιτικές, η εχθρότητα προς το λαό της Συρίας. Το ΑΚΡ δεν μπορεί να ξεγελάσει τους ανθρώπους με μια συζήτηση του “θα φυτέψουμε περισσότερα δέντρα από αυτά που θα κόψουμε.”

9. Ενώ ανασκουμπωνόμαστε για να δημιουργήσουμε μια εναλλακτική λύση των εργαζομένων, το κίνημα θα πρέπει να πατήσει πανω στέρεα αιτήματα. Οι απαιτήσεις αυτές ισχύουν και στην περίπτωση της παραίτησης της κυβέρνησης ή του Ερντογάν:

α) Η κυβέρνηση πρέπει να ανακοινώσει ότι τα έργα που αφορούν την κατεδάφιση του Gezi Park και το Πολιτιστικό Κέντρο Ατατούρκ έχουν ακυρωθεί.
β) Εκείνοι που συνελήφθησαν κατά τη διάρκεια της αντίστασης θα απελευθερωθούν, και όλες οι κατηγορίες εναντίον τους θα αποσυρθούν αμέσως.
γ) Όλοι οι αξιωματούχοι των οποίων τα εγκλήματα κατά του λαού  αποδεικνύονται από τις εκθέσεις των επιτροπών που έχουν συσταθεί από την Ένωση των Δικηγορικών Συλλόγων (Union of Bar Associations)  και των τοπικών δικηγορικών συλλόγων πρέπει να απαλλαγούν από τα καθήκοντά τους.
δ) Οι προσπάθειες που εμποδίζουν το δικαίωμα του λαού στη σωστή πληροφόριση ​​για τις εξελίξεις πρέπει να σταματήσουν.
ε) όλες οι απαγορεύσεις που αφορούν συναντήσεις, διαδηλώσεις και πορείες πρέπει να καταργηθούν.
στ) Ολες οι de facto ή de jure απαγορεύσεις που αποκλείουν την πολιτική συμμετοχή των πολιτών, συμπεριλαμβανομένου του εκλογικού ορίου του 10 τοις εκατό και τα αντιδημοκρατικά άρθρα περι του «νόμου για τα πολιτικά κόμματα» πρέπει να καταργηθούν.
ζ) Όλες οι πρωτοβουλίες που επιχειρούν να επιβάλουν ένα μονολιθικό τρόπο ζωής για όλους τους ανθρώπους, πρέπει να σταματήσουν.
10. Αυτοί οι άμεσοι στόχοι πάλης σε καμία περίπτωση δεν επηρεάζουν το δικαίωμα και το καθήκον μας να συνεχίσουμε τον αγώνα κατα της πολιτικής εξουσίας. Η αντίσταση του λαού προς την κυβέρνηση πρέπει να ενισχυθεί, και οι προσπάθειες πρέπει να επικεντρωθούν για την επίτευξη μιας πραγματικά εναλλακτικής λύσης στην πολιτική σκηνή.

11. Το αστέρι και η ημισέληνος της τουρκικής σημαίας που χρησιμοποιήθηκαν για να παρέχουν μια ασπίδα απο  τις αντιδραστικές και σοβινιστικές επιθέσεις εναντίον εργατών, αριστερών και του κουρδικού λαού μετά το φασιστικό στρατιωτικό πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980, ο λάος τα απέσπασε ξανα απο τα χέρια των φασιστών , και τα παρέδωσε στα χέρια του τιμημένου Deniz Gezmiş και των συντρόφων του, όπως μια σημαία στα χέρια ενός πατριωτικού λαού.

12. Το λαικό κίνημα,  εξ αρχής, έχει επίμονα ακυρώσει την  άθλια στρατηγική που στρέφει την μια κοινότητα εναντίον της άλλης στην Τουρκία. Αυτή η στάση πρέπει προσεκτικά να διατηρηθεί, δεν υπάρχουν περιθώρια για σωβινισμούς και χυδαίο εθνικισμό.

13. Εχουμε ήδη απευθύνει κάλεσμα στους Κούρδους αδελφούς και τις αδελφές μας,  , «Δεν μπορεί να υπάρξει ειρηνευτική συμφωνία με το ΑΚΡ.» Δεν μπορεί να υπάρξει συμφωνία με μια πολιτική δύναμη που ο ίδιος ο λαος έχει γυρίσει την πλάτη του, και το πραγματικό της πρόσωπο έχει αποκαλυφθεί.  Η κουρδική πολιτική πρέπει να παραιτηθεί απο  «ελπίδες για περαιτέρω συνεργασία με AKP», και να γίνει ένα ισχυρό συστατικό μέρος ενός ενωμένου, πατριωτικού και φωτισμένου εργατικού λαϊκού κινήματος.

14. Οι πολίτες μας έχασαν τη ζωή τους στα χέρια των αστυνομικών δυνάμεων της πολιτικής εξουσίας και θυσίασαν τη ζωή τους στο όνομα ενός δίκαιου και ιστορικού αγώνα. Ο λαός δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσει τα ονόματα τους, και εκείνοι που ευθύνονται για τους θανάτους τους, θα πληρώσουν το τίμημα ενώπιον του νόμου.

Κεντρική Επιτροπή

Κομμουνιστικό Κόμμα της Τουρκίας

4 Ιουνίου του 2013

 

Εν-τοπίζοντας την ακαθόριστη εξουσία – Προς μια ανθρωπολογική προσέγγιση του Δεκέμβρη

του Αντώνη Αγγελή


Το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου του 2008 στα Εξάρχεια ο δεκαπεντάχρονος μαθητής Αλέξης Γρηγορόπουλος από την «τυχαία εκπυρσοκρότηση» του όπλου του αστυνομικού, που περιπολούσε στην περιοχή των Εξαρχείων, πέφτει νεκρός. Ένας πολίτης με την κάμερα του κινητού του τηλεφώνου καταγράφει τη σκηνή της δολοφονίας και το βίντεο μέσα σε λίγη ώρα γνωστοποιεί το συμβάν σε ολόκληρη την Ελληνική κοινωνία μέσα από το διαδίκτυο και τα έκτακτα δελτία ειδήσεων. Το τραγικό γεγονός οδηγεί έναν πολύ μεγάλο αριθμό πολιτών να ξεχυθεί στους δρόμους της πρωτεύουσας και των επαρχιών διαδηλώνοντας την οργή του ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας. Οι βιτρίνες των μεγάλων κυρίως, εμπορικών καταστημάτων καταρρέουν, οι παχιές θωρακισμένες τζαμαρίες των τραπεζών ξεχύνονται κι αυτές στους δρόμους μαζί με τους διαδηλωτές και τα κρατικά κτήρια γίνονται ο κύριος στόχος των συγκεντρώσεων διαμαρτυρίας.


Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια της έκρυθμης κατάστασης, της θολής και αποπνικτικής από τα
δακρυγόνα και τις μολότοφ ατμόσφαιρας, η εξέγερση του Δεκέμβρη είχε αρχίσει. Οι καθημερινές διαδηλώσεις, οι επιθέσεις στα σύμβολα εξουσίας, οι γεμάτοι διαδηλωτές δρόμοι, οι φωτιές, τα οδοφράγματα και τα κατεστραμμένα κτήρια αναδείκνυαν την ανάγκη εκδήλωσης μιας αντίστασης χωρικά εγγεγραμμένης απέναντι σε μια χωρικά εγγεγραμμένη εξουσία.


Η εξέγερση ως ένα κοινωνικό-χωρικό γεγονός εντάσσεται μέσα σε μια ευρύτερη προβληματική γύρω από τις χωρικές σχέσεις εξουσίας και αντίστασης. Ο χώρος της πόλης και στη συγκεκριμένη περίπτωση της εξεγερμένης πόλης συνιστά έναν κατεξοχήν «αμφισβητούμενο-ακαθόριστο χώρο» και συνεπώς έναν προνομιακό τόπο μελέτης της συγκρότησης της χωρικότητας των σχέσεων εξουσίας και αντίστασης. Σ’ αυτή τη βάση των «αμφισβητούμενων και ακαθόριστων χώρων», ιδίως στα πλαίσια μιας εξέγερσης, οι περιοχές στο εσωτερικό μιας πόλης (κτήρια, δρόμοι, γειτονιές) ή και η ίδια η πόλη ως ολότητα, οι πρακτικές που εισάγουν στους χώρους τα δρώντα υποκείμενα και οι ταυτότητες που υιοθετούν, αποτελούν πεδία εκδήλωσης κοινωνικών συγκρούσεων με στόχο τον έλεγχο, τη χρήση, τη διαχείριση και την οικειοποίησή τους. Kάτι τέτοιο πιστοποιεί σαφώς πως οι χώροι της πόλης, όπως υποστηρίζει η Massey (1999), βρίσκονται σε μια διαρκή διαδικασία γίγνεσθαι και αυτή ακριβώς η ενδεχομενικότητα και πολλαπλότητα των χώρων και των χρήσεών τους μετασχηματίζει την πόλη σε ένα σκηνικό πιθανών χώρων, πρακτικών και ταυτοτήτων και στη συγκεκριμένη περίπτωση σε ένα εξεγερσιακό σκηνικό.


Σ’ αυτό το εξεγερσιακό σκηνικό οι χωρικότητες της αντίστασης βρίσκονται σε μια περίπλοκη αλληλόδραση με τις χωρικότητες της εξουσίας. Σύμφωνα άλλωστε με τον Πιλ «οι τακτικές της αντίστασης έχουν τουλάχιστον δύο επιφάνειες: η μία κοιτάζει προς τη γεωγραφία της εξουσίας και η άλλη προς το ακαθόριστο, το αόρατο, το ασυνείδητο, τις επιθυμίες, τις απολαύσεις, τους φόβους, το θυμό και τις ελπίδες» (Pile, 1997: 16). Με αυτή την έννοια οι χώροι της αντίστασης δεν έρχονται σε μια κατά μέτωπο αντιπαράθεση με αυτούς της εξουσίας, ούτε όμως διαχωρίζονται με σαφήνεια απ’ αυτούς. Προκύπτει λοιπόν μια ακαθόριστη αλληλόδραση ανάμεσα στους τ(ρ)όπους εξουσίας και τους τ(ρ)όπους αντίστασης, που εγγράφεται χαρακτηριστικά και λειτουργεί καθοριστικά μέσα στο εξεγερσιακό σκηνικό της πόλης.


Στις 6 Δεκεμβρίου 2008 λοιπόν, όποια πόλη κι αν επισκεπτόταν κανείς, θα διαπίστωνε μια εύρυθμη κινητικότητα μέσα από τις καθημερινές πρακτικές των κατοίκων, που κατεβαίνουν στο κέντρο της πόλης για να εξυπηρετηθούν από τις δημόσιες υπηρεσίες, να συναλλαχθούν με τις τράπεζες και με αφορμή τους επικείμενους εορτασμούς για τη γέννηση του μικρού Χριστού να κάνουν τις πρώτες τους αγορές. Την επόμενη μέρα τα κέντρα των περισσότερων πόλεων και πάλι έσφυζαν από ζωή, αυτή τη φορά όμως με αφορμή το θάνατο και πιο συγκεκριμένα τη δολοφονία του 15χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου, γεγονός που μετέτρεψε την προηγούμενη εύρυθμη κινητικότητα της καθημερινότητας σε μια καθημερινή, έκρυθμη κινητοποίηση. Αυτή η έκρυθμη κινητοποίηση αποτυπώθηκε στα καμένα και σπασμένα κτίρια των δημόσιων υπηρεσιών, των τραπεζών και των καταστημάτων.


Την περίοδο εκείνη γινόταν τουλάχιστον μία διαδήλωση καθημερινά. Σε καθεμία από αυτές τις διαδηλώσεις το πλήθος των διαδηλωτών συγκεντρωνόταν και πορευόταν κρατώντας πανό και φωνάζοντας συνθήματα κατά της κρατικής εξουσίας, της κρατικής βίας και αυθαιρεσίας, κατά της οικονομικής και καπιταλιστικής εξουσίας, της εργασιακής εκμετάλλευσης, της ανεργίας, του οικονομικού αδιεξόδου κοκ. Αυτές οι συνθηματολογικές αποτυπώσεις της αντίδρασης απέναντι στις ποικίλες μορφές εξουσίας σπάνια έμεναν μόνο στο φραστικό επίπεδο. Κάθε φορά που το σώμα των διαδηλωτών βρισκόταν μπροστά από κάποια τράπεζα, κάποιο μεγάλο εμπορικό κατάστημα ή κάποιο κτήριο δημόσιας διοίκησης, η ένταση κλιμακωνόταν, σα να εντόπιζαν στους τόπους αυτούς την εξουσία, για την οποία φώναζαν λίγο πριν. Έτσι η αντίδραση απέναντι στην εξουσία περνούσε από το λόγο στην πράξη. Όταν οι βιτρίνες των καταστημάτων και οι τζαμαρίες των δημόσιων και ιδιωτικών κτηρίων δεν κατέρρεαν από τις πέτρες, που εκσφενδονίζονταν από το πλήθος και από κάθε μεριά, κατέρρεαν από τους λοστούς, τα ξύλα ή οποιοδήποτε άλλο μέσο χρησιμοποιούσαν οι διαδηλωτές.


Μέσα στα πλαίσια αυτών των επιθέσεων στους τόπους εξουσίας, δημόσια κτήρια δέχτηκαν αλλεπάλληλες επιθέσεις από τους διαδηλωτές με πέτρες λοστούς και μολότοφ, όπως και οι τράπεζες και τα μεγάλα εμπορικά καταστήματα. Αυτή η εικόνα, που επαναλαμβανόταν τακτικά, σχεδόν καθημερινά, την περίοδο των εξεγέρσεων του Δεκέμβρη και που ήταν η κυρίαρχη εικόνα των περισσότερων, αν όχι όλων των ελληνικών πόλεων, αναδείκνυε μια γενικευμένη αντίδραση απέναντι στην εξουσία. Ποια εξουσία όμως; Και εδώ έγκειται ο προβληματισμός. Πώς δηλαδή μέσα από τις πρακτικές αντίστασης και συγκεκριμένα των επιθέσεων σε πολύ συγκεκριμένους τόπους αναπαρίσταται, νοηματοδοτείται, προσλαμβάνεται και εντοπίζεται η εξουσία και οι μορφές της;


Ένα κρατικό κτήριο είναι ένα κτήριο-σύμβολο της τοπικής και κατ’ επέκταση της κρατικής εξουσίας. Οι τράπεζες και τα μεγάλα εμπορικά καταστήματα από την άλλη αποτελούν σύμβολα της οικονομικής και γενικότερα καπιταλιστικής εξουσίας. Μέσα στα πλαίσια των εξεγέρσεων του Δεκέμβρη αυτοί οι συγκεκριμένοι τόποι-σύμβολα εξουσίας δέχτηκαν επανειλημμένα τις επιθέσεις των διαδηλωτών. Κάθε επίθεση όμως σε έναν τόπο-σύμβολο σηματοδοτούσε ή μάλλον προμήνυε και την επίθεση στα υπόλοιπα σύμβολα εξουσίας και το αντίστροφο, σα μια αλυσιδωτή αντίδραση, που με φυσική νομοτέλεια επέβαλε την αναπόφευκτη, ταυτόχρονη κατάρρευση όλων των συμβόλων εξουσίας.


Το αξιοσημείωτο, βέβαια, σ’ αυτές τις πρακτικές της εξέγερσης είναι όχι τόσο αυτές οι ίδιες οι πρακτικές αλλά οι ρητορικές που τις συνοδεύουν. Οι περισσότεροι λοιπόν αν όχι όλοι, συμμετέχοντες και μη, διαπίστωναν πως οι τόποι αυτοί ως σύμβολα εξουσίας ήταν αναμενόμενο ακόμη και απαραίτητο να γίνουν στόχος επιθέσεων. Η σύγκλιση των διάφορων αφηγήσεων, παρά τις ιδεολογικοπολιτικές τους αποκλίσεις, εκκινεί από δύο βασικές παραδοχές. Η πρώτη είναι, ότι υπάρχουν τόποι μέσα σε μια πόλη που γίνονται αντιληπτοί ως τόποι εξουσίας και μάλιστα ως σύμβολα εξουσίας και η δεύτερη, ότι ένας τόπος εξουσίας ταυτίζεται άμεσα με όλους τους άλλους, όπως για παράδειγμα οι τράπεζες, τα μεγάλα εμπορικά καταστήματα, τα κτήρια δημόσιας διοίκησης κτλ. Στο πεδίο της εξέγερσης, λοιπόν τόσο οι πρακτικές όσο και οι ρητορικές εντόπισαν στον καθέναν από τους τόπους αυτούς χωριστά «μια τέτοια εξουσία», που μπορεί να συμπεριλαμβάνει ταυτόχρονα τόσο την τοπική-κρατική όσο και την οικονομική-καπιταλιστική εξουσία αλλά και τις επιμέρους εκφάνσεις τους.


Στο σημείο αυτό όμως εγείρονται αντιρρήσεις και προβληματισμοί για το πώς τα δρώντα υποκείμενα νοηματοδοτούν τους τόπους αυτούς και πως αντιλαμβάνονται και προσλαμβάνουν την εξουσία, που αυτοί συμβολίζουν. Σίγουρα, ο καθένας διαφορετικά. Το γεγονός ότι ένας τόπος μπορεί να αποτελεί σύμβολο της κρατικής ή της καπιταλιστικής εξουσίας, αυτό δε δηλώνει a priori ότι το κάθε υποκείμενο αντιλαμβάνεται τις μορφές αυτές εξουσίας, και συνεπώς νοηματοδοτεί και τον τόπο τους, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Αν λοιπόν για κάποιον η νομαρχία είναι ένα σύμβολο της τοπικής και κρατικής εξουσίας, την οποία εξουσία, με βάση την εμπειρική του γνώση ως εργαζόμενου στη νομαρχία, για παράδειγμα, εντοπίζει στη σχέση εργαζόμενου-εργοδότη καθώς και στις πρακτικές της γραφειοκρατικής δοσοληψίας των πολιτών με το κράτος για την εξυπηρέτησή τους, αυτό δε σημαίνει ότι για όλους τους άλλους ισχύει ακριβώς το ίδιο.


Ωστόσο, αυτή ακριβώς η πολυφωνία και η πολυπρισματική θέαση της εξουσίας αναδείχθηκε και μέσα από τις διαδηλώσεις του Δεκέμβρη του 2008. Στο πλήθος των εξεγερμένων μπορούσε κανείς να διακρίνει ντόπιους κατοίκους, αλλοδαπούς, εργαζόμενους και ανέργους, παιδιά και γονείς, φοιτητές, αναρχικούς και κομμουνιστές, πολίτες κυρίως από την κατώτερη και μεσαία κοινωνική τάξη να αντιστέκονται ο καθένας για τους δικούς του λόγους και με τους δικούς του τρόπους ενάντια στις διάφορες και διαφορετικές πτυχές της κρατικής και καπιταλιστικής εξουσίας. Μέσα από το πλήθος των δρώντων υποκειμένων αναδείχθηκε ένα πλήθος νοηματοδοτήσεων των τόπων και της εξουσίας, που αυτοί συμβολίζουν. Όταν λοιπόν η πέτρα, που στόχευε το κτήριο της νομαρχίας, έφευγε από το χέρι κάποιου αλλοδαπού, αυτό ήταν μια πράξη αντίστασης απέναντι σε μια κρατική εξουσία, που εντοπίζεται στον κοινωνικό αποκλεισμό, την περιθωριοποίηση, την εργασιακή και οικονομική εκμετάλλευσή του κοκ. Αντίστοιχα, όταν η ρίψη της πέτρας ξεκινούσε από το χέρι ενός εργαζόμενου ή ενός ανέργου, ήταν μια πράξη αντίστασης σε μια κρατική εξουσία, που εντοπίζεται στην επιβολή φόρων, την αύξηση των τιμών, τη μείωση των εσόδων, το οικονομικό αδιέξοδο, την με κάθε μέσο εξυπηρέτηση του κεφαλαίου κοκ.


Το κάθε άτομο λοιπόν προσλαμβάνει, νοηματοδοτεί και εντοπίζει το κράτος και την εξουσία του μέσα από πολύ συγκεκριμένες πρακτικές, θεσμούς και σύμβολα, ενώ επίσης στις σύγχρονες κοινωνίες του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού είναι «αναμενόμενο» η κρατική εξουσία να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την καπιταλιστική-οικονομική εξουσία. Έτσι, οι νομαρχίες και τα υπόλοιπα κτήρια δημόσιας διοίκησης, οι τράπεζες και τα μεγάλα εμπορικά καταστήματα είναι πολύ συγκεκριμένα σύμβολα της εξουσίας ενός νεοφιλελεύθερου, καπιταλιστικού κράτους, τα οποία στηρίζουν πολύ συγκεκριμένους θεσμούς, με τους οποίους τα υποκείμενα έρχονται σε επαφή μέσα από τις καθημερινές πρακτικές, της υποχρεωτικής γραφειοκρατίας για τη διευθέτηση των διάφορων υποθέσεών τους, των χρηματικών συναλλαγών τους, της κάλυψης των καταναλωτικών αναγκών τους κοκ.


Συνεπώς, οι άπειρες αυτές πρακτικές και οι λόγοι, που πλαισιώνουν έναν τόπο, στοιχειοθετούν και τις άπειρες νοηματοδοτήσεις, που μπορεί να λάβει η εξουσία του τόπου αυτού. Όπως όμως επισημαίνει ο Ζίζεκ: «Πίσω από την ποικιλία των πρακτικών, των λόγων κοκ. ανθίζει μια αφηρημένη συμβολική διάσταση της εξουσίας, στην οποία και αναφέρονται αυτές οι πρακτικές και οι λόγοι» (Zizek, 1999: 66). Στη συγκεκριμένη περίπτωση λοιπόν, μπορεί τα κρατικά κτήρια, οι τράπεζες και τα καταστήματα να πλαισιώνονται και να νοηματοδοτούνται μέσα από διαφορετικές πρακτικές και λόγους, ωστόσο, οι νοηματοδοτήσεις αυτές επιβεβαιώνουν απλώς τις πολλαπλές διαστάσεις μιας κοινής, αφηρημένης εξουσίας, της εξουσίας του νεοφιλελεύθερου, καπιταλιστικού κράτους.


Οι επιθέσεις λοιπόν των διαδηλωτών στους συγκεκριμένους τόπους ήταν μια συμβολική πρακτική αντίστασης απέναντι σε μια τέτοια εξουσία, αφηρημένη, ανοιχτή και ακαθόριστη (Newman, 2004). Αυτά τα χαρακτηριστικά της εξουσίας είναι που εμπόδιζαν, εμποδίζουν και θα συνεχίσουν να εμποδίζουν τους περισσότερους να αντιληφθούν πως μέσα από τα απομεινάρια της κατεστραμμένης υλικής πραγματικότητας των τόπων αυτών, αποτυπώνεται μία συμβολική αντίσταση, ένας συμβολικός πόλεμος, που έχει ξεκινήσει η ίδια η εξουσία.


Πράγματι, υπάρχουν πολλοί που υποστηρίζουν, ότι το να σπάσεις ή να κάψεις ένα σύμβολο εξουσίας, δεν πλήττει την ίδια την εξουσία. Για την ακρίβεια, όλοι μας το υποστηρίζουμε αυτό. Ωστόσο, το οξύμωρο στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι, ότι εξίσου όλοι θεωρούμε αυτές τις επιθέσεις, άλλοι υποχρεωτικές, και άλλοι αναμενόμενες, μέσα στα πλαίσια μιας εξέγερσης. Τι μας ωθεί σε μια τέτοια αντιφατικότητα; Η προφανής, αλλά προφανώς, λάθος απάντηση είναι η σύνδεση των επιθέσεων με συγκεκριμένες ιδεολογίες και ακτιβιστικές πρακτικές. Στην πραγματικότητα, η εξουσία (κρατική-καπιταλιστική) είναι αυτή που γεννά τις προϋποθέσεις για τις πραγματώσεις της αντίστασης.


Η εξουσία είναι μια απόλυτα γενική και αφηρημένη έννοια, ενώ οι τόποι αυτοί καθ’ αυτοί κάτι πάρα πολύ συγκεκριμένο. Επειδή λοιπόν γίνεται αντιληπτή ως μια τέτοια αφηρημένη έννοια, που μπορεί να συμπεριλάβει άπειρες μορφές, όπως για παράδειγμα το καπιταλιστικό σύστημα, το κράτος, την καταπίεση, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την οικονομική εκμετάλλευση, την ανεργία, την εκμετάλλευση του τρίτου κόσμου κοκ. δεν μπορεί να βρει απόλυτη αντιπροσώπευση και να συμβολοποιηθεί απόλυτα μέσα από έναν απόλυτα συγκεκριμένο τόπο. Ωστόσο, προκειμένου να πραγματοποιηθεί μία συμβολική αντίσταση εναντίον της εξουσίας, καθίσταται απαραίτητη η σύμπραξη και η συμμετοχή τόσο της υλικής πραγματικότητας όσο και του αφηρημένου εννοιολογικού επιπέδου. Έτσι, στην εξέγερση του Δεκέμβρη οι διαδηλωτές, κάθε φορά που βρίσκονταν μπροστά από κτήρια δημόσιας διοίκησης, τράπεζες και μεγάλα εμπορικά καταστήματα, χρησιμοποιούσαν την υλικότητα των τόπων αυτών για να πραγματοποιήσουν μια συμβολική αντίσταση απέναντι στις εκφάνσεις της αφηρημένης έννοιας της εξουσίας, εναντίον της οποίας και διαδήλωναν. Σύμφωνα άλλωστε με τον Άλλεν «τα οικονομικά κέντρα, οι κυβερνητικοί θεσμοί, τα σύμβολα, οι τεχνολογίες κτλ δεν είναι η εξουσία αυτή καθ’ εαυτή αλλά τα μέσα της εξουσίας. Η εξουσία είναι μια αφηρημένη έννοια, που περιλαμβάνει ταυτόχρονα το ελεύθερο εμπόριο, τις ανοιχτές αγορές, τα ανθρώπινα δικαιώματα κτλ. Το ζήτημα είναι ότι, αν «αγοράσεις» ένα απ’ αυτά, τα «αγοράζεις» όλα» (Allen, 2004: 24). Από τη στιγμή λοιπόν που κρατικά κτήρια, τράπεζες και καταστήματα, ως συγκεκριμένοι τόποι, συνδέονται με διάφορες επιμέρους εκφάνσεις της εξουσίας, όπως η θεσμοποιημένη γραφειοκρατία, η οικονομική εκμετάλλευση, η καταναλωτική δυσφορία και ανισότητα κοκ. και γίνονται αντιληπτοί και νοηματοδοτούνται από τα δρώντα υποκείμενα ως τα μέσα μιας τέτοιας εξουσίας, είναι αναμενόμενο, αν όχι απαραίτητο, αν αντισταθούν-επιτεθούν σε ένα από αυτά, να αντισταθούν-επιτεθούν σε όλα.


Μέσα στα πλαίσια λοιπόν μιας εξέγερσης, που εναντιώθηκε στην εξουσία του νεοφιλελεύθερου, καπιταλιστικού κράτους, οι συγκεκριμένοι τόποι-σύμβολα λειτουργώντας ως μέσα αναπαράστασης αυτής της εξουσίας ήταν αναμενόμενο να χρησιμοποιηθούν και ως τόποι-σύμβολα-μέσα της αντίστασης. Η κατάρρευση ωστόσο των συμβόλων αυτών κάτω από το βάρος της οργής των εξεγερμένων, δε σήμανε ταυτόχρονα και την κατάρρευση του θεσμού και της ιδέας, που αυτοί οι τόποι συμβόλιζαν. Έτσι, την επόμενη μέρα της όποιας διαδήλωσης μπορούσε να δει κανείς τους κατοίκους μιας πόλης να πηγαίνουν στη δουλειά τους για να εξασφαλίσουν την όποια αμοιβή για την επιβίωσή τους, να κατεβαίνουν στο κέντρο της πόλης για να συναλλαχθούν με τις διάφορες υπηρεσίες, να εξοφλήσουν τα πάγια έξοδά τους και τους φόρους τους, να πληρώσουν τη δόση του δανείου, να καλύψουν τις περισσότερο ή λιγότερο ακριβές καταναλωτικές τους ανάγκες κοκ. Ακόμη και στους τόπους-στόχους της εξέγερσης η θεσμοποιημένη εξουσία συνέχισε να λειτουργεί όπως και πριν.


Έτσι, αναδεικνύεται πως τα κρατικά κτήρια, οι τράπεζες και τα καταστήματα, αν και είναι τα απαραίτητα μέσα εξουσίας μιας νεοφιλελεύθερης, καπιταλιστικής κοινωνίας, ωστόσο, η λειτουργία τους ή η μη λειτουργία τους στο επίπεδο της υλικής πραγματικότητας δε σημαίνει και τη λειτουργία ή μη λειτουργία αντίστοιχα των θεσμών και της ιδέας, που αυτοί στηρίζουν και αναπαριστούν. «Η εξουσία λοιπόν φαίνεται πως είναι ένα «αδύνατο αντικείμενο», όπως υποστηρίζει ο Λακλώ ή αλλιώς, αυτό που με λακανικούς όρους θα χαρακτηρίζαμε «αντικείμενο μικρόν α΄», δηλαδή κάτι που δε μπορεί, εξαιτίας της ακαθοριστίας των πολλαπλών εκφάνσεών του, να συμβολοποιηθεί στην ολότητά του αλλά η αναπαράστασή του, μέσα από τη μερικότητα των εκφάνσεών του, είναι ταυτόχρονα αδύνατη αλλά και απαραίτητη» (Newman, 2004: 152). Ακόμη και στην περίπτωση λοιπόν που οι διαδηλωτές κατόρθωσαν επανειλημμένα να πετύχουν την κατάρρευση των στόχων-τόπων εξουσίας, επέφεραν απλώς πλήγματα στην υλική πραγματικότητα των μέσων αυτών εξουσίας και αντιστάθηκαν σε συμβολικό επίπεδο στις επιμέρους μορφές εξουσίας του νεοφιλελεύθερου, καπιταλιστικού συστήματος, που εντόπιζαν στον καθέναν από τους τόπους αυτούς.


Ωστόσο, όσο αφηρημένη, ανοιχτή και ακαθόριστη κι αν είναι η ολότητα της εξουσίας ενός τέτοιου κράτους, οι τόποι αυτοί δεν παύουν να αποτελούν μέσα-σύμβολα έστω και ορισμένων μόνο πτυχών της εξουσίας αυτής. Άλλωστε αυτοί οι ορισμένοι τόποι, οι πρακτικές και οι λόγοι, που τους πλαισιώνουν, οι νοηματοδοτήσεις που λαμβάνουν και οι θεσμοί που στηρίζουν και λειτουργούν μέσα απ’ αυτούς, είναι οι απαραίτητες μερικότητες, τα βασικά συστατικά στοιχεία, από τα οποία απαρτίζεται η ολότητα μιας τέτοιας εξουσίας. Αυτό ακριβώς διαπιστώνουμε μέσα από τη θέση του Ετιέν Μπαλιμπάρ, που υποστηρίζει ότι «υπάρχει λοιπόν εξουσία, και μάλιστα ένας μηχανισμός εξουσίας, ο οποίος έχει πολλά κέντρα, όσο συμπλεγμένα και πολλαπλά κέντρα κι αν είναι αυτά… αλλά έχοντας πει αυτό, θα παρέφραζα τον Λακάν και θα προσέθετα: η εξουσία δε μπορεί να είναι ένα όλο. Στην πραγματικότητα, στην ουσία, είναι ένα μη όλο» (Balibar, 2002: 136).


Συνεπώς, μέσα στα πλαίσια μιας εξέγερσης, όπως αυτής του Δεκέμβρη του 2008, η οποία στρεφόταν εναντίον μιας «αδύνατης» και «ακαθόριστης» εξουσίας, οι επιθέσεις σε τόπους-σύμβολα μιας τέτοιας εξουσίας ήταν μια πρακτική αντίστασης απέναντι στις διάφορες εκφάνσεις της εξουσίας αυτής. Και πιο συγκεκριμένα, θα μπορούσαμε να πούμε πως επρόκειτο για μια αναμενόμενη και απαραίτητη αν και ταυτόχρονα αδύνατη, προσπάθεια καθορισμού της εξουσίας ενός νεοφιλελεύθερου, καπιταλιστικού κράτους. Αυτή, λοιπόν, η ίδια η πολλαπλή, ακαθόριστη, καπιταλιστική, εξουσία του κρατικού μηχανισμού ήταν, που ακριβώς λόγω της ακαθοριστίας της καθόρισε τους τ(ρ)όπους αντίστασης των εξεγερμένων υποκειμένων.


—————–

– Allen, J., 2004. “The Whereabouts of Power: Politics, Government and Space”, στοGeografiska Annaler. Series B, Human Geography, Vol. 86, No. 1, Special Issue: The Political Challenge of Relational Space (2004), εκδ. Blackwell Publishing and Swedish Society for Anthropology and Geography, σελ.: 19-32.

– Balibar, E., 2002. Politics and the other scene, Daniel Hahn (trans.). Εκδ. London: Verso.

– Laclau, E., 1996. Emancipation(s), εκδLondon: Verso.

– Massey, D., 1999. “Spaces of politics”, στο Human Geografy Today. D. Massey, J. Allen, καιP. Sarre, (επιμ.), εκδCambridge: Polity Press, σελ.: 279-294.

– Newman, S., 2004. “The place of power in political discourse”στο International Political Science Review/Revue internationale de science politique, Vol. 25, No. 2, εκδSage Publications, Ltdσελ.: 139-157.

– Pile, S., 1997. “Introduction. Opposition, Political Identities and Spaces of Resistances”, στοGeographies of resistance. Pile, S. και Keith, M. (επιμ.), London and New York: Routledge,σελ.: 1-31.

– Zizek, S., 1999. The Sublime Object of IdeologyεκδLomdon: Verso.