RSS

Category Archives: επαναστατικό κίνημα

Τα Δεκεμβριανά (μέρος δεύτερο)

Ο εμφύλιος έχει αρχίσει. 
Το δεύτερο και τελευταίο μέρος του αφιερώματος στο Δεκέμβρη του 1944 με το φακό του Dmitri Kessel.

Στις 3 Δεκέμβρη συλλαλητήριο διαμαρτυρίας, για τη μονόπλευρη διάλυση του ΕΛΑΣ.
Ο κόσμος χτυπήθηκε δολοφονικά στο Σύνταγμα και υπήρξαν πολλοί νεκροί και τραυματίες.
Κηδεία με παλλαϊκή διαδήλωση την επόμενη. Νέα δολοφονικά χτυπήματα.
Στις 5 Δεκέμβρη και αφού οι διαδηλωτές χτυπιούνται για τρίτη συνεχόμενη μέρα, άνδρες του ΕΛΑΣ χτυπούν κι  αυτοί.
Μπαίνουν στο παιχνίδι με τανκς και οι Εγγλέζοι.
Τις επόμενες μέρες, χρησιμοποιούν και αεροπλάνα.
4 του Γενάρη, ο ΕΛΑΣ παίρνει εντολή να αποχωρήσει από την Αθήνα.
Ούτε μια φορά, στις 33 μέρες των μαχών, δεν συνήλθε η ΚΕ, ούτε καν το ΠΓ του ΚΚΕ.

(Γρηγόρης Φαράκος: Μαρτυρίες και Στοχασμοί)
Ο εμφύλιος είχε αρχίσει

Βλέπω Έλληνες να σκοτώνονται μεταξύ τους
Ολόκληρη τη νύχτα της Δευτέρας και την ημέρα της Τρίτης ακούγαμε πυροβολισμούς και ριπές. Την Τετάρτη οι Βρετανικές δυνάμεις ανέλαβαν δράση. Βρετανοί αλεξιπτωτιστές κατέλαβαν τα κεντρικά γραφεία του κομμουνιστικού κόμματος. Εκείνο το πρωί οι δρόμοι της Αθήνας ήταν έρημοι και ένα γκριζογάλανο πέπλο καπνού απλωνόταν σε όλη την πόλη. Οι εκρήξεις των οβίδων και των όλμων ενώνονταν με τους ήχους των ντουφεκιών και των αυτομάτων, Τα πυρά ήταν πυκνά, Το μεγαλύτερο μέρος της πόλης βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο του ΕΛΑΣ. Το ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετάνιας έγινε το κέντρο απ΄ όπου ο στρατηγός Σκόμπι, διοικητής των βρετανικών δυνάμεων, διεύθυνε τις επιχειρήσεις. Πολλά μέλη της ελληνικής κυβέρνησης, μερικοί με τις οικογένειες τους, έμεναν στο ξενοδοχείο. Η «πρώτη γραμμή» ήταν λίγα τετράγωνα πιο κάτω, στην πλατεία Ομονοίας. Από την άλλη πλευρά της πόλης, η περιοχή που ελεγχόταν από τους Βρετανούς και τους δεξιούς Έλληνες τέλειωνε στην Ακρόπολη.

(Dmitri Kessel)
Την Τετάρτη οι βρετανικές δυνάμεις ανέλαβαν δράση

    Εκείνο το πρωί οι δρόμοι της Αθήνας ήταν έρημοι
    κι ένα γκριζογάλανο πέπλο καπνού απλωνόταν σε όλη την πόλη

      Η περιοχή που ελεγχόταν από τους Βρετανούς και τους δεξιούς Έλληνες τελείωνε στην Ακρόπολη



        Ήταν πολλοί οι αθώοι Έλληνες γυναίκες και παιδιά που πέθαναν 

        Τα πυρά ήταν πυκνά

          Η «πρώτη γραμμή» ήταν λίγα τετράγωνα πιο κάτω, στην πλατεία Ομονοίας. Από την άλλη πλευρά της πόλης, η περιοχή που ελεγχόταν από τους Βρετανούς και τους δεξιούς Έλληνες τέλειωνε στην Ακρόπολη.

          (Dmitri Kessel)

          Η «πρώτη γραμμή» ήταν λίγα τετράγωνα πιο κάτω στην πλατεία Ομόνοιας

            Βρετανική περίπολος προσπερνά πτώματα κρατουμένων που είχαν προσπαθήσει
            να δραπετεύσουν από τις φυλακές Αβέρωφ

              Βρετανικό τεθωρακισμένο έχει ανατιναχθεί κοντά στην Ομόνοια


              Κοντά στην Ομόνοια μια ώρα μετά την κατάπαυση του πυρός


                Ο Δημητρώφ, ηγέτης του ΚΚ Βουλγαρίας, ζητούσε από τον Μολότωφ, να επιτρέψουν τουλάχιστον οι Σοβιετικοί στον Τύπο τους, να κάνει μνεία στη δράση και στις επιτυχίες του ΕΛΑΣ.

                 (Πολιτική και Πολιτικοί: Σπύρος Λιναρδάτος)

                Έλληνες που έχουν συλληφθεί από τους Βρετανούς
                Το ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετάνιας έγινε το κέντρο απ΄ όπου ο στρατηγός Σκόμπι, διοικητής των βρετανικών δυνάμεων, διεύθυνε τις επιχειρήσεις. Πολλά μέλη της ελληνικής κυβέρνησης, μερικοί με τις οικογένειες τους, έμεναν στο ξενοδοχείο.

                (Dmitri Kessel)

                Το Fortress Bar της Μεγάλης Βρετάνιας
                Στο σαλόνι τα Μεγάλης Βρετάνιας δύο Ελληνοαμερικανοί συζητούν 
                με αξιωματικούς της ρωσικής αποστολής

                Στις 25 του Μάρτη του 1944, ο Στάλιν έστειλε συγχαρητήριο τηλεγράφημα για την εθνική μας εορτή, στο βασιλιά Γεώργιο και όχι στην κυβέρνηση που είχε εγκαθιδρυθεί στην ελεύθερη Ελλάδα από το ΕΑΜ               
                 (Πολιτική και Πολιτικοί: Σπύρος Λιναρδάτος)

                O παπα-Ανυπόμονος, χαρούμενος με την άφιξη της Σοβιετικής αποστολής στο βουνό, γύρισε και είπε στον Άρη:

                «Καπετάνιε, ήρθαν οι δικοί μας» και ο Βελουχιώτης του απάντησε:
                «Παπά, όλα τα γουρούνια την ίδια μούρη έχουν»

                 (Από τα απομνημονεύματα του Ανυπόμονου)

                Οι αξιωματικοί της ρωσικής αποστολής μοιράζονται διάφορα δωμάτια και διανυχτέρευαν. Εδώ ο συνταγματάρχης Ποπώφ
                Ο στρατηγός Ρόναλντ Σκόμπι, διοικητής των βρετανικών δυνάμεων
                Μέλη της Ελληνικής Κυβέρνησης με τις οικογένειες τους συζητούν στο σαλόνι της Μεγάλης Βρετάνιας. Στο κέντρο ο Στυλιανός Γονατάς
                Ο Ρόναλντ Σκόμπι και ο Χάρολντ Αλεξάντερ στον εξώστη του Μεγάρου Σλήμαν

                Οι Άγγλοι στην Ακρόπολη


                Οι αλεξιπτωτιστές είχαν καταλύσει μέσα στο Μουσείο. Όπλα κιάλια και μπερέδες κρεμόντουσαν απ’ τα αγάλματα. Οι άνδρες ξαπλωμένοι στο πάτωνα, έγραφαν γράμματα και διάβαζαν στο φως των κεριών. Την επόμενη μέρα τους φωτογράφισα «σε ώρα εργασίας». Η είσοδο της Ακρόπολης ήταν φραγμένη με χοντρά ξύλα κι αμμόσακους. Οι αλεξιπτωτιστές, οπλισμένοι με αυτόματα, είχαν πάρει θέσεις πίσω από πεσμένες κολώνες και μέσα στον Παρθενώνα, όπου υπήρχε ένας σταθμός επικοινωνίας. 
                Άγγλοι σε «ώρα εργασίας»
                Οι αλεξιπτωτιστές είχαν καταλάβει την Ακρόπολη στις 6 Δεκεμβρίου
                για να μην πέσει στα χέρια του ΕΛΑΣ

                  Είχαν πάρει θέση πίσω από τις πεσμένες κολώνες
                  Μέσα στον Παρθενώνα υπήρχε ένας σταθμός επικοινωνίας


                    Ο Βρετανός υπουργός Μακμίλαν, τηλεγραφούσε από την εξεγερμένη Αθήνα ότι «πλάι στους εξτρεμιστές του ΕΛΑΣ, οι διεστραμμένοι διανοούμενοι της έντυπης δημοσιογραφίας, είναι μεταξύ των πιο επικίνδυνων εχθρών μας».

                    Κατηγορούσε δηλαδή τους δικούς τους δημοσιογράφους, επειδή μετέδιδαν την αλήθεια, σχετικά με τα εγκλήματα της φιλοαγγλικής αστυνομίας του Άγγελου Έβερτ και των ίδιων των Αγγλικών στρατευμάτων!

                    «Εκτός από τους Τάϊμς, πρέπει να παλέψουμε και με το ΒΒC», έλεγε.
                    Η πρώτη μάχη στον πόλεμο της προπαγάνδας, είχε χαθεί για τους Βρετανούς.


                    (Φοίβος  Οικονομίδης: Το σύνδρομο του Οδυσσέα)


                    Η θέση της Ακρόπολης που δέσποζε στην πόλη ήταν ιδανική


                      Οι αλεξιπτωτιστές είχαν καταλύσει μέσα στο Μουσείο

                        Όπλα, κιάλια και μπερέδες κρεμόντουσαν από τα’ αγάλματα

                           


                          Ο Τσώρτσιλ στην Αθήνα


                          Τα Χριστούγεννα του 1944 φτάνει το Τσώρτσιλ στην Αθήνα

                          Τσώρτσιλ και Δαμασκηνός

                              Σκόμπι, Τσώρτσιλ και Αλεξάντερ



                                Θα γινόταν συνάντηση της ελληνικής κυβέρνησης και του ΕΛΑΣ υπό την εποπτεία του Τσώρτσιλ και δεν υπήρχε ηλεκτρικό., Πάνω σε ένα τεράστιο τραπέζι είχαν τοποθετηθεί δώδεκα λάμπες θυέλλης που φώτιζαν το χώρο.

                                Οι σύνεδροι μπήκαν στο δωμάτιο. Στη μια πλευρά κάθισε ο Τσώρτσιλ, ο Άντονι  Ήντεν, ο σερ Χάρολντ Αλεξάντερ (διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων στη Μεσόγειο), ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, ο συνταγματάρχης Ποπώφ και ο Αμερικανός πρέσβης Λίνκολν Μα Γω. Απέναντι τους κάθησαν τα μέλη της ελληνικής κυβέρνησης με τον Παπανδρέου επικεφαλή..  …

                                Φωτογράφιζα από την ελληνική πλευρά του τραπεζιού σημαδεύοντας με το φακό τον Τσώτσιλ. Μετά από μερικές λήψεις βρυχήθηκε: «φωτογράφησε τους Έλληνες. Είναι το δικό τους σώου» …. Η αντιπροσωπεία του ΕΛΑΣ δεν είχε φτάσει ακόμη. Παρά την εγγύηση που είχε δώσει ο Σκόμπι για ασφαλή διέλευση , η αντιπροσωπεία του ΕΛΑΣ αντιμετώπισε προβλήματα και καθυστέρησε να περάσει τις γραμμές. 

                                (Dmitri Kessel)
                                Συνέχισα να φωτογραφίζω χρησιμοποιώντας το δραματικό φωτισμό του δωματίου

                                  Η ανακωχή


                                  Μερικές μέρες αργότερα, στις 11 Ιανουαρίου 1945, ο στρατηγός Σκόμπι και οι εκπρόσωποι του ΕΑΜ, Ζέβγος, Παρτσαλίδης, Μακρίδης και Αθηνέλης υπόγραψαν ανακωχή. Η κατάπαυση του πυρός έγινε στις 15 Ιανουαρίου 1945.

                                  Περί τα τέλη Νοεμβρίου του 1944, η «Αστερόεσσα», εφημερίδα του Αμερικάνικου στρατού, δημοσίευσε φωτογραφία του γενειοφόρου υποστράτηγου Άρη Βελουχιώτη, με σχόλιο έκδηλα ευνοϊκό. Το Μάρτη του 1945, ο Άρης σε επιστολή του, κατηγορεί την ηγεσία του ΚΚΕ, γιατί δεν έβαλε στο παιχνίδι Ρώσους και Αμερικάνους, ώστε να μη δοθεί μια φιλοεγγλέζικη λύση, στο Ελληνικό πρόβλημα.

                                  (Φοίβος  Οικονομίδης: Το σύνδρομο του Οδυσσέα)
                                  ‘Αρης Βελουχιώτης


                                  Στα μέσα του 1944 οι Άγγλοι αποφασίζουν να σταματήσουν τη ρίψη προκηρύξεων κατά των ταγματαλητών, ύστερα από αίτημα του Γ. Παπανδρέου που προετοίμαζε το στρατό του κατά του ΕΛΑΣ.

                                  (Φοίβος  Οικονομίδης: Το σύνδρομο του Οδυσσέα)

                                  Γεώργιος Παπανδρέου
                                  Τ
                                  Το ΕΑΜ μέχρι ηλιθιότητος, επιμένει στην πολιτική της εθνικής ενότητος.
                                  Γ. Παπανδρέου 30/12/1944

                                   (Γρηγόρη Φαράκος: Μαρτυρίες και Στοχασμοί)
                                  Όσοι Αθηναίοι αναζητούσαν χαμένους συγγενείς περπατούσαν
                                  κλείνοντας τις μύτες με μαντήλια
                                   Οδός 3ης Σεπτεμβρίου
                                  Πολλά κτήρια είχαν σωριαστεί σε ερείπια


                                  Οι αντιστασιακοί, την είχαν την εξουσία και την παραδώσαν. Άμα έχεις την εξουσία και την παραδίδεις, κάνεις ανοιχτή προδοσία.
                                  Χαρίλαος Φλωράκης:  Σε ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ το 1991


                                  (Γρηγόρη Φαράκος: Μαρτυρίες και Στοχασμοί)

                                   

                                  Τα Δεκεμβριανά

                                  Ένα φωτογραφικό αφιέρωμα στο Δεκέμβρη του 1944 με το φακό του Dmitri Kessel.

                                  Γράφει ο Πέτρος Γαϊτάνος, το Νοέμβρη του 1994, στην εισαγωγή του Λευκώματος
                                  DMITRI KESSEL, ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ‘44″, Εκδόσεις ΑΜΜΟΣ, 


                                  Ο Dmitri Kessel γεννήθηκε στην Ουκρανία στις αρχές του αιώνα. Μετανάστευσε στην Αμερική το 1923 και εργάστηκε σαν φωτογράφος στο περιοδικό LIFE. Ταξίδεψε σ’ ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο και οι φωτογραφίες του –μολονότι προορίζονταν για ένα εφήμερο μέσο- άντεξαν στον χρόνο. Σήμερα ο Κέσελ θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους φωτορεπόρτερ στον κόσμο. Η δουλειά του, κλασική πια, έχει παρουσιαστεί σε πολλά βιβλία. Οι φωτογραφίες όμως που ο Ντμίτρ Κέσελ έβγαλε στην Ελλάδα του 1944 έμειναν περισσότερο ανέκδοτες και παρουσιάζονται σήμερα για πρώτη φορά.


                                  Τον Αύγουστο του 1994, πενήντα χρόνια μετά, ένας άλλος μεγάλος φωτογράφος του αιώνα μας, ο Ντέηβιντ Ντάνκαν, έφερε στην Αθήνα αυτό το πολύτιμο υλικό και μας το έδωσε λέγοντας. «Ο Ντμίτρ Κέσελ ήταν εδώ, κάτω από την Ακρόπολη, στις 3 Δεκεμβρίου 1944. Τότε που πολλά όνειρα έγιναν εφιάλτες και ο ηρωισμός, η αγωνία και το πάθος μάτωσαν αυτή την όμορφη χώρα. Σας στέλνει, μέσα απ’ την καρδιά του, όσα θραύσματα μάζεψε από εκείνα τα γεγονότα. Τη δική του φωτογραφική μαρτυρία».


                                  Οκτώβριος 1944. Βρετανικά στρατεύματα αποβιβάζονται στον Πειραιά.
                                   Μαζί τους και ο Ντμιτρ Κέσελ
                                  Υποδοχή από πλήθος Αθηναίων.
                                   Οι άντρες αγκάλιαζαν και φιλούσαν τους αμήχανους Βρετανούς στρατιώτες

                                    Η Πλατεία Συντάγματος τον Οκτώβρη του 1944

                                      Ο Γιώργης Σιάντος μιλάει από το μπαλκόνι των γραφείων του ΚΚΕ

                                        Στους δρόμους της Αθήνας μικροπωλητές πουλούσαν
                                        στη μαύρη αγορά οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια τους

                                          Στρατιώτες της Ορεινής Ταξιαρχίας φτάνουν από στην Αθήνα από την Ιταλία

                                            Στις 18 του Οκτώβρη του 1944, στη μεγάλη συγκέντρωση στο Σύνταγμα, ο Γ. Παπανδρέου απαντώντας στον κόσμο που ζητούσε «λαοκρατία», είπε το γνωστό «πιστεύουμε και στη λαοκρατία».
                                             (Γρηγόρη Φαράκος: Μαρτυρίες και Στοχασμοί)


                                            Γεώργιος Παπανδρέου

                                            Την Κυριακή 3 Δεκεμβρίου βρισκόμουν, στην Αθήνα στην Πλατεία Συντάγματος, μαζί με έναν Αμερικανό ρεπόρτερ, τον Κόνι Πούλος. Είχε ξεκινήσει μια μεγάλη διαδήλωση. Οι οπαδοί του ΕΑΜ διαμαρτύρονταν για τον αφοπλισμό των δυνάμεων του ΕΛΑΣ. Η αστυνομία είχε διαταχθεί να σταματήσει τη διαδήλωση και είχε σχηματίσει ένα κλοιό στο δρόμο. Την προηγούμενη μέρα η Κυβέρνηση είχε δώσει την άδεια της αλλά αργά τη νύχτα η άδεια ανακλήθηκε. Οι αξιωματούχοι του ΕΑΜ δήλωσαν πως ήταν αδύνατο να ματαιώσουν τη διαδήλωση σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα και αποφάσισαν να προχωρήσουν

                                            Ένα τεράστιο πλήθος γέμιζε το δρόμο μπροστά από τον αστυνομικό κλοιό. Ξαφνικά ακούστηκαν πυροβολισμοί κι ακολούθησε μια ριπή. Βρισκόμαστε με τον Κόνι έξω από τα Παλαιά Ανάκτορα, απέναντι από τον κλοιό της αστυνομίας. Όταν άρχισαν οι πυροβολισμοί εγκλωβιστήκαμε ανάμεσα στις πρώτες γραμμές των διαδηλωτών και τους αστυνομικούς. Καλυφτήκαμε πίσω από το τοιχαλάκι του δρόμου που οδηγεί στα ανάκτορα.
                                            Με τους πρώτους πυροβολισμούς οι διαδηλωτές έπεσαν κάτω.
                                            «Πυροβολούν άοπλους», είπε ο Κόνι. «Ναι» , του απάντησα, «κοίτα αυτόν αριστερά».
                                            Σχεδόν 15 πόδια μακριά μας, ένας άνδρας με πρόσωπο γεμάτο αίματα προσπαθούσε να σηκωθεί από το έδαφος. Κρατούσε το στομάχι του κι αίματα ανάβλυζαν μέσα απ’ τα δάκτυλά του. Οι σποραδικοί πυροβολισμοί σταμάτησαν μερικά δευτερόλεπτα. Οι διαδηλωτές σηκώθηκαν και άρχισαν να διαλύονται. Μερικά σώματα έμεναν ακίνητα στο δρόμο. Κάποιος ζητούσε βοήθεια. Όσοι τραυματίες μπορούσαν να περπατήσουν υποβαστάζονταν από τους συντρόφους τους. Μετά από μια μικρή διακοπή η αστυνομία πυροβόλησε ξανά. Όταν φάνηκε πως οι πυροβολισμοί σταματούν οριστικά, μερικοί διαδηλωτές εμφανίστηκαν στην Πλατεία Συντάγματος για να μαζέψουν τους νεκρούς και τους βαριά τραυματισμένους. Η αστυνομία πυροβόλησε και τους απώθησε.
                                            Συνολικά η αστυνομία σκότωσε 23 και τραυμάτισε 140, ανάμεσα τους και πολλές γυναίκες. Αυτό, όμως, δε σταμάτησε τους διαδηλωτές που άρχισαν να κατευθύνονται προς τον αστυνομικό σταθμό απ’ όπου αναχαιτίστηκαν με νέα πυρά.
                                            Την ίδια στιγμή τα βρετανικά τεθωρακισμένα που είχαν σταθμεύσει κατά μήκος της Πανεπιστημίου κινήθηκαν και εμφανίστηκαν στο δρόμο οι άντρες της βρετανικής στρατιωτικής αστυνομίας. Οι διαδηλωτές τους υποδέχτηκαν με ανακούφιση κι έτρεξαν στην Πλατεία Συντάγματος να τους αγκαλιάσουν και να τους φιλήσουν.
                                            Ένας Βρετανός αξιωματικός φώναξε στο διευθυντή της αστυνομίας Άγγελο Έβερτ που στεκόταν στον εξώστην του αστυνομικού αρχηγείου.
                                            «Σταματήστε αμέσως να πυροβολείτε».
                                            Ο Έβερτ απάντησε με αθωότητα «Ποιος πυροβολεί;»
                                            (Dmitri Kessel)



                                            Είχε ξεκινήσει μια μεγάλη διαδήλωση
                                            Οι οπαδοί του ΕΑΜ διαμαρτύρονταν για τον αφοπλισμό των δυνάμεων του ΕΛΑΣ

                                              Η αστυνομία είχε διαταχθεί να σταματήσει τη διαδήλωση
                                              Ένα τεράστιο πλήθος γέμιζε το δρόμο μπροστά από τον αστυνομικό κλοιό

                                                Ξαφνικά ακούστηκαν πυροβολισμοί και ακολούθησε μια ριπή
                                                Η επίθεση στη διαδήλωση της Κυριακής της 3ης του Δεκέμβρη, έγινε με εντολή της κυβέρνησης του Παπανδρέου και του αρχηγού της Ελληνικής αστυνομίας, Άγγελου Έβερτ.
                                                54 νεκροί και 70 τραυματίες τα θύματα της.
                                                 (Σπύρος Λιναρδάτος: Πολιτική και Πολιτικοί)
                                                          
                                                Πυροβολούν άοπλους!

                                                  Μερικά σώματα έμειναν ακίνητα στο δρόμο
                                                  Συνολικά οι αστυνομία σκότωσε 23 και τραυμάτισε 140.
                                                  Ανάμεσα τους και πολλές γυναίκες
                                                  Την ίδια στιγμή τα βρετανικά τεθωρακισμένα κινήθηκαν

                                                    Εμφανίστηκαν οι άνδρες της βρετανικής στρατιωτικής αστυνομίας

                                                      Κάποιοι ζητούσαν βοήθεια


                                                      Οι διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν ξανά. Αυτή τη φορά κρατούσαν μια πελώρια αμερικάνικη σημεία και κατέβαιναν αργά το δρόμο φωνάζοντας ρυθμικά: «Ρούζσβελτ, Ρούζσβλτ». Δεν επιχείρησαν να επιτεθούν στον αστυνομικό σταθμό. Μετά από λίγο οι δρόμοι έμειναν έρημοι. Μερικοί άνδρες και γυναίκες άφηναν πρόχειρους ξύλινους σταυρούς στα σημεία που είχε χυθεί το αίμα των θυμάτων. Άλλες γυναίκες μάζευαν το αίμα σε χαρτοσακούλες και παλιές κονσέρβες.
                                                      Την επόμενη μέρα στην κηδεία των 23 θυμάτων καταλάβαμε γιατί.
                                                      Η νεκρώσιμη ακολουθία έγινε στη Μητρόπολη κι ένα μεγάλο πλήθος προσευχόταν στη μικρή πλατεία. Από κει η νεκρική πομπή κατευθύνθηκε στο Σύνταγμα.
                                                      Τα φέρετρα παρατάχθηκαν σε μια γραμμή, εκεί όπου τα θύματα των πυροβολισμών της Κυριακής είχαν πέσει. Όλοι γονάτισαν σε σιωπηλή προσευχή. Μερικοί κρατούσαν πανώ γραμμένα με το αίμα των θανάτων.
                                                      Ένα που βρισκόταν στην κορυφή της πομπής, έγραφε: «όταν ο λαός είναι αντιμέτωπος με τον κίνδυνο της τυραννίας πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στις αλυσίδες και τα όπλα». Ήταν πιτσιλισμένο με αίμα.
                                                      (Dmitri Kessel)


                                                      Μερικοί άντρες άφηναν πρόχειρους ξύλινους σταυρούς
                                                      στα σημεία που είχε χυθεί το αίμα των θυμάτων
                                                      Θάβαμε τους νεκρούς μας συχνά τα τελευταία τέσσερα χρόνια … πολύ συχνά

                                                        Στους δρόμους χιλιάδες Αθηναίοι περίμεναν την πομπή να περάσει

                                                          Ήταν πιτσιλισμένο με αίμα


                                                            Πηγή:kaistriotis.blogspot.gr

                                                             

                                                            46 χρόνια από τη δολοφονία του Τσε και η κατάληψη του Πάντο




                                                            Στις 8 Οκτώβρη 1969, δύο χρόνια ακριβώς μετά την πτώση του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία, η επαναστατική οργάνωση «Κίνημα Εθνικής Απελευθέρωσης – Τουπαμάρος» [MLN – Tupamaros] κάνει μια εντυπωσιακή ενέργεια: Καταλαμβάνει την πόλη Πάντο, 30 χλμ περίπου από την πρωτεύουσα Μοντεβιδέο. Η περίφημη αυτή επιχείρηση ονομάστηκε La Toma dePando [η κατάληψη του Πάντο].

                                                            Η πρώτη φάση της επιχείρησης είχε απόλυτη επιτυχία. 49 μαχητές, χωρισμένοι σε 6 ομάδες, κατέλαβαν μεταξύ 1.00 και 1.20 μ.μ. το αστυνομικό τμήμα, το σταθμό της πυροσβεστικής, το τηλεφωνικό κέντρο και τρεις τράπεζες της πόλης, από τις οποίες κατέσχεσαν περίπου 350.000 δολάρια. Κατά την υποχώρησή τους όμως οι Τουπαμάρος συγκρούστηκαν με ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις, με αποτέλεσμα το θάνατο τριών μαχητών (Ρικάρντο Σαμπάλσα, Χόρχε Σαλέρνο και Αλφρέντο Κουλτέγι) καθώς και ενός αστυνομικού. Την ίδια μέρα συνελήφθηκαν πάνω από 20 στελέχη της οργάνωσης.


                                                            Ο σκοπός της ενέργειας αυτής των Τουπαμάρος  ήταν αφενός συμβολικός, για να τιμηθεί η μνήμη του επαναστάτη Τσε Γκεβάρα, αφετέρου πρακτικός, για να εφοδιαστεί η οργάνωση με όπλα και χρήματα. Ένας παράπλευρος στόχος ήταν να αφυπνιστεί μετά από μια δυναμική ενέργεια το εργατικό και φοιτητικό κίνημα της Ουρουγουάης, το οποίο αντιμετωπιζόταν με σκληρότητα από την συγκαλυμμένη δικτατορία του Πατσέκο Αρέκο μεταξύ 1968-1969.


                                                            Σύμφωνα με τον Χερμάν Γκονσάλες, πρώην μέλος της οργάνωσης, «οι Τουπαμάρος ήμασταν μια ομάδα ανθρώπων με καλές προθέσεις και πεποιθήσεις, που διεξήγαγε έναν κοινωνικό και πολιτικό αγώνα. Ήμασταν άνθρωποι καλοπροαίρετοι που προσπάθησαν ναπετύχουν ορισμένα πράγματαΑλλά ποτέ δεν ήμασταν στρατιωτικοίΗ αποχώρηση από το Πάντο αυτό έδειξε, ότι δεν ήμασταν στρατιωτικοί, δεν ήμασταν αντάρτες· ήμασταν φοιτητές, νέοι, εργάτες που κάναμε πολιτικό αγώνα με όπλα. Η απόφαση να διαφύγουμε στο ύπαιθρο και σχεδόν να διαλυθούμε δεν ήταν απόφαση ενός στρατού τακτικά οργανωμένου, ήταν αποτέλεσμα της έλλειψης αντανακλαστικού μάχης των συντρόφων».  

                                                            Ένα άλλο παλιό στέλεχος της οργάνωσης, ο Χούλιο Μαρενάλες, συμφωνεί: «Η επιχείρηση, καλά εκτελεσμένη στο πρώτο μέρος της, εξαιτίας λαθών κατά την αναδίπλωση κατέληξε σε στρατιωτική αποτυχία. Πεθαίνουν τρεις αγωνιστές και αιχμαλωτίζονται καμιά τριανταριά, ανάμεσά τους ένα στέλεχος πρώτης γραμμής [1]. Κατά παράδοξο τρόπομε την επιχείρησηΠάντο επαναλήφθηκε το φαινόμενο της 22ας Δεκεμβρίου 1966. Από μια ήττα σε στρατιωτικόεπίπεδο προέκυψε μια πολιτική ανάπτυξηΑυτή η ανάπτυξη που έλαβε χώρα μετά το Πάντο, εν πολλοίς σημάδεψε την οργάνωση και ήταν ένας από τους παράγοντες που οδήγησε στη μετέπειτα ήττα. Η τόσο γρήγορη ανάπτυξη δεν επέτρεψε την επαρκή εκπαίδευση των μαχητών στην παρανομία.»

                                                            Πράγματι, από το 1970 οι Τουπαμάρος αλλάζουν τη στρατηγική τους, με συχνότερες και μεγαλύτερης κλίμακας επιχειρήσεις. Γίνονται απαγωγές δικαστικών, διπλωματών, πρακτόρων της CIA [2], πολιτικών. Εκτελούνται βασανιστές και γίνονται βομβιστικές επιθέσεις σε στόχους συμφερόντων των βορειοαμερικανών και της ολιγαρχίας, καθώς σε σύμβολα του καθεστώτος. Σταδιακά συλλαμβάνονται όλα τα ηγετικά στελέχη της οργάνωσης, μέχρι το 1972 που είναι η χρονιά της ήττας των Τουπαμάρος. Την επόμενη χρονιά τον έλεγχο της χώρας θα πάρει και τυπικά μια στρατιωτική δικτατορία, που θα παραμείνει μέχρι το 1985.

                                                            Αυστηρά, η MLNTupamaros δεν ήταν ποτέ ένοπλη οργάνωση, αν και έκανε επιχειρήσεις εφοδιασμού και ένοπλη προπαγάνδα. Διαφοροποιούνταν από τις υπόλοιπες οργανώσεις της παραδοσιακής αριστεράς ως προς τη μεθοδολογία πολιτικής δράσης. Πραγματοποιούσαν πολλές καταλήψεις για να μιλήσουν με τους εργάτες και να κάνουν πολιτικές προτάσεις. Η οργανωτική αρχή ήταν μια δομή ομόκεντρων κύκλων: «πτέρυγες» (columnas) των περίπου 100 μελών, και γύρω από καθεμία υπήρχε μια «περιφέρεια υποστήριξης». Στον πυρήνα βρισκόταν η επίσημη οργάνωση, και προς τα έξω η σχέση ήταν πιο χαλαρή. 

                                                            Αργότερα, η ανάγκη για περισσότερη πολιτική δουλειά έκανε αναγκαία τη δημιουργία μιας επίσημης πολιτικής πτέρυγας, που ονομάστηκε «Πτέρυγα 70». Αυτή η πτέρυγα ήταν συνδεδεμένη με το «νόμιμο σκέλος» της οργάνωσης, το Κίνημα Ανεξαρτησίας της 26ηςΜάρτη, αργότερα ιδρυτικό συστατικό της πολιτικής συμμαχίας του Ευρέος Μετώπου (FrenteAplio) [3].



                                                            Εδώ έζησε ο Ρικάρντο Σαμπάσλα Ουάκσμαν 1948-1969. Έγινε μέλος της ομάδας ιδεαλιστών και οραματιστών νέων που ήθελαν μια καλύτερη πατρίδα όπως την οραματίστηκε ο Αρτίγκας [4]. Εντάχθηκε στους Τουπαμάρος. Συμμετείχε στη λεγόμενη Κατάληψη του Πάντο και τραυματίστηκε στην περιοχή Κάπρα, έπεσε στο ματωμένο έδαφος με πολλές πληγές, εκτελέστηκε με μια σφαίρα στο λαιμό από ένα στρατιώτη που έλαβε τη διαταγή από ένα συνταγματάρχη. Είναι γνωστό το όνομα και των δύοΜίναςΑπρίλιος 2009.Επιτροπή Αλήθειας.

                                                            (Τιμητική πλακέτα έξω από σχολείο της πόλης Μίνας, προς τιμήν του Σαμπάλσα)

                                                            «Η Λατινική Αμερική ήδη το φωνάζει,  είναι η ανεξαρτησία που πλησιάζει».

                                                            (Στίχος του Χόρχε Σαλέρνο, εκ των τριών πεσόντων στο Πάντο, από το ποίημά του «Το μονοπάτι είναι χαραγμένο»).

                                                            «Αν σήμερα τραγουδώ στο παρελθόν της νεκρής πέτρας και ανακαλώ τις αναμνήσεις των Θηβών, είναι γιατί το παρόν ξεπροβάλει στο παρελθόν σου».


                                                            Τσε
                                                             

                                                            Η ζωή στους βράχους: η συμμετοχή των γυναικών στην κορυφαία στιγμή της ταξικής πάλης στην Ελλάδα

                                                             

                                                            Emiliano Zapata

                                                            Βιογραφικό σημείωμα για τον Emiliano Zapata μπορείτε να δείτε εδώ

                                                            Η βία τίνος;

                                                            Του Εμιλιάνο Σαπάτα [Emiliano Zapata]
                                                            Δεν είναι αναγκαίο να μου πείτε πως η βία γεννά βία. Εμείς, ο λαός, το έχουμε μάθει πολύ πριν από σας, κι απ’ τη μεριά μου το κατάλαβα πριν δέκα χρόνια. Όταν κανείς δεν κατέβηκε από την Ουάσινγκτον για να πει στον Ντίαζ [Porfirio Díaz] πως, αφού άφηνε τους αγρότες να ζουν με χόρτα, θα μπορούσε να προκληθεί βία· ή, αφού πυροβολούσε αυτούς που ζητούσαν λίγες πένες παραπάνω τη βδομάδα, θα προκληθεί βία· ή, αφού έθρεφε τις ψείρες με φυλακισμένους, εδώ και δεκαετίες, σίγουρα θα προκληθεί βία.
                                                            Τώρα, όταν βλέπετε τους εργάτες με τα Ουίντσεστερ στα χέρια, βιάζεστε να εξηγήσετε σε μας, τους αμόρφωτους ανθρώπους, πως αυτό θα προκαλέσει μόνο περισσότερη βία και λέτε (και το γνωρίζω) ότι η Ιστορία αποδεικνύει πως έχετε δίκιο. Το μόνο που θα ήθελα να ξέρω είναι πού θα βρισκόμασταν εάν πετούσαμε τα όπλα μας και στεκόμασταν εκεί έξω βγάζοντας το καπέλο μας υποκλινόμενοι στους τσιφλικάδες και στους αξιωματικούς, όπως κάναμε πριν την επανάσταση. Οι φίλοι μου μπορούν να απαντήσουν για τον εαυτό τους – όσο για μένα, ξέρουμε καλά κι εσείς κι εγώ πού θα βρισκόμουν: τρία μέτρα κάτω από το χώμα αφού θα ‘χα χορέψει στην κρεμάλα.

                                                            Γνωρίζετε επίσης πως όσοι βρίσκονται εδώ δεν έχουν παρά να σταματήσουν να μάχονται για να καταλήξουν να ταΐζουν τα σκουλήκια στον τάφο ή τις ψείρες στα κελιά ή, στην καλύτερη, να επιστρέψουν στη σκλαβιά. Η σκέψη αυτή, μερικές φορές, τους κάνει πιο άγριους από την πραγματική τους φύση, αλλά δεν είναι βάρβαροι όπως νομίζετε. Ξέρω πως, όταν έρχεστε εδώ με τις κάμερες, με χαιρετάτε σαν να είμαι ο πρόεδρος και με φωνάζετε στρατηγό σύμφωνα με το βαθμό μου. Όταν όμως είστε στη Νέα Υόρκη, στα γραφεία σας, με τα ποτά και τις γυναίκες σας, τότε γράφετε για να πείτε στον κόσμο πως είμαι ο πιο άγριος βάρβαρος απ’ όλους. Έτσι δεν είναι; Αλλά δεν είμαι τόσο χαζός όσο νομίζετε, και ξέρω καλά, όπως αν είχα σπουδάσει Ιστορία, πως η μάχη προκαλεί μάχη και το αίμα προκαλεί αίμα.
                                                            Μου λέτε πως ο πρόεδρος Ουίλσον [Thomas Woodrow Wilson] αποδοκιμάζει τη βία, αλλά δεν είμαι τόσο ανόητος ώστε να ρωτήσω αν, τότε, ο στρατηγός Πέρσινγκ [John J. Pershing] πήγε να δουλέψει στα χωράφια. Καταλαβαίνω καλύτερα απ’ αυτόν τον Ουίλσον τη ματαιότητα της βίας, γιατί μαστιγώθηκα και είδα τα αδέρφια μου να λιμοκτονούν και να πυροβολούνται όταν αυτός ζούσε σ’ ένα μεγάλο σπίτι με υπηρέτες και μάθαινε πως είναι χριστιανός. Αν δεν τα γνώριζα αυτά ως παιδί, ίσως να είχα γίνει ένας τόσο τρανός εγκληματίας ώστε να μπω στον κρατικό στρατό και μέχρι τώρα να είχα γίνει ένας από τους στρατηγούς του Καρράνσα [Venustiano Carranza], στον οποίο κανείς δεν λέει πως η βία είναι ανήθικη.
                                                            Αρκετά. Το ξέρουμε πως η βία γεννά βία· αυτό που θα ‘θελα να μάθω είναι πώς η ειρήνη θα μπορούσε να φέρει ειρήνη. Κατά τη γνώμη μου, πιστεύω πως μόνο όταν δεν θα υπάρχουν δούλοι και αφέντες, όταν κανείς δεν θα υπακούει στις εντολές και στα διατάγματα που εκδίδουν οι κυβερνήσεις και οι εκκλησίες, όταν όσοι επιθυμούν γη και ελευθερία μπορούν να την έχουν και όταν όλοι όσοι θέλουν να καταπιέσουν δεν έχουν όπλα, τότε και μόνο τότε η ειρήνη θα φέρει ειρήνη.
                                                            Πηγή: Sierra Maestra
                                                             

                                                            Ο ΑΛΕΞΗΣ ΒΑΚΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΝΟ ΤΖΑΒΕΛΛΑ

                                                            Τέσσερα χρόνια χωρίς τον Πάνο Τζαβέλλα
                                                            Η φωνή «της νιότης, της τιμής, της λευτεριάς…»

                                                            του Αλέξη Βάκη
                                                            (Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)

                                                            Για τους νέους ανθρώπους που αρχίσαμε να νιώθουμε τα σκιρτήματα της πραγματικής ζωής από τη μεταπολίτευση του ’74 και μετά, η φιγούρα του Πάνου Τζαβέλλα ήταν κάτι παραπάνω από εμβληματική. Όχι μόνο γιατί εκείνος ήταν που μας έβαλε πρώτος στα χείλη το Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα, κάνοντας οικεία στα εφηβικά μας μάτια τη μορφή του Πρωτοκαπετάνιου Άρη Βελουχιώτη. Ούτε γιατί μας φώναζε επίμονα «να θάψουμε όλους τους έντιμους κυρ- Παντελήδες αυτού του κόσμου». Αλλά, κυρίως, γιατί το παράδειγμα της ίδιας του της ζωής σηματοδοτούσε τα χαρακτηριστικά μιας ιδιότυπης – και προσωπικής – «διαρκούς επανάστασης» την οποία μας πρότεινε να βιώσουμε. Αεικίνητος πάνω στην αιώνια πατερίτσα, ηχούσε πειστικός. Και πάντως, σε καμία περίπτωση διδακτικός.

                                                            Γεννημένος το 1925 στην Κοζάνη, μπαίνει από τα εφηβικά του χρόνια στην υπόθεση της Εθνικής Αντίστασης, όταν στρατολογείται στην ΕΠΟΝ. Λίγο αργότερα, ανεβαίνει στο βουνό και ονομάζεται μαχητής του ΕΛΑΣ. Με την έναρξη του εμφυλίου, ξαναπαίρνει το δρόμο του αντάρτικου και εντάσσεται στο Δημοκρατικό Στρατό. Τραυματίζεται, ακρωτηριάζεται στο δεξί του πόδι, συλλαμβάνεται και καταδικάζεται τρεις φορές εις θάνατον. Αποφυλακίζεται
                                                            το 1959 όταν, βαριά άρρωστος από τη νόσο του Burgen, παίρνει την άδεια να ταξιδέψει στη Σοβιετική Ένωση, όπου και θεραπεύεται. Εκεί παραμένει για έξι χρόνια, σπουδάζοντας μουσική και έχοντας τη χαρά να γνωρίσει από κοντά τον μεγάλο Ντιμίτρι Σοστακόβιτς. Το 1965 επιστρέφει στην Ελλάδα, για να συλληφθεί -τρία χρόνια αργότερα- από τη δικτατορία των συνταγματαρχών. Το 1971 αποφυλακίζεται οριστικά και αρχίζει να στήνει μουσικά προγράμματα στις μπουάτ της Πλάκας. Με την πτώση της δικτατορίας, εγκαθιστά το «στρατηγείο» του στη μπουάτ Λήδρα – επί της οδού Κέκροπος 12, στην Πλάκα – και αρχίζει τις θρυλικές βραδιές με τα αντάρτικα τραγούδια. (Για την ακρίβεια, όχι μόνο βραδιές, μιας και η κοσμοσυρροή που δημιουργείται από ανθρώπους κάθε ηλικίας που θέλουν να ακούσουν επιτέλους ελεύθερα τα τραγούδια της Εθνικής Αντίστασης, τον υποχρεώνει να δίνει δύο και τρεις παραστάσεις την ημέρα, οι οποίες ξεκινάνε από νωρίς το απόγευμα). Παράλληλα, παρουσιάζει και δικά του τραγούδια – από τα οποία ο Κυρ Παντελής αποδείχτηκε με το παραπάνω διαχρονικός – που μιλάνε για τα προβλήματα των καιρών μας και τα οποία αργότερα τραγούδησαν σε δίσκους η Χάρις Αλεξίου, ο Γιώργος Νταλάρας, η Καίτη Γκρέυ και ο ίδιος.

                                                            Τα αντάρτικα και επαναστατικά (όπως και τα δικά του) τραγούδια ζωντανεύουν μέσα από εκατοντάδες συναυλίες που δίνονται σε ανοικτά γήπεδα και πανεπιστήμια σ’ όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό. Ταυτόχρονα, το έργο του παρουσιάζεται τόσο από την ελληνική τηλεόραση, όσο και από αρκετές ξένες (βουλγαρική, γερμανική, σουηδική). Παράλληλα, ο ελληνικός αλλά και ο ξένος Τύπος αναφέρονται συχνά στον Αγωνιστή τραγουδοποιό, ενώ ο Κυρ Παντελής μεταφράζεται ακόμα και στα κινέζικα.

                                                            Ο Πάνος Τζαβέλλας άφησε την τελευταία του πνοή την Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2009, σε ηλικία 84 ετών. Παρά τις ταλαιπωρίες και τις διώξεις, έμεινε αμετακίνητα πιστός στα νεανικά του οράματα. Στο πλευρό του στάθηκε μέχρι το τέλος η σύντροφός του τα τελευταία 35 χρόνια, τραγουδίστρια Νατάσα Παπαδοπούλου.

                                                            Πηγή: http://mousikaproastia.blogspot.gr

                                                             

                                                            Che Guevara: Ο ανταρτοπόλεμος και το αναπόφευκτο του ένοπλου αγώνα (5ο μέρος)

                                                            Επιμέλεια ύλης: Βήχος Παναγιώτης

                                                            5. Η Γενική Απεργία

                                                            Το αντάρτικο δεν μπορεί να αναπτυχθεί, να γίνει η μαχόμενη πρωτοπορεία των λαϊκών μαζών, και τελικά να καταστρέψει το κρατικό όργανο καταπίεσης δίχως την υποστήριξη της εργατικής τάξης, χωρίς να υποστηρίζεται από μια μάχη μέσα στις πόλεις, χωρίς να κινητοποιήσει για την πάλη τις προλεταριακές μάζες. Αυτό είναι η γενική πείρα του επαναστατικού πολέμου. Αναλύοντας την ιστορία του βιετναμέζικου αντάρτικου, στον πρόλογό του στο βιβλίο του Γκιάπ, ο Τσέ υπογραμμίζει ότι “η μαζική πάλη χρησιμοποιήθηκε την κάθε στιγμή στις πόλεις σαν απαραίτητο όπλο, για την ανάπτυξη του αγώνα”, αυτό το μαζικό κίνημα των πόλεων με το δυναμικό του και τον δίχως συμβιβασμούς χαρακτήρα του, αποτελεί κατά την κρίση του πολύτιμο παράδειγμα θεμελιώδους σπουδαιότητος για τον απελευθερωτικό αγώνα στη Λατινική Αμερική. (σσ Τσέ, “Πρόλογος στον Γκιάπ”, Pensamiento Crtico αριθ. 33, σελ. 250).
                                                            Ο ρόλος, η σημασία και η βαρύτητα της εργατικής πάλης αυξάνουν στο βαθμό που αναπτύσσεται ο επαναστατικός πόλεμος και που σφυρηλατείται η εργατο-αγροτική συμμαχία. Κατά την πρώτη περίοδο, όταν αρχίζει το αντάρτικο, το μαζικό κίνημα των πόλεων (απεργίες, διαδηλώσεις κλπ) παίζει κυρίως ρόλο αντιπερισπασμού, αναγκάζοντας τις δυνάμεις της καταπίεσης να σκορπιστούν, εμποδίζοντας τη συγκέντρωσή τους στην ύπαιθρο. Οταν το αντάρτικο κατεβαίνει σε περιοχές πιο κατοικημένες και αστικοποιημένες, ενώνεται πιό στενά με το εργατικό κίνημα από το οποίο εξαρτάται για να μπορέσει να δράσει σ΄ αυτό το χώρο το δυσμενή γεωγραφικά. Αυτό έγινε στην Κούβα τη στιγμή που το σώμα του Τσέ εκυρίευσε την επαρχία του Λάς Βίλλας και κατέκτησε την πόλη Σάντα Κλάρα, στηριζόμενο στα εργατικά συνδικάτα, στο λαϊκό σοσιαλιστικό κόμμα, στα στελέχη των πόλεων του Κινήματος της 26ης Ιουλίου και γενικά στις εργατικές τάξεις. Τελικά, με το γερό χτύπημα του στρατού από τους αντάρτες, ξέσπασε και η γενική επαναστατική απεργία, “πρωταρχικός παράγων του εμφυλίου πολέμου” (σσ “Η στρατηγική του ανταρτοπόλεμου”, σελ. 50, εκ. Καρανάση 1972) που αποτελεί το επιστέγασμα του επαναστατικού κινήματος, το τελικό χτύπημα κατά του ολιγαρχικού κράτους, το σμπαράλιασμα των τελευταίων πολιτικών μηχανευμάτων και των στρατιωτικών παλινδρομήσεων και τη στιγμή της πολιτικο-στρατιωτικής συγχώνευσης μεταξύ της πρωτοπορείας και των μαζών.

                                                            Είναι γνωστό ότι η κουβανέζικη επανάσταση εγνώρισε τρείς απόπειρες γενικής απεργίας: την ακαθοδήγητη απεργία του Αυγούστου του 1957 που άρχισε στο Σαντιάγκο ύστερα από τη δολοφονία του Φράνκ Πάϊς, την αποτυχούσα απεργία της 9ης Απριλίου 1958, και τη γενική νικηφόρα απεργία της 1ης Ιανουαρίου 1959, που έδωσε τη χαριστική βολή στο καθεστώς. Τα κείμενα του Γκουεβάρα ασχολούνται πρό παντός με τις δύο πρώτες. Η δολοφονία του Φράνκ Πάϊς (του κυριώτερου αρχηγού του Κινήματος της 26ης Ιουλίου μέσα στην πόλη) την 3οή Ιουλίου του 1958 στο ΣΑντιάγκο, έκαμε να ξεσπάσει μέσα σ΄ αυτή την πόλη μια αυθόρμητη απεργία που απλώθηκε γρήγορα στις άλλες πόλεις της επαρχίας Οριάντε (Γκουαντανάμο, Μανζανίλλο, Μπαϊάμο, κλπ.) που τις παράλυσε ολοκληρωτικά, και είχε αντίκτυπο ως τις επαρχίες Καμαγκουέϋ και Λ¨ας Βίλλας. Η δικτατορία κατέβαλε αυτό το κίνημα που είχε ξεπηδήσει χωρίς προετοιμασία και επαναστατική καθοδήγηση, αλλά οι αρχηγοί του αντάρτικου και ο Τσέ ιδιαίτερα αντελήφθησαν πώς νέες δυνάμεις είχαν ξεσηκωθεί κατά του καθεστώτος και πώς είτανε απόλυτα επιβεβλημένο να μπάσουνε τους εργαζόμενους στην απελευθερωτική πάλη (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. “Ο κοινωνικός ρόλος του αντάρτικου στρατού”, σελ. 191, εκδ. Καρανάση 1972). Η πείρα της ακαθοδήγητης απεργίας του 1957 δεν οδήγησε εντούτοις σε καμιά “λατρεία του αυθόρμητου”, αλλά, αντίθετα στην ανάπτυξη παράνομων δραστηριοτήτων και οργανώσεων στα κέντρα δουλειάς “με την προοπτική μιας γενικής απεργίας που θα βοηθούσε το στρατό του αντάρτικου στο να καταλάβει την εξουσία”. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. Σελ. 191, Εκδ. Καρανάση 1972. Σύμφωνα με τον Τσέ, οι αναγκαίοι παράγοντες για μια γενική απεργία “δεν βρίσκονται αυτομάτως παρά σε πολύ λίγες περιπτώσεις: πρέπει να τους δημιουργήσεις εξηγώντας τα αίτια της επανάστασης και αποδεικνύοντας την πραγματική δύναμη του λαού και τις δυνατότητές του”).

                                                            Εξ αντιθέτου η αποτυχούσα απεργία της 9ης Απριλίου 1958 ξέσπασε “αιφνιδιαστικά” – οι οργανωταί της ήθελαν για λόγους στρατηγικο-στρατιωτικούς, να αιφνιδιάσουν την κυβέρνηση και τις δυνάμεις της καταπίεσης – με μια έκκληση από το ραδιοσταθμό – καταληφθέντα από τους επαναστάτες στις 11 το πρωϊ. Οι εργάτες που είσαν στη δουλειά, δεν άκουσαν το ράδιο, φήμες συγκεχυμένες και αντικρουόμενες κυκλοφορούσαν και τελικά, η απεργία δεν έγινε. Μερικοί οπλισμένοι κομμάντος που είχαν ξεσηκωθεί εξοντώθηκαν και τρομακτικά καταπιεστικά μέτρα πάρθηκαν κατά των επαναστατών. Η ευθύνη αυτής της αποτυχίας επιρρίπτεται κατά τον Τσέ, στους αστούς αρχηγούς του Κινήματος της 26ης Ιουλίου (που το ονόμαζαν “Η Πεδιάδα” κατ΄ αντίθεση προς το “Σιέρρα”) των οποίων η στρατηγική άποψη ήταν από δυό πλευρές λαθεμένη: – θέλοντας να συγκεντροποιήσουν τον αγώνα μέσα στις πόλεις υποτιμούσαν το ρόλο του αντάρτικου, που το θεωρούσαν απλώς σαν ένα “κέντρισμα” της εργατικής εξέγερσης.

                                                            Κρίνοντας την επαναστατική γενική απεργία κατά τρόπο στενό, σεχταριστικό (σε σχέση με τα άλλα εργατικά ρεύματα, και ιδιαίτερα με το Λ.Σ.Κ. – Λαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα, το “παλιό” Κ.Κ. της Κούβας) και πραξικοπηματικά, αγνοούσαν τη σημασία και την τακτική του μαζικού αγώνα. Εκάλεσαν κατά συνέπεια στην απεργία της 9ης Απριλίου 1958 “χωρίς την ελαχίστη πολιτική προετοιμασία, χωρίς ίχνος μαζικής δραστηριότητος”, με ένα παράνομο σκούντημα, χωρίς πραγματικούς δεσμούς με την εργατική βάση, επιχειρώντας να κατευθύνουν το κίνημα απ΄ την κορυφή, θέλησαν να κηρύξουν την απεργία αιφνιδιαστικά, με πυροβολισμό, χωρίς να λάβουν υπόψη την εργατική ενότητα, και προπαντός “δεν επεζήτησαν ώστε οι εργάτες μέσα στην επαναστατική τους διεργασία να εκλέξουν την κατάλληλη στιγμή”. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. Σελ. 191-192 Πολιτικά Κείμενα: Τομ. Α΄, σελ. 65, Pensamiento Critico, αριθ. 31, σελ. 58, 61).

                                                            Οι παρατηρήσεις αυτές του Τσέ δείχνουν περίλαμπρα και το ενδιαφέρον που είχε για το πρόβλημα της γενικής απεργίας και μαζί τη βαθειά του συναίσθηση για το χαρακτήρα μαζικού κινήματος που αυτή πρέπει να παίρνει (αξίζει να γίνει παραβολή με τα κείμενα του Λένιν και της Ρόζας Λούξενμπουργκ πάνω στις ρωσσικές απεργίες του 1905). Τόσο εις ότι αφορά το αντάρτικο της υπαίθρου όσο και σχετικά με την επαναστατική απεργία, η θέση του Τσέ δεν έχει τίποτε το κοινό με τον δήθεν “μπλανκισμό – μπακουνισμό – τυχοδιωκτισμό” που του απέδωσαν μερικοί με τις τάχα “ορθόδοξες” κριτικές τους. Ο Τσέ Γκεβάρα αντιμετώπισε ποτέ την δυνατότητα μιας επανάστασης κατ΄ ουσίαν εργατοαγροτικής στις πιό βιομηχανοποιημένες χώρες της Λατινικής Αμερικής: Αναγνώριζε ανοιχτά πώς ήτανε πιό δύσκολο να σχηματισθούν αντάρτικες ομάδες της αγροτιάς στις χώρες με ισχυρή αστική συγκέντρωση και δεν απέκλεισε καθόλου εκ των προτέρων τη δυνατότητα μιάς νίκης “από λαϊκή επανάσταση με βάση αντάρτικου στην πόλη”. (σσ Τσέ Γκεβάρ΅: “εξαιρετική περίπτωση η πρωτοπορεία της πάλης κατά του ιμπεριαλισμού”, Πολιτικά Κείμενα: Τομ. Α΄, σελ. 89, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1970. Υστερα από αυτό, ο Τσέ φρονούσε ότι θα ήταν καλύτερα να κρατηθεί η πολιτική καθοδήγηση στην ύπαιθρο ακόμη και στις αστικοποιημένες χώρες για λόγους ασφάλειας).

                                                            Ιδιαιτέρως τονίζει ότι στην Αργεντινή – τη χώρα την πιό αστικοποιημένη της ηπείρου – ο ριζοσπαστισμός του κινήματος των μαζών μπορεί να οδηγήσει στην κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη. (σσ Γκουεβάρα: “Μήνυμα στους Αργεντινούς”, Χριστιανισμός και Επανάσταση, σελ. 22). Και ο Ντεμπραί επίσης αναγνωρίζει ότι στην Αργεντινή, “όπου το Μπουένος Αϊρες, το Ραζάριο και η Κόρντομπα συγκεντρώνουν ήδη πάνω από το ήμισυ του ολικού πληθυσμού (20 εκατομμύρια), η σημασία του αγροτικού προλεταριάτου λόγω της πραγματικής στρατιωτικής του δύναμης, του διασκορπισμού του, της αξίας του στην οικονομική ζωή της χώρας, είναι μηδαμινή, μια αντάρτικη εστία στην ύπαιθρο δεν μπορεί λοιπόν να έχει παρά δεύτερο ρόλο σχετικά με την πόλη, στο Μπουένος Αϊρες, όπου το βιομηχανικό προλεταριάτο είναι η πρωταρχική δύναμη” (σσ Ρεζί Ντεμπραί: “Ο καστρισμός, η μακριά πορεία της Λατινικής Αμερικής”, στα Δοκίμια πάνω στη Λατινική Αμερική, Μασπερό, Παρίσι, 1967, σελ. 73-74). Αλλά, ακόμα και όταν η επανάσταση δεν έχει κύριο στρατηγικό της άξονα την προλεταριακή πάλη μέσα στις πόλεις ακόμα και αν η κοινωνική σύνθεση του επαναστατικού στρατού είναι κατά πλειοψηφία αγροτική, ο επαναστατικός πόλεμος οφείλει να καθοδηγείται από την ιδεολογία της εργατικής τάξης. (σσ Πολιτικά Κείμενα: “Κούβα: μοναδική περίπτωση η πρωτοπόρος στον αγώνα κατά του ιμπεριαλισμού”, Τόμ. Α΄, σελ. 103, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1970). Αυτό δεν ήταν η περίπτωση της Κούβας (ως το 1959), αλλά, αντιθέτως στο Βιετνάμ, ένας πόλεμος αγροτικού τύπου, λόγω του βασικού δεσμού δραστηριότητος και της σύνθεσης του στρατού καθοδηγείτο από την ιδεολογία του προλεταριάτου. (σσ Τσέ, “Πρόλογος στον Γκιάπ”, Pensamiento Critico, αρθ. 33, σελ. 250). Φαίνεται λοιπόν ότι ο Τσέ θεωρεί την άποψη αυτή της κουβανέζικης επανάστασης μάλλον σαν εξαίρεση που δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας να επαναληφθεί αλλού.

                                                            Στο Βιετνάμ, την ιδεολογία αυτή εκπροσωπούσε ένα μαρξιστικό πρωτοπορειακό κόμμα, που διηύθυνε την πάλη του λαού για την εθνική και κοινωνική (σσ Τσέ, “Πρόλογος στον Γκιάπ”, PensamientoCritico, αριθ. 33, σελ. 250) του απελευθέρωση. Αυτά είναι τα γενικά χαρακτηριστικά των επαναστατικών πολέμων; Κατά το 1953, φαίνεται πώς ο Τσέ πάει να απαντήσει καταφατικά σ΄ αυτή την ερώτηση. Στην εισαγωγή του τόμου που τιτλοφορείται Το μαρξιστικό – λενινιστικό κόμμα, γράφει ρητά πώς ένα κόμμα τέτοιου τύπου, “πρωτοπορεία της εργατικής τάξης”, πρέπει να είναι ο αρχηγός της επαναστατικής πάλης – αν και υπογραμμίζει σε άλλο κείμενο της ίδιας εποχής. (Ο ανταρτοπόλεμος, μια μέθοδος) ότι το να είναι το κόμμα της πρωτοπορείας, αυτό δεν είναι “επίσημο δίπλωμα δοσμένο από το Πανεπιστήμιο” αλλά σημαίνει “να είναι μπροστά επί κεφαλής της εργατικής τάξης στην πάλη για την κατάληψη της εξουσίας”. (σσ Πολιτικά Κείμενα: Τομ. Α΄, σελ. 200 και Στρατιωτικά Κείμενα: “Η ιστορία δεν παραδέχεται λάθη”, σελ. 209, Εκδ. Καρανάση 1972). Εν πάσει περιπτώσει αυτά τα κατοπινά κείμενα δεν καθορίζουν την προβληματική αυτή και δεν δίνουν απάντηση στο αντικρουόμενο ερώτημα της σχέσης μεταξύ κόμματος και αντάρτικου. Φαίνεται ότι σήμερα πολλές λατινοαμερικάνικες επαναστατικές ομάδες κλίνουν προς μια στρατηγική βασισμένη συγχρόνως στη γκουεβαρική αντίληψη για το αντάρτικο και στα δεδομένα της λενινιστικής θεωρίας για το Κόμμα. Η βολιβιανή τραγωδία του 1967 κατέδειξε αφ΄ ενός το αδύνατον του να έχεις εμπιστοσύνη στα μεταρρυθμιστικά ΚΚ και την ανάγκη να συγκροτηθεί μια οργάνωση πρωτοπορειακή εγκατεστημένη στις πόλεις και στην ύπαιθρο, που να μπορεί να κατευθύνει την επαναστατική μάχη σε όλα τα μέτωπα.

                                                            Ο επαναστατικός πόλεμος που διεξάγεται με την πολιτική και με την ένοπλη πάλη, με το αντάρτικο και τη μαζική απεργία, οφείλει όχι μόνο να συντρίψει την αντίσταση του “άμεσου εχθρού” το αστικο-ολιγαρχικό κράτος, αλλά επίσης να είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει την ένοπλη επέμβαση του “κύριου εχθρού”, του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, εκμεταλλευτή και καταπιεστή των λαών όλου του κόσμου: η επανάσταση πρέπει να λογαριάζεται, σε τελευταία ανάλυση, σαν παρατεταμένος πόλεμος σε παγκόσμια κλίμακα.