RSS

Category Archives: Εργατικό κίνημα

Η "Λευκή Νύχτα" Των Αφεντικών Είναι Το "Μαύρο" Στις Ζωές Των Εργατών

Ανακοίνωση Συλλόγου Υπαλλήλων Βιβλίου-Χάρτου Αττικής

ΖΗΤΩ Η “ΛΕΥΚΗ ΝΥΧΤΑ” (;)ή αλλιώς πώς θα καταλήξουμε να ΜΗ λέμε:
ΖΗΤΩ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΜΑΣ ΤΟ ΧΑΛΙ!
Όλα τα είχαμε στον κόσμο των εμπορικών καταστημάτων, στον κόσμο των λουσάτων βιτρινών, που πίσω τους κρύβεται -πλέον όχι και τόσο επιμελώς- ένα από τα σύγχρονα εργασιακά κάτεργα όπου η εκμετάλλευση και η καταπίεση των εργαζομένων ολοένα και οξύνεται: απολύσεις, μισθοί πείνας, (αλλά και) απλήρωτη εργασία ακόμα και για πολλούς μήνες, ελαστικά ωράρια, απλήρωτες υπερωρίες, δουλειά ακόμα και τις Κυριακές, εργοδοτική τρομοκρατία, ατομικές συμβάσεις…
Έχουμε τώρα και μια νέα “φαεινή” ιδέα του Εμπορικού Συλλόγου Αθήνας και του Καμίνη:
Δουλειά μέχρι τις 11 το βράδυ στις 28 Δεκέμβρη 
(…και βλέπουμε και για πιο αργά ή και για πιο πολλές μέρες ή γιατί όχι και μόνιμα στη συνέχεια, άλλωστε πάντα θα υπάρχουν αφορμές για “φιέστες”).
Πρόκειται για μια ακόμα μεθόδευση προς όφελος της αγοράς, για τα κέρδη των ντόπιων και ξένων μεγαλεμπόρων, των αλυσίδων, των πολυεθνικών του εμπορίου και των αφεντικών.
Για μια ακόμη μεθόδευση που προστίθεται στο ποδοπάτημα των δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας των εργαζομένων. Κάτι που μόνο ως έκτακτο δεν μπορεί να ειδωθεί. Ίσα-ίσα, η 7ήμερη επί 24ώρου βάσεως (κακοπληρωμένης και επισφαλούς) εργασίας για όλους δεν ακούγεται πλέον ως σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Ήδη συνάδελφοί μας δούλευαν καθημερινά (και για 2 Κυριακές) επί 15 μέρες χωρίς ρεπό για 12 ώρες! Και αυτό αξίζει να το αναλογιστεί ο κάθε εργαζόμενος ή άνεργος, νεολαίος ή και μεγαλύτερος που ως “καταναλωτής” εισέρχεται στα καταστήματα κατά τις ώρες των ξεχειλωμένων ωραρίων μας ή και τις Κυριακές!
Στοχεύει στη δημιουργία ενός μοντέλου ανθρώπου-μηχανής, πιστού στο δόγμα “δούλευε-κατανάλωνε”. Κάτι που δεν είναι καινούργιο, αφού πάντοτε αυτό ήταν ο στόχος των “από πάνω”. Ωστόσο, τον καιρό της όξυνσης της φτώχειας και των στερήσεων, είναι τουλάχιστον προκλητικό όταν υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν την δυνατότητα να καλύψουν στοιχειωδώς τις βασικές τους ανάγκες με αποτέλεσμα να οδηγούνται ακόμα και στο θάνατο, στο όνομα του κέρδους και της αγοράς να συνεχίζεται η λεηλασία στις ζωές μας.
Όσο για τα ψέματά τους, ότι δήθεν με τέτοιου είδους μέτρα (όπως απελευθερωμένα ωράρια και δουλειά τις Κυριακές) θα αυξηθούν οι θέσεις εργασίας, σας διαβεβαιώνουμε ότι δουλεύουμε, οι ίδιοι, περισσότερο και απλήρωτοι από πάνω. Όσο για την περιβόητη ανάπτυξη, αυτή μπορεί και να έρθει, αλλά σίγουρα ως οδοστρωτήρας πάνω από τις ζωές όλων μας!
ΔΕ ΜΑΣ ΛΕΙΠΟΥΝ ΟΙ ΩΡΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΨΩΝΙΣΟΥΜΕ,
ΜΑΣ ΛΕΙΠΟΥΝ ΤΑ ΦΡΑΓΚΑ & ΟΙ ΩΡΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΖΗΣΟΥΜΕ
Με κάποια πράγματα της ζωής μας, ιδίως όταν όλα είναι ξεκάθαρα μπροστά μας, δε χωράνε ούτε αστεία, ούτε τα “δε βαριέσαι” και τα “σιγά μην αλλάξουμε εμείς τον κόσμο” (κι αυτό πρέπει να το έχουμε όλοι ξεκάθαρο και ως αντίληψη για τις ίδιες μας τις ζωές):
Η “ΛΕΥΚΗ ΝΥΧΤΑ” ΤΩΝ ΑΦΕΝΤΙΚΩΝ
ΕΙΝΑΙ ΤΟ “ΜΑΥΡΟ” ΣΤΙΣ ΖΩΕΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ
Είναι ανάγκη όλοι εμείς οι “από κάτω” αυτού του άδικου κόσμου να σκεφτόμαστε και να πράττουμε ως ακριβώς αυτό που είμαστε: ως εργαζόμενοι, ως άνθρωποι με δικαιώματα και αξιοπρέπεια, ως οι παραγωγοί του πλούτου που υπάρχει γύρω μας, που αν οργανωθούμε βασιζόμενοι στις δικές μας δυνάμεις και μέσα από τους συλλογικούς μας αγώνες και την ταξική αλληλεγγύη μπορούμε να φέρουμε τα πάνω-κάτω.
Και αν μας βλέπετε τώρα ως τους “θλιμμένους” στη “γιορτή”, εμείς απλώς σας μεταφέρουμε την πραγματικότητα που βιώνουμε και θέλουμε να σας διαβεβαιώσουμε ότι η γιορτή του αγώνα και της αξιοπρέπειας, η γιορτή για την επικράτηση των εργατικών συμφερόντων, θα είναι ένα συνεχές γλέντι για την τάξη μας, μια πραγματική ΦΙΕΣΤΑ με ίσως λιγότερα λαμπιόνια, αλλά για όλους (χμ… ίσως όχι και για τους δυνάστες του σήμερα) και με κάπως πιο αληθινά χαμόγελα και νοήματα!

Σύλλογος Υπαλλήλων Βιβλίου Χάρτου Αττικής
Advertisements
 

Ταξική Πτέρυγα: ΠΟΤΕ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ

Το επόμενο διάστημα η επίθεση ενάντια στον κόσμο της δουλειάς θα ενταθεί 

Στη βάση των δεσμεύσεων των μνημονίων επιχειρούν να περάσουν ένα σύνολο αντεργατικών- αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων σε όλες τις πλευρές της εργασίας, της ασφάλισης, του δημοσίου, της εκπαίδευσης και της υγείας. Πρόκειται για προσπάθεια να αναιρεθούν κατακτήσεις δεκαετιών για να επιβληθεί ένα καθεστώς υπερεκμετάλλευσης, εργοδοτικής ασυδοσίας, ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας για να ξεπεραστεί η καπιταλιστική κρίση. 

Η επίθεση στους εργαζόμενους του εμπορίου, να θεσμοθετήσουν το άνοιγμα των εμπορικών καταστημάτων τις Κυριακές είναι ολοκληρωτική για τις εργασιακές σχέσεις στο χώρο. Είναι άλλη μια (μεταρρύθμιση) προς όφελος της αγοράς, μια (διαρθρωτική αλλαγή) για τα κέρδη των μεγαλεμπόρων, των αλυσίδων των πολυεθνικών του εμπορίου και των αφεντικών. Άλλο ένα βάρβαρο μέτρο για τους εργαζόμενους. 

Ας είμαστε καθαροί:
το μέτρο του ανοίγματος των καταστημάτων 7 σήμερα, 15 αύριο, 52 Κυριακές τα επόμενα χρόνια, σημαίνει 7ήμερη δουλειά για πάνω από 500000 εργαζόμενους στο εμπόριο. Σημαίνει ξεζούμισμα και ζωή λάστιχο. 

Κανένας εργοδότης δεν θα προσλάβει ούτε έναν επιπλέον υπάλληλο για να ανοίγει τις Κυριακές, κανένα αφεντικό δεν θα δώσει αυξήσεις ή θα πληρώσει αυτά που πρέπουν για την δουλειά τις Κυριακές. Εδώ δεν πληρώνουν αυτά που οφείλουν ήδη, αφήνοντας απλήρωτους για μήνες εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους των 400, 500 , 600 ευρώ το μήνα. Ωφελημένοι από το μέτρο αυτό είναι οι μεγάλες αλυσίδες, οι πολυεθνικές, τα κάτεργα των μισθών πείνας. 

Αν περάσει, αύριο και μεθαύριο ολόκληρος ο ιδιωτικός τομέας θα δουλεύει Σαββατοκύριακο. Οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό και δημόσιο πρέπει να συστρατευθούν στον κοινό αγώνα με τους εμποροϋπάλληλους, να καταδικάσουν στην πράξη την κατάργηση της Κυριακής αργίας, ενάντια στην καταστολή, την πολιτική της τρομοκρατίας και των συλλήψεων αγωνιζόμενων εργαζομένων. 

ΠΟΤΕ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ 

Οι εργαζόμενοι πρέπει να δώσουν την μάχη για υπογραφή κλαδικής σύμβασης στο εμπόριο με αύξηση του κατώτερου μισθού και παράλληλη μείωση των ωρών εργασίας, για μόνιμη σταθερή δουλειά για όλους και ενιαίο υποχρεωτικό ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων. 

Ενάντια στον κυβερνητικό-εργοδοτικό συνδικαλισμό που αποδέχεται την καπιταλιστική οικονομία του κέρδους ως βασικό κριτήριο, αποδεχόμενοι έτσι στην τελική και όλες τις κυρίαρχες επιλογές των αφεντικών, της Κυβέρνησης και της ΕΕ. Που στην εποχή του κοινωνικού πολέμου που έχουν κηρύξει όλοι οι παραπάνω, αυτοί μιλούν ακόμα για «εργασιακή ειρήνη», αρνούμενοι στην πράξη για τη δημιουργία ενός πολιτικού εργατικού απεργιακού μετώπου αντίστασης κι ανατροπής. 

ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ 

Πανεργατικός-παλλαϊκός ξεσηκωμός για την ανατροπή της Κυβέρνησης και συνολικά της βάρβαρης πολιτικής του κεφαλαίου και της ΕΕ και ΔΝΤ που φορτώνει την κρίση στις πλάτες της εργαζόμενης πλειοψηφίας. Ν’ ανοίξει ο δρόμος για την ελληνική κοινωνία με 

• την υπογραφή συλλογικών συμβάσεων. 
• την κατάργηση όλων των αντιασφαλιστικών νόμων και πράξεων νομοθετικού περιεχομένου. 
• να σταματήσουμε το ξεπούλημα των δημόσιων αγαθών (υγεία, παιδεία, ενέργεια, νερό, καθαριότητα) και να επιστρέψει στο δημόσιο ό,τι ιδιωτικοποιήθηκε. 
• την εθνικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων με εργατικό-λαϊκό έλεγχο. 
• τη μονομερή καταγγελία των μνημονίων και των δανειακών συμβάσεων. 
• τη μονομερή διαγραφή του χρέους. 
• την αποδέσμευση από το ευρώ και την ΕΕ. 

ΤΑΞΙΚΗ ΠΤΕΡΥΓΑ 
ΓΙΑ ΕΝΑ ΤΑΞΙΚΟ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ 
 

Μια παρά λίγο φονική ενέργεια απεργοσπασίας στο Αίγιο: τραυματίστηκε απεργός στο εργοστάσιο Καλλιμάνη

Σοβαρά επεισόδια σημειώθηκαν χθες το πρωί στο εργοστάσιο “Καλλιμάνης” στο Αίγιο, του οποίου εργαζόμενοι απεργούν εδώ και αρκετές ημέρες, διεκδικώντας οφειλές από δεδουλευμένα (κατά άλλες πληροφορίες, διαμαρτύρονται για το ενδεχόμενο μείωσης μισθών), καθώς στέλεχος της εταιρείας φέρεται να τραυμάτισε με το αυτοκίνητό του την πρόεδρο των εργαζομένων στο εργοστάσιο.

Όπως αναφέρουν πληροφορίες του filodimos.gr, οι εργαζόμενοι αυτές τις μέρες της απεργίας, απαγορεύουν την είσοδο και έξοδο φορτηγών στο εργοστάσιο και σήμερα το πρωί, επίσης δεν επέτρεψαν σε φορτηγό με ψάρια να μπει στο χώρο. Κάτω από αδιευκρίνιστες, μέχρι στιγμής, συνθήκες και όπως καταγγέλλεται από εργαζομένους, στέλεχος της επιχείρησης προσπάθησε να εισέλθει με το αυτοκίνητό του περνώντας την πύλη και τραυμάτισε την πρόεδρο των εργαζομένων κα Παπαντωνοπούλου που βρισκόταν πίσω από τα κάγκελα και στη συνέχεια αποχώρησε με το ίδιο αυτοκίνητο. Ακολούθησε

πανδαιμόνιο, κλήθηκε το ΕΚΑΒ για να μεταφέρει την τραυματία στο Νοσοκομείο Αιγίου και λίγο αργότερα, το στέλεχος που φέρεται να χτύπησε την εργαζόμενη, παρουσιάστηκε οικειοθελώς στο Αστυνομικό Τμήμα μαζί με δικηγόρο. Εξάλλου, έχουν αλληλομηνυθεί συνολικά πέντε άτομα και η δικογραφία σχηματιζόταν μέχρι αργά χθες το απόγευμα, με κατηγορίες ένθεν και ένθεν για εξύβριση, φθορές κλπ.


Η τραυματίας βρίσκεται στο Νοσοκομείο Αιγίου χωρίς η κατάστασή της να εμπνέει ανησυχία αλλά νοσηλεύεται φρουρούμενη, καθώς όπως αναφέρουν πληροφορίες, έχει κατατεθεί εναντίον της από την εταιρεία μήνυση.

Για την υπόθεση διενεργείται προανάκριση από το Αστυνομικό Τμήμα Αιγίου και μέχρι στιγμής έχουν καταθέσει αρκετοί εργαζόμενοι που ήταν αυτόπτες μάρτυρες στο θλιβερό περιστατικό.
 

Σταυρώνουν τους εργαζόμενους…Νεκρός εργάτης στη ΛΑΡΚΟ

Το Εργατικό Κέντρο Φθιώτιδας εκφράζει την βαθύτατη θλίψη του αλλά και την οργή του για το νέο θανατηφόρο και εργατικό ατύχημα που έγινε σήμερα Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου, στις 11:00 το πρωί εν ώρα εργασίας στη ΛΑΡΚΟ και είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο ενός νέου εργαζόμενου 42 ετών και πατέρα  τριών  παιδιών.

Δυστυχώς για την οικογένεια των εργαζομένων ο θάνατος ξαναχτύπησε… και όχι με ευθύνη τους αλλά με ευθύνη των ανεύθυνο-υπεύθυνων Διοικούντων της ΛΑΡΚΟ και κατ΄ επέκταση των Κυβερνώντων, που στην κυριολεξία έχουν εγκαταλείψει τους εργαζόμενους στην τύχη τους, χωρίς κανένα έλεγχο των άθλιων συνθηκών εργασίας, με ανυπαρξία των ελάχιστων συνθηκών υγιεινής και ασφάλειας και μοναδική τους επιθυμία το ξεπούλημα της μεγάλης αυτής εταιρείας «άρον –άρον».

Το αν σταυρώνονται οι εργαζόμενοι λίγο τους ενδιαφέρει.

Καλούμε την Δικαιοσύνη να παρέμβει άμεσα για την πλήρη διαλεύκανση  των συνθηκών του ατυχήματος και την παραδειγματική τιμωρία των υπευθύνων. 

ergatis

 

Αποδομώντας το μύθο της ευθύνης των δημοσίων υπαλλήλων (Β’ μέρος)

Δείτε το Α’ μέρος εδώ


6.      Εργασιακές σχέσεις στον ελληνικό δημόσιο τομέα


Ο δημόσιος τομέας στην Ελλάδα χωρίζεται σε δύο μέρη: στο στενό και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Ο στενός δημόσιος τομέας – δηλαδή η γενική κυβέρνηση – περιλαμβάνει τα υπουργεία, τη δημόσια εκπαίδευση, το εθνικό σύστημα υγείας, τις τοπικές και περιφερειακές αυτοδιοικήσεις, τις ανεξάρτητες αρχές και τους δημόσιους οργανισμούς που τελούν υπό την εποπτεία υπουργείων. Ο ευρύτερος δημόσιος τομέας περιλαμβάνει τις Δημόσιες Επιχειρήσεις Κοινής Ωφέλειας (ΔΕΚΟ) όπως είναι οι επιχειρήσεις κρατικής ιδιοκτησίας: ΔΕΗ, ΟΣΕ, ΕΥΔΑΠ κ.ά. (Olsen, 1996: 58; Karakioulafis, 2008). 

Το κράτος αποτελεί το μεγαλύτερο εργοδότη καθώς απασχολεί περίπου το 1/5 του εργατικού δυναμικού (βλ. Διάγραμμα 1).

Διάγραμμα 1. Δημόσια Απασχόληση στην Ελλάδα ως % του Εργατικού Δυναμικού (2000, 2008)

Πηγή: OECD (2011c: 103). Επεξεργασία δική μας (Γ.Ζ., Γ. Οι.).

Σημειώσεις: Οι υπολογισμοί βασίζονται στα διαθέσιμα στοιχεία από 25 χώρες μέλη του OECD.
Μη διαθέσιμα ή ανεπαρκή στοιχεία για Αυστραλία, ΗΠΑ, Χιλή, Πορτογαλία, Αυστρία, Κορέα, Βέλγιο, Ουγγαρία, Σουηδία.

Υπάρχουν τρεις διαφορετικοί τύποι σχέσεων απασχόλησης. Ο πρώτος περιλαμβάνει τους
μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους. Ο δεύτερος αφορά στους εργαζόμενους με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ο τρίτος τύπος αναφέρεται στους εργαζόμενους υπό καθεστώς συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. (βλ. Olsen, 1996: 58).

Οι δημόσιοι υπάλληλοι οργανώνονται στην Ανώτατη Διοίκηση Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων (ΑΔΕΔΥ) η οποία αποτελείται από 45 ομοσπονδίες (στις οποίες αντιστοιχούν 1260 πρωτοβάθμιες ενώσεις) και από 51 νομαρχιακά τμήματα (Παλαιολόγος, 2006: 134-135; ΑΔΕΔΥ). Οι υπόλοιποι εργαζόμενοι – υπό καθεστώς συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου – οργανώνονται στη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ) στην οποία εντάσσονται, επίσης, και οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα. Έτσι, στα συνδικάτα του ιδιωτικού τομέα συμπεριλαμβάνονται και τα συνδικάτα των ΔΕΚΟ που μαζί με αυτά των τραπεζών (ΟΤΟΕ) παραδοσιακά εμφανίζουν ιδιαίτερα υψηλή συνδικαλιστική πυκνότητα αποτελώντας τον ισχυρό πυλώνα της ΓΣΕΕ. Πρέπει να σημειωθεί πως τα συνδικάτα του δημόσιου τομέα αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος (Zambarloukou, 2010: 238). Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία για το έτος 2008, η συμμετοχή στα συνδικάτα (συνδικαλιστική πυκνότητα) των δημοσίων υπαλλήλων υπολογίζεται σε 60% (περίπου 235.000 εργαζόμενοι) ενώ στα συνδικάτα του ιδιωτικού τομέα 18% (περίπου 465.000 εργαζόμενοι) (βλ. Visser, 2011; OECD, 2011c: 103; OCED online database).


Παρά το γεγονός ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν το δικαίωμα να οργανώνονται σε συνδικάτα και να απεργούν, μέχρι το 1999 η ΑΔΕΔΥ ή οι άλλες ομοσπονδίες και τα συνδικάτα των δημοσίων υπαλλήλων δεν είχαν το δικαίωμα συμμετοχής σε συλλογικές διαπραγματεύσεις καθώς και της σύναψης συλλογικών συμβάσεων (Ioannou, 1996: 511). Η κυβέρνηση καθόριζε μονομερώς το ύψος των μισθών και τους όρους απασχόλησης των δημοσίων υπαλλήλων σύμφωνα με την οικονομική της πολιτική. Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση και στην ΑΔΕΔΥ είχαν μόνο ανεπίσημο χαρακτήρα (Olsen, 1996: 59, 61). Με το νόμο 2738/1999 θεσμοθετήθηκε η δυνατότητα συμμετοχής των δημοσίων υπαλλήλων σε συλλογικές διαπραγματεύσεις. Αντικείμενο των συλλογικών διαπραγματεύσεων που αφορούν στους δημοσίους υπαλλήλους είναι μόνο οι συνθήκες εργασίες και όχι οι μισθοί οι οποίοι καθορίζονται με νομοθετικές ρυθμίσεις (Karakioulafis, 2008).  

Οι εργαζόμενοι στις ΔΕΚΟ – που απασχολούνται υπό καθεστώς συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου – καλύπτονται από συλλογικές διαπραγματεύσεις και συμβάσεις και έχουν το δικαίωμα προσφυγής στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) (Olsen, 1996: 60), όπως ισχύει και για τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα. Στις διαπραγματεύσεις από τις οποίες προκύπτουν οι συλλογικές συμβάσεις συμμετέχουν οι ηγεσίες των ομοσπονδιών τους (ή των πρωτοβάθμιων συνδικάτων) και οι εκπρόσωποι των διοικήσεων των ΔΕΚΟ.   

7.      Η κρίση δημοσίου χρέους στην Ελλάδα και ο χαρακτήρας της κρατικής παρέμβασης

Η κρίση χρέους στην Ελλάδα, δεν αποτελεί παρά έκφραση της καπιταλιστικής κρίσης (και της κρίσης της Ευρωζώνης) που έχει ξεσπάσει σε παγκόσμιο επίπεδο από το 2008, δείχνοντας παράλληλα και τα όρια του νεοφιλελεύθερου μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης. Σύμφωνα με την έκθεση του ΔΝΤ την περίοδο 2001-2009 «ο υπερβολικός δανεισμός από τις διεθνείς αγορές ομολόγων οδήγησε στην αύξηση του χρέους της γενικής κυβέρνησης από 100 σε 130% του ΑΕΠ» (IMF, 2012: 4). Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις, το 2011 το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε 165% του ΑΕΠ, ενώ το 2010 ανήλθε περίπου σε 145% του ΑΕΠ (Τράπεζα της Ελλάδος, 2012: 120). Το ελληνικό ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης είναι υψηλότερο συγκριτικά με της χώρες της ευρωζώνης και την ΕΕ των 27 χωρών (Eurostat).

Στην εισηγητική έκθεση του προϋπολογισμού για το έτος 2011 επισημαίνεται πως έπειτα από την ενσωμάτωση των ΔΕΚΟ στις δαπάνες γενικής κυβέρνησης,  το αναθεωρημένο έλλειμμα της ελληνικής οικονομίας για το έτος 2009 ανήλθε σε 15,4% του ΑΕΠ. Ο στόχος των κυβερνήσεων είναι το έλλειμμα να ανέλθει το 2014 σε 3% του ΑΕΠ μέσω της εφαρμογής των δημοσιονομικών στόχων που έθεσε το πρώτο μνημόνιο (Υπουργείο Οικονομικών, 2011: 25, 27, 29). Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί πως η αύξηση του ελλείμματος το 2009 ως ποσοστό του ΑΕΠ, οφείλεται λιγότερο στην αναταξινόμηση των δημόσιων επιχειρήσεων και την εγγραφή πολλών από αυτές στις δαπάνες γενικής κυβέρνησης, και περισσότερο στην ύφεση, δηλαδή, στη μείωση του ΑΕΠ (Λαπατσιώρας & Σωτηρόπουλος, 2011: 111-112). 

Τα τρία Μνημόνια, που ακολούθησαν την προσφυγή της Ελλάδας στο μηχανισμό στήριξης της τρόικας (ΔΝΤ- Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) το 2010, επιβάλλουν τη μείωση του ελλείμματος μέσω της μείωσης των δημοσίων δαπανών και της μείωσης/συρρίκνωσης του ίδιου του δημόσιου τομέα.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, πέραν της μείωσης των δημοσίων δαπανών, αλλά σε συμφωνία με αυτήν, η προσπάθεια για την αναδιάρθρωση του Ελληνικού δημόσιου τομέα έλαβε χώρα και πριν ή ανεξάρτητα από την επιβολή των Μνημονίων. Για παράδειγμα, ο νόμος 2889/2001για την αναμόρφωση του εθνικού συστήματος υγείας και οι νόμοι 4009/2011 και 4076/2012 για την αναμόρφωση της δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αντανακλούν την υιοθέτηση των νέων μορφών διοίκησης στον ελληνικό δημόσιο τομέα (ήτοι αφενός επιχειρηματικά/αγοραία κριτήρια λειτουργίας και αφετέρου υιοθέτηση νέων μορφών διοίκησης). Σύμφωνα με την Μαρκαντωνάτου, (2011: 72), οι  νέες αρχές δημόσιας διοίκηση που υιοθετούνται «‘διατρέχουν’ τα Μνημόνια Ι έως ΙΙΙ (…) και τείνουν να λειτουργήσουν ως το θεωρητικό υπόβαθρο» των προωθούμενων μεταρρυθμίσεων (βλ. κράτος ως «μιμητής των πρακτικών των εργασιακών σχέσεων του ιδιωτικού τομέα). Δεδομένου, ωστόσο, ότι η κυβέρνηση ενεργεί όχι μόνο ως «μιμητής» των πρακτικών του ιδιωτικού τομέα αλλά και ως «πρότυπος εργοδότης», οι μεταρρυθμίσεις που αφορούν στη δημόσια απασχόληση και τις αμοιβές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα αποτελούν ταυτόχρονα και προϋπόθεση για την επιβολή των νεοφιλελεύθερων μέτρων στις εργασιακές σχέσεις του ιδιωτικού τομέα (Κουζής, 2010a:16; 2010b:2092011: 7-8).

Στην ανάλυση που ακολουθεί, εστιάζουμε στις αλλαγές που επηρεάζουν άμεσα τις εργασιακές σχέσεις στο δημόσιο τομέα μέσω της αναμόρφωσης των όρων και συνθηκών της δημόσιας απασχόλησης.

      8.      Οι παρεμβάσεις στη δημόσια απασχόληση και τις αμοιβές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα μετά τα Μνημόνια

Η δημοσιονομική προσαρμογή αποτελεί τον βασικό στόχο των προγραμμάτων προσαρμογής που έχουν επιβληθεί από την τρόικα. Τα Μνημόνια και οι νόμοι που τα ακολούθησαν έχουν ενσωματώσει αυτό το στόχο.

Οι βασικές παρεμβάσεις στο δημόσιο τομέα όσον αφορά στη δημόσια απασχόληση και τις αμοιβές είναι οι ακόλουθες:
·         Η δέσμευση σχετικά με τις ιδιωτικοποιήσεις των ΔΕΚΟ (Νόμος 3986/2011, Νόμος 4046/2012). Αυτή η εξέλιξη αναμένεται ότι θα επηρεάσει καθοριστικά τη δύναμη των συνδικάτων στις δημόσιες επιχειρήσεις.
·         Η υιοθέτηση του μέτρου «1 πρόσληψη ανά 5 συνταξιοδότησης» μέχρι το 2015 (Νόμος 3833/2010, Νόμος 3845/2010, Νόμος 3899/2010, Νόμος 4024/2011, Νόμος 4046/2012 και ο πρόσφατος Νόμος 4093/2012 δηλαδή το 3ο Μνημόνιο). Επιπροσθέτως, νομοθετήθηκε η μείωση κατά 20% για τα έτη 2013 και 2014 και κατά 10% για τα έτη 2015 και 2016  (50% για το έτος 2011) των προσλήψεων στο δημόσιο τομέα εργαζομένων υπό καθεστώς συμβάσεων ορισμένου χρόνου και σύμβασης ανάθεσης έργου (Νόμος 3899/2010, Νόμος 3986/2011, Νόμος 4093/2012). Οι προσλήψεις σε ΟΤΑ και ΝΠΙΔ μόνιμου προσωπικού ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ΥΕ και ΔΕ, έχουν ανασταλεί μέχρι το 2016 (Νόμος 4093/2012). Οι παραπάνω ρυθμίσεις σε συνδυασμό με την εργασιακή εφεδρεία αναμένεται να οδηγήσουν σε δραστική μείωση της δημόσιας απασχόλησης.
·         Η εισαγωγή της εργασιακής εφεδρείας (Νόμος 3986/2011). Το εν λόγω μέτρο ισοδυναμεί με αναγγελία απολύσεων (Νόμος 4024/2011, Νόμος 4093/2010), στοχεύοντας στη μείωση της συνολικής απασχόλησης στο δημόσιο τομέα κατά 150.000 εργαζόμενους μέχρι το 2015 (Νόμος 4046/2012). Επιπλέον, καταργούνται οι οργανικές θέσεις εργαζομένων που τελούν υπό καθεστώς προ-συνταξιοδοτικής διαθεσιμότητας (Νόμος 4024/2011) και εργαζομένων που μετατάσσονται (Νόμος 4093/2012).  Το ίδιο ισχύει και για όσους μετατάσσονται σε άλλες υπηρεσίες σε καθεστώς εφεδρείας (Νόμος 4093/2012). Η κατάργηση της μονιμότητας για τους εργαζόμενους στις ΔΕΚΟ (Νόμος 4046/2012) αποτελεί επίσης αναγγελία μελλοντικών απολύσεων και περεταίρω συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα.
·         Η αύξηση των ορίων ηλικία συνταξιοδότησης για το δημόσιο τομέα (Νόμος 3863/2010), οδήγησε πολλούς δημοσίους υπαλλήλους στην εθελούσια έξοδο. Το 3ο Μνημόνιο αύξησε το γενικό όριο συνταξιοδότησης στο 67ο έτος (Νόμος 4093/2012). 
·         Η μείωση όλων των τύπων των αμοιβών (επιδομάτων κλπ) των δημοσίων υπαλλήλων και των στρατιωτικών κατά 8% και η μείωση των πάσης φύσεως αμοιβών των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ, στους συνεταιρισμούς κλπ. κατά 3% (Νόμος 3845/2010).
·         Η μείωση των αμοιβών των δημοσίων υπαλλήλων μέσω της εισαγωγής του ενιαίου μισθολογίου (Νόμος 4024/2011) η οποία και επεκτάθηκε στους εργαζόμενους των ΔΕΚΟ (Νόμος 4093/2012). 
·          Η μείωση των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και άδειας για τους δημοσίους υπαλλήλους με το Νόμο 3845/2010 ακολούθησε η πλήρης κατάργησή τους με το 3ο Μνημόνιο (Νόμος 4093/2012). Παράλληλα, υπάρχει η δέσμευση για περεταίρω μείωση του εργατικού κόστους στον δημόσιο τομέα, εφόσον αυτό κριθεί απαραίτητο (Νόμος 4046/2012). Η μισθολογική δαπάνη για τις ΔΕΚΟ μειώθηκε στο διάστημα 2009-2010 κατά 15%.
·         Το πάγωμα των μισθών για τα έτη 2010-2011 (Νόμος 3871/2010, Νόμος 3899/2010).
·         Η ενθάρρυνση της διεύρυνσης της χρήσης της μερικής απασχόλησης τόσο στον ιδιωτικό (Νόμος 3846/2010; Νόμος 3899/2010) όσο και στο δημόσιο τομέα (Νόμος 3986/2011). 
·         Η αύξηση του εργάσιμου χρόνου για τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα από 37,5 σε 40 ώρες εβδομαδιαίως (Νόμος 3979/2011).
·         Η ακύρωση των όρων των συλλογικών συμβάσεων ή των διαιτητικών αποφάσεων που προέβλεπαν μισθολογικές αυξήσεις για τους εργαζόμενους των ΔΕΚΟ (Νόμος 3833/2010 Νόμος 3871/2010; Νόμος 3899/2010). Αναιρείται επομένως ο δεσμευτικός χαρακτήρας των συλλογικών συμβάσεων ή διαιτητικών αποφάσεων.

9.      Κριτικές παρατηρήσεις για τις επιβαλλόμενες μεταρρυθμίσεις

9.1. Φορολογικά έσοδα και δαπάνες

Οι μεταρρυθμίσεις που επιβλήθηκαν από το ελληνικό κράτος και την τρόικα, βασίζονται στην υποτιθέμενη διόγκωση του ελληνικού δημόσιου τομέα, το μέγεθος του οποίου εκφράζεται μέσω των δημοσίων δαπανών. Οι δημόσιες δαπάνες θεωρούνται ως η βασική αιτία για το δημόσιο έλλειμμα και χρέος.

Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη ως δείκτη του μεγέθους του κράτους τις δημόσιες δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ, παρατηρούμε από το Διάγραμμα 2 πως την περίοδο 2000-2011, το μέγεθος του δημόσιου τομέα στην Ελλάδα ακολουθεί το μέσο μέγεθος του δημόσιου τομέα των 27 χωρών της ΕΕ. Η απότομη αύξηση του συνόλου των δαπανών γενικής κυβέρνησης το 2009 ως ποσοστό του ΑΕΠ, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ήταν αποτέλεσμα της μείωσης του ΑΕΠ λόγω της ύφεσης και της καταγραφής των δημοσίων επιχειρήσεων στη γενική κυβέρνηση, σύμφωνα με την αναθεώρηση των στοιχείων από τη Eurostat σχετικά με το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης.[8]

Διάγραμμα 2. Συνολικές Δαπάνες Γενικής Κυβέρνησης, 2000 -2011 ως ποσοστό του ΑΕΠ
Πηγή: Eurostat

Επιπλέον, όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 1, τόσο η απασχόληση στη γενική κυβέρνηση όσο και η συνολική δημόσια απασχόληση στην Ελλάδα ως ποσοστό του εργατικού δυναμικού ήταν μικρότερη από τον αντίστοιχο μέσο όρο των 25 χωρών του OECD το 2000. Το 2008, η συνολική απασχόληση στο δημόσιο τομέα είναι ελάχιστα υψηλότερη στην Ελλάδα σε σχέση με τον αντίστοιχο μέσο όρο των 25 χωρών του OECD.

Όπως γίνεται φανερό από Διάγραμμα 3, το πραγματικό πρόβλημα του δημόσιου ελλείμματος εντοπίζεται στα δημόσια έσοδα. Τα συνολικά έσοδα της γενικής κυβέρνησης στην Ελλάδα για το διάστημα 2000-2011 είναι κατά πολύ χαμηλότερα από τον αντίστοιχο μέσο όρο των 27 χωρών της ΕΕ (βλ. αναλυτικότερα Λαπατσιώρας κ.ά, 2011: 138-141).

Διάγραμμα 3. Συνολικά Έσοδα Γενικής Κυβέρνησης, 2000 -2011 ως ποσοστό του ΑΕΠ
Πηγή: Eurostat

      9.2. Φόροι επί της εργασίας και του κεφαλαίου στην Ελλάδα και την ΕΕ-27

Στο Διάγραμμα 4 μπορούμε να δούμε ότι η φορολογία επί του κεφαλαίου ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώνεται μέσα στη δεκαετία του 2000 και εξακολουθεί να μειώνεται τη διετία 2009-2010 παρά την κρίση χρέους, παραμένοντας ελάχιστα υψηλότερη από τον αντίστοιχο μέσο όρο των 27 χωρών της ΕΕ. Αντίθετα, η φορολογία επί της εργασίας ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει αυξηθεί στη διάρκεια της δεκαετίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι καίτοι η φορολογία επί της εργασίας είναι σημαντικά χαμηλότερη από την αντίστοιχη των 27 χωρών της ΕΕ, η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας έχει αυξηθεί σημαντικά αν λάβουμε υπόψη μας ότι οι έμμεσοι φόροι αποτελούν ένα σημαντικό και αυξανόμενο τμήμα της συνολικής φορολογίας. Στο Διάγραμμα 5 μπορούμε να δούμε ότι στην Ελλάδα οι έμμεσοι φόροι ως ποσοστό της συνολικής φορολογίας είναι αρκετά υψηλότεροι συγκριτικά με τις χώρες της ευρωζώνης και της 27 χώρες της ΕΕ.[9]

Διάγραμμα 4. Φορολογία επί της Εργασία και του Κεφαλαίου ως % της συνολική φορολογίας στην Ελλάδα και την ΕΕ-27, 2000-2010
Πηγή: Eurostat (2012b: 225, 235)
Σημείωση: Για ορισμούς των φόρων εργασίας και κεφαλαίου βλέπε Eurostat (2012c: 18-21).
           
Διάγραμμα 5. Έμμεσοι φόροι ως % της συνολικής φορολογίας, 2000-2010
Πηγή: Eurostat (2012b: 187)

      9.3. Φόροι εισοδήματος στην Ελλάδα

Με τη βοήθεια του πίνακα 1 μπορούμε να έχουμε μια σαφέστερη εικόνα της φορολογίας εισοδήματος στην Ελλάδα. Από τον Πίνακα 1 γίνεται σαφές πως οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι επιβαρύνονται με το μεγαλύτερο μέρος της φορολογίας επί του εισοδήματος. Από το οικονομικό έτος 2006 μέχρι το οικονομικό έτος 2010 η φορολογική επιβάρυνση (επί του εισοδήματος) αυξήθηκε για μισθωτούς και συνταξιούχους κατά 7,28%, όταν η φορολογική επιβάρυνση των εισοδημάτων των λοιπών φυσικών προσώπων (ατομικών επιχειρήσεων, ελευθέρων επαγγελματιών κ.λπ.) αυξήθηκε κατά 1,79 %, ενώ των εισοδημάτων (κερδών) των επιχειρήσεων μειώθηκε κατά 9,07%.

Πίνακας 1. Φόροι εισοδήματος Νομικών και Φυσικών Προσώπων ως % της συνολικής φορολογίας εισοδήματος (οικονομικά έτη 2006-2010).
Οικονομικό έτος
Φόροι Νομικών Προσώπων*
Φόροι Φυσικών Προσώπων
Σύνολο
Μισθωτοί /συνταξιούχοι
Λοιποί Φορολογούμενοι**

2006
37,74
48,26
14,00
100
2007
36,33
50,09
13,58
100
2008
35,01
47,95
17,05
100
2009
30,79
52,59
16,62
100
2010
28,67
55,54
15,79
100

Πηγή: Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων (2007: 4; 2008: 2; 2009: 4; 2010: 4; 2011: 4)
* Αναφέρονται στους φόρους επί των εισοδημάτων (κερδών) των ΑΕ, ΕΠΕ, ΟΕ, ΕΕ και Κοινοπραξιών (Βασαρδάνη, 2011: 18.)
** Περιλαμβάνουν φόρους επί των εισοδημάτων μη μισθωτών/μη συνταξιούχων: ιδιοκτήτες ατομικών επιχειρήσεων, ελεύθεροι επαγγελματίες, γεωργοί/ κτηνοτρόφοι, έμποροι/βιομήχανοι/επιτηδευματίες, εισοδηματίες.
Σημείωση: Για ορισμούς επί των διαφόρων κατηγοριών φόρου εισοδήματος βλ. Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων 2011.

            Θα πρέπει να σημειώσουμε πως o συντελεστής φορολόγησης των επιχειρήσεων (επί των αδιανέμητων κερδών) μειώθηκε από 40% το 1994 (Νόμος 2238/1994), σε 35% τα 2004 (Νόμος 3296/2004) και 22% το 2012 (Νόμος 3842/2010), με την προοπτική μείωσης στο επίπεδο του 20% έως το 2014.   

9.4. Η φοροδιαφυγή ως ταξική συμμαχία της αστικής τάξης και των μεσαίων κοινωνικών τάξεων

Το πρόβλημα των χαμηλών φορολογικών εσόδων και η σχετιζόμενη με αυτό φοροδιαφυγή συχνά παρουσιάζεται ως «εθνικό πρόβλημα», που τελικώς «φορτώνεται» στους μισθωτούς που υπόκεινται τα τελευταία χρόνια αβάσταχτη φορολογική επιβάρυνση. 

            Δύο σημαντικές επιπτώσεις της φοροδιαφυγής[10] είναι α) ο περιορισμός της αναδιανεμητικής λειτουργίας της προοδευτικής φορολογίας σε βάρος κυρίως των μισθωτών και των συνταξιούχων και β) η αύξηση των δανειακών αναγκών του κράτους σαν αποτέλεσμα της διαφυγής εσόδων που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν κρατικές δαπάνες (Βασαρδάνη, 2011: 15, βλ. σχετικά και Λαπατσιώρας κ.ά., 2011: 136-137). 

            Σημαντικές ενδείξεις φοροδιαφυγής των επιχειρήσεων παρουσιάζονται από τη Βασαρδάνη (2011: 20-21):  «Όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα, από τις 221.363 επιχειρήσεις που υπέβαλαν φορολογική δήλωση το 2009, οι 97.037 (ή το 44%) δήλωσαν μηδενικά κέρδη, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία (209.311 επιχειρήσεις ή το 95%) δήλωσε φορολογητέα κέρδη κάτω από 120.000 ευρώ. Τα συνολικά δηλωθέντα κέρδη το οικονομικό έτος 2009, τα οποία ανήλθαν σε 16,7 δισεκ. ευρώ, ήταν κατά 14% μειωμένα σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, γεγονός που οδήγησε και σε χαμηλότερη συμμετοχή στην κατανομή των φορολογικών βαρών. Ο μέσος όρος των φορολογητέων κερδών ανήλθε στα 75.485 ευρώ για κάθε επιχείρηση, ενώ το προηγούμενο έτος ο μέσος όρος των φορολογητέων κερδών είχε φθάσει τα 90.895 ευρώ. Αξίζει να σημειωθεί πως, μολονότι τα κέρδη των ελληνικών επιχειρήσεων παρουσίασαν καθοδική τάση κατά την περίοδο 2006 έως και 2009, παρέμειναν σημαντικά υψηλότερα ως ποσοστό του ΑΕΠ σε σύγκριση με άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ, όπως η Αυστρία, το Βέλγιο, η Γερμανία, η Γαλλία και η Ολλανδία».

            Αντίθετα, όπως υποστηρίζουν οι (Matsaganis & Flevotomou (2010: 19-20), η φοροδιαφυγή εισοδημάτων (όπως αυτή αντανακλάται στα δηλωθέντα εισοδήματα) από την πλευρά των μισθωτών[11] ήταν σχεδόν ανύπαρκτη για την περίοδο 2004-2005, καθώς δήλωναν κατά 0,6% μικρότερα εισοδήματα σε σχέση με τα πραγματικά, ενώ στην περίπτωση των συνταξιούχων είναι μηδενική. Σύμφωνα με τους ίδιους, τα δηλωθέντα γεωργικά εισοδήματα και τα προερχόμενα από αυτοαπασχόληση ήταν μικρότερα σε σχέση με τα πραγματικά εισοδήματα κατά 52,9% και 24,4% αντίστοιχα. Η συνολική εισοδηματική φοροδιαφυγή την περίοδο 2004-2005 άγγιξε περίπου το 10%, ποσοστό που αντιστοιχεί σε μειωμένα φορολογικά έσοδα κατά  26,1%. 

            Μια πιο πρόσφατη έρευνα έδειξε πως η φοροδιαφυγή των εισοδημάτων που προέρχεται από αυτοαπασχόληση ήταν το έτος 2009 28 δισ. ευρώ, αντιστοιχώντας στο 31% του ελλείμματος. Στην ίδια έρευνα αναφέρεται πως οι τράπεζες δάνειζαν τους αυτοαπασχολούμενους όχι βάσει του δηλωθέντος εισοδήματος τους αλλά με βάση το πραγματικό εισόδημα που εκτιμούσαν ότι διαθέτουν (Artavanis et al, 2012: 29-30). Το τελευταίο εύρημα αποκαλύπτει και την πρόθεση της αστικής τάξης να διατηρήσει τις συμμαχίες της με τα μικροαστικά στρώματα σε βάρος των δυνάμεων της εργασίας. 

            Ενδεικτικό της λανθάνουσας φοροδιαφυγής που χαρακτηρίζει τα μικροαστικά στρώματα είναι και το γεγονός ότι το 2009 το 83% των μη μισθωτών/ μη συνταξιούχων φυσικών προσώπων (ιδιοκτήτες ατομικών επιχειρήσεων, ελεύθεροι επαγγελματίες, γεωργοί κλπ.) δήλωσε εισόδημα κάτω από το αφορολόγητο όριο των 10.500 ευρώ ενώ το 47% δήλωσε μηδενικό εισόδημα. Αντίθετα, μόνο το 53% των μισθωτών/ συνταξιούχων δήλωσε εισόδημα κάτω από το αφορολόγητο όριο των 10.000 ευρώ και μόνο το 0,2% μηδενικό εισόδημα (Βασαρδάνη, 2011: 20).

                        Το πρόβλημα της φοροδιαφυγής επιδεινώνεται, επίσης, από την αδήλωτη εργασία – και την απόκρυψη φορολογητέων εισοδημάτων που αυτή συνεπάγεται –  η οποία ήταν το 2010 ήταν 25% (Βασαρδάνη, 2011: 17) και η οποία αναπτύσσεται στο έδαφος της εργοδοτικής τρομοκρατίας μικρών και μεγάλων εργοδοτών.

            Ταυτόχρονα , η έμμεση φορολογία φαίνεται πως αποτελεί όχι μόνο ισχυρό φορολογικό επιβαρυντικό παράγοντα των μισθωτών/συνταξιούχων –λόγω του αντίστροφα προοδευτικού χαρακτήρα της – αλλά και παράγοντα υστέρησης των εσόδων όπως φαίνεται από των Πίνακα 2, καθώς συνδέεται με σοβαρότατες αποκλίσεις μεταξύ βεβαιωθέντων και εισπραχθέντων φορολογικών εσόδων (ΦΠΑ).

Πίνακας 2. Βεβαιωθείς – Εισπραχθείς ΦΠΑ οικονομικών ετών 2006-2010.
Οικονομικό Έτος
Βεβαιωθείς ΦΠΑ σε δισ. ευρώ
Εισπραχθείς ΦΠΑ σε δισ. ευρώ
Εισπραχθείς ΦΠΑ ως % του βεβαιωθέντος ΦΠΑ
2006
3.269.256.716,18
251.874.916,44
7,70%
2007
3.846.473.371,79
269.670.734,21
7,01%
2008
4.364.100.937,12
319.477.113,93
7,32%
2009
8.146.596.306,20
617.298.530,40
7,58%
2010
5.410.163.687,35
244.428.847,85
4,52%
M.O    
5.007.318.203,73
340.550.028,57
6,83%

Πηγή: Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων (2007: 177-187; 2008: 177-187; 2009: 177-187; 2010: 177-187; 2011: 186-196)
*ΦΠΑ = ΦΠΑ που βεβαιώνεται για πρώτη φορά + ΦΠΑ παρελθόντων ετών + περαίωση ΦΠΑ παρελθόντων ετών + Περαίωση ΦΠΑ εξαετίας + Πρόστιμα
           
           
             Ενώ μισθωτοί/συνταξιούχοι – από τους οποίους κατά βάση προέρχονται τα έσοδα από την έμμεση φορολογία – επιβαρύνθηκαν την πενταετία 2006-2010 με κατά μέσο όρο 5 δισ. ευρώ, από αυτά μόνο το 6,83% (περίπου 340 εκατ. ευρώ) εισπράχθηκε και εντάχθηκε στα έσοδα.

            Έτσι δεν είναι μόνο το «μεγάλο κεφάλαιο» που φοροδιέφευγε αλλά ένας ευρύτερος κοινωνικός συνασπισμός που συμπεριελάμβανε τους αυτοαπασχολούμενους (παραδοσιακή μικροαστική τάξη) και τους μικρούς εργοδότες (μεσαία αστική τάξη). Επρόκειτο για ανοικτή συμμαχία της αστικής τάξης, μέσω του κράτους, με τις μη-μισθωτές κοινωνικές τάξεις σε βάρος των μισθωτών κοινωνικών τάξεων.

            Εντούτοις, η προλεταριοποίηση σε συνθήκες ύφεσης (βλ. και στη συνέχεια) τμημάτων της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης (αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό )  και της μεσαίας αστικής τάξης των μικρών εργοδοτών, όπως αυτή εκφράζεται στη μείωση της απασχόλησης των αυτοαπασχολουμένων χωρίς προσωπικό και των αυτοαπασχολουμένων με προσωπικό, αντίστοιχα,  διακυβεύουν στη συγκυρία την ταξική αυτή συμμαχία (βλ. Διάγραμμα 6).

Διάγραμμα 6: Μεταβολή της απασχόλησης των μεσαίων τάξεων, 2008-2012

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ



9.5.Ύφεση και φορολογικά έσοδα

Διάγραμμα 7. Ρυθμός αύξησης του Πραγματικού ΑΕΠ σε Ελλάδα και EΕ-27, 2000-2011

Πηγή: Eurostat


            H αυξανόμενη ανεργία, από 12,6% το 2010 σε 19,7% το 2012 (AMECO), και η σχετιζόμενη με αυτήν την αύξηση βαθιά ύφεση της ελληνικής οικονομίας (η χειρότερη συγκριτικά με την Ευρώπη των 27 χωρών όπου εμφανίζονται τάσεις ανάκαμψης) την περίοδο 2009-2011, (βλ. Διάγραμμα 7), μειώνουν σοβαρά το ενδεχόμενο αύξησης των εσόδων της γενικής κυβέρνησης[12].

            Η μείωση των μισθών στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα (με βάση του νόμους που ακολούθησαν τα Μνημόνια), η βαριά φορολογική επιβάρυνση της εργασίας και η αυξανόμενη ανεργία, δεν επιτρέπουν μέσω της μεγαλύτερης πίεσης επί των δυνάμεων της εργασίας τη σημαντική αύξηση των δημοσίων εσόδων. Η διαδικασία των αποκρατικοποιήσεων και οι προγραμματισμένη μείωση της δημόσιας απασχόλησης θα επιβαρύνουν περεταίρω τη θέση της εργαζόμενων τάξεων στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα.  

            Η πολιτική που επιβλήθηκε από τα Μνημόνια, η οποία στόχευε στη μείωση των δημοσίων δαπανών, επιδεινώνει την οικονομική ύφεση επιδεινώνοντας περεταίρω το πρόβλημα των χαμηλών δημοσίων εσόδων.

      10.  Συμπεράσματα

Οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στον ελληνικό δημόσιο τομέα έχουν άμεσο αντίκτυπο στη δημόσια απασχόληση και στις αμοιβές στο δημόσιο τομέα. Έχουν επιβληθεί στη συγκυρία της κρίσης δημοσίου χρέους από το ελληνικό κράτος και την τρόικα μέσω των τριών Μνημονίων, υπό το επιχείρημα του υποτιθέμενου διογκωμένου μεγέθους του δημόσιου τομέα. Με βάση την κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη τάση περιορισμού των δημοσίων δαπανών, το ύψος τους θεωρείται ως η βασική αιτία που τροφοδοτεί το δημόσιο έλλειμμα και χρέος. Ειδικότερα, η μεταρρύθμιση της απασχόλησης στο δημόσιο τομέα – η οποία είναι ακόμα σε εξέλιξη – και η συνεπαγόμενη δραστική μείωση της δημόσιας απασχόλησης, επιδρά αρνητικά στα συνδικάτα του δημόσιου τομέα τα οποία αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα.

Ωστόσο, θεωρώντας ως δείκτη μέτρησης του μεγέθους του δημόσιου τομέα το ύψος των δημοσίων δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ, προκύπτει πως την περίοδο 2000-2011 το μέγεθος του ελληνικού δημόσιου τομέα ακολούθησε το αντίστοιχο μέσο μέγεθος των 27 χωρών της ΕΕ. Επιπλέον, το πραγματικό πρόβλημα του κρατικού ελλείμματος εντοπίζεται στα δημόσια έσοδα. Τα συνολικά έσοδα της γενικής κυβέρνησης την περίοδο 2000-2011 ήταν κατά πολύ χαμηλότερα συγκριτικά με τον αντίστοιχο μέσο όρο των 27 χωρών της ΕΕ. Η περιοριστική οικονομική πολιτική, σε συνθήκες βαθιάς ύφεσης και αυξημένης ανεργίας, επιδεινώνει την οικονομική ύφεση επιδεινώνοντας περεταίρω το πρόβλημα των χαμηλών εσόδων της γενικής κυβέρνησης.

Αναφορές

AMECOAnnual macroeconomic databaseΔιαθέσιμο σε: http://ec.europa.eu/economy_finance/db_indicators/ameco/index_en.htm.
Andersen, S. K., Due, J. and Madsen, J. S. (1997). “Multi-track approach to public-sector restructuring in Europe: impact on employment relations; role of the trade unions”. Transfer: European Review of Labour and Research, 3: 34-61.
Artavanis, N., Morse, A. and Tsoutsoura, M. (2012). “Tax evasion across industries: soft credit evidence from Greece”. Chicago Booth Paper No. 12-25. Fama-Miller Center for Research in Finance – The University of Chicago, Booth School of Business. Διαθέσιμο σεhttp://ssrn.com/abstract=2109500.
Bach, S. (1999). “Changing public service employment relations”. In S. Bach, L. Bordogna, G. Della Roca and D. Winchester (Eds.), Employment Relations in Europe: Transformation, modernization or inertia? London: Routledge. 
Bach, S. and Winchester, D. (2003). “Industrial Relations in the Public Sector”. In P. Edwards (Ed.), Industrial Relations: Theory and Practice. Oxford: Blackwell Publishing.
Beaumont, P. B. (1992). Public Sector Industrial Relations. London: Routledge.
Beeton, D. J. (1987). “On the size of the public sector”. Applied Economics, 19(7): 927-936.
Bordogna, L. and Cella G. P. (1999). “Admission, exclusion, correction : the changing role of the state in industrial relations”. Transfer: European Review of Labour and Research, 5(14): 14-33.
Commission of the European Communities – Eurostat, International Monetary Fund, Organisation for Economic Co-operation and Development, United Nations and World Bank. (1993). System of National Accounts 1993Διαθέσιμο σεhttp://unstats.un.org/unsd/nationalaccount/docs/1993sna.pdf .
Commission of the European Communities – Eurostat, International Monetary Fund, Organisation for Economic Co-operation and Development, United Nations and World Bank. (2009). System of National Accounts 2008Διαθέσιμο σεhttp://unstats.un.org/unsd/nationalaccount/docs/SNA2008.pdf.
ESA (European System of Accounts) 95. Official site. Διαθέσιμο σε: http://circa.europa.eu/irc/dsis/nfaccount/info/data/esa95/en/esa95en.htm.
Eurostat. (2009). European Commission Statistics. Luxembourg: Office for Official Publications of the European Communities.
Eurostat. (2012a). Manual on Government Deficit and Debt: Implementation of ESA95. Luxemburg: Publications Office of the European Union.
Eurostat. (2012b). Taxation trends in the European Union: Data for the EU Member States, Iceland and Norway. Luxemburg: Publications Office of the European Union.
Eurostat. (2012c). Taxation trends in the European Union: Annex B: Methodology and explanatory notesΔιαθέσιμο σε: http://ec.europa.eu/taxation_customs/resources/documents/taxation/gen_info/economic_analysis/tax_structures/2012/methodology.pdf .
Eurostat. Online database (government revenue, expenditure and main aggregates). Διαθέσιμο σε: http://appsso.eurostat.ec.europa.eu/nui/show.do?dataset=gov_a_main&lang=en. 
Hyman, R. (2008). “The State in Industrial Relations”. In P. Blyton, N. Bacon, J. Fiorito and E. Heery (Eds.), The SAGE Handbook of Industrial Relations (pp. 258-284)London: SAGE Publications.
International Monetary Fund. (2012). Greece: Request for Extended Arrangement Under the Extended Fund Facility – Staff Report; Staff Supplement; Press Release on the Executive Board Discussion; and Statement by the Executive Director for Greece. IMF Country Report No. 12/57, March 2012. Διαθέσιμο σε: http://www.imf.org/external/pubs/ft/scr/2012/cr1257.pdf.
Ioannou, C. A. (1996). “Trade unions in Greece: change and continuity.” European Review of Labour and Research, 2(3): 500518.
Karakioulafis, C. (2008). Industrial relations in the public sector – Greece. EIRO online. Διαθέσιμο σε: http://www.eurofound.europa.eu/eiro/studies/tn0611028s/gr0611029q.htm.
Keller, B. (1990). “The State as Corporate Actor in Industrial Relations Systems”. Journal of Industrial Relations, 32(2): 254-268.
Lacey, R. (1997). “Internal markets in the public sector: the case of the British National Health Service”. Public Administration and Development, 17(1): 141159.
Leat, M. (2007). Exploring Employee Relations. Oxford: Butterworth-Heinemann.
Mahler, V. (1992). “Measuring public sector size in the advanced market economy countries: The problem of deflators”. Social Indicators Research, 27: 311-325.
Masters, M., Gibney, Ray., Shevchuk, I. and Zagenczyk, T. (2008). “The State as Employer”. In P. Blyton, N. Bacon, J. Fiorito and E. Heery (Eds.), The SAGE Handbook of Industrial Relations. London: SAGE Publications.
Matsaganis, M. and Flevotomou, M. (2010). “Distributional Implications of Tax Evasion in Greece”. GreeSE Paper No 31, Hellenic Observatory Papers on Greece and Southeast Europe, LSE.
Minemura, T. (1965) “Τhe role of the government in industrial relations: an outline”. British Journal of Industrial Relations, 3(2): 219-224.
Morgan, Philip., Allington, N. and Heery, E. (2000). “Employment insecurity in the public services”. In E. Heery and J. Salamon (Eds.), The Insecure Workforce. New York: Routledge.
OECD. (1995). Governance in Transition: Public Management Reforms in OECD Countries. Paris: OECD Publishing.
OECD. (2011a). National Accounts at a Glance 2010. OECD Publishing.
OECD. (2011b). National Accounts at a Glance 2011. OECD Publishing.
OECD. (2011c). Government at a Glance 2011. OECD Publishing.
Olsen, T.(1996). Industrial Relations Systems in the Public Sector in Europe. Norway: Fafo Institute for Applied Social Science/EPSC. Διαθέσιμο σεhttp://www.fafo.no/pub/rapp/195/195.pdf .
Pathirane, L. and Blades, D. W. (1982). “Defining and Measuring the Public Sector: Some International Comparisons”. Review of Income and Wealth, 28(3): 261-289.
Traxler, F. (1999). “The state in industrial relations: A cross-national analysis of developments and socioeconomic effects”. European Journal of political Research, 36: 55-85.
Visser J. (2011) ICTWSS: Database on institutional characteristics of trade unions, wage setting, state intervention and social pacts in 34 countries between 1960 and 2007. Available at: http://www.uva-aias.net/207.
Zambarloukou, S. (2010). “Ownership, corporate governance and industrial relations in the banking and telecommunications sectors: the case of Greece”. Industrial Relations Journal, 41(3): 233-248.
ΑΔΕΔΥ. Ανώτατη Διοίκηση Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων. Διαθέσιμο σε: http://www.adedy.gr/adedy/site/home/ws.csp?loc=en_US.
Βασαρδάνη, Μ. (2011). «Φοροδιαφυγή στην Ελλάδα: μια γενική επισκόπηση». Οικονομικό Δελτίο 35 (σελ.15-25). Αθήνα: Τράπεζα της Ελλάδας. Διαθέσιμο σε http://www.bankofgreece.gr/BogEkdoseis/oikodelt201106.pdf.
Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων. (2007). Στατιστικό Δελτίο Φορολογικών Δεδομένων 2006. Αθήνα: Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών. Διαθέσιμο σε http://www.gsis.gr/statistiko_deltio/statistiko_deltio_2006/statdeltio2006.pdf.
Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων. (2008). Στατιστικό Δελτίο Φορολογικών Δεδομένων 2007. Αθήνα: Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών. Διαθέσιμο σε http://www.gsis.gr/statistiko_deltio/statistiko_deltio_2007/statdeltio2007.pdf.
Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων. (2009). Στατιστικό Δελτίο Φορολογικών Δεδομένων 2008. Αθήνα: Υπουργείο Οικονομικών. Διαθέσιμο σε http://www.gsis.gr/statistiko_deltio/statistiko_deltio_2008/statdeltio2008.pdf .
Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων. (2010). Στατιστικό Δελτίο Φορολογικών Δεδομένων 2009. Αθήνα: Υπουργείο Οικονομικών. Διαθέσιμο σε http://www.gsis.gr/statistiko_deltio/statistiko_deltio_2009/statdeltio2009.pdf.
Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων. (2011). Στατιστικό Δελτίο Φορολογικών Δεδομένων 2010. Αθήνα: Υπουργείο Οικονομικών. Διαθέσιμο σε http://www.gsis.gr/statistiko_deltio/statistiko_deltio_2010/statdeltio2010v4.pdf.
ΓΣΕΕ. Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας. Διαθέσιμο σε: http://www.gsee.gr/.
ΕΛΣΤΑΤ. Έρευνες Εργατικού Δυναμικού των ετών 2008-2012.
Κουζής, Γ. (2010a). «Μνημόνιο και εργασιακές σχέσεις». Ουτοπία, 92: 15-19.
Κουζής, Γ. (2010b). «Η πορεία της νεοφιλελεύθερης απορρύθμισης της εργασίας και το άλλοθι της κρίσης». Στο συλλογικό έργο, Ο χάρτης της κρίσης, το τέλος της αυταπάτης (σελ. 191-221). Αθήνα: Τόπος.
Κουζής, Γ. (2011). «Η εργασία στη δίνη της οικονομικής κρίσης και του μνημονίου: δέκα επισημάνσεις». Ουτοπία, 97: 7-12.
Λαπατσιώρας, Σ. & Σωτηρόπουλος Δ. (2011). «Αριθμητική του δημοσίου χρέους… όχι μόνο για αρχάριους». Θέσεις, 116: 89-115.
Λαπατσιώρας, Σ., Μηλιός, Γ. και Σωτηρόπουλος Δ. (2011). «Ταξίδι μέσα στην ήττα: Πολιτικές αντιμετώπισης της κρίσης ή πολιτικές αξιοποίησης της κρίσης; Σκέψεις για μια αριστερή στρατηγική». Θέσεις, 116: 117-144.
Μαρκαντωνάτου, Μ. Β. (2011). «Κράτος και νέο δημόσιο μάνατζμεντ». Θέσεις, 11653-76.
Παλαιολόγος, Ν. (2006). Εργασία και Συνδικάτα στον 21ο αιώνα. Αθήνα: ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ.
Τράπεζα της Ελλάδος. (2012). Έκθεση του Διοικητή για το έτος 2011. Διαθέσιμο σε: http://www.bankofgreece.gr/BogEkdoseis/ekthdkth2011.pdf .
Υπουργείο Οικονομικών. (2011). Εισηγητική Έκθεση – Προϋπολογισμός Οικονομικού Έτους 2011. Διαθέσιμο σε: http://www.minfin.gr/budget/2011/proyp/PDFProyp/1.0.pdf.
Υπουργείο Οικονομικών. Επίσημος Ιστότοπος. Διαθέσιμο σε: http://www.minfin.gr.


[8] «Φυσικά οι πρωτογενείς δαπάνες είναι σημαντικά χαμηλότερες των ευρωπαϊκών μέσων όρων… (οι δαπάνες για τόκου [εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους] ήταν υψηλότερες σε σχέση με άλλες χώρες της ευρωζώνης και της ΕΕ)» (Λαπατσιώρας κ.ά. 2011: 139).
[9] Επομένως, αντίστοιχα, η άμεση φορολογία στην Ελλάδα είναι κατά πολύ μικρότερη εκείνης στην ΕΕ-27 και στην ευρωζώνη. Για μια ανάλυση των συνεπειών αυτής της διαφοράς βλ. Λαπατσιώρας κ.ά. (2011: 135-136).
[10] Σύμφωνα με την Βασαρδάνη (2011: 15) «η έννοια της φοροδιαφυγής θα μπορούσε να περιγραφεί ως η παράνομη ενέργεια της ηθελημένης απόκρυψης φορολογητέου εισοδήματος και άλλων φορολογικών αντικειμένων κατά τη δήλωση και τον υπολογισμό του οφειλόμενου φόρου, καθώς και η μη απόδοση του οφειλόμενου φόρου στις αρμόδιες κρατικές αρχές».
[11] Η περίπτωση απόκρυψης εισοδημάτων από τους μισθωτούς αποδίδεται σε συμφωνία εργοδοτών και εργαζομένων προκειμένου να μειώνεται το εργατικός κόστος (Matsaganis & Flevotomou, 2010: 22-23) (ασφαλιστικές εισφορές).
[12] Για την θετική σχέση οικονομικής μεγέθυνσης (αύξησης του ΑΕΠ) και δημοσίων εσόδων βλ. Λαπατσιώρας & Σωτηρόπουλος (2011: 92). 

Πηγή: περιοδικό Θέσεις, τεύχος 122 
 

Αποδομώντας το μύθο της ευθύνης των δημοσίων υπαλλήλων (Α’ μέρος)

Εργασιακές σχέσεις στην Ελλάδα:
ο αντίκτυπος της αναδιάρθρωσης του δημόσιου τομέα[1]

Γιάννης Ζησιμόπουλος και Γιώργος Οικονομάκης
      
1.     Εισαγωγή

Η διερεύνηση των εργασιακών σχέσεων στο δημόσιο τομέα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη συγκυρία της κρίσης χρέους καθώς το μέγεθος του δημόσιου τομέα και η δημόσια απασχόληση αμφισβητούνται έντονα από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Σε αυτή την κατεύθυνση, ο στόχος τόσο του κράτους όσο και των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής που επιβάλλονται μέσω των Μνημονίων, είναι ο περιορισμός των εξόδων της γενικής κυβέρνησης, μεταξύ άλλων μέσα από άμεσες περικοπές των αμοιβών των εργαζομένων, μέτρα συρρίκνωσης της απασχόλησης και γενικότερα μεταβολή των εργασιακών σχέσεων στο δημόσιο τομέα σε βάρος των εργαζομένων. Η εν λόγω πολιτική επομένως επηρεάζει άμεσα τόσο τη θέση των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα όσο και τη δύναμη του εργατικού κινήματος ως σύνολο.

Στη βάση των παραπάνω εξετάζονται κριτικά οι βασικές αλλαγές του νομικού πλαισίου που οδηγούν στην αναμόρφωση των εργασιακών σχέσεων στο δημόσιο τομέα και τίθεται υπό αμφισβήτηση το κυρίαρχο επιχείρημα της νεοφιλελεύθερης επίθεσης που επικεντρώνεται στον περιορισμό των δαπανών της γενικής κυβέρνησης όταν το πραγματικό πρόβλημα του δημοσίου ελλείμματος και χρέους δεν είναι οι δαπάνες αλλά τα χαμηλά δημόσια έσοδα.

      2.      Εννοιολογικός προσδιορισμός του δημόσιου τομέα

Ο όρος «δημόσιος τομέας» συχνά χρησιμοποιείται (λανθασμένα) ως συνώνυμο της κυβέρνησης
(Pathirane and Blades, 1982: 261). Ο εννοιολογικός προσδιορισμός του δημόσιου τομέα είναι δύσκολος όχι μόνο εξαιτίας των διαφοροποιήσεων που παρατηρούνται μεταξύ των διαφόρων χωρών σε σχέση με τα συστατικά του μέρη, αλλά και εξαιτίας των αναδιαρθρωτικών μέτρων – όπως είναι οι εφαρμογή νέων διοικητικών πρακτικών, οι μερικές ιδιωτικοποιήσεις/μετοχοποιήσεις – που «θολώνουν τα όρια» ανάμεσα στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα (Olsen, 1996: 11).

Δεδομένων των διαφοροποιήσεων του δημόσιου τομέα μεταξύ των χωρών, είναι δυνατόν αυτός να οριστεί μέσω των υποτομέων που τον αποτελούν. Ο κοινός ορισμός της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, του Οργανισμού για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη, των Ηνωμένων Εθνών και της Παγκόσμιας Τράπεζας (Commission of the European Communities et al, 2009: 435), αναφέρεται στο δημόσιο τομέα ως τον τομέα εκείνο που αποτελείται από την γενική κυβέρνηση και τις δημόσιες επιχειρήσεις. Εναλλακτικά (Commission of the European Communities et al, 1993: 537), ορίζεται ως ο τομέας που αποτελείται από τους υποτομείς της γενικής κυβέρνησης και τους υποτομείς των δημόσιων χρηματοπιστωτικών και μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων.

Σύμφωνα με τους Andersen et al (1997: 38) ο δημόσιος τομέας στις χώρες της Ευρώπης (ή η αγορά εργασίας του δημόσιου τομέα) εμπεριέχει πέντε υπο-τομείς με βάση την κοινωνικοοικονομική τους δραστηριότητα: α) την κεντρική διοίκηση που συμπεριλαμβάνει την κρατική διοίκηση, το δικαστικό σύστημα, την αστυνομία, το στρατό, το διπλωματικό σώμα κ.ά., β) την περιφερειακή και τοπική αυτοδιοίκηση, γ) τις δημόσιες υπηρεσίες όπως εκπαίδευση, σύστημα υγείας, σύστημα κοινωνικής ασφάλισης κ.ά., δ) τις δημόσιες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας όπως τις δημόσιες συγκοινωνίες, τις υπηρεσίες ταχυδρομείου, τις τηλεπικοινωνίες, τις υπηρεσίες ύδρευσης κ.ά., και ε) τις βιομηχανικές και χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις όπως είναι βιομηχανίες, τράπεζες κ.ά.

      3.      Εργασιακές σχέσεις στο δημόσιο τομέα: συμμετέχοντες, διαδικασίες και αποτελέσματα

Ως βασικοί συμμετέχοντες στις εργασιακές σχέσεις αναφέρονται συχνά στη βιβλιογραφία οι εργαζόμενοι (και τα συνδικάτα τους), οι εργοδότες (και οι ενώσεις τους) και το κράτος. Ωστόσο, αυτό το σχήμα ενώ είναι κατάλληλο για την ανάλυση των εργασιακών σχέσεων στον ιδιωτικό τομέα, στην περίπτωση του δημόσιου τομέα τα μέρη «εργοδότες» και «κράτος» συγχωνεύονται. Έτσι, όπως επισημαίνει ο Hyman (2008: 264-265) «η απλοϊκή έννοια των ‘τριών συμμετεχόντων’ στις εργασιακές/βιομηχανικές σχέσεις δεν είναι κατάλληλη καθώς το κράτος καταλαμβάνει δύο από τις τρεις θέσεις στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων». Στην περίπτωση αυτή, το κράτος διαδραματίζει (άμεσα ή έμμεσα) το ρόλο του εργοδότη και το ρόλο του διαμεσολαβητή της σχέσης απασχόλησης.

Ο ρόλος του κράτους στο πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων έχει τρεις διαστάσεις: (βλ. Leat, 2007: 181; Traxler, 1999: 56; Minemura, 1965: 219):

α) Επιτελεί τη λειτουργία της δημιουργίας κανόνων και της λήψης αποφάσεων. Ιστορικά ο ρόλος του κράτους στις εργασιακές σχέσεις είναι να παρέχει το νομικό πλαίσιο (μέσω του εργατικού δικαίου) που ρυθμίζει τη συγκρουσιακή σχέση μεταξύ εργασίας και διοίκησης σε όλα τα επίπεδα, σύμφωνα με τα ελάχιστα διεθνή πρότυπα συνθηκών εργασίας (Keller, 1990: 255). Επιπλέον, το κράτος συμβάλλει στη διαμόρφωση της αγοράς εργασίας μέσω της μακροοικονομικής διαχείρισης / πολιτικής (Hyman, 2008: 267-268).

β) Εγγυάται την εφαρμογή των διαδικασιών των εργασιακών σχέσεων. Ένας έμμεσος διαμεσολαβητικός ρόλος του κράτους αποτελεί η δημιουργία τριμερών θεσμών μεσολάβησης για την επίλυση των εργατικών διαφορών. Σε αυτή την κατεύθυνση, ένας επιπρόσθετος ρόλος του είναι και ο περιορισμός της δράσης των συνδικάτων και της έκτασης των απεργιών (Leat, 2007: 181; Bordogna and Cella, 1999: 18; Keller, 1990: 256).

γ) Συμμετέχει στις εργασιακές σχέσεις ως εργοδότης. Στη βιβλιογραφία το κράτος αναφέρεται είτε ως «πρότυπο εργοδότη» / «καινοτόμος» που ορίζει καλές πρακτικές εργασιακών σχέσεων ως παράδειγμα για τον ιδιωτικό τομέα, είτε ως «μιμητής» που ακολουθεί τις πρακτικές των εργασιακών σχέσεων του ιδιωτικού τομέα (Hyman, 2008: 265; Leat, 2007: 210; Bach and Winchester, 2003: 287).

Σύμφωνα με τους Masters et al (2008: 306), η δημόσια απασχόληση επηρεάζεται από τις αποφάσεις της κυβέρνησης «σχετικά: 1) με τις λειτουργίες και το μέγεθος (του υποτομέα) της κυβέρνησης καθώς και από την κατανομή των αρμοδιοτήτων στα διάφορα επίπεδα του δημόσιου τομέα, 2) με το πώς το κράτος οργανώνει τις δραστηριότητες ώστε να είναι είτε άμεσος είτε έμμεσος παραγωγός των παρεχόμενων υπηρεσιών, 3) με τις πολιτικές και πρακτικές (δημόσιας) διοίκησης που επιλέγει να υιοθετήσει». Το μέγεθος και η φύση του δημόσιου τομέα εξαρτάται από τον ιδεολογικό προσανατολισμό της εκάστοτε κυβέρνησης. Στις χώρες στις οποίες οι κυβερνήσεις υιοθετούν τη φιλελεύθερη ιδεολογία ο δημόσιος τομέας τείνει να είναι μικρότερος σε σχέση με τις χώρες που υιοθετούν ιδεολογικές προσεγγίσεις ρύθμισης μέσω της δημιουργίας θεσμών (corporatist approach) (Leat, 2007: 211).      

Ωστόσο, ανεξάρτητα από τον ιδεολογικό προσανατολισμό των κυβερνήσεων, το κράτος παραμένει «στις περισσότερες χώρες ο μεγαλύτερος εργοδότης» καθώς απασχολεί αποκλειστικά τους εργαζόμενους στα σώματα ασφαλείας, τις ένοπλες δυνάμεις, το δικαστικό σώμα, τη δημόσια διοίκηση και ένα μέρος των εργαζομένων στην εκπαίδευση και στο σύστημα υγείας (Hyman 2008: 264). Οι όροι απασχόλησης καθορίζονται είτε μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων είτε μονομερώς από το κράτος όπως συμβαίνει στην περίπτωση των εργαζομένων στις δημόσιες υπηρεσίες, στις υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας, κ.λπ. (Leat, 2007: 212).

Το κράτος ενθαρρύνει τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και οι εργαζόμενοι στο δημόσια τομέα συμμετέχουν στο συνδικαλιστικό κίνημα περισσότερο σε σχέση με τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα (με την εξαίρεση των εργαζομένων στην αστυνομία και στις ένοπλες δυνάμεις καθώς σε πολλές χώρες ο συνδικαλισμός σε αυτές τις υπηρεσίες είναι απαγορευμένος). Αυτό είναι αποτέλεσμα του ρόλου του κράτους ως «πρότυπου εργοδότη» και «σε ένα βαθμό της λανθάνουσας πολιτικής επιρροής των δημοσίων υπαλλήλων» (Hyman, 2008: 265; Leat, 2007: 211). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρουμε πως σε πολλές χώρες οι εργασιακές σχέσεις στο δημόσιο τομέα είναι «ειρηνικές» σαν αποτέλεσμα του υψηλού βαθμού εργασιακής ασφάλειας των εργαζομένων (Hyman, 2008: 265) συγκριτικά με τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα.

      4.      Μέτρηση του μεγέθους του δημόσιου τομέα

Η εξέταση των εργασιακών σχέσεων στο δημόσιο τομέα αλλά και οι συγκρίσεις μεταξύ των διαφόρων χωρών απαιτεί καταρχήν να τεθεί μια κοινή βάση αναφορικά με τον τρόπο μέτρησης του μεγέθους του δημόσιου τομέα.

Στη βιβλιογραφία έχουν προταθεί μια σειρά από μέτρα για τον προσδιορισμό του μεγέθους του δημόσιου τομέα, όπως: η προστιθέμενη αξία, οι αμοιβές των εργαζομένων, η δημόσια απασχόληση ως ποσοστό της συνολικής απασχόλησης, ο σχηματισμός κεφαλαίου, τα στοιχεία αποταμίευσης και καθαρού δανεισμού. Ωστόσο, ελάχιστες μελέτες έχουν χρησιμοποιήσει κάποιο από τα παραπάνω μέτρα προκειμένου να κάνουν διεθνείς συγκρίσεις[2] σχετικά με το μέγεθος του δημόσιου τομέα (Pathirane and Blades, 1982: 264; Beaumont, 1992: 8).

Ο δείκτης που χρησιμοποιείται συχνότερα για την μέτρηση του μεγέθους του δημόσιου τομέα είναι οι κυβερνητικές δαπάνες ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ). Αυτό το μέτρο εκφράζει ικανοποιητικά τις τάσεις ανάπτυξης και το μέγεθος του δημόσιου τομέα (Beeton, 1987: 297-298; Mahler, 1992: 311; Masters et al, 2008: 309).

Σύμφωνα με την Commission of the European Communities et al (2009: 190-191) οι δαπάνες γενικής κυβέρνησης μπορούν να διαιρεθούν σε δυο κατηγορίες οι οποίες αποτελούνται από δέκα υπο-κατηγορίες[3]: α) δαπάνες για συλλογικές υπηρεσίες οι οποίες περιλαμβάνουν δαπάνες για τις υπηρεσίες γενικής κυβέρνησης, άμυνας, δημόσιας τάξης, οικονομικών υποθέσεων, περιβαλλοντικής προστασίας, για παροχή κατοικίας και παροχή κοινωφελών υπηρεσιών και β) δαπάνες για ατομικές υπηρεσίες οι οποίες περιλαμβάνουν τις δαπάνες για την παροχή υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης, ψυχαγωγίας, πολιτισμού, παιδείας και θρησκευμάτων, κοινωνικής προστασίας.

Στον ορισμό των δαπανών γενικής κυβέρνησης ο OECD (2011a: 60) επισημαίνει πως «παραγωγικές μονάδες/επιχειρήσεις που ανήκουν στο κράτος και παράγουν (μερικώς ή εξολοκλήρου) εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες δεν εντάσσονται στον τομέα της γενικής κυβέρνησης αλλά θα πρέπει να καταχωρούνται στις δημόσιες επιχειρήσεις» (π.χ. ΔΕΚΟ). Η Eurostat (2012a: 11) στον ορισμό της για τον τομέα της γενικής κυβέρνησης δεν εντάσσει «τους δημόσιους παραγωγούς/παρόχους που οργανώνονται ως δημόσιες επιχειρήσεις ή τελούν υπό ειδικό νομικό καθεστώς και αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα ή ως οιονεί-επιχειρήσεις, είτε ανήκουν στο χρηματοπιστωτικό είτε στο μη χρηματοπιστωτικό τομέα». 

Υπάρχουν δύο ήδη προβλημάτων αναφορικά με τη μέτρηση και τη διενέργεια διεθνών συγκρίσεων των δαπανών γενικής κυβέρνησης. Το πρώτο αφορά στις διαφοροποιήσεις της έκτασης της γενικής κυβέρνησης (των υποτομέων δηλαδή που περιλαμβάνει) καθώς σε πολλές χώρες, για παράδειγμα, τα νοσοκομεία καταγράφονται στον τομέα της γενικής κυβέρνησης ενώ σε άλλες καταγράφονται ως δημόσιες επιχειρήσεις (OECD, 2011b: 66). Το δεύτερο πρόβλημα σχετίζεται με την καταγραφή ή μη των δημοσίων επιχειρήσεων στις δαπάνες γενικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με τον επίσημο ορισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών – ESA 95 (European System of Accounts) οι δημόσιες επιχειρήσεις δεν καταγράφονται στη γενική κυβέρνηση καθώς είναι παραγωγοί εμπορεύσιμων αγαθών (βλ. ESA95, παράγραφος 2.69). Μόνο «κατά συνθήκη εντάσσονται στον τομέα της γενικής κυβέρνησης οι δημόσιες επιχειρήσεις που δεν μπορούν να καλύψουν από τις πωλήσεις το 50% του κόστους τους οπότε θεωρούνται ως παραγωγοί μη εμπορεύσιμων προϊόντων» (Eurostat, 2009: 42).   

       5.      Η αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα τις προηγούμενες δεκαετίες

Τα πρότυπα της δημόσιας απασχόλησης έχουν αμφισβητηθεί όχι μόνο στην τρέχουσα κρίση αλλά και κατά τη διάρκεια των τριών προηγούμενων δεκαετιών. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να παρουσιάσουμε συνοπτικά τις τάσεις που αναπτύχθηκαν την προηγούμενη περίοδο και επιταχύνονται στη περίοδο της τρέχουσας κρίσης.

Η αμφισβήτηση της δημόσιας απασχόλησης πραγματοποιήθηκε στο έδαφος της ευρύτερης αμφισβήτησης της υποτιθέμενης μη «ορθολογικής» λειτουργίας του κράτους πρόνοιας και του υποτιθέμενου εξορθολογισμού της μέσω του αποκαλούμενου Νέου Δημόσιου Μάνατζμεντ (ΝΔΜ). Τα νέα μοντέλα δημόσιας διοίκησης[4]που αναπτύχθηκαν θέτουν ως βάση την υιοθέτηση επιχειρηματικών/αγοραίων κριτηρίων λειτουργίας του κράτους αποτελώντας τη θεωρητική τεκμηρίωση της απορρύθμισης του κράτους πρόνοιας (Μαρκαντωνάτου, 2011: 54-56). Υπό την έννοια αυτή, μέσω του ΝΔΜ το κράτος εμφανίζεται καταρχήν ως «μιμητής» των πρακτικών των εργασιακών σχέσεων του ιδιωτικού τομέα.

Το επιχείρημα το οποίο συχνά χρησιμοποιείται από τις κυβερνήσεις προκειμένου να αμφισβητήσουν τα υφιστάμενα πρότυπα της δημόσιας απασχόλησης είναι πως «οι αυξήσεις των δημοσίων δαπανών δεν είναι βιώσιμες και το μέγεθος και η έκταση του δημόσιου τομέα χρειάζονται επαναπροσδιορισμό» (Bach, 1999: 3). Σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες τη δεκαετία του 1980 οι περικοπές των δημοσίων δαπανών, αλλά και συνολικά η προσπάθεια νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης της δημόσια διοίκησης και του κράτους πρόνοιας, επιβλήθηκαν από τα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής που επιβλήθηκαν από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ)[5] με τη στήριξη των εθνικών κυβερνήσεων (Beaumont, 1992: 23×Μαρκαντωνάτου, 2011: 60-61). Οι προϋποθέσεις που έθετε το ΔΝΤ για την χορήγηση των δανείων ήταν «η δημοσιονομική σταθερότητα με μέτρα όπως η αύξηση των φοροαπαλλαγών για επιχειρήσεις, η ενίσχυση του τραπεζικού συστήματος, οι ιδιωτικοποιήσεις, το άνοιγμα του εμπορίου και η αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης στην κατεύθυνση της φιλελεύθερης αναδιάρθρωσης» (Μαρκαντωνάτου, 2011: 60). Στην Ευρώπη τη δεκαετία του 1990, οι πιέσεις για την περικοπή των δημοσίων δαπανών ενισχύθηκαν από τις απαιτήσεις της συνθήκης του Μάαστριχτ και τα κριτήρια για την ένταξη στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση – ΟΝΕ (Andersen et al, 1997: 39× Hyman, 2008: 265).

Η αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα τη δεκαετία του 1990 στόχευε στη μείωση των δημοσίων δαπανών σε συμφωνία με την υιοθέτηση των λεγόμενων Νέων Αρχών Δημόσιας Διοίκησης (New Public Management), σύμφωνα με τις οποίες «[η] αξίωση για μια ‘περιορισμένη διακυβέρνηση’ (limited governance) θεωρητικοποιήθηκε ως επιτακτική και ταυτόχρονα ως ανιδεολογική, εν όψει μιας υποτιθέμενα αναντίρρητης πραγματικότητας υπερδιόγκωσης των κρατικών αρμοδιοτήτων και δημόσιων δαπανών» (Μαρκαντωνάτου, 2011: 56). Οι αναδιαρθρώσεις είχαν δύο βασικές κατευθύνσεις οι οποίες επηρέαζαν ευθέως τις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου τομέα: α) ο προσανατολισμός στην αγορά και β) η υιοθέτηση νέων μορφών διοίκησης. Η πρώτη περιελάμβανε την εισαγωγή των μηχανισμών της αγοράς στις μέχρι πρότινος δραστηριότητες του δημόσιου τομέα μέσω ιδιωτικοποιήσεων, της ανάθεσης σε τρίτους παραγωγικών δραστηριοτήτων και την εισαγωγή των εσωτερικών αγορών[6] στο δημόσιο τομέα. Η δεύτερη περιελάμβανε 1) οργανωσιακές αλλαγές, και ιδιαίτερα αποκέντρωση αρμοδιοτήτων στις δημόσιες υπηρεσίες σε συνδυασμό με την χρήση ευέλικτων μορφών απασχόλησης, 2) τη διαχείριση των οικονομικών και χρηματοδοτικών πόρων και 3) τη δημιουργία διαφόρων μορφών προσανατολισμού των δημοσίων οργανισμών στις ανάγκες του πολίτη/πελάτη[7](Andersen et al, 1997:42-43; Morgan et al, 2000: 79; Μαρκαντωνάτου, 2011: 54-60).

Σύμφωνα με τους Andersen et al (1997: 49-54), ο κοινός αντίκτυπος των αναδιαρθρωτικών μέτρων στις σχέσεις απασχόλησης ήταν:
·         Η ανακοπή της αυξητικής τάσης της δημόσιας απασχόλησης.
·         Η μείωση του ρυθμού αύξησης των μισθολογικών δαπανών του δημόσιου τομέα.
·         Η υιοθέτηση των συστημάτων αμοιβής με βάση την απόδοση.
·  Η διάδοση των πρακτικών ευέλικτης απασχόλησης μέσω της υιοθέτησης της μερικής απασχόλησης και των συμβάσεων ορισμένου χρόνου.
·         Η «αναδιανομή» του εισοδήματος, των συνθηκών εργασίας και της απασχόλησης ανάμεσα στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα.
·          Η «συγκεντροποιημένη αποκέντρωση» (centralized decentralization), που σημαίνει πως οι συλλογικές διαπραγματεύσεις τείνουν να είναι αποκεντρωμένες σαν αποτέλεσμα της αποκέντρωσης του κράτους. Το πλαίσιο για τον καθορισμό των μισθών διαμορφώνεται σε κεντρικό επίπεδο ενώ οι λεπτομέρειες (των συμβάσεων) συμπληρώνονται σε αποκεντρωμένο επίπεδο οδηγώντας στον κατακερματισμό των σχέσεων απασχόλησης.


[1] Μια εκδοχή του κειμένου παρουσιάστηκε στοIndustrial Relations in Europe Conference –  IREC2012.
[2] Σύμφωνα με τον Beaumont (1992: 8) «αυτές οι σχετικά λίγες μελέτες που έχουν χρησιμοποιήσει αυτή την ποικιλία των μέτρων έχουν δείξει ότι τα συμπεράσματα σχετικά με το μέγεθος του δημόσιου τομέα σε μια χώρα επηρεάζονται από τον ορισμό του δημόσιου τομέα  και τη μέθοδο μέτρησης του μεγέθους του που χρησιμοποιείται. Για παράδειγμα, έχει υποστηριχθεί ότι οι ΗΠΑ έχουν ένα μεσαίου μεγέθους δημόσιο τομέα όταν αυτός αποτιμάται με βάση τις καταναλωτικές δαπάνες της κυβέρνησης ή την απασχόληση στην κυβέρνηση, ενώ εμφανίζει ένα μικρότερο μέγεθος όταν το μέτρο που χρησιμοποιείται είναι η συνολική τελική ζήτηση του δημόσιου τομέα ή η απασχόληση στο σύνολο του δημόσιου τομέα».
[3] Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με κάθε υπο-κατηγορία βλέπε στις επεξηγηματικές σημειώσεις των Ηνωμένων Εθνών (United Nations Statistics Divisions, http://unstats.un.org/unsd/cr/registry/regcst.asp?Cl=4&Lg=1. )
[4] Βλ. αναλυτικά σε Μαρκαντωνάτου (2011).
[5] Σύμφωνα με τον Beaumont (1992: 23) «μια έρευνα σχετικά με τα προγράμματα προσαρμογής που επιβλήθηκαν από το ΔΝΤ σε 78 αναπτυσσόμενες χώρες την περίοδο 1980-1983, έδειξε πως σχεδόν στο 90% των περιπτώσεων τα προγράμματα πρότειναν τον περιορισμό των δημοσίων δαπανών και στα 2/3 των περιπτώσεων πρότειναν συγκράτηση των μισθών στο δημόσιο τομέα».
[6] Πρόκειται ουσιαστικά για την παροχή υπηρεσιών με ανταποδοτικά κριτήρια από το δημόσιο τομέα. Σύμφωνα με τον Lacey (1997:142) μια εσωτερική αγορά μπορεί να περιγραφεί από τα χαρακτηριστικά της:
·         Είναι «εσωτερική», πράγμα που σημαίνει ότι οι δραστηριότητες που πραγματοποιούνται στην αγορά παραμένουν στο δημόσιο τομέα.
·         Οι πόροι για την εν λόγω δραστηριότητα δεν διατίθενται πλέον σε παρόχους με γραφειοκρατική απόφαση, αλλά καθορίζονται από την επιλογή του χρήστη για την υπηρεσία την οποία αποκτά καταβάλλοντας αντίτιμο (π.χ. εκπαίδευση, υγεία).
·         Η παροχή υπηρεσιών χωρίζεται από τη χρηματοδότησή τους.
·         Οι πόροι διατίθενται σύμφωνα με τη δραστηριότητα και την αγορά και είναι εσωτερικοί του συστήματος (για παράδειγμα, κουπόνια εκπαίδευσης δεν μπορούν να εξαργυρωθούν και ως εκ τούτου δεν έχουν καμία αξία έξω από το σχολικό σύστημα).
·         Οι τιμές στην εσωτερική αγορά δεν καθορίζονται συνήθως από την προσφορά και τη ζήτηση, αλλά από γραφειοκρατικές αποφάσεις ή με διαπραγμάτευση μεταξύ αγοραστή και προμηθευτή μέσα σε ένα πλαίσιο έντονα ρυθμιζόμενο.
[7] Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της διευκόλυνσης της προσβασιμότητας των πολιτών στις παρεχόμενες υπηρεσίες, της ενημέρωσης σχετικά με τα ένδικα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, της διατύπωσης προτύπων ποιότητας – αντίστοιχων με αυτά που τίθενται στον ιδιωτικό τομέα – τα οποία μπορούν να επιτευχθούν, μεταξύ άλλων, και μέσω της αξιολόγησης της απόδοσης των εργαζομένων. Βλ. OECD (1995: 47). Βλ. και Μαρκαντωνάτου (2011: 3-4).

Δείτε το Β’ Μέρος εδώ
 

Μερικές σκέψεις για όσα ακούστηκαν και για το έγκλημα που διαπράχθηκε στο εκλογοαπολογιστικό συνέδριο του Εργατικού Κέντρου Ιωαννίνων (ΕΚΙ)

του Αχιλλέα Καρακίτσου*
Συνάδελφοι συνταξιούχοι,
Ο καταιγισμός των αντιλαϊκών μέτρων δεν έχει τελειωμό. Η καπιταλιστική κρίση οξύνεται. Η κατάσταση των εργατών και των συνταξιούχων έχει φτάσει στο απροχώρητο. Βιώνουμε συνθήκες απόλυτης εξαθλίωσης, πείνας, χωρίς θέρμανση και ηλεκτρικό με προνοιακά επιδόματα αντί συντάξεων.
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, η ενότητα και πάλη εργατών και συνταξιούχων που θα μπορούσε να ανατρέψει τη γκρίζα πραγματικότητα προσκρούει στις συνδικαλιστικές ηγεσίες των εκπροσώπων των ΠΑΣΚΕ – ΔΑΚΕ – ΠΑΜΕ (ΚΚΕ) όπου πήραν την εγκληματική απόφαση για τη διαγραφή του Σωματείου Συνταξιούχων ΙΚΑ από τα Εργατικό Κέντρο στο οποίο από την ίδρυση του μέχρι και χθες ήταν ισότιμο μέλος.
Ο γράφων μάλιστα είχε εκλεγεί τρείς φορές στη Διοίκηση του ΕΚΙ όντας αντιπρόσωπος από το παραπάνω Σωματείο.
Άλλωστε και άλλες φορές μετά την απόφαση της ΓΣΕΕ το 1987 είχαν επιχειρήσει παρόμοια κίνηση ΠΑΣΚΕ – ΔΑΚΕ και μάλιστα με προσφυγή τους στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Η απόφαση όμως ήταν – και καλώς κατά τη γνώμη μου – (γιατί οι συνταξιούχοι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της εργατικής τάξης) να παραμείνει το Σωματείο στη δύναμη του ΕΚΙ.
Αποτελεί γεγονός πως η γέννηση του συνδικαλιστικού μας κινήματος πιστοποιούνταν με μεγάλες κρατικές σφραγίδες και τις απαραίτητες δικηγορικές και συμβολαιογραφικές υπογραφές, αφού το πρώτο Σωματείο του Ναυπηγοξυλουργών Σύρου το 1879 αντί για καταστατικό συγκροτήθηκε με συμβολαιογραφική πράξη.
Πρόκειται για μια συμβολικά χαρακτηριστική πράξη και την απαρχή για την πίστη στους αστικούς νόμους, την προσήλωση στις νομικίστικες διαδικασίες, την εμπιστοσύνη στο δικηγόρο και το δικαστή, όπου μετά το 1945 επιβλήθηκε από τους Άγγλους υποχρεωτικά στο συνδικαλιστικό μας κίνημα.
Πρόκειται για την κατά γράμμα τήρηση του αστικού νόμου, τη νομιμοποίηση των πραξικοπημάτων στο συνδικαλιστικό κίνημα (Σωματεία σφραγίδες. Νόθες εκλογές, διοικήσεις από το Πρωτοδικείο κλπ…) και για άλλες αυταπάτες με τις οποίες είναι εμποτισμένοι και σήμερα πλείστοι όσοι συνδικαλιστές (και όχι κατ΄ανάγκη συνδικαλιστές μόνο του κρατικού και ρεφορμιστικού χώρου).
Έτσι στο όνομα της αστικής επιρροής και της νομιμότητας για το έλεγχο του συνδικαλιστικού κινήματος από την αστική τάξη διαγράφεται ένα μεγάλο κομμάτι της εργατικής τάξης, οι συνταξιούχοι.
Άλλωστε είναι γνωστό ότι όταν τα άλογα γεράσουν, τα σκοτώνουν. Και ό,τι δεν έκαναν τα αστικά δικαστήρια τα κάναν μόνοι τους οι συνδικαλιστές που «στόχο έχουν να υπερασπίζουν τους εργάτες», δηλαδή οι συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ –ΚΚΕ μαζί με την ΠΑΣΚΕ και τη ΔΑΚΕ. Μάλιστα φτάσαν στο σημείο, η συγκεκριμένη απόφαση να μην είναι απόφαση του Συνεδρίου των αντιπροσώπων αλλά συμφωνία των ίδιων τωνπαρατάξεων τους εκφυλίζοντας ακόμη περισσότερο το συνδικαλιστικό κίνημα, βοηθώντας την αστική τάξη στη μάχη που δίνει για τη διάλυσή του. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι δεν δέχτηκαν καν να μπει σε ψηφοφορία αυτό το θέμα παρότι ζητήθηκε από συνέδρους.
Τα σημερινό κράτος είναι τέτοιο ώστε, είναι αναγκαίο η εργατική τάξη να υπερασπίσει το εαυτό της και το αγώνα της μέσα από τα Σωματεία και όλες οι δυνάμεις που δραστηριοποιούνται στο εργατικό κίνημα να υπερασπίζουν τους εργάτες και όχι να τους διώχνουν από τα μαζική οργάνωση και πάλη.
Με βάση τα παραπάνω, θεωρώ ότι επιβάλλεται έκτακτη Γενική Συνέλευση του Σωματείου των Συνταξιούχων για την αντιμετώπιση του πραξικοπήματος στο ΕΚΙ με στόχο:
Να καθαιρεθεί ο πρόεδρος του Σωματείου που ούτε καν τοποθετήθηκε στη Συνέλευση των αντιπροσώπων και πειθάρχησε στο έγκλημα.
Να ψηφίσουν οι αντιπρόσωποι στις εκλογές για νέα διοίκηση στο ΕΚΙ καταργώντας στην πράξη την πραξικοπηματική συμφωνία των παρατάξεων ΠΑΣΚΕ – ΔΑΚΕ – ΠΑΜΕ (ΚΚΕ).

*Πρώην μέλος της Διοίκησης του
Σωματείου Συνταξιούχων και του Εργατικού Κέντρου Ιωαννίνων

anasyntaxi.gr