RSS

Category Archives: κρίση

Για ποια «αξιοπρέπεια» μιλάτε ρε;!

Δευτέρα 9 Δεκέμβρη 2013, πρωί. Ο άνεργος Χ. σηκώθηκε νωρίς και έβαλε για καφέ, αφού πρώτα ντύθηκε με χοντρά ρούχα, έριξε μια μικρή κουβέρτα στην πλάτη του και κοντοστάθηκε μπροστά στον θερμοστάτη του καλοριφέρ. Το θερμόμετρο έδειχνε 13 βαθμούς. Από τους τοίχους κρέμονται –παγωμένα- τα σιδερένια σώματα. Ο φετινός χειμώνας είναι ο δεύτερος χωρίς καλοριφέρ. Πήρε τον καφέ και άνοιξε την τηλεόραση. Ο κ. Παπαδάκης συζητούσε με τον υπουργό περιβάλλοντος κ. Μανιάτη, την κ. Πατριανάκου, τον κ. Λαφαζάνη, ενώ είχε καλεσμένη και την κ. Ράζου. Ο κ. Μανιάτης εξηγούσε με ύφος σχεδόν στοργικό και συμπονετική «διάθεση» τα μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση για τους «αδύναμους», ενόψει του «κύματος κακοκαιρίας» που θα πλήξει τη χώρα τις αμέσως επόμενες μέρες. Ανέφερε αρκετές φορές όρους και φράσεις όπως «κοινωνικό τιμολόγιο», «κοινωνία των πολιτών», «όλοι μαζί», «κοινωνικές υπηρεσίες», «άνθρωποι της διπλανής πόρτας που έχουν ανάγκη» κλπ.

Για το «κοινωνικό τιμολόγιο» είπε πως όσοι δεν έκαναν αίτηση, κακώς έπραξαν διότι αρκεί ένα τηλεφώνημα (έτσι είπε), είναι τόσο απλό (έτσι είπε). Ο («μακροχρόνια») άνεργος Χ. ρώτησε την (επίσης άνεργη) γυναίκα του πότε έκαναν (ηλεκτρονικά) την αίτηση στη ΔΕΗ για να ενταχτούν στο «κοινωνικό τιμολόγιο». Η γυναίκα του απάντησε τον Ιούνη, δηλαδή

πριν έξι (αριθμός 6) ολόκληρους μήνες, (χωρίς μέχρι σήμερα να πάρουν κάποια απάντηση). Όσες φορές τηλεφώνησαν στη ΔΕΗ για να ρωτήσει για την «πρόοδο της υπόθεσης», είτε δεν σήκωναν τα τηλέφωνα, είτε οι γραμμές τους ήταν κατειλημμένες, είτε μιλούσαν με υπάλληλο αναρμόδιο να δώσει εξηγήσεις, ο οποίος (όλες τις φορές) παρέπεμπε σε μελλοντικό τηλεφώνημα από τη ΔΕΗ («στον αριθμό τηλεφώνου που δηλώσατε») για «ενημέρωση». Την ώρα που ο υπουργός παρουσίαζε περίπου ως κατάκτηση της ανθρωπότητας το «κοινωνικό τιμολόγιο» της ΔΕΗ, η γυναίκα του άνεργου Χ. επιχειρούσε (για μια ακόμα φορά) να επικοινωνήσει με τη ΔΕΗ. Μετά από τέσσερις συνεχόμενες προσπάθειες και (φυσικά) μετά από (την απαραίτητη) αναμονή, μίλησε με μια υπάλληλο η οποία δήλωσε αναρμόδια να απαντήσει στο πού έχει σκαλώσει τόσους μήνες εκείνη η ρημάδα η αίτηση. Όταν η γυναίκα του Χ. προσπάθησε να της πει αυτά που έλεγε εκείνη τη στιγμή στην τηλεόραση για το «κοινωνικό τιμολόγιο» ο υπουργός, η υπάλληλος της έκλεισε νευριασμένη το τηλέφωνο λέγοντάς της πως «η δική μου δουλειά είναι να σηκώνω τηλέφωνα, δεν είναι να απαντώ σε τέτοια ζητήματα. Ακόμα είπε (αυτό που η άνεργη γυναίκα του άνεργου Χ. άκουγε για πολλοστή φορά από τον Ιούνη) πως «να περιμένετε να σας καλέσουν από τη ΔΕΗ για να σας ενημερώσουν για την πορεία της αίτησής σας». Παρ’ όλα αυτά ο άνεργος Χ. ένιωθε τυχερός επειδή είχε ακόμα ρεύμα. Και κάθε φορά που κατόρθωνε -με διάφορους τρόπους- να συγκεντρώσει τα λεφτά και να πληρώνει το λογαριασμό της ΔΕΗ ένιωθε -ακόμα περισσότερο- «αξιοπρεπής»… Γιατί εξασφάλιζε –ακόμα- παράταση στην πρόσβαση στο φωτισμό, στο ζεστό νερό, στην τηλεόραση. Σε «ανέσεις» δηλαδή που τόνιζαν -στους άλλους- την… «υπεροχή» της δικής του «αξιοπρέπειας» έναντι των άλλων «αδύναμων συνανθρώπων» του. Ως πότε όμως;…



Αυτή ήταν άλλωστε και η λέξη που ανέφερε πιο συχνά ο υπουργός στην τηλεοπτική εκπομπή: «αξιοπρέπεια». «Μέριμνα όλων των υπηρεσιών πρέπει να είναι να μη θιγεί η αξιοπρέπεια αυτών των πολιτών που έχουν ανάγκη», είπε τρεις και τέσσερις, μπορεί και πέντε φορές. Ανακοίνωσε καινούργιες επιτροπές (στους δήμους) που θα αποφασίζουν να μην κόβεται το ρεύμα, αρκεί οι κάτοχοι των μετρητών της ΔΕΗ να είχαν εγγραφεί μέχρι την 1η Νοέμβρη σε κάποιους «καταλόγους κοινωνικής αλληλεγγύης» (και «αξιοπρέπειας»;…) στους δήμους και στην εκκλησία. «Στόχος της κυβέρνησης και της πολιτείας είναι να μη μείνει κανένας συμπολίτης μας χωρίς ρεύμα», είπε ο υπουργός («και χωρίς αξιοπρέπεια», συμπλήρωσε ο άνεργος Χ.). Μίλησε επίσης για το ρόλο των κοινωνικών λειτουργών των «κοινωνικών υπηρεσιών» των δήμων, για το ρόλο της εκκλησίας και για την «ευαισθησία» που «πρέπει όλοι οι πολίτες να δείξουν» απέναντι στους γείτονές τους που «έχουν ανάγκη». Όμως με «προσεκτικές κινήσεις» (επαναλάμβανε συνεχώς ο κ. υπουργός) για «να μη θιγεί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια» των «αδύναμων». Ο κ. Παπαδάκης τον διέκοπτε συχνά ρωτώντας με έκδηλη αγωνία, για «τεχνικές» λεπτομέρειες, όρους και προϋποθέσεις, παρουσιάζοντας παραδείγματα διαφόρων «περιπτώσεων» και κατακεραυνώνοντας την γραφειοκρατία «αυτού του κράτους», ενώ συνηγορούσε και αυτός υπέρ της «διασφάλισης με κάθε τρόπο» της προστασίας της «αξιοπρέπειας των συμπολιτών μας».

Η κ. Πατριανάκου μίλησε κάποια στιγμή για «ευαισθησία του πρωθυπουργού» κ. Σαμαρά μπροστά σε αυτές τις «δύσκολες συνθήκες που ΠΕΡΝΑΜΕ σε αυτή τη χώρα», όμως ούτε ο κ. Παπαδάκης, ούτε κάποιος άλλος κύριος ή κυρία από το «πάνελ», την διέκοψαν (προφανώς από αξιοπρέπεια…) κάνοντάς της την πιο απλή και αυτονόητη ερώτηση. Την ερώτηση που την ίδια στιγμή «της έκανε» (βρίζοντας χωρίς αξιοπρέπεια…) από το σπίτι του ο άνεργος Χ. «Ποιες είναι οι δύσκολες συνθήκες στις οποίες ζείτε ΕΣΕΙΣ κ. Πατριανάκου; Περιγράψτε μας παρακαλώ έστω μια κυρία μου!»… Στη συνέχεια η κ. Πατριανάκου αναρωτιόταν φωναχτά «ποιον να πιστέψει ο ελληνικός λαός; τον κ. Τσίπρα ή τον κ. Λαφαζάνη;». Ο κ. Λαφαζάνης από δίπλα της ωρυόταν για τους ανθρώπους που «θα πεθάνουν τις επόμενες μέρες από το κρύο» και την «αναλγησία» της «κυβέρνησης των μνημονίων». Η κ. Πατριανάκου κατηγορούσε με τη σειρά της τον Κ. Λαφαζάνη για «λαϊκισμό» και για μερικά λεπτά κανένας δεν άκουγε καθαρά τι έλεγαν, όμως σίγουρα αυτά που έλεγαν καθόλου δεν αφορούσαν επί της ουσίας τη ζωή και την αξιοπρέπεια του άνεργου Χ., παρά μόνο πρόσθεταν γράδα στην ήδη ανεβασμένη πίεσή του. Και τότε, ο κ. Παπαδάκης έβαλε μια φωνή και ο δικομματικός «καυγάς» έπαψε. Καθώς διαλυόταν ο κουρνιαχτός, ο δημοσιογράφος έδωσε τον λόγο στην κ. Ράζου που τόση ώρα παρακολουθούσε υπομονετικά αυτή την παράσταση «ανθρωπιάς» και «ευαισθησίας» χωρίς να παρεμβαίνει. Μόλις ξεκίνησε να μιλάει για κάποιες πολιτικές που σπρώχνουν τους ανθρώπους στην εξαθλίωση κλπ, ο κ. Παπαδάκης τη διέκοψε εσπευσμένα διότι «έπρεπε» να «πάμε σε διαφημίσεις». Στο σημείο αυτό ο άνεργος Χ. έχασε την υπομονή του και άλλαξε κανάλι.

Το «δίδυμο της πρωινής ενημέρωσης» είχε καλεσμένους τον κ. Μπέζα, τον κ. Σκουρλέτη τον κ. Λιάρο (τον πρώην πράσινο παρουσιαστή «ειδήσεων» του Μέγκα και νυν πράσινο μαυρογιαλούρο) και την κ. Κουντουρά. Αυτοί συζητούσαν για τον προϋπολογισμό. Ο κ. Σκουρλέτης σφυροκοπούσε τη «μνημονιακή πολιτική» της κυβέρνησης. Ο κ. Μπέζας κατηγορούσε τον κ. Σκουρλέτη λες και ο κ. Σκουρλέτης ήταν ο υπουργός της κυβέρνησης. Ο κ. Λιάρος «εγκωμίαζε» τον Μανώλη Γλέζο γιατί (νόμιζε πως) έτσι επιτιθόταν από θέση ισχύος στον ΣΥΡΙΖΑ, ενώ είχε για οπισθοφυλακή την αβάντα των παρουσιαστών (του «διδύμου της πρωινής ενημέρωσης» είπαμε). Ο κ. Σκουρλέτης υπεραμυνόταν των προεκλογικών εξαγγελιών του ΣΥΡΙΖΑ λέγοντας τι προϋπολογισμό θα φτιάξει «αύριο» το κόμμα του που «θα είναι στην κυβέρνηση». Ο κ. Μπέζας τον ρώτησε «πόσο διαφορετικός μπορεί να είναι ο δικός σας προϋπολογισμός όταν για να εγκριθούν οι προϋπολογισμοί των κρατών της ευρωζώνης χρειάζονται πρώτα την έγκριση του κεντρικού διευθυντηρίου» (της ΕΕ); Ο κ. Σκουρλέτης παραδέχτηκε πως έτσι είναι, αλλά… «είναι ένα ζήτημα ποια Ευρώπη (ΕΕ) θέλουμε» κλπ, κατηγορώντας τη Μέρκελ και την κυβέρνηση Σαμαρά που «πρόσδεσε τη χώρα στο άρμα της» κλπ. Μπέζας και Λιάρος φώναζαν περιπαικτικά «μέχρι να αλλάξει ο ΣΥΡΙΖΑ την Ευρώπη να μας πει τι θα γίνει στη χώρα», ο κ. Σκουρλέτης σιωπούσε χαμογελώντας ειρωνικά και τότε ο άνεργος Χ. που από ώρα ένιωθε να προσβάλλουν βάναυσα την αξιοπρέπειά του, επέστρεψε με ένα κλικ στον κ. Παπαδάκη που έκλεινε την δική του εκπομπή προαναγγέλλοντας το (τελευταίο) ρεπορτάζ, στο οποίο…

…η νεαρά ξανθιά «κυρία προέδρου» του τηλεοπτικού καναλιού, και παρουσιάστρια «φιλανθρωπικής »εκπομπής στο κέντρο μιας χλιδάτης αίθουσας (πιθανώς) ξενοδοχείου, μοίραζε επιταγές σε κουστουμαρισμένους κυρίους και κυρίες με βαμμένα χοντρά μάγουλα και χοντρούς λαιμούς τυλιγμένους με επίσης χοντρά κολιέ, που εκπροσωπούσαν «ιδρύματα αναξιοπαθούντων» και «κοινωνικά αποκλεισμένων –πλην αξιοπρεπών- συνανθρώπων μας». Τα χρήματα που μοίραζε η απαστράπτουσα «κυρία προέδρου» στους φτωχούς και άρρωστους, δεν ήταν δικά της ή του ζάπλουτου συζύγου της, αλλά (κατά δήλωση της ίδιας) των τηλεθεατών που δείχνοντας ευαισθησία στον πόνο των συνανθρώπων τους, υπερασπίζονταν την «αξιοπρέπειά» τους συμμετέχοντας σε «τηλεμαραθώνιους αγάπης». Μετά από πολλά πλάνα στα οποία η «κυρία προέδρου» μοίρασε πολλές επιταγές και πολλά φιλιά στους εκπροσώπους που περιγράψαμε πιο πάνω, ακολούθησαν οι δηλώσεις «ευγνωμοσύνης» των ίδιων εκπροσώπων και η εκπομπή έλαβε τέλος.

Ο άνεργος Χ. δεν ένιωθε καλά, όπως κάθε φορά που έκανε το λάθος να ανοίξει την τηλεόραση σε «πολιτική» εκπομπή. Σηκώθηκε μουρμουρίζοντας και ανακατεύοντας βρισιές και επιφωνήματα, έκλεισε την τηλεόραση, και πήγε και στάθηκε όρθιος μπροστά στο τζάμι που χτυπούσε πια για τα καλά ο ήλιος. Μια λέξη στριφογυρνούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο μυαλό του χτυπώντας από δω κι από κει στα τοιχώματα του κρανίου του σα να ήθελε να τα σπάσει: «Α ξ ι ο π ρ έ π ε ι α»! Ούτε οι αχτίνες του ήλιου που τον ζέσταιναν μέσα από το τζάμι κατάφεραν να μαλακώσουν την οργή του. Σκεφτόταν πόσο διαφορετικές μπορεί να ακούγονται οι λέξεις αναλόγως τα στόματα που τις προφέρουν. Με πόσες ακαθαρσίες μπορούν να τις μολύνουν, αυτοί που τις κακοποιούν, κάνοντάς τις να ακούγονται αποκρουστικές και να «πέφτουν» σαν κατάρες. «Για ποια α ξ ι ο π ρ έ π ε ι α μιλάτε ρε;!», έλεγε και ξανάλεγε χτυπώντας τη γροθιά του στο τζάμι. «Άμα είχαν στ’ αλήθεια αξιοπρέπεια όλοι αυτοί θα ντρέπονταν να ακούνε να κάνουν πως «νοιάζονται» γι’ αυτούς εκείνοι που τους κλέβουν το ψωμί. Δεν θα ανέχονταν να ορίζουν τις μέρες και τις νύχτες τους δήμαρχοι, παπάδες και φιλάνθρωπες μεγαλοκυράδες. Άμα είχαν στ’ αλήθεια αξιοπρέπεια δεν θα την ξεπούλαγαν στα ίδια τα αποβράσματα που εκποιούν τις ζωές τους. Δεν τη θέλω ρε τέτοια «αξιοπρέπεια», κρατήστε τη ολοδική σας, σας τη χαρίζω!»…φώναξε δυνατά και βγήκε έξω να τον χτυπήσει ο κρύος αέρας.

ΥΓ. Τα στοιχεία του «ανέργου Χ.» βρίσκονται στη διάθεση του ιστολογίου.
 

Καταδικάζετε τη Βία Από ‘Κει Που Προέρχεται;



Αναδημοσίευση από τον Παραναγνώστη

…και τα κλειδιά στο χέρι (της τράπεζας)


Μάλιστα, λοιπόν, Η κυρία δικαστίνα τής Χαλκίδας αποφάσισε ότι η τράπεζα (εν προκειμένω η Eurobank) δικαιούται να βγάλει στο σφυρί το σπίτι κάποιου άνεργου, επειδή η γυναίκα του είχε πάρει ένα δάνειο το οποίο δεν αποπληρωνόταν κανονικά. Παλιότερα, η δανειολήπτρια είχε προσφύγει στην προστασία τού “νόμου Κατσέλη” και είχε ρυθμίσει το δάνειό της με μηνιαίες δόσεις των 80 ευρώ αλλά ούτε κι αυτές τις χαμηλές δόσεις μπόρεσε να εξυπηρετήσει. Και πώς να τις εξυπηρετήσει, δηλαδή, όταν ολόκληρη οικογένεια διαθέτει μηνιαίο εισόδημα 400 ευρώ; Η δικαστίνα, όμως, αποφάσισε ότι και το σπίτι θα βγει στο σφυρί και οι μηνιαίες δόσεις πρέπει να αναπροσαρμοστούν από τα 80 στα 100 ευρώ. Όμορφα.

[Πρώτη παρένθεση για να θυμηθούμε την ανεπανάληπτη αποστροφή τού Μπρεχτ από την Όπερα της πεντάρας “Τί είναι η ληστεία μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυσή της;” και συνεχίζουμε.]



Το ξέρουμε ότι πλησιάζει απειλητικά η μέρα που οι τράπεζες θ’ αρχίσουν να παίρνουν τα σπίτια του κοσμάκη. Ό,τι κι αν λένε οι κυβερνώντες κι όσο ψευτοτσαμπουκά να πουλάνε στην τρόικα, τα πάντα είναι δρομολογημένα. Τί σημασία έχει το ξεσπίτωμα μερικών χιλιάδων φουκαράδων μπροστά στην σωτηρία των τραπεζών; Οι τράπεζες πρέπει να σωθούν. Οι τράπεζες επιβάλλεται να σωθούν, καθ’ ότι αποτελούν την κεντρική κολώνα τού καπιταλισμού. Άλλωστε, λόγω αυτής της αναγκαιότητας είναι που από το 2008 (Ν.3723/2008 “Ενίσχυση ρευστότητας της οικονομίας για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης”) η χώρα μας έχει τροφοδοτήσει το τραπεζικό της σύστημα με:

(α) 4,5 δισ. ευρώ ζεστό χρήμα για τις προνομιούχες μετοχές των πιστωτικών ιδρυμάτων, τις οποίες ανέλαβε το ελληνικό δημόσιο,
(β) 127,3 δισ. ευρώ με τη μορφή εγγυήσεων του ελληνικού δημοσίου για δάνεια που είχαν πάρει οι ελληνικές τράπεζες,
(γ) 10, 5 δισ. ευρώ με τη μορφή ειδικών τίτλων προς τα πιστωτικά ιδρύματα και
(δ) 2,4 δισ. ευρώ τα οποία έχουν εγγραφεί ως ειδικοί τίτλοι αλλά δεν έχουν εξοφληθεί ακόμη. 

[Δεύτερη παρένθεση για να απαντήσω σε όσους υποστηρίζουν ότι οι εγγυήσεις δεν είναι λεφτά. Διαφωνώ αλλά ας το προσπεράσουμε. Για το δάνειο εκείνου του φουκαρά από την Χαλκίδα, γιατί δεν εγγυάται το κράτος κατά τον ίδιο τρόπο; Για το στεγαστικό το δικό μου; Για το επαγγελματικό τού γείτονά μου; Για το φοιτητικό τής ανηψιάς μου; Μόνο για τις τράπεζες εγγυάται το κράτος; Και μάλιστα, με βάσεις αυτές τις εγγυήσεις παίρνουν οι τράπεζες δανεικά από την ΕΚΤ με επιτόκιο 1% και αγοράζουν κρατικά ομόλογα με 5,5% απόδοση. Το καταλάβαμε; Πάμε παρακάτω.]

Συνελόντι ειπείν: η Ελλάδα τής κρίσης, της φτώχειας, της ανεργίας, των 500 ευρώ μισθών και των 360 ευρώ συντάξεων, ενίσχυσε τις τράπεζες με 145 δισεκατομμυριάκια μέσα σε μια πενταετία. Κι επειδή αυτά τα λεφτά φαίνεται πως είναι λίγα (αν και μιλάμε για το 80% του ΑΕΠ!), οι τράπεζες πήραν επί πλέον:


(α) 125 δισ. από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προς ενίσχυση της ρευστότητάς τους,
(β) 18 δισ. από το κούρεμα και
(γ) 50 δισ. από την ανακεφαλαιοποίησή τους.


Αφού, λοιπόν, οι τράπεζες δεν έλυσαν τα προβλήματά τους παρ’ ότι μπούκωσαν με 340-τόσα δισεκατομμύρια, έρχεται η “ανεξάρτητη” δικαιοσύνη (στο έργο της οποίας δεν επιτρέπεται καμμία παρέμβαση, σύμφωνα με τον υπουργό δικαιοσύνης) και αποφασίζει ότι ο κάθε φουκαράς που δυσκολεύεται να βρει ένα πιάτο φαΐ, οφείλει να συνδράμει στην στήριξή τους παραδίδοντας ως και τα κλειδιά τού σπιτιού του στο χέρι τους. Πολύ όμορφα.

Δεν ξέρω τι είδους σκέψεις σάς φέρνουν στο μυαλό τα παραπάνω αλλά σας θυμίζω ότι πρέπει να καταδικάζουμε την βία απ’ όπου κι αν προέρχεται…


Υστερόγραφο: Επειδή εκείνα τα 145 δισ. μου κάθονται στον λαιμό, παραθέτω για σύγκριση μερικά από τα κονδύλια του υπό συζήτηση προϋπολογισμού για το 2014: 


– Μισθοί και συντάξεις: 18,4 δισ. (ίσως και λιγώτερα αν “διατεθούν” μερικές χιλιάδες εργαζόμενοι παραπάνω ή πεθάνουν μερικοί συνταξιούχοι παραπάνω)
– Κοινωνική ασφάλιση και περίθαλψη: 13,2 δισ. (ίσως και λιγώτερα αν ο Άδωνις κλείσει μερικά νοσοκομεία παραπάνω)
– Έμμεσοι φόροι: 24,5 δισ. 
– Άμεσοι φόροι: 21,3 δισ.




Πηγή:Cogito ergo sum

 

Αποδομώντας το μύθο της ευθύνης των δημοσίων υπαλλήλων (Β’ μέρος)

Δείτε το Α’ μέρος εδώ


6.      Εργασιακές σχέσεις στον ελληνικό δημόσιο τομέα


Ο δημόσιος τομέας στην Ελλάδα χωρίζεται σε δύο μέρη: στο στενό και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Ο στενός δημόσιος τομέας – δηλαδή η γενική κυβέρνηση – περιλαμβάνει τα υπουργεία, τη δημόσια εκπαίδευση, το εθνικό σύστημα υγείας, τις τοπικές και περιφερειακές αυτοδιοικήσεις, τις ανεξάρτητες αρχές και τους δημόσιους οργανισμούς που τελούν υπό την εποπτεία υπουργείων. Ο ευρύτερος δημόσιος τομέας περιλαμβάνει τις Δημόσιες Επιχειρήσεις Κοινής Ωφέλειας (ΔΕΚΟ) όπως είναι οι επιχειρήσεις κρατικής ιδιοκτησίας: ΔΕΗ, ΟΣΕ, ΕΥΔΑΠ κ.ά. (Olsen, 1996: 58; Karakioulafis, 2008). 

Το κράτος αποτελεί το μεγαλύτερο εργοδότη καθώς απασχολεί περίπου το 1/5 του εργατικού δυναμικού (βλ. Διάγραμμα 1).

Διάγραμμα 1. Δημόσια Απασχόληση στην Ελλάδα ως % του Εργατικού Δυναμικού (2000, 2008)

Πηγή: OECD (2011c: 103). Επεξεργασία δική μας (Γ.Ζ., Γ. Οι.).

Σημειώσεις: Οι υπολογισμοί βασίζονται στα διαθέσιμα στοιχεία από 25 χώρες μέλη του OECD.
Μη διαθέσιμα ή ανεπαρκή στοιχεία για Αυστραλία, ΗΠΑ, Χιλή, Πορτογαλία, Αυστρία, Κορέα, Βέλγιο, Ουγγαρία, Σουηδία.

Υπάρχουν τρεις διαφορετικοί τύποι σχέσεων απασχόλησης. Ο πρώτος περιλαμβάνει τους
μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους. Ο δεύτερος αφορά στους εργαζόμενους με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ο τρίτος τύπος αναφέρεται στους εργαζόμενους υπό καθεστώς συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. (βλ. Olsen, 1996: 58).

Οι δημόσιοι υπάλληλοι οργανώνονται στην Ανώτατη Διοίκηση Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων (ΑΔΕΔΥ) η οποία αποτελείται από 45 ομοσπονδίες (στις οποίες αντιστοιχούν 1260 πρωτοβάθμιες ενώσεις) και από 51 νομαρχιακά τμήματα (Παλαιολόγος, 2006: 134-135; ΑΔΕΔΥ). Οι υπόλοιποι εργαζόμενοι – υπό καθεστώς συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου – οργανώνονται στη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ) στην οποία εντάσσονται, επίσης, και οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα. Έτσι, στα συνδικάτα του ιδιωτικού τομέα συμπεριλαμβάνονται και τα συνδικάτα των ΔΕΚΟ που μαζί με αυτά των τραπεζών (ΟΤΟΕ) παραδοσιακά εμφανίζουν ιδιαίτερα υψηλή συνδικαλιστική πυκνότητα αποτελώντας τον ισχυρό πυλώνα της ΓΣΕΕ. Πρέπει να σημειωθεί πως τα συνδικάτα του δημόσιου τομέα αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος (Zambarloukou, 2010: 238). Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία για το έτος 2008, η συμμετοχή στα συνδικάτα (συνδικαλιστική πυκνότητα) των δημοσίων υπαλλήλων υπολογίζεται σε 60% (περίπου 235.000 εργαζόμενοι) ενώ στα συνδικάτα του ιδιωτικού τομέα 18% (περίπου 465.000 εργαζόμενοι) (βλ. Visser, 2011; OECD, 2011c: 103; OCED online database).


Παρά το γεγονός ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν το δικαίωμα να οργανώνονται σε συνδικάτα και να απεργούν, μέχρι το 1999 η ΑΔΕΔΥ ή οι άλλες ομοσπονδίες και τα συνδικάτα των δημοσίων υπαλλήλων δεν είχαν το δικαίωμα συμμετοχής σε συλλογικές διαπραγματεύσεις καθώς και της σύναψης συλλογικών συμβάσεων (Ioannou, 1996: 511). Η κυβέρνηση καθόριζε μονομερώς το ύψος των μισθών και τους όρους απασχόλησης των δημοσίων υπαλλήλων σύμφωνα με την οικονομική της πολιτική. Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση και στην ΑΔΕΔΥ είχαν μόνο ανεπίσημο χαρακτήρα (Olsen, 1996: 59, 61). Με το νόμο 2738/1999 θεσμοθετήθηκε η δυνατότητα συμμετοχής των δημοσίων υπαλλήλων σε συλλογικές διαπραγματεύσεις. Αντικείμενο των συλλογικών διαπραγματεύσεων που αφορούν στους δημοσίους υπαλλήλους είναι μόνο οι συνθήκες εργασίες και όχι οι μισθοί οι οποίοι καθορίζονται με νομοθετικές ρυθμίσεις (Karakioulafis, 2008).  

Οι εργαζόμενοι στις ΔΕΚΟ – που απασχολούνται υπό καθεστώς συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου – καλύπτονται από συλλογικές διαπραγματεύσεις και συμβάσεις και έχουν το δικαίωμα προσφυγής στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) (Olsen, 1996: 60), όπως ισχύει και για τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα. Στις διαπραγματεύσεις από τις οποίες προκύπτουν οι συλλογικές συμβάσεις συμμετέχουν οι ηγεσίες των ομοσπονδιών τους (ή των πρωτοβάθμιων συνδικάτων) και οι εκπρόσωποι των διοικήσεων των ΔΕΚΟ.   

7.      Η κρίση δημοσίου χρέους στην Ελλάδα και ο χαρακτήρας της κρατικής παρέμβασης

Η κρίση χρέους στην Ελλάδα, δεν αποτελεί παρά έκφραση της καπιταλιστικής κρίσης (και της κρίσης της Ευρωζώνης) που έχει ξεσπάσει σε παγκόσμιο επίπεδο από το 2008, δείχνοντας παράλληλα και τα όρια του νεοφιλελεύθερου μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης. Σύμφωνα με την έκθεση του ΔΝΤ την περίοδο 2001-2009 «ο υπερβολικός δανεισμός από τις διεθνείς αγορές ομολόγων οδήγησε στην αύξηση του χρέους της γενικής κυβέρνησης από 100 σε 130% του ΑΕΠ» (IMF, 2012: 4). Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις, το 2011 το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε 165% του ΑΕΠ, ενώ το 2010 ανήλθε περίπου σε 145% του ΑΕΠ (Τράπεζα της Ελλάδος, 2012: 120). Το ελληνικό ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης είναι υψηλότερο συγκριτικά με της χώρες της ευρωζώνης και την ΕΕ των 27 χωρών (Eurostat).

Στην εισηγητική έκθεση του προϋπολογισμού για το έτος 2011 επισημαίνεται πως έπειτα από την ενσωμάτωση των ΔΕΚΟ στις δαπάνες γενικής κυβέρνησης,  το αναθεωρημένο έλλειμμα της ελληνικής οικονομίας για το έτος 2009 ανήλθε σε 15,4% του ΑΕΠ. Ο στόχος των κυβερνήσεων είναι το έλλειμμα να ανέλθει το 2014 σε 3% του ΑΕΠ μέσω της εφαρμογής των δημοσιονομικών στόχων που έθεσε το πρώτο μνημόνιο (Υπουργείο Οικονομικών, 2011: 25, 27, 29). Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί πως η αύξηση του ελλείμματος το 2009 ως ποσοστό του ΑΕΠ, οφείλεται λιγότερο στην αναταξινόμηση των δημόσιων επιχειρήσεων και την εγγραφή πολλών από αυτές στις δαπάνες γενικής κυβέρνησης, και περισσότερο στην ύφεση, δηλαδή, στη μείωση του ΑΕΠ (Λαπατσιώρας & Σωτηρόπουλος, 2011: 111-112). 

Τα τρία Μνημόνια, που ακολούθησαν την προσφυγή της Ελλάδας στο μηχανισμό στήριξης της τρόικας (ΔΝΤ- Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) το 2010, επιβάλλουν τη μείωση του ελλείμματος μέσω της μείωσης των δημοσίων δαπανών και της μείωσης/συρρίκνωσης του ίδιου του δημόσιου τομέα.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, πέραν της μείωσης των δημοσίων δαπανών, αλλά σε συμφωνία με αυτήν, η προσπάθεια για την αναδιάρθρωση του Ελληνικού δημόσιου τομέα έλαβε χώρα και πριν ή ανεξάρτητα από την επιβολή των Μνημονίων. Για παράδειγμα, ο νόμος 2889/2001για την αναμόρφωση του εθνικού συστήματος υγείας και οι νόμοι 4009/2011 και 4076/2012 για την αναμόρφωση της δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αντανακλούν την υιοθέτηση των νέων μορφών διοίκησης στον ελληνικό δημόσιο τομέα (ήτοι αφενός επιχειρηματικά/αγοραία κριτήρια λειτουργίας και αφετέρου υιοθέτηση νέων μορφών διοίκησης). Σύμφωνα με την Μαρκαντωνάτου, (2011: 72), οι  νέες αρχές δημόσιας διοίκηση που υιοθετούνται «‘διατρέχουν’ τα Μνημόνια Ι έως ΙΙΙ (…) και τείνουν να λειτουργήσουν ως το θεωρητικό υπόβαθρο» των προωθούμενων μεταρρυθμίσεων (βλ. κράτος ως «μιμητής των πρακτικών των εργασιακών σχέσεων του ιδιωτικού τομέα). Δεδομένου, ωστόσο, ότι η κυβέρνηση ενεργεί όχι μόνο ως «μιμητής» των πρακτικών του ιδιωτικού τομέα αλλά και ως «πρότυπος εργοδότης», οι μεταρρυθμίσεις που αφορούν στη δημόσια απασχόληση και τις αμοιβές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα αποτελούν ταυτόχρονα και προϋπόθεση για την επιβολή των νεοφιλελεύθερων μέτρων στις εργασιακές σχέσεις του ιδιωτικού τομέα (Κουζής, 2010a:16; 2010b:2092011: 7-8).

Στην ανάλυση που ακολουθεί, εστιάζουμε στις αλλαγές που επηρεάζουν άμεσα τις εργασιακές σχέσεις στο δημόσιο τομέα μέσω της αναμόρφωσης των όρων και συνθηκών της δημόσιας απασχόλησης.

      8.      Οι παρεμβάσεις στη δημόσια απασχόληση και τις αμοιβές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα μετά τα Μνημόνια

Η δημοσιονομική προσαρμογή αποτελεί τον βασικό στόχο των προγραμμάτων προσαρμογής που έχουν επιβληθεί από την τρόικα. Τα Μνημόνια και οι νόμοι που τα ακολούθησαν έχουν ενσωματώσει αυτό το στόχο.

Οι βασικές παρεμβάσεις στο δημόσιο τομέα όσον αφορά στη δημόσια απασχόληση και τις αμοιβές είναι οι ακόλουθες:
·         Η δέσμευση σχετικά με τις ιδιωτικοποιήσεις των ΔΕΚΟ (Νόμος 3986/2011, Νόμος 4046/2012). Αυτή η εξέλιξη αναμένεται ότι θα επηρεάσει καθοριστικά τη δύναμη των συνδικάτων στις δημόσιες επιχειρήσεις.
·         Η υιοθέτηση του μέτρου «1 πρόσληψη ανά 5 συνταξιοδότησης» μέχρι το 2015 (Νόμος 3833/2010, Νόμος 3845/2010, Νόμος 3899/2010, Νόμος 4024/2011, Νόμος 4046/2012 και ο πρόσφατος Νόμος 4093/2012 δηλαδή το 3ο Μνημόνιο). Επιπροσθέτως, νομοθετήθηκε η μείωση κατά 20% για τα έτη 2013 και 2014 και κατά 10% για τα έτη 2015 και 2016  (50% για το έτος 2011) των προσλήψεων στο δημόσιο τομέα εργαζομένων υπό καθεστώς συμβάσεων ορισμένου χρόνου και σύμβασης ανάθεσης έργου (Νόμος 3899/2010, Νόμος 3986/2011, Νόμος 4093/2012). Οι προσλήψεις σε ΟΤΑ και ΝΠΙΔ μόνιμου προσωπικού ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ΥΕ και ΔΕ, έχουν ανασταλεί μέχρι το 2016 (Νόμος 4093/2012). Οι παραπάνω ρυθμίσεις σε συνδυασμό με την εργασιακή εφεδρεία αναμένεται να οδηγήσουν σε δραστική μείωση της δημόσιας απασχόλησης.
·         Η εισαγωγή της εργασιακής εφεδρείας (Νόμος 3986/2011). Το εν λόγω μέτρο ισοδυναμεί με αναγγελία απολύσεων (Νόμος 4024/2011, Νόμος 4093/2010), στοχεύοντας στη μείωση της συνολικής απασχόλησης στο δημόσιο τομέα κατά 150.000 εργαζόμενους μέχρι το 2015 (Νόμος 4046/2012). Επιπλέον, καταργούνται οι οργανικές θέσεις εργαζομένων που τελούν υπό καθεστώς προ-συνταξιοδοτικής διαθεσιμότητας (Νόμος 4024/2011) και εργαζομένων που μετατάσσονται (Νόμος 4093/2012).  Το ίδιο ισχύει και για όσους μετατάσσονται σε άλλες υπηρεσίες σε καθεστώς εφεδρείας (Νόμος 4093/2012). Η κατάργηση της μονιμότητας για τους εργαζόμενους στις ΔΕΚΟ (Νόμος 4046/2012) αποτελεί επίσης αναγγελία μελλοντικών απολύσεων και περεταίρω συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα.
·         Η αύξηση των ορίων ηλικία συνταξιοδότησης για το δημόσιο τομέα (Νόμος 3863/2010), οδήγησε πολλούς δημοσίους υπαλλήλους στην εθελούσια έξοδο. Το 3ο Μνημόνιο αύξησε το γενικό όριο συνταξιοδότησης στο 67ο έτος (Νόμος 4093/2012). 
·         Η μείωση όλων των τύπων των αμοιβών (επιδομάτων κλπ) των δημοσίων υπαλλήλων και των στρατιωτικών κατά 8% και η μείωση των πάσης φύσεως αμοιβών των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ, στους συνεταιρισμούς κλπ. κατά 3% (Νόμος 3845/2010).
·         Η μείωση των αμοιβών των δημοσίων υπαλλήλων μέσω της εισαγωγής του ενιαίου μισθολογίου (Νόμος 4024/2011) η οποία και επεκτάθηκε στους εργαζόμενους των ΔΕΚΟ (Νόμος 4093/2012). 
·          Η μείωση των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και άδειας για τους δημοσίους υπαλλήλους με το Νόμο 3845/2010 ακολούθησε η πλήρης κατάργησή τους με το 3ο Μνημόνιο (Νόμος 4093/2012). Παράλληλα, υπάρχει η δέσμευση για περεταίρω μείωση του εργατικού κόστους στον δημόσιο τομέα, εφόσον αυτό κριθεί απαραίτητο (Νόμος 4046/2012). Η μισθολογική δαπάνη για τις ΔΕΚΟ μειώθηκε στο διάστημα 2009-2010 κατά 15%.
·         Το πάγωμα των μισθών για τα έτη 2010-2011 (Νόμος 3871/2010, Νόμος 3899/2010).
·         Η ενθάρρυνση της διεύρυνσης της χρήσης της μερικής απασχόλησης τόσο στον ιδιωτικό (Νόμος 3846/2010; Νόμος 3899/2010) όσο και στο δημόσιο τομέα (Νόμος 3986/2011). 
·         Η αύξηση του εργάσιμου χρόνου για τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα από 37,5 σε 40 ώρες εβδομαδιαίως (Νόμος 3979/2011).
·         Η ακύρωση των όρων των συλλογικών συμβάσεων ή των διαιτητικών αποφάσεων που προέβλεπαν μισθολογικές αυξήσεις για τους εργαζόμενους των ΔΕΚΟ (Νόμος 3833/2010 Νόμος 3871/2010; Νόμος 3899/2010). Αναιρείται επομένως ο δεσμευτικός χαρακτήρας των συλλογικών συμβάσεων ή διαιτητικών αποφάσεων.

9.      Κριτικές παρατηρήσεις για τις επιβαλλόμενες μεταρρυθμίσεις

9.1. Φορολογικά έσοδα και δαπάνες

Οι μεταρρυθμίσεις που επιβλήθηκαν από το ελληνικό κράτος και την τρόικα, βασίζονται στην υποτιθέμενη διόγκωση του ελληνικού δημόσιου τομέα, το μέγεθος του οποίου εκφράζεται μέσω των δημοσίων δαπανών. Οι δημόσιες δαπάνες θεωρούνται ως η βασική αιτία για το δημόσιο έλλειμμα και χρέος.

Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη ως δείκτη του μεγέθους του κράτους τις δημόσιες δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ, παρατηρούμε από το Διάγραμμα 2 πως την περίοδο 2000-2011, το μέγεθος του δημόσιου τομέα στην Ελλάδα ακολουθεί το μέσο μέγεθος του δημόσιου τομέα των 27 χωρών της ΕΕ. Η απότομη αύξηση του συνόλου των δαπανών γενικής κυβέρνησης το 2009 ως ποσοστό του ΑΕΠ, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ήταν αποτέλεσμα της μείωσης του ΑΕΠ λόγω της ύφεσης και της καταγραφής των δημοσίων επιχειρήσεων στη γενική κυβέρνηση, σύμφωνα με την αναθεώρηση των στοιχείων από τη Eurostat σχετικά με το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης.[8]

Διάγραμμα 2. Συνολικές Δαπάνες Γενικής Κυβέρνησης, 2000 -2011 ως ποσοστό του ΑΕΠ
Πηγή: Eurostat

Επιπλέον, όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 1, τόσο η απασχόληση στη γενική κυβέρνηση όσο και η συνολική δημόσια απασχόληση στην Ελλάδα ως ποσοστό του εργατικού δυναμικού ήταν μικρότερη από τον αντίστοιχο μέσο όρο των 25 χωρών του OECD το 2000. Το 2008, η συνολική απασχόληση στο δημόσιο τομέα είναι ελάχιστα υψηλότερη στην Ελλάδα σε σχέση με τον αντίστοιχο μέσο όρο των 25 χωρών του OECD.

Όπως γίνεται φανερό από Διάγραμμα 3, το πραγματικό πρόβλημα του δημόσιου ελλείμματος εντοπίζεται στα δημόσια έσοδα. Τα συνολικά έσοδα της γενικής κυβέρνησης στην Ελλάδα για το διάστημα 2000-2011 είναι κατά πολύ χαμηλότερα από τον αντίστοιχο μέσο όρο των 27 χωρών της ΕΕ (βλ. αναλυτικότερα Λαπατσιώρας κ.ά, 2011: 138-141).

Διάγραμμα 3. Συνολικά Έσοδα Γενικής Κυβέρνησης, 2000 -2011 ως ποσοστό του ΑΕΠ
Πηγή: Eurostat

      9.2. Φόροι επί της εργασίας και του κεφαλαίου στην Ελλάδα και την ΕΕ-27

Στο Διάγραμμα 4 μπορούμε να δούμε ότι η φορολογία επί του κεφαλαίου ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώνεται μέσα στη δεκαετία του 2000 και εξακολουθεί να μειώνεται τη διετία 2009-2010 παρά την κρίση χρέους, παραμένοντας ελάχιστα υψηλότερη από τον αντίστοιχο μέσο όρο των 27 χωρών της ΕΕ. Αντίθετα, η φορολογία επί της εργασίας ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει αυξηθεί στη διάρκεια της δεκαετίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι καίτοι η φορολογία επί της εργασίας είναι σημαντικά χαμηλότερη από την αντίστοιχη των 27 χωρών της ΕΕ, η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας έχει αυξηθεί σημαντικά αν λάβουμε υπόψη μας ότι οι έμμεσοι φόροι αποτελούν ένα σημαντικό και αυξανόμενο τμήμα της συνολικής φορολογίας. Στο Διάγραμμα 5 μπορούμε να δούμε ότι στην Ελλάδα οι έμμεσοι φόροι ως ποσοστό της συνολικής φορολογίας είναι αρκετά υψηλότεροι συγκριτικά με τις χώρες της ευρωζώνης και της 27 χώρες της ΕΕ.[9]

Διάγραμμα 4. Φορολογία επί της Εργασία και του Κεφαλαίου ως % της συνολική φορολογίας στην Ελλάδα και την ΕΕ-27, 2000-2010
Πηγή: Eurostat (2012b: 225, 235)
Σημείωση: Για ορισμούς των φόρων εργασίας και κεφαλαίου βλέπε Eurostat (2012c: 18-21).
           
Διάγραμμα 5. Έμμεσοι φόροι ως % της συνολικής φορολογίας, 2000-2010
Πηγή: Eurostat (2012b: 187)

      9.3. Φόροι εισοδήματος στην Ελλάδα

Με τη βοήθεια του πίνακα 1 μπορούμε να έχουμε μια σαφέστερη εικόνα της φορολογίας εισοδήματος στην Ελλάδα. Από τον Πίνακα 1 γίνεται σαφές πως οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι επιβαρύνονται με το μεγαλύτερο μέρος της φορολογίας επί του εισοδήματος. Από το οικονομικό έτος 2006 μέχρι το οικονομικό έτος 2010 η φορολογική επιβάρυνση (επί του εισοδήματος) αυξήθηκε για μισθωτούς και συνταξιούχους κατά 7,28%, όταν η φορολογική επιβάρυνση των εισοδημάτων των λοιπών φυσικών προσώπων (ατομικών επιχειρήσεων, ελευθέρων επαγγελματιών κ.λπ.) αυξήθηκε κατά 1,79 %, ενώ των εισοδημάτων (κερδών) των επιχειρήσεων μειώθηκε κατά 9,07%.

Πίνακας 1. Φόροι εισοδήματος Νομικών και Φυσικών Προσώπων ως % της συνολικής φορολογίας εισοδήματος (οικονομικά έτη 2006-2010).
Οικονομικό έτος
Φόροι Νομικών Προσώπων*
Φόροι Φυσικών Προσώπων
Σύνολο
Μισθωτοί /συνταξιούχοι
Λοιποί Φορολογούμενοι**

2006
37,74
48,26
14,00
100
2007
36,33
50,09
13,58
100
2008
35,01
47,95
17,05
100
2009
30,79
52,59
16,62
100
2010
28,67
55,54
15,79
100

Πηγή: Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων (2007: 4; 2008: 2; 2009: 4; 2010: 4; 2011: 4)
* Αναφέρονται στους φόρους επί των εισοδημάτων (κερδών) των ΑΕ, ΕΠΕ, ΟΕ, ΕΕ και Κοινοπραξιών (Βασαρδάνη, 2011: 18.)
** Περιλαμβάνουν φόρους επί των εισοδημάτων μη μισθωτών/μη συνταξιούχων: ιδιοκτήτες ατομικών επιχειρήσεων, ελεύθεροι επαγγελματίες, γεωργοί/ κτηνοτρόφοι, έμποροι/βιομήχανοι/επιτηδευματίες, εισοδηματίες.
Σημείωση: Για ορισμούς επί των διαφόρων κατηγοριών φόρου εισοδήματος βλ. Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων 2011.

            Θα πρέπει να σημειώσουμε πως o συντελεστής φορολόγησης των επιχειρήσεων (επί των αδιανέμητων κερδών) μειώθηκε από 40% το 1994 (Νόμος 2238/1994), σε 35% τα 2004 (Νόμος 3296/2004) και 22% το 2012 (Νόμος 3842/2010), με την προοπτική μείωσης στο επίπεδο του 20% έως το 2014.   

9.4. Η φοροδιαφυγή ως ταξική συμμαχία της αστικής τάξης και των μεσαίων κοινωνικών τάξεων

Το πρόβλημα των χαμηλών φορολογικών εσόδων και η σχετιζόμενη με αυτό φοροδιαφυγή συχνά παρουσιάζεται ως «εθνικό πρόβλημα», που τελικώς «φορτώνεται» στους μισθωτούς που υπόκεινται τα τελευταία χρόνια αβάσταχτη φορολογική επιβάρυνση. 

            Δύο σημαντικές επιπτώσεις της φοροδιαφυγής[10] είναι α) ο περιορισμός της αναδιανεμητικής λειτουργίας της προοδευτικής φορολογίας σε βάρος κυρίως των μισθωτών και των συνταξιούχων και β) η αύξηση των δανειακών αναγκών του κράτους σαν αποτέλεσμα της διαφυγής εσόδων που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν κρατικές δαπάνες (Βασαρδάνη, 2011: 15, βλ. σχετικά και Λαπατσιώρας κ.ά., 2011: 136-137). 

            Σημαντικές ενδείξεις φοροδιαφυγής των επιχειρήσεων παρουσιάζονται από τη Βασαρδάνη (2011: 20-21):  «Όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα, από τις 221.363 επιχειρήσεις που υπέβαλαν φορολογική δήλωση το 2009, οι 97.037 (ή το 44%) δήλωσαν μηδενικά κέρδη, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία (209.311 επιχειρήσεις ή το 95%) δήλωσε φορολογητέα κέρδη κάτω από 120.000 ευρώ. Τα συνολικά δηλωθέντα κέρδη το οικονομικό έτος 2009, τα οποία ανήλθαν σε 16,7 δισεκ. ευρώ, ήταν κατά 14% μειωμένα σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, γεγονός που οδήγησε και σε χαμηλότερη συμμετοχή στην κατανομή των φορολογικών βαρών. Ο μέσος όρος των φορολογητέων κερδών ανήλθε στα 75.485 ευρώ για κάθε επιχείρηση, ενώ το προηγούμενο έτος ο μέσος όρος των φορολογητέων κερδών είχε φθάσει τα 90.895 ευρώ. Αξίζει να σημειωθεί πως, μολονότι τα κέρδη των ελληνικών επιχειρήσεων παρουσίασαν καθοδική τάση κατά την περίοδο 2006 έως και 2009, παρέμειναν σημαντικά υψηλότερα ως ποσοστό του ΑΕΠ σε σύγκριση με άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ, όπως η Αυστρία, το Βέλγιο, η Γερμανία, η Γαλλία και η Ολλανδία».

            Αντίθετα, όπως υποστηρίζουν οι (Matsaganis & Flevotomou (2010: 19-20), η φοροδιαφυγή εισοδημάτων (όπως αυτή αντανακλάται στα δηλωθέντα εισοδήματα) από την πλευρά των μισθωτών[11] ήταν σχεδόν ανύπαρκτη για την περίοδο 2004-2005, καθώς δήλωναν κατά 0,6% μικρότερα εισοδήματα σε σχέση με τα πραγματικά, ενώ στην περίπτωση των συνταξιούχων είναι μηδενική. Σύμφωνα με τους ίδιους, τα δηλωθέντα γεωργικά εισοδήματα και τα προερχόμενα από αυτοαπασχόληση ήταν μικρότερα σε σχέση με τα πραγματικά εισοδήματα κατά 52,9% και 24,4% αντίστοιχα. Η συνολική εισοδηματική φοροδιαφυγή την περίοδο 2004-2005 άγγιξε περίπου το 10%, ποσοστό που αντιστοιχεί σε μειωμένα φορολογικά έσοδα κατά  26,1%. 

            Μια πιο πρόσφατη έρευνα έδειξε πως η φοροδιαφυγή των εισοδημάτων που προέρχεται από αυτοαπασχόληση ήταν το έτος 2009 28 δισ. ευρώ, αντιστοιχώντας στο 31% του ελλείμματος. Στην ίδια έρευνα αναφέρεται πως οι τράπεζες δάνειζαν τους αυτοαπασχολούμενους όχι βάσει του δηλωθέντος εισοδήματος τους αλλά με βάση το πραγματικό εισόδημα που εκτιμούσαν ότι διαθέτουν (Artavanis et al, 2012: 29-30). Το τελευταίο εύρημα αποκαλύπτει και την πρόθεση της αστικής τάξης να διατηρήσει τις συμμαχίες της με τα μικροαστικά στρώματα σε βάρος των δυνάμεων της εργασίας. 

            Ενδεικτικό της λανθάνουσας φοροδιαφυγής που χαρακτηρίζει τα μικροαστικά στρώματα είναι και το γεγονός ότι το 2009 το 83% των μη μισθωτών/ μη συνταξιούχων φυσικών προσώπων (ιδιοκτήτες ατομικών επιχειρήσεων, ελεύθεροι επαγγελματίες, γεωργοί κλπ.) δήλωσε εισόδημα κάτω από το αφορολόγητο όριο των 10.500 ευρώ ενώ το 47% δήλωσε μηδενικό εισόδημα. Αντίθετα, μόνο το 53% των μισθωτών/ συνταξιούχων δήλωσε εισόδημα κάτω από το αφορολόγητο όριο των 10.000 ευρώ και μόνο το 0,2% μηδενικό εισόδημα (Βασαρδάνη, 2011: 20).

                        Το πρόβλημα της φοροδιαφυγής επιδεινώνεται, επίσης, από την αδήλωτη εργασία – και την απόκρυψη φορολογητέων εισοδημάτων που αυτή συνεπάγεται –  η οποία ήταν το 2010 ήταν 25% (Βασαρδάνη, 2011: 17) και η οποία αναπτύσσεται στο έδαφος της εργοδοτικής τρομοκρατίας μικρών και μεγάλων εργοδοτών.

            Ταυτόχρονα , η έμμεση φορολογία φαίνεται πως αποτελεί όχι μόνο ισχυρό φορολογικό επιβαρυντικό παράγοντα των μισθωτών/συνταξιούχων –λόγω του αντίστροφα προοδευτικού χαρακτήρα της – αλλά και παράγοντα υστέρησης των εσόδων όπως φαίνεται από των Πίνακα 2, καθώς συνδέεται με σοβαρότατες αποκλίσεις μεταξύ βεβαιωθέντων και εισπραχθέντων φορολογικών εσόδων (ΦΠΑ).

Πίνακας 2. Βεβαιωθείς – Εισπραχθείς ΦΠΑ οικονομικών ετών 2006-2010.
Οικονομικό Έτος
Βεβαιωθείς ΦΠΑ σε δισ. ευρώ
Εισπραχθείς ΦΠΑ σε δισ. ευρώ
Εισπραχθείς ΦΠΑ ως % του βεβαιωθέντος ΦΠΑ
2006
3.269.256.716,18
251.874.916,44
7,70%
2007
3.846.473.371,79
269.670.734,21
7,01%
2008
4.364.100.937,12
319.477.113,93
7,32%
2009
8.146.596.306,20
617.298.530,40
7,58%
2010
5.410.163.687,35
244.428.847,85
4,52%
M.O    
5.007.318.203,73
340.550.028,57
6,83%

Πηγή: Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων (2007: 177-187; 2008: 177-187; 2009: 177-187; 2010: 177-187; 2011: 186-196)
*ΦΠΑ = ΦΠΑ που βεβαιώνεται για πρώτη φορά + ΦΠΑ παρελθόντων ετών + περαίωση ΦΠΑ παρελθόντων ετών + Περαίωση ΦΠΑ εξαετίας + Πρόστιμα
           
           
             Ενώ μισθωτοί/συνταξιούχοι – από τους οποίους κατά βάση προέρχονται τα έσοδα από την έμμεση φορολογία – επιβαρύνθηκαν την πενταετία 2006-2010 με κατά μέσο όρο 5 δισ. ευρώ, από αυτά μόνο το 6,83% (περίπου 340 εκατ. ευρώ) εισπράχθηκε και εντάχθηκε στα έσοδα.

            Έτσι δεν είναι μόνο το «μεγάλο κεφάλαιο» που φοροδιέφευγε αλλά ένας ευρύτερος κοινωνικός συνασπισμός που συμπεριελάμβανε τους αυτοαπασχολούμενους (παραδοσιακή μικροαστική τάξη) και τους μικρούς εργοδότες (μεσαία αστική τάξη). Επρόκειτο για ανοικτή συμμαχία της αστικής τάξης, μέσω του κράτους, με τις μη-μισθωτές κοινωνικές τάξεις σε βάρος των μισθωτών κοινωνικών τάξεων.

            Εντούτοις, η προλεταριοποίηση σε συνθήκες ύφεσης (βλ. και στη συνέχεια) τμημάτων της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης (αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό )  και της μεσαίας αστικής τάξης των μικρών εργοδοτών, όπως αυτή εκφράζεται στη μείωση της απασχόλησης των αυτοαπασχολουμένων χωρίς προσωπικό και των αυτοαπασχολουμένων με προσωπικό, αντίστοιχα,  διακυβεύουν στη συγκυρία την ταξική αυτή συμμαχία (βλ. Διάγραμμα 6).

Διάγραμμα 6: Μεταβολή της απασχόλησης των μεσαίων τάξεων, 2008-2012

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ



9.5.Ύφεση και φορολογικά έσοδα

Διάγραμμα 7. Ρυθμός αύξησης του Πραγματικού ΑΕΠ σε Ελλάδα και EΕ-27, 2000-2011

Πηγή: Eurostat


            H αυξανόμενη ανεργία, από 12,6% το 2010 σε 19,7% το 2012 (AMECO), και η σχετιζόμενη με αυτήν την αύξηση βαθιά ύφεση της ελληνικής οικονομίας (η χειρότερη συγκριτικά με την Ευρώπη των 27 χωρών όπου εμφανίζονται τάσεις ανάκαμψης) την περίοδο 2009-2011, (βλ. Διάγραμμα 7), μειώνουν σοβαρά το ενδεχόμενο αύξησης των εσόδων της γενικής κυβέρνησης[12].

            Η μείωση των μισθών στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα (με βάση του νόμους που ακολούθησαν τα Μνημόνια), η βαριά φορολογική επιβάρυνση της εργασίας και η αυξανόμενη ανεργία, δεν επιτρέπουν μέσω της μεγαλύτερης πίεσης επί των δυνάμεων της εργασίας τη σημαντική αύξηση των δημοσίων εσόδων. Η διαδικασία των αποκρατικοποιήσεων και οι προγραμματισμένη μείωση της δημόσιας απασχόλησης θα επιβαρύνουν περεταίρω τη θέση της εργαζόμενων τάξεων στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα.  

            Η πολιτική που επιβλήθηκε από τα Μνημόνια, η οποία στόχευε στη μείωση των δημοσίων δαπανών, επιδεινώνει την οικονομική ύφεση επιδεινώνοντας περεταίρω το πρόβλημα των χαμηλών δημοσίων εσόδων.

      10.  Συμπεράσματα

Οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στον ελληνικό δημόσιο τομέα έχουν άμεσο αντίκτυπο στη δημόσια απασχόληση και στις αμοιβές στο δημόσιο τομέα. Έχουν επιβληθεί στη συγκυρία της κρίσης δημοσίου χρέους από το ελληνικό κράτος και την τρόικα μέσω των τριών Μνημονίων, υπό το επιχείρημα του υποτιθέμενου διογκωμένου μεγέθους του δημόσιου τομέα. Με βάση την κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη τάση περιορισμού των δημοσίων δαπανών, το ύψος τους θεωρείται ως η βασική αιτία που τροφοδοτεί το δημόσιο έλλειμμα και χρέος. Ειδικότερα, η μεταρρύθμιση της απασχόλησης στο δημόσιο τομέα – η οποία είναι ακόμα σε εξέλιξη – και η συνεπαγόμενη δραστική μείωση της δημόσιας απασχόλησης, επιδρά αρνητικά στα συνδικάτα του δημόσιου τομέα τα οποία αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα.

Ωστόσο, θεωρώντας ως δείκτη μέτρησης του μεγέθους του δημόσιου τομέα το ύψος των δημοσίων δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ, προκύπτει πως την περίοδο 2000-2011 το μέγεθος του ελληνικού δημόσιου τομέα ακολούθησε το αντίστοιχο μέσο μέγεθος των 27 χωρών της ΕΕ. Επιπλέον, το πραγματικό πρόβλημα του κρατικού ελλείμματος εντοπίζεται στα δημόσια έσοδα. Τα συνολικά έσοδα της γενικής κυβέρνησης την περίοδο 2000-2011 ήταν κατά πολύ χαμηλότερα συγκριτικά με τον αντίστοιχο μέσο όρο των 27 χωρών της ΕΕ. Η περιοριστική οικονομική πολιτική, σε συνθήκες βαθιάς ύφεσης και αυξημένης ανεργίας, επιδεινώνει την οικονομική ύφεση επιδεινώνοντας περεταίρω το πρόβλημα των χαμηλών εσόδων της γενικής κυβέρνησης.

Αναφορές

AMECOAnnual macroeconomic databaseΔιαθέσιμο σε: http://ec.europa.eu/economy_finance/db_indicators/ameco/index_en.htm.
Andersen, S. K., Due, J. and Madsen, J. S. (1997). “Multi-track approach to public-sector restructuring in Europe: impact on employment relations; role of the trade unions”. Transfer: European Review of Labour and Research, 3: 34-61.
Artavanis, N., Morse, A. and Tsoutsoura, M. (2012). “Tax evasion across industries: soft credit evidence from Greece”. Chicago Booth Paper No. 12-25. Fama-Miller Center for Research in Finance – The University of Chicago, Booth School of Business. Διαθέσιμο σεhttp://ssrn.com/abstract=2109500.
Bach, S. (1999). “Changing public service employment relations”. In S. Bach, L. Bordogna, G. Della Roca and D. Winchester (Eds.), Employment Relations in Europe: Transformation, modernization or inertia? London: Routledge. 
Bach, S. and Winchester, D. (2003). “Industrial Relations in the Public Sector”. In P. Edwards (Ed.), Industrial Relations: Theory and Practice. Oxford: Blackwell Publishing.
Beaumont, P. B. (1992). Public Sector Industrial Relations. London: Routledge.
Beeton, D. J. (1987). “On the size of the public sector”. Applied Economics, 19(7): 927-936.
Bordogna, L. and Cella G. P. (1999). “Admission, exclusion, correction : the changing role of the state in industrial relations”. Transfer: European Review of Labour and Research, 5(14): 14-33.
Commission of the European Communities – Eurostat, International Monetary Fund, Organisation for Economic Co-operation and Development, United Nations and World Bank. (1993). System of National Accounts 1993Διαθέσιμο σεhttp://unstats.un.org/unsd/nationalaccount/docs/1993sna.pdf .
Commission of the European Communities – Eurostat, International Monetary Fund, Organisation for Economic Co-operation and Development, United Nations and World Bank. (2009). System of National Accounts 2008Διαθέσιμο σεhttp://unstats.un.org/unsd/nationalaccount/docs/SNA2008.pdf.
ESA (European System of Accounts) 95. Official site. Διαθέσιμο σε: http://circa.europa.eu/irc/dsis/nfaccount/info/data/esa95/en/esa95en.htm.
Eurostat. (2009). European Commission Statistics. Luxembourg: Office for Official Publications of the European Communities.
Eurostat. (2012a). Manual on Government Deficit and Debt: Implementation of ESA95. Luxemburg: Publications Office of the European Union.
Eurostat. (2012b). Taxation trends in the European Union: Data for the EU Member States, Iceland and Norway. Luxemburg: Publications Office of the European Union.
Eurostat. (2012c). Taxation trends in the European Union: Annex B: Methodology and explanatory notesΔιαθέσιμο σε: http://ec.europa.eu/taxation_customs/resources/documents/taxation/gen_info/economic_analysis/tax_structures/2012/methodology.pdf .
Eurostat. Online database (government revenue, expenditure and main aggregates). Διαθέσιμο σε: http://appsso.eurostat.ec.europa.eu/nui/show.do?dataset=gov_a_main&lang=en. 
Hyman, R. (2008). “The State in Industrial Relations”. In P. Blyton, N. Bacon, J. Fiorito and E. Heery (Eds.), The SAGE Handbook of Industrial Relations (pp. 258-284)London: SAGE Publications.
International Monetary Fund. (2012). Greece: Request for Extended Arrangement Under the Extended Fund Facility – Staff Report; Staff Supplement; Press Release on the Executive Board Discussion; and Statement by the Executive Director for Greece. IMF Country Report No. 12/57, March 2012. Διαθέσιμο σε: http://www.imf.org/external/pubs/ft/scr/2012/cr1257.pdf.
Ioannou, C. A. (1996). “Trade unions in Greece: change and continuity.” European Review of Labour and Research, 2(3): 500518.
Karakioulafis, C. (2008). Industrial relations in the public sector – Greece. EIRO online. Διαθέσιμο σε: http://www.eurofound.europa.eu/eiro/studies/tn0611028s/gr0611029q.htm.
Keller, B. (1990). “The State as Corporate Actor in Industrial Relations Systems”. Journal of Industrial Relations, 32(2): 254-268.
Lacey, R. (1997). “Internal markets in the public sector: the case of the British National Health Service”. Public Administration and Development, 17(1): 141159.
Leat, M. (2007). Exploring Employee Relations. Oxford: Butterworth-Heinemann.
Mahler, V. (1992). “Measuring public sector size in the advanced market economy countries: The problem of deflators”. Social Indicators Research, 27: 311-325.
Masters, M., Gibney, Ray., Shevchuk, I. and Zagenczyk, T. (2008). “The State as Employer”. In P. Blyton, N. Bacon, J. Fiorito and E. Heery (Eds.), The SAGE Handbook of Industrial Relations. London: SAGE Publications.
Matsaganis, M. and Flevotomou, M. (2010). “Distributional Implications of Tax Evasion in Greece”. GreeSE Paper No 31, Hellenic Observatory Papers on Greece and Southeast Europe, LSE.
Minemura, T. (1965) “Τhe role of the government in industrial relations: an outline”. British Journal of Industrial Relations, 3(2): 219-224.
Morgan, Philip., Allington, N. and Heery, E. (2000). “Employment insecurity in the public services”. In E. Heery and J. Salamon (Eds.), The Insecure Workforce. New York: Routledge.
OECD. (1995). Governance in Transition: Public Management Reforms in OECD Countries. Paris: OECD Publishing.
OECD. (2011a). National Accounts at a Glance 2010. OECD Publishing.
OECD. (2011b). National Accounts at a Glance 2011. OECD Publishing.
OECD. (2011c). Government at a Glance 2011. OECD Publishing.
Olsen, T.(1996). Industrial Relations Systems in the Public Sector in Europe. Norway: Fafo Institute for Applied Social Science/EPSC. Διαθέσιμο σεhttp://www.fafo.no/pub/rapp/195/195.pdf .
Pathirane, L. and Blades, D. W. (1982). “Defining and Measuring the Public Sector: Some International Comparisons”. Review of Income and Wealth, 28(3): 261-289.
Traxler, F. (1999). “The state in industrial relations: A cross-national analysis of developments and socioeconomic effects”. European Journal of political Research, 36: 55-85.
Visser J. (2011) ICTWSS: Database on institutional characteristics of trade unions, wage setting, state intervention and social pacts in 34 countries between 1960 and 2007. Available at: http://www.uva-aias.net/207.
Zambarloukou, S. (2010). “Ownership, corporate governance and industrial relations in the banking and telecommunications sectors: the case of Greece”. Industrial Relations Journal, 41(3): 233-248.
ΑΔΕΔΥ. Ανώτατη Διοίκηση Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων. Διαθέσιμο σε: http://www.adedy.gr/adedy/site/home/ws.csp?loc=en_US.
Βασαρδάνη, Μ. (2011). «Φοροδιαφυγή στην Ελλάδα: μια γενική επισκόπηση». Οικονομικό Δελτίο 35 (σελ.15-25). Αθήνα: Τράπεζα της Ελλάδας. Διαθέσιμο σε http://www.bankofgreece.gr/BogEkdoseis/oikodelt201106.pdf.
Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων. (2007). Στατιστικό Δελτίο Φορολογικών Δεδομένων 2006. Αθήνα: Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών. Διαθέσιμο σε http://www.gsis.gr/statistiko_deltio/statistiko_deltio_2006/statdeltio2006.pdf.
Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων. (2008). Στατιστικό Δελτίο Φορολογικών Δεδομένων 2007. Αθήνα: Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών. Διαθέσιμο σε http://www.gsis.gr/statistiko_deltio/statistiko_deltio_2007/statdeltio2007.pdf.
Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων. (2009). Στατιστικό Δελτίο Φορολογικών Δεδομένων 2008. Αθήνα: Υπουργείο Οικονομικών. Διαθέσιμο σε http://www.gsis.gr/statistiko_deltio/statistiko_deltio_2008/statdeltio2008.pdf .
Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων. (2010). Στατιστικό Δελτίο Φορολογικών Δεδομένων 2009. Αθήνα: Υπουργείο Οικονομικών. Διαθέσιμο σε http://www.gsis.gr/statistiko_deltio/statistiko_deltio_2009/statdeltio2009.pdf.
Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων. (2011). Στατιστικό Δελτίο Φορολογικών Δεδομένων 2010. Αθήνα: Υπουργείο Οικονομικών. Διαθέσιμο σε http://www.gsis.gr/statistiko_deltio/statistiko_deltio_2010/statdeltio2010v4.pdf.
ΓΣΕΕ. Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας. Διαθέσιμο σε: http://www.gsee.gr/.
ΕΛΣΤΑΤ. Έρευνες Εργατικού Δυναμικού των ετών 2008-2012.
Κουζής, Γ. (2010a). «Μνημόνιο και εργασιακές σχέσεις». Ουτοπία, 92: 15-19.
Κουζής, Γ. (2010b). «Η πορεία της νεοφιλελεύθερης απορρύθμισης της εργασίας και το άλλοθι της κρίσης». Στο συλλογικό έργο, Ο χάρτης της κρίσης, το τέλος της αυταπάτης (σελ. 191-221). Αθήνα: Τόπος.
Κουζής, Γ. (2011). «Η εργασία στη δίνη της οικονομικής κρίσης και του μνημονίου: δέκα επισημάνσεις». Ουτοπία, 97: 7-12.
Λαπατσιώρας, Σ. & Σωτηρόπουλος Δ. (2011). «Αριθμητική του δημοσίου χρέους… όχι μόνο για αρχάριους». Θέσεις, 116: 89-115.
Λαπατσιώρας, Σ., Μηλιός, Γ. και Σωτηρόπουλος Δ. (2011). «Ταξίδι μέσα στην ήττα: Πολιτικές αντιμετώπισης της κρίσης ή πολιτικές αξιοποίησης της κρίσης; Σκέψεις για μια αριστερή στρατηγική». Θέσεις, 116: 117-144.
Μαρκαντωνάτου, Μ. Β. (2011). «Κράτος και νέο δημόσιο μάνατζμεντ». Θέσεις, 11653-76.
Παλαιολόγος, Ν. (2006). Εργασία και Συνδικάτα στον 21ο αιώνα. Αθήνα: ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ.
Τράπεζα της Ελλάδος. (2012). Έκθεση του Διοικητή για το έτος 2011. Διαθέσιμο σε: http://www.bankofgreece.gr/BogEkdoseis/ekthdkth2011.pdf .
Υπουργείο Οικονομικών. (2011). Εισηγητική Έκθεση – Προϋπολογισμός Οικονομικού Έτους 2011. Διαθέσιμο σε: http://www.minfin.gr/budget/2011/proyp/PDFProyp/1.0.pdf.
Υπουργείο Οικονομικών. Επίσημος Ιστότοπος. Διαθέσιμο σε: http://www.minfin.gr.


[8] «Φυσικά οι πρωτογενείς δαπάνες είναι σημαντικά χαμηλότερες των ευρωπαϊκών μέσων όρων… (οι δαπάνες για τόκου [εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους] ήταν υψηλότερες σε σχέση με άλλες χώρες της ευρωζώνης και της ΕΕ)» (Λαπατσιώρας κ.ά. 2011: 139).
[9] Επομένως, αντίστοιχα, η άμεση φορολογία στην Ελλάδα είναι κατά πολύ μικρότερη εκείνης στην ΕΕ-27 και στην ευρωζώνη. Για μια ανάλυση των συνεπειών αυτής της διαφοράς βλ. Λαπατσιώρας κ.ά. (2011: 135-136).
[10] Σύμφωνα με την Βασαρδάνη (2011: 15) «η έννοια της φοροδιαφυγής θα μπορούσε να περιγραφεί ως η παράνομη ενέργεια της ηθελημένης απόκρυψης φορολογητέου εισοδήματος και άλλων φορολογικών αντικειμένων κατά τη δήλωση και τον υπολογισμό του οφειλόμενου φόρου, καθώς και η μη απόδοση του οφειλόμενου φόρου στις αρμόδιες κρατικές αρχές».
[11] Η περίπτωση απόκρυψης εισοδημάτων από τους μισθωτούς αποδίδεται σε συμφωνία εργοδοτών και εργαζομένων προκειμένου να μειώνεται το εργατικός κόστος (Matsaganis & Flevotomou, 2010: 22-23) (ασφαλιστικές εισφορές).
[12] Για την θετική σχέση οικονομικής μεγέθυνσης (αύξησης του ΑΕΠ) και δημοσίων εσόδων βλ. Λαπατσιώρας & Σωτηρόπουλος (2011: 92). 

Πηγή: περιοδικό Θέσεις, τεύχος 122 
 

Αποδομώντας το μύθο της ευθύνης των δημοσίων υπαλλήλων (Α’ μέρος)

Εργασιακές σχέσεις στην Ελλάδα:
ο αντίκτυπος της αναδιάρθρωσης του δημόσιου τομέα[1]

Γιάννης Ζησιμόπουλος και Γιώργος Οικονομάκης
      
1.     Εισαγωγή

Η διερεύνηση των εργασιακών σχέσεων στο δημόσιο τομέα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη συγκυρία της κρίσης χρέους καθώς το μέγεθος του δημόσιου τομέα και η δημόσια απασχόληση αμφισβητούνται έντονα από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Σε αυτή την κατεύθυνση, ο στόχος τόσο του κράτους όσο και των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής που επιβάλλονται μέσω των Μνημονίων, είναι ο περιορισμός των εξόδων της γενικής κυβέρνησης, μεταξύ άλλων μέσα από άμεσες περικοπές των αμοιβών των εργαζομένων, μέτρα συρρίκνωσης της απασχόλησης και γενικότερα μεταβολή των εργασιακών σχέσεων στο δημόσιο τομέα σε βάρος των εργαζομένων. Η εν λόγω πολιτική επομένως επηρεάζει άμεσα τόσο τη θέση των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα όσο και τη δύναμη του εργατικού κινήματος ως σύνολο.

Στη βάση των παραπάνω εξετάζονται κριτικά οι βασικές αλλαγές του νομικού πλαισίου που οδηγούν στην αναμόρφωση των εργασιακών σχέσεων στο δημόσιο τομέα και τίθεται υπό αμφισβήτηση το κυρίαρχο επιχείρημα της νεοφιλελεύθερης επίθεσης που επικεντρώνεται στον περιορισμό των δαπανών της γενικής κυβέρνησης όταν το πραγματικό πρόβλημα του δημοσίου ελλείμματος και χρέους δεν είναι οι δαπάνες αλλά τα χαμηλά δημόσια έσοδα.

      2.      Εννοιολογικός προσδιορισμός του δημόσιου τομέα

Ο όρος «δημόσιος τομέας» συχνά χρησιμοποιείται (λανθασμένα) ως συνώνυμο της κυβέρνησης
(Pathirane and Blades, 1982: 261). Ο εννοιολογικός προσδιορισμός του δημόσιου τομέα είναι δύσκολος όχι μόνο εξαιτίας των διαφοροποιήσεων που παρατηρούνται μεταξύ των διαφόρων χωρών σε σχέση με τα συστατικά του μέρη, αλλά και εξαιτίας των αναδιαρθρωτικών μέτρων – όπως είναι οι εφαρμογή νέων διοικητικών πρακτικών, οι μερικές ιδιωτικοποιήσεις/μετοχοποιήσεις – που «θολώνουν τα όρια» ανάμεσα στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα (Olsen, 1996: 11).

Δεδομένων των διαφοροποιήσεων του δημόσιου τομέα μεταξύ των χωρών, είναι δυνατόν αυτός να οριστεί μέσω των υποτομέων που τον αποτελούν. Ο κοινός ορισμός της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, του Οργανισμού για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη, των Ηνωμένων Εθνών και της Παγκόσμιας Τράπεζας (Commission of the European Communities et al, 2009: 435), αναφέρεται στο δημόσιο τομέα ως τον τομέα εκείνο που αποτελείται από την γενική κυβέρνηση και τις δημόσιες επιχειρήσεις. Εναλλακτικά (Commission of the European Communities et al, 1993: 537), ορίζεται ως ο τομέας που αποτελείται από τους υποτομείς της γενικής κυβέρνησης και τους υποτομείς των δημόσιων χρηματοπιστωτικών και μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων.

Σύμφωνα με τους Andersen et al (1997: 38) ο δημόσιος τομέας στις χώρες της Ευρώπης (ή η αγορά εργασίας του δημόσιου τομέα) εμπεριέχει πέντε υπο-τομείς με βάση την κοινωνικοοικονομική τους δραστηριότητα: α) την κεντρική διοίκηση που συμπεριλαμβάνει την κρατική διοίκηση, το δικαστικό σύστημα, την αστυνομία, το στρατό, το διπλωματικό σώμα κ.ά., β) την περιφερειακή και τοπική αυτοδιοίκηση, γ) τις δημόσιες υπηρεσίες όπως εκπαίδευση, σύστημα υγείας, σύστημα κοινωνικής ασφάλισης κ.ά., δ) τις δημόσιες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας όπως τις δημόσιες συγκοινωνίες, τις υπηρεσίες ταχυδρομείου, τις τηλεπικοινωνίες, τις υπηρεσίες ύδρευσης κ.ά., και ε) τις βιομηχανικές και χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις όπως είναι βιομηχανίες, τράπεζες κ.ά.

      3.      Εργασιακές σχέσεις στο δημόσιο τομέα: συμμετέχοντες, διαδικασίες και αποτελέσματα

Ως βασικοί συμμετέχοντες στις εργασιακές σχέσεις αναφέρονται συχνά στη βιβλιογραφία οι εργαζόμενοι (και τα συνδικάτα τους), οι εργοδότες (και οι ενώσεις τους) και το κράτος. Ωστόσο, αυτό το σχήμα ενώ είναι κατάλληλο για την ανάλυση των εργασιακών σχέσεων στον ιδιωτικό τομέα, στην περίπτωση του δημόσιου τομέα τα μέρη «εργοδότες» και «κράτος» συγχωνεύονται. Έτσι, όπως επισημαίνει ο Hyman (2008: 264-265) «η απλοϊκή έννοια των ‘τριών συμμετεχόντων’ στις εργασιακές/βιομηχανικές σχέσεις δεν είναι κατάλληλη καθώς το κράτος καταλαμβάνει δύο από τις τρεις θέσεις στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων». Στην περίπτωση αυτή, το κράτος διαδραματίζει (άμεσα ή έμμεσα) το ρόλο του εργοδότη και το ρόλο του διαμεσολαβητή της σχέσης απασχόλησης.

Ο ρόλος του κράτους στο πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων έχει τρεις διαστάσεις: (βλ. Leat, 2007: 181; Traxler, 1999: 56; Minemura, 1965: 219):

α) Επιτελεί τη λειτουργία της δημιουργίας κανόνων και της λήψης αποφάσεων. Ιστορικά ο ρόλος του κράτους στις εργασιακές σχέσεις είναι να παρέχει το νομικό πλαίσιο (μέσω του εργατικού δικαίου) που ρυθμίζει τη συγκρουσιακή σχέση μεταξύ εργασίας και διοίκησης σε όλα τα επίπεδα, σύμφωνα με τα ελάχιστα διεθνή πρότυπα συνθηκών εργασίας (Keller, 1990: 255). Επιπλέον, το κράτος συμβάλλει στη διαμόρφωση της αγοράς εργασίας μέσω της μακροοικονομικής διαχείρισης / πολιτικής (Hyman, 2008: 267-268).

β) Εγγυάται την εφαρμογή των διαδικασιών των εργασιακών σχέσεων. Ένας έμμεσος διαμεσολαβητικός ρόλος του κράτους αποτελεί η δημιουργία τριμερών θεσμών μεσολάβησης για την επίλυση των εργατικών διαφορών. Σε αυτή την κατεύθυνση, ένας επιπρόσθετος ρόλος του είναι και ο περιορισμός της δράσης των συνδικάτων και της έκτασης των απεργιών (Leat, 2007: 181; Bordogna and Cella, 1999: 18; Keller, 1990: 256).

γ) Συμμετέχει στις εργασιακές σχέσεις ως εργοδότης. Στη βιβλιογραφία το κράτος αναφέρεται είτε ως «πρότυπο εργοδότη» / «καινοτόμος» που ορίζει καλές πρακτικές εργασιακών σχέσεων ως παράδειγμα για τον ιδιωτικό τομέα, είτε ως «μιμητής» που ακολουθεί τις πρακτικές των εργασιακών σχέσεων του ιδιωτικού τομέα (Hyman, 2008: 265; Leat, 2007: 210; Bach and Winchester, 2003: 287).

Σύμφωνα με τους Masters et al (2008: 306), η δημόσια απασχόληση επηρεάζεται από τις αποφάσεις της κυβέρνησης «σχετικά: 1) με τις λειτουργίες και το μέγεθος (του υποτομέα) της κυβέρνησης καθώς και από την κατανομή των αρμοδιοτήτων στα διάφορα επίπεδα του δημόσιου τομέα, 2) με το πώς το κράτος οργανώνει τις δραστηριότητες ώστε να είναι είτε άμεσος είτε έμμεσος παραγωγός των παρεχόμενων υπηρεσιών, 3) με τις πολιτικές και πρακτικές (δημόσιας) διοίκησης που επιλέγει να υιοθετήσει». Το μέγεθος και η φύση του δημόσιου τομέα εξαρτάται από τον ιδεολογικό προσανατολισμό της εκάστοτε κυβέρνησης. Στις χώρες στις οποίες οι κυβερνήσεις υιοθετούν τη φιλελεύθερη ιδεολογία ο δημόσιος τομέας τείνει να είναι μικρότερος σε σχέση με τις χώρες που υιοθετούν ιδεολογικές προσεγγίσεις ρύθμισης μέσω της δημιουργίας θεσμών (corporatist approach) (Leat, 2007: 211).      

Ωστόσο, ανεξάρτητα από τον ιδεολογικό προσανατολισμό των κυβερνήσεων, το κράτος παραμένει «στις περισσότερες χώρες ο μεγαλύτερος εργοδότης» καθώς απασχολεί αποκλειστικά τους εργαζόμενους στα σώματα ασφαλείας, τις ένοπλες δυνάμεις, το δικαστικό σώμα, τη δημόσια διοίκηση και ένα μέρος των εργαζομένων στην εκπαίδευση και στο σύστημα υγείας (Hyman 2008: 264). Οι όροι απασχόλησης καθορίζονται είτε μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων είτε μονομερώς από το κράτος όπως συμβαίνει στην περίπτωση των εργαζομένων στις δημόσιες υπηρεσίες, στις υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας, κ.λπ. (Leat, 2007: 212).

Το κράτος ενθαρρύνει τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και οι εργαζόμενοι στο δημόσια τομέα συμμετέχουν στο συνδικαλιστικό κίνημα περισσότερο σε σχέση με τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα (με την εξαίρεση των εργαζομένων στην αστυνομία και στις ένοπλες δυνάμεις καθώς σε πολλές χώρες ο συνδικαλισμός σε αυτές τις υπηρεσίες είναι απαγορευμένος). Αυτό είναι αποτέλεσμα του ρόλου του κράτους ως «πρότυπου εργοδότη» και «σε ένα βαθμό της λανθάνουσας πολιτικής επιρροής των δημοσίων υπαλλήλων» (Hyman, 2008: 265; Leat, 2007: 211). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρουμε πως σε πολλές χώρες οι εργασιακές σχέσεις στο δημόσιο τομέα είναι «ειρηνικές» σαν αποτέλεσμα του υψηλού βαθμού εργασιακής ασφάλειας των εργαζομένων (Hyman, 2008: 265) συγκριτικά με τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα.

      4.      Μέτρηση του μεγέθους του δημόσιου τομέα

Η εξέταση των εργασιακών σχέσεων στο δημόσιο τομέα αλλά και οι συγκρίσεις μεταξύ των διαφόρων χωρών απαιτεί καταρχήν να τεθεί μια κοινή βάση αναφορικά με τον τρόπο μέτρησης του μεγέθους του δημόσιου τομέα.

Στη βιβλιογραφία έχουν προταθεί μια σειρά από μέτρα για τον προσδιορισμό του μεγέθους του δημόσιου τομέα, όπως: η προστιθέμενη αξία, οι αμοιβές των εργαζομένων, η δημόσια απασχόληση ως ποσοστό της συνολικής απασχόλησης, ο σχηματισμός κεφαλαίου, τα στοιχεία αποταμίευσης και καθαρού δανεισμού. Ωστόσο, ελάχιστες μελέτες έχουν χρησιμοποιήσει κάποιο από τα παραπάνω μέτρα προκειμένου να κάνουν διεθνείς συγκρίσεις[2] σχετικά με το μέγεθος του δημόσιου τομέα (Pathirane and Blades, 1982: 264; Beaumont, 1992: 8).

Ο δείκτης που χρησιμοποιείται συχνότερα για την μέτρηση του μεγέθους του δημόσιου τομέα είναι οι κυβερνητικές δαπάνες ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ). Αυτό το μέτρο εκφράζει ικανοποιητικά τις τάσεις ανάπτυξης και το μέγεθος του δημόσιου τομέα (Beeton, 1987: 297-298; Mahler, 1992: 311; Masters et al, 2008: 309).

Σύμφωνα με την Commission of the European Communities et al (2009: 190-191) οι δαπάνες γενικής κυβέρνησης μπορούν να διαιρεθούν σε δυο κατηγορίες οι οποίες αποτελούνται από δέκα υπο-κατηγορίες[3]: α) δαπάνες για συλλογικές υπηρεσίες οι οποίες περιλαμβάνουν δαπάνες για τις υπηρεσίες γενικής κυβέρνησης, άμυνας, δημόσιας τάξης, οικονομικών υποθέσεων, περιβαλλοντικής προστασίας, για παροχή κατοικίας και παροχή κοινωφελών υπηρεσιών και β) δαπάνες για ατομικές υπηρεσίες οι οποίες περιλαμβάνουν τις δαπάνες για την παροχή υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης, ψυχαγωγίας, πολιτισμού, παιδείας και θρησκευμάτων, κοινωνικής προστασίας.

Στον ορισμό των δαπανών γενικής κυβέρνησης ο OECD (2011a: 60) επισημαίνει πως «παραγωγικές μονάδες/επιχειρήσεις που ανήκουν στο κράτος και παράγουν (μερικώς ή εξολοκλήρου) εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες δεν εντάσσονται στον τομέα της γενικής κυβέρνησης αλλά θα πρέπει να καταχωρούνται στις δημόσιες επιχειρήσεις» (π.χ. ΔΕΚΟ). Η Eurostat (2012a: 11) στον ορισμό της για τον τομέα της γενικής κυβέρνησης δεν εντάσσει «τους δημόσιους παραγωγούς/παρόχους που οργανώνονται ως δημόσιες επιχειρήσεις ή τελούν υπό ειδικό νομικό καθεστώς και αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα ή ως οιονεί-επιχειρήσεις, είτε ανήκουν στο χρηματοπιστωτικό είτε στο μη χρηματοπιστωτικό τομέα». 

Υπάρχουν δύο ήδη προβλημάτων αναφορικά με τη μέτρηση και τη διενέργεια διεθνών συγκρίσεων των δαπανών γενικής κυβέρνησης. Το πρώτο αφορά στις διαφοροποιήσεις της έκτασης της γενικής κυβέρνησης (των υποτομέων δηλαδή που περιλαμβάνει) καθώς σε πολλές χώρες, για παράδειγμα, τα νοσοκομεία καταγράφονται στον τομέα της γενικής κυβέρνησης ενώ σε άλλες καταγράφονται ως δημόσιες επιχειρήσεις (OECD, 2011b: 66). Το δεύτερο πρόβλημα σχετίζεται με την καταγραφή ή μη των δημοσίων επιχειρήσεων στις δαπάνες γενικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με τον επίσημο ορισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών – ESA 95 (European System of Accounts) οι δημόσιες επιχειρήσεις δεν καταγράφονται στη γενική κυβέρνηση καθώς είναι παραγωγοί εμπορεύσιμων αγαθών (βλ. ESA95, παράγραφος 2.69). Μόνο «κατά συνθήκη εντάσσονται στον τομέα της γενικής κυβέρνησης οι δημόσιες επιχειρήσεις που δεν μπορούν να καλύψουν από τις πωλήσεις το 50% του κόστους τους οπότε θεωρούνται ως παραγωγοί μη εμπορεύσιμων προϊόντων» (Eurostat, 2009: 42).   

       5.      Η αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα τις προηγούμενες δεκαετίες

Τα πρότυπα της δημόσιας απασχόλησης έχουν αμφισβητηθεί όχι μόνο στην τρέχουσα κρίση αλλά και κατά τη διάρκεια των τριών προηγούμενων δεκαετιών. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να παρουσιάσουμε συνοπτικά τις τάσεις που αναπτύχθηκαν την προηγούμενη περίοδο και επιταχύνονται στη περίοδο της τρέχουσας κρίσης.

Η αμφισβήτηση της δημόσιας απασχόλησης πραγματοποιήθηκε στο έδαφος της ευρύτερης αμφισβήτησης της υποτιθέμενης μη «ορθολογικής» λειτουργίας του κράτους πρόνοιας και του υποτιθέμενου εξορθολογισμού της μέσω του αποκαλούμενου Νέου Δημόσιου Μάνατζμεντ (ΝΔΜ). Τα νέα μοντέλα δημόσιας διοίκησης[4]που αναπτύχθηκαν θέτουν ως βάση την υιοθέτηση επιχειρηματικών/αγοραίων κριτηρίων λειτουργίας του κράτους αποτελώντας τη θεωρητική τεκμηρίωση της απορρύθμισης του κράτους πρόνοιας (Μαρκαντωνάτου, 2011: 54-56). Υπό την έννοια αυτή, μέσω του ΝΔΜ το κράτος εμφανίζεται καταρχήν ως «μιμητής» των πρακτικών των εργασιακών σχέσεων του ιδιωτικού τομέα.

Το επιχείρημα το οποίο συχνά χρησιμοποιείται από τις κυβερνήσεις προκειμένου να αμφισβητήσουν τα υφιστάμενα πρότυπα της δημόσιας απασχόλησης είναι πως «οι αυξήσεις των δημοσίων δαπανών δεν είναι βιώσιμες και το μέγεθος και η έκταση του δημόσιου τομέα χρειάζονται επαναπροσδιορισμό» (Bach, 1999: 3). Σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες τη δεκαετία του 1980 οι περικοπές των δημοσίων δαπανών, αλλά και συνολικά η προσπάθεια νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης της δημόσια διοίκησης και του κράτους πρόνοιας, επιβλήθηκαν από τα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής που επιβλήθηκαν από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ)[5] με τη στήριξη των εθνικών κυβερνήσεων (Beaumont, 1992: 23×Μαρκαντωνάτου, 2011: 60-61). Οι προϋποθέσεις που έθετε το ΔΝΤ για την χορήγηση των δανείων ήταν «η δημοσιονομική σταθερότητα με μέτρα όπως η αύξηση των φοροαπαλλαγών για επιχειρήσεις, η ενίσχυση του τραπεζικού συστήματος, οι ιδιωτικοποιήσεις, το άνοιγμα του εμπορίου και η αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης στην κατεύθυνση της φιλελεύθερης αναδιάρθρωσης» (Μαρκαντωνάτου, 2011: 60). Στην Ευρώπη τη δεκαετία του 1990, οι πιέσεις για την περικοπή των δημοσίων δαπανών ενισχύθηκαν από τις απαιτήσεις της συνθήκης του Μάαστριχτ και τα κριτήρια για την ένταξη στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση – ΟΝΕ (Andersen et al, 1997: 39× Hyman, 2008: 265).

Η αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα τη δεκαετία του 1990 στόχευε στη μείωση των δημοσίων δαπανών σε συμφωνία με την υιοθέτηση των λεγόμενων Νέων Αρχών Δημόσιας Διοίκησης (New Public Management), σύμφωνα με τις οποίες «[η] αξίωση για μια ‘περιορισμένη διακυβέρνηση’ (limited governance) θεωρητικοποιήθηκε ως επιτακτική και ταυτόχρονα ως ανιδεολογική, εν όψει μιας υποτιθέμενα αναντίρρητης πραγματικότητας υπερδιόγκωσης των κρατικών αρμοδιοτήτων και δημόσιων δαπανών» (Μαρκαντωνάτου, 2011: 56). Οι αναδιαρθρώσεις είχαν δύο βασικές κατευθύνσεις οι οποίες επηρέαζαν ευθέως τις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου τομέα: α) ο προσανατολισμός στην αγορά και β) η υιοθέτηση νέων μορφών διοίκησης. Η πρώτη περιελάμβανε την εισαγωγή των μηχανισμών της αγοράς στις μέχρι πρότινος δραστηριότητες του δημόσιου τομέα μέσω ιδιωτικοποιήσεων, της ανάθεσης σε τρίτους παραγωγικών δραστηριοτήτων και την εισαγωγή των εσωτερικών αγορών[6] στο δημόσιο τομέα. Η δεύτερη περιελάμβανε 1) οργανωσιακές αλλαγές, και ιδιαίτερα αποκέντρωση αρμοδιοτήτων στις δημόσιες υπηρεσίες σε συνδυασμό με την χρήση ευέλικτων μορφών απασχόλησης, 2) τη διαχείριση των οικονομικών και χρηματοδοτικών πόρων και 3) τη δημιουργία διαφόρων μορφών προσανατολισμού των δημοσίων οργανισμών στις ανάγκες του πολίτη/πελάτη[7](Andersen et al, 1997:42-43; Morgan et al, 2000: 79; Μαρκαντωνάτου, 2011: 54-60).

Σύμφωνα με τους Andersen et al (1997: 49-54), ο κοινός αντίκτυπος των αναδιαρθρωτικών μέτρων στις σχέσεις απασχόλησης ήταν:
·         Η ανακοπή της αυξητικής τάσης της δημόσιας απασχόλησης.
·         Η μείωση του ρυθμού αύξησης των μισθολογικών δαπανών του δημόσιου τομέα.
·         Η υιοθέτηση των συστημάτων αμοιβής με βάση την απόδοση.
·  Η διάδοση των πρακτικών ευέλικτης απασχόλησης μέσω της υιοθέτησης της μερικής απασχόλησης και των συμβάσεων ορισμένου χρόνου.
·         Η «αναδιανομή» του εισοδήματος, των συνθηκών εργασίας και της απασχόλησης ανάμεσα στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα.
·          Η «συγκεντροποιημένη αποκέντρωση» (centralized decentralization), που σημαίνει πως οι συλλογικές διαπραγματεύσεις τείνουν να είναι αποκεντρωμένες σαν αποτέλεσμα της αποκέντρωσης του κράτους. Το πλαίσιο για τον καθορισμό των μισθών διαμορφώνεται σε κεντρικό επίπεδο ενώ οι λεπτομέρειες (των συμβάσεων) συμπληρώνονται σε αποκεντρωμένο επίπεδο οδηγώντας στον κατακερματισμό των σχέσεων απασχόλησης.


[1] Μια εκδοχή του κειμένου παρουσιάστηκε στοIndustrial Relations in Europe Conference –  IREC2012.
[2] Σύμφωνα με τον Beaumont (1992: 8) «αυτές οι σχετικά λίγες μελέτες που έχουν χρησιμοποιήσει αυτή την ποικιλία των μέτρων έχουν δείξει ότι τα συμπεράσματα σχετικά με το μέγεθος του δημόσιου τομέα σε μια χώρα επηρεάζονται από τον ορισμό του δημόσιου τομέα  και τη μέθοδο μέτρησης του μεγέθους του που χρησιμοποιείται. Για παράδειγμα, έχει υποστηριχθεί ότι οι ΗΠΑ έχουν ένα μεσαίου μεγέθους δημόσιο τομέα όταν αυτός αποτιμάται με βάση τις καταναλωτικές δαπάνες της κυβέρνησης ή την απασχόληση στην κυβέρνηση, ενώ εμφανίζει ένα μικρότερο μέγεθος όταν το μέτρο που χρησιμοποιείται είναι η συνολική τελική ζήτηση του δημόσιου τομέα ή η απασχόληση στο σύνολο του δημόσιου τομέα».
[3] Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με κάθε υπο-κατηγορία βλέπε στις επεξηγηματικές σημειώσεις των Ηνωμένων Εθνών (United Nations Statistics Divisions, http://unstats.un.org/unsd/cr/registry/regcst.asp?Cl=4&Lg=1. )
[4] Βλ. αναλυτικά σε Μαρκαντωνάτου (2011).
[5] Σύμφωνα με τον Beaumont (1992: 23) «μια έρευνα σχετικά με τα προγράμματα προσαρμογής που επιβλήθηκαν από το ΔΝΤ σε 78 αναπτυσσόμενες χώρες την περίοδο 1980-1983, έδειξε πως σχεδόν στο 90% των περιπτώσεων τα προγράμματα πρότειναν τον περιορισμό των δημοσίων δαπανών και στα 2/3 των περιπτώσεων πρότειναν συγκράτηση των μισθών στο δημόσιο τομέα».
[6] Πρόκειται ουσιαστικά για την παροχή υπηρεσιών με ανταποδοτικά κριτήρια από το δημόσιο τομέα. Σύμφωνα με τον Lacey (1997:142) μια εσωτερική αγορά μπορεί να περιγραφεί από τα χαρακτηριστικά της:
·         Είναι «εσωτερική», πράγμα που σημαίνει ότι οι δραστηριότητες που πραγματοποιούνται στην αγορά παραμένουν στο δημόσιο τομέα.
·         Οι πόροι για την εν λόγω δραστηριότητα δεν διατίθενται πλέον σε παρόχους με γραφειοκρατική απόφαση, αλλά καθορίζονται από την επιλογή του χρήστη για την υπηρεσία την οποία αποκτά καταβάλλοντας αντίτιμο (π.χ. εκπαίδευση, υγεία).
·         Η παροχή υπηρεσιών χωρίζεται από τη χρηματοδότησή τους.
·         Οι πόροι διατίθενται σύμφωνα με τη δραστηριότητα και την αγορά και είναι εσωτερικοί του συστήματος (για παράδειγμα, κουπόνια εκπαίδευσης δεν μπορούν να εξαργυρωθούν και ως εκ τούτου δεν έχουν καμία αξία έξω από το σχολικό σύστημα).
·         Οι τιμές στην εσωτερική αγορά δεν καθορίζονται συνήθως από την προσφορά και τη ζήτηση, αλλά από γραφειοκρατικές αποφάσεις ή με διαπραγμάτευση μεταξύ αγοραστή και προμηθευτή μέσα σε ένα πλαίσιο έντονα ρυθμιζόμενο.
[7] Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της διευκόλυνσης της προσβασιμότητας των πολιτών στις παρεχόμενες υπηρεσίες, της ενημέρωσης σχετικά με τα ένδικα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, της διατύπωσης προτύπων ποιότητας – αντίστοιχων με αυτά που τίθενται στον ιδιωτικό τομέα – τα οποία μπορούν να επιτευχθούν, μεταξύ άλλων, και μέσω της αξιολόγησης της απόδοσης των εργαζομένων. Βλ. OECD (1995: 47). Βλ. και Μαρκαντωνάτου (2011: 3-4).

Δείτε το Β’ Μέρος εδώ
 

Μικροαστοί: Τα παράσιτα της “καπιταλιστικής ευημερίας”, σε “διαθεσιμότητα”

Η περίοδος της “καπιταλιστικής ευημερίας” που διέγραψε στην Ελλάδα τον κύκλο της από τα μέσα της δεκαετίας του 90 μέχρι και το 2008, δημιούργησε μια κάστα παρασίτων που έθρεψε και τράφηκε από το καπιταλιστικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα, καθώς το ίδιο είχε ανάγκη, μέτριων παρατρεχάμενων σε όλους τους τομείς της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.

Οι συνδαιτυμόνες της σαπίλας της καπιταλιστικής πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, είχαν βρει την θέση τους, στην δημοσιογραφία, στην τέχνη, στα πανεπιστήμια, στον κρατικό μηχανισμό, αποτελώντας την κρίσιμη μάζα που χρειάζονταν η αστική εξουσία για διατηρήσει και επεκτείνει την ηγεμονία της. Οι δημοσιογράφοι λειτούργησαν ως γραφείο τύπου του μονόδρομου του “ελληνικού καπιταλιστικού θαύματος”. Οι επιστήμονες μετατράπηκαν σε managers και πνίγηκαν μέσα στον πακτωλό των ευρωπαϊκών κονδυλίων, παράγοντας τεχνογνωσία προς όφελος του “επιχειρείν”. Οι διάφοροι ειδήμονες στελέχωσαν τα πόστα του δημοσίου τομέα, συμβάλλοντας στην απρόσκοπτη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού προς όφελος των εργοδοτών-ευεργετών τους.
Το σύστημα δούλευε ρολόι για όλον αυτό το θίασο, που ξεχάστηκε τόσο πολύ, ώστε πίστεψε ότι το παραμύθι θα συνεχίζονταν εις το διηνεκές. Είτε από άγνοια , είτε από έκδηλη βλακεία, θεώρησαν ότι ο ελληνικός καπιταλισμός θα ήταν σε θέση να τρέφει το παρασιτικό σινάφι τους, αδιάκοπα και άκοπα. Ωστόσο η καπιταλιστική κρίση , σάρωσε τις μικροαστικές ονειρώξεις αποδεικνύοντας, ότι ο καπιταλισμός στα δύσκολα, ξεφορτώνεται τους λαθρεπιβάτες, που ξάφνου βρίσκονται στην άλλη όχθη. Αυτή των καταπιεσμένων, αυτή των ανθρώπων που και στην “ευημερία” και στην κρίση πάλευαν και παλεύουν για την ανατροπή ενός συστήματος, που εκτός από φτώχεια και εξαθλίωση, παράγει και το όνειδος της ανθρώπινης ιστορίας : Τους μικροαστούς ..

Καθώς η καπιταλιστική κρίση βαθαίνει, ο κρατικός μηχανισμός διαλύεται και αναδομείται κυρίαρχα, ως μέσο επιβολής με την βία των αποφάσεων της καπιταλιστικής τάξης. Τα πανεπιστήμια καταστρέφονται και οι κερδοφόροι τομείς τους εκχωρούνται στα ιδιωτικά συμφέροντα. Τα περιφερειακά κυβερνητικά γραφεία τύπου συρρικνώνονται και ακολουθείται ένα μοντέλο κεντρικής προπαγάνδας που έχει ανάγκη ένα κλειστό, μονολιθικό επιτελείο “διαπαιδαγώγησης¨της κοινής γνώμης. Η πολυδιάστατη και πολυεκπροσωπούμενη αστική υποκουλτούρα, δίνει την θέση της στην κατευθυνόμενη και στοχευμένη “πολιτιστική” παραγωγή, που συνάδει με τις πολιτικές, ιδεολογικές και οικονομικές επιταγές της κυρίαρχης τάξης.

Πρόκειται για μια καπιταλιστική “κοσμογονία” που ξερνάει τους μικροαστούς, καταργώντας την “οργανική τους θέση” στα πλαίσια ενός καπιταλιστικού συστήματος, που καταστρέφει, διαλύει και βιαιοπραγεί, σε μια απεγνωσμένη απόπειρα να παραμείνει ζωντανό. Ακόμη και σε αυτή την κατάσταση οι μικροαστοί, τα παράσιτα της ψευδούς καπιταλιστικής ευδαιμονίας, αναμένουν την ανάκαμψη. Κάθονται φρόνιμα γιατί ελπίζουν στην ανάκαμψη. Ψηφίζουν για να έρθει η ανάκαμψη. Αποτελούν ακόμη και τώρα, τα πιο συντηρητικά, τα πιο καθυστερημένα παράγωγα της καπιταλιστικής εξέλιξης, αποτελώντας έτσι τροχοπέδη, στην επιλογή της καθολικής επαναστατικής υπέρβασης του καπιταλιστικού συστήματος.

Αν η εργατική τάξη κυοφορεί το μέλλον της κοινωνικής απελευθέρωσης. Οι μικροαστοί κυοφορούν την τερατογένεση της καπιταλιστικής παλινόρθωσης.

Σιωπούν και συναινούν όταν απεργίες βγαίνουν παράνομες και καταχρηστικές. Ενώ δεν έχουν δουλειά.

Σιωπούν και συναινούν όταν διαλύονται τα πανεπιστήμια. Ενώ το δημόσιο πανεπιστήμιο αποτελεί την μόνη διέξοδο για τα παιδιά τους.

Σιωπούν και συναινούν όταν γίνονται κατασχέσεις των σπιτιών. Ενώ η ατομική τους ιδιοκτησία είναι όλος τους ο κόσμος.

Γιατί ;

Γιατί ακόμη πιστεύουν ότι θα την “σκαπουλάρουν”. Γιατί ακόμη πιστεύουν ότι κάτι θα γίνει και θα την “γλυτώσουν”.

Οι μικροαστοί σε ‘διαθεσιμότητα”, είναι ακόμη πιο επικίνδυνοι, καθώς υποταγμένοι καθώς είναι σε πρωτόγονα ένστικτα ατομικίστικης επιβίωσης, οδηγούν μια ολόκληρη κοινωνία στο εκφασισμό, στην ωμή βία, στην ολοκληρωτική πανωλεθρία.

Αντίπαλο δέος απέναντι σε αυτή την πορεία ολέθρου, είναι μόνο η εργατική τάξη, ο εργατικός απελευθερωτικός πολιτισμός, ο συλλογικός αγώνας για την καθολική υπέρβαση του κανιβαλικού καπιταλισμού.

Σε αυτή την πορεία η εργατική τάξη έχει ένα διττό καθήκον. Να γκρεμίσει τις μικροαστικές χίμαιρες και να πάρει την εξουσία. Το δεύτερο προϋποθέτει το πρώτο…

Traverso Rossa

 

Έρευνα “Wealth-X”: Την περίοδο της κρίσης οι Έλληνες πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι κατά 20% – Η κατανομή του παγκόσμιου πλούτου

Anti-capitalism_color

Η οικονομική ελίτ ανά τον κόσμο, όχι μόνο δεν είδε τον πλούτο της να μειώνεται, αλλά κατόρθωσε -παρά την κρίση- να υπερδιπλασιάσει την περιουσία της τα τελευταία 5 χρόνια, σύμφωνα με έρευνα της Wealth-X που δείχνει ότι οι δισεκατομμυριούχοι παγκοσμίως έχουν φθάσει τον αριθμό-ρεκόρ των 2.170 ατόμων. Σύμφωνα με άλλη πρόσφατη έρευνα της ίδιας εταιρείας, οι πλούσιοι Έλληνες αύξησαν την περιουσία τους κατά 20%, με 505 πολίτες να έχουν περιουσία άνω των 30 εκατ. ευρώ.

Μπορεί η όξυνση της χρηματοοικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης να έχει επιφέρει σημαντικές απώλειες στα εισοδήματα των απλών πολιτών και βαρύτατες κοινωνικές επιπτώσεις στις χώρες που πλήττονται περισσότερο, ωστόσο η παγκόσμια οικονομική ελίτ παραμένει…αλώβητη.


Αυτό τουλάχιστον, δείχνει η «απογραφή των δισεκατομμυριούχων», που πραγματοποίησε η εταιρεία Wealth-X της Σιγκαπούρης σε συνεργασία με την ελβετική επενδυτική τράπεζα UBS. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα, η κρίση όχι μόνο δεν επιφέρει απώλειες στις περιουσίες της οικονομικής ελίτ, αλλά αντίθετα φαίνεται να τις γιγαντώνει.

Η μελέτη δείχνει επίσης ότι 810 άτομα έγιναν δισεκατομμυριούχοι από το 2009, όταν είχε ήδη ξεσπάσει η κρίση. Οι δισεκατομμυριούχοι ανέρχονται πλέον στον αριθμό-ρεκόρ των 2.170, με τα συνολικά τους περιουσιακά στοιχεία να έχουν υπερδιπλασιαστεί κατά την περασμένη πενταετία, από 3,1 τρισ. δολάρια σε 6,5 τρισ. δολάρια, ποσό αρκετό για να χρηματοδοτηθεί ο προϋπολογισμός των ΗΠΑ μέχρι το 2024 και μεγαλύτερο από το ΑΕΠ κάθε χώρας, πλην των ΗΠΑ και της Κίνας.


Περισσότερα χρήματα σε λιγότερα χέρια


Μεταξύ των χωρών που απέκτησαν περισσότερους δισεκατομμυριούχους είναι και η Γερμανία, με συνολικά 148 κροίσους, τη στιγμή που στις ΗΠΑ καταγράφονται 515 και στην Κίνα 157 δισεκατομμυριούχοι. Το 19% των Γερμανών με περιουσία άνω του ενός δισ. δολαρίων είναι γυναίκες.

Κατά το διάστημα της «ευρωκρίσης» παρατηρείται η συγκέντρωση ολοένα περισσότερων χρημάτων σε διαρκώς λιγότερα χέρια. Επιπλέον, η σύνθεση της ομάδας των δισεκατομμυριούχων εμφανίζει ταχύτατες μεταβολές.

Στην Ευρώπη διαμένουν οι περισσότεροι δισεκατομμυριούχοι (766 άτομα), ωστόσο στη Βόρεια Αμερική συγκεντρώνεται ο μεγαλύτερος πλούτος (2,15 τρισ. δολάρια). Στην Ασία καταγράφονται φέτος οι περισσότεροι καινούργιοι δισεκατομμυριούχοι (18 άτομα) και ακολουθεί η Βόρεια Αμερική με 11 άτομα.

Αίσθηση πάντως προκαλούν τα στοιχεία μίας άλλης έρευνας για τα περιουσιακά στοιχεία των πλουσίων, που είχε δημοσιοποιήσει η Wealth-X τον περασμένο Σεπτέμβριο. Σύμφωνα με αυτήν, η οικονομική ελίτ στις χώρες που βρίσκονται στη «δίνη» της ευρωκρίσης είδε τις περιουσίες της να αυξάνονται.

Ειδικότερα για την Ελλάδα, η οποία διανύει αισίως τον έκτο χρόνο ύφεσης, η έρευνα καταγράφει 505 πολίτες με περιουσία που υπερβαίνει τα 30 εκατομμύρια δολάρια. Πρόκειται για μία αύξηση της τάξεως του 11%. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, οι πιο πλούσιοι Έλληνες κατόρθωσαν μάλιστα να αυξήσουν τη συνολική τους περιουσία κατά 20%. Μεγαλύτερο ποσοστό αύξησης του πλούτου της οικονομικής ελίτ σημειώθηκε μόνο στη Ρουμανία.


πηγές: Deutsche Welle, wealthx.com, billionairecensus.com, erodotos
 
Leave a comment

Posted by on November 9, 2013 in κρίση

 

Οι "χρυσές δουλειές" του Κώστα Πλεύρη: μαυραγορίτες και τότε και τώρα