RSS

Category Archives: Κώστας Βάρναλης

Και συ Νόμε, των άνομων ασπίδα…

Γράφε, Ιστορία, τα ψέματά σου αράδα,
και βλόγα το Φονιά, βρίζε το Θύμα!
Κι Αρετή, των δρομάκων σουσουράδα,
τον κάθε σωματέμπορά σου τίμα.

Και συ Νόμε, των άνομων ασπίδα,
σαν τη μαϊμού από κλώνο σ’ άλλον πήδα
κι απ’ την κορφή με την ουρά κρεμάσου,
να μη γλέπει ο Λαός τα πισινά σου.

Λευτεριά της χανάκας και του ξύλου,
σφιχτόδενε τ’ αξύπνητο χαϊβάνι.
Και συ, ρηγάτο του Κενού, τ’ αψήλου
κάμνε το σκλάβο ρήγα, άμα πεθάνει!

                                                   Και συ, τσούλα των δήμιων, Επιστήμη,
                                                   της Αλήθειας εσχάτη τεφροδόχα,

                                                   και συ, πρόστυχη Πένα και φοφίμι,
                                                   του βούρκου λιβανίζετε την μπόχα! 


                                                                 Κώστας Βάρναλης – “Ελεύθερος Κόσμος”

techni-en-kinisei.blogspot.gr

 

Η επαναστατική τέχνη ως συνείδηση της εποχής


του Περικλή Παυλίδη*

(Κείμενο ομιλίας στην παρουσίαση του βιβλίου του Η.Κακαβάνη, «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του», Θεσσαλονίκη 21/4/13)

Το βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη «Ο άγνωστος Βάρναλης» είναι ένα πολύ φροντισμένο πόνημα το οποίο εξοικειώνει τον αναγνώστη με τη γενική πνευματική διαδρομή του ποιητή φωτίζοντας συνάμα κρίσιμες στιγμές της και αποκαλύπτοντας ουσιώδεις πτυχές της προσωπικότητάς του, πράγμα  που επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα το περιεχόμενο του έργου του. Το ερώτημα που τίθεται είναι ποια η σημασία της ενασχόλησης  στις μέρες μας με το έργο του Βάρναλη, τι δικαιώνει το ενδιαφέρον για ένα τόσο αδιαμφισβήτητα στρατευμένο κομμουνιστή διανοητή. 


Εκκινώ από την άποψη ότι η  τέχνη συνιστά διαγενεακή επικοινωνία των ανθρώπων μέσω αισθητικών μορφών, οι οποίες μεταδίδουν και γεννούν συναισθήματα και σκέψεις. Σ’ αυτή όμως την  επικοινωνία επιβιώνει διαχρονικά και διασώζεται ό,τι έχει καθολική σημασία για την ανθρωπότητα, για τις ανάγκες και προοπτικές της. Για να αποκτήσει καθολική σημασία   το έργο ενός δημιουργού, το οποίο ωστόσο αναπόφευκτα εντάσσεται σε συγκεκριμένο χωροχρόνο, θα πρέπει να αναδεικνύει  τα πλέον θεμελιώδη για την ανθρωπότητα ζητήματα της εποχής, αυτά που διαμορφώνουν τον ανθρώπινο κόσμο και  καθορίζουν την εξέλιξή του, να  αποτελέσει δηλαδή συνείδηση της εποχής,   και να το κάνει μάλιστα χρησιμοποιώντας μορφολογικά άρτιους τρόπους, λειτουργώντας βάσει των νόμων της αισθητικής ικανοποίησης. 

Ο Βάρναλης υπήρξε εκπληκτικός τεχνίτης του λόγου. Ο στίχος του καλοδουλεμένος και  ακριβής συνδυάζει την διεισδυτική κριτική ματιά με την καυστικότητα, την ειρωνεία και  τη χλεύη. Συνάμα μας παρουσιάζει υπέροχα δείγματα λυρισμού. Αυτό όμως που θα σημαδέψει το έργο του είναι  η σπουδαία επιλογή ζωής,  να ταχθεί με το μέρος του εργαζόμενου λαού σε μια εποχή μεγάλων επαναστατικών εγχειρημάτων. Ο Βάρναλης ήταν από τους πρώτους διανοούμενους που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Υπήρξε πρωτοπόρος της ελληνικής επαναστατικής διανόησης,   προτάσσοντας το νέο κοσμοϊστορικό ιδεώδες   με απαράμιλλο ενθουσιασμό και ιδεολογική μαχητικότητα.  Έργα του όπως  «Το φως που καίει»,  «Ο λαός των Μουνούχων» και «Σκλάβοι πολιορκημένοι», αποτελούν  λογοτεχνικό μανιφέστο  του ιστορικού υλισμού. 

Αυτή η επιλογή του ποιητή  του επέτρεψε να βρεθεί στο ύψος της εποχής,  να διαβεί το δρόμο σκληρών και κρίσιμων κοινωνικών αγώνων,   ο οποίος συνάμα οδηγούσε σε γόνιμες πνευματικές  αναζητήσεις  και δημιουργικές καλλιτεχνικές  υπερβάσεις. Στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα ο αστικός κόσμος με τα δικά του ιδεώδη της δικαιϊκής ελευθερίας και  ισότητας και  της εθνικοπατριωτικής  αδελφοσύνης είχε ήδη εξαντλήσει την προοδευτική ορμή του, αποκαλύπτοντας με φρικτό τρόπο το πραγματικό του πρόσωπο, στέλνοντας εκατομμύρια ανθρώπινων ψυχών στην κρεατομηχανή του 1ου παγκόσμιου πολέμου (στην Ελλάδα επιπροσθέτως των Βαλκανικών πολέμων και της Μικρασιατικής Εκστρατείας). Η διανόηση που παρέμεινε εγκλωβισμένη στα αστικά ιδεώδη βρέθηκε με τον ένα  ή τον  άλλο τρόπο μακριά από τα κρίσιμα ζητήματα της κοινωνικής προόδου ή και σε θέσεις εκ διαμέτρου αντίθετες προς αυτή. Η διανόηση που αισθάνθηκε την παρακμή  της αστικής κοινωνίας αλλά δεν  μπόρεσε να διακρίνει προοπτικές  χειραφέτησης και να αφοσιωθεί σ’ αυτές επίσης βρέθηκε στο περιθώριο της ιστορίας. 

Από αυτή τη σκοπιά παρουσιάζει ενδιαφέρον η σχέση του Βάρναλη  (την οποία αναδεικνύει επαρκώς ο Ηρακλής Κακαβάνης στο βιβλίο του) με διανοητές όπως ο Καβάφης, ο Παλαμάς και ο Δελμούζος, οι οποίοι υιοθέτησαν διαφορετικές ή και αντίθετες στάσεις απέναντι στην εποχή τους εν συγκρίσει με αυτή του ποιητή. Δέον να τονιστεί ότι αυθεντικός και μαχητικός ανθρωπισμός στον 20ο αιώνα μπορούσε να υπάρξει μόνο μέσα από την προλεταριακή θεώρηση του κόσμου και τον αγώνα  για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου. Η κοινωνική στάση του Βάρναλη τον ώθησε να δει τη ζωή  από τη σκοπιά των υφιστάμενων την ταξική εκμετάλλευση, των φτωχών, των ταπεινών και καταφρονεμένων. Έτσι κατάφερε να αντιληφθεί  το μόχθο   και τη δυστυχία τους, (αυτά που πολλοί διανοούμενοι της εποχής κοιτούσαν αλλά δεν έβλεπαν) και να γίνει με το έργο του η φωνή τους. 

Ο Βάρναλης πολεμά με πάθος και πείσμα τον κόσμο της αδικίας. Αποκαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο των  αφεντάδων της ζωής, των εκμεταλλευτών εργασίας, αυτών που χτίζουν την ευτυχία τους πάνω στα κόκαλα του λαού, χρησιμοποιώντας βία και  απάτη. Ο Βάρναλης αγαπά το λαό και γι’ αυτό δε τον κολακεύει. Αντιθέτως τον επικρίνει  για τη δειλία, τη μοιρολατρία και  τη μικροψυχία  που συχνά τον διακρίνουν. Ο λαός κουβαλάει μέσα του όλη τη σαπίλα της εκμεταλλευτικής κοινωνίας. Είναι ο  «καλός λαός», αυτός που φρόνιμα και ταχτικά πάει με κείνον που νικά, είναι ο λαός των μοιραίων οι οποίοι, ενώ έχουν στερηθεί ό,τι όμορφο υπάρχει στη ζωή, εκτονώνονται με υποκατάστατα ευτυχίας, περιμένοντας κάποιο θαύμα. Ο λαός μπορεί να προδώσει. Όπως σπαρακτικά αναφωνεί η βαρναλική Παναγία:   Θεριά οι ανθρώποι  δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν. 

Ο ποιητής γνωρίζει καλά ότι ο  λαός υφίσταται κάθε μορφής πνευματική χειραγώγηση και καταγγέλλει με καυστικό τρόπο την απύθμενη υποκρισία όλων εκείνων των απολογητών της ταξικής κυριαρχίας, οι οποίοι διδάχνουν την αγιότητα της σκλαβιάς και της πείνας ώστε να μπει ρυθμός και τάξη στο μυαλό και στην ψυχή των αδικημένων και να ζητάνε  μοναχοί τους ν’ αδικιούνται – για το καλό τους. Ο Βάρναλης με το καθαρτήριο φως της σκέψης και του λόγου του αντιμάχεται τα ιδεολογικά φαντάσματα του κόσμου της εκμετάλλευσης, της καθημερινής ψευδούς συνείδησης,  τα οποία ηγεμονεύουν το μυαλό και τη ζωή των ανθρώπων του μόχθου. Το έργο του λειτουργεί ως νυστέρι που αποκαλύπτει τις θεμελιώδεις πλευρές της κοινωνικής αδικίας. Γράφει στο  «Λαό των μουνούχων»:  απόχτησε σε μια-δυο γενιές νομιμότητα και κάποια ιερότητα. Ήταν η ιδιοκτησία. Κανένας δε θυμόταν, πως ήταν κλεμμένη. 

Σπάνια μπορεί κανείς να συναντήσει τόσο οξυδερκή και κριτική στάση απέναντι στη θρησκεία, στην ισχυρότερη δηλαδή μορφή πνευματικής υποδούλωσης, η δύναμη της οποίας πηγάζει από όλη τη συσσωρευμένη στους αιώνες αδυναμία και απελπισία των ανθρώπων αναφορικά με το εφικτό της χειραφέτησής τους σε αυτό τον κόσμο και με τις δικές τους δυνάμεις:

Στους λίγους δόθηκεν η Γη, στα πληθ’ οι Ουρανοί
δεν είν’ αξιότερο αγαθόν απ’ την υπομονή

Συνάμα περιβάλλει με ιδιότυπο σεβασμό τις θρησκευτικές μορφές του Χριστού και της Παναγίας, όχι γιατί εισάγει κατά λαθραίο τρόπο στοιχεία θρησκευτικότητας στο έργο του, αλλά γιατί κατανοεί πολύ καλά ότι  με τα σύμβολα του «θείου δράματος» εκφράστηκε το ανθρώπινο δράμα (πόσο Χριστέ σουν άνθρωπος, αναφωνεί η Μαγδαληνή), αλλά και η φαντασιακή αναζήτηση διεξόδου και λύτρωσης από την επίγεια μάβρη Κόλαση. Είναι εξαιρετικά θαρραλέα και επαναστατικά  συνεπής η στάση του Βάρναλη απέναντι στην  έννοια του έθνους, αυτή τη λατρεμένη ιδέα  της αστικής τάξης, πίσω από την οποία έκρυβε όλη την  ταξική ιδιοτέλειά  της, αξιώνοντας από τους ταπεινούς και καταφρονεμένους να χύσουν το αίμα τους στο όνομά της, αυγαταίνοντας συνάμα τον πλούτο των αφεντικών τους:

Ξέν’ οι λαοί στον τόπο τους και δούλοι,
 χωρίς πατρίδα, πάντα «οχτροί και μούλοι 

Ο Βάρναλης ειρωνεύεται και   καταγγέλλει και την κομφορμιστική συνείδηση των διανοουμένων,  η οποία καταφεύγει σε κόσμους φανταστικούς για να κρυφτεί σε αυτούς,  φτιάχνοντας  ένα ωραίο ιδανικό,  αδιάφορο όμως για τις ανάγκες των ανθρώπων. Ξεσκεπάζει τις ψευδαισθήσεις περί ουδετερότητας της τέχνης και της συνείδησης:  Όσο το σώμα  θ’ ανήκει στον Καίσαρα θαν του ανήκει μαζί κι ο νους κ’ η ψυχή. Ο Βάρναλης πιστεύει βαθύτατα στη δύναμη του λαού και στην ιστορική προοπτική της χειραφέτησής του.  Το έργο του είναι ιστορικά αισιόδοξο. Ο λαός θα νικήσει όλα τα φονικά ρηγάτα και θα θεμελιώσει το  βασίλειο της Δουλειάς της Πανανθρώπινης Φιλιάς. Ο ποιητής παρακινεί το θύμα και το ψώνιο να φέρει ανάποδα τον ντουνιά. 

Τα λόγια του Βάρναλη ηχούν σαν αγέρωχο επαναστατικό προσκλητήριο, συνιστούν σάλπισμα εξέγερσης: Όχι με λόγια, μ’ έργα τ’ άδικο πολέμα!
Κι όχι μονάχος! Με τα πλήθη συνταιριάσου!
Τ’ άδικο μ’ αίμα θρέφεται! Πνίξε το με αίμα

Ο ποιητής αναφέρεται στην προοπτική ενός λεύτερου κόσμου κι αυτό είναι ό,τι σημαντικότερο υπάρχει στο έργο του. Η δύναμη και η κοινωνική σημασία της τέχνης όπως και η δύναμη της ανεπτυγμένης-καλλιεργημένης συνείδησης, εν γένει, καθορίζονται από τη στάση απέναντι στην προοπτική, από την ικανότητα  κατανόησης και ανάδειξης της προοπτικής, αυτού δηλαδή που δεν μπορεί να διακρίνει ο καθημερινός κοινός νους των απλών ανθρώπων. Η επαναστατική τέχνη του Βάρναλη, ως συνείδηση της εποχής,  επιχειρεί να στρέψει το  βλέμμα των ανθρώπων του εργαζόμενου λαού  στην αισιόδοξη προοπτική ενός όμορφου χειραφετημένου κόσμου, στον οποίο οι προλετάριοι έχοντας απαλλοτριώσει τους απαλλοτριωτές τους προσοικειώνονται όλα τα θαυμαστά επιτεύγματα του πολιτισμού: η πλούσια Γης ολάκερη, τα κόπια μας κλεμένα ως χτες
όλα μας ξαναδίνονται με τις αγκάλες ανοιχτές
…   …
Όλα σου τέχνη τα καλά και τα μεγάλα δώρα
σα να ναι μια τα χαίρεσαι ψυχή παγκόσμια τώρα 

Και η  λευτεριά είναι καθολική-πανανθρώπινη:  όμοια λεύτερη όλη η πλάση στον αγώνα του καλού. Πολλοί ικανοί διανοούμενοι εμφανίστηκαν στον 20ο αιώνα. Όμως μόνο άνθρωποι σαν τον Βάρναλη στάθηκαν στο ύψος της κοινωνικής ανάγκης και της συνειδητής οργής, σήκωσαν   την ιστορία στους ώμους τους, φώτισαν το δρόμο της ανθρώπινης προσπάθειας για λύτρωση, για καλύτερο αύριο, έγιναν οι οδηγητές του λαού  στα μεγάλα επαναστατικά του  σκιρτήματα. 

Ο Ρίτσος αποτιμά με τον ακριβέστερο τρόπο το έργο του Βάρναλη γράφοντας το 1956 στην τότε Αυγή: 
Ποιητή, σ’ είδαμε πάντα στο πλευρό του λαού μας
με σκέψη και με πράξη. Ο λόγος σου σπαθί, νυστέρι και φωτιά που φωτάει και φως που καίει. Σ’ είδαμε πάντα με την παλάμη σου ανοιχτή δίπλα στ’ αφτί για ν’ αφουγκράζεσαι πίσω απ’ τα τείχη τη στρογγυλή βουή του ιστορικού αναπότρεπτου ήλιου. Αυτό τον ήλιο μας έδειξες.

Η επαναστατική τέχνη του Βάρναλη, ως συνείδηση της εποχής, είναι καθολική και συνεπώς διαχρονική, αφενός γιατί οι λογαριασμοί που άνοιξε ο 20ος αιώνας με τον καταστροφικό κόσμο του κεφαλαίου δεν έχουν κλείσει ακόμα, αφετέρου γιατί τα ιδανικά και η προοπτική που υπηρέτησε συνάπτονται με το πιο σημαντικό και αυθεντικά  καθολικό ζήτημα της ιστορίας, με τον αγώνα για τη χειραφέτηση της εργασίας και την κομμουνιστική ενοποίηση της ανθρωπότητας. Ως εκ τούτου το έργο του Βάρναλη  ανήκει οριστικά στο μέλλον.

 
*επίκουρος καθηγητής ΑΠΘ
 

Επέτειος Κώστα Βάρναλη και η «Μικρογραφία»

Αν ψάξει κανείς για βιογραφικά στοιχεία του Κώστα Βάρναλη θα δει σαν επικρατέστερη χρονιά γέννησής του το 1884 και ημερομηνία (για κάποιους) 14 Φλεβάρη, ημέρα που σύμφωνα με τον ίδιο το Βάρναλη, βαφτίστηκε, ενώ για κάποιους άλλους το 1882. Ο ίδιος ο ποιητής γράφει σε αυτοβιογραφικό του σημείωμα που έγραψε το 1973, και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αιολικά Γράμματα» (αρ. 25, 1975):

«Να αυτοβιογραφηθώ! Δεν υπάρχει πιο δυσάρεστο πράμα από το να προκαλείς ο ίδιος τα θλιβερά σου περασμένα, τωρινά (και μελλούμενα!) τη στιγμή που μάταια προσπαθώ να τα διώξω από την ψυχή μου και τη μνήμη μου. Κουράγιο λοιπόν!

Πρέπει να γεννήθηκα στα 1883 γιατί βαφτίστηκα στις 14 του Φλεβάρη του 1884. Έχω την επίσημη βεβαίωση της εκκλησίας ‘Κοίμησης της Θεοτόκου’ στον Πύργο της Ανατολικής Ρωμυλίας». (Βρίσκεται στο βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του», εκδ. ΕΝΤΟΣ 2012).
Θεωρώντας λοιπόν σαν την πιο αξιόπιστη πηγή την πένα του ποιητή, μπορούμε να πούμε πως φέτος συμπληρώνονται 130 χρόνια από την γέννησή του. Με αφορμή την επέτειο παρουσιάζουμε ένα ποίημα του Βάρναλη με αυτοβιογραφικά στοιχεία, την «ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΑ», από τη συλλογή «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ».
ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΑ

Ι

Καλωσύνη δε γνώρισα! Παιδάκι
δεν άπλωσε κανείς να με χαηδέψει,
να με πάρει αγκαλιά να με φιλήσει.
Το στερνοπαίδι εγώ και τ’ αποσπόρι,
με διώχναν όλοι κι όλοι με χτυπούσαν!
Δε μ’ έλεγε κανείς με τ’ όνομά μου.
«Αφτός» και «μπρε» και «σουτ εσύ! Δεν είσαι
παιδί μας! Σ’ αγοράσαμε από μάβρην
κατσιβέλα μισό τσουβάλι πίτουρα!»
Το πίστεβα και ζάρωνα στην κώχη.
Μάζεμα εγώ και ξένος, δεν κοτούσα
να παίζω, να γυρεύω –ούτε να κλάψω.
Μα όταν φανερώθηκε το ψέμα,
πάλι απόμεινα μάζεμα και ξένος!
Πότε θα μεγαλώσω, για να φύγω!…
Από πατέρα ορφάνεψα μωρό
κι ο πρώτος αδερφός και πρώτο μίσος,
μάβρα γυαλιά κι αμίλητος, με πείσμα
με κοπανούσε ολημερίς να στρώσω!
Και νύχτα με ξυπνούσε να με δείρει.
Μιαν τρίτ’ ή τέταρτη άνοιξη ξεπόρτισα.
Ω τι μεγάλος που ναι ο κόσμος έξω!
Χίλιες φορές πιο λαμπερός ο ήλιος!
Τα χελιδόνια χαμηλοπετούσαν
άφοβα ολόγυρά μου –εγώ φοβόμουν!
Να χα κ’ εγώ φτερά για να πετάξω
τ’ αψήλου, όσο μακρύτερ’ από δώθες!…
Λίγο παρέξω καταπράσινη άπλα.
Πρωτόβλεπα χωράφια φυτρωμένα.
Κυνηγημέν’ απ’ τον αγέρα τρέχαν
τα στάχι’ απανωτά. Τόση ομορφιά
δε βάσταξα και κάθησα να κλαίω!

ΙΙ

Κυριακάδες, Χριστού και Πάσκα η μάνα
στην εκλησιά με τράβαγε ν’ αγιάσω,
νηστικόν αξημέρωτα, γι’ αντίδερο.
Ώρες στο πόδι, κούραση και πείνα
και δε νογούσα τίποτ’ απ’ τα «γράμματα»!
Κι άμα ο παπάς εσκόλναε, προσκυνούσα
στο εικονοστάσι αράδα τις εικόνες…
κι όξω με καρτερούσε ο Πειρασμός,
λαχταριστά κουλούρι’ αφράτα, λόφοι.
Όλα τα καλοπαίδια μασουλούσαν
κι ο αγέρας μοσκοβόλαγε σουσάμι.
Κοντοστεκόμουν κλαίοντας! –«Πάρε μου ένα!»
-«Περπάτα!» και μου τράνταξε το χέρι.
Να μην κακομαθαίνουν οι φτωχοί!…
Μεγάλωσα νωρίς και ξενιτέφτηκα.
Με τους δικούς μου εξήντα χρόνια ως τώρα
ούτε γραφή ούτε μήνυμα! Κι ωστόσο
τους κουβαλούσα μέσα μου όπου πάγαινα:
κουβαλούσα τον άμοιρο εαφτό μου…
Πουθενά δεν μπορούσα να ριζώσω.
Ξένος παντού και μάζεμα. Γυναίκες;
Αληθινές! Μα ο χωρισμός φαρμάκι.
Με τον καιρό συχωρεθήκαν ολ’ οι
ξενοδικοί. Αργοπόρησα, σειρά μου!
Μα όσο βαθιά και να με κατεβάσουν
τα σκοινιά, θα κατέβουν κ’ οι κακίες,
δικές μου κι αλλωνών… Μα το κουλούρι
θα με βαραίνει πρώτο σα μυλόπετρα,
πιότερο κι απ’ του τάφου μου την πλάκα
(αν έχω πλάκα, μα κι αν έχω τάφο
κι αν με διώξουν οι νεκροί.) Χωρίς
αγάπη κανενός ανθρώπου ή σκύλου.
Κι αν έζησα ή δεν έζησα, καμιά
διαφορά στον Απάνου ή Κάτου Κόσμο.
Μα κάλλιο να μην είχα γεννηθεί,
για να μην είχα κι αποθάνει απόψε!
Και μακάρι, όσο να χω αδικηθεί,
εγώ να μην αδίκησ’ άθελά μου!…
Και σαν ζυγιάζει ο διάολος την ψυχή μου
με ψέφτικη παλάντζα να με κλέψει,
-«Σταμάτα, βλάμη! Κ’ είμαι παραπάνου
παρ’ όσο θες αμαρτωλός και φταίχτης»!

ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗΣ
(Από το βιβλίο «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ», εκδ. ΚΕΔΡΟΣ)

 

Πρωτοχρονιάτικο

Κομμάτι  του  χειρογράφου του ποιήματος με τίτλο «Πρωτοχρονιάτικο» (μεταγενέστερη παραλλαγή) και με την υπότιτλη σημείωση «1931, όταν η “Ιερά Σύνοδος” αφόρισε τους “μαλλιαροκομμουνιστές”»

ΜΠΟΝΑΜΑΣ
Σαράντα σβέρκοι βοδινοί με λαδωμένες μπούκλες
σκεμπέδες σταβροθόλωτοι και βρώμιες ποδαρούκλες
ξετσίπωτοι ακαμάτηδες, τσιμπούρια και κορέοι
ντυμένοι στα μαλάματα κι επίσημοι κι ωραίοι.
Εξήντα λύκοι με προβιά (γι’ αυτούς βαράν καμπάνες)
φάγανε γουρουνόπουλα, στραγγίσαν νταμιτζάνες!
Κι απέ ρεβάμενοι βαθιά ξαπλώσανε στα τζάκια,
κι αβάσταγες ενιώσανε φαγούρες στα μπατζάκια.
Την προσευκή τους κάνανε τα πράματα ν’ αλλάξουν
να ξεπροβάλουν οι κυράδες του Δεκαημέρου
χωρίς καπίστρι και λουρί, πολλές μαζί… (φυλάξου
τα πισινά του μουλαριού τα μπρος του καλογέρου!)
Κι ο Σατανάς τούς άκουσε που πιο καλά τους ξέρει
κι έστειλε τον καθηγητή της ηθικής ξεφτέρι…
Όξω οι φτωχοί φωνάζανε: «Πεινάμε τέτοιες μέρες”
γερόντοι και γερόντισσες, παιδάκια και μητέρες.
Κι οι των επίγειων αγαθών σφιχτοί νοικοκυρέοι
ανοίξαν το παράθυρο κι είπανε: «Φταιν οι αθέοι».

ΓΕΡΒΑΣΙΟΣ Ο… ΘΕΟΕΜΒΑΙΚΤΗΣ

(Διά το γνήσιον Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ)
 
Λόγω των ημερών και επίκαιρο το ποίημα του Κώστα Βάρναλη με τίτλο «Μποναμάς» που δημοσιεύτηκε με τη σατιρική υπογραφή Γερβάσιος ο θεοεμβαίκτης, στο περιοδικό «Πρωτοπόροι», στο τεύχος Φλεβάρη 1931. Το 1959 το συμπεριέλαβε στα «Ποιητικά» του με τον τίτλο «Πρωτοχρονιάτικο» με κάποιες αλλαγές. Είναι η απάντηση του στην ανακοίνωση της Ιεράς Συνόδου που, από τη μία, καταδίκαζε  τους«μαλλιαροκομμουνιστές» (και τον ίδιο τον Βάρναλη) και, από την άλλη, κατά τη διάρκεια της τότε μεγάλης καπιταλιστικής κρίσης, κήρυττε «εγκράτεια».
Περισσότερα για την ιστορία του ποιήματος από τον Νίκο Σαραντάκο ή στο βιβλίο «Ο άγνωστος Βάρναλης».
Πηγή: seisaxthia
 

Πώς γράφτηκε το «Αλαμπάμα» του Κώστα Βάρναλη

Από τον Κόκκινο Φάκελο

Στις 16 Δεκέμβρη 1974, ο μεγάλος κομμουνιστής ποιητής Κώστας Βάρναλης έφυγε από τη ζωή 90 χρόνων, γεμάτος χρόνια και πλούσιο έργο. Πενήντα χρόνια δημιουργίας χωρίς ποτέ να λιποτακτήσει από το χρέος του…

Με αφορμή την επέτειο παρουσιάζουμε ένα άγνωστο ποίημα του Βάρναλη. Το ποίημα «Αλαμπάμα» που γράφτηκε στις 15/9/58 στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» όπου νοσηλευόταν ο ποιητής για επτά μήνες περίπου, δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» στις 21/9/58 και δε δημοσιεύτηκε σε καμία συλλογή.

O Βάρναλης ήταν ιδιαίτερα επιλεκτικός στο ποια ποιήματά του θα συμπεριλάβει στις συλλογές του. Δεν επεδίωξε τη συγκέντρωση όλου του έργου του. Για διάφορους λόγους άφησε πολλά ποιήματα έξω από τις συλλογές. Ακόμη και σήμερα βρίσκουμε ποιήματα του ποιητή που οι μελετητές του κατατάσσουν στην κατηγορία των «αθησαύριστων». Ποιήματα που δεν έχουν καταγραφεί μετά την πρώτη τους δημοσίευση σε περιοδικό ή εφημερίδα. Κατά καιρούς παρουσιάζονται περιπτώσεις τέτοιων ποιημάτων.

Μαζί με το «Αλαμπάμα» παρουσιάζουμε και ένα άλλο ποίημα, από τα λιγότερο γνωστά του, το «Ντενσουάι 27 Ιουνίου 1906» που γράφτηκε ως απάντηση σε ποίημα του Καβάφη εμπνευσμένο από ένα περιστατικό ωμής βίας των Αγγλων αποικιοκρατών στην Αίγυπτο.

Στο μεν πρώτο προτρέπει τον άνθρωπο, που μπροστά στο κακό εύχεται να μην είχε γεννηθεί, όπως εκφράζεται από τους στίχους του «αμάραντου», με τα ίδια του τα χέρια να γκρεμίσει στην άβυσσο τους δράκοντες του κόσμου. Στο δεύτερο απευθύνεται στον ποιητή που γράφει μόνο για τον εαυτό του, για την προσωπική του κάθαρση. Στον ποιητή που βλέπει το άδικο μα όχι τους «αδικητάδες».

Πώς γράφτηκε το «Αλαμπάμα»

Ο απαγχονισμός ενός από τους τέσσερις ιθαγενείς καταδικασμένους, παρουσία των αγγλικών αρχών (φωτογραφία της εποχής, από το γαλλικό περιοδικό «L’ Illoustration», της 28ης Ιούλη 1906)
Στις 2 Σεπτέμβρη 1958 ο ποιητής διάβασε στην «Αυγή» (τότε εφημερίδα της ΕΔΑ) την ακόλουθη σύντομη είδηση: Στο Μοντγκόμερι της πολιτείας Αλαμπάμα ένας αστυνομικός δολοφόνησε μέσα σε τηλεφωνικό θάλαμο έναν νεαρό νέγρο είκοσι ετών. Ισχυρίστηκε ότι ο νεαρός Γκας Φόστερ παρενοχλούσε …από τηλεφώνου με χυδαίες εκφράσεις μια παντρεμένη λευκή κάτοικο του Μοντγκόμερι. Ο επικεφαλής της Αστυνομίας δήλωσε στους δημοσιογράφους: «Επρόκειτο για δικαιολογημένη ενέργεια»!

Με αφορμή αυτό το γεγονός, θυμάται ένα από τα τραγικότερα φαινόμενα ωμής ρατσιστικής βίας που συγκλόνισε την παγκόσμια κοινή γνώμη, που δημοσιεύτηκε στον Τύπο τρία χρόνια νωρίτερα.


Ηταν Αύγουστος του 1955, ο 14χρονος Emmett Till από το Ιλινόις φιλοξενούνταν στις διακοπές από συγγενείς του στο χωριό Money στο Mississippi. Ενα απόγευμα μαζί με τα ξαδέλφια του πήγαν να πάρουν γλυκά από το παντοπωλείο του χωριού. O Emmett, πληρώνοντας για τα γλυκά του, έκανε ένα κολακευτικό σχόλιο στην όμορφη, αλλά λευκή Carolyn και έφυγε σφυρίζοντας. Η Carolyn, θεωρώντας μεγάλη προσβολή το περιστατικό, το περιέγραψε σε άλλους πελάτες εκείνης της ημέρας και σύντομα η «απρέπεια» του μικρού Αφρο-αμερικάνου μαθεύτηκε στη μικρή κοινωνία του χωριού του Mississippi διανθισμένη με τις συνήθεις υπερβολές. Λίγες μέρες αργότερα ο άντρας της Carolyn επέστρεψε από το ταξίδι του και έμαθε και αυτός τι είχε συμβεί. Προσβεβλημένος, συμφώνησε με τον αδελφό του «να δώσουν ένα μάθημα» στον 14χρονο «νέγρο» που τόλμησε να σηκώσει τα μάτια του στη γυναίκα του. Πήγαν στο σπίτι όπου φιλοξενούνταν ο μικρός, τον πήραν βίαια και τον πήγαν στην αυλή του σπιτιού του. Εκεί η Carolyn τον αναγνώρισε σαν αυτόν που της είχε σφυρίξει λίγες μέρες πριν στο μαγαζί της. Εβαλαν τον μικρό στο αμάξι και τον οδήγησαν στις όχθες του ποταμού Tallahatchie. Εκεί τα δύο αδέρφια ξυλοκόπησαν το 14χρονο αγόρι χρησιμοποιώντας μεταξύ άλλων τις λαβές των όπλων τους. Το παιδί μην αντέχοντας τα επαναλαμβανόμενα χτυπήματα 2 ενήλικων αντρών σωριάστηκε αιμόφυρτο και ενώ ήταν ακόμα εν ζωή τού ξερίζωσαν τα μάτια. Σέρνοντας τον μικρό που ψυχορραγούσε πάνω σε μια ξύλινη εξέδρα στην όχθη του ποταμού έδεσαν στο λαιμό του, με αγκαθωτό σύρμα, ένα παλαιό κόπτη βαμβακιού για αντίβαρο. Στη συνέχεια τον πυροβόλησαν στο κεφάλι και τον πέταξαν στο ποτάμι. Τρεις μέρες αργότερα βρέθηκε το φριχτά παραμορφωμένο σώμα του 14χρονου αγοριού. Η αστυνομία του Mississippi έδρασε αστραπιαία. Παρέλαβε τον μικρό, τον έβαλε σε ένα ξύλινο κασόνι το σφράγισε και σχεδόν τον έθαψε την ίδια μέρα που ανακαλύφθηκε το πτώμα του. Στο μεταξύ η μητέρα του Emmett που έμαθε τι είχε συμβεί, αποφάσισε η κηδεία του παιδιού να γίνει στη γενέτειρά του. Η αστυνομία του Mississippi αναγκάστηκε να ξεθάψει τον μικρό και να στείλει με τρένο τη σορό του στο Chicago. Η Mamie Till πήγε στο σταθμό για να παραλάβει τη σορό του παιδιού. Η αστυνομία του Mississippi της απαγόρευσε να ανοίξει το φέρετρο που ήταν σφραγισμένο. Απαιτώντας να δει για τελευταία φορά τον γιο της απείλησε ότι αν δεν το άνοιγαν εκείνοι, θα το έκανε η ίδια. Το άνοιξαν. Στη θέα του άψυχου σώματος του παιδιού οι παριστάμενοι παρέλυσαν. Η Mammie κατέρρευσε. Πνίγοντας τον πόνο της αποφάσισε η κηδεία του μικρού να γίνει με ανοικτό το φέρετρο. Δέχτηκε πιέσεις από την πολιτεία του Chicago να μην το πράξει. Η ίδια αντιστάθηκε, λέγοντας: «Θέλω όλος ο κόσμος να δει τι έκαναν στο μωρό μου». Το φριχτά παραμορφωμένο σώμα του φωτογραφήθηκε και η εικόνα αυτή έκανε το γύρο του κόσμου, προκαλώντας διεθνή κατακραυγή. Στο εσωτερικό της χώρας το γεγονός πυροδότησε αντιδράσεις εναντίον της καταπίεσης που δέχονταν αιώνες τώρα οι Αφρο-αμερικανοί από λευκούς συμπολίτες τους, αλλά και την επίσημη πολιτεία. Οι δύο ένοχοι Roy Bryant και ο J. W. Milam δικάστηκαν από σώμα λευκών ενόρκων και αθωώθηκαν ομόφωνα. Το γεγονός προκάλεσε νέο κύμα αντιδράσεων σε παγκόσμιο επίπεδο. Ενα χρόνο μετά την αθώωσή τους σε συνέντευξη που παραχώρησαν στο αμερικανικό περιοδικό «LOOK», σίγουροι – βάσει νόμου – ότι δε θα διωχθούν ποινικά, ομολόγησαν το έγκλημά τους χωρίς ίχνος μεταμέλειας.

Φελάχες του Ντενσουάι αμέσως μετά τις εκτελέσεις (φωτογραφία της εποχής, από το γαλλικό περιοδικό «L’ Illoustration», της 28ης Ιούλη 1906)
Στο ποίημα ο Emmett Till αναφέρεται ως Εμμερυ Τιλλ (ή Χιλλ στον τίτλο). Αυτό μάλλον οφείλεται σε λανθασμένη μετεγγραφή του ονόματος στον ελληνικό Τύπο. (Συνηθισμένο φαινόμενο αυτή την εποχή). Οπως και το Γκυ Φόστερ αντί ο Γκας.


Αίγυπτος, Ιούνης 1906

Για την Αίγυπτο η 27 Ιούνη 1906 είναι κάτι αντίστοιχο με τη δική μας Πρωτομαγιά του 1944: Ομαδική εκτέλεση αθώων ανθρώπων από τον κατακτητή.

Είναι αρχές καλοκαιριού του 1906. Μια ομάδα Βρετανών δραγόνων μπαίνει σε ένα μικρό χωριουδάκι, το Ντενσουάι. Αρχίζουν να πυροβολούν τα ήρεμα περιστέρια που ανέτρεφαν στους περιστερώνες τους οι φελάχοι. Βάλανε φωτιά σε έναν αχυρώνα, κάψανε ένα σπίτι και μια μητέρα 26 χρόνων. Τότε τους ρίχτηκαν οι φελάχοι με πλίνθους και ρόπαλα. Οι Αγγλοι αμυνόμενοι πλέον άρχισαν να πυροβολούν και πλήγωσαν 4 άντρες. Οι φελάχοι τους αφόπλισαν και τους ξυλοφόρτωσαν. Ενας μόνο κατόρθωσε να ξεφύγει, ο γιατρός του τάγματος, καπετάν Μπουλλ, που πληγωμένος στον κρόταφο από πέτρα κατάφερε μέσα στον καύσωνα να διανύσει όλη την απόσταση και να φτάσει στο στρατόπεδο. Οπου και πέθανε λίγο αργότερα από ηλίαση. Στο μεταξύ και οι υπόλοιποι κατάφεραν να πάρουν τα άλογά τους και να γυρίσουν πίσω. Αποθηριωμένοι οι Αγγλοι και διψώντας για εκδίκηση ξεχύθηκαν σε γειτονικό χωριό και σκότωσαν ένα φελάχο συντρίβοντάς του το κεφάλι. Οι κατοχικές αρχές με την ωμή παρέμβαση των Αγγλων, με γρήγορες διαδικασίες και προειλημμένη την απόφαση, οδήγησαν τους κατοίκους του Ντενσαυάι σε δίκη στις 24 Ιουνίου. Μια κατοχική εφημερίδα είχε προαναγγείλει το στήσιμο της αγχόνης. Ετσι το έκτακτο δικαστήριο τους δίκασε με συνοπτικές διαδικασίες. Στις 27 Ιούνη βγαίνει η απόφαση. Τέσσερις Αιγύπτιοι σε απαγχονισμό, δύο σε ισόβια καταναγκαστικά, ένας σε 15 χρόνια καταναγκαστικά, έξι σε 7 χρόνια καταναγκαστικά, τρεις σε φυλάκιση ενός χρόνου και σε δημόσια μαστίγωση και πέντε σε δημόσια μαστίγωση χωρίς φυλακή. Την επομένη το απόγευμα στο σημείο της συμπλοκής στο Ντενσουάι, οι τέσσερις καταδικασθέντες απαγχονίζονται για παραδειγματισμό.

Το Φλεβάρη του 1908 ο Καβάφης με αφορμή αυτό το γεγονός γράφει το ποίημα «Ντενσουάι 27 Ιουνίου 1906 2μ.μ.». Βάζει ως τίτλο την ημερομηνία 27 Ιούνη, ημέρα της έκδοσης της απόφασης και όχι της εκτέλεσης ή της συμπλοκής. Ο Καβάφης θέλει να στηλιτεύσει την άδικη απόφαση. Σαν μια δική του συγγνώμη για αυτό που συνέβη «παίρνει δι’ ελέου και φόβου την των τοιούτων παθημάτων κάθαρρσιν». Μα αυτός ήταν ο Καβάφης. Αρνητής της αδικίας, μα ποτέ του οδηγός.

Επαναστάτης – οδηγητής

Ο Βάρναλης είναι μαστιγωτής της αδικίας και των «Αδικητάδων». Στο δικό του ομότιτλο ποίημα εστιάζει στο γεγονός, στην αιτία και στον ένοχο. Γνώστης της αιτίας. Παντού και πάντα οι «αδικητάδες» θέλουνε «δικά τους/ τα περιστέρια, τα καλύβια, την πατρίδα». Και για να τα έχουν χρειάζονται τη βία. Στον Καβάφη υπενθυμίζει αργότερα, με άλλο του ποίημα («Ελεύθερος κόσμος» μια σάτιρα της «Πόλις» του Καβάφη, 1968), «”ο ελεύθερός σου κόσμος” είναι εδώ/ κόσμος θανάτου, απάτης και φαλλού». Σε αυτόν τον κόσμο «Χιλιάδες μίλια πέρα, αιώνες πίσω/ φτηνά πουλιέται το κρέας το ανθρωπίσο».

Σατιριστής του κοινωνικού κακού, της μοιρολατρίας, της παραίτησης, της ηττοπάθειας προτρέπει τον Καβάφη και κάθε καταπιεσμένο, «Αν ζητάς ανθρωπιά και δίκαιο νόμο/ δεν είναι εκεί που πας. Να αλλάξεις δρόμο». Να ακολουθήσουν το δρόμο της υπεράσπισης της ζωής, του πολιτισμού και της ελευθερίας. Αυτόν που οδηγεί στην αλλαγή της κοινωνίας.
Γράφει ο ίδιος: «Το σπουδαίο δεν είναι το τι γράφει και τι έγραψε κανείς μα το “γιατί γράφει” και “για ποιους”…».

Αφυπνιστής, θέλει να ξυπνήσει «το θύμα, το ψώνιο». Να καταλάβει ότι η δύναμη είναι στα χέρια του. Μόνο έτσι «θα έρθει ανάποδα ο ντουνιάς». Προτρέπει τους Σκλάβους πολιορκημένους: «Aν είναι ο λάκκος σου πολύ βαθύς χρέος με τα χέρια σου να σηκωθείς». Και «Μ’ αυτά τα χέρια μας στα βάθη της αβύσσου/ Να τους γκρεμοτσακίσουμε τους δράκοντες του κόσμου!».

Επαναστάτης – οδηγητής. Με το έργο του αναδεικνύει την εργατική τάξη ως τη δύναμη που μπορεί και πρέπει να ανατρέψει την τάξη των εκμεταλλευτών και τους θεσμούς της, αλλά και θα οικοδομήσει μια νέα, ανώτερη μορφή κοινωνία, την κομμουνιστική.

Ο 14χρονος Εμιτι Τιλ και δίπλα το κατακρεουργημένο, από τους λευκούς βασανιστές του, σώμα στο φέρετρο
 

Φωτογραφικό υλικό Κώστα Βάρναλη

  Αναδημοσιεύουμε φωτογραφικό αφιέρωμα στον Κώστα Βάρναλη από τον Κόκκινο Φάκελο. Το υλικό προέρχεται από έντυπη έκδοση του Υπουργείου Πολιτισμού το 1985. 

25-10-1935. Στο βαπόρι «Μαρία Λ» που τον μετέφερε, μαζί με άλλους εξόριστους, στον Αϊ-Στράτη. Κάτω πρώτη σειρά από αριστερά, Δεύτερος ο Δ Γληνός, τρίτος ο Βασίλης Δημησιάνος, τέταρτος ο Κώστας Βάρναλης Δεξιά πάνω
1912 Κράσι Κρήτης Από αριστερά Κώστας Βάρναλης, Χαρίλαος Στεφανίδης, Νίκος Καζαντζάκης, Γαλάτεια Καζαντζάκη
Φωτογραφικό πορτραίτο του ποιητή


Μόσχα. Με τον Δ. Γληνό (δεξιά) και τον Κανονίδη, διευθυντή του ελληνικού θεάτρου του Σοχούμ στο συνέδριο Σοβιετικών συγγραφέων
Προς το τελος της ζωης του στο μπαλκονι του σπιτιου του στο Παγκρατι
Κώστας Βάρναλης, Τάσος Βουρνάς.
Με τη θετή κόρη του Ελπίδα


Υποδοχή του ποιητή στο αεροδρόμιο της Μόσχας


Με ζευγάρι Ρώσων φίλων του


Μετά τη βράβευσή του με το βραβείο Λένιν στη Μόσχα


Με τον Ιλία Έρεμπουργκ σε κρουαζιέρα στο Σαρωνικό 


1918 (δεξια) σε μια ταβέρνα στα Πατησια


Λιγο μετά την απελευθέρωση ανάμεσα στο ζευγος Καραγιάννη και το Βασιλη Ρώτα


1917 στην αυλη του ελληνικού σχολείου στην Κερατέα


Η γυναικα του ποιητη Δωρα Μοατσου Βαρναλη


Στην τάξη του ελληνικού σχολείου στην Κερατέα


Νεαρός φοιτητής


Κώστας Βάρναλης – Γιάννης Ρίτσος – Μάριος Βάρβογλης


Νεαρός φοιτητής


Νεαρός φοιτητής


Νεοδιορισμένος δάσκαλος


Ο Βάρναλης μαθητής στη φιλιππούπολη 1900


Προς το τέλος της ζωής του στο παντοπωλείο της γειτονιάς του


Κατά τη βράβευσή του με το βραβείο Λένιν στη Μόσχα


Ταυτότητα σωματείου του ποιητή



Νεαρός καθηγητής


Με τη σύζυγό του Δώρα Μοάτσου
 

Ο άγνωστος Βάρναλης: παρουσίαση βιβλίου

Στις 17 Δεκέμβρη 2012 και ώρα 7 μ.μ. στην αίθουσα εκδηλώσεων του ΕΔΟΕΑΠ θα γίνει η παρουσίαση του βιβλίου «Ο άγνωστος ΒΑΡΝΑΛΗΣ ΚΑΙ 19 ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ» του Ηρακλή Κακαβάνη.

Η εκδήλωση είναι ανοιχτή για το κοινό.

Για τον Κώστα Βάρναλη και το βιβλίο θα μιλήσουν οι: Κώστας Καζάκος, ηθοποιός, Χρήστος Αλεξίου, καθηγητής νεοελληνικής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ και
διευθυντής του περιοδικού «Θέματα Λογοτεχνίας», Νίκος Σαραντάκος, συγγραφέας, Σοφία Κολοτούρου, ποιήτρια. Τη συζήτηση θα συντονίσει η Σοφία Αδαμίδου, συγγραφέας – δημοσιογράφος.

Τιμώντας την επέτειο θανάτου του Κ. Βάρναλη (16/12/1974), στην αρχή της εκδήλωσης θα προβληθεί ντοκιμαντέρ για τη ζωή του ποιητή και εικόνες από την πάνδημη κηδεία του.
Σατιρικό κείμενο θα αποδώσουν θεατρικά οι ηθοποιοί Στέλιος Γεράνης και Κατερίνα Φωτιάδου.
Μελοποιημένα τραγούδια του Βάρναλη θα ερμηνεύσει ο τραγουδοποιός Γιώργος Σαρρής.

(Το κτίριο του ΕΔΟΕΑΠ βρίσκεται πλησίον του «Χίλτον». Εξυπηρετεί ο σταθμός μετρό Μέγαρο Μουσικής. Στον ΕΔΟΕΑΠ υπάρχει και υπόγειο πάρκινγκ)