RSS

Category Archives: Κ.Ε.Χ.Α

Αλληλεγγύη στους τούρκους αγωνιστές

Κοινός αγώνας της εργατικής τάξης και στις δύο πλευρές του Αιγαίου

Το τελευταίο διάστημα διεξάγεται μια γκανγκστερικού τύπου κρατική επιχείρηση που στόχο έχει τους Τούρκους πολιτικούς πρόσφυγες που ζουν στην Ελλάδα. Ότι άφησε στη “μέση” το φασιστικό κράτος της Τουρκίας, έρχονται να το συμπληρώσουν τα μαντρόσκυλα της ΕΥΠ και της ΕΛ.ΑΣ. με προσαγωγές, φυλακίσεις και βασανισμούς στους αγωνιστές πολιτικούς πρόσφυγες της διπλανής χώρας. Είναι φαίνεται τόσο μεγάλη η αγωνία των αφεντικών σε Ελλάδα και Τουρκία, να “τελειώσουν” μια ώρα αρχύτερα με τις οργανώσεις του ταξικού πολιτικού αγώνα, που τις ανακηρύσσουν “τρομοκρατικές” σε επίπεδο, μάλιστα, ΕΕ, συλλαμβάνουν και προφυλακίζουν χωρίς κανένα επιβαρυντικό στοιχείο αγωνιστές, αρνούνται στους κρατούμενους ακόμη και τα στοιχειώδη. Στη περίπτωση της Γκιονούλ Γιλμάζ, πολιτική πρόσφυγας από την Τουρκία,που βρίσκεται με πολιτικό άσυλο στην Ελλάδα από το 2001, δεν τηρούνται ακόμη και τα τυπικά: απομόνωση, απαγόρευση επικοινωνίας, ακόμη και απαγόρευση να της φέρουν μια καινούρια αλλαξιά ρούχων… Κι όλα αυτά από τις 21 Μαρτίου.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο, πως τις μέρες που πληθαίνουν τα τρομοκρατικά χτυπήματα του ελληνικού κράτους εναντίον τούρκων πολιτικών προσφύγων, ανακοινόνωνται διαρκώς σχέδια τούρκικων επενδύσεων στη χώρα. Φαίνεται πως το κεφάλαιο δεν έχει κανένα πρόβλημα να “συσφίγγει τις σχέσεις του”, αρκεί βέβαια να αλληλουποστηρίζεται στη καταστολή και την ωμή βία εναντίον του κινήματος και των αγωνιστών.

Δεν μας φοβίζουν. Είναι καθήκον της εργατικής τάξης σε Ελλάδα και Τουρκία να ξεμπερδεύει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα με τα αφεντικά και την εξουσία τους, και έτσι να διασφαλίσει μια και καλή την ειρήνη και τη πραγματική συνεργασία των λαών της περιοχής. Είναι καθήκον μας να στηρίξουμε τους Τούρκους αγωνιστές όσο είναι να τσακίσουμε τη ντόπια ολιγαρχία και τον σύγχρονο ολοκληρωτισμό.

Η αλληλεγγύη είναι το όπλο μας!

 Κ.Ε.Χ.Α. 10/4/2013

Advertisements
 

Αυτό το πηγάδι δεν έχει πάτο: Η διαρκής υποτίμηση του "κατώτατου μισθού"

Λίγα λόγια για τις αλλαγές στον βασικό μισθό 

Γενικά: Ο μισθός δεν είναι απλά και μόνο τα χρήματα, τα λεφτά τα οποία εξασφαλίζει κανείς από την εργασία του, όπως πολλές φορές εννοείται, εσφαλμένα. Σε ό,τι αφορά την εξαρτημένη εργασία, ο μισθός θα πρέπει να εννοηθεί ως μια συνισταμένη πολλών και διαφορετικών στοιχείων, σημαντικών όπως ο χρόνος, οι συνθήκες και η ένταση της εργασίας. Στον σύγχρονο καπιταλισμό ο μισθός εισέρχεται στους καταναγκασμούς της εργασίας σαν αναγνώριση της τυπικής ελευθερίας των δύο συμβαλλομένων μερών: του “εργοδότη” και του εργαζόμενου. Σε αντίθεση με μια σειρά απλήρωτων εργασιών (κοινώς δουλεία), που ούτε σήμερα έχουν εξαλειφθεί όπως η εργασία στον Στρατό, στη Φυλακή ή/και η οικογενειακή/οικιακή εργασία, η μισθωτή εργασία διαχωρίζεται από αυτές με το “ελεύθερο δικαίωμα” της πώλησης της εργατικής δύναμης. Αυτή ακριβώς η μισθωτή εξαρτημένη εργασία, είναι γενικότερο γνώρισμα του καπιταλισμού, θεμελιώδης λίθος στο οικοδόμημα μέσα στο οποίο σήμερα ζούμε.

Γίνεται αντιληπτό πως σε αυτή την σχέση εξάρτησης συνυπάρχουν και τα δύο μέρη: και ο εκμεταλλευόμενος και ο εκμεταλλευτής. Παρόλαυτα, αυτή η σχέση δεν είναι συμμετρική. Η θέση “αφεντικό” γεννάται και αναπαράγεται μέσα από την μισθωτή εξαρτημένη εργασία, αλλά το ανάποδο δεν ισχύει. Και δεν ισχύει μόνο αν εννοηθεί η εργασία, όχι σαν προϊόν προς πώληση, αλλά σαν τη δημιουργικότητα που αλληλεπιδρά με το κοινωνικό περιβάλλον και τη Φύση και τα μετασχηματίζει. Με αυτή την έννοια αντιλαμβανόμαστε την εργασία περαν του καπιταλισμού, την εργασία χωρίς αφεντικά.

Από τη δεκαετία του 70, αλλά πολύ περισσότερο από τη δεκαετία του 80 και έπειτα, τα αφεντικά προσπάθησαν με μια καλά συντονισμένη παγκόσμια ιδεολογική καμπάνια, όχι να καταργήσουν αυτήν την εξάρτηση, αλλά να αλλάξουν τη βασική της αναπαράσταση. Να μειώσουν ή και να εξαφανίσουν την έννοια του μισθωτού (του εργάτη), ταυτίζοντας τον (σαν φιγούρα) με τον ελεύθερο επαγγελματία. Αυτή η προσπάθεια τους ήταν βαθιά, διαρκείας και πολυποίκιλη. Εξελίχθηκε από την προώθηση της ευελιξίας του εργατικού δυναμικού, τον πολλαπλασιασμό των μυθολογικών ανισοτήτων (με επιδόματα, μπόνους κτλ), την οργανική υπαγωγή των μορφών έκφρασης των εργατικών συμφερόντων (όπως είναι και τα συνδικάτα) στο κράτος, τη γενικότερη προβολή του ατομικισμού-μικροαστισμού, την επιδότηση της κατανάλωσης (με δάνεια, κάρτες υποθήκευσης στην ουσία μελλοντικών μισθών) κ.ο.κ. Ένας από τους βασικούς λόγους ήταν και η ενσωμάτωση του μισθού γενικά, όχι πια σαν ένα εξωτερικό έξοδο, αλλά μέρος της εσωτερικής καπιταλιστικής διαδικασίας συσσώρευσης, μέσω της μαζικής εργατικής κατανάλωσης. Αποτέλεσμα: η εκτροπή της έννοιας του “μισθού”, ιδεολογικά και πολιτικά, σε “εισόδημα”. Οποιαδήποτε αναφορά στον μισθό, αντιμετωπιζόταν (και αντιμετωπίζεται ακόμη και σήμερα από πλευρές του κινήματος) σαν οικονομίστική, δίχως σοβαρή εκτίμηση για το αντικείμενο καθώς είναι “μόνο λεφτά”…

Έτσι φτάνουμε στο σήμερα, που η ρύθμιση των μισθολογικών διαβαθμίσεων με το εργαλείο που ονομάζεται “βασικός μισθός”, μπαίνει ακόμη πιο κεντρικά στο στόχαστρο των επιδιώξεων των αφεντικών. Το μεγάλο κόμμα του κεφαλαίου, το κράτος, αναλαμβάνει ακόμη μεγαλύτερο μέρος της διαχείρισης και κοστολόγησης του εργατικού δυναμικού. Η “αυτόματη προσαρμογή” της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας με βάση τις ανάγκες της “εθνικής” οικονομίας (δλδ των αναγκών για κερδοφορία των αφεντικών) νομοθετείται στο Μνημόνιο 3 και υλοποιείται ήδη από τον Απρίλη που διανύουμε. Με λίγα λόγια το ύψος του βασικού μισθού νομοθετείται πλέον με υπουργική απόφαση, καταργώντας την, έτσι κι αλλιώς τυπική “διαπραγμάτευση” των καθεστωτικών τριτοβάθμιων οργανώσεων των εργαζομένων (ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ) με τις εργοδοτικές οργανώσεις. Αντίθετα από τις εκτιμήσεις των αντινεοφιλελεύθερων κρατικιστικών “μετώπων”, όλων των αποχρώσεων το κράτος όχι μόνο δεν εξαφανίζεται, αλλά ισχυροποιεί τον ρυθμιστικό του ρόλο σε όλο και περισσότερα ζητήματα διαχείρισης της εργασίας. Με εργαλείο τη διατίμηση του βασικού μισθού (του ανειδίκευτου), ορίζει και καθορίζει το ύψος των “απολαβών” των ανέργων (του επιδόματος ανεργίας), αλλά και των εξειδικευμένων εργατών, ακριβώς γιατί ο βασικός μισθός αποτελεί τη βάση υπολογισμού όλων αυτών των “μισθών”. Και έπεται συνέχεια:


Η κρατική διαχείριση της εργασίας εξαπλώνεται με τις συμβάσεις εργασίας στις Συμβάσεις Ορισμένου Χρόνου και τις Κοινωφελής Εργασίας ακολουθώντας πιστά τα βήματα του γερμανικού μοντέλου, όπου ακόμη και τα επιδόματα ανεργίας εξευτελίζονται σε φιλοδωρήματα συνδεδεμένα με άμισθη εργασία σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ή σε κρατικής επιχειρήσεις πρόνοιας…Είναι αυτή η νέα δομή που αναπαριστά καλύτερα (για τα αφεντικά) τον σύγχρονο ταξικό συσχετισμό, και πιο συγκεκριμένα τα εξής μέτρα:
  • Κάθε Δεκέμβριο με υπουργικό διάταγμα θα καθορίζεται ο βασικός μισθός. Θα έχει προηγηθεί μια -τυπική- διαβούλευση των διαφόρων “κοινωνικών φορέων”, με κυρίαρχο των ρόλο των εργοδοτικών οργανώσεων.
  • Το ύψος του μισθού (και ότι αυτός συμπαρασύρει μαζί του), θα ορίζεται με βάση “…την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, τις προοπτικές ανάπτυξής της, τα επίπεδα παραγωγικότητας, ανταγωνιστικότητας…”. Ωμά και σταθερά, δηλαδή, τα συμφέροντα των αφεντικών.
  • Παραμένουν και μάλιστα εντείνονται οι διαφορές (προς τα κάτω) για τους νέους εργαζόμενους κάτω των 25 ετών.

Συμπεράσματα

Οι εργάτες και οι εργάτριες που στη πλάτη μας θα δοκιμαστούν όλα τα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής του μισθού και του χρόνου εργασίας μας, δεν πρέπει να έχουμε καμία αυταπάτη για τον ρόλο της κρατικής διαχείρισης του. Όχι μόνο δεν συνιστά “βελτίωση”, το πέρασμα (και τυπικά) από τα χέρια της “διαπραγμάτευσης” του βασικού μισθού στα χέρια του κράτους, αλλά ισχυροποιεί αυτό που γνωρίζαμε ήδη εδώ και αρκετά χρόνια. Οι όροι της διαβίωσης (ή της καταστροφής) μας κρατικοποιούνται μονάχα να χειροτερεύσουν καθώς την εξουσία πάνω τους τη διατηρεί (και την επιβεβαιώνει μέσω τη κρατικής διαχείρισης) το κεφάλαιο. Αυτοί οι όροι δεν τίθενται υπό συζήτηση και διαπραγμάτευση αναλόγως το πρόσωπο ή τον πολιτικό προσανατολισμού της κυβέρνησης ή του εκάστοτε υπουργού. Τα τσακάλια της σοσιαλδημοκρατίας που διατυμπανίζουν πως αυτά θα αλλάξουν, τάχα, με την “αριστερή διακυβέρνηση”, εντέχνως αποκρύπτουν πως όσο τα μέτρα “νομοθετούνται”, οι τυπικοί όροι, και όσες συλλογικές συμβάσεις έχουν ακόμη κάποια ισχύ, ήδη έχουν γίνει κουρελόχαρτο στα χέρια των αφεντικών. Η κοινωνική ζούγκλα της “αγοράς εργασίας”, δεν αφήνει περιθώριο για “τυπική” ανατίμηση της εργασίας. Η ουσιαστική ανατίμηση του μισθού, η μείωση του χρόνου εργασίας, η καλυτέρευση των όρων ζωής και εργασίας είναι υπόθεση της οργανωμένης και ουσιαστικής ταξικής πάλης των σύγχρονων προλεταρίων. Δεν μπορεί να προέλθει από την εκλογική διαδικασία, αλλά από τις μικρές και μεγάλες αντιστάσεις που προβάλλει η τάξη μας. Δεν μπορεί να υπάρξει αν συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε τον μισθό και τους όρους εργασίας σαν κάτι περιφερειακό, χαμένο μέσα στις στοίβες των γενικότερων πολιτικών “αιτημάτων”, που σώζουν “εθνικά τον τόπο”, γκρεμίζοντας εργαζόμενους και ανέργους στη φτώχεια και την εξαθλίωση. Δεν μπορεί να διαμεσολαβηθεί από τα κόμματα του κεφαλαίου, αλλά μπορεί να αναπνεύσει μόνο μέσα από τις διαδικασίες αγώνα στη βάση των εργασιακών χώρων. Και σίγουρα δεν μπορεί να προκύψει από παζάρι, αλλά από το αμετακίνητο του αγώνα κόντρα στην εξουσία και την ιδιοκτησία των αφεντικών, με τα εργατικά συμφέροντα μπροστά!

11.04.2013
 

Σχετικά με τη Villa Amalias και τον 98FM

Το πρωί της Πέμπτης 20/12, η αστυνομία με πρόσχημα μια “ανώνυμη καταγγελία” για ναρκωτικά εισέβαλε σε μια από τις πιο παλιές καταλήψεις, τη Villa Amalias. Οι συλληφθέντες αντιμετωπίζουν κατηγορίες για κατοχή εκρηκτικών υλών και οπλοκατοχή με στοιχεία άδεια μπουκάλια μπύρας, πετρέλαιο για τη σόμπα, κροτίδες και σημαίες, σε ένα έργο το οποίο έχουμε ξαναδεί και παλιότερα στην υπόθεση του αναρχικού στεκιού “Ρεσάλτο” αλλά και στην εκκένωση της κατάληψης Δέλτα στη Θεσσαλονίκη.

Ο στόχος των μηχανισμών του κράτους όμως δεν είναι απλά να φορτώσουν με ανυπόστατες κατηγορίες αγωνιστές αναρχικούς. Η εισβολή στη Villa Amalias ισοδυναμεί με κήρυξη πολέμου στο κίνημα και είναι μια επίδειξη δύναμης και τσαμπουκα που καταδεικνύει την ακροδεξιά στροφή της τρικομματικής κυβέρνησης και της φασιστικοποίηση του συστήματος συνολικότερα. Η Villa Amalias δεν είναι μια οποιαδήποτε κατάληψη αναρχικών, είναι η δεύτερη παλαιότερη, από τις πιό μαχητικές και ένας χώρος που έχουν θητεύσει και περάσει χιλιάδες κόσμου. Το γεγονός ότι δεν ήταν ούτε ο πιο αδύναμος κρίκος, ούτε διεκδικούσε κάποιος το κτήριο δείχνει ότι η εκκένωσή της είναι κεντρική πολιτική επιλογή του Δένδια και της κυβέρνησης που θέλει να επιβληθεί και στρατιωτικά στο κίνημα και το δείχνει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο γίνεται απόλυτα κατανοητή η συνάντηση του κράτους και του κεφαλαίου με τους ναζιστές της Χρυσής Αυγής που λαμβάνει χώρα σε ολοένα και περισσότερα επίπεδα, από τους ναζιστικούς θύλακες μέσα στην αστυνομία ως τη στήριξη των ναζί σε εφοπλιστές και μεγαλοκαπιταλιστές. Το γεγονός ότι η Villa Amalias βρίσκεται μια ανάσα από τον Άγιο Παντελεήμονα και σε μια περιοχή που οι ναζί προσπαθούν εδώ και καιρό να μετατρέψουν σε δεύτερο Αγ. Παντελεήμονα, αλλά δεν τα καταφέρνουν και λόγω της μαχητικής και κοινωνικής παρουσίας της κατάληψης, η επιλογή για εκκένωσή της μόνο άσχετη δεν είναι με τα σχέδια της Χρυσής Αυγής.

Οι κρατικές μεθοδεύσεις όμως έπεσαν στο κενό. Από την πρώτη στιγμή εμφανίστηκε ένα τεράστιο κύμα αλληλεγγύης και συμπάθειας στη Villa Amalias, που εκτείνεται από πολιτικές οργανώσεις και συλλογικότητες μέχρι σωματεία βάσης και λαϊκές συνελεύσεις γειτονιών. Το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας επίσης δε τσίμπησε στις κραυγές περί γιάφκας. Το φιάσκο της ΕΛ.ΑΣ. με το βίντεο με πλάνα από το εσωτερικό της κατάληψης, που τελικά δείχνουν πως το κίνημα παίρνει μισογκρεμισμένα ερείπια και τα μετατρέπει σε ζωντανούς κοινωνικούς χώρους, βοήθησε σε αυτό. 

Το ίδιο σκηνικό και με ακριβώς ίδιο σενάριο, αυτή την φορά με “ανώνυμο τηλεφώνημα” για παραεμπόριο, στήθηκε, λίγες μέρες μετά, στην ΑΣΟΕΕ. Αφού κυνηγήθηκαν οι πλανόδιοι μικροπωλητές, οι οποίοι κατέφυγαν στο προαύλιο της σχολής για να σωθούν, ο εισαγγελέας αποφάσισε, με πρόσχημα την έρευνα της καταγγελίας, να ελέγξει το υπόγειο, όπου βρίσκονται τα στέκια φοιτητικών παρατάξεων και ομάδων, καθώς και το ραδιοφωνικό στούντιο, του 98FM. Στέκια ελέγχθηκαν και τα μηχανήματα και η κεραία τoυ σταθμού κατασχέθηκαν.

Πρέπει να κάνουμε σαφές με τον πιο έντονο τρόπο ότι οι καταλήψεις, τα στέκια και οι ελεύθεροι κοινωνικοί χώροι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του κινήματος. Ως εκ τούτου είναι δεδομένη η αλληλεγγύη όταν δέχονται επίθεση και όταν στοχοποιούνται αγωνιστές.

Η Villa Amalias κατάληψη και το 98FM ράδιο θα μείνουν!

 

Εργατικοί αγώνες στον καιρό της κρίσης: το παράδειγμα των εργολαβικών εργαζομένων του Α.Π.Θ

Φωτογραφία από αντίστοιχη κινητοποίηση του ’09

Από τα τέλη Σεπτεμβρίου και επί δυόμισι περίπου μήνες στον χώρο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης δόθηκε ένας εργατικός αγώνας από τους εργολαβικούς υπαλλήλους καθαριότητας και διοίκησης που άγγιξε πολλές πλευρές της κοινωνικής ζωής της πόλης και λοιδορήθηκε με σφοδρότητα. Μετά από συλλήψεις, εισβολή των ΜΑΤ στον πανεπιστημιακό χώρο, δικαστήρια, “εθελοντικούς” καθαρισμούς ιδιωτικών συνεργείων από τον Μυλόπουλο και τους “φίλους” του, συγκρούσεις με απεργοσπαστικούς μηχανισμούς, πορείες και επεισοδιακές συνελεύσεις των εργαζομένων, ο αγώνας -προς το παρόν δείχνει να- έληξε με εκατέρωθεν υποσχέσεις για ‘ειρηνική’ διευθέτηση και με αποπληρωμή μέρους των δεδουλευμένων (του Αυγούστου). Πρυτανεία, κράτος, εργολάβοι, δυνάμεις καταστολής, αστική δικαιοσύνη και φυσικά ΜΜΕ εκτόξευσαν τόνους λάσπης και πολέμησαν με κάθε μέσο την απεργία διαρκείας των εργολαβικών και την κατάληψη της Πρυτανείας με σκοπό φυσικά να τον απονομιμοποιήσουν κοινωνικά, να τον απομονώσουν και να τον οδηγήσουν στην ήττα μια ώρα αρχύτερα. Το δικαίωμα στην αξιοπρεπή εργασία, στην επιβίωση σε τελική ανάλυση της τάξης μας, είναι αδιαφιλονίκητο και αξιακό ζήτημα για κάθε δύναμη που θέλει να υπερασπίζεται την εργασία και να εναντιώνεται στην εκμετάλλευση και την υποτίμηση των ζωών μας. Ωστόσο, μέσα και από αυτήν την εμπειρία εργατικού αγώνα, θα ήταν χρήσιμο να αντλήσουμε μερικά διδακτικά συμπεράσματα.

Διαβάζοντας τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου αγώνα, θέλουμε να σταθούμε σε τρία επίπεδα. Το πρώτο έχει να κάνει με την διάρκεια και την μαχητικότητα των μέσων που χρησιμοποίησε, το δεύτερο με την δομή του υποκειμένου του αγώνα και τους δρόμους διαπραγμάτευσης στους οποίους οδήγησε αυτή η δομή και το τρίτο με το διεκδικητικό πλαίσιο ή αλλιώς το πολιτικό/οικονομικό και κοινωνικό περιεχόμενο της στοχοθεσίας του.
Τα πρώτα χαρακτηριστικά αποδείχθηκαν ιδαίτερα θετικά οδηγώντας μεγάλη μερίδα του φοιτητικού κινήματος να σταθεί στο πλευρό των απεργών και να προσδώσει έτσι ζωντάνια και επιπλέον ορμή διαχέοντας τον αγώνα στην πόλη, πραγματοποιώντας διαδηλώσεις και ποικίλες εκδηλώσεις αλληλεγγύης και ασκώντας πίεση σε κράτος, εργολάβους και πρυτάνεις υπέρ των συμφερόντων των εργαζομένων. Το όπλο της απεργίας διαρκείας, σε συνδυασμό μάλιστα με την επιθετική μορφή της κατάληψης και της παρεμπόδισης βασικών λειτουργιών του πανεπιστημίου, λειτούργησε στα χέρια των απεργών ως εργατικός εκβιασμός, ανάλογος της επίθεσης που δέχονται οι ίδιοι στους όρους ζωής τους -να υπενθυμήσουμε εδώ ότι οι νέες συμβάσεις προβλέπουν μισθούς των 480€.

Το δεύτερο επίπεδο που έχει να κάνει με την δομή του σωματείου και τους διαύλους που έβαλε σε λειτουργία για να νικήσει, δυστυχώς υπέσκαπτε διαρκώς τα αγωνιστικά γνωρίσματα της ίδιας της απεργίας. Με ένα Δ.Σ. αυστηρά κομματικά προσανατολισμένο (σε δυνάμεις της απερχόμενης “σοσιαλδημοκρατίας”-ΠΑΣΟΚ και της επερχόμενης σοσιαλδημοκρατίας ή “αριστερής” διαχείρισης-ΣΥΡΙΖΑ) να επιδιώκει την χειραγώγηση του αγώνα σε κάθε στάδιο εξέλιξής του και μια γενική συνέλευση που πολλές φορές καταστρατηγούνταν από παρασκηνιακές πολιτικές μανούβρες των “συνδικαλιστών'” σε αγαστή συνεργασία με το Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης, η ταξική έκφραση του αγώνα είχε να υπερνικήσει τεράστιους σκοπέλους. Ακόμη παραπάνω, είχε ήδη υπογράψει το χαρτί της παραίτησής της, καθώς ανέθετε τον αγώνα για επιβίωση σε μεσολαβητές που είναι οι ίδιοι μέρος της επίθεσης που δεχόμαστε και τολμούν να εμφανίζονται τώρα με τα διαπιστευτήρια μιας ψευδεπίγραφης σωτήριας επέμβασης. Οι αυταπάτες περί ‘εργατικού’ και ‘αγωνιστικού’ προσωπείου τόσο του επίσημου συνδιαλισμού (Ε.Κ.Θ.) όσο και των ‘αριστερών’ ψαλτών του συστήματος που προαλείφονται για τους αυριανούς υπουργικούς θώκους πρέπει να καταρριφτούν όσο το δυνατόν γρηγορότερα στα μάτια της εργατικής τάξης. Από την άλλη, ακόμη κι αν αυτές οι αυταπάτες έχουν όντως αποσαθρωθεί, μένει να απορρίψουμε ακόμη και την δυνατότητα μιας μερικής έστω, νίκης μέσω βουλευτικών συνεννοήσεων, κομματικών παρατάξεων και λοιπών παρατρεχάμενων για έναν ακόμη λόγο: γιατί στη σημερινή συγκυρία, στην καρδιά της κρίσης και της καθολικής επίθεσης στην τάξη μας, όση πίεση κι αν ασκηθεί, καμία ομάδα εργαζομένων δεν μπορεί να κερδήσει κομμάτι του κλεμμένου της πλούτου αν δεν το πάρει με τα ίδια της τα χέρια έξω από κάθε λογική συναίνεσης και συνδιαχείρισης με τους από-πάνω. Αν δεν αντιληφθούμε τώρα, πριν να είναι ήδη αργά, ότι δεν υπάρχει πλέον πλαίσιο διεκδίκησης και ανάθεσης των ζωών μας σε κανέναν άλλον εκτός από τις δικές μας αυτόνομες δομές βάσης που θα απαιτούν και θα υφαρπάζουν όσα τους αρνούνται, τότε είμαστε καταδικασμένοι να γίνουμε οι δούλοι του 21ου αιώνα. 
Άμεσα αλληλένδετο με αυτό το κομμάτι είναι και το τρίτο επίπεδο ανάγνωσης του αγώνα, αυτό που εξετάζει το ζητούμενό του, τον στόχο δηλαδή που οι ίδιοι οι απεργοί έθεταν ως τροχιοδεικτικό για την επιτυχία του αγώνα τους. Ενώ λοιπόν η απαίτησή τους για μόνιμη σταθερή εργασία –που θα περνούσε φυσικά πάνω από τα πτώματα αυτών των νταβατζήδων που λέγονται εργολάβοι– είναι λογική, αναγκαία και καθολική για κάθε εργαζόμενο και άνεργο, ωστόσο δεν κατόρθωσε να υπερβεί το δημοσιοϋπαλληλικό πλαίσιο του παρελθόντος, δηλ. το πλαίσιο διεκδίκησης και αναπαραγωγής μιας οριστικά τελειωμένης πλέον διαχείρισης, όπου το κράτος (μέσω του ΑΠΘ ή οποιουδήποτε φορέα της δημόσιας ζωής και διοίκησης) εξασφάλιζε μια ασφαλή και διά βίου απασχόληση σε ένα στρώμα της εργατικής τάξης ενώ πετιόταν στον Καιάδα η μεγάλη μερίδα του ιδιωτικού τομέα που δεν κατόρθωνε με χίλιους μύριους τρόπους να εισχωρήσει στην χαρισάμενη ζωή του δημοσίου. Ο στόχος λοιπόν της μονιμοποίησης στη δεδομένη συγκυρία εκτός από βέβαια στρατηγική ήττας -ποιος μπορούσε να ισχυριστεί ότι τη στιγμή που έχει ανοίξει η πόρτα της απόλυσης για τους ήδη υπάρχοντες μόνιμους δημόσιους υπάλληλους, ξαφνικά το κράτος θα προσλάμβανε άλλους 850;- ήταν επίσης και η εγγύηση της κοινωνικής απομόνωσης και της ταξικής ‘αδιαφορίας’ στην καλύτερη περίπτωση. Γιατί δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το σκληρό πρόσωπο της πραγματικότητας στον κόσμο της εργασίας σήμερα· αν είσαι αρκετά τυχερός και δεν βρίσκεσαι στα συντριπτικά ποσοστά των ανέργων, τότε θα είσαι υπαμειβόμενος, υποαπασχολούμενος, χωρίς ένσημα-ασφάλιση, με απλήρωτα δεδουλευμένα/υπερωρίες, εκβιασμούς, απειλές κ.ο.κ. Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι αναγνωρίζοντας την οπισθοχώρηση των ταξικών συσχετισμών εις βάρος μας οφείλουμε να κατεβάσουμε τον πήχυ των απαιτήσεών μας όπως διακηρύσσουν ολημερίς κυβέρνηση, ΜΜΕ, κόμματα και πάσης φύσεως απολογητές της βαρβαρότητας. Σημαίνει όμως ότι για να νικήσουμε χρειαζόμαστε ταξική αλληλεγγύη και για να την έχουμε οφείλουμε να προβάλουμε αιτήματα πανκοινωνικά, προς το συμφέρον όλης της τάξης καθώς και να φτιάχνουμε τις δομές οι οποίες θα τα κάνουν πράξη. 

Τέλος, για να θυμήσουμε κάτι που γράφαμε αρκετό καιρό πριν, αναφερόμενοι στο φοιτητικό κίνημα αλλά και τη σύνδεσή του με το εργατικό που εξετάζουμε ακριβώς τώρα: “Το φοιτητικό κίνημα -οφείλει- να απαγκιστρωθεί από έναν αδιέξοδο συντεχνιακό συνδικαλισμό του ασύλου και των επαγγελματικών δικαιωμάτων που δεν βλέπει το ανέφικτο των αιτημάτων του στο σημερινό καθεστώς και κλείνει το μάτι στο ‘ένδοξο’ παρελθόν μιας ‘καλύτερης’ –βλέπε σοσιαλδημοκρατικής- διαχείρισης. Να συμπορευθεί με τον ακηδεμόνευτο εργατικό συνδικαλισμό, με το κομμάτι εκείνο δηλαδή των αγωνιζόμενων εργαζομένων και των ταξικών τους σωματείων που προτάσσει την ολική ανατροπή του καπιταλιστικού υπάρχοντος. Να δημιουργήσουμε σήμερα κιόλας κοινές συνελεύσεις εργαζομένων και ανέργων, ελλήνων και μεταναστών, κάθε κλάδου με τους φοιτητές και σπουδαστές των αντίστοιχων τμημάτων. Να προτάξουμε την υπόθεση της αυτοδιαχείρισης των σχολών από φοιτητές, καθηγητές και εργαζόμενους, να αμφισβητήσουμε το σύνολο της δομής και του περιεχομένου της γνώσης και να ανοίξουμε διόδους ουσιαστικού και ακηδεμόνευτου συντονισμού των αγώνων για να περάσει επιτέλους ο φόβος στο αντίπαλο στρατόπεδο…. Το πρόταγμα της αυτοδιαχείρισης και της κοινωνικής-εργατικής αυτοδιεύθυνσης δεν μπορεί να είναι κούφια ρητορική ούτε να περιορίζεται σε διακηρύξεις. Είναι ο μόνος τρόπος να αποφασίζουμε εμείς για τις ζωές μας, για την εργασία και τον ελεύθερό μας χρόνο, για τους όρους υλικής διαβίωσης της κοινωνίας χωρίς διαμεσολαβητές και ειδικούς και αυτό πρέπει να το αποδείξουμε στην πράξη. Είναι το ανώτερο στάδιο της κοινωνικής εξέλιξης, η υψηλότερη βαθμίδα ευτυχίας, ισότητας, ελευθερίας και αυτοκαθορισμού. Σημαίνει ότι εργάτες, άνεργοι και φοιτητές θα πάρουν επιτέλους στην κατοχή τους όλα όσα έχουν συσσωρευτεί, όλα όσα παράγουν και όλα όσα χρειάζονται.

Στις παρακαταθήκες του αγώνα κρατάμε τους αγωνιζόμενους φοιτητές που υπερασπίστηκαν την απεργία και την κατάληψη της πρυτανείας το βράδυ της 17ης Νοέμβρη, αμέσως μετά την πορεία του Πολυτεχνείου -και γι’αυτό ξυλοκοπήθηκαν και συνελήφθησαν από τους μισθοφόρους- περιφρουρώντας έναν εργατικό αγώνα όπως ακριβώς όφειλαν να κάνουν, κρατάμε επίσης και τις πρώτες επαφές ανάμεσα στους εργολαβικούς και το σωματείο της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής που επιχείρησε να ρίξει τον σπόρο της εργατικής αυτοδιαχείρισης, του ακηδεμόνευτου αγώνα και της αμεσοδημοκρατικής λειτουργίας του σωματείου βάσης. Το μέλλον θα δείξει τις ικανότητες της τάξης μας να προσαρμόζεται στις περιστάσεις, να ελίσσεται, να εξελίσσεται και να οργανώνει την αντεπίθεσή της με όρους νίκης, δηλ. συντριβής της καταστροφής που δυστυχώς πλησιάζει ολοένα και γρηγορότερα την κοινωνικής μας πραγματικότητα, φορώντας μάλιστα το πιο αποκρουστικό της προσωπείο, αυτό του φασισμού και της ταξικής γενοκτονίας.

Δεκέμβρης 2012
 

ΠΟΤΕ ΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ!

Σκέψου ως εργαζόμενος, όχι ως καταναλωτής

 

Η κυβέρνηση, στην αδιάκοπη προσπάθειά της να θέσει τέλος στην κρίση «προς όφελος όλων μας», πέρασε ακόμα ένα μέτρο. Η απελευθέρωση του ωραρίου λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων τις Κυριακές είναι η νέα πραγματικότητα, για όλους τους εμποροϋπάλληλους…

Οι εργαζόμενοι φέτος καλούνται να εργαστούν δύο Κυριακές, ώστε να εξυπηρετηθεί το, διψασμένο για αγορές, κοινό. Του χρόνου, όσοι από αυτούς θα είναι αρκετά τυχεροί ώστε να έχουν διατηρήσει την πολυπόθητη θέση εργασίας τους, θα υποχρεωθούν να δουλέψουν έξι Κυριακές, ενώ ανοιχτή μένει η συζήτηση για άνοιγμα των καταστημάτων ακόμα περισσότερες Κυριακές καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, για κάποιους χώρους και περιοχές. Είναι προφανές, βέβαια, ότι οι προϋποθέσεις που τίθενται για άνοιγμα αυτών των επιπλέον Κυριακών σύντομα θα εξαφανιστούν, δίνοντας τη θέση τους στην πλήρη κατάργηση της Κυριακάτικης αργίας. Αυτό το μέτρο είναι το τελευταίο μιας σειράς άλλων, που επιβλήθηκαν στην εργατική τάξη,

κάνοντας τη ζωή της –τη ζωή όλων μας- κυριολεκτικά αφόρητη. Ατομικές συμβάσεις, εκ περιτροπής εργασία, απολύσεις και μειωμένες αποζημιώσεις, κατάργηση των κλαδικών συμβάσεων, μετατάξεις και απολύσεις στο δημόσιο και πολλές, πολλές μειώσεις προσπαθούν να κάνουν τον εργαζόμενο όλο και πιο αδύναμο διαπραγματευτικά, όλο και πιο «μιας χρήσης». Αυτό το μέτρο, όπως και τα προηγούμενα, δείχνουν απερίφραστα ποιος είναι ο πραγματικός στόχος της κρίσης. Τι είναι αυτό, το οποίο η εγχώρια και διεθνής αστική τάξη προσπαθεί να πετύχει με τη «δομική αναπροσαρμογή» και τα αλλεπάλληλα μέτρα; Η απάντηση είναι μία: πραγματικός στόχος είναι η, όσο το δυνατόν μεγαλύτερη, υποτίμηση της εργατικής μας δύναμης. Μικρότεροι μισθοί, μεγαλύτερα ωράρια και λιγότερα δικαιώματα: αυτή είναι η νέα καπιταλιστική ορθοδοξία. Οι συλλήψεις αγωνιστών, ακόμα και μέσα από τους χώρους εργασίας τους, οι έφοδοι σε εργοστάσια, προκειμένου να σπάσουν απεργίες, οι άγριες επιθέσεις σε απεργούς-καταληψίες και η καταστολή κάθε είδους αντίδρασης, έρχονται να συμπληρώσουν το σκηνικό τρομοκρατίας και να επιβάλουν με τη δύναμη των κλομπ, τη «συναίνεση» στην υποτίμηση της εργατικής δύναμης. Είναι απορίας άξιο πώς την ίδια στιγμή που πάνω από 1,5 εκατομμύριο συναδέλφοι μας έχουν πεταχτεί στην ανεργία, κάποιοι άλλοι καλούνται να δουλέψουν όλο και περισσότερο για να καλύψουν τις υποτιθέμενες ανάγκες της αγοράς. Η κάλυψη των αναγκών των καταστημάτων μετά την, ήδη αποφασισμένη, διεύρυνση των ωραρίων δεν θα γίνει, φυσικά, με πρόσληψη νέου προσωπικού αλλά με τον εξαναγκασμό των κακοπληρωμένων, πολλές φορές και απλήρωτων, υπαλλήλων για παραπάνω εργασία. Ο πέλεκυς της ανεργίας που κρέμεται πάνω από το κεφάλι όλων μας, μας «πείθει» να ανεχτούμε και αυτό το μέτρο, μέχρι να έρθει το επόμενο για να μας πάρει ό,τι έκανε τη χάρη να μας αφήσει αυτό.

Η κυβέρνηση κατάφερε, μέσα σε δύο χρόνια, να ορίζει απόλυτα το σύνολο των συνθηκών εργασίας όλων των εργαζομένων σε όλη την Ελλάδα. Το κράτος έχει στα χέρια του πια όλες τις αποφάσεις για τον μισθό και τα ωράρια όλων των εργαζομένων τόσο του δημοσίου, όσο του ιδιωτικού τομέα, ελέγχοντας την αγορά εργασίας σε βαθμό που ποτέ άλλοτε δεν είχε καταφέρει.

Στηρίζουμε και συμμετέχουμε στην απεργία που έχει εξαγγελθεί από την Ομοσπονδία Ιδιωτικών Υπαλλήλων στις 30/12/2012, ενάντια στην απελευθέρωση του ωραρίου και την κατάργηση της Κυριακάτικης αργίας.


 

Βραδιά Αλληλεγγύης στους εργαζόμενους της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής


ΚΑΛΕΣΜΑ

Καλούμε όλους τους εργαζόμενους & ανέργους της πόλης να συμμετέχουν στη συνέλευση της Πρωτοβουλίας Αλληλεγγύης στη Βιομηχανική Μεταλλευτική που θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 18 Ιουλίου στις 19.00 στο Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης. 

Στηρίζουμε τον αγώνα των εργαζομένων στην Βιομηχανική Μεταλλευτική, ο οποίος ως στόχο έχει να πάρουν οι εργάτες το εργοστάσιο στα χέρια τους. Το πρόταγμα της Αυτοδιαχείρισης σήμερα αποτελεί μονόδρομο για τους καταπιεσμένους, ειδικά αυτή την περίοδο της πιο άγριας επίθεσης που έχει εξαπολύσει το κεφάλαιο από κοινού με τους πολιτικούς του προστάτες, το κράτος.


Το πρόταγμα της Αυτοδιαχείρισης επίσης, είναι αυτό που μπορεί να ενώσει τους εργαζόμενους και να συσπειρώσει ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις κάτω από ένα πραγματικά ριζοσπαστικό εγχείρημα το οποίο ανταγωνίζεται την υπάρχουσα εκμετάλλευση, και ανοίγει το δρόμο για την κατάργησή της στην πράξη. Από τους νεολαίους της επισφάλειας και τη νέα εργατική βάρδια μέχρι τους εργαζόμενους στις βιομηχανικές ζώνες, από τους ανέργους μέχρι τους μετανάστες και όλο το εργατικό δυναμικό που «περισσεύει» γι’ αυτούς, η Εργατική Αυτοδιαχείριση μπορεί να αποτελέσει το κοινό εφαλτήριο για την επαναδιεκδίκηση συνολικά των όρων ζωής της κοινωνίας των από-τα-κάτω.

Από σήμερα λοιπόν είναι αναγκαία η δημιουργία ενός πανελλαδικού δικτύου οικονομικής και πολιτικής υποστήριξης του αγώνα στη Μεταλλευτική. Η τάξη μας και ευρύτερα οι τοπικές κοινωνίες θα πρέπει να στηρίξουν αυτόν τον αγώνα που σηματοδοτεί πραγματικά την σύγκρουση δυο διαφορετικών κόσμων. Υπάρχει άμεση ανάγκη για χειροπιαστή αλληλεγγύη προς τους εργαζόμενους της Μεταλλευτικής και τις οικογένειές τους, για να παραμείνουν σταθεροί στον μεγάλο και δύσκολο αγώνα που έχουν μπροστά τους. Είναι καθήκον της τάξης η συντονισμένη και οργανωμένη συμπαράσταση η οποία θα εκφραστεί και μέσα από την Ανοιχτή Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης, στην οποία συμμετέχουμε και καλούμε και τους εργαζόμενους όλων των κλάδων να πράξουν το ίδιο, να οπλίσουν ξανά έννοιες όπως Ταξική και Εργατική Αλληλεγγύη.

Τέλος προς ενημέρωση των ενδιαφερομένων, από την 1η βραδιά οικονομικής ενίσχυσης που διοργάνωσε η Κίνηση Εργατικής Χειραφέτησης & Αυτοοργάνωσης στα πανεπιστήμια την περασμένη Παρασκευή 6 Ιουλίου μαζεύτηκε το ποσό που χρειαζόταν για να τυπωθεί η αφίσα του σωματείου. 


Για την περαιτέρω υλική υποστήριξη των εργαζομένων της  Βιομηχανικής Μεταλλευτικής, διοργανώνουμε από κοινού με την συνέλευση εργαζομένων του συνεργατικού “Belleville Sin Patron” νέα βραδιά οικονομικής ενίσχυσης την Τετάρτη 18 Ιουλίου 21.30 με Live ρεμπέτικη μουσική στο Belleville Sin Patron [Φιλίππου 80-82, Ροτόντα]. 

 

Κάλεσμα Αγώνα – Απεργιακές Κινητοποιήσεις

ΠΟΛΕΜΟ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΩΝ ΑΦΕΝΤΙΚΩΝ 

με την κοινωνική επανάσταση, για την κατάληψη των μέσων παραγωγής και τη γενικευμένη εργατική αυτοδιεύθυνση



Λένε πως ένας κύκλος δεν κλείνει παρά μόνον όταν φτάσει στο σημείο από όπου ξεκίνησε. Για εμάς η απεργία της 7ης Φεβρουαρίου 2011 οριοθέτησε το σημείο αυτό για τους αμυντικούς εργατικούς αγώνες της Ελλάδας της κρίσης. Ήταν μία απεργία που δεν είχε σε τίποτα να ζηλέψει από τις άνευρες, άμαζες και μάταιες κινητοποιήσεις των πρώτων ημερών του μνημονίου. Με τους διοργανωτές της να την καλούν για τα μάτια του κόσμου και για την τιμή των όπλων δίχως να μπορούν αλλά ούτε και να θέλουν να σηκώσουν το γάντι της ταξικής αναμέτρησης, της υπεράσπισης και διεύρυνσης των εργατικών και κοινωνικών αναγκών και συμφερόντων. Και με την πλειοψηφία των εργαζόμενων, εθισμένους πλέον στο φόβο, να νοιώθουν μουδιασμένοι και ανήμποροι μπροστά σε μία κατάσταση που δεν έρχεται πια για να τα σαρώσει όλα, αλλά που φαίνεται να έχει ήδη περάσει από πάνω μας σαν οδοστρωτήρας και από μέσα μας σαν ψυχοπαραλυτικό. 


Όλοι οι εργαζόμενοι που αντιμετωπίζουν τουλάχιστον κριτικά τη σημερινή κατάσταση των εργατικών αγώνων, αντιλήφθηκαν πως η προχθεσινή πανεργατική απεργία ήταν πιστολιά στον αέρα. Οι πιο καλοπροαίρετοι θα έλεγαν πως ήταν μία βιαστική, επιπόλαιη και αντανακλαστική κίνηση, αλλά η ιστορική διαδρομή των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, ο ρόλος τους μέσα σε αυτή τη διετία συνηγορούν πως ήταν ένα προσχεδιασμένο έγκλημα, μία ακόμα πράξη ενσωμάτωσης και εκτόνωσης της εργατικής οργής, πράξη ρουφιανιάς και διαπιστευτήριο προς την εργοδοσία ότι μπορεί ανενόχλητη (από την εργατική τάξη) να συνεχίσει το τσάκισμα των ζωών μας, ώστε και οι ίδιοι ανενόχλητοι (από την εργατική τάξη ..πάλι) να συνεχίσουν να κάθονται στα τραπέζια του διαλόγου των κοινωνικών εταίρων για την περαιτέρω συμπίεση των μισθών, των συντάξεων, των θέσεων εργασίας. 



Εάν δεν είχε προηγηθεί ένα τρίμηνο απεργιακής νηνεμίας σε πανελλαδική κλίμακα, εάν δεν είχε επί χρόνια πια συντελεστεί η διάλυση των διαδικασιών των σωματείων, εάν δεν είχαν φροντίσει με το τρόπο τους και οι εργατοπατέρες να μείνουν εκτός δημοσιότητας οι λαμπρές εξαιρέσεις των απεργών της Ελληνικής Χαλυβουργίας αλλά και μερικών άλλων σποραδικών αλλά σημαντικών εργατικών αγώνων, τότε θα έλεγε κανείς πως οι ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ κάλεσαν την Δευτέρα το απόγευμα σε 24-ωρη απεργία για την επόμενη κιόλας μέρα απλώς στα πλαίσια ελέγχου της επαναστατικής ετοιμότητας των Ελλήνων εργατών. Αφού θα έπρεπε να ειδοποιήσουν το αφεντικό μέσα σε λίγες ώρες πως την επομένη δεν θα βρίσκονταν στις θέσεις εργασίας τους και η εργατική τάξη σύσσωμη θα έπρεπε να παγώσει τη παραγωγή και να κατεβεί στον δρόμο. 

Πέραν όμως από τον τραγέλαφο του αστικοποιημένου εργοδοτικού συνδικαλισμού των ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ, υπάρχουν ορισμένα κρίσιμα ζητήματα που ανέδειξε η προχθεσινή απεργία και αφορούν όλους τους εργαζόμενους και όλες τις συνιστώσες του εργατικού κινήματος. Δεδομένου ότι στην αναμέτρηση κεφαλαίου – εργασίας στην Ελλάδα μετράμε τα τελευταία χρόνια συντριπτικές νίκες υπέρ του πρώτου, το ερώτημα που τίθεται είναι τι περιμένουμε και τι σχεδιάζουμε για την επόμενη μέρα. Οι πράξεις (και όχι οι διακηρύξεις) τόσο του ΠΑΜΕ όσο και του Συντονισμού Α-βάθμιων Σωματείων αποκαλύπτουν μία λογική/πρακτική αναμονής. Με λιγότερη ή περισσότερη αγωνιστικότητα, με λιγότερη ή περισσότερη “ταξική συνέπεια”, δεν έχει σημασία. Ο παρονομαστής είναι κοινός: Οι συνθήκες δεν είναι ώριμες, ο αντίπαλος είναι πολύ δυνατός, η τάξη δεν είναι έτοιμη, ο φόβος έχει φωλιάσει μέσα μας, η ύφεση είναι αντικειμενική. Μοιάζουν -όπως και η πλειοψηφία άλλωστε των εργαζόμενων- να αναμένουν παρατημένοι και ηττημένοι πια να ολοκληρωθεί ο κύκλος της υφαρπαγής των εισοδημάτων, να συμπληρωθεί η καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων, επιτέλους να “μηδενίσει το κοντέρ”. Και τότε οι μεν εργαζόμενοι έστω χωρίς δικαιώματα, χωρίς κοινωνικές παροχές, με μισθούς πείνας και με διαλυμένο των κοινωνικό ιστό, να ξανααποκτήσουν την ψευδαίσθηση ότι μπορούν πια να οργανώσουν τη ζωή τους, οι δε εκπρόσωποί των εργατικών αγώνων αφού τίποτα πια δε θα είναι ίδιο, θα μπορέσουν να βροντοφωνάξουν ότι τίποτε δεν άλλαξε (καπιταλισμός και τότε – καπιταλισμός και τώρα) και θα συνεχίσουν τον συναρπαστικό αγώνα του εκδημοκρατισμού της κοινωνίας, της αλλαγής των συσχετισμών, της διεκδίκησης ενός ξεροκόμματου από τη νέα πίτα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Μόνο που τότε θα πρέπει να κλείνουν περισσότερο τα μάτια στους νέους οικονομικούς και ηθικούς εκβιασμούς της εργοδοσίας, στην εκτός παραγωγικής διαδικασίας κοινωνική εξαθλίωση, στις παραγκουπόλεις των μητροπολιτικών κέντρων, και κυρίως να κλείνουν τα μάτια όταν κοιτούν τον καθρέφτη, αφού αυτή η ενδεχόμενη καπιταλιστική παλινόρθωση δεν θα περάσει μόνο μέσα από τους μισθούς και τα δικαιώματα, αλλά και μέσα από τις ιδέες, τις αξίες και τις ιδεολογίες όλης της κοινωνίας πετώντας στο περιθώριο, ως άχρηστο και ουτοπικό κάθε επαναστατικό ιδεώδες για τη συνολική κοινωνική απελευθέρωση.

Δεν κρίνουμε προθέσεις, αλλά πρακτικές. Και πώς αλλιώς να ερμηνεύσει κανείς τη στάση τους στην περίοδο που διανύουμε όταν παρά τα κελεύσματα για “κανένα περιθώριο αναμονής και αδράνειας” για το “ή αυτοί ή εμείς” για απογευματινά συλλαλητήρια και για απεργίες διαρκείας, συνειδητά αρνούνται να επεξεργαστούν και να καταθέσουν μία πολιτική πρόταση που να μην στοχεύει στην διαμαρτυρία, που να μην προϋποθέτει την αλλαγή των εκλογικών συσχετισμών για την υλοποίηση της, που να μην τίθεται προς υλοποίηση/παραχώρηση από τις αστικές κυβερνήσεις (αριστερές ή μη). Αλλά μία πρόταση που προϋποθέτει πρώτα από όλα την αλλαγή της σχέσης του κάθε εργαζόμενου με τον παραγόμενο πλούτο (από σχέση υποτέλειας και εκτέλεσης σε σχέση συνολικού ελέγχου), την αλλαγή της σχέσης κάθε εργαζόμενου και άνεργου με την πολιτική (από σχέση ανάθεσης και εκπροσώπησης σε σχέση αμεσοδημοκρατικής συμμετοχής), την αλλαγή τέλος των χαρακτηριστικών του εργατικού κινήματος (από κίνημα διαταξικής ενότητας, άμυνας και διαμαρτυρίας σε κίνημα ανεξάρτητης ταξικής έκφρασης των εργατικών συμφερόντων). 

Πιστεύουμε, πως τίποτα δεν έχει ακόμα κριθεί οριστικά και η περίοδος που έρχεται θα είναι μία πιο οξυμένη περίοδος ταξικών συγκρούσεων όπου οι εργαζόμενοι θα κληθούν να δώσουν τη μάχη για την οικονομική, κοινωνική και πολιτική τους επιβίωση. Θεωρούμε πως η μόνη έμπρακτη συμβολή για την ανακοπή της επίθεσης, την υπεράσπιση των κοινωνικών και εργατικών δικαιωμάτων και κυρίως για την διεύρυνση των εργατικών κατακτήσεων, είναι η πάλη για τη διαμόρφωση δομών συνολικού εργατικού ελέγχου στην παραγωγή μέσα από τα ταξικά εργατικά σωματεία, η πάλη για την οργάνωση των ανέργων, η πάλη για τη δημιουργία ενός Ανεξάρτητου Ταξικού Εργατικού Κέντρου Αγώνα, συνδυασμένα με μία συνολική ιδεολογική και πολιτική προσπάθεια επανεμφάνισης και επανανοηματοδότησης του επαναστατικού προτάγματος για την απελευθέρωση της κοινωνίας.

Αυτή τη λογική καταθέτουμε στις εργατικές συλλογικότητες και στα εργατικά σωματεία και καλούμε όλους τους συναδέλφους σε συμμετοχή στην 48-ωρη απεργία …… Για να ανοίξουμε έναν νέο νικηφόρο κύκλο αναμετρήσεων στον κοινωνικό ταξικό πόλεμο που μας κηρύξαν.


ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 10/2 10.00 ΚΑΜΑΡΑ ΑΠΕΡΓΙΑΚΗ 

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ – ΠΟΡΕΙΑ

Κίνηση Εργατικής Χειραφέτησης & Αυτοοργάνωσης