RSS

Category Archives: Κ. Μαραγκός

Επαναπροωθήσεις μεταναστών, Ε.Ε, Τουρκία, Κύπρος και ΣΥΡΙΖΑ

ee tourkiaΣτις 16/12 “η Τουρκία και η Ευρωπαϊκή Ένωση υπέγραψαν συμφωνία επαναπροώθησης των λαθρομεταναστών που εισέρχονται στην Ευρώπη μέσω του τουρκικού εδάφους, η οποία «οδηγεί» στην άρση, το 2017, της υποχρέωσης για βίζα που έχουν επιβάλει οι Βρυξέλλες στους Τούρκους υπηκόους… σε αντάλλαγμα η Ε.Ε. θα διευκολύνει την έκδοση βίζας για τους Τούρκους καθώς η Τουρκία να παραμένει η μόνη υποψήφια προς ένταξη χώρα, οι πολίτες της οποίας χρειάζονται βίζα για να ταξιδέψουν στις χώρες-μέλη της Ε.Ε.”. Η είδηση πέρασε στα ψιλά των εφημερίδων και των ηλεκτρονικών τους εκδόσεων, μιλώντας όλες ανεξαιρέτως για “λαθρομετανάστες”, όπως και στο συγκεκριμένο απόσπασμα που αναδημοσιεύουμε από την προοδευτική Ελευθεροτυπία.


Η φωτό από το σχετικό δημοσίευμα της Ισκρα. Αυτό κατάλαβε η Ισκρα από την αντιμεταναστευτική συμφωνία ΕΕ.-Τουρκίας
Η είδηση πέρασε όμως στα ψιλά και από τα αριστερά ΜΜΕ. Ο Σύριζα ούτε που σκέφτηκε να βγάλει μια ανακοίνωση, ενώ η ιστοσελίδα Ισκρα  (που πρόσκειται στο Αριστερό Ρεύμα του Π. Λαφαζάνη), ασχολήθηκε με το ζήτημα σε ένα σχόλιο μόνο και μόνο για να τονίσει ότι η “Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΕΛΑΒΕ ΓΕΝΝΑΙΟ ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΒΙΖΑΣ ΓΙΑ ΧΩΡΕΣ ΤΗΣ ΕΕ… ποία για άλλη μια φορά, επιβεβαιώνει το status μεγάλης δύναμης, η οποία μπορεί να παραμένει εκτός ΕΕ, αποσπώντας, όμως, ένα-ένα τα σημαντικά πλεονεκτήματα που θα είχε από την ενδεχόμενη συμμετοχή της, χωρίς, όμως και τα μεγάλα μειονεκτήματά της ένταξής της στην ΕΕ.” Το σημαντικό λοιπόν για την Ίσκρα δεν είναι η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας για μαζικές απελάσεις-επαναπροωθήσεις μεταναστών ή προσφύγων προς την Τουρκία, αλλά ότι η Τουρκία κερδίζει ανταλλάγματα (κατάργηση βίζας). 

Δηλαδή σύντροφοι της Ισκρα, αν η Τουρκία δεν ελάμβανε αυτό το “πλεονέκτημα” θα είχε κάτι μεμπτό αυτή τη συμφωνία, ή όλα θα ήταν ok;

Και ενώ η αριστερά έκανε την πάπια για την ουσία της συμφωνίας, ξαφνικά λίγες μέρες αργότερα αποφάσισε να εξεγερθεί, όχι βεβαίως κατά της συμφωνίας, αλλά… για την άρνηση της Τουρκίας να την εφαρμόσει στην περίπτωση της Κύπρου. Μια άρνηση άλλωστε που ήταν αναμενόμενη αφού η Τουρκία ως γνωστόν δεν αναγνωρίζει την κρατική υπόσταση της “Κυπριακής Δημοκρατίας”, αφού θεωρεί ότι μετά το 1974 (πραξικόπημα εθνοφρουράς υπό την καθοδήγηση της ελληνικής χούντας, τούρκικη επέμβαση) και τις μετακινήσεις πληθυσμών που ακολούθησαν, η Κύπρος δεν έχει μια ενιαία κρατική εκπροσώπηση. Για το θέμα αυτό αναδημοσιεύουμε στο τέλος ένα μικρό ιστορικό για την Κύπρο που ουδεμία σχέση έχει με την αναπαραγωγή των γνωστών σοβινιστικών μύθων του ελληνικού εθνικισμού. Όμως πριν απ’ αυτό έχει μια σημασία να σχολιαστούν οι αντιδράσεις του Συριζα δια μέσω της Δούρου για τη στάση της Τουρκίας αναφορικά με την εφαρμογή της συμφωνίας επαναπροώθησης μεταναστών στην περίπτωση της Κύπρου. Η κ Δούρου λοιπόν επιχείρησε να πουλήσει πατριωτισμό στην κυβέρνηση Σαμαρα, υπερθεματίζοντας, όχι φυσικά για τα δικαιώματα των μεταναστών ή των προσφύγων που θα απελαύνονται με συνοπτικές διαδικασίες στην Τουρκία, αλλά για το ότι αυτή η επαίσχυντη συμφωνία δεν θα εφαρμόζεται από την πλευρά της Τουρκίας για την Κύπρο: “Για άλλη μία φορά η Τουρκία δείχνει το πώς αντιλαμβάνεται την εφαρμογή των διεθνών της υποχρεώσεων: όπως τη συμφέρει και αγνοώντας προκλητικά το διεθνές και στη συγκεκριμένη περίπτωση το κοινοτικό δίκαιο. Αποφάσισε έτσι αυθαίρετα να… αποκλείσει την Κυπριακή Δημοκρατία από την εφαρμογή της συμφωνίας σχετικά με την επανεισδοχή μεταναστών, την οποία υπέγραψε μόλις στις 16/12 με την ΕΕ.”… “Εκείνο που εκκρεμεί -σύμφωνα πάντα με την κ Δούρου- είναι το ποια θα είναι, στην πράξη και όχι στις δηλώσεις του εκπροσώπου του υπουργείου, η στάση της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία αναλαμβάνει από την 1η Ιανουαρίου την ευθύνη της προεδρίας της Ε.Ε., αναφορικά με το άνοιγμα προενταξιακών κεφαλαίων, που επιδιώκει η Τουρκία. Θα δεχθεί να προχωρήσει η ΕΕ σε κάτι τέτοιο έναντι μιας χώρας που δεν αναγνωρίζει ένα κράτος – μέλος της; Η έλλειψη άμεσης αντίδρασης από την αρμόδια επίτροπο για θέματα μετανάστευσης αποτελεί εξαιρετικά ανησυχητικό οιωνό”. Πηγή: left.gr

Αυτό λοιπόν ανησυχεί την υπεύθυνη διεθνών σχέσεων του Συριζα; Η έλλειψη άμεσης αντίδρασης της αρμόδιας επιτρόπου για θέματα μετανάστευσης; Τι ακριβώς ζητάει η κ Δούρου τελικά; Να εφαρμοστεί εδώ και τώρα το κοινοτικό δίκαιο, που σημαίνει μαζικές απελάσεις μεταναστών; Και εξ αφορμής της εφαρμογής του “χωρίς αποκλεισμούς” να επιβληθεί στην Τουρκία με de facto αναγνώριση της -ελληνο-Κυπριακής Δημοκρατίας; Ας μας εξηγήσει κάποιος στο Σύριζα γιατί πραγματικά έχουμε μπερδευτεί με τις πατριωτικές ευαισθησίες αυτού του είδους, που στον οίστρο τους ζητάνε ακόμα και την εφαρμογή μιας ελεεινής αντιμεταναστευτικής νομοθεσίας στα πλαίσια μιας Ευρώπης φρούριο με εκατομμύρια ανθρώπους να ζουν σε καθεστώς εξαίρεσης, άλλοι στοιβαγμένοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, άλλοι χωρίς χαρτιά έρμαια της εκμετάλλευσης κρατικών και παρακρατικών κυκλωμάτων και άλλοι να πνίγονται στη μεσόγειο ύστερα από τα σχετικά τζαρτζαρίσματα των κατά τόπους λιμενικών αρχών, μιας Ευρώπης που κλαίγεται για τα ανθρώπινα δικαιώματα στη Συρία και το Ιράν, αλλά τα τσαλαπατάει στην ίδια της την αυλή. Για την ιστορία να πούμε ότι οι δηλώσεις της Δούρου ήρθαν μια μέρα μετά τα αυστηρά διαβήματα της ελληνοκυπριακής κυβέρνησης (Κύπρος: Διάβημα στην Ε.Ε. για την τουρκική πρόκληση), και λίγη ώρα μετά τις ανάλογες δηλώσεις του ελληνικού υπουργείου εξωτερικών (Υπ. Εξ: Καμία ευρωπαϊκή προοπτική για Τουρκία αν δεν αναγνωρίζει την Κύπρο). Ας μην βιάζεται ο Συριζα να μπει επικεφαλής της υπεράσπισης των “εθνικών δικαίων”, δηλαδή των ενδοκαπιταλιστκών ανταγωνισμών της Ελλάδας με την Τουρκία. Υπάρχουν ήδη άξιοι υπερασπιστές αυτών των συμφερόντων: Η ελληνική αστική τάξη, μαζί και η ελληνοκυπριακή και σύσσωμο το πολιτικό τους προσωπικό γνωρίζουν πολύ καλά τι πρέπει να κάνουν και δεν περιμένουν κανένα Σύριζα για να πάρουν μαθήματα εθνικού τσαμπουκά. Εκτός και αν μια “σκληρή στάση” της ελληνικής κυβέρνησης στη διαπραγμάτευση γα την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, πράγμα που άλλωστε απαιτεί η κ Δούρου, θα είναι και ένας λόγος για να πραγματοποιηθεί ένα είδος εθνικής ενότητας, έστω αρχίζοντας από την Τουρκία ακόμα και με το κόστος μερικών χιλιάδων απελάσεων “λαθρομεταναστών”. Ένας ακόμα λόγος δηλαδή, για να γίνει ο Σύριζα κ..λος και βρακί με την άρχουσα τάξη.
Κ. Μαραγκός
Advertisements
 

Για την επίθεση στο Ν. Ηράκλειο

Αναφορικά με την εκτέλεση των δυο φασιστών στο Ν. Ηράκλειο, έχουν ακουστεί ένα πλήθος σεναρίων για τους δράστες, τα κίνητρα και τους στόχους τους. Εν αναμονή μιας ανάληψης ευθύνης, δεν μπορεί να αποκλειστεί κανένα από τα σενάρια που ακούγονται, όσο εξωφρενικά κι αν φαίνονται εκ των προτέρων. Ωστόσο τα σενάρια αυτά κάθε αυτά μικρή σημασία έχουν, μπροστά στα υπονοούμενα που αφήνουν να αιωρούνται, πίσω από τα οποία το μεγαλύτερο τμήμα της αριστεράς αποκαλύπτει τις βαθύτερες φιλοσοφικές του ανησυχίες. Πριν όμως, ας κάνουμε ένα αναγκαίο σχόλιο για το ίδιο το γεγονός, για την απαίτηση καταδίκης και μια μεθοδολογική παρατήρηση.

Με το ίδιο νόμισμα

Το δεδομένο είναι πως δύο νέο-ι-φασίστες σκοτώθηκαν και ένας τραυματίστηκε βαριά. Τη στιγμή που δέχτηκαν το χτύπημα βρίσκονταν «σε υπηρεσία», καθώς φρουρούσαν τα τοπικά γραφεία του ναζιστικού κόμματος, (ή της εγκληματικής οργάνωσης, όπως αρέσει σε κάποιους να βαφτίζουν την ΧΑ). Χωρίς να υπερβάλει κανείς μπορεί να θεωρήσει ότι«έπεσαν στο καθήκον», ένα καθήκον που οι ίδιοι έθεσαν στον εαυτό τους. Υπενθυμίζουμε εδώ ότι το συγκεκριμένο κόμμα του οποίου τα γραφεία φρουρούσαν, βρίσκεται υπόλογο για σωρεία βίαιων και δολοφονικών επιθέσεων κατά ανθρώπινων στόχων, στις οποίες οι δράστες συμμετείχαν ύστερα από προτροπή και υπό τον σχεδιασμό του κόμματος, γεγονός το οποίο βρίσκεται άλλωστε σε πλήρη αρμονία με τις διακηρύχτηκές του αρχές. Επομένως τα θύματα είχαν πλήρη γνώση όλων αυτών και το νεαρό της ηλικίας τους (ενήλικες πάντως και επομένως κηδεμόνες του εαυτού τους) δεν δικαιολογεί οποιαδήποτε άγνοια κινδύνου, για ενδεχόμενες συνέπειες ανάλογες αυτών που η ΧΑ επιφύλασσε στα θύματά της. Βεβαίως τα μέλη της ΧΑ που δέχτηκαν την ένοπλη επίθεση σίγουρα δεν περίμεναν μια τέτοια απότομη κλιμάκωση της βίας εναντίον τους. Όμως το ίδιο ισχύει και με τα εκατοντάδες θύματα ξυλοδαρμών από τα τάγματα εφόδου της ΧΑ τα οποία υπέστησαν την φασιστική αγριότητα και πολλά κατέληξαν, χωρίς να φυλάνε κανένα γραφείο, και χωρίς να βρίσκονται σε καμία ειδική αποστολή, ούτε καν να συμμετέχουν σε μια οργανωμένη συλλογικότητα. Μπορεί κανείς να αντιτάξει ένα σωρό επιχειρήματα για την αγριότητα της επίθεσης, για το αδιανόητο της συλλογικής ευθύνης κλπ. Γι’ αυτό όμως μπορεί να μιλάει οποιοσδήποτε, αλλά όχι οι φασίστες. Αυτοί επέλεξαν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο αυτό το δρόμο, είναι οι μαέστροι της συλλογικής ευθύνης και είναι οι τελευταίοι που έχουν το δικαίωμα να παριστάνουν τα θύματα. Πληρώθηκαν με το ίδιο νόμισμα και αυτό δεν αλλάζει οποιοσδήποτε και να το έκανε.

Η απαίτηση για καταδίκη


Το κράτος και σύσσωμος ο καθεστωτικός εσμός απαιτεί την “ομόθυμη και χωρίς υποσημειώσεις” καταδίκη της φονικής πράξης. Πρόκειται για καθαρή υποκρισία. Αυτοί που με την πολιτική τους ευθύνονται για εκατοντάδες θανάτους μεταναστών στο αιγαίο και τον Έβρο, αυτοί που κατά χιλιάδες κλείνουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στις πιο ελεεινές συνθήκες ανθρώπους (και οι μετανάστες είναι άνθρωποι! Εντάξει ανθρωποφύλακες;) σαν να είναι ζώα. Αυτοί που με τις ρατσιστικές και εθνικιστικές πολιτικές έθρεψαν το τέρας του φασισμού. Αυτοί που με την πολιτική διαχείρισης της κρίσης (και όχι μόνο εξαιτίας της) οδηγούν σε απολύσεις και την οικονομική καταστροφή εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στέλνοντας τους στην απόγνωση, στη μετανάστευση και μερικούς ακόμα και στην αυτοκτονία. Αυτοί που ματοκυλάνε τις διαδηλώσεις ραντίζοντας χιλιάδες πολίτες με χημικά και σπάζοντας στα τυφλά κεφάλια (εδώ υπάρχει συλλογική ευθύνη;), αυτοί που στέλνουν τα ΜΑΤ στην Κερατέα και τις Σκουριές επιβάλλοντας ένα καθεστώς ιδιότυπης δικτατορίας με συλλήψεις και κυνηγητό ακόμα και μέσα στα σπίτια των κατοίκων. Αυτοί που συστηματικά εδώ και χρόνια κάλυπταν, ή και συμμετείχαν από κοινού με τους φασίστες στις επιχειρήσεις ξυλοδαρμού και εκμετάλλευσης μεταναστών, πράξεις που ως γνωστόν έχουν οδηγήσει σε δεκάδες δολοφονίες και εκατοντάδες άγριους τραυματισμούς χωρίς καμία τιμωρία (παρά μόνο συγκάλυψη), αυτοί που έστελναν στο αρχείο όσες τέτοιες υποθέσεις έφταναν στη δικαιοσύνη, αυτοί τολμάνε να μιλάνε για την αξία της ανθρώπινης ζωής και για ομόθυμες καταδίκες. Ας ζητήσουν τότε αναδρομικά και οι γερμανοί την καταδίκη των επιθέσεων που δέχτηκε η Βέρμαχτ και τα SS από τον ΕΛΑΣ κατά τη διάρκεια της κατοχής και που ενδεχομένως τα θύματά τους να μην είχαν λερώσει τα χέρια τους με αίμα. Ουστ από δω φαρισαίοι, υποκριτές!

Ο φόνος των δύο μελών της ΧΑ, φαίνεται να είναι μια πράξη αντεκδίκησης για τα εγκλήματα που σωρηδόν έχει διαπράξει το συγκεκριμένο φασιστικό κόμμα. Αν δεν είναι αυτό και είναι κάτι άλλο (προβοκάτσια, ξεκαθάρισμα λογαριασμών κοκ) τότε προς τι η “ομόθυμη καταδίκη”; (Αλήθεια η αριστερά εκείνη που έσπευσε από την πρώτη στιγμή να καταδικάσει, τι ακριβώς καταδικάζει; Την προβοκάτσια, το ξεκαθάρισμα λογαριασμών, ή μια πράξη (αιματηρή βεβαίως) εκδίκησης; Αν δηλαδή αποδεικνυόταν ότι μυστικές υπηρεσίες, κυπατζήδες, ή μαφιόζοι εκτέλεσαν κάποιο συμβόλαιο θανάτου για τους δικούς τους λόγους, αυτό είναι ένα πολιτικό γεγονός με το οποίο πρέπει να ασχοληθεί ο πολιτικός κόσμος και δη η αριστερά; Άρα η ουσία μιας καταδίκης δεν είναι τόσο ο θάνατος δύο ανθρώπων, αλλά το πολιτικό υπόβαθρο αυτής της βίαιης ενέργειας. Σε κάθε άλλη περίπτωση είναι η προβοκάτσια που στόχο έχει τη δικαιολόγηση ενός χτυπήματος κατά της αριστεράς πράγμα όμως που δεν έχει σχέση με “στυγερά εγκλήματα”, αλλά με τον απώτερο στόχο του όλου σκοτεινού σχεδίου. Αν δηλαδή σκοτωθούν κυπατζήδες και φασίστες αναμεταξύ τους για να βρουν μια αφορμή να τσακίσουν την αριστερά, θα στέλνουμε καταδίκες για το στυγερό έγκλημα και για τα αθώα θύματα;)

“Ναι αλλά έτσι δεν θα ανοίξει ένας κύκλος αίματος, που μπορεί να μετεξελιχθεί σε εμφύλιο;”. Πράγματι, μόνο που αυτόν τον κύκλο αίματος τον έχει ανοίξει ήδη η ΧΑ(υπάρχει κανείς που αμφιβάλει;;;) στην οποία τώρα πρέπει να βαράμε προσοχές μήπως και καλμάρει. Ξεχνάτε κύριοι τι συνέβαινε σε αυτή τη χώρα εδώ και 3-4 χρόνια; Έπρεπε να δολοφονηθεί ο Φύσσας για να μάθει ο κόσμος τις αγαθοεργίες της ΧΑ, γιατί μέχρι τότε τα κιτρινόφυλλά σας μαζί με τα γκεμπελίστικα κανάλια σας είχαν φροντίσει να μας λένε ότι το συγκεκριμένο κόμμα μοιράζει τρόφιμα σε αναξιοπαθούντες και συνοδεύει γριές στα ΑΤΜ για να πάρουν τη σύνταξή τους. Εσείς ήσασταν επίσης που είχατε σπείρει το ρατσιστικό μίσος για τους πλέον απόκληρους (τους μετανάστες) που ήρθαν εδώ για ένα κομμάτι ψωμί και εσείς μαζί με τους ΧΑβγίτες σας θέλετε να τους κάνετε και επίσημα σκλάβους. Είναι δυνατόν κανείς να ασκεί τέτοια ανεξέλεγκτη βία και να μην πάρει ποτέ την απάντηση που του αναλογεί; Κακό; Ναι κακό. Πολύ κακό να χάνονται ζωές ακόμα και των “παιδιών” της ΧΑ. Αλλά αυτό να πάτε να το πείτε στη μάνα του Φύσσα και στις μανάδες των δεκάδων μεταναστών που έχουν σκοτωθεί, είτε από τους φασίστες είτε από τις αστυνομικές επιχειρήσεις κάτω πάντα από “αδιευκρίνιστες συνθήκες”. Η βία κύριοι επιστρέφεται, ακόμα και αν ο νομικός σας πολιτισμός θέλει η βία, σε μια ευνομούμενη πολιτεία όπως τη λετε, να είναι μονοπώλιο του κράτους. Αν όμως η πολιτεία δεν είναι ευνομούμενη; Τότε δεν θα πάρουν κάποιοι το νόμο στα χερια τους; Αν ας πούμε το “εσωτερικών υποθέσεων” κάνει μια έρευνα (άλλο και τούτο, να ελέγχεται μια υπηρεσία από την ίδια και όχι ας πούμε από μια ανεξάρτητη αρχή πχ την αμνηστία) και ανακαλύπτει ότι σχέση με έκνομη δράση από κοινού με τη ΧΑ είχε το αστρονομικό νούμερο των 6-7 αστυνομικών, θέλετε αυτό να γίνει πιστευτό και από την υπόλοιπη κοινωνία; Μόνο και μόνο απ’ αυτό, δεν φαίνεται ότι θέλετε ξανά να κουκουλώσετε τις ευθύνες σας; Γιατί να μην σκεφτεί κανείς ότι και η δήθεν “εξάρθρωση” της ΧΑ δεν θα καταλήξει όσο περνάει ο καιρός σε ένα φιάσκο. Μήπως δεν πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά τα λόγια του Φαήλου Κρανιδιώτη «Δεν βρίζω εθνικιστές. Τις “σφαίρες” μου τις φυλάω για τον αληθινό αντίπαλο». Τι άλλο θέλει να μας πει ο μυστικοσύμβουλος του πρωθυπουργού εκτός από το προφανές: Ότι με τη ΧΑ είσαστε φιλαράκια και το πογκρόμ το φυλάτε για την αριστερά και τον κόσμο που μάχεται τις άθλιες πολιτικές σας υπερασπιζόμενος το δικαίωμά του στη ζωή. Όλα αυτά επιβεβαιώνουν ότι το κράτος δεν είναι διαιτητής ανάμεσα στους φασίστες και τους αντιπάλους τους ή και τα θύματά τους, αλλά ένας αρωγός της φασιστικής δράσης. Και ο φασισμός μια εφεδρεία, ακόμα και αν σήμερα δεν είναι η κυρίαρχη επιλογή. Αυτό λοιπόν είναι το υπόβαθρο της αυτοδικίας.

Όσο για τον εμφύλιο που δήθεν φοβάστε, τον έχετε ήδη ξεκινήσει και η ΧΑ είναι αυτή που τον οργανώνει από τα κάτω. Γιατί τι άλλο είναι οι δολοφονίες και τα λιντσαρίσματα που επιδίδεται κατ’ εξακολούθηση η συγκεκριμένη οργάνωση υπό την ανοχή και τη συνενοχή του κράτους; Πως λέγεται κύριοι αυτό, αν όχι τρομοκρατία, αν όχι εμφύλιος; Όταν σκοτώνουν ανθρώπους τι είναι φιλική αναμέτρηση. Όταν απειλούν ότι “οι ξιφολόγχες θα ακονίζονται στο πεζοδρόμιο” τι είναι, αν όχι εμφύλιος; Όταν εσείς αντιμετωπίζετε τους διαδηλωτές σαν κατσαρίδες που πρέπει να ψεκαστούν, τι είναι, αν όχι εμφύλιος; Όταν στις μεγάλες μαζικές διαμαρτυρίες συλλαμβάνατε μέσα σε 2 ώρες 500 και 800 άτομα σωρηδόν (συλλογική ευθύνη ε) τι ήταν αν όχι εμφύλιος; Μήπως οι διαδηλωτές ήταν ξένοι πράκτορες που έκαναν εισβολή στη χώρα; Αλλά και τους μετανάστες που τους συμπεριφέρεται το κράτος σαν αν είναι δούλοι στην αρχαία Ελλάδα, που τους κυνηγάει όταν προσπαθούν να κερδίσουν ένα κομμάτι ψωμί, όταν τους κλείνετε στα στρατόπεδα, όταν η γραμμή στην Ευρώπη είναι να τους πνίγετε στη μεσόγειο, αυτό τι είναι, ανθρωπισμός, σεβασμός στα ατομικά δικαιώματα; Όταν το κράτος τώρα απολύει τους δημοσίους υπαλλήλους αφού πρώτα τους διασύρει τι είναι αν όχι άσκηση βίας;Καλλιεργείτε συστηματικά τον κανιβαλισμό και το μίσος όλων εναντίων όλων και μετά τολμάτε να μιλάτε για αποτροπή του εμφυλίου. Και όταν λετε εμφύλιο για να το ξεκαθαρίσουμε και αυτό εννοείτε εμφύλιο ταξικό πόλεμο. Γιατί αυτό φοβάστε. Όχι γενικά τον εμφύλιο, γιατί αυτό δεν σας ενοχλεί καθόλου. Να εξοντώνετε τους ανθρώπους και να μην έχετε μέτωπο αντίστασης. Να νοιώθει ο καθένας μόνος, να του κόβει η ΔΕΗ το ρεύμα, το αφεντικό να τον απολύει, η τράπεζα να του παίρνει το σπίτι και η εφορία το χωραφάκι του παππού του και να μην κουνιέται φύλλο. Ε, αυτό δεν θέλετε; Λοιπόν κόψτε το δούλεμα. Μπορεί να πείθετε τους ηλίθιους που σας ψηφίζουν, αλλά όχι την κοινωνία που σκέπτεται.

Η ΧΑ είναι μια αντεπαναστατική οργάνωση που, όπως εσείς, στρέφει την οργή στο εσωτερικό της κοινωνίας, ψάχνοντας εξιλαστήρια θύματα, προκειμένου να σωθούν τα αφεντικά της χώρας. Μιλάει για μασόνους, εβραίους και τοκογλύφους, αλλά χτυπάει μεροκαματιάρηδες, και απόκληρους, όπως και εσείς. Πιάνοντας μια κοινωνία στον ύπνο, που είχε στραμμένη την προσοχή της στη Μέρκελ και την τρόικα (πράγμα που σας βόλευε αφάνταστα μιας και σας απάλλασσε από τις ευθύνες σας) δεν περίμενε ότι θα δεχτεί το πισώπλατα χτύπημα των φασιστιοσυμμοριτών. Οι οποίοι χτύπησαν, όπως έχουν μάθει ως γνήσιοι φασίστες, τα πιο αγωνιστικά τα πιο πρωτοπόρα στοιχεία των από κάτω, αυτούς που αφιερώνουν τη ζωή τους στον αγώνα ενάντια στη φτώχεια και την καταπίεση. Αυτός είναι ο στόχος των φασιστών αλλά και ο δικός σας. Και τώρα τι ζητάτε, να σταθούμε προσοχή στους γερμανοτσολιάδες. Ε λοιπόν όσο σταθήκαμε προσοχή στην πηγάδα, άλλο τόσο θα σταθούμε και τώρα.

Κατά τη γνώμη μας ο αντιφασιστικός αγώνας δεν θα κριθεί με ξεκάρφωτους φόνους φασιστών με τον ίδιο τρόπο που ο αντικαπιταλιστικός αγώνας δεν είναι μια υπόθεση εκτελέσεων καπιταλιστών. Βεβαίως σε κάθε αγώνα υπάρχει η φυσική του διάσταση, αλλά μόνο σε αναλογία με την κατάσταση και μόνο αν αυτό δικαιολογείται στη συνείδηση του μαχόμενου κοινωνικού υποκειμένου που είναι και το μόνο που μπορεί να οδηγήσει σε μια εναλλακτική λύση και όχι απλά στο χάος. Όπως και να χει αν το κράτος απαιτεί καταδίκες χωρίς περιστροφές, ας καταδικάσει πρώτα τον εαυτό του για την αγαστή συνεργασία του με τους φασίστες, για τα εγκλήματα κατά μεταναστών και διαδηλωτών μέσα στα αστυνομικά τμήματα, για τη συγκάλυψη αυτών των εγκλημάτων από τη δικαιοσύνη, για το διαρκές έγκλημα των στρατοπέδων εγκλεισμού χιλιάδων μεταναστών, για τα εγκλήματα στο αιγαίο με τους αλλεπάλληλους πνιγμούς εκατοντάδων (όπως στην Λαμπεντούζα) ή και χιλιάδων μεταναστών κυρίως μικρών παιδιών, για την εμετική ρατσιστική προπαγάνδα που συστηματικά δηλητηριάζει τη μέση συνείδηση στοχοποιώντας τους μετανάστες και άλλες μειονότητες όπως οι τσιγγάνοι κάνοντας τους έτσι βορά στην εγκληματική δράση των φασιστών. Αλλά επειδή το κράτος δεν πρόκειται ποτέ να αρνηθεί τον εαυτό του, οι καταδίκες που ζητάει είναι μια δήλωση υποταγής στην αστική εξουσία, και στο μονοπώλιο άσκησης της βίας μόνον από αυτή. Και δεν πρόκειται μόνο για τους δράστες του Ν. Ηρακλείου. Το κράτος ζητάει μια γενική καταδίκη για τη βία των από κάτω, έτσι ώστε να μπορεί χωρίς κοινωνικές αντιδράσεις να συνεχίσει το αντεπαναστατικό του έργο.

Σαν επαναστάτες κομμουνιστές δεν πρόκειται να καταδικάσουμε μαζί με το κράτος, ούτε να συμπάσχουμε με τη ΧΑ, παρά που θλιβόμαστε για κάθε απώλεια ανθρώπινης ζωής. Απορρίπτουμε το δρόμο της ατομικής τρομοκρατίας γιατί δεν πιστεύουμε από θέση αρχής ότι η κοινωνική απελευθέρωση είναι μια υπόθεση εκτελέσεων. Δεν μας αφορά η εκδίκηση αυτού του είδους. Με τον ίδιο τρόπο που δεν προκρίνουμε το θάνατο του χειρότερου εγκληματία. Είναι αλήθεια ότι το μίσος για τους καταπιεστές και τους πραιτοριανούς μπορεί να γίνει ασυγκράτητο, οδηγώντας σε μια δράση μόνο εκδικητική, που γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον αντίπαλο, προκειμένου να αναδιοργανώσει τις γραμμές του, την ίδια στιγμή που τέτοιες πράξεις αντιμετωπίζονται με δυσπιστία από τον κόσμο που ήδη δίνει τη μάχη με το φασισμό στο δρόμο. Μας ενδιαφέρει η εξολόθρευση του συστήματος και όχι των ανθρώπων που το στηρίζουν. Σε μια επαναστατική διαδικασία, ακόμα κι αν κανείς δεν το επιθυμεί θα αναγκαστεί να ασκήσει βία κατά της αντίδρασης, με τον ίδιο τρόπο που συμβαίνει σε κάθε επανάσταση. Μόνο που αυτό θα είναι μια υπόθεση χιλιάδων αγωνιστών και σε συνθήκες εγκυμοσύνης μιας νέας κοινωνίας. Μια βία νομιμοποιημένη στη συνείδηση της επαναστατημένης κοινωνίας και όχι μιας χούφτας ζορό που νομίζουν ότι κάθε μέρα είναι η μέρα της εξέγερσης. Αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό προκαλεί την οργή της εξουσίας, αλλά δεν περιμένουμε και να αποποιηθεί την ύπαρξή της.

Λάθος ερωτήματα λάθος απαντήσεις

Πολλοί στην αριστερά και όχι μόνο, νομίζουν (ή έτσι παριστάνουν) ότι από την απάντηση στο ερώτημα “ποιος ωφελείται από το έγκλημα” προκύπτει αβίαστα η σωστή θέση. Το ερώτημα έχει πράγματι αξία, αλλά όχι για να βρει κανείς τον δράστη, και αναλόγως να πάρει θέση. Όσοι το κάνουν αυτό απλώς υπεκφεύγουν στρίβοντας δια του αρραβώνος. Έχει αξία για να δει κανείς τις επιπτώσεις μιας ενέργειας που αλλάζει τα δεδομένα του παιχνιδιού. Κάθε βίαιη ενέργεια είναι όντως μια πρόκληση που μετρά τις αντοχές όλων των πλευρών, δοκιμάζοντας και τις υπάρχουσες ισορροπίες. Αυτός όμως που την προκαλεί δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι θα ωφεληθεί. Αυτό συμβαίνει και με μια απεργία και με μια επανάσταση. Ας πούμε, η εξέγερση του Σπάρτακου στη Γερμανία (Νοέμβρης-1918 Γενάρης 1919) κατέληξε στη δολοφονία των Λήμπνεκτ και Λούξεμπουγκ στις 15/1/1919. Μήπως όταν χάνει μια απεργία, προκαλώντας δυσάρεστες επιπτώσεις στους εργάτες, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι η κήρυξή της ήταν μια προβοκάτσια των αφεντικών; Και όμως υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι τις απεργίες τις κηρύσσουν οι συνδικαλιστές για να χάνουν οι εργάτες το μεροκάματο. Μυαλό κουρκούτι δηλαδή.

Μεθοδολογικά λοιπόν πρέπει να επισημάνουμε ότι ακόμα κι αν κανείς απαντήσει σωστά στο ερώτημα «ποιος κερδίζει από το έγκλημα», αυτό είναι ένα σημαντικό στοιχείο, αλλά όχι ασφαλές κριτήριο, για να οδηγήσει στο δράστη και έτσι να λύσει το γρίφο προβοκάτσια ή τερορίστικο χτύπημα. Για παράδειγμα, τον Παύλο Φύσσα τον δολοφόνησε η χρυσή αυγή, αλλά όχι μόνο δεν «κέρδισε» κάτι από αυτό, αλλά έχασε και πολλά από τα κεκτημένα της. Φυσικά, σε ένα άλλο πλαίσιο, (δηλ. με το καθεστώς ατιμωρησίας που ίσχυε μέχρι τότε) πράγματι κέρδιζε από κάθε δολοφονία ή δολοφονικό χτύπημα -βασικά σε μετανάστες- αφού έσπερνε τρόμο στους αντιπάλους της. Επίσης πολλοί στην αριστερά πιστεύουν ότι μια βίαιη ενέργεια, στο βαθμό που αποκαλύπτεται βλάπτει πάντα τον δράστη. Όμως τα σκαμπίλια του Κασιδιάρη στην Κανέλη, αφού πρώτα πέταξε ένα ποτήρι με νερό στην Δούρου, προκάλεσαν έξαλλους πανηγυρισμούς στα social media που φιλοξενείται ο εθνικός κορμός. Ανάλογη ανταπόκριση έτυχαν και οι δολοφονίες μεταναστών που ανεξάρτητα αν χρεώνονταν στους ίδιους τους “λάθρους που σκοτώνονται αναμεταξύ τους”, ή στο τιμωρό χέρι του ελληνικού λαού που “ξεβρομίζει τον τόπο”, αντιμετωπίζονταν επίσης με χαιρεκακία και internetικούς σχολιασμούς του στυλ “ένας βρομιάρης λιγότερος” κοκ. Και όπως γράφτηκε πολύ πετυχημένα: “Εν τέλει, κάποτε-κάποτε, υπάρχουν και ωφελημένοι που δεν μπλέκονται στην παραγωγή του θανάτου. Επειδή, για παράδειγμα, οι νεκροθάφτες ωφελούνται απ’ τα τροχαία, δεν σημαίνει ότι τα προκαλούν κιόλας”. sarajevomag  Αυτά όλα αποδεικνύουν ότι το «ποιος κερδίζει τι» από κάθε δράση είναι αρκετά πιο σύνθετο από τη σχέση «αιτίας – αποτελέσματος», γιατί εμπλέκονται πολύ περισσότεροι παράγοντες, όλοι αυτοί που συνιστούν το «περιβάλλον» της πράξης, που συχνά είναι καθοριστικοί.

Άρα το ερώτημα ποιος ωφελείται είναι χρήσιμο όταν το κάνουμε όχι εκ του πονηρού, (ψάχνοντας δικαιολογίες), αλλά για να δούμε πως αλλάζει η κατάσταση και ο συσχετισμός δύναμης από αυτό το γεγονός. Και τα γεγονότα έχουν πολλούς πρωταγωνιστές και δεν μπορεί τα πάντα να είναι σχεδιασμός μυστικών και σκοτεινών δυνάμεων. Το χτύπημα στη ΧΑ, συγκεκριμένα και όχι γενικά, μπορεί να δημιουργεί αρνητικούς συσχετισμούς και όλα τα κακά που περιγράφει η αριστερά, αλλά ακόμα και έτσι δεν σημαίνει ότι είναι μια προβοκάτσια. Αλλά ας το δούμε συγκεκριμένα και χωρίς ψεκασμένες προκαταλήψεις, κάνοντας το δικηγόρο του διαβόλου.

«Ποιος κερδίζει»;

Κάποιοι απαντούν η χρυσή αυγή, καθώς με αυτό τον τρόπο περνά από το ρόλο του θύτη σ’ αυτό του θύματος. Πράγματι, η χρυσή αυγή και γίνεται θύμα και το παριστάνει, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως έτσι «κερδίζει κάτι». Βέβαια, πολλές ομαδοποιήσεις της αριστεράς αρέσκονται να υιοθετούν τον ρόλο του θύματος, ή ακόμη συχνότερα να ταυτίζονται με τα κατά καιρούς θύματα διαφόρων καταστάσεων και να νομίζουν ότι με αυτό τον τρόπο κερδίζουν τη συμπάθεια ή έστω τον οίκτο τμημάτων του λαού. Ίσως μάλιστα κατά περιπτώσεις να έχουν κέρδη από μια τέτοια στάση. Αντίθετα, η ΧΑ παρουσιάζει τον εαυτό της με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Ας θυμηθούμε τον αρχηγό της ΧΑ όταν από τις Θερμοπύλες προκαλούσε άπαντες να διαπιστώσουν τι σημαίνει «οι ξιφολόγχες να ακονίζονται στα πεζοδρόμια». Πηγή: Κουτί Πανδώρας  Αρέσκεται να ταυτίζεται με τον θύτη, που έχει και τη δύναμη και την ατιμωρησία να επιβάλει τα πιστεύω του με τη βία. Για την ανθρώπινη σκόνη που «συνειδητά» ή έστω «παρασυρμένα» βρέθηκε σε αυτό το κόμμα, βασική παράμετρος είναι η ατιμωρησία. Γι’ αυτό και όταν συλλάβανε τους ηγέτες τους δεν μαζεύτηκαν πάνω από διακόσια άτομα να τους συμπαρασταθούν. Και αυτό δεν είναι καθόλου αντιφατικό με την πλατιά απήχηση που βρίσκουν οι ναζιστικές ιδέες και πρακτικές σε αρκετά μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού, όπως τουλάχιστον φαίνεται στις δημοσκοπήσεις. Απλώς αυτή η θρασυδειλία είναι ίδιον χαρακτηριστικό αυτής της ανθρώπινης σκόνης, που δυστυχώς (πρέπει να παραδεχτούμε) αποτελεί ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσοστό του ελληνικού λαού.

Και πράγματι, ακόμα και αν η χρυσή αυγή παριστάνει το θύμα, προσπαθώντας έτσι να ξεπλυθεί, στην πραγματικότητα χάνει από το χαμό των μελών της. Καταρχήν, είναι σίγουρα δυσκολότερο να βρίσκει πλέον πρόθυμα μέλη να αναλαμβάνουν τη φύλαξη των γραφείων της και να συμμετέχουν σε βίαιες ενέργειες κατά ανθρωπίνων στόχων. Κατά δεύτερον, μια προσπάθεια να μετατρέψει το μνημόσυνο στο σημείο του φονικού σε ναζιστικό προσκύνημα, βρήκε μικρή ανταπόκριση. Τρίτον, δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει ούτε την κηδεία των μελών της, αφού οι συγγενείς των θυμάτων προτίμησαν μια στενή οικογενειακή τελετή από την μετατροπή της σε ένα σόου των φασιστών. Και τέλος γιατί η θυματοποιημένη ΧΑ δεν ταιριάζει με την ράμπο εικόνα που καλλιεργεί συστηματικά η ίδια για τον εαυτό της. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί μια ένοπλη αντάρτικη οργάνωση που χάνει έναν μαχητή της, εν ώρα καθήκοντος, να μιλάει για τον “άδικο χαμό” ενός αθώου ανθρώπου. Αυτή η περιγραφή μπορεί να είναι κατάλληλη για όσους είναι ή νοιώθουν ότι είναι αθώα θύματα, αλλά όχι για μαχητές μιας ιδέας. Αυτοί πέφτουν για τις ιδέες τους και όσοι τους τιμούν, τους τιμούν γι’ αυτό και όχι γενικά για τον “άδικο” χαμό τους. Αν νομίζει λοιπόν κανείς ότι όλα αυτά συντείνουν στην συσπείρωση των ναζιστών, γιατί αυτός είναι ο σκοπός και όχι να περιφέρονται ως θύματα, μάλλον θα διαψευσθεί. Στον αντίποδα όμως αυτών μπορεί να διαπιστωθεί ότι “Το πολιτικό, κοινωνικό και… δικονομικό κλίμα άλλαξε άρδην και εξόφθαλμα υπέρ των φασιστών”. (Από Κατάληψη Σινιάλο)  Το δικονομικό κλίμα ίσως, μαζί και η στάση του πρωθυπουργικού επιτελείου, πουλώντας τώρα προστασία στα μέλη της πληγείσας οργάνωσης. Όμως αυτό είναι ένα παιχνίδι για την επιστροφή των ορφανών της ΧΑ στη στάνη της ΝΔ, η οποία πρέπει να δείξει ότι μπορεί να τα περιθάλψει και έτσι να τους δώσει και άφεση αμαρτιών. Όμως για τη ΧΑ το πρόβλημα παραμένει. Θα το παίζει από δω και πέρα αρνάκι ή θα επιχειρήσει να επανέλθει στο γνωστό της ρόλο; Διότι μια εξημερωμένη ΧΑ παύει να αποτελεί έναν κίνδυνο στο δρόμο. Και ο δρόμος για το φασισμό είναι το οξυγόνο του. Ίσως συνεχίσει να έχει μια εκλογική επιρροή, όσο όμως δεν την οργανώνει, θα αναγκάζεται να κινείται στα κανάλια της επίσημης δεξιάς, αδυνατώντας να έχει ένα δικό της σχέδιο προς την εξουσία. Όπως και να χει το πράγμα θα κριθεί όχι στις εντυπώσεις, αλλά στο δρόμο. Και εκεί δεν μετράνε οι συναισθηματισμοί, ούτε οι συμπάθειες, αλλά οι πραγματικές δυνάμεις που έχει να παρατάξει το κάθε στρατόπεδο. Και ευτυχώς μετά την αντιμνημονιακή εθνική ενότητα των αγανακτισμένων, ο κόσμος της αριστεράς αντιλαμβάνεται ότι σε αυτή τη χώρα δεν είμαστε όλοι φίλοι, και ο αντιφασισμός έχει αποκτήσει ήδη το δικό του στρατόπεδο.

Κάποιοι άλλοι στο ερώτημα «ποιος κερδίζει», απαντούν η κυβέρνηση. Καταφέρνει να αποπροσανατολίσει από τους αγώνες, ώστε ο κόσμος να στρέψει την προσοχή του από τη φορολογία για τα ακίνητα, τις απολύσεις, τα νέα μέτρα που ετοιμάζονται, κλπ, κλπ. (Λες και αυτό που εμποδίζει τον κόσμο να αντιδράσει είναι το ότι δεν έχει χρόνο να συζητήσει τα διάφορα μέτρα). Καταφέρνει να αλλάξει την ατζέντα, ώστε να μεταθέσει τη συζήτηση από τα «πραγματικά προβλήματα». (Λες και η ισχυρή παρουσία των ναζιστών και όσων κουβαλάνε μαζί τους, στην ελληνική κοινωνία δεν είναι ένα «πραγματικό πρόβλημα»). Καταφέρνει να επαναφέρει την θεωρία των «δύο άκρων». (Λες και ο Σαμαράς και οι συν αυτώ, είχαν ανάγκη το φόνο των δυο φασιστών για να το κάνουν. -Ας θυμηθούμε πως ο Χρύσανθος έλεγε για τα δύο άκρα και ο Φαήλος ότι κρατάει τις σφαίρες του για την αριστερά, όταν δολοφονήθηκε ο Φύσσας).

Θα πρέπει κανείς να προσμετρήσει δίπλα σε αυτά που «κερδίζει» η κυβέρνηση, και αυτά που χάνει. Και το πιο σπουδαίο είναι μάλλον ότι δεν δείχνει να έχει τον έλεγχο της κατάστασης. Ειδικά σε μια περίοδο που έχει επενδύσει στο «τάξη και ασφάλεια», σαν αντίβαρο για την τραγική οικονομική κατάσταση του ελληνικού λαού, κάθε ρωγμή στο προσωπείο του εγγυητή της ασφάλειας μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ικανότητά της να συσπειρώνει και να αποχαυνώνει το τσούρμο των “νοικοκυραίων” οπαδών της.

Η κυβέρνηση δείχνει ότι μάλλον αιφνιδιάστηκε, παρά ότι σχεδίασε το χτύπημα. Ένας ασφαλής δείκτης γι’ αυτό είναι η συμπεριφορά των καθεστωτικών ΜΜΕ, αφού πάντα, σε μια σχεδιασμένη από τα πριν επικοινωνιακή επίθεση, αυτά σηκώνουν το βάρος της κυβερνητικής πλύσης εγκεφάλων από τις οθόνες. Τις αμέσως προηγούμενες μέρες για να στηρίξουν την απόφαση της κυβέρνησης να διεξάγει μια ρατσιστική καμπάνια, έπαιζαν το σήριαλ με τη μικρή Μαρία που δήθεν την απήγαγαν οι τσιγγάνοι. Όλο το τηλεοπτικό πρόγραμμα επί μέρες προσαρμόστηκε σ’ αυτό. Εδώ όμως όχι, και αυτό μάλλον δείχνει αιφνιδιασμό και αμηχανία μπροστά στο τετελεσμένο, παρά τον σχεδιασμό του.

Σενάρια Προβοκάτσιας! Και ο προβοκάτορας;

Άλλωστε, για να είμαστε και σοβαροί, μια «προβοκάτσια» έχει πάντα από πίσω και έναν «προβοκάτορα» που τη σχεδιάζει και την εκτελεί με σκοπό να επωφεληθεί. Δεν μπορεί κανείς να καταγγέλλει την «προβοκάτσια» και να μην ασχολείται με τον «προβοκάτορα». Η συγκεκριμένη λοιπόν έχει μόνο τρεις εκδοχές που οδηγούν και σε διαφορετικούς δράστες.
Η πρώτη είναι ότι την σχεδίασε το κυβερνητικό επιτελείο, δηλαδή ο ίδιος ο Σαμαράς, ενδεχομένως μαζί με τον Βενιζέλο, και έδωσε την εντολή εκτέλεσης (για να αλλάξει την ατζέντα, για να αποπροσανατολίσει, κλπ, κλπ). Αν κανείς όμως εκτιμά κάτι τέτοιο, είναι ανήθικο και χυδαίο να καταδικάζει το “στυγερό” έγκλημα και να κάνει τον κινέζο για τον εγκληματία. Θα έπρεπε να κατονομάσει ανοιχτά και επώνυμα τον ηθικό αυτουργό και εγκέφαλο της δολοφονίας.


Η άλλη εκδοχή είναι πως η πρωτοβουλία ανήκει σε κάποιους με ισχυρή θέση στον κρατικό μηχανισμό, που λειτούργησαν αυτόνομα, σε άγνοια της επίσημης κυβέρνησης. Φαίνεται, πράγματι πως η χρυσή αυγή έχει αρκετές συμπάθειες στο «βαθύ κράτος». Θα μπορούσε κάποιος να χρησιμοποιήσει τη θέση του στον κρατικό μηχανισμό και να οργανώσει μία τέτοια «προβοκάτσια»; Δηλαδή να σκοτώσει δυο φασίστες ώστε να ωφεληθεί η χρυσή αυγή (γιατί από θύτης γίνεται θύμα, κλπ, κλπ) και ταυτοχρόνως η κυβέρνηση (αλλάζει την ατζέντα, κλπ κλπ);; Ίσως, αλλά οι πιθανότητες είναι μηδαμινές. Πρώτον γιατί δεν αναλογεί τέτοιο κόστος γι’ αυτό το όφελος. Αν το “βαθύ κράτος” ήθελε απλά να βοηθήσει τη ΧΑ, προφανώς και δεν εξυπηρετεί το σχέδιο του Σαμαρά, αλλά κάτι που θα έμοιαζε περισσότερο με μια προσπάθεια πάνω στην ένταση να επιχειρηθεί μια “εκτροπή από την ομαλότητα” όπως διατείνεται ακόμα και η αριστερή εφημερίδα Αυγή στις 2/11.  Ένα σχέδιο αποσταθεροποίησης που λεει και η φιλοκυβερνητική προπαγάνδα, δείχνοντας όμως προς τα αριστερά. Προφανώς αποσταθεροποίηση του υπάρχοντος status quo, για ένα άλλο. Τι όμως; Ένα στρατιωτικό κίνημα; Μια φασιστική εξέγερση; Κάτι άλλο; Ποιο; Γιατί δεν είδαμε τίποτα πέρα από τα βαρετά τηλεοπτικά πάνελ και τους διαφόρους Κλουζώ της κακιάς ώρας που παρέλασαν από κει για να καταλήξουν όμως όχι σε εμφυλιοπολεμικά κηρύγματα μίσους, αλλά σε νουθεσίες για ενότητα, ηρεμία και ψυχραιμία. Επομένως προς τι να χυθεί αίμα από αυτούς τους “σκοτεινούς κύκλους της ανωμαλίας” και την ίδια στιγμή να μην μπορούν να το αξιοποιήσουν σε τίποτα πέρα από μια αναιμική προπαγάνδα κατά των άκρων και της βίας από όπου κι αν προέρχεται. Άνθρακες λοιπόν ο θησαυρός.

Το σενάριο της συνωμοσίας των μυστικών υπηρεσιών έχει εκτός από την αριστερή και μια ακροδεξιά εκδοχή. “Μακάρι να μιλούσαν ελληνικά”, είναι η ευχή των καρατζαφέρηδων. Με άλλα λόγια μυστικές υπηρεσίες του εξωτερικού. Αλήθεια γιατί; Δεν θα ήταν καλύτερα να μιλούσαν ελληνικά και μάλιστα εξαρχειώτικα. Τι νόημα έχει να μιλάνε κοσοβάρικα ή τούρκικα; Γιατί αυτό θα βόλευε κάπως την άκρα δεξιά των νεφελίμ και των ελοχίμ; Γιατί αντί να καλλιεργούν κλίμα εμφυλίου, καλλιεργούν κλίμα εθνικής ενότητας; Η απάντηση είναι γιατί ούτε και αυτοί επιδιώκουν να ανοίξει έναν κύκλος αίματος που θα ξεθάψει το φάντασμα του εμφυλίου. Προτιμούν έναν ακήρυκτο εμφύλιο,τουλάχιστον όσο αυτός είναι αποτελεσματικός. Και αυτό ήταν το μήνυμα προς τη ΧΑ μετά το φόνο του Π. Φύσσα. Γι’ αυτό και τα θύματα της επίθεσης παρουσιάζονται σαν να μην έχουν σχέση με την “εγκληματική ΧΑ”, αλλά πρόκειται για αθώα παιδιά, παρ’ όλο που η ΧΑ παραμένει “εγκληματική οργάνωση”. Επίσης οι δράστες παρουσιάζονται, με ένα τρόπο που να βολεύονται άπαντες, ως ύποπτοι, πράκτορες, προβοκάτορες, τρομοκράτες, φονιάδες, επαγγελματίες, ηλίθιοι που ακόμα κι αν είναι κάτι άλλο τελικά υποκινούνται από σκοτεινές δυνάμεις και εν πάση περιπτώσει το κράτος θα τους βρει και θα τους παραδώσει στη δικαιοσύνη. Μια νεφελώδης εικόνα για την ταυτότητά τους, που να εξαφανίζει το πολιτικό κίνητρο της πράξης τους. Το σενάριο αυτό εξυπηρετεί την ηθική απαξίωση των δραστών που τόλμησαν να πάρουν το νόμο στα χέρια τους. Αυτό ακριβώς είναι που εξοργίζει το κράτος και τον φασιστικό υπόκοσμο. Γι’ αυτό και οι πράξεις πολιτικής αυτοδικίας πρέπει να απαξιωθούν ηθικά και όχι απλά να τιμωρηθούν ποινικά. Με τον ίδιο τρόπο που απαξιώνεται κάθε βίαιη ενέργεια κατά των μηχανισμών καταστολής και άσκησης της εξουσίας. Οι από κάτω μπορούν μόνο να διαμαρτύρονται και να κλαίνε τη μοίρα τους, ποτέ όμως να στρέφονται κατά των δυναστών τους. Και όσοι εντάσσουν τον εαυτό τους στους μηχανισμούς καταστολής, στο πολιτικό προσωπικό της άρχουσας τάξης, ή στο μαχητικό δυναμικό μιας ναζιστικής οργάνωσης που “ακονίζει τα ξίφη της στην άσφαλτο” απειλώντας ότι θα χύσει το αίμα των αντιπάλων της (αυτών που πραγματικά ανήκουν στους από κάτω ή έστω τους υπερασπίζονται), είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι, είναι πραιτοριανοί των δυναστών. Αυτό ακριβώς το ταξικό μίσος απαξιώνεται μέσα στις γραμμές των καταπιεσμένων και όσων παλεύουν για την κοινωνική απελευθέρωση, όταν η κουβέντα πάει στα πρακτοριλίκια. Έτσι η μαχητικότητα απαξιωμένη γενικά (και πάντα ύποπτη) γίνεται εύκολο θήραμα των κατασταλτικών μηχανισμών, αφού εκ των προτέρων έχει ταυτιστεί με “σκοτεινούς κύκλους, πλερωμένους χαφιέδες και σχέδια ανωμαλίας”, και όχι ως φυσικό επακόλουθο της ταξικής σύγκρουσης ή έστω το υποπροϊόν της που είναι η ατομική τρομοκρατία.

Ακόμη λιγότερο πιθανή είναι η τρίτη και τελευταία εκδοχή της «προβοκάτσιας» ότι η ίδια η χρυσή αυγή δολοφόνησε τα δύο μέλη της ώστε να αυτοκαθαρθεί. Τελικά, αν κάποιος τραβά τη θεωρία της προβοκάτσιας που ωφελεί αυτόν που την οργανώνει στις λογικές συνέπειες της, καταλήγει σε εξωφρενικά και ελάχιστα πιθανά σενάρια. Αυτό που θα εμπόδιζε τους φασίστες από κάτι τέτοιο δεν είναι η ηθική τους, αλλά η απλή λογική, αν και γενικά, δεν είναι σωστό κανείς να αποκλείει τίποτα. Ωστόσο και αυτή η εκδοχή λειτουργεί επίσης διαλυτικά όπως ήδη έχουμε πει, γιατί ο μέσος χρυσαυγίτης υποτίθεται δεν γνωρίζει ότι το χτύπημα προήλθε από τα μέσα, προκειμένου να γίνει… συμπαθής η “εγκληματική” οργάνωσή του. Εξάλλου ακόμα και στην σκέψη ότι θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο, να εκτελεστούν δυο μέλη για να σουλουπωθεί η εικόνα της ΧΑ, θα τον έκανε έξαλλο καθιστώντας την ηγεσία του ως τους μεγαλύτερους προδότες που γνώρισε ποτέ ο τόπος. Έτσι η αίσθηση ότι μπορεί να χύθηκε αίμα ως εκδίκηση για τους φόνους που έχει κάνει η ΧΑ, παραμένει και ως εκ τούτου ο φόβος, ότι κανείς δεν είναι στο απυρόβλητο. Μια προβοκάτσια αυτού του μεγέθους θα άξιζε μόνο αν την επόμενη μέρα η ΧΑ έπαιρνε την εξουσία, χρησιμοποιώντας την ως αφορμή για ένα πραξικόπημα. Το να κάψει κανείς το Ράιχσταγκ μόνο και μόνο για να δείχνει τους κομμουνιστές, θα ήταν μια πράξης ύψιστης πολιτικής ανοησίας. Το ίδιο ισχύει και για τη ΧΑ. Δεν μπορεί να εκτέλεσε δύο μέλη της μόνο και μόνο για να αλλάξει την εικόνα της. Αυτό μπορείς να το πετύχεις με αγαθοεργίες και με μια αλλαγή ύφους που ήδη η ΧΑ είχε υιοθετήσει. Εξάλλου τα εκλογικά της ποσοστά δεν έδειχναν και καμία τεράστια κάμψη, ούτε μετά τον Π.Φύσσα, ούτε και μετά τις συλλήψεις και τις αποκαλύψεις. Αν μετά το διπλό φονικό η ΧΑ έβγαινε στους δρόμους “για να πάρει εκδίκηση” τότε ίσως το επιχείρημα να άντεχε στη λογική. Το ότι τα στελέχη της ΧΑ μίλαγαν για ψυχραιμία είτε γιατί δεν είχαν δυνάμεις να βγουν στο δρόμο, είτε από επιλογή, δεν μπορεί να μην σημαίνει τίποτα. Τέλος ας φανταστούμε με οποιοδήποτε τρόπο ακόμα και τυχαία να αποκαλυπτόταν ότι πίσω από το αιματηρό περιστατικό ήταν η ίδια η ΧΑ.

Ανάμεσα στα διάφορα σενάρια έχει ακουστεί πως τα κίνητρα μπορεί να μην είναι πολιτικά, αλλά ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών ανάμεσα σε μπράβους «της νύχτας». Πράγματι, η χρυσή αυγή έχει εμπλακεί πολύ γερά σε υποθέσεις προστασίας, λαθρεμπορίου, κ.α. και επειδή και τα φράγκα είναι πολλά, αυτό την έχει φέρει σε αντιπαράθεση με παραδοσιακές συμμορίες, και κατά καιρούς έχουν τριβές σε τοπικό επίπεδο. Όμως, μια τέτοια ενέργεια θα ήταν ίσως πιο φυσικό και πιο εύκολο να γίνει σε οποιονδήποτε άλλο χώρο, και όχι κάτω από τα κομματικά γραφεία.

«Ποιος βλάπτεται»

Στο “αμείλικτο” ερώτημα, ποιος ωφελείται από το χτύπημα, προστίθεται και ένα ακόμα. “Ποιος βλάπτεται”. Και εδώ υπάρχει μια πλήρης ομοφωνία σε ολόκληρη σχεδόν την αριστερή φιλολογία αλλά και σε ένα σημαντικό τμήμα του αντιεξουσιαστικού χώρου. “Το κίνημα”. Γι’ αυτό μάλιστα και είναι “εχθρική” πράξη (ΝΑΡ) προς αυτό, “πολιτικά αποπροσανατολιστική κι επικίνδυνη” (ΕΕΚ) και “λειτουργεί αντικειμενικά προβοκατόρικα ενάντια στο αντιφασιστικό κίνημα και την αριστερά” (ΚΑΡ) Γιατί; Διότι “με αυτό το χτύπημα η κοινωνία παγώνει και πάλι” (Δρόμος Αριστεράς), “Θυματοποιεί τους νεοναζί εγκληματίες… Ενισχύει τη θεωρία των 2 άκρων και τις κατασταλτικές δυνατότητες του κράτους έκτακτης ανάγκης του Σαμαρά” (ΚΑΡ), “ανοίγει το δρόμο για να κυριαρχήσει στην ελληνική κοινωνία ο φόβος και να δικαιολογηθούν μέτρα καταστολής ενάντια σε αντιφασίστες και αριστερούς αγωνιστές. Δημιουργεί το ιδανικό άλλοθι για να επιβληθούν νομοθετήματα ενάντια στο «άλλο άκρο»… αντικειμενικά παθητικοποιεί ακόμα περισσότερο τα πιο καθυστερημένα, μικροαστικά στρώματα της κοινωνίας, σπρώχνοντάς τα στην πολιτική αγκαλιά εκείνων που υποκριτικά εμφανίζονται σαν υπερασπιστές της «τάξης», της «δημοκρατίας» και της «ασφάλειας» [Μαρξιστική Φωνή]. Η επιλογή από τις ανακοινώσεις είναι εντελώς τυχαία, και λίγο πολύ όλες είναι στο ίδιο μήκος κλίματος.

Επομένως η ενέργεια είναι “εχθρική”, “αποπροσανατολιστική” και “επιβλαβής” προς την αριστερά και το κίνημα με έναν έμμεσο και όχι άμεσο τρόπο. Από τις συνέπειες που ενδεχομένως θα πλήξουν το κίνημα από τις αντιδράσεις της κυβέρνησης ή των φασιστών.Όμως όλα αυτά ήδη συμβαίνουν. Υπάρχει ήδη η σχετική νομοθεσία, η θεωρία των άκρων είναι γνωστή εδώ και καιρό και φτάνουν μόνο οι Σκουριές, η κερατέα και μερικές μαχητικές διαδηλώσεις για να την “ενισχύουν”, η καταστολή είναι μια μόνιμη κατάσταση που αντιμετωπίζει το κίνημα σε μεγάλη ένταση τουλάχιστον τα τελευταία 5-6 χρόνια. Επομένως η κυβέρνηση ή οι φασίστες δεν χρειάζονται τέτοιες αφορμές. Επιπλέον το κράτος ακόμα και οι φασίστες δεν λειτουργούν με το θυμικό. Η αυταρχικοποίηση, το κράτος έκτακτης ανάγκης και η φασιστική βίας είναι επιλογή και προϊόν συντεταγμένων, οργανωμένων και όχι αυθόρμητων κινήσεων. Πάνω απ’ όλα είναι μια στρατηγική επιλογή, αντιμετώπισης όχι των “των ενόπλων τρομοκρατών… και της μετατροπής της πολιτικής σε θεαματική σύγκρουση μηχανισμών” (Αυγή), αλλά ολόκληρου του κινήματος που αντιστέκεται στις συνέπειες που προκύπτουν από τις πολιτικές “αντιμετώπισης τη κρίσης” που οδηγούν στην περιθωριοποίηση και την καταστροφή τεράστιων κομματιών της εργατικής τάξης και της κοινωνίας. Και πάνω απ’ όλα προληπτική καταστολή κάθε εναλλακτικής πολιτικής και κοινωνικής λύσης, που βάζει σε δοκιμασία την αναπαραγωγή του ίδιου του συστήματος. Αυτό είναι που προκαλεί την σκλήρυνση της καταστολής και τα σχετικά νομοθετήματα και όχι η δράση μερικών μεμονωμένων θιασωτών της ένοπλης βίας.

Είναι αφελές να πιστεύει επίσης κανένας ότι αποπροσανατολίζεται το κίνημα απ’ τους στόχους του. Ένα ρωμαλέο κίνημα ή μια ισχυρή αριστερά δεν έχει λόγο να αποπροσανατολιστεί από τέτοιες ενέργειες. Αυτό είναι μια ακόμα υπεκφυγή από την πραγματικότητα. Αλήθεια από τι ακριβώς αποπροσανατολίστηκε με αυτήν την ενέργεια το κίνημα; Μήπως από την απεργία της 6ης Νοέμβρη; Αυτός ήταν ο λόγος της αποτυχίας; Είναι αλήθεια ότι ένας κόσμος όταν πέφτουν πιστολιές θα φοβηθεί; Ειδικά όταν υπάρχουν νεκροί. Αλλά ας τελειώνουμε πια με αυτή την υποκρισία. Η κοινωνία έχει πάθει ήδη ανοσία με τους εκατοντάδες ή και χιλιάδες νεκρούς της κρίσης. Με όσους αυτοκτονούν, με αυτούς που πνίγονται στο αιγαίο και τη μεσόγειο προσπαθώντας να πατήσουν σε ευρωπαϊκό έδαφος (ή για αυτούς δεν έχει αξία η ζωή;). Με τα εκατομμύρια απολυμένων που δεν έχουν ούτε να φάνε. Το να πέφτει κανείς από τα σύννεφα από την όξυνση της βίας και να τη χρεώνει στους δράστες της αιματηρής επίθεσης στο Ν. Ηράκλειο είναι τουλάχιστον υποκριτικό. Κάθε βίαιο γεγονός, βρίσκει έδαφος σε μια ανάλογη βίαιη πραγματικότητα με τον ίδιο τρόπο που συμβαίνει στη Συρία ή κάποτε στη Βοσνία. Το να καταδικάζει κανείς τη βία και μάλιστα από τα αριστερά παριστάνοντας τον ΟΗΕ, ή τον παπά δεν λύνει κανένα πρόβλημα, ούτε προσανατολίζει εκ νέου το αποπροσανατολισμένο κίνημα. Το κίνημα είναι έτσι κι αλλιώς αποπροσανατολισμένο και δεν τους φταίει ο κουμπουροφόρος του Ν. Ηρακλείου. Το ίδιο και η αριστερά. Απλώς η τελευταία αξιοποιεί το χτύπημα για να φορτώσει αλλού τις δικές της ευθύνες. Και το χειρότερο, είναι ότι με τις θέσεις που παίρνει, καλλιεργεί τη σύγχυση, την ηττοπάθεια, την αίσθηση ότι οι “σκοτεινές δυνάμεις που απεργάζονται σχέδια” ελέγχουν τα πάντα, παραλύοντας μια και καλή έναν κόσμο (έστω και ένα κίνημα) που ψάχνει σοβαρές απαντήσεις και όχι κηρύγματα κατά της βίας από όπου κι αν προέρχεται. Μια αριστερά που βλέπει παντού πράκτορες και υπηρεσίες το μόνο που μας λεει είναι ότι όλα είναι χαμένα και από πριν ξεπουλημένα. Αυτό είναι το νόημα όλης αυτής της κομφουζιονιστικής μεθόδου, που αδυνατεί να πει τα πράγματα με το όνομά τους, μήπως και της ζητήσει τα ρέστα ο κάθε πρετεντέρης και ο κάθε κεδίκογλου. Και εντάξει. Ακόμα κι αν το κράτος επιδιώκει μια επιπλέον ένταση και διαταραχή της ομαλότητας (λες και τώρα δεν έχουμε ένταση, αλήθεια που πήγε η “κατοχή” και οι “τσολάκογλου”;), η αριστερά πως σκέφτεται να αμυνθεί; Αποκλιμακώνοντας τη σύγκρουση, πηγαίνοντας σπιτάκι της, παριστάνοντας τη στρουθοκάμηλο, βγάζοντας μηνύματα του στυλ “αγαπάτε αλλήλους”; Αν ο αντίπαλος θέλει ένταση θα την έχει, όσο και αν κανείς το ρίξει στις κλάψες, όσο κι αν το εξηγήσει στους φοβισμένους νοικοκύρηδες που θέλει για ψηφοφόρους του.

Άρνηση της πραγματικότητας ή Περπατώ εις το δάσος όταν ο λύκος δεν είναι εδώ

Όλα αυτά τι σημαίνουν όμως; Για την αριστερά επωφελείται η κυβέρνηση και βλάπτεται το κίνημα και η ίδια. Αν όμως δεν επωφελείται η κυβέρνηση τότε μήπως κερδίζει κάτι το κίνημα και η ίδια; Όχι βέβαια. Αυτή είναι κυρίαρχη αριστερή λογική με το κεφάλι προς τα κάτω. Σε αυτή τη σκέψη δεν υπάρχει ίχνος διαλεκτικής λογικής. Στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι πιο σύνθετα από αυτές τις απλοϊκές σκέψεις. Καταρχήν δεν υπάρχει ένα κίνημα το οποίο εκπροσωπεί υποτίθεται αυτή η αριστερά και στο οποίο όλοι με τόσο στόμφο αναφέρονται. Αλήθεια ο ΣΥΡΙΖΑ, η Ανταρσύα και οι υπόλοιποι εκπροσωπούν το ίδιο πράγμα; Το κίνημα δεν είναι ενιαίο, ούτε και η αριστερά, ούτε και η αναρχία, ούτε όλοι όσοι στέκονται απέναντι στο σύστημα, την κυβέρνηση και την κάθε ΧΑ. Ο καθένας απ’ αυτούς εκπροσωπεί κυρίως τον εαυτό του και αναλαμβάνει και την ευθύνη των πράξεών του. Το ίδιο ισχύει και για τα μέσα που επιλέγει ο καθένας. Αν η κάθε αριστερά αναγνώριζε αυτή την πραγματικότητα, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες εκεί που τις έχει, χωρίς να προσπαθεί να εκπροσωπεί το όλο κίνημα, και όλη την κοινωνία ίσως να μπορούσε να δει πιο καθαρά τι συμβαίνει κάτω από τη μύτη της. Και να σταματήσει να κρύβεται πίσω από δήθεν υπεριστορικές και αντικειμενικές αξιολογικές κρίσεις.

Οι λόγοι που η υπαρκτή αριστερά αρνείται να αναγνωρίσει την πραγματικότητα όπως είναι και να πάρει θέση, είναι ένα ζήτημα που ξεπερνάει τα όρια αυτού του άρθρου. Το θέμα εδώ είναι η μέθοδος. Η δικαιολόγηση μιας θέσης, ύστερα από μια ανάλυση παραλογισμού που ντύνεται με το μανδύα της πιο συνεπούς λογικής, με το δήθεν αμείλικτο ερώτημα “ποιος ωφελείται και ποιος βλάπτεται”. Και πολύ περισσότερο από την απάντηση, να προκύπτει αβίαστα μια δήθεν αξιωματική θέση. Διότι δεν είναι δυνατόν να συζητήσει κανείς στα σοβαρά ένα γεγονός το οποίο είναι προβοκάτσια της ασφάλειας. Όπως δηλαδή ακριβώς γίνεται και με μια σκληρή σύγκρουση διαδηλωτών και ΜΑΤ που η αριστερά φροντίζει σχεδόν πάντα να την χαρακτηρίζει προβοκατόρικη, όπως επίσης και μια δυναμική ενέργεια όπως αυτή στις Σκουριές. Και στο τέλος να μην μπορούμε να ξεχωρίσουμε τις Σκουριές από το Ν. Ηράκλειο με τον ίδιο τρόπο που δεν μπορούμε να διακρίνουμε τη μαριχουάνα από την ηρωίνη. Έτσι αφού δήθεν ωφελείται η κυβέρνηση και η ΧΑ, βλάπτεται το κίνημα και η αριστερά. Άρα το χτύπημα έγινε από πράκτορες ή από “ηλίθιους”. Όλα έγιναν για να μας κακολογήσουν (θεωρία άκρων), αλλά εμείς δεν ψαρώνουμε, καταδικάζουμε το χτύπημα για να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα μας ταυτίσουν με αυτό και συνεχίζουμε τον ίσιο και ατελείωτο δρόμο της προπαγάνδας που δεν έχει καμία φυσική αναμέτρηση με τους αντιπάλους μας γιατί η “ένταση” συμφέρει πάντα την εξουσία. Απλά πράγματα, χωρίς κόπο, λογικές κατασκευές άξιες μόνο για τεμπέληδες και ευκολόπιστους. Έτσι εκπαιδεύει η αριστερά τον κόσμο της και μετά όλοι αναρωτιούνται πως διαλύεται μια διαδήλωση 20000 από 5 διμοιρίες ΜΑΤ. Ή γιατί ο κόσμος βλέπει παντού, προδότες, μασόνους και ψεκασμούς αεροπλάνων.

Η αριστερά συνεχίζει να αρνείται την πραγματικότητα με τον ίδιο τρόπο που αρνιόταν, μέχρι να πέσουν τα σκαμπίλια στον Αντ1, την ύπαρξη της ΧΑ. Αρνείται να συνειδητοποιήσει ότι απέναντί της υπάρχει όχι μόνο η ΧΑ, αλλά και ένα 20% που δεν έχει κανένα πρόβλημα με τη ΧΑ η οποία ανοιχτά επιδιώκει την εξόντωση της αριστεράς και οποιουδήποτε κινήματος. Όταν αυτή η οργάνωση συστηματικά σπάει κεφάλια και τελικά φτάνει σε φόνους, έχοντας κι από πίσω της ένα 20% που δεν έχει πρόβλημα, ένα 15% που την υποστηρίζει ανοιχτά, ένα κράτος που σπρώχνει το “μόρφωμα” και μια κοινωνία που “δεν καταλαβαίνει” ότι είναι φασιστόμουτρα, αυτό χαλάει όλη την αφήγηση που έχει η αριστερά για το λαό που “ενωμένος αντιστέκεται στα μνημόνια και τους πλούσιους”. Εκτός κι αν υποθέσουμε ότι όλο αυτό το σκυλολόι που συγκινείται με τη ΧΑ και τα κατορθώματά της ανήκει στην αστική τάξη.

Επίσης αυτή η αριστερά επειδή αρνείται την πραγματικότητα αρνείται και τις -λογικές-της συνέπειες. Όταν κάποιος ασκεί επανειλημμένως βία και μάλιστα όταν αυτή η βία είναι κομμάτι του σκληρού του ιδεολογικού πυρήνα, τότε θα πρέπει να περιμένει ότι κάποτε θα γίνει αποδέκτης αυτή της βίας. Κανείς μπορεί να μην συμφωνεί με αυτή τη λύση, πιστεύοντας ότι μπορεί να δέχεται αναπάντητα χτυπήματα αυτός ή έστω αυτοί του οποίους εκπροσωπεί, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να αποφύγει το μοιραίο.
Κατάρες, ευχολόγια και ηθικολογία
Η αριστερά μας όμως αντί να δει κατάφατσα την σκληρή πραγματικότητα προτιμά να την καταριέται. Αυτή είναι και η αξία της καταδίκης. Όχι μιας καταδίκης πολιτικής, με την έννοια της απόρριψης μιας πολιτικής πράξης. Φυσικά ο καθένας μπορεί να απορρίψει οτιδήποτε για τον εαυτό του, προτείνοντας τη δική του λύση. Αυτό όμως ισχύει και για αυτούς που προτείνουν τη δική τους λύση, αναλαμβάνοντας άλλωστε και την ευθύνη. Η καταδίκη όμως είναι κάτι ευρύτερο. Καταδικάζω γενικά το φόνο, τον πόλεμο, τη βία γενικά, και τελικά την ίδια την επανάσταση. Εκτός κι αν η τελευταία δεν θα έχει βία. Εκεί καταλήγουν όσοι απεύχονται “μια κατάσταση όπου οι πολιτικές διαφορές λύνονται με μαχαίρια και αυτόματα όπλα”. (Ξεκίνημα) Λες και υπάρχει κανείς που την επιλέγει τη βία, τα μαχαίρια και τα όπλα. Αν όμως οι αντίπαλοί σου το επιλέξουν εσύ ξέρεις κανέναν άλλο τρόπο να αμυνθείς. Είναι σαν να ισχυρίζεται κανείς ότι θα έχει στρατό αλλά δεν θα έχει όπλα. Αυτά μπορεί να τα λεει είτε κανένας κακομοίρης που ζει στο συννεφάκι του, είτε ένας κομπογιαννίτης. Εκτός αν νομίζουν ότι θα τους σώσει κάποιος τρίτος (αλήθεια ποιος;).

Κρυπτόμενος κανείς πίσω από αυτές τις γενικώς αποδεκτές αρχές, μπορεί να διαπράξει απίστευτα ατοπήματα. Αν κάποιος έστελνε στον άλλο κόσμο το επιτελείο των ναζί στη Γερμανία τη δεκαετία του 30 θα ήταν μια καταδικαστέα πράξη; Όχι βέβαια. Ίσως να γλιτώναμε τα κρεματόρια. Αλλά που να κάνει τέτοιες κακές σκέψεις η υπναλέα μας αριστερά.

Η πολιτική δεν είναι ηθικολογία. Το καθήκον της αριστεράς δεν είναι να καταδικάζει γενικώς. Γιατί δεν βγήκαν ανακοινώσεις καταδίκης του φόνου του Φύσσα, παρά μόνο καλέσματα για δράση εναντίον των δολοφόνων; Όταν γίνεται ένας πόλεμος, το καθήκον δεν είναι να καταδικάσουμε τον πόλεμο ως μέσο επίλυσης των διαφορών. Βεβαίως ένας πόλεμος έχει θύματα, απ’ όλες τις πλευρές. Αυτό είναι από μόνο του ένα τραγικό γεγονός. Υπήρχε κανείς που χαιρόταν για το θάνατο των αμερικάνων στρατιωτών στο Βιετνάμ; Όχι βέβαια. Ποιος δεν θα συμπονούσε τη μάνα αυτών των “παιδιών”; Όμως αυτό δεν βγάζει κανένα καθήκον, εκτός αν το καθήκον μας είναι να μοιρολογούμε. Ούτε απαλλάσσει μια επαναστατική δύναμη από το να πάρει μια ξεκάθαρη θέση (με τους Βιετκόνγκ ή με τους αμερικάνους;). Η αριστερά μας όμως δεν θέλει να παίρνει καμία θέση, πέρα από το να χαϊδεύει τα αυτιά της μικροαστικής κοινής γνώμης, την οποία προφανώς και θεωρεί άξια της μέγιστης προσοχής της. Αυτό που έχει σημασία πίσω από κάθε αιματηρό γεγονός, αν πράγματι έχει μια πολιτική διάσταση (και δεν είναι απλώς μια ποινική υπόθεση που αφορά μονάχα τους εμπλεκόμενους) είναι το πολιτικοκοινωνικό του υπόβαθρο, αλλά και οι επιπτώσεις του στην ταξική αναμέτρηση. Βεβαίως καθένας θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει κάθε γεγονός, ακόμα κι αν δεν το προκάλεσε. Δηλαδή η αριστερά δεν προσπάθησε να “αξιοποιήσει” (και κατηγορήθηκε γι’ αυτό) την δολοφονία του Π. Φύσσα; Τι σημαίνει δηλαδή, ότι την προκάλεσε; Ή για να μην κατηγορηθεί ότι το αξιοποιεί δεν έπρεπε να αντιδράσει; Και η κυβέρνηση με τη σειρά της μαζί και το βαθύ κράτος αξιοποιεί και το Κερατσίνι και το Ν. Ηράκλειο. Για τους δικούς του λόγους. Αυτό δεν σημαίνει ότι προκάλεσε οτιδήποτε από τα δυό. Απλά τα αξιοποιεί, όπως η αριστερά “αξιοποίησε” τον Φύσσα και η ΧΑ προσπαθεί να “αξιοποιήσει” τους δύο νεκρούς της κοκ. Αν κανείς είναι κρετίνος ή τον παριστάνει (όπως η εξέδρα πχ του “ενικού” και της Τατιάνας) είναι επόμενο να μην μπορεί να καταλάβει “γιατί τσακώνεται η αριστερά με τη ΧΑ”, ούτε “γιατί σε αυτή τη δύσκολη στιγμή για τη χώρα οι πολιτικοί δεν ενώνονται απέναντι στο κακό που μας βρήκε για να μας σώσουν”, ούτε “γιατί σκοτώνονται αθώα παιδιά στο Κερατσίνι και το Ν. Ηράκλειο”. Αυτό το κοινό αν δεν είναι περιορισμένης νοημοσύνης, αρνείται να δεχτεί την πραγματικότητα, ακριβώς γιατί νοιώθει ανίσχυρο να την αντιμετωπίσει, και στην πραγματικότητα να ικανοποιήσει το όνειρο μιας ήρεμης και φιλήσυχης ζωής. Είναι προφανές ότι σ’ αυτό το κοινό δεν μπορεί κανείς να βασιστεί για να δώσει λύσεις.

Κλιμάκωση της βίας

Οι συναισθηματισμοί εδώ δεν έχουν κανένα νόημα. Αυτό που έχει, είναι οι ψυχροί υπολογισμοί. Ακόμα και αν κανείς δεν το επιθυμεί από τους βασικούς παίκτες, δύο αιματηρά γεγονότα σε δύο μήνες οδηγούν σε μια όξυνση της αντιπαράθεσης (η αριστερά το αντιλαμβάνεται αυτό μόνο ως “στρατηγική της έντασης”) με τον ίδιο τρόπο που οδηγούσαν τα κατορθώματα της ΧΑ, αλλά και γενικά η πολιτική της κυβέρνησης. Αυτό συμβαίνει πέρα από ηθικολογίες και κηρύγματα για την αξία τη ανθρώπινης ζωής. Η κυβέρνηση την έχει χεσμένη την αξία της ανθρώπινης ζωής, όταν με ευθύνη της χιλιάδες άνεργοι και θύματα της κρίσης αυτοκτονούν και άλλοι κυριολεκτικά αρρωσταίνουν εξαιτίας της άθλιας κατάστασης που ζουν. Και όταν όλοι αυτοί διαδηλώνουν τους ραντίζει με χημικά αν δεν τους σπάει τα κεφάλια. Το ίδιο και η ΧΑ όταν αντιδρά στην κρίση κυνηγώντας ανήμπορους μετανάστες και κεφάλια αριστερών, συνδικαλιστών και αναρχικών. Αυτό είναι μια νέα αντικειμενική πραγματικότητα που το επίπεδο της βίας έχει ανέβει απότομα και η αριστερά δεν μπορεί να μην αντιλαμβάνεται ότι ένα μέρος αυτής της βίας είναι λογικό να επιστρέφεται σε αυτούς που ως κυρίαρχοι και με πλήρη συνείδηση την ασκούν στην υπόλοιπη κοινωνία. Βεβαίως, οι από κάτω, δεν είναι ένας μηχανισμός που δρα συντονισμένα και με ένα σχέδιο. Οι αντιδράσεις είναι πολυποίκιλες, πολλές φορές ανεμικές και λίγες σε σχέση με αυτό που υφίστανται, γι’ αυτό και άλλες γίνονται σπασμωδικές και βίαιες σχεδόν μόνο εκδικητικές. Μπορεί κανείς να διαφωνεί, να διαμαρτύρεται σε αυτούς που ξεπερνάνε το μέσο επίπεδο αντίδρασης, όπως συμβαίνει σε μια διαδήλωση όταν ορισμένοι αρχίζουν και τα σπάνε ή επιτίθενται στα ΜΑΤ, αλλά πολλές φορές αυτό οφείλεται στο ότι δεν είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει την πρόκληση της σύγκρουσης, που όμως οφείλει να δώσει (αλλά γι’ αυτό ας αναρωτηθεί η αριστερά του “υποχωρούμε συντεταγμένα”, αλλά τρέχουμε όπου φύγει-φύγει).

Αυτό είναι και η ατομική ένοπλη βία. Μια αντίδραση πέρα, όχι από τη λογική, αλλά πέρα από την αντοχή του κινήματος. Ενός κινήματος που βρίσκεται σε κόπωση, που δεν έχει σχέδιο, που βαδίζει στα τυφλά, που η επαναστατική προοπτική μπορεί να συγκινεί στα λόγια εκατομμύρια, αλλά στην πράξη αφορά ελάχιστους, ενώ η μόνη ρεαλιστική προοπτική είναι ο Τσίπρας παρά που κανένας δεν πιστεύει ότι θα ακυρώσει το μνημόνιο, αν γίνει πρωθυπουργός. Αυτή η αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ και δίπλα της η υπόλοιπη, διαλέγει και τώρα τον εύκολο δρόμο. Να γλύψει την κοινή γνώμη όμως αυτή διαμορφώνεται στα κανάλια. 

Δεν λέμε από τα κανάλια γιατί δεν υπάρχει τρόπος να μετρηθεί αυτή η κοινή γνώμη σε ένα καθεστώς που ακόμα και τα λόγια σου πρέπει να είναι μετρημένα. Όχι μόνο όταν μιλάς στο γυαλί, αλλά και όταν βρίσκεσαι στο λεωφορείο, στη στάση και στη δουλειά σου. Η αριστερά με αυτή τη λοβοτομημένη κοινή γνώμη θέλει να τα έχει καλά, χωρίς να γίνεται δυσάρεστη, όχι ακριβώς σε αυτή, αλλά στους διαμεσολαβητές της (κανάλια – θεσμοί κοινωνικής και πολιτικής διαμεσολάβησης), διότι τελικά αυτοί είναι η κοινή γνώμη. Επιδιώκοντας, μάταια όμως, να πείσει τους πάντες για το λογικό των επιχειρημάτων της και των θέσεών της. Αυτό είναι που απονευρώνει την αριστερά και ποτέ δεν χτίζει μια πραγματική μαχητική πτέρυγα μέσα στην κοινωνία. Μια μειοψηφία, τόσο ισχυρή όμως ποιοτικά, που θα μπορεί να πάρει την υπόθεση στα χέρια της. Αντ’ αυτού η αριστερά συνεχίζει να πουλάει τρέλα, να μην λεει τα πράγματα με το όνομά τους, να μην φτιάχνει συνειδήσεις, να πολιτεύεται σαν τους παπάδες που κάνουν κηρύγματα αγάπης για να αποκοιμίζουν το ποίμνιό τους, και όλα αυτά για να μπορεί να ελίσσεται χωρίς να γίνεται εμφανής ο συμφιλιωτικός της ρόλος. Αυτός είναι και ο σκοπός της πρακτορολογίας και της προβοκατορολογίας. Δεν είναι δυνατόν, μα δεν μπορεί, μα, μα, μα. Και ταυτόχρονα συμμετοχή στο θρήνο. Γιατί άραγε; Εμείς είχαμε ανάγκη τη συμμετοχή των φασιστών στο πένθος για τον Φύσσα; Και καλά εμείς. Μήπως τον είχε η οικογένειά του; Ο καθολικός θρήνος για τα θύματα έχει ως υπόβαθρο την εθνική ενότητα και την αποδοχή της κυρίαρχης ιδεολογίας, ότι όλοι είμαστε έλληνες. Εκεί κολλάνε και τα περί εκτελεστών που δεν μιλάνε ελληνικά και ξένων υπηρεσιών. Να δώσουν ένα πάτημα στην αριστερά για μερικές δηλώσεις μετάνοιας. Ας κλάψουμε τότε και μεις για τους νεκρούς μας μαζί με τους ταγματασφαλίτες, τους χίτες, και τον εθνικό κορμό που μπορεί να μην λέρωσε τα χέρια του, αλλά κέρδιζε από το αποτέλεσμα. Και μεις ας κλαίμε για τους βασανιστές της χούντας, για την πηγάδα, για τους χρυσαυγίτες. Αυτό θα ήταν μια ομαδική παράκρουση, και εκεί ακριβώς οδηγούν οι ηθικολογίες της αριστεράς και της κάθε τατιάνας. Σ’ αυτό το τσίρκο, δεν πρόκειται να μπούμε.

Έπρεπε να φτάσουμε στο φόνο του Φύσσα και στη συνέχεια στο φόνο των δύο μελών της ΧΑ για να αντιληφθεί η αριστερά και μαζί της η κοινωνία ότι ζούμε σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου, χωρίς αυτός καν να έχει κηρυχθεί. Μαζί μ’ αυτό η κοινωνία συνειδητοποιεί ότι δεν είμαστε όλοι έλληνες, ούτε φτάνει το αντιμνημόνιο για να μας ενώσει. Η πραγματικότητα κάθε φορά γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρη, ξεκουκουλώνοντας τις ταξικές αντιθέσεις με τον πλέον όμως ασυμφιλίωτο τρόπο. Όχι για να βρεθεί μια μέση λύση, αλλά για να μετατρέψει τους από κάτω σε σύγχρονους δουλοπάροικους. Αυτή η διαδικασία εξελίσσεται με τον πλέον βίαιο και αδυσώπητο τρόπο, καταστρέφοντας οικογένειες, ανθρώπους, νέους, γέρους και περιουσίες μέσα σε μερικούς μήνες. Η ΧΑ και ο αντιφασισμός είναι γέννημα αυτής της κατάστασης. Είναι η αντίθεση στην πιο καθαρή της μορφή. Όποιος κλαίγεται για το κακό που τον βρήκε και δεν καταλαβαίνει γιατί οι “έλληνες σφάζονται αναμεταξύ τους” είναι άξιος της μοίρας του, με τον ίδιο τρόπο που σε ένα προχθεσινό τηλεοπτικό ρεπορτάζ αυτοί που έχαναν το σπίτι τους για χρέη στις τράπεζες έριχναν την ευθύνη στα κοράκια των πλειστηριασμών. Και είναι επίσης αλήθεια ότι κάθε τέτοια αναμέτρηση αφορά κυρίως τα πιο συνειδητά και αποφασιστικά στοιχεία των δύο στρατοπέδων. Της επανάστασης και της αντεπανάστασης. Οι πρώτοι για να καταργήσουν την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, οι δεύτεροι για να την εμπλουτίσουν με ότι πιο ελεεινό έχει ξεβράσει η ιστορία των ταξικών κοινωνιών.

K.Μαραγκός,  Κ.Ρουσίτης
Κόκκινη Ορχήστρα
 

Ό,τι περισσεύει πρέπει να εξοντωθεί [νο. 2]



Συνέχεια από εδώ

Του Κ. Μαραγκού


Έχουν περάσει ήδη 40 μέρες από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα και η χώρα επανέρχεται στους κανονικούς της ρυθμούς, αφού πρώτα κοντέψαμε να πάθουμε μια μίνι κρίση ταυτότητας με τον “καταιγισμό” αποκαλύψεων γύρω από τη ΧΑ και τον αντιφασισμό του Σαμαρά και του Δένδια. Και ω εκ θαύματος ο καθεστωτικός αντιφασισμός μας τελείωσε εν μια νυκτί και τη θέση του πήραν απανωτά ρεπορτάζ για τους ρομά που αρπάζουν παιδιά και επιδίδονται σε εμπόριο βρεφών, αφού ενδιάμεσα βιάζουν τα μικρότερα παιδιά των καταυλισμών, για τη βιομηχανία επιδομάτων που έχουν στήσει βουλιάζοντας προφανώς τα δημόσια ταμεία ενώ με τις ανεξέλεγκτες και δωρεάν γέννες τους, κουβαλώντας και τους ρομά όλων των βαλκανίων, έχουν ρίξει έξω ολόκληρο το ΕΣΥ, για τους “λαθρομετανάστες” που επελαύνουν εκ νέου στην Ευρώπη (βλέπε Λαμπεντούζα) και στην Ελλάδα (βλέπε αντίσκηνα στον λιμένα Μυτηλίνης) είναι τόσοι όσοι και οι άνεργοι, για τις νέες επιχειρήσεις κατά του λαθρεμπορίου, παρουσία υφυπουργού, που βρίσκει άσυλο στην ΑΣΟΕΕ, για την ανασύσταση της “τρομοκρατίας” με το εντυπωσιακό κτύπημα που ετοιμάζουν οι “αδίστακτοι” Μαζιώτης και Παλαιοκώστας. Ταυτόχρονα δειλά-δειλά τα ρεπορτάζ και οι έρευνες (του Τέλογλου) ανακαλύπτουν ότι στο Πέραμα το Συνδικάτο μετάλλου πράγματι δρούσε ως μια άλλη μαφία (παράλληλα με αυτή του Λαγού) επιβάλλοντας τα μεροκάματα της συλλογικής σύμβασης στους κακόμοιρους εργοδότες, ασκώντας ταυτόχρονα βία σε όσους δεν ακολουθούσαν τις προτροπές του συνδικάτου, ενώ αγανακτισμένοι νοικοκυραίοι που οι τράπεζες τους κατάσχουν τις λιγοστές οικονομίες τους για χρέη προς το δημόσιο σκέπτονται πλέον να ψηφίσουν ΧΑ παρά τις δημοκρατικές τους καταβολές (βλέπε Ευαγγελάτο). Και όλα αυτά με τον Φαήλο να δηλώνει ότι φυλάει τις  σφαίρες του για τους πραγματικούς εχθρούς (το αριστερό άκρο), για να κατατάξει λίγο αργότερα εξ αφορμής της 28ης τον Μεταξά στην κεντροδεξιά.

Αν αυτά αφορούν την 
ιδεολογική διαχείριση της κρίσης από τη μεριά της κυβέρνησης και του κράτους, η πραγματικότητα είναι αναλόγως αφόρητη και ασφυκτική. Η ανεργία βρίσκεται επίσημα κάτι λίγες χιλιάδες πριν το 1,5 εκ., ενώ η πλειοψηφία όσων κάπου απασχολούνται ακόμα και οι μικροαστοί αυτοαπασχολούμενοι δουλεύουν χωρίς να είναι ασφαλισμένοι. Αυτό σημαίνει ότι εκατομμύρια πλέον άνθρωποι δεν έχουν πλέονκαμία πρόσβαση στη δημόσια υγεία, ενώ με τα εισιτήρια των 25 ευρώ, την αύξηση της συμμετοχής στα φάρμακα και τα κλεισίματα νοσοκομείων και των πολυϊατρίων του ΕΟΠΠΥ (πρώην ΙΚΑ) από τον Άδωνη δεν θα έχουν ούτε οι ασφαλισμένοι.


Η συζήτηση για τα νέα μέτρα που δεν θα παρθούν γιατί υποτίθεται η χρονιά θα έκλεινε με 
πρωτογενές πλεόνασμα κατέληξε σε ένα φτηνό επικοινωνιακό παιχνίδι του Σαμαρά που δήθεν συγκρούεται με την τρόικα που θέλει να επιβάλλει νέα μέτρα από 3 μέχρι και 5 δις. Στην πραγματικότητα βεβαίως δεν υπάρχει κανένα πρωτογενές πλεόνασμα, απλά πρόκειται για λογιστικές αλχημείες, με τις οποίες κρύβονται κάτω από το χαλί οι τεράστιες τρύπες στα ασφαλιστικά ταμεία (γύρω στα 2 δις) και πάνω από όλα των τραπεζών και άλλων επισφαλειών κρατικοδίαιτων καπιταλιστών που το κράτος έχει μπει εγγυητής, για ποσά που περνάνε κατευθείαν στο χρέος και όχι στο δημοσιονομικό έλλειμμα του τρέχοντος έτους. Γι’ αυτό άλλωστε ενώ υποτίθεται δεν υπάρχουν πρωτογενή ελλείμματα το χρέος από 305 δις στις αρχές του έτους βρίσκεται ήδη στα 321 δις στις 30/6. Να θυμίσουμε εδώ ότι στο πρωτογενές πλεόνασμα ή έλλειμμα, δεν υπολογίζονται οι τόκοι από το χρέος που φέτος θα είναι γύρω στα 9δις. Και εν πάση περιπτώσει αν κανείς δεν υπολογίζει τώρα τους τόκους, ας μην τους υπολόγιζε ούτε και το 2009 ή το 2010 που ήταν 12 ή 13 δις και τότε το έλλειμμα δεν θα ήταν 13% αλλά 7%. Είναι προφανές ότι τα περί βιωσιμότητας του χρέους, ακόμα και ο υπολογισμός του ελλείμματος του κρατικού προϋπολογισμού είναι προϊόν πολιτικής απόφασης και ως εκ τούτου δεν έχει κανένα νόημα να μπαίνει κανείς σ’ αυτή τη γελοία συζήτηση, με αυτούς τους αγύρτες, ψάχνοντας δήθεν μια λύση στο πρόβλημα.

Ο νέος φόρος για τα ακίνητα έρχεται να μονιμοποιήσει τον έκτακτο (υποτίθεται για 2-3 χρόνια) κεφαλικό φόρο στα ακίνητα (χαράτσι ΔΕΗ), φορολογεί με τον πιο απίστευτο τρόπο τα χωράφια που αν έχουν ένα μικρό εξοχικό πάνω θα τετραπλασιάζεται ο φόρος, την ίδια ώρα που απαλλάσσει από την προοδευτική φορολόγηση την πραγματικά μεγάλη περιουσία, αφού κάθε ακίνητο θα φορολογείται ξεχωριστά και όχι ως συνολική περιουσία με αυξανόμενους συντελεστές στα μεγαλύτερα κλιμάκια Απεναντίας δεν προβλέπεται κανένα αφορολόγητο και έτσι από δω και στο εξής σε μόνιμη βάση κάποιος που έτυχε να έχει ένα σπίτι στην Αθήνα και ένα χαμόσπιτο στο χωριό του με λίγα στρέμματα γύρω θα φτάνει να πληρώνει 1000-1500 ευρώ φόρο ακίνητης περιουσίας. Τέλος στα μέτρα που “δεν θα πάρει” η κυβέρνηση περιλαμβάνεται το πετσόκομμα των συντάξεων σε πρώτη φάση των επικουρικών και των εφάπαξ που το κράτος παύει πια να εγγυάται και στη συνέχεια των συντάξεων του ΟΑΕΕ που ως φαίνεται και για αυτές δεν υπάρχουν πλέον εγγυήσεις. Και οι διαθεσιμότητες που κατά τα λεγόμενα του αρμόδιου υπουργού (Κ. Μητσοτάκης) θα είναι οι γνωστές 12500 για τον Δεκέμβρη που ίσως πάνε για το Γενάρη και 30000 (από 25000) για το 2014. Ως γνωστόν από αυτές 15000 τουλάχιστον θα είναι απολύσεις.

Η αριστερά των φαντασιώσεων

Η αριστερά όλων των ειδών ανέμενε από το καλοκαίρι ένα παρατεταμένο θερμό φθινόπωρο. Η αριστερά του κοινοβουλίου το ενέτασσε σε μια στρατηγική φθοράς της κυβέρνησης που θα κατέληγε στην κεφαλαιοποίηση της δυσαρέσκειας στις κάλπες. Η αριστερά εκτός κοινοβουλίου ήλπιζε σε ένα νέο γύρο 25 γενικών απεργιών σαν αυτό του 2010-12, αφού όπως και η ίδια υπογραμμίζει μέσω των πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών της επιτελείων ο αγώνας θα είναι μακρύς και παρατεταμένος. Είναι γεγονός ότι το θερμό φθινόπωρο δεν ήρθε και η τόσο πολλά υποσχόμενη απεργία των καθηγητών κατέρρευσε από την τρίτη μέρα, παρά τα πανηγυρτζίδικα παλαμάκια του πρώτου διημέρου. Παρόλα αυτά τίποτα δεν φαίνεται να διαταράζει τον βαθύ ύπνο του εγχώριου ρεφορμισμού και των συναφή εξωκοινοβουλευτικών δορυφόρων του. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για το ΚΚΕ που παρά την αριστερίζουσα -αλλά ανέξοδη πάντα- ρητορική του, φροντίζει σε όλες τις κρίσιμες μάχες (βλέπε καθηγητές- να σπέρνει την ηττοπάθεια και τελικά να λειτουργεί ως απεργοσπαστικός μηχανισμός, στο όνομα πάντα της αναγκαιότητας της διαμόρφωσης καλύτερων όρων πάλης όταν διαμορφωθούν οι όροι. Σ’ αυτό το σημείο συναντιόνται όλες οι υπάρχουσες αριστερές, στην αναβολή της αναμέτρησης για την επόμενη φορά που όταν έρθει θα ανακαλύψουν ότι πάλι την επόμενη φορά θα υπάρχουν καλύτεροι συσχετισμοί για να δοθεί η μάχη.

Τώρα αυτή η αριστερά περιμένει να ξεσπάσει η δυσαρέσκεια από το νέο φόρο για τα ακίνητα και από την διάψευση του Success Story του Σαμαρά από την ίδια την τρόικα, ενώ το κάπως λιγότερο ενσωματωμένο κομμάτι της (έξω κοινοβούλιο) να περιμένει αυτό που άλλωστε περίμενε πάντα από το 1974: την οικονομική κατάρρευση, που προφανώς θα γίνει το υπόστρωμα για να ξεδιπλωθεί -πάνω στα ερείπια- η αυθόρμητη και από τα κάτω επανάσταση. Ο καθένας έχει τον οικονομισμό που του ταιριάζει, αρκεί τα πράγματα να γίνουν από μόνα τους. Σε πρώτη πάντως φάση οι περισσότερες συνιστώσες αυτής της αριστεράς συγκλίνουν στο ότι η κυβέρνηση είναι αδύναμη και όπου να ναι καταρρέει. Άλλωστε αυτή η αριστερά έχει όλα τα ρεκόρ στις πτώσεις κυβερνήσεων, αρκεί να θυμηθούμε τις πιο πρόσφατες, όπως του ΓΑΠ (Οκτώβρης 2011) και του Παπαδήμου (Φλεβάρης 2012), ακόμα κι αν η κάθε φορά διάδοχη λύση ήταν χειρότερη από την προηγούμενη. Εννοείται ότι η αποχώρηση του Κουβέλη από την κυβέρνηση μετά από μερικές πιρουέτες με αφορμή την ΕΡΤ πιστώνεται στο λαϊκό κίνημα που εκπροσωπεί η αριστερά μας. Εξυπακούεται λοιπόν ότι και ο Σαμαράς πλέον “βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης” και ως εκ τούτου επιβεβαιώνεται η ορθότητα της πολιτικής τακτικής η οποία μάλιστα δεν μπορεί να μπει σε κριτική δεδομένου ότι ο αγώνας ακόμα και μετά από τα απανωτά στραπάτσα που έχει φαει το κίνημα και η αριστερά συνεχίζεται. Μετά μάλιστα την τελευταία “νίκη του αντιφασιστικού κινήματος” που “επέβαλε” στην κυβέρνηση την “εξάρθρωσης της εγκληματικής ΧΑ”, η αριστερά μπορεί να χαίρεται με τα κατορθώματά της, μόνο που εδώ τελειώνει η πλάκα, μαζί και οι φαντασιώσεις.

Δεν είναι εικονική, είναι η νέα πραγματικότητα

Αυτό που δεν μπορεί να καταλάβει η αριστερά των 70′s, είναι ότι αυτό που ζούμε είναι πλέον η νέα πραγματικότητα του καπιταλισμού μετά την τελευταία παγκόσμια κρίση. Δεν πρόκειται για μια προσωρινή κατάσταση, από την οποία θα δραπετεύσουμε με τρόπο και επικοινωνιακούς εξυπανακισμούς σαν αυτόν του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς που προτείνει για πρόεδρο της κομισσιόν τον Αλ. Τσίπρα. Ούτε φυσικά με μια κυβέρνηση με κορμό τον Σύριζα που θα διαπραγματευτεί τη δανειακή σύμβαση, αφού πρώτα θα… ακυρώσει το μνημόνιο. Η αριστερά αυτή επιμένει στις ανώδυνες και χωρίς κανένα κόστος λύσεις, αποδεικνύοντας όχι μόνο το ουτοπικόν του πράγματος, αλλά κάτι ακόμα βαθύτερο, την αδυναμία να καταλάβει ποια είναι η νέα πραγματικότητα. Νομίζει ότι ο καπιταλισμός μπορεί να επιστρέψει σε μια προηγούμενη κατάσταση ισορροπία, όπου η αγορά εργασίας και κεφαλαίου ήταν ρυθμισμένη και το κοινωνικό συμβόλαιο εξασφάλιζε μια ταξική πάλη μέχρι ενός ορισμένου σημείου. Ξεχνά ότι σε αυτή τη συνθήκή το σύστημα δεν μπορεί πλέον να αναπαραχθεί.

Ο 
καπιταλισμός όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλο τον κόσμο, μπορεί να επιβιώσει μόνο καταστρέφοντας όλη την περίσσια πλεονάζοντας κεφαλαίου και εργασίας. Εδώ οι επιλογές είναι αμείλικτες και το ξεκαθάρισμα δεν μπορεί να γίνει με λογικές φιλικής αναμέτρησης, αλλά αδυσώπητου ταξικού πολέμου. Και επειδή οι σχέσεις κεφαλαίου εργασίας δεν είναι αδιαμεσολάβητες, το ξεκαθάρισμα αφορά επίσης και τις όποιες εκπροσωπήσεις τους. Εδώ είναι που ακυρώνεται ο διαπραγματευτικός ρόλος των συνδικάτων και η απαξίωση όλων των θεσμών ταξικής διαμεσολάβησης και μαζί τους το δίκαιο (εργατικό δίκαιο, δημοκρατικές πολιτικές ελευθερίες) που κανονικοποιούσε αυτή την σχέση. Μαζί τους συμπαρασύρονται και οι θεσμοί αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, μια αναπαραγωγή που σε ένα ορισμένο βαθμό είχε αναλάβει το κράτος (πρόνοιας) εξασφαλίζοντας στις υποτελείς τάξεις μια ορισμένη εκπαίδευση, μια σχετική πρόσβαση στο σύστημα υγείας και μια πρόνοια (επιδόματα για τους αναξιοπαθούντες, συντάξεις κοκ). Είναι προφανές ότι το κόστος αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης περνάει πλέον αποκλειστικά στον καθένα ξεχωριστά, που πρέπει να φροντίσει μόνος του πλέον για ότι μέχρι τώρα εγγυούνταν το κράτος.

Στις συνθήκες αυτές 
κάτι πρέπει να αντικαταστήσει το προηγούμενο κοινωνικό συμβόλαιο. Εδώ ακριβώς χτίζεται μια νέα εθνική ταυτότητα, μια νέα αφήγησή της. Στο πλαίσιο αυτό τελειώνει η ανοχή σε όσους δεν στοιχίζονται στον εθνικό κορμό, και όσοι δεν συντάσσονται με τη νέα αφήγησή του. Οι τσιγγάνοι πχ. δεν μπορούν πλέον να γίνονται ανεκτοί, όχι μόνο στην Ελλάδα του Σαμαρά, αλλά ούτε στη Γαλλία του Ολάντ. Οι μετανάστες από την Αφρική θα πνίγονται πριν τα καΐκια φτάσουν σε ευρωπαϊκό έδαφος και στη συνέχεια οι υποκριτές ευρωπαίοι θα παραδίδουν μαθήματα για την αξία της ανθρώπινης ζωής. Την ίδια άλλωστε υποκρισία που δείχνουν και για τη μικρή Μαρία και τις υιοθεσίες μεταξύ τσιγγάνων. Εδώ ο Σαμαράς κατάφερε να δώσει μαθήματα νομιμοφροσύνης και ρατσισμού σε όλη την Ευρώπη. Ακόμα και στην μακρινή Ιρλανδία η αστυνομία φρόντισε να μιμηθεί της ΕΛΑΣ μπουκάροντας σε σπίτι τσιγγάνων και απαγάγωντας ένα 7χρονο ξανθό επίσης κοριτσάκι ως πιθανό απαχθέν, ακόμα κι αν δύο μέρες αργότερα αποδείχτηκε ότι οι φυσικοί γονείς του παιδιού ήταν αυτοί που δήθεν το είχαν απαγάγει. Τόσο στην Ιρλανδία όσο και εδώ η όλη επιχείρηση ήταν μια καλοστημένη απάτη προκειμένου να δικαιολογηθεί ένα πογρόμ κατά των τσιγγάνων. Όλοι ήξεραν ότι η εξαθλίωση των ανθρώπων αυτών τους αναγκάζει πολλές φορές να αφήνουν τα παιδιά τους να τα μεγαλώσουν άλλες οικογένειες που ίσως μπορεί να τους επιφυλάξουν μια καλύτερη μοίρα. Και είναι πολύ φυσικό να διαλέγουν οικογένειες της ίδιας φυλής ή και συγγενείς τους όπως στην περίπτωση της Μυτιλήνης. Αλήθεια, οι καθαρόαιμοι έλληνες δεν άφησαν ποτέ τα παιδιά τους σε συγγενείς ή ακόμα και σε οικογένεια που εμπιστεύονταν για να τα μεγαλώσουν. Μα δεν ήταν νόμιμες οι υιοθεσίες. Μάλιστα ότι δεν περνάει από το Χαμόγελο του Παιδιού τώρα, ή από το ίδρυμα της Φρειδερίκης κάποτε, δεν είναι νόμιμο. Το κράτος της καθαρής Ελλάδας πρέπει να αποφασίζει αυτό, που θα μείνουν τα παιδιά, όσων δεν μπορούν να τα μεγαλώσουν και όχι οι δικοί τους γονείς. Το ίδιο κράτος που έχει στο περιθώριο τους εκατοντάδες χιλιάδες τσιγγάνους όσο τους έχει εδώ και αιώνες η κατά τα άλλα ανεκτική και δημοκρατική Ευρώπη, επιφυλάσσοντάς τους διωγμούς, διώξεις και γενοκτονίες, τώρα ζητάει από τα θύματά του και τα ρέστα.Μα παίρνουν τσάμπα επιδόματα. Μάλιστα, ενώ οι καπιταλιστές και οι εφοπλιστές που έχουν φαει τρισεκατομμύρια σ’ αυτή τη χώρα μέσα από τα άτοκα δάνεια από τα ασφαλιστικά ταμεία, τους αναπτυξιακούς και τα ΕΣΠΑ, ή μέσα από τις πιο αδιανόητες φοροαπαλλαγές δεν έφαγαν τίποτα. Οι τσιγγάνοι και τα επιδόματα πρόνοιας έριξαν την οικονομία έξω. Λοιπόν, τα επιδόματα αυτά τα έδινε το κράτος για να διατηρεί σε αυτές τις εξαθλιωμένες ομάδες ένα μίνιμουμ ενσωμάτωσης στο σύστημα. Όπως άλλωστε σε όλες τις κατηγορίες δικαιούχων, τα επιδόματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν και ως ένα είδος συναλλαγής με την εξουσία. Όχι με τους “πολιτικούς”, αλλά με την εξουσία. Δεν αποφάσιζε μόνο ο βουλευτής για τα επιδόματα, αλλά ένα ολόκληρο σύστημα, γιατρών, δικηγόρων, δικαστικών, παπάδων, αστυνομικών, κρατικών οργανισμών, τοπικών παραγόντων κοκ. Όλοι ήξεραν και όλοι βολεύονταν με αυτά και πάνω απ’ όλα το κράτος. Στο καπιταλισμό μετά την κρίση, τα επιδόματα μαζί και οι συντάξεις, η ελεύθερη πρόσβαση στην υγεία, η πρόνοια και γενικά η ανεκτικότητα στους πιο αδύναμους δεν είχε πλέον καμία θέση. Το κράτος παραιτείται από όλα αυτά, όχι γατί ενδιαφέρεται να γίνει αξιοκρατικό αλλά γιατί εις γνώση του, προωθεί την εξόντωση αυτού του πληθυσμού, με τον ίδιο τρόπο που εξοντώνεται το περίσσιο κεφάλαιο, ιδιαίτερα το πιο μικρό μέσα από την ασφυκτική πίεση του ΣΔΟΕ, των απανωτών χαρατσιών, των υποχρεωτικών κατασχέσεων για χρέη σε δημόσιο και ταμεία.

Δεν πρόκειται λοιπόν για την αλλαγή της ατζένταςούτε για τον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης από τα “πραγματικά” της προβλήματα, όπως νομίζει συνήθως η βρισκόμενη σε άνοια αριστερά. Το τηλεοπτικό λιντσάρισμα των τσιγγάνων ή των μεταναστών, με μια υπόθεση που στήθηκε από την ασφάλεια (αφού ήταν γνωστή σε 3 πόλεις του κάμπου) δεν έγινε ούτε για να μεταφερθεί το ενδιαφέρον από τη ΧΑ ή τα νέα μέτρα του μνημονίου στους τσιγγάνους, προσπαθώντας να αποπροσανατολίσουν το -τηλεοπτικό;;- κοινό της αριστεράς και των κινημάτων. Ούτε οι επαναλαμβανόμενες δηλώσεις του Σαμαρά περί λαθρομετανάστευσης λίγο πριν αναλάβει την προεδρία της ΕΕ, είναι και αυτή μια τηλεπικοινωνακή μπλόφα. Ούτε το ξαφνικό ενδιαφέρον για την Μαρφίν, ή η ανασύσταση του αντάρτικου πόλεων από κάποιους φυγάδες. Όποιος αντιλαμβάνεται όλα τούτα σαν αντιπερισπασμό ή απλά σαν ένα παιχνίδι διαμόρφωσης τηλεοπτικών συσχετισμών ζει σε μια εικονική πραγματικότητα.

Πρόκειται για μέρος του ίδιου πολέμου, ενός 
εμφυλίου πολέμου της άρχουσας τάξης εναντίον της εναπομένουσας εργατικής τάξης και τμημάτων που έχουν περιθωριοποιηθεί και που η ύπαρξή τους αποτελεί πλέον μια βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια του συστήματος. Η ολοκληρωτική εξαθλίωση αυτών των στρωμάτων, η επιβίωσή τους στις πιο ελεεινές συνθήκες θα πρέπει να προκύψει με τη σύμφωνη γνώμη ενός άλλου κομματιού της κοινωνίας που θα ταυτίζεται με αυτές τις επιλογές επιβίωσης του νέου καπιταλισμού. Είσαι άνεργος; Μάλιστα. Αν θέλεις επίδομα, να ξέρεις ότι θα το πάρεις μόνο αν δεν το πάρουν όλοι αυτοί οι άχρηστοι χαραμοφάηδες που μέχρι τώρα τα λυμαίνονταν. Ποιοι είναι αυτοί; Οι τσιγγάνοι, οι “λαθρομετανάστες”, οι τεμπέληδες, τα λαμόγια και οι αριστεροί που τους υποστηρίζουν. Η κυρίαρχη προπαγάνδα προσφέρει μια γκάμα από λόγους για να ταχθεί κανείς στο πλευρό της. Για να γίνει αρωγός της κάθαρσης από το “μεταπολιτευτικό σύστημα που βούλιαξε τη χώρα”.

Το
 λιντσάρισμα λοιπόν κατά των τσιγγάνων είναι η αρχή ενός πογκρόμ εναντίον τους και όχι μια αλλαγή της τηλεοπτικής ατζέντας για να παρασυρθούν οι ψηφοφόροι της αριστεράς. Το πογκρόμ αυτό είναι αυτή τη στιγμή το πιο πραγματικό πρόβλημα που πρέπει να απαντηθεί χωρίς καμία προϋπόθεση του στυλ “να κάνουν κι αυτοί κάτι για να μην προκαλούν το κοινό αίσθημα”. Η υπεράσπιση χωρίς όρους του αγώνα στις Σκουριές είναι επίσης ένα μέτωπο που η άμυνα πρέπει να είναι λυσσαλέα, όπως και με κάθε κοινωνικό αγώνα που βρίσκεται στο στόχαστρο της κρατικής τρομοκρατίας. Όποιος δεν υπερασπίζεται το δικαίωμα στην αυτοάμυνα, όταν καταπατούνται τα στοιχειώδη δικαιώματα της ύπαρξής του, την δυνατότητα να ζει και να εργάζεται σε ένα ασφαλές περιβάλλον που να του εξασφαλίζει μια αξιοπρεπή διαβίωση, στην πραγματικότητα δέχεται τα όρια που επιβάλλει το καθεστώς έκτακτης ανάγκης που έχει επιβληθεί από την άρχουσα τάξη εδώ και 3 χρόνια. Ο αγώνας ενάντια στην επιχείρηση νόμος και τάξη δεν είναι απλώς ένας ιδεολογικός αγώνας, αλλά ένας αγώνας επιβίωσης για το προλεταριάτο και για οποιαδήποτε δομή παράγει ή αναπαράγεται έξω από τον έλεγχό του κράτους. Ένας καπιταλισμός που αφού έχει παραιτηθεί από κάθε συμμετοχή του στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, κλείνει τις στρόφιγγες αξιοπρεπούς επιβίωσης σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους δείχνοντας τους μόνο την έξοδο από τη χώρα, (ή αλλιώς την παραμονή τους ως δουλοπάροικοι, σε καθεστώς εξαίρεσης) και ταυτόχρονα τους εμποδίζει να αναπτύξουν οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα έστω για να μπορέσουν αυτοί οι άνθρωποι είτε μόνοι τους είτε με δομές αλληλοβοήθειας να επιβιώσουν σε αυτές τις νέες συνθήκες. Τι άλλο εκτός από αυτό είναι οι μπούκες της αστυνομίας σε καταυλισμούς τσιγγάνων ψαχουλεύοντας τίνος είναι τα παιδιά, την ώρα που οι τσιγγάνοι επιβιώνουν μόνο χάρη σε ένα σύστημα ενδοκοινοτικής αλληλοβοήθειας που συμπεριλαμβάνει και την ανατροφή των παιδιών με ευθύνη όχι μόνο της ατομικής οικογένειας αλλά και της κοινότητας. Αυτή τη δυνατότητα το κράτος επιχειρεί να την τσακίσει, επιβάλλοντας στη φυλή αυτή όρους ύπαρξης που αντιστοιχούν στις πυρηνικές οικογένειες της καπιταλιστικής μητρόπολης, που όμως για να επιβιώσουν κι αυτές έχουν ανάγκη από ένα ισχυρό κρατικό δίκτυο κοινωνικής προστασίας. Τι άλλο είναι επίσης το ντου στους Γιατρούς του κόσμου, και στο κοινωνικό ιατρείο στο Ελληνικό ψάχνοντας δήθεν για ναρκωτικά; Μα ακριβώς το ίδιο με τα ντου που ψάχνουν για απαγμένα παιδιά. Δεν φτάνει που πετάνε τη μισή κοινωνία έξω από κάθε διαδικασία παραγωγής και αναπαραγωγής της στη συνέχεια καταστέλλουν και κάθε απεγνωσμένη δραστηριότητα για την επιβίωσή της. Ακριβώς το ίδιο είναι και οι συνεχείς επιχειρήσεις κατά του “παρεμπορίου”. Αποκλεισμένοι κυρίως ασιάτες και αφρικανοί μετανάστες και πρόσφυγες, χωρίς καμία πιθανότητα να νομιμοποιήσουν την ύπαρξή τους και να δουλέψουν κάπου “νόμιμα”, βρίσκουν μοναδική διέξοδο σε αυτοσχέδιες αγορές κατά μήκος πεζοδρόμων που κυκλοφορεί ο κόσμος, μήπως και πουλήσουν κάτι για να φάνε ένα σουβλάκι. Το πλανόδιο εμπόριο στην εποχή του κοινωνικού συμβολαίου αντιμετωπίζονταν πάντοτε με μια ορισμένη ανοχή, αφού εξ ορισμού ένας πλανόδιος ίσα που εξασφάλιζε ένα πιάτο φαγητό. Γι’ αυτό και κατά κάποιο τρόπο υπήρχε μια σχετική φορολογική ασυλία. Το ίδιο που συνέβαινε και με τους αγρότες ή με τους παραγωγούς στις λαϊκές. Ή με τους κατοίκους παραμεθόριων και μειονεκτικών περιοχών που άνοιγαν επιχειρήσεις χωρίς υποχρέωση ταμειακής και με ασφάλιση στον ΟΓΑ και όχι στο ΤΕΒΕ. Όλα αυτά ήταν μέρος μια ανοχής σε ορισμένα τμήματα του πληθυσμού προκειμένου να φροντίσουν οι ίδιοι για την αναπαραγωγή τους στο βαθμό που το ίδιο το κράτος και η λευκή οικονομία, δεν μπορούσε να τους προσφέρει μια διέξοδο. Τώρα δεν διώκονται μόνο οι πλανόδιοι μετανάστες, αλλά και οι αγρότες είναι υποχρεωμένοι να μεταμορφωθούν σε επιχειρηματίες με βιβλία εσόδων εξόδων, και ενίοτε αν έχουν και ένα ουζερί στην ορεινή Ικαρία να ασφαλιστούν στον ΟΑΕΕ, δηλαδή να το κλείσουν.

Όλα αυτά δεν είναι μια παραφροσύνη, αλλά ο νέος καπιταλισμός που χτίζεσαι για τα επόμενα πενήντα χρόνια, προετοιμάζοντας ένα ακόμα μακρύ κύμα “ανάπτυξης” με κόστος έναν ακήρυκτο πόλεμο κατά όλων όσων δεν χωράνε. Και που θα πάνε όλοι αυτοί; Μα ακριβώς αυτοί θα σχηματίσουν το νέο προλεταριάτο. Χωρίς δικαιώματα, χωρίς προσδοκίες, υλικό μόνο για ανελέητη εκμετάλλευση, κυνηγημένοι από παντού, τσακισμένοι, όχι μόνο από την καταστολή, αλλά και από τα τμήματα εκείνα της κοινωνίας που θα έχουν ανανεώσει το συμβόλαιό τους με το νέο αστικό μπλοκ εξουσίας. Μια αστική τάξη που θα “καθαρίζει” διαρκώς τις γραμμές της. θα γίνεται πιο λευκή, πιο σωματώδης, πιο ακμαία, πιο άρια, εθνικά πιο καθαρή και κυρίως θα συγκροτείται στον πόλεμο με τους κοινωνικούς της εχθρούς, ορίζοντας εκ νέου τα όρια της κοινωνικής κινητικότητας και της νέας ταξικής ισορροπίας. Τέρμα πια με τις ανοιχτές κοινωνίες του Πόπερ, την ελεύθερη κυκλοφορία ανθρώπων και εμπορευμάτων, τέρμα πια με τα δικαιώματα που μας έφεραν μέχρι εδώ. Τέρμα με τα κοινωνικά συμβόλαια που μας κατσικώθηκαν και δεν αφήνουν το κεφάλαιο να δράσει, τέρμα πια με τα ανταποδοτικά συστήματα που μας γέμισαν χρέη. Αυτό είναι το όραμα του καπιταλισμού που έρχεται.

Υπάρχει επιστροφή;

Η αριστερά και οι συνδικαλιστικές της παραφυάδες νομίζουν ότι ζούμε απλά έναν εφιάλτη και όπου να ναι θα ξυπνήσουμε και θα γίνουν όλα όπως τα ξέραμε. Η ΕΚΤ θα αρχίσει να τυπώνει ευρώ, η Κομισιόν θα μοιράζει πακέτα ντελόρ και αγροτικές επιδοτήσεις, η κυβέρνηση επιδόματα ανεργίας και συντάξεις, και ο Τσίπρας αν δεν γίνει πρόεδρος της Κομισιόν τουλάχιστον θα γίνει πρωθυπουργός της χώρας κι ο βασικός θα επιστρέψει στα προ του 2009 επίπεδα.

Καλώς ή κακώς όμως, ο εφιάλτης αυτός είναι η νέα πραγματικότητα και δεν πρόκειται να επιστρέψουμε ποτέ σε αυτά που ξέραμε. Αν το συνειδητοποιήσουμε αυτό ίσως οι από κάτω και όσοι αρνούνται ρόλους πραίτορα σε ένα καπιταλισμό που επιφυλάσσει μόνο καρπαζιές για τους από κάτω, ίσως υπάρχει άλλος δρόμος. Όχι βεβαίως για το κράτος πρόνοιας, αλλά για την επανάσταση. Σε οριακές εποχές που δεν χωράνε όλοι, τότε πράγματι κάποιοι πρέπει να αδειάζουν τη γωνιά. Σε αυτό έχουν απόλυτο δίκιο όλα τα think tank της σχολής του Σικάγου και του LSE, με τη διαφορά ότι για μας αυτός που πρέπει να μας την αδειάσει είναι τα ζόμπι του καπιταλισμού. Στην αναμέτρηση αυτή όσο κι αν σε μερικούς φάνηκε να είναι η εύκολη λύση, δεν έχουν θέση κάθε είδους νοσταλγοί του παρελθόντος, όπως οι αγανακτισμένοι. Οι αγανακτισμένοι, όχι ως προσομοίωση της αρχαίας αγοράς στην κάτω πλατεία, αλλά ως σύνολο, ως μέση συνείδηση, αυτών που επένδυσαν στην συνύπαρξη εθνόπληκτων, χίπιδων, αριστερών και φασιστών, Κολωνακίου και Περιστερίου, είτε για να πάνε οι 300 στο γουδί, είτε για να εγκαθιδρυθεί ένα σύστημα “άμεσης” στη θέση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Οι 25-30 γενικές απεργίες της ΓΣΕΕ, οι αγανακτισμένοι των πλατειών, οι μεμονωμένες απεργίες που θέλουν να υπερασπιστούν τα κεκτημένα του κλάδου τους, αλλά ηττώνται πριν καν ξεκινήσουν, όλα αυτά είναι το κύκνειο άσμα της καθώς πρέπει ταξικής πάλης στα πλαίσια του κοινωνικού συμβολαίου. Στο καπιταλισμό που χτίζεται μέσα από μια αστική αντεπανάσταση αυτό το είδος ταξικής πάλης δεν έχει πλέον καμία τύχη. Πολύ περισσότερο δεν πρόκειται να συγκινήσει το νέο προλεταριάτο που θα βγει από τα συντρίμμια του ρυθμισμένου καπιταλισμού. Μαζί της θα χαθεί και η αριστερά που εδώ και έναν αιώνα παραμυθιάζει τον κόσμο και τον εαυτό της, με τους ειρηνικούς δρόμους προς το σοσιαλισμό ή με τις ιστορικές νομοτέλειες που δήθεν προδιαγράφουν το τέλος του καπιταλισμού πετυχαίνοντας μόνο να αποκοιμίζουν κάθε επαναστατικό βολονταρισμό. Ακόμα και για εκείνη την αριστερά που δρούσε στις άκρες μιας κατά τα άλλα ρυθμισμένης ταξικής πάλης, νομίζοντας ότι η επανάσταση θα έλθει με την κλιμάκωσή των διεκδικητικών αγώνων, σε μια εποχή που αυτοί πράγματι απέδιδαν κατακτήσεις. Όμως κατακτήσεις που μπορούσε να ενσωματώσει το σύστημα στο πλαίσιο της αναπαραγωγής του. Η αριστερά αυτή τώρα βρίσκεται σαν το ψάρι έξω από το νερό. Βλέπει να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της, να έχει χάσει εντελώς τον προσανατολισμό της.

Όπως και σε άλλες αντίστοιχες εποχές, το επαναστατικό κίνημα, έπρεπε πρώτα να διαβάσει σωστά τον κόσμο γύρω του, κόβοντας το γόρδιο δεσμό που το δεσμεύει στις προηγούμενες ταξικές ισορροπίες, έτσι πρέπει να κάνει και τώρα. Αυτό μπορεί να δυσαρεστήσει όσους δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς τις αναμνήσεις τις δεκαετίας του 80, αλλά τι να κάνουμε, την ιστορία από δω και πέρα δεν θα την γράψουν οι νοσταλγοί του παρελθόντος. Ας ασχοληθεί με αυτό το κοινό ο Κουβέλης και ο Δραγασάκης και όσοι νομίζουν ότι το πρόβλημα της επανάστασης σήμερα θα λυνόταν αν η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ κήρυσσε απεργία διαρκείας.

Η επαναστατική προοπτική θα χτιστεί στους σκληρούς αγώνες του νέου προλεταριάτου και των αποκλεισμένων από τις διαδικασίες παραγωγής και αναπαραγωγής του συστήματος. Αυτό θα είναι το νέο κοινωνικό υπόβαθρο της επανάστασης. Όμωςχωρίς επαναστατικό βολονταρισμό, χωρίς την οργάνωση της συνειδητής επαναστατικής μειοψηφίας, χωρίς ένα σχέδιο για την κατάληψη της εξουσίας και την επόμενη μέρα, η επανάσταση των ξεβράκωτων θα ηττάται ξανά και ξανά, όπως συμβαίνει άλλωστε μέχρι σήμερα. Η κοινωνική ενέργεια δεν είναι ανεξάντλητή και το σύστημα έχει μάθει πώς να την διοχετεύει στο τίποτα. Η επανάσταση είναι συνείδηση και όποιος το αρνείται αυτό είναι ή ανόητος ή αγύρτης.


 

Nacht der langen Messer, αλά ελληνικά

gadakasidiarisΕίναι γεγονός ότι η παραπομπή με βάση τον αντιτρομοκρατικό της στενής ηγεσίας της ΧΑ, μαζί με μικρό τμήμα του επιχειρησιακού της τομέα που δρα κυρίως στη Β’ Πειραιά, ήταν κάτι που πολλοί λίγοι περίμεναν ακόμα και μετά το φόνο του Παύλου Φύσσα πριν από 12 μέρες. Το γεγονός αυτό καθ’ αυτό αποτελεί ένα βαρύτατο πλήγμα στη ΧΑ, που με την ηγεσία της στη φυλακή και κυρίως με το διασυρμό της, χωρίς οικονομική υποστήριξη (κρατική και ιδιωτική), και με σακατεμένα τα τάγματα εφόδου, πολύ δύσκολα θα μπορέσει να συγκρατήσει τις δυνάμεις της: Τόσο τις επιχειρησιακές όσο και την ευρύτερη εκλογική της επιρροή. Είναι προφανές ότι το ανθρώπινο κατακάθι που εναπόθεσε τα ιδιοτελή του συμφέροντα στην άνοδο της ΧΑ, τώρα πρέπει να σκεφτεί δυο και τρεις φορές αν θα συνεχίσει να περιφέρεται εδώ και κει διατυμπανίζοντας με κάθε τρόπο τις κανιβαλικές του συμπεριφορές και τα ρατσιστικά του βοθρολύματα. Πολλοί μετανάστες, αλλά και ντόπιοι που δεν πληρούν τις προδιαγραφές των νεοναζίδων, τώρα θα μπορούν να κυκλοφορούν με μια μεγαλύτερη άνεση στους δρόμους και τις πλατείες έχοντας να αντιμετωπίσουν προς το παρόν την κρατική καταστολή και όχι τους μαχαιροβγάλτες της ΧΑ. Οι τελευταίοι πρέπει να απασχοληθούν με την εξαφάνιση των στοιχείων που τους δένουν με την “οργάνωση”, την αποκαθήλωση των ελληνικών σημαιών από τα μπαλκόνια τους, και την αλλαγή κόμης και ενδυμασίας προκειμένου να μην βρεθούν σε δύσκολη θέση ιδιαίτερα τώρα που οι ενδοεπικοινωνίες τους μπορούν να θεωρηθούν και ποινικά κολάσιμες. Το γενικό αυτό κλίμα δίνει τη δυνατότητα στοαντιφασιστικό κίνημα να κερδίσει έδαφος στις γειτονιές που οι φασίστες είχαν ήδη επιβάλει το δικό τους απαρτχάιντ, αποκαθιστώντας την ελεύθερη κυκλοφορία ανθρώπων και διακίνηση των ιδεών που οι φασίστες με την τρομοκρατία τους είχαν βάλει στο γύψο.

Η νύχτα των μεγάλων μαχαιριών

Το χτύπημα στη ΧΑ είναι ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών στο στρατόπεδο της αστικής αντεπανάστασης, ένας εμφύλιος για την ηγεμονία του αστικού στρατοπέδου. Η ΧΑ πάρα τις αναλύσεις που την παρουσιάζουν σαν το “μακρύ χέρι του συστήματος”, το “μαντρόσκυλο των εφοπλιστών” ή ακόμα και σαν “παρακρατική οργάνωση” που δρα υπό τις εντολές του βαθέως κράτους, ήταν εξ αρχής μια αυτονομημένη φασιστική οργάνωση με το δικό της πολιτικό σχέδιο.  Η ΧΑ μπορεί σε μια ιστορική κλίμακα να είναι μια οργάνωση στην υπηρεσία του συστήματος, όμως δεν ταυτίζεται με τους εκάστοτε διαχειριστές του, με τον ίδιο τρόπο που ταυτίζεται για παράδειγμα η αστυνομία ή το συγκρότημα Λαμπράκη. Εξάλλου στο αστικό στρατόπεδο δεν υπάρχει μια μόνο γραμμή και τα εκάστοτε ταξικά τους συμφέροντα οι καπιταλιστές μπορεί να τα επενδύουν ακόμα και την ίδια στιγμή σε διαφορετικά πολιτικά σχέδια. Η κρίση και η καταστροφή κεφαλαίων προκαλεί δυσαρέσκεια και οργή όχι μόνο στην εργατική τάξη, αλλά και σε τμήματα της άρχουσας τάξης και των μικροαστών που συνθλίβονται από την κρίση. Αυτά τα τμήματα δεν θα είχαν κανένα δισταγμό να επενδύσουν σε μια ΧΑ που έδειχνε μέχρι προχθές να έχει δυναμική εξουσίας.

Η καταστροφή του προηγούμενου κοινωνικού συμβολαίου, η ανασύνθεση του αστικού μπλοκ εξουσίας, η αναζήτηση ενός νέου μοντέλου ταξικής συνεργασίας, δημιούργησε ένα τεράστιο κοινωνικό και πολιτικό κενό που η ΧΑ διεκδίκησε να καλύψει με τον ίδιο τρόπο που το έκανε και η αριστερά, με τη διαφορά ότι είχε αρωγό δύο σημαντικούς παράγοντες. Πρώτον την κρατική υπόθαλψη, όχι μόνο επιχειρησιακά, αλλά και ιδεολογικά (εθνικισμός, ρατσισμός, κανιβαλισμός-επιβίωση του ισχυρότερου). Καιδεύτερον την ήττα των κοινωνικών αγώνων και την απογοήτευση που φέρνουν στον κόσμο που επένδυσε σε αυτή την προοπτική. Εκεί η ΧΑ βρήκε χώρο, σε τέτοιο βαθμό που θεώρησε ότι πλησιάζει η ώρα της τελικής αναμέτρησης. Δεν πρόκειται λοιπόν για το μαντρόσκυλο που αυτονομείται από το αφεντικό του. Τα μαντρόσκυλα δεν έχουν δική τους βούληση. Μακριά από τα αφεντικά τους δεν έχουν καμία τύχη και αυτό το γνωρίζουν. Μια ανάλυση που αντιλαμβάνεται τη ΧΑ σαν υποκινούμενη από το κράτος, το σύστημα, ή πολύ περισσότερο σαν βραχίονα της αστυνομίας, δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί το κράτος την “εξαρθρώνει” με μια επιχείρηση που θυμίσει νύχτα των μεγάλων μαχαιριών. Θα αρκούσε να τα φορτώσει όλα στον Ρουπακιά, άντε να φτάσει μέχρι τον Πατέλη και εκεί να τελειώσουν όλα. Ο “αρχηγός” σίγουρα θα αισθανόταν μια σχετική ανακούφιση. Η συμμαχία κράτους-ΧΑ θα συνεχιζόταν μετά το σχετικό κουκούλωμα, όπως άλλωστε είχε γίνει μέχρι τώρα με τις υποθέσεις φόνων κατά μεταναστών που η υπόθεση έκλεινε με την ποινική δίωξη των φυσικών αυτουργών ή κατέληγε ως ανεξιχνίαστη υπόθεση στο αρχείο αφού πρώτα ο φόνος χρεωνόταν ως ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ μεταναστών. Γιατί άραγε τώρα έπρεπε να ξηλωθεί ολόκληρη η ΧΑ; Μήπως το μαντρόσκυλο έπαθε λύσσα και πρέπει να θανατωθεί; Η ΧΑ δεν είναι πλέον χρήσιμη στο κράτος; Τι παραπάνω έκανε για να την πληρώνει με αυτόν τον τρόπο; Μια λάθος μαχαιριά στην καρδιά, αντί χαμηλά στη μέση ή τα πόδια;

Η ΧΑ δεν το παράκανε, ούτε πρόκειται για λάθος χτύπημα. Η ΧΑ δεν αυτονομήθηκε ξαφνικά δια τους φουσκώματός της. Καμία αυτονόμηση δεν γίνεται με αυθόρμητο τρόπο γιατί πήραν τα μυαλά ορισμένων αέρα. Η ΧΑ δεν είναι αυθόρμητο κίνημα, που αποκτά συνείδηση του εαυτού του και της δύναμής του κατά τη διάρκεια της κίνησής του. Η ΧΑ είχε πάντα συνείδηση του ρόλου της, είχε πάντα το δικό της κοινωνικό όραμα (ένα διαρκές κράτος εξαίρεσης), γιατί ήταν και συνεχίζει να είναι όχι απλά μια μαφιόζικη και εγκληματική οργάνωση, αλλά ένα φασιστικό κίνημα. Και όποιος δεν το έχει αντιληφθεί ακόμα ας περιμένει τους αδιάφθορους της Ελας να την εξαρθρώσουν και ας ασχοληθεί με κανένα κοινωνικό παντοπωλείο. Έτσι κι αλλιώς δεν είναι για κάτι περισσότερο.

Ο Σαμαράς χτύπησε τη ΧΑ όταν ένιωσε ότι πλέον απειλείται από τη δράση της. Όταν είδε ότι η δυναμική της δεν ανακόπτεται με άλλα μέσα. Όταν ακόμα και μέσα στη γειτονιά του, τον Μελιγαλά Μεσσηνίας, οι χρυσαυγίτες επιχείρησαν να τον ξεφτιλίσουν, μπροστά στους ανήμπορους ψοφοδεείς ψηφοφόρους του. Όταν αντελήφθη ότι η τρομοκρατία της ΧΑ στρέφεται και εναντίον της ΝΔ. Αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει πλέον ανεκτό. Είναι αλήθεια ότι το τελευταίο διάστημα πύκνωνε η αρθρογραφία (βλ. Μπάμπης Παπαδημητρίου) για μια εξημερωμένη και χρήσιμη ΧΑ που θα μπορούσε να γίνει ο ένας πυλώνας μιας πλατιάς συντηρητικής συμμαχίας μαζί με τη ΝΔ, αποκόπτοντας οριστικά τον κίνδυνο μιας εκλογικής νίκης του Συριζα, αλλά κυρίως την κρυσταλλοποίηση σε μια ευρύτερη περίοδο, του νέου αστικού μπλοκ εξουσίας. Φάνηκε όμως πως η ΧΑ δεν είχε διάθεση να μπει σ’ αυτή τη διαπραγμάτευση. Η καταστολή της ήταν ο μόνος τρόπος πλέον τα τιθασευτεί το “τέρας”.  Ο φόνος του Φύσσα αν και αρχικά αντιμετωπίστηκε από το κράτος και τα ΜΜΕ με την κλασική ρουτίνα του κουκουλώματος, στη συνέχεια έγινε η μεγάλη ευκαιρία για να τελειώσουν οι εκκρεμότητες μαζί της. Ας σκεφτεί κανείς τι θα συνέβαινε αν στις διπλές εκλογές του Μάη Ιούνη για ευρωβουλή και δημοτικές, η ΧΑ συγκέντρωνε ποσοστά της τάξης του 20%. Και με το επίσημο κράτος να έχει καταπιεί αμάσητες δολοφονίες και έκτροπα των ταγμάτων εφόδου, χωρίς σε όλα αυτά να συνυπολογίσουμε την αντίδραση από τον διαρκώς αυξανόμενο σε δυναμική μάχιμο αντιφασισμό. Το επιτελείο του Σαμαρά, ενδεχομένως και με τις προτροπές των διεθνών του συμμάχων, αποφάσισε ότι τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για την κάθαρση της πολυκατοικίας. Το πόσο απολυμαντικό θα πέσει είναι υπό συζήτηση. Προφανώς όσο χρειαστεί για να ελεγχθεί η κατάσταση χωρίς περαιτέρω απώλειες και σίγουρα χωρίς να επηρεαστεί ο γενικός ταξικός συσχετισμός.

Το στοίχημα για την κυβέρνηση θα είναι να καλύψει το κενό που αφήνει η ΧΑ. Όχι μόνο εκλογικά, αλλά και επιχειρησιακά. Δεδομένου ότι η ΧΑ έκανε μια δουλειά στο δρόμο που δεν μπορούσε να κάνει το επίσημο κράτος, ούτε φυσικά η ανύπαρκτη ΟΝΝΕΔ. Να οργανώνει τον υπόκοσμο, το μπούλινγκ στα σχολεία στρατολογώντας αδιακρίτως κάγκουρες με iq  ραδικιού, και όλα τα ορφανά της “μεγάλης” Ελλάδας του χρηματιστηρίου, των δανείων, του πανευρωπαϊκού και των ολυμπιακών, της οικοδομικής φούσκας, της εκμετάλλευσης των μεταναστών, της λεηλασίας του δημοσίου, των σκυλόμπαρων και της παραλιακής. Της Ελλάδας που ψόφησε μαζί με την κρίση και που άφησε πίσω της εκατοντάδες χιλιάδες ρεμάλια χωρίς αντικείμενο και προσδοκίες. Ποιος θα τους μαζέψει όλους αυτούς χωρίς τη ΧΑ; Τι θα απογίνουν όλοι αυτοί οι χρήσιμοι, για την υπάρχουσα εξουσία, ηλίθιοι, και τι θα απογίνει η ίδια η κυβέρνηση χωρίς αυτούς; Αυτό είναι ένα ζητούμενο που ο Σαμαράς όσο και να παριστάνει τον βοναπάρτη, δεν μπορεί να λύσει.

Νίκη του κινήματος;

Οι συλλήψεις των στελεχών και των τραμπούκων της ΧΑ θεωρήθηκε από ένα τμήμα της εγχώριας ρεφορμιστικής και “επαναστατικής” αριστεράς ως νίκη του αντιφασιστικού κινήματος. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να ξηλώσει τη ΧΑ κάτω από την πίεση μιας τεράστιας αντιφασιστικής κινητοποίησης που ακολούθησε αμέσως μετά τη δολοφονία του Π.Φύσσα και της κοινωνικής κατακραυγής που προκάλεσαν οι αποκαλύψεις για την εγκληματική δράση της. Είναι αλήθεια ότι υπήρξαν αντιφασιστικές κινητοποιήσεις. Όμως δεν ήταν ανάλογες των δεκεμβριανών. Στο Κερατσίνι συγκεντρώθηκαν την άλλη μέρα 20000 κόσμος κυρίως νεολαία με παρουσία όμως όλης της αριστεράς και της αναρχίας. Το ίδιο έγινε και στην αντιφασιστική την Τετάρτη με την πορεία προς τα γραφεία της ΧΑ στη μεσογείων. Μόνο που εδώ το ΚΚΕ προτίμησε να κινητοποιηθεί μερικές ώρες πριν και όχι με πολύ κόσμο. Στις κινητοποιήσεις αυτές και με τους 2000 που έμειναν (ΣΥΡΙΖΑ, ΓΣΕΕ, ΔΕΑ, ΜΛ κλπ) στο Σύνταγμα, όλη τη μέρα δεν διαδήλωσαν περισσότεροι από 30000 κόσμου. Τα επεισόδια κοντά στη Μιχαλακοπούλου και τη Μεσογείων ήταν μικρής έντασης, χωρίς τα Ματ να χάσουν πουθενά τον έλεγχο. Τα γκάλοπ όλες αυτές τις μέρες δεν έδειχναν καμία πτώση της ΝΔ, ούτε καμία άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμα και για τη ΧΑ έδειχναν μια μικρή κάμψη της τάξης του 2-3%, ψίχουλα δηλαδή σε σχέση με τις αποκαλύψεις του χαρακτήρα της οργάνωσης, τις σχέσεις της με το έγκλημα όλων των ειδών κοκ. Γιατί λοιπόν να πιεστεί σε τέτοιο βαθμό ο Σαμαράς και να εκτελέσει τη ΧΑ; Την “υποκινούμενη”, το “μαντρόσκυλο”, με τον “ΚΥΠίτη αρχηγό”, το “μακρύ χέρι του μεγάλου κεφαλαίου”. Τι έπαθε ο Σαμαράς τρελάθηκε; Δεν έχει ανάγκη τον ακροδεξιό σύμμαχό του, που θα τον έκανε και κυβερνητικό του εταίρο; Κάτι δεν πάει καλά εδώ.

Όσοι πιστεύουν ότι επέβαλαν τη διάλυση της ΧΑ στην κυβέρνηση, παριστάνοντας τους νικητές, είναι οι ίδιοι που πιστεύουν ότι έριξαν τον Γ. Παπανδρέου με τις φωνές τους στην 28η οκτωβρίου 2011 για να έρθει ο… Παπαδήμος, και που λίγο αργότερα τον Φλεβάρη του 2012 έριξαν τον Παπαδήμο για να έλθει ο Σαμαράς, ο Βενιζέλος και ο Κουβέλης. Είναι επίσης οι ίδιοι, που νομίζουν ότι οι φαντασιακοί τους σύντροφοι στη Λιβύη έριξαν τον Καντάφι για να έλθει ο Σαρκοζί με τον Μπερλουσκόνι, στην Αίγυπτο έριξαν τον Μουμπάρακ για να έρθει ο Μόρσι και μετά τον ξανάριξαν για να επιστρέψουν στην αρχική τους θέση οι πραιτοριανοί του Μουμπάρακ. Όλοι αυτοί οι πλακατζήδες που βλέπουν νίκες στον ύπνο τους, καλά θα κάνουν να συνέλθουν, γιατί το παραμυθάκι τους δεν θα έχει ωραίο τέλος.

Η μέχρι στιγμής εξέλιξη, μπορεί να αξιοποιηθεί από την αριστερά και το αντιφασιστικό κίνημα. Με τον ίδιο τρόπο που το αστικό στρατόπεδο εκμεταλλεύεται τα αλληλομαχαιρώματα των αντιπάλων του.

Η ΧΑ ήταν ένας απρόσμενος σύμμαχος στο σχέδιο αποκατάστασης της τάξης, τόσο ύστερα από τα Δεκεμβριανά (2008) και την εξέγερση για το φόνο του Γρηγορόπουλου, όσο και αργότερα για τα 2 χρόνια κοινωνικής έντασης (Απρίλης 2010-Φλεβάρης 2012). Μέχρι το σημείο που τα σχέδια του επίσημου αστικού πολιτικού κόσμου με το σχέδιο της ΧΑ συνέπιπταν και αλληλοτροφοδοτούντο. Ο ρατσισμός και ο κοινωνικός κανιβαλισμός ήταν η κοινή βάση και των δύο σχεδίων. Η ΧΑ όλο αυτό το διάστημα οργάνωσε την αντεπανάσταση από τα κάτω, υπό τον μανδύα μιας αντιμνημονιακής-αντιευρωπαϊκής ρητορικής. Η αριστερά στο ίδιο διάστημα παρίστανε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα. Μέχρι που έπεσαν οι πρώτες καρπαζιές στο τηλεοπτικό πλατό, μερικά καψίματα γραφείων, ξυλοδαρμοί μελών της χωρίς φυσικά απάντηση και 400 χιλιάδες ψήφοι στους φασίστες. Τότε κατάλαβε ότι τα πράγματα έχουν σκουρύνει για τα καλά.  Εκεί αντελήφθη ότι η βία των φασιστών δεν αφορά μόνο τους “λαθραίους” αλλά και την ίδια, ακόμα και τους καλοβαλμένους “ακτιβιστές που στο φως της ημέρας τρέχουν για τα προβλήματα του λαού και του τόπου”. Αντελήφθη επίσης ότι οι φασίστες όταν κοπανάνε αυτούς τους λαοπρόβλητους ακτιβιστές που έχουν όνομα και επίθετο και δεν φορούν ποτέ κουκούλες, κανείς δεν μιλάει γιατί τους έχει κυριεύσει ο τρόμος, και όχι μόνο αυτό αλλά ξαφνικά χιλιάδες ζώα επευφημούν για τα κατορθώματα των παιδιών με τα μαύρα που έχουν βάλει σκοπό “να ξεβρομίσει το τόπος”. Κάπου εκεί έγινε και το φονικό στο Κερατσίνι. Αυτή λοιπόν η αριστερά που δεν μπόρεσε ποτέ στα σοβαρά να αντιμετωπίσει τις φασιστικές συμμορίες (με εξαίρεση τις αντιφασιστικές δράσεις κυρίως από το χώρο της αναρχίας και των antifa και μεμονωμένων αγωνιστών και ομάδων από την αριστερά) έρχεται τώρα να καρπωθεί τη “μεγάλη νίκη” του αντιφασιστικού κινήματος. Βγάζοντας ξανά λάθος καθήκοντα, καλώντας δηλαδή την κυβέρνηση και τη δικαιοσύνη να ολοκληρώσει την αντιφασιστική κάθαρση και σχεδόν πανηγυρίζοντας για τα κατορθώματα της… αντιτρομοκρατικής.

Το λέμε για ακόμα μια φορά. Η επιχείρηση κατά της ΧΑ είναι ένας εμφύλιος στο μπλοκ της αντεπανάστασης. Μια αντεπανάσταση που είναι σε εξέλιξη εδώ και 4 χρόνια με αιχμές την αποψίλωση όλων των εργατικών κατακτήσεων, τον εξευτελισμό της αξίας της εργατικής δύναμης, τον περιορισμό των κοινωνικών και πολιτικών ελευθεριών, την καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και την εγκαθίδρυση ζωνών απαρτχάιντ στα πλαίσια ενός κράτους εξαίρεσης (μετανάστες χωρίς κανένα δικαίωμα και προοπτική ένταξης), και σε μόνιμη κατάσταση έκτακτης ανάγκης (διαρκής καταστολή, υποβάθμιση κοινοβουλίου, συνεχή διατάγματα, επιστρατεύσεις). Σε αυτό το περιβάλλον άκμασε η ΧΑ σε τέτοιο βαθμό που αμφισβήτησε τον ηγεμόνα. Γι’ αυτό και έπρεπε να συντριφτεί.

Βεβαίως το αντιφασιστικό κίνημα μπορεί και πρέπει να επωφεληθεί παίρνοντας τις δικές του πρωτοβουλίες και όχι παριστάνοντας τους κλακαδόρους της αντιτρομοκρατικής ή της αστικής νομιμότητας, όπως κάνει με τον πιο χυδαίο τρόπο ο ΣΥΡΙΖΑ, με μοναδική κριτική ότι αυτά έπρεπε να είχαν γίνει προ πολλού. Απίστευτη σχέση με το χωροχρόνο. Είναι σαν να λεει κανείς στη δίκη της Νυρεμβέργης ότι θα έπρεπε να είχε γίνει πριν ξεσπάσει ο πόλεμος γιατί έτσι θα προλαβαίναμε το ολοκαύτωμα. Λογικό βεβαίως για μια σχολή σκέψης που δεν βλέπει πουθενά συγκρούσεις, αλλά μόνο “έλλογες” διευθετήσεις των κοινωνικών προβλημάτων. Ας πιέσουμε λοιπόν κύριοι αυτής της αριστεράς τον κ Δένδια να ολοκληρώσει τη “νίκη” μας και την δικαιοσύνη να κάνει το έργο της. Αυτός είναι ο ρόλος μιας αριστεράς λόμπι που ξέρει μόνο να πιέζει τους αντιπάλους της αλλά όχι να επιβάλει τις δικές της λύσεις. Μόνο που έτσι εξαρτιέται απ’ αυτούς ακριβώς τους “αντιπάλους” της. Γιατί όπως μέχρι χθες “έτρεφαν” τη ΧΑ, γιατί αύριο να μην το ξανακάνουν; Μήπως θα σας φοβηθούν; Τι ακριβώς να φοβηθούν; Τις φωνές σας; Το λόγο σας; Τα επιχειρήματά σας; Ας σοβαρευτούμε λοιπόν. Η ΧΑ δεν σταμάτησε γιατί κάποιοι την ξεμπρόστιασαν. Ούτε γιατί ξαφνικά ξύπνησαν τα δημοκρατικά ένστικτα της Βούλτεψη και του Μαρκογιαννάκη;  Ας απαντήσει η ίδια η αριστερά στα ερωτήματα που βάζει. Γιατί τώρα και όχι πριν; Γιατί, δεν τα ξέρανε όλα αυτά; Μα φυσικά σύντροφοι, τα ξέρανε, αλλά τους βόλευε. Τώρα τι νομίζετε ότι άλλαξε η συνταγή. Ότι η κυβέρνηση θα σταματήσει το ρατσιστικό της ντελίριο, το εθνικιστικό της μένος; Ότι κατάλαβε το λάθος της, όπως θα το καταλάβει αύριο και στην οικονομία;  Ότι θα κυβερνήσει από δω και στο εξής όχι με προεδρικά διατάγματα και υπουργικές αποφάσεις αλλά μόνο μέσα από εξαντλητική συζήτηση στα νομοθετικά όργανα; Ότι θα κλείσει τα στρατόπεδα συγκέντρωσης; Ότι θα δώσει πίσω τους καταλυμένους κοινωνικούς χώρους και την Αγορά της κυψέλης; Ότι θα σταματήσει την άγρια καταστολή των κοινωνικών αγώνων δίνοντας αμνηστία στους διωκόμενους στις Σκουριές; Όχι βέβαια, ποιος τα πιστεύει αυτά;

Η ΧΑ ξηλώνεται από το Κράτος Έκτακτης Ανάγκης, από το ίδιο το βαθύ κράτος που όλα αυτά τα χρόνια συνεργάστηκε με τον πλέον προκλητικό τρόπο. Ο Σαμαράς πιστεύει ότι έτσι εμπεδώνει το κράτος έκτακτης ανάγκης. Ότι νομιμοποιείται εκ νέου ο ρόλος του. Ότι έτσι ασκεί μια επιπλέον πίεση στο ΣΥΡΙΖΑ να ενσωματωθεί πλήρως στο “συνταγματικό τόξο”, όπως αυτό ορίζεται στην υπαρκτή του διάσταση και όχι όπως το έχουν στο μυαλό τους (ως διαχρονική αξία) οι νοσταλγοί της κοινωνικής διαπραγμάτευσης του θα “σας ταράξουμε όλους στη νομιμότητα”. Το ξήλωμα της ΧΑ γίνεται με αυτούς τους όρους και όχι με τους όρους του κινήματος.

Ας ξέρουμε λοιπόν ποιος έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων και εκεί να δούμε τις εκκρεμότητες που αφήνει αυτή η εξάρθρωση. Εκεί πρέπει το αντιφασιστικό κίνημα να πάρει τις δικές του επιθετικές πρωτοβουλίες. Τσακίζοντας τις συμμορίες όπου κι αν επιχειρήσουν να ξαναεμφανιστούν. Χτίζοντας παντού ένα δίκτυο ομάδων αντιφασιστικής αυτοάμυνας, το απαραίτητο συμπλήρωμα μιας πλατιάς αντιφασιστικής προπαγάνδας σε γειτονιές, γήπεδα, χώρους δουλειάς και σχολές. Αφαιρώντας κάθε έδαφος από τους φασίστες προκειμένου να ανακάμψουν. Γνωρίζοντας όμως ότι το κράτος μπορεί αύριο να τους επιστρέψει τα όπλα που τώρα τους αφαιρεί με την ίδια ταχύτητα που το κάνει και τώρα. Όποιος πιστεύει ότι το κράτος είναι συσχετισμός δύναμης ας επικεντρώσει εκεί και ας εξαντληθεί σε θεσμικές πρωτοβουλίες. Όποιος όμως πιστεύει ότι το κράτος είναι μηχανισμός επιβολής και αναπαραγωγής της ταξικής κυριαρχίας, πρέπει να ξέρει ότι δεν μπορεί να εξαρτά την τύχη του και την προστασία του από την φασιστική αντεπανάσταση από ένα τέτοιο κράτος.

Και με τις αιτίες που γεννούν το τέρας

Η αριστερά εκτός από την ανικανότητά της να δώσει μια σοβαρή εξήγηση για τα τεκταινόμενα περί της ΧΑ, έχει επιδοθεί ξανά στο αγαπημένο της σπορ την κοινωνιολογίας της γ’ Λυκείου. Ε’ εντάξει τώρα με τις συλλήψεις, αλλά το θέμα είναι οι αιτίες που γεννούν το φασισμό. Μάλιστα, ευκαιρία να κοινωνιολογήσουμε: Ας ξεκινήσουμε με τα ερωτήματα που απασχολούν και τι εκπομπές της Τατιάνας Στεφανίδου. Γιατί ο Ρουπακιάς αυτό το φτωχόπαιδο που εκινείτο μεταξύ Β’ Αθήνας και β’ Πειραιά αντί για αριστερός έγινε φασίστας; Γιατί ο κόσμος ψηφίζει ΧΑ; Και να μερικές προφανείς απαντήσεις του αυτού επιπέδου: Μα φυσικά το μνημόνιο, η λιτότητα, η ανεργία, η φτώχεια, η εξαθλίωση, μια αγνή ψήφος ενάντια στο σύστημα. Εσείς που μας φέρατε το μνημόνιο μας φέρατε και τους φασίστες. Επομένως για να αντιμετωπίσουμε το φασισμό πρέπει να τελειώνουμε με το μνημόνιο. Φοβερά καθήκοντα προκύπτουν από όλη αυτή την ανάλυση της κακιάς ώρας. Προφανώς και δεν ασχολούμαστε με τον ίδιο το φασισμό και τους φασίστες, (αφού κι αυτοί είναι θύματα παραπλανημένοι) αλλά με τις αιτίες, δηλαδή το μνημόνιο.

Κανένα ειδικό αντιφασιστικό καθήκον δεν προκύπτει από αυτές τις μπούρδες, πολύ περισσότερο κάποια μορφή αυτοάμυνας. Η ΧΑ άλλωστε είναι εγκληματική οργάνωση κι με αυτά ασχολείται η αστυνομία και η δικαιοσύνη. Εκεί καταλήγουν οι κοινωνιολογίες της Κουμουνδούρου και των συναφή δεξαμενών -βαρετής- σκέψης. Αυτός άλλωστε είναι ο σκοπός αυτών των σκέψεων: να κάτσουμε στα αυγά μας.

Όσο αφορά τις “αιτίες” που μας υποδεικνύει η κάθε κουμουν-δούρου να εξαντλήσουμε τις πνευματικές μας δυνάμεις, είναι προφανές ότι πρόκειται για κοινοτυπίες της κακιάς ώρας. Αν η κρίση, η φτώχεια και η ανεργία γεννάει τη ΧΑ τότε τι είναι αυτό που γεννάει τον ΣΥΡΙΖΑ ή την Ανταρσυα; Η καλοπέραση, η ανάπτυξη, η μηδενική ανεργία και τα ψηλά εισοδήματα; Κι αν ισχύει αυτό τότε γιατί τα προηγούμενα 30 χρόνια αυτές οι δυνάμεις είχαν οι μεν πρώτοι 4% και οι δεύτεροι 0,2% όσο δηλαδή και η ΧΑ;

Μια κατάσταση σαν τη σημερινή μπορεί να γεννήσει τα πάντα. Από την επανάσταση μέχρι το φασισμό. Ο φασισμός δεν προκύπτει αυτόματα από μια κατάσταση κρίσης. Δεν είναι μια φυσική αντίδραση των πεινασμένων ανέργων, ούτε των συνθλιμμένων μικροαστών. Με τον ίδιο τρόπο φυσικά που κανείς δεν γίνεται κομμουνιστής επειδή τον έκοψε η λόρδα. Όλοι αυτοί που περιφέρουν τη βλακεία τους στα κανάλια και ξεστομίζουν ως αριστεροί αυτές τις ανοησίες, το μόνο που καταφέρνουν είναι να δικαιολογούν αντικειμενικά τη φασιστική εναλλακτική λύση. Η κρίση φυσικά τροφοδοτεί το φασισμό, μπορεί όμως να τροφοδοτήσει και την επανάσταση. Το ίδιο και η δυσπιστία του κόσμου στον αστικό κοινοβουλευτισμό. Είναι προφανές ότι το αστικό σύστημα περνάει από μια βαθιά κρίση νομιμοποίησης και αμφισβήτησης από στρώματα που μέχρι τώρα σχημάτιζαν την πίσω αυλή του. Η κρίση με αυτή την έννοια δεν “παράγει” απλώς το φασισμό, αλλά την αστική αντεπανάσταση, μέσα στα σπλάχνα της οποία τρέφεται ο φασισμός. Αυτή είναι η μια πλευρά του εκκρεμούς. Το ένα άκρο που λεει και ο Χρύσανθος. Στην άλλη μεριά παράγεται μια επαναστατική διαδικασία, η αντικαπιταλιστική κομμουνιστική προοπτική ενάντια, όχι απλώς στις αιτίες της κρίσης αλλά, στο σύστημα που τις γεννάει. Για την ακρίβεια οι εναλλακτικές αυτές δεν παράγονται, ούτε γεννιούνται στην κρίση, υπάρχουν και βρίσκουν έδαφος στα συντρίμμια της κρίσης, σε μια κατάσταση που σπάνε οι ταξικές συνεννοήσεις, που η μηχανισμοί της συναίνεσης πάυουν να λειτουργούν, που οι ταξικές διαφορές εμφανίζονται με όλη τους την οξύτητα.

Η αριστερά χωμένη στον οικονομισμό μέχρι το μεδούλι δεν μπορεί να εξηγήσει τις πολιτικές επιλογές των ανθρώπων, ούτε τη δύναμη της -κυριάρχης- ιδεολογίας. Ο φασισμός στην Ελλάδα ανδρώνεται εδώ και 20 χρόνια από τα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία, από τα ελληνορθόδοξα τόξα, από τα Ίμια και τα 12 μίλια στο αιγαίο, από τις εξορμήσεις του ελληνικού καπιταλισμού στα Βαλκάνια, από το ρατσιστικό μένος που κυρίευσε το πατριδομάνι την ίδια στιγμή που άρπαζε τις ευκαιρίες στον αέρα ενός κακοπληρωμένου εργατικού δυναμικού χωρίς πολιτικά ούτε καν ανθρώπινα δικαιώματα, από τις αρπαχτές του χρηματιστηρίου και την οικοδόμηση ενός βλαχομάτσο life style που γα..ει και δέρνει, που ξημερώνεται στα σκυλόμπαρα και τις παραλιακές, που παίζει τα εφάπαξ και τα κέρδη στη φούσκα του χρηματιστηρίου, που λουμπενοποιείται μέσα από όλες αυτές τις επικερδής δραστηριότητες, που αντιλαμβάνεται πλέον το δημόσιο χώρο μόνο ως πεδίο πλιάτσικου, που ενώ τα χάνει σαν μαλ..ας από το σκάσιμο της φούσκας στη Σοφοκλέους, αντί να επιτεθεί σε όσους τον πιάσανε κώτσο, έψαξε για νέες αρπαχτές. Η ολυμπιάδα ήταν μια ευκαιρία όχι μόνο για εθνικές προσδοκίες αλλά και για τρελές μπίζνες. Δίπλα στις ολυμπιάδες στήθηκαν εκατοντάδες μανωλάδες προκειμένου να σπάσουν όλα τα ρεκόρ υπεραξίας και κλοπής “λαθραίας” κατά τα άλλα εργατικής δύναμης. Η κατάκτηση του ευρωπαϊκού το 2004 εξαγρίωσε εντελώς κάθε ελληνάρα. Ο Χριστόδουλος όλα αυτά τα χρόνια είχε φροντίσει να απενεχοποιήσει την άκρα δεξιά διαδίδοντας το σκοταδιστικό του κήρυγμα πουλώντας τρέλα με τα 666, ενώ οι κάθε είδους λιακόπουλοι ισοπέδωναν κάθε προσπάθεια επαναφοράς στα στάνταρτ του διαφωτισμού. Στο τέλος ήρθαν τα δάνεια για να αποκτήσει ο καθένας σπίτι, βίλα, κάμπριο και μήνα του μέλιτος στο Ντουμπάι και ταυτόχρονα να υποθηκεύσει την ελευθερία του για τα επόμενα 40χρόνια. Οι ταξικοί δεσμοί, όλα αυτά τα χρόνια έγιναν κουρέλι. Οι αγώνες είχαν το πλέον οικονομίστικο περιεχόμενο (1400 βασικός, δικαιώματα στο πτυχίο κοκ) την ώρα που το εργατικό κίνημα έκανε την πάπια στην ελεεινή εκμετάλλευση του ξένου προλεταριάτου. Η κομμουνιστική προοπτική είχε αξία μόνο σαν μνημόσυνο για το 1917 και ως νοσταλγία για την ανατολική Ευρώπη.

Η κρίση ήρθε να βάλει τέλος στην Belle Époque του ελληνικού ονείρου. Εντούτοις ήταν τέτοια η αποβλάκωση που οι αντιδράσεις στα μνημόνια ακόμα και από τους άμεσα ενδιαφερόμενος, δεν απέκτησαν ποτέ ένα ταξικό περιεχόμενο. Ο εχθρός, ο υπαίτιος ήταν πάντα έξω από τη χώρα: Οι γερμανοί, οι ευρωπαίοι, οι τοκογλύφοι, οι μασόνοι, οι εβραίοι. Στόχος η επιστροφή στην Belle Époque, ακόμα και με έναν συνταγματάρχη στο τιμόνι της χώρας. Η αριστερά έγλυφε συστηματικά όλες αυτές τις αντιδράσεις νομίζοντας ότι δεν υπάρχει άλλος, αποδέκτης της λαϊκής αντίδρασης στην κατάρρευση. Κι όμως υπήρχε κι αυτός ήταν η ΧΑ, που υιοθετούσε ατόφιο το ιδεολογικό ρεπερτόριο των αγανακτισμένων. Η επένδυση της ΧΑ στο ρατσισμό, με τη στοχοποίηση των μεταναστών της έδωσε μια πρώτη μαζικότητα. Αυτό το είχε ήδη πετύχει πριν ξεσπάσει η κρίση, όταν όμως ήταν ήδη ορατή στις περιοχές του κέντρου της Αθήνας. Επένδυσε στην μικροαστική αγανάκτηση και είχε εκπληκτικά αποτελέσματα. Αυτό συνέβη στον Αγ. Παντελεήμονα, επιβάλλοντας εκεί μια μικρογραφία της κοινωνίας που ονειρεύεται. Από κει το έδαφος ήταν ανοιχτό για την υπόλοιπη χώρα. Αυτά την έφεραν στο 7%. Η ήττα των αγώνων, της προοπτικής που έβαζε η αριστερά, και της αδυναμίας της να δώσει λύσεις, έφεραν τη ΧΑ μέσα σε ένα χρόνο από το 7% σε διπλάσια δημοκοπικά ποσοστά και πλέον με άφθονο χρήμα, νέα κάστρα, μπραβιλίκια σε όλη τη χώρα, βόλεμα κόσμου στα τάγματα, γερές σχέσεις με το βαθύ κράτος (αυτό το λένε “διείσδυση”, αστεία πράγματα όταν οι μισοί ένστολοι ψηφίζουν ΧΑ) και προοπτική εξουσίας.

Αυτά έφεραν ως εδώ τη ΧΑ και όχι απλά η κρίση.  Και όσο η αριστερά δεν έδινε τη μάχη ενάντια στον εθνικισμό, το ρατσισμό και τον φασισμό όταν έπρεπε, αυτό αποθράσυνε εντελώς τα στελέχη της ΧΑ, δίνοντας μια εικόνα, στον βλακομάνι που μάζευαν, ενός αήττητου και παντοδύναμου στρατού που δεν υπάρχει τίποτα να τον σταματήσει.

https://i2.wp.com/static-enet.toolip.gr/resources/2013-09/poreia_thess-thumb-medium.jpg

Από δω και πέρα

Ο φασισμός πλέον δεν είναι μια υπόθεση που εξαντλείται στη ΧΑ. Όταν ακόμα και μετά το φονικό, ένα 12% στην Α’ Αθήνας, χωρίς αναγωγή, επιμένει στην ΧΑ αυτό σημαίνει ότι πρόκειται για μια εντελώς συνειδητή επιλογή εκατοντάδων χιλιάδων που στηρίζουν ανοιχτά το σχέδιο της ΧΑ. Στο βαθμό που η ΧΑ αντέξει στην καταστολή δεν θα ήταν απίθανο να ανασυγκροτηθεί με το ίδιο ή άλλο όνομα ακόμα και αν για ένα διάστημα περιορίσει την δράση της στο δρόμο, και τα ποσοστά της περιοριστούν στο 3-4%. Όσοι πιστεύουν ότι με την ηγεσία της στην φυλακή (άραγε για πόσο διάστημα;), η οργάνωση θα εξοντωθεί “ενώπιον του νόμου” ή θα αναγκαστούν τα ρετάλια της να “εξημερωθούν”, ας κρατήσουν από τώρα μικρό καλάθι. Βεβαίως αν κανείς πιστεύει ότι η ΧΑ είναι υποκινούμενη, τότε πράγματι η ΧΑ έχει τελειώσει με τον ίδιο τρόπο που τελειώνει μια συμμορία όταν μπαίνει φυλακή. Όλα αυτά θα φανούν πολύ γρήγορα. Όμως τίποτα δεν πρέπει να μείνει στην τύχη του, ούτε στις διαθέσεις του Σαμαρά. Η ΧΑ πρέπει να συντριφτεί από το ίδιο το κίνημα, και ταυτόχρονα να αποδιοργανωθούν όλα τα κυκλώματα που αναπαράγουν την επιρροή της. Η πίεση πάνω της πρέπει να γίνει ασφυκτική μέχρι να αντιληφθεί και ο τελευταίος της ψηφοφόρος ότι η κοινωνία δεν θα γίνει έρμαιο του κάθε χαπακωμένου μπράβου. Και αν η αριστερά ενδιαφέρεται για τις αιτίες που γεννούν τον φασισμό δεν έχει παρά να τις τσακίσει. Κι αυτές είναι ο εθνικισμός, ο ρατσισμός, ο κανιβαλισμός, ο σκοταδισμός και όλες οι εθνικές συνομωσιολογικές αναγνώσεις της κρίσης που κρύβουν συστηματικά κάτω από το χαλί την ταξική της διάσταση.

Καμία λοιπόν εμπιστοσύνη στις αγαθές “αντιφασιστικές” προθέσεις της κυβέρνησης. Καμία συμμετοχή σε οποιοδήποτε συνταγματικό τόξο. Κανένας περιορισμός των δημοκρατικών ελευθεριών. Παρακολουθούμε χωρίς αυταπάτες το ξήλωμα της ΧΑ από το βαθύ κράτος χωρίς κανένα οίκτο για τα φασιστικά καθάρματα. Ο αγώνας ενάντια στο φασισμό, το ρατσισμό και τον εθνικισμό, συνεχίζεται.
Κ. Μαραγκός
 

Καθηγητές: Απεργία σύγκρουσης ή απεργία ζύμωσης;

apergΤη Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου οι καθηγητές ξεκινάνε τις 5θήμερες επαναλαμβανόμενες απεργίες, αντιδρώντας στις 2500 χιλιάδες υπό διαθεσιμότητα συναδέλφων τους από την τεχνική εκπαίδευση, στην βίαιη κατάργηση ειδικοτήτων από τα ΕΠΑΛ, στις υποχρεωτικές μετακινήσεις ή μετατάξεις, στο νέο λύκειο που μετατρέπεται σε εξεταστικό κέντρο από την A’ Λυκείου. Να υπενθυμίσουμε εδώ σε όλους όσους φρόντισαν το Μάιο να κρεμάσουν την απεργία στις εξετάσεις με τις ανοησίες τους για “όρους και προϋποθέσεις”, ότι αμέσως μετά το δωράκι που έκαναν στο Σαμαρά, έκλεισε η ΕΡΤ και ετέθησαν σε διαθεσιμότητα 2500 καθηγητές, 2000 σχολικοί φύλακες, 4500 μετατάσσονται σχεδόν υποχρεωτικά στην Α’θμια, ενώ αναμένεται χιλιάδες ακόμα εκπαιδευτικοί να μετακινηθούν χωρίς επιλογή τους σε περιοχές μακριά από τον μόνιμο τόπο κατοικίας τους. Επίσης στο ίδιο διάστημα η κυβέρνηση, έχοντας αποθρασυνθεί εντελώς, ψηφίζει το νέο λύκειο μετατρέποντας το σε εξεταστικό κέντρο από την Α’ λυκείου, ενώ στην τεχνική εκπαίδευση καταργεί ειδικότητες κλείνει τις ΕΠΑΣ και στη θέση τους υποτίθεται θα δημιουργήσει σχολές κατάρτισης που θα παρέχουν ακόμα χαμηλότερης ποιότητας δεξιότητες ίσα που να δίνουν βεβαιώσεις ανειδίκευτου εργάτη σε όσους τις τελειώνουν. Αυτά λοιπόν ας τα σκεφτούν καλά οι πρόεδροι των ΕΛΜΕ που ψήφισαν την αναστολή εκείνης της απεργίας και ας λουστούν τα αποτελέσματα της “ευφυούς” απόφασης που έλαβαν “να δώσουν τη μάχη από καλύτερες θέσεις”. Το συμπέρασμα που βγήκε από τις κουτοπονηριές του ΣΥΡΙΖΑ και των μισών Παρεμβάσεων είναι ένα: Χαμένος αγώνας είναι αυτός που δεν δίνεται.
Το ΚΚΕ πιστό στην ακριβώς αντίθετη στρατηγική συνεχίζει να πιστεύει ότι ο αγώνας είναι έτσι κι αλλιώς χαμένος γι’ αυτό και δεν έχει νόημα να δοθεί. Επομένως καλύτερα να περιμένουμε “να έλθουν τα χειρότερα” μήπως και βάλουμε μυαλό. Αυτή περίπου είναι η φιλοσοφία του ΚΚΕ, το οποίο αυτοπαρουσιαζόταν ως δικαιωμένο τον Μάιο όταν εξαρχής ισχυριζόταν ότι η απεργία δεν θα τραβήξει. Το “συνεπές” λοιπόν ΠΑΜΕ στις συνελεύσεις των ΕΛΜΕ πρότεινε ξανά 48ωρη απεργία με τα ίδια επιχειρήματα, ότι δεν υπάρχει ακόμα ένα πλατύ μέτωπο, ότι πρέπει να μπουν και άλλοι κλάδοι, ότι αν δεν ανατραπεί ολόκληρη η πολιτική των μνημονίων τότε δεν υπάρχει περίπτωση να κερδίσει ένας κλαδικός αγώνας, ότι για να πάμε σε μια πολυήμερη απεργία πρέπει να πειστούν οι πάντες, κοκ. Το συμπέρασμα από το σκεπτικό του ΠΑΜΕ είναι να μην κάνουμε τίποτα, απλά να ρίξουμε μαζί με την ΑΔΕΔΥ μια 48ωρη τουφεκιά στον αέρα και να αποδεχθούμε τη μοίρα μας.
Μόνο που τώρα υπάρχουν 2500 εκπαιδευτικοί σε διαθεσιμότητα και μέσα στο καλοκαίρι νομοθετήθηκε και ο τρόπος που από δω και στο εξής θα γίνονται οι απολύσεις και οι υποχρεωτικές μετατάξεις ή μεταθέσεις. Αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει ανεκτό. Καθένας αντιλαμβάνεται ότι κάθε μέρα που πέρναγε από την επιστροφή στα σχολεία χωρίς αντίδραση, ισοδυναμεί με αποδοχή της νέας πραγματικότητας ως τετελεσμένης. Αν οι καθηγητές αποδεχθούν τη μοίρα που τους επιφυλάσσει η κυβέρνηση τότε όχι μόνο δεν θα ανασυγκροτηθεί το κίνημα σε μια “ευνοϊκότερη” μελλοντική στιγμή, αλλά θα έχει υπογράψει ληξιαρχική πράξη θανάτου. Αν δεν αντιδράσει συλλογικά τώρα ο κόσμος της εκπαίδευσης, την επόμενη μέρα θα αρχίσει ένας απίστευτος εμφύλιος πόλεμος όλων εναντίον όλων: Οι ειδικότητες αναμεταξύ τους, οι διορισμένοι με ΑΣΕΠ εναντίον των διορισμένων με επετηρίδα, αυτοί που έχουν “επιπλέον προσόντα”, βαθμούς πτυχία, μεταπτυχιακά με αυτούς που δεν έχουν κοκ. Αυτό που θα ακολουθήσει θα είναι ο κανιβαλισμός και όχι η συνειδητοποίηση “από τα χειρότερα που έρχονται”.

Είναι να απορεί κανείς πως σε αυτή την κρίσιμη στιγμή το επιτελείο του ΚΚΕ αδυνατεί να κάνει αυτές τις απλές σκέψεις. Ο Κουτσούμπας στη συνέντευξή του στη ΔΕΘ φρόντισε να πει ότι το κόμμα του στηρίζει τους καθηγητές στις αποφάσεις τους ακόμα κι αν διαφωνεί με τις μορφές πάλης που επιλέγουν, κατηγορώντας ταυτόχρονα οποιονδήποτε καλεί σε πτώση της κυβέρνησης, μιλώντας δήθεν για τις κρυφές επιδιώξεις του ΣΥΡΙΖΑ [1]. Εντάξει, ο γγ του ΚΚΕ δεν υποστηρίζει την απεργία διαρκείας, αλλά τι ακριβώς θέλει να πει αγωνιώντας για την τύχη της κυβέρνησης; Ο ΣΥΡΙΖΑ βεβαίως έχει τις κυβερνητικές του επιδιώξεις. Σιγά την αποκάλυψη. Αυτό που έχει σημασία από τις δηλώσεις του κ. Κουτσούμπα δεν είναι τι θέλει ο κάθε Σύριζα, αλλά τι επιδιώκει το δικό του κόμμα. Και το δικό του κόμμα προφανώς από τα συμφραζόμενα δεν επιθυμεί να πέσει η τωρινή κυβέρνηση. Να μείνει δηλαδή εκεί και να μας έλθουν ακόμα πιο σίγουρα “τα χειρότερα” και αν τύχει και απειληθεί η βιωσιμότητα της κυβέρνησης, ας μην ανησυχεί ο κ. Κουτσουμπας, γι’ αυτό φροντίζει ήδη ο πρετεντέρης του ΣΚΑΙ (Μπάμπης Παπαδημητρίου) που καλεί στη συγκρότηση μια συντηρητικής συμμαχίας ΝΔ-ΧΑ ενάντια στον επερχόμενο κομμουνιστικό κίνδυνο [2]. Και τότε να δούμε ποια αστυνομία θα εγκαλεί ο γγ ότι δεν κάνει καλά τη δουλειά της όταν τα τάγματα εφόδου θα επιτίθενται σε μέλη του ΚΚΕ όπως έγινε προχθές στο Πέραμα.

Η “αριστερή πλειοψηφία” της ΟΛΜΕ

Είναι αλήθεια ότι πάρα την αντίθεση του ΠΑΜΕ, με προτάσεις που στηρίχθηκαν από τις ΣΥΝΕΚ (παράταξη Σύριζα) και τις Παρεμβάσεις (συσπειρώσεις) στο 90% των ΕΛΜΕ ύστερα από μαζικότατες συνελεύσεις ανάλογες με αυτές του Μαίου αποφασίστηκαν οι 5θημερες επαναλαμβανόμενες απεργίες.
Όμως μέχρι να φτάσουμε εκεί σε όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού ο ΣΥΡΙΖΑ ζύμωνε μια ανεκδιήγητη άποψη περί απεργίας που δεν θα έκλεινε τα σχολεία αλλά θα τα “άνοιγε”, που δεν θα ξεκίναγε με την αρχή της χρονιάς αλλά ύστερα από κάνα δυο βδομάδες για να δει ο κόσμος τις ελλείψεις και τα κενά, που δεν θα ήταν ταυτόχρονη σε όλη τη χώρα αλλά κυκλική ανά περιφέρειες, που θα άνοιγε στην κοινωνία με εναλλακτικά μαθήματα βάζοντας το δικό μας όραμα για την παιδεία, που δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει αν δεν ήταν μαζί οι μαθητές, οι γονείς, οι γείτονες και όλη η κοινωνία, σε ένα μεγάλο μέτωπο.Από το παράθυρο η φοβισμένη αριστερά έβαζε ξανά μια ντουζίνα προϋποθέσεις τέτοιες που θα έκαναν την πραγματοποίησή της ακόμα μια φορά αδύνατη. Διαβάζοντας κανείς το άρθρο αυτό (Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΦΟΡΜΗ ΚΑΙ ΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΓΙΑ ΜΙΑ (ΑΚΟΜΗ;) ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ) που γράφτηκε στις 26 Αυγούστου [3] και ενώ είναι σαφής η απόφαση του συνεδρίου της ΟΛΜΕ για 5θημερες απεργίες βγάζει αβίαστα το συμπέρασμα, ότι οι ΣΥΝΕΚ άλλα λένε και άλλα εννοούν. Έτσι η απεργία δεν πρέπει να ξεκινήσει στις 16/9 γιατί ο χρόνος σε αυτή τη φάση λειτουργεί κατά της κυβέρνησης, το μεγάλο μέτωπο προϋποθέτει -ξανά- όρους και “πολιτικό χρόνο”, οι “μαθητές” θα πρέπει να ενημερωθούν, ακόμα και η ημερομηνία των γερμανικών εκλογών (!!!!)στις 22/9 θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Ότι να ‘ναι δηλαδή, αρκεί να αναβληθεί η απεργία Εν συνεχεία η μορφή θα πρέπει να υπακούει στο περιεχόμενο (;). Και ποια είναι αυτή η μορφή; Ανένδοτος αγώνας διάρκειας που η απεργία θα είναι η κορυφαία στιγμή, επομένως μπορεί να περιμένει για αργότερα και ανοιχτά σχολεία με… συνέχιση των μαθημάτων της Γ Λυκείου (!!!) Και με ποιο περιεχόμενο; Καταρχήν σύμφωνα με τον συνδικαλιστή των ΣΥΝΕΚ δεν μιλάμε για κλαδικό αγώνα αλλά για πολιτικό στον οποίο το εκπαιδευτικό κίνημα θα αποτελεί τμήμα ενός μεγάλου πολιτικού κινήματος με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης. Και ποιος θα είχε αντίρρηση να ανατραπεί η κυβέρνηση (;), μόνο που εδώ η ανυπαρξία κάποιου μεγάλου πολιτικού κινήματος αυτή την ώρα, ακυρώνει εκ των πραγμάτων την πρωτοβουλία για απεργία διάρκεια ενός κλάδου, αφού από μόνος του δεν μπορεί να πετύχει ένα τόσο μεγάλο στόχο. Όλες αυτές οι αλλοπρόσαλλες σκέψεις του συνδικαλιστή των ΣΥΝΕΚ καταλήγουν σύμφωνα με τα δικά του λόγια στο εξής απόσταγμα: “Το δίπολο-σχήμα Ανένδοτος Αγώνας Διαρκείας και Ανοιχτά Σχολεία-Κέντρα Αγώνα μπορεί με μεγαλύτερη ευελιξία να ανταποκριθεί στο ενδεχόμενο συντεταγμένης υποχώρησης και χρονικού επανακαθορισμού της σύγκρουσης (που θα εξαρτηθεί από τη γενικότερη ανάγκη χρονικού συντονισμού του εργατικού και λαϊκού κινήματος), χωρίς κάτι τέτοιο να οδηγήσει σε συντριβή τον κλάδο”… ” Θα σχεδιάσουμε με μεγάλη προσοχή τη συνεισφορά μας στη συγκρότησης ενός μεγάλου πανεκπαιδευτικού και εργατικού-παλλαϊκού μετώπου τώρα. Αν όμως, για μια σειρά από λόγους, κάτι τέτοιο δεν πραγματοποιηθεί άμεσα (και το άμεσα σε περιόδους συμπυκνωμένου ιστορικού χρόνου αφορά τη στιγμή και όχι την περίοδο), θα πρέπει ο κλάδος να παραμείνει σε ετοιμότητα”Ακόμα δεν αρχίσαμε ορισμένοι σκέφτονται “το ενδεχόμενο συντεταγμένης υποχώρησης”….
Θα πει κανείς: Έχει καμιά σημασία η γνώμη ενός συνδικαλιστή των ΣΥΝΕΚ όταν η παράταξη αυτή στήριξε την πρόταση για 5θήμερες απεργίες; Φυσικά και έχει. Διότι η συγκεκριμένη παράταξη στην πραγματικότητα σύρθηκε εξ αρχής στην απεργία αυτή, η οποία αποφασίστηκε στο συνέδριο της ΟΛΜΕ κατά τη διάρκεια του οποίου (6-7 Ιούλη) η κυβέρνηση ανακοίνωνε τις διαθεσιμότητες στην εκπαίδευση. Οι ΣΥΝΕΚ εκείνη την ώρα δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο από το κερδίσουν χρόνο. Εξάλλου αυτό κάνουν μια ζωή. Ωστόσο στους καλοκαιρινούς μήνες προσπάθησαν να ζυμώσουν την άποψη μιας “απεργίας” χωρίς κλειστά σχολεία [4].
Παρ’ αυτά, η μαζικότητα των συνελεύσεων στις 5-6 Σεπτέμβρη δεν άφησε το παραμικρό περιθώριο να δοκιμαστούν οι αλχημείες αυτές στην πράξη. Οι ΣΥΝΕΚ ως συνήθως σύρθηκαν με το ρεύμα και σε αντίθεση με την ξεροκεφαλιά του ΠΑΜΕ αποφάσισαν να μην εκτεθούν προς το παρόν. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα επιχειρήσουν να κάνουν τη ζημιά, όπως την έκαναν τον Μάιο στο Τιτάνια. Και η ζημιά θα έρθει όταν η απεργία αφεθεί στην τύχη της, πράγμα για το οποίο φροντίζουν δεόντως και από τώρα οι κατατονικές συνδικαλιστικές ηγεσίες της “αριστερής πλειοψηφίας” της ΟΛΜΕ μαζί με το ΠΑΜΕ. Αυτό συμβαίνει με έναν πολύ απλό τρόπο: Στα λόγια στηρίζουν την απεργία στην πράξη δεν κάνουν τίποτα για να πετύχει. Και εξηγούμαστε αμέσως.

Απεργία σύγκρουσης ή απεργία ζύμωσης;

Σύμφωνα με το σκεπτικό των συνδικαλιστών του Συριζα και του ΠΑΜΕ προϋπόθεση για έχει θετική έκβαση η απεργία είναι η συγκρότηση ενός τεράστιου κοινωνικού και πολιτικού μετώπου. Άσχετα αν διαφωνούν στο περιεχόμενο αυτού του μετώπου και οι δύο συμφωνούν ότι χρειάζονται άπειρες δυνάμεις για να υπάρχει αποτέλεσμα. Και επειδή αυτό το μέτωπο δεν υπάρχει, τότε η περίοδος της προετοιμασίας και της ζύμωσης συνεχίζεται στο διηνεκές μέχρι να διαμορφωθούν οι όροι. Το σίγουρο είναι ότι με τους υπάρχοντας “συσχετισμούς” η μάχη είναι χαμένη. Το μεν ΚΚΕ το λέει στα ίσα. Ο Συριζα το υπονοεί μιλώντας για μια απεργία “[5] ή να γίνουν ο καταλύτης (δια της θυσίας τους;) για το κυρίαρχο στόχο που δεν είναι η δικαίωση των αιτημάτων τους, αλλά ο “οραματικός στόχος ενός μεγάλου πανεργατικού παλλαϊκού μετώπου”. Από όλα αυτά είναι ξεκάθαρο ότι ο χαρακτήρας της απεργίας στα μυαλά αυτής της αριστεράς είναι μόνο προπαγανδιστικός. Είναι απεργίας ανάδειξης αιτημάτων, ενημέρωσης και ζύμωσης της κοινωνίας για τα προβλήματα της εκπαίδευσης στην εποχή του μνημονίου, κοκ. Είναι προφανές ότι με ένα τέτοιο περιεχόμενο δεν υπάρχει ημερομηνία αναμέτρησης. Αυτή μπορεί να γίνει οποιαδήποτε στιγμή αφού το θέμα ξεπερνάει κατά πολύ τις απολύσεις αλλά και τις δυνατότητες του κλάδου. Από αυτό προκύπτει και ένα ακόμα συμπέρασμα το οποίο αν περάσει στη συνείδηση των απεργών, η απεργία θα φαλιρίσει από τις πρώτες μέρες, αφού ο στόχος περιορίζεται στο να δηλώσουν οι απεργοί την άρνησή τους στα μέτρα και όχι να τα ανατρέψουν. Γι’ αυτό θα αρκούσαν και 48ωρες απεργίες. Δεν υπάρχει κανένας λόγος έντασης και κλιμάκωσης. Η κλιμάκωση θα εξαρτηθεί κυρίως από το πλάτεμα του μετώπου. Αν αυτό δεν συμβεί δηλαδή δεν μπούνε μερικά εκατομμύρια στον αγώνα, τότε οι καθηγητές θα πρέπει να υποχωρήσουν, περιμένοντας την επόμενη “αφορμή”.
Όλα αυτά πρακτικά σημαίνουν ότι η απεργία δεν παίρνει κανέναν έκτακτο μέτρο για να επιβάλει τη θέλησή της. Ότι τα σχολεία δεν θα “κλείσουν” και καθένας θα δηλώνει απεργός ή μη απεργός ανάλογα με τις ορέξεις του, λες και κάνουμε κάποια δημοσκόπηση στο internet. Αντιλαμβάνεται καθένας που έχει σχέση με τα σχολεία ότι με αυτόν τον τρόπο η απεργία θα καταρρεύσει από την 3η μέρα. Και όταν καταρρεύσει το ΠΑΜΕ θα εμφανιστεί δικαιωμένο (“εμείς τα λέγαμε”), ενώ οι ΣΥΝΕΚ θα μπορούν σαν να μην συμβαίνει τίποτα να συνεχίζουν το χαβά τους, αφού κατά την εκτίμησή τους δεν κρίνεται το παιχνίδι σε αυτή την απεργία αλλά στον μακροπρόθεσμο στόχο της συγκρότησης ενός παλλαϊκού μετώπου. Αφήστε που “ο χρόνος μετράει υπέρ μας”. Στρατηγοί της συμφοράς και της κακομοιριάς.

Δεν περιμένουμε “να έρθουν τα χειρότερα”

Στην πραγματικότητα κάθε μέρα που περνάει μετράει υπέρ του Σαμαρά. Κάθε μέρα που τα μέτρα του γίνονται καθημερινότητα, η κοινωνία τα εσωτερικεύει σαν ένα τετελεσμένο γεγονός παλεύοντας πια να επιβιώσει στις νέες συνθήκες. Η επιβίωση όμως σ’ αυτές τις συνθήκες φέρνει τον κανιβαλισμό, τη λουμπενοποίηση, την μετανάστευση ή τη χρυσή αυγή. Οι άνθρωποι στην απόγνωση δεν αποκτούν αυτόματα κάποια ταξική συνείδηση. Η στρατηγική της ΧΑ στις λαϊκές συνοικίες που τις έχει τσακίσει η φτώχεια και η ανεργία φέρνει αποτελέσματα. Δεν είναι καθόλου τυχαία η εμμονή τους στη Νίκαια και το Πέραμα, ούτε πριν 1,5 χρόνο να εμφανιστούν στην Χαλυβουργία και πριν κάτι βδομάδες στη Λάρκο. Κάθε στραβοπάτημα της αριστεράς οι φασίστες το χρησιμοποιούν εναντίον της. “Να που μας έφεραν οι αναποτελεσματικές απεργίες των αριστερών εργατοπατέρων” λένε, “στην ερήμωση της ζώνης, στο κλείσιμο των επιχειρήσεων, στην ανεργία των ελλήνων εργατών”. Οι φασίστες υπόσχονται μια νέα διευθέτηση των ταξικών συγκρούσεων (από κοινού με τα αφεντικά) και σίγουρα θα υπάρχουν χιλιάδες ηλίθιοι και απεγνωσμένοι ταυτόχρονα που θα συγκινηθούν από αυτές τις υποσχέσεις. Επομένως όλα όσα ακούγονται για “χειρότερα που θα ‘ρθουν” ή για το χρόνο που μετράει εναντίον τους, ευελπιστώντας ότι σε λίγο όλοι θα έχουν καταλάβει, είναι όνειρα θερινής νυκτός. Ο κόσμος έχει καταλάβει πολύ περισσότερο από ότι νομίζει η αριστερά. Τουλάχιστον αυτοί που μπορούν να καταλάβουν. Το πρόβλημα του κινήματος από δω και πέρα δεν είναι η έλλειψη ενημέρωσης, αλλά οι επιθετικές πρωτοβουλίες που θα δώσουν λύση ή ακόμα και την τελική λύση στο πρόβλημα.
Τι σχέση έχει αυτό με την απεργία; Η αριστερά και εδώ συνεχίζει να πιστεύει ότι ακόμα και δύο μέρες πριν την απεργία υπάρχει κόσμος που πρέπει “να ενημερωθεί”. Είτε είναι καθηγητές προκειμένου να απεργήσουν, είτε γονείς και μαθητές προκειμένου να υποστηρίξουν, είτε οι άλλοι εργαζόμενοι προκειμένου να συγκροτηθεί το μεγάλο μέτωπο.Η γραμμή αυτή μετατρέπει τους καθηγητές από υποκείμενο της σύγκρουσης σε τελάληδες.
Λοιπόν ας το πάρουν όλοι χαμπάρι όσο είναι καιρός. Το μέτωπο της σύγκρουσης αυτή την ώρα είναι στα σχολεία και στη β’θμια εκπαίδευση. Εδώ μπορεί και πρέπει να γίνει το Βατερλό της κυβέρνησης. Είναι η πρώτη φορά μετά τις 12 Φλεβάρη 2012 που η αστοί πολιτικάντηδες μνημονιακοί και “αντιμνημονιακοί τους έχει λούσει κρύος ιδρώτας. Ακόμα και οι καμένοι Έλληνες έτρεξαν χωρίς κανείς να τους ρωτήσει να πουν ότι οι καθηγητές δεν πρέπει να προχωρήσουν στην απεργία τους. Όλοι αντιλαμβάνονται και πάνω απ’ όλα το κυβερνητικό επιτελείο ότι η απεργία αυτή μπορεί να εξελιχθεί σε μια αναμέτρηση που θα κρίνει ενδεχομένως την τύχη του Σαμαροβενιζέλου.
Κάθε σώφρων αντιλαμβάνεται ότι αυτή η απεργία δεν θα κρατήσει για 3-4 μήνες. Στην πραγματικότητα αυτό που κρίνει την έκβαση δεν θα είναι τόσο η διάρκεια όσο η ένταση της απεργίας. Και η δυνατότητα να συμπαρασύρει πίσω της και άλλους κλάδους που αυτή την ώρα είναι στο στόχαστρο της διαθεσιμότητας. Είναι προφανές ότι για την κυβέρνηση μια υποχώρηση σε αυτό το θέμα ισοδυναμεί με τον διασυρμό της ίσως και με την πτώση της. Ό,τι έχτιζε ο Σαμαράς με τις συνιστώσες του από πέρσι τον Ιούνη μέχρι τώρα, θα γκρεμιστεί σε λίγες μέρες, βάζοντας σε κίνδυνο όχι μόνο την βιωσιμότητα της κυβέρνησης αλλά και του συστήματος. Όλα θα εξαρτηθούν (μιλάμε για τώρα και όχι για τους αγώνες που θα γίνουν μετά από μερικούς μήνες ή μερικά χρόνια όταν οι συνθήκες μπλα μπλα μπλα) από την έκβαση αυτού εδώ του αγώνα. Γι’ αυτό η απεργία των καθηγητών πρέπει να νικήσει.

Κανείς δεν θα περάσει

Για να νικήσει όμως δεν μπορεί να είναι μια κλασσική απεργία που θα μετράμε απεργούς και μη απεργούς ενώ τα σχολεία θα ψιλοδουλεύουν κανονικά. Εδώ πρόκειται για απεργία αναμέτρησης και τα σχολεία πρέπει να κλείσουν. Το καταλάβατε αυτό οπαδοί του κοινωνικού συμβολαίου και λοιποί συγγενείς; ΝΑ ΚΛΕΙΣΟΥΝ!!! ΝΑ ΒΑΛΟΥΝ ΛΟΥΚΕΤΟ!!!! ΝΑ ΜΗΝ ΜΠΑΙΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΜΕΣΑ! Να σταματήσουν όλες οι εκπαιδευτικές και γραφειοκρατικές διαδικασίες!!!! Αν θα μένουν “ανοικτά” θα μένουν μόνο στο βαθμό που αυτό εξυπηρετεί τη συνέχεια της απεργίας και όχι δήθεν για να γίνονται τα μαθήματα της Γ Λυκείου; Και γιατί δηλαδή της Γ’ λυκείου, μήπως για τις πανελλήνιες; Δεν ακούσατε ότι τώρα οι πανελλήνιες επεκτάθηκαν και στις υπόλοιπες τάξεις; Μήπως να συνεχιστούν και εκεί τα μαθήματα για να μην μείνουν τα παιδιά πίσω στην ύλη; Ε, καλή ιδέα δεν είναι;
Γι’ αυτό κομμένες οι τρελίτσες την ώρα της μάχης. Όταν κάποιοι θα απεργήσουν για 4-5 βδομάδες και το έχουν αποφασίσει αυτό, όποιος αφήνει τα σχολεία στο έλεος του κάθε καριερίστα διευθυντή και τις πόρτες ανοιχτές στον κάθε πονηρίδη που “δεν θέλει να χάσει 5 μεροκάματα” αλλά προτιμά να χάνει από τις περικοπές 5-6000 το χρόνο τα ισοδυναμεί με σπάσιμο της απεργίας. Η απεργία πρέπει να γίνει με όρους λιμανιού. Οι μπουκαπόρτες θα είναι καταλυμένες και το πλοίο δεν θα σαλπάρει. Μόνο έτσι μπορεί η απεργία να έχει κάποια τύχη. Αλλιώς θα είναι μια απεργία που θα την κάνουν για λόγους ηθικής τάξης μόνο οι πεισμένοι αριστεροί ενώ το 80% θα μπαίνει για μάθημα. Ε λοιπόν αυτή τη φορά δεν θα γίνει το χατίρι ούτε του ΠΑΜΕ, ούτε των ΣΥΝΕΚ, που έχουν στο μυαλό τους μόνο απεργίες ζύμωσης. Αν τα δύο αυτά κόμματα θέλουν ζύμωση να πάνε να την κάνουν με την ταμπέλα τους και αν θέλουν να ενημερώσουν την κοινωνία για την απεργία, ας το κάνουν, ποιος τους εμποδίζει; Οι καθηγητές τώρα κάνουν απεργία, δίνουν μάχη, το καταλάβατε επιτέλους; Οι κουβεντούλες προς το παρόν έχουν τελειώσει. Όταν πολεμάς δεν χαχανίζεις. Πώς αλλιώς πρέπει να το πει κανείς για να το καταλάβετε.
Μα έτσι ισχυρίζονται διάφοροι πονηροί και κυρίως οι οσιομάρτυρες του ΠΑΜΕ δεν θα φαίνεται πόσοι απεργούν, και το υπουργείο θα λεει ότι τα ποσοστά συμμετοχής είναι χαμηλά. Απίθανη λογική. Αυτή είναι η απάντηση του ΠΑΜΕ στο επιχείρημα ότι πρέπει να περιφρουρηθεί με σκληρό τρόπο η απεργία. Το ΠΑΜΕ και από πίσω του όλη η εκπαιδευτική αριστερά όταν λεει “περιφρούρηση” εννοεί να πηγαίνουν οι απεργοί έξω από τα σχολεία για να πείσουν τους μη απεργούς να μην μπουν μέσα. “Μα θα πλακωθούμε με τους συναδέλφους;” Ρωτάνε όσοι δεν είναι σίγουροι ούτε για τον εαυτό τους. Όχι δεν θα πλακωθούμε με κανέναν, απλά θα υπερασπιστούμε τον αγώνα έναντι οποιουδήποτε επιχειρήσει να τον σπάσει. Όσο “σεβάστηκε” η κυβέρνηση τους καθηγητές που τους κλωτσάει και τους διασύρει λες και είναι αυτοί που βούλιαξαν τα δημόσια ταμεία έτσι και οι καθηγητές πρέπει να “σεβαστούν” όσους πιστεύουν ότι θα επιβιώσουν γλύφοντας την εξουσία και κανιβαλίζοντας τους συναδέλφους τους. Επιπλέον μια αποφασιστική στάση δεν σημαίνει ότι θα οδηγήσει σε “πλακώματα”. Η τεράστια πλειοψηφία των καθηγητών αυτή τη φορά θέλει να απεργήσει. Αυτό είναι το κλίμα στα σχολεία. Ειδικά στα σχολεία που υπάρχει σκληρή στάση υπέρ της απεργίας ακόμα και όσοι το σκέφτονταν πλέον δηλώνουν απεργοί. Όσο ο κόσμος αντιλαμβάνεται ότι τα σχολεία θα κλείσουν τόσο μπαίνει στην απεργία. Εκεί που είναι δηλωμένο ότι θα υπάρχει περιφρούρηση τα ποσοστά συμμετοχής θα είναι 100%. Όπου επικρατεί το παλιό χαλαρό στυλάκι τα ποσοστά θα είναι μέτρια.
Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι πόσοι θα δηλώσουν απεργοί, αλλά πόσα σχολεία δεν θα ανοίξουν τις μέρες της απεργίαςΠόσες διευθύνσεις θα καταλαμβάνονται σποραδικά, πόσες περιφέρειες και πάει λέγοντας. Πόσος κόσμος θα είναι στα συλλαλητήρια. Τη Δευτέρα στα προπύλαια στις 12μ, την Τετάρτη στην απεργία στην Κλαυθμώνος στις 11.30πμ Εκεί θα κριθεί η απεργία. Το υπουργείο ας ψάξει να βρει ποιοι απεργούν και ποιοι δεν απεργούν. Αυτό είναι δικό του πρόβλημα, όχι των απεργών. Στα σχολεία από το πρωί, στις 7.30-8 παρά, πρέπει να έχουν μπει γερά δεμένα πανό μπροστά στην είσοδο βοηθώντας τους τελευταίους αναποφάσιστους να απεργήσουν. Η δυναμική της απεργίας δεν μπορεί να εξαρτηθεί από τον τελευταίο συνάδελφο που δεν παίρνει χαμπάρι τίποτα ή που σε τελευταία ανάλυση έχει επιλέξει να είναι πραιτοριανός του Σαμαρά ή να “σωθεί” κανιβαλίζοντας τους συναδέλφους του. Η απεργία πρέπει να βασιστεί στα πιο προχωρημένα στοιχεία, στους αποφασισμένους. 5-6 αποφασισμένοι σε κάθε σχολείο αν οργανωθούν καλά μπορούν τραβήξουν τους υπόλοιπους. Η βάση των καθηγητών για να μπει στον αγώνα θέλει να δει αποφασιστικότητα. Δεν υπάρχει καμία βάση κουρδισμένη να επαναστατήσει. Όταν όμως αντιληφθεί ότι εδώ είναι μια σοβαρή απεργία τότε θα μπει στον αγώνα. Οι άνθρωποι θέλουν σχεδιασμό, αποφασιστικότητα όχι προχειρότητα. Η ίδια βάση μπορεί χωρίς σχέδιο είναι ένα σκορποχώρι προς λεηλασία και με σχέδιο, οργάνωση και αποφασιστικότητα μπορεί να μετατραπεί σε ένα στρατό έτοιμο να κάνει σκόνη τον αντίπαλο.

Ο αγώνας στα χέρια των απεργιακών επιτροπών

Για να προχωρήσει όμως έτσι η απεργία θα πρέπει οι απεργιακές επιτροπές που στήνονται ανά ΕΛΜΕ να έχουν αποφασιστικό ρόλο. Μέχρι στιγμής η γραμμή του ΠΑΜΕ και του ΣΥΡΙΖΑ είναι οι απεργιακές επιτροπές να κάνουν λάντζα αλλά τίποτα περισσότερο αν δεν έχουν την άδεια του ΔΣ. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι έτσι θα εξαρτώνται από αυτούς που δεν θέλουν ουσιαστικά να κλιμακωθεί η σύγκρουση. Στην ΕΛΜΕ Πειραιά, ενώ η συνέλευση (600 ανθρώπων) αποφάσισε η απεργιακή επιτροπή να απολογείται στην συνέλευση (Παρά την από κοινού αντίθεση ΠΑΜΕ-ΣΥΝΕΚ) στη συνέχεια με πραξικόπημα στο ΔΣ επέμειναν ότι οι απεργιακές επιτροπές είναι υπό το ΔΣ και όχι υπό τη συνέλευση. Το αποτέλεσμα είναι να τις μετατρέπουν σε ενημερώσεις της πλειοψηφία του ΔΣ και παρατάξεων που περιμένουν πώς και πώς την αποτυχία της απεργίας. Αυτή η “πλειοψηφία” επιμένει ότι δεν πρέπει να κλείσουν τα σχολεία. Οι απεργιακές επιτροπές έτσι μένουν με δεμένα τα χέρια. Η πρωτοβουλία για φρουρές μπροστά στις πόρτες πέφτει πλέον στις πλάτες του κάθε σχολείου χωριστά. Έτσι όμως δεν πρόκειται η απεργία να πάει μακριά. Επειγόντως πρέπει οι απεργιακές επιτροπές να σπάσουν τους περιορισμούς και τις τρικλοποδιές των γραφειοκρατών της ήττας και της αναβολής του αγώνα, που τώρα δήθεν τον στηρίζουν, αλλά για να τον σπάσουν από τα μέσα. Οι αγωνιστές που κινούνται πέρα από τις νομιμόφρονες λογικές των επιγόνων της ΕΔΑ πρέπει τώρα να πάρουν τον αγώνα στα χέρια τους.
Όσο πιο δυναμική μορφή πάρει η απεργία τόσο θα πιεστούν οι δάσκαλοι να μπουν στον αγώνα, σπάζοντας την απεργοσπασία της πασοκοδεξιάς πλειοψηφίας της ΔΟΕ. Το μέτωπο που φαντάζονται ορισμένοι ως προϋπόθεση θα προκύψει μόνο με δυναμικό τρόπο. Οι μαθητές θα μπουν στον αγώνα όχι αν δουν τα χάλια (λες και δεν τα βλέπουν) αλλά αν δουν τους καθηγητές τους να μην αστειεύονται. Οι διοικητικοί υπάλληλοι των ΑΕΙ-ΤΕΙ που τώρα θα δώσουν 1700 στη διαθεσιμότητα, οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία που δίνουν άλλους 1700, στα υπόλοιπα υπουργεία, οι εργαζόμενοι στα ασφαλιστικά που με σειρά τους μπαίνουν σε 5θημερες, οι εργαζόμενοι στους ΟΤΑ, μπορούν μαζί με τους καθηγητές να μετατρέψουν τα σχέδια του Σαμαρά σε μια κόλαση για τον ίδιο και τους παρατρεχάμενους του.
Όπως και να ‘χει η απεργία αυτή είναι η τελευταία ευκαιρία του εργατικού κινήματος να σηκώσει κεφάλι. Σε κάθε περίπτωση η ήττα της δεν θα εξαγριώσει μόνο την κυβέρνηση αλλά και το κατακάθι του φασιστικού υποκόσμου που μόλις πριν δύο μέρες έδωσε μια σαφή προειδοποίηση στην κοινοβουλευτική αριστερά για την τύχη που την περιμένει. Για όσους αμφιβάλλουν οι ευρωεκλογές και οι δημοτικές πλησιάζουν. Ίσως μερικοί να συνειδητοποιήσουν τότε για ποιον μετράει ο χρόνος αντίστροφα. Μόνο που τότε θα είναι πολύ αργά. Ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα.
Κ. Μαραγκός

Σημειώσεις
  1. Ο ΣΥΡΙΖΑ “θα πρέπει να δει περισσότερο την ευθύνη του” είπε ο κ. Κουτσούμπας και πρόσθεσε: “Ο ρόλος των κομμάτων δεν είναι ούτε να ποδηγετούν το κίνημα, ούτε να δίνουν οδηγίες προς ναυτιλομένους, ούτε πολύ περισσότερο να το καλούν να αλλάξει αυτή η κυβέρνηση, να ρίξει αυτή την κυβέρνηση για να έρθει μια άλλη του ΣΥΡΙΖΑ” megatv 13/9/2013
  2. Μπάμπης ο λαγός #2: Τώρα στρώνει το χαλί στους χρυσαυγίτες
  3. Το συγκεκριμένο άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Ισκρα στις 26/8 από τον Ζαφείρη Ανδρέα μέλος της γραμματείας των ΣΥΝΕΚ
  4. Ένα ακόμα άρθρο που θολώνει τα νερά Η ανακατάληψη του σχολείου, Μπάνος Βασίλης, Αυγή 27.06.2013
  5. Η ανακατάληψη του σχολείου, Μπάνος Βασίλης, Αυγή 27.06.2013



 

Χιλή 1973: Το οριστικό τέλος του “ειρηνικού δρόμου για τον σοσιαλισμό”

Στις 11 Σεπτέμβρη κλείνουν 40 χρόνια από την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας του Πινοσέτ που ανέτρεψε τον Αλιέντε και την κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας στέλνοντας στον τάφο τουλάχιστον 8000 αριστερούς αγωνιστές, ενώ δεκάδες άλλους χιλιάδες στις φυλακές, τις εξορίες και τα βασανιστήρια. Με αυτό τον τρόπο η αστική τάξη της Χιλής με τη σύμφωνη γνώμη των αμερικάνων και ευρωπαίων ιμπεριαλιστών αποκεφάλισε τον ανθό του προλεταριάτου θάβοντας μαζί τους και την επαπειλούμενη σοσιαλιστική επανάσταση στη Χιλή. Η σφαγή της Χιλής αποτελεί μια ακόμα εκκρεμότητα όχι μόνο για το ντόπιο κίνημα αλλά και για το παγκόσμιο προλεταριάτο, μια σφαγή που η οφειλή της δεν έχει ακόμα πληρωθεί. Ταυτόχρονα όμως, η Χιλή αποτελεί και μια τρανή απόδειξη για το πού οδηγούν τα νανουρίσματα και οι αυταπάτες του ειρηνικού και ατελείωτου “δημοκρατικού” δρόμου προς το σοσιαλισμό που υποσχόταν τότε η κυβέρνηση του Αλιέντε μαζί με το χιλιανό ΚΚ και σήμερα συνεχίζει να υπόσχεται η αριστερά που θα τους “ταράξει όλους στη νομιμότητα”. Όπως είναι γνωστό, οι καπιταλιστές της Χιλής δεν συμμερίστηκαν καθόλου τους σοσιαλίζοντες πειραματισμούς ούτε φυσικά τις ειρηνόφιλες διαθέσεις της αριστεράς εκείνης της εποχής. Προτίμησαν τον κλασσικό και σίγουρο δρόμο για την υπεράσπιση της ιδιοκτησίας και της εξουσίας τους: την ένοπλη αντεπανάσταση, βυθίζοντας τη Χιλή σε μια μαύρη 16χρονη αντίδραση, χωρίς να χαριστούν ούτε καν στον πρόεδρο Αλιέντε που έκανε τα πάντα για να μην θίξει τα θεμελιώδη τους συμφέροντα. Έστω και 40 χρόνια μετά, όσοι σκέφτονται να περπατήσουν στα ίδια χνάρια ας λάβουν σοβαρά υπόψη τους το αναπόφευκτο τέλος αυτής της διαδρομής.
Ενάντια στη λήθη, αναδημοσιεύουμε μια σύντομη ιστορική αναφορά στα γεγονότα εκείνης της εποχής από τον Κ. Μαραγκό που δημοσιεύτηκε στην Εργατική Εξουσία τον Οκτώβρη του 2004.
chile73

Η Χιλή μετά τον πόλεμο

Από το 1946 στην προεδρία της Χιλής βρίσκεται ο Ριζοσπάστης (αστικό κέντρο) Γκονζάλες Βιντέλα με την υποστήριξη του ΚΚ. Την εποχή εκείνη στην πολιτική σκηνή κυριαρχούν 4 κόμματα. Στα δεξιά το Συντηρητικό και το Φιλελεύθερο, στο κέντρο το Ριζοσπαστικό και στ’ αριστερά το ΚΚ. Σε αντάλλαγμα της υποστήριξής του από το ΚΚ ο Βιντέλα του έδωσε μερικά υπουργεία. Ωστόσο η πολιτική του Βιντέλα δεν περιελάμβανε κανένα φιλολαϊκό μέτρο. Αντίθετα στα πλαίσια του ψυχρού πολέμου η Χιλή σύσφιξε τις σχέσεις της με τις Η.Π.Α., σχέσεις που βάθαιναν την εξάρτησή της από το αμερικάνικο κεφάλαιο τα οποία και έλεγχαν τα ορυχεία χαλκού (η Χιλή ήταν η τρίτη χώρα σε χαλκό στον κόσμο).
Το 1948 ο Βιντέλα αφού πρώτα εξασφάλισε την υποστήριξη των δύο δεξιών κομμάτων έφερε στη Βουλή ένα νόμο για την “υπεράσπιση της δημοκρατίας”, βάσει του οποίου το ΚΚ έβγαινε στην παρανομία. Τον Βιντέλα διαδέχεται στην προεδρεία ο στρατηγός Κάμπο (1952-58) με την υποστήριξη των δεξιών και φυσικά του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού ο οποίος κυριολεκτικά έχει ρημάξει τη χώρα (ορυχεία χαλκού, σιδήρου, τηλεφωνεία, τράπεζες και βιομηχανίες). Στην τετραετία αυτή εμφανίζεται ένα διογκούμενο κλίμα δυσαρέσκειας εξαιτίας του πανύψηλου πληθωρισμού (70%), της μεγάλης ανεργίας και της ατελείωτης φτώχειας στις παραγκουπόλεις και την ύπαιθρο.
Η κατάσταση αυτή στη βάση της κοινωνίας προκαλεί πολιτικές ανακατατάξεις. Το Μάρτη του 1956 συγκροτείται το Δημοκρατικό Μέτωπο Λαϊκής Δράσης (FRAP) με τη συμμετοχή του παράνομου ΚΚ, των Σοσιαλιστών, διαφόρων μικροαστικών σχηματισμών και λίγο αργότερα του Ριζοσπαστικού Κόμματος. Το FRAP βάζει σαν κεντρικό του στόχο τον αγώνα ενάντια στην οικονομική υποταγή στις Η.Π.Α. με άξονα τη νέα συμφωνία για το χαλκό που σκόπευε να υπογράψει η κυβέρνηση. Την ίδια χρονιά ιδρύεται το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα (PDC) με ηγέτη τον -σημερινό πρόεδρο- Εντουάρντο Φρέι. Το PDC προήλθε από την ενοποίηση δύο τάσεων που είχαν αποσχιστεί από το Συντηρητικό Κόμμα 3 χρόνια νωρίτερα (’53).
Στις βουλευτικές εκλογές του 1957 το FRAP πήρε 20% ενώ οι χριστιανοδημοκράτες του PDC 16%. Το 1958 είναι η χρονιά που η αστική τάξη αποφασίζει να “εκσυγχρονιστεί” επιστρέφοντας κατά κάποιο τρόπο στην αστική νομιμότητα. Βεβαίως η επιστροφή αυτή έγινε κάτω από την πίεση μεγάλων διαδηλώσεων και μιας πλατιάς καμπάνιας του FRAP που πέτυχε την κατάργηση του νόμου για την “υπεράσπιση της Δημοκρατίας” (’48) επαναφέροντας το ΚΚ στη νομιμότητα. Την ίδια χρονιά αναλαμβάνει ο Α. Ροντρίγκελ κερδίζει τις προεδρικές εκλογές με την υποστήριξη του Φιλελεύθερου Κόμματος και -τα υπολείμματα- του Συντηρητικού. Ο Ροντρίγκελ ακολούθησε την ίδια πολιτική υποστήριξης των συμφερόντων των αφεντικών της Χιλής και των αμερικάνικων κεφαλαίων.
Την περίοδο αυτή οι μάζες στρέφονται προς τ’ αριστερά απαιτώντας με δυναμικές κινητοποιήσεις την αγροτική μεταρρύθμιση και φιλολαϊκά μέτρα. Το PDC του Φρέι νιώθοντας ότι το FRAP ετοιμάζεται να καρπωθεί τη λαϊκή δυσαρέσκεια υιοθετεί δημαγωγικά μερικά από τα αιτήματα του μαζικού κινήματος. Στο πρόγραμμά του ο Φρέι για τις προεδρικές εκλογές του 1964 υπόσχεται να πραγματοποιήσει την “αγροτική μεταρρύθμιση καταλύοντας τα φεουδαρχικά τσιφλίκια, μοιράζοντας τη γη στους χωρικούς, περιοριστικά μέτρα για τα μονοπώλια, σταθεροποίηση του εθνικού νομίσματος, βιομηχανική ανάπτυξη, ανέγερση εργατικών κατοικιών και σχολείων, εθνικοποίηση των ορυχείων χαλκού”. Έτσι, ο Φρεί γίνεται πρόεδρος με το 55% και μοναδικό αντίπαλο το σοσιαλιστή Αλιέντε (FRAP) που πήρε 39%.
Το FRAP ύστερα από αυτό το αποτέλεσμα έχασε όλους τους μικροαστούς συμμάχους του, οι οποίοι συγκινημένοι από τις δημαγωγίες του Φρέι στοιχήθηκαν πίσω του. Ο Φρέι όμως ήταν αναμενόμενο δεν τήρησε τις υποσχέσεις του παρά μόνο για ένα χρόνο μέχρι δηλαδή τις βουλευτικές εκλογές του 1965 όπου και πήρε το 42%. Στη Βουλή, αν και ψήφιζε μαζί με το FRAP τις μεταρρυθμίσεις, αυτές έμεναν στα χαρτιά. Οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις βρήκαν τη σφοδρή αντίδραση των γαιοκτημόνων και των δεξιών κομμάτων. Η δε εθνικοποίηση των ορυχείων δημιούργησε γενικότερο πρόβλημα στις σχέσεις με τις Η.Π.Α. πράγμα που ανάγκασε την κυβέρνηση να τα μαζέψει. Η αναβλητικότητα αυτή δημιούργησε μια έντονη εσωτερική κρίση μέσα στο κυβερνητικό κόμμα που κατέληξε στην αποχώρηση της αριστερής πτέρυγας το 1969 και του σχηματισμού του Κινήματος Λαϊκής Δράσης και Ενότητας (MARU). To MARU κατηγόρησε το Φρέι για συμβιβασμό με τους αμερικάνους ιμπεριαλιστές, τους γαιοκτήμονες και την αστική τάξη. Η ιδέα για μια επανάληψη του πειράματος του FRAP ξαναπαίρνει σάρκα και οστά. Έτσι το Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου δημοσιεύεται το Πρόγραμμα της Λαϊκής Ενότητας (Unidad Popular) στην οποία συμμετέχουν το Σ.Κ., το Κ.Κ., οι Ριζοσπάστες, το MARU, το Ανεξάρτητο Κίνημα Αριστεράς (ΑΡΙ) και κάποιοι σκόρπιοι σοσιαλδημοκράτες.
Οι Χριστιανοδημοκράτες του PDC σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να διεκδικήσουν εκ νέου την προεδρεία στις εκλογές του 1970, κατεβάζουν για υποψήφιο πρόεδρο τον Τόμικ, ηγέτη της κεντροαριστερής του τάσης. Ο Τόμικ παρουσιάζεται με “εξτρέμ” δηλώσεις για την εθνικοποίηση του χαλκού και για το “μεγάλο συνασπισμό των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων μαρξιστικών και μη”. Όμως ήταν πλέον αργά. Οι Χριστιανοδημοκράτες είχαν χάσει την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο. Οι έδρες τους μειώθηκαν στις 72 -σε σύνολο 200. Τώρα πλειοψηφία είναι οι δυνάμεις της Λαϊκής Ενότητας με 89 έδρες.
Τις υπόλοιπες 39 τις έχουν οι δεξιοί. Τα παραδοσιακά αστικά κόμματα των Φιλελεύθερων και των αποδεκατισμένων Συντηρητικών ενοποιούν τώρα τις δυνάμεις τους στο Εθνικό Κόμμα, σε μια προσπάθεια να σταματήσουν την άνοδο του μαζικού κινήματος. Με ένα πρόγραμμα αντικομμουνιστικής υστερίας και με την αμέριστη οικονομική συνδρομή των πιο αντιδραστικών κύκλων της Χιλής και των αμερικάνικων κεφαλαίων, κατεβάζουν για υποψήφιο πρόεδρο τον Χόρχε Αλεσάντρι.

http://avantgarde2009.files.wordpress.com/2013/09/1d54d-allendecastro-300x215.jpg?w=470Ο Αλιέντε πρόεδρος

Οι ανακατατάξεις στο πολιτικό εποικοδόμημα της Χιλής ήταν στην πραγματικότητα αντανάκλαση της ανόδου του μαζικού κινήματος στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Η Χιλή συγκλονίζεται από εργατικές απεργίες ενάντια στην ανεργία, τον πληθωρισμό και τη φτώχεια. Το 1968 πραγματοποιείται μια νικηφόρα γενική απεργία ενώ το 1969-70 συνταράσσεται από 7 χιλιάδες απεργίες και ένα κύμα καταλήψεων γης από εξεγερμένους χωρικούς σαν απάντηση στην απάτη της αγροτικής μεταρρύθμισης.
Αυτό είναι και το κοινωνικό υπόβαθρο της νίκης του Αλιέντε, ο οποίος στις προεδρικές εκλογές στις 4/9/70 αποσπά το 36,3%. Δεύτερος έρχεται ο δεξιός Αλεσάντρι με 34,9% και τρίτος ο Χριστιανοδημοκράτης Τόμικ με 28,8%. Σύμφωνα με το χιλιανό σύνταγμα για να εκλεγεί άμεσα πρόεδρος απαιτούνταν το 50%. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα αποφάσιζε η Βουλή.
Η εκλογή του Αλιέντε λοιπόν εξαρτιόταν από το PDC, το οποίο ζητούσε ως αντάλλαγμα μια σειρά από εγγυήσεις. Στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν η Λαϊκή Ενότητα δεσμεύτηκε και υπέγραψε τις περιβόητες “θεσμικές εγγυήσεις” οι οποίες προέβλεπαν ότι ο Αλιέντε δεν θα άγγιζε το στρατό, την αστυνομία, τον τύπο, τα κόμματα, την κρατική διοίκηση και την εκκλησία. Με δύο λόγια τα φρούρια του αστικού κράτους θα έμεναν ανέπαφα. Έτσι από την πρώτη κιόλας μέρα (24/10) που ο Αλιέντε ορκίζεται πρόεδρος υποχωρεί σους εκβιασμούς της αστικής τάξης.
Η άρχουσα τάξη δεν ήθελε να ανατρέψει αμέσως τον Αλιέντε γιατί κάτι τέτοιο ενδεχομένως να προκαλούσε ανεξέλεγκτες αντιδράσεις από την εργατική τάξη και τις χιλιάδες επιτροπές βάσης της Λαϊκής Ενότητας. Προτίμησε την τακτική του καρότου και του ροπάλου. Στο ρόλο του “καλού” το PDC ως “σύμμαχοι” του προέδρου, στο ρόλο του κακού το Εθνικό Κόμμα και οι φασίστες της οργάνωσης “Πατρίδα και Ελευθερία”. Στόχος η διαρκής φθορά της κυβέρνησης. Η δολοφονία του αρχηγού του στρατού δύο μέρες πριν ορκιστεί ο Αλιέντε ήταν η πρώτη προειδοποίηση. Η αστική τάξη τρίζει τα δόντια στον Αλιέντε. Στην πραγματικότητα όμως αυτό που έτρεμαν οι καπιταλιστές δεν ήταν ο πρόεδρος αλλά οι εργάτες και οι φτωχοί χωρικοί που τα ήθελαν όλα εδώ και τώρα.

Ημίμετρα που δεν αγγίζουν την αστική ιδιοκτησία

Η Λαϊκή Ενότητα στο πρόγραμμά της υποσχόταν μια σειρά από “αντιμονοπωλιακά” μέτρα όπως η εθνικοποίηση των ορυχείων χαλκού, νίτρου, σιδήρου και άνθρακα, των τραπεζών, του εξωτερικού εμπορίου, της ηλεκτρικής ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών και των μεταφορών. Επιπλέον μέτρα καταπολέμησης της ανεργίας και της φτώχειας, αγροτική μεταρρύθμιση με απαλλοτριώσεις τσιφλικιών και μοίρασμα της γης στους αγρότες. Οι μάζες πίστευαν ότι διαμέσου της εκλογικής νίκης της λαϊκής Ενότητας θα άνοιγε ο δρόμος για το σοσιαλισμό.
Στην πραγματικότητα όμως τα περισσότερα έμειναν στα λόγια. Οι εθνικοποιήσεις συνοδεύονται συνήθως από τεράστιες αποζημιώσεις, μετατρέποντας το φιλόδοξο πρόγραμμα σε καθόλα νόμιμη εξαγορά ορισμένων επιχειρήσεων από το κράτος.

Επιπλέον αυτές οι αποζημιώσεις γονάτιζαν τον κρατικό προϋπολογισμό. Ακόμα και η απαλλοτρίωση των αμερικάνικων τραστ (Ακανόντα, Κένεκοτ Κούπερ) των ορυχείων χαλκού έγινε και αυτή με μια έμμεση αποζημίωση αφού ύστερα από πίεση του PDC στη Βουλή η κυβέρνηση ανέλαβε τα χρέη που ανέρχονταν σε 700 εκ. δολ. Οι εργάτες απαιτούσαν οι απαλλοτριώσεις να γίνονται χωρίς αποζημίωση. Έτσι, η αναγγελία ότι θα εθνικοποιηθεί ο οργανισμός τηλεπικοινωνιών χωρίς αποζημίωση της ΙΤΤ, η οποία διαρκώς συνωμοτούσε κατά της κυβέρνησης, έγινε δεκτή με μια διαδήλωση 350000 εργατών στο Σαντιάγκο. Την άλλη όμως μέρα ο Αλιέντε τα μάζεψε πίσω αποζημιώνοντας τελικά το 70% του κεφαλαίου της ΙΤΤ.
Όλες τελικά οι κρατικοποιήσεις εξελίχθησαν σε εξαγορές του 51% των μετοχών, γεγονός που εκτός των άλλων μετακυλούσε το κόστος κατευθείαν στις πλάτες των εργατών. Μάλιστα με ένα νόμο που ψήφισε η κυβέρνηση το ’72 έδωσε τη χαριστική βολή σε όσους πίστευαν ότι πραγματοποιείται ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός. Με το νόμο αυτό η οικονομία χωρίζεται σε “τρεις τομείς”: κοινωνικός, μικτός και ιδιωτικός. Στην ουσία πρόκειται για μια τελεσίδικη εγγύηση προς τους καπιταλιστές ότι δεν θα θιχτούν οι επιχειρήσεις τους. Το αποτέλεσμα ήταν ο “κοινωνικός” τομέας να περιοριστεί στις 150 επιχειρήσεις σε σύνολο 3500.
Η αγροτική μεταρρύθμιση αποδεικνύεται σκέτο φιάσκο. Η κυβέρνηση Αλιέντε, αντί να ψηφίσει νέο νόμο, εφαρμόζει το νόμο που παράτησε στη μέση η προηγούμενη κυβέρνηση του Φρέι. Ο νόμος αυτός προέβλεπε αποζημίωση των τσιφλικάδων ενώ τους εγγυάται μια “εφεδρεία” 80 εκταρίων που παραμένει στην ιδιοκτησία του παλιού γαιοκτήμονα. Όπως ήταν επόμενο, ο γαιοκτήμονας κράταγε για τον εαυτό του τα πιο γόνιμα αγροκτήματα μαζί φυσικά με όλα τα μέσα παραγωγής (μηχανήματα, εγκαταστάσεις, ζώα, αποθήκες, λιπάσματα) αφήνοντας για τους χωρικούς γυμνή γη. Ακόμα όμως κι αυτή η διαδικασία απόκτησης γης από τους χωρικούς ήταν ανυπόφορη αφού η γραφειοκρατία προφασιζόμενη διάφορα κωλύματα τη σαμπόταρε εντελώς δουλεύοντας σαν τυφλό όργανο των τσιφλικάδων.

Σαμποτάζ και καταλήψεις

Η εργατική τάξη και οι αγρότες πίστευαν ότι τα αφεντικά και τα κόμματά τους ευθύνονταν αποκλειστικά που δεν προχωρούν οι μεταρρυθμίσεις του Αλιέντε. Στο συλλογισμό αυτό υπήρχε πράγματι μια δόση αλήθειας.
Όντως οι καπιταλιστές και οι γαιοκτήμονες σαμπόταραν ανοικτά κάθε μέτρο της κυβέρνησης που θα μπορούσε να θίξει και στο ελάχιστο τα προνόμια, την ιδιοκτησία και τα κέρδη τους. Οι μεγαλοκτηνοτρόφοι οδηγούσαν παράνομα τα κοπάδια τους στην Αργεντινή προκαλώντας ελλείψεις στον εφοδιασμό με κρέας. Στη συνέχεια, το Εθνικό Κόμμα εκμεταλλευόμενο τις τεχνητές ελλείψεις οργάνωνε διαδηλώσεις “κατσαρόλας” στις πόλεις. Την ίδια στιγμή οι καπιταλιστές σταματούν να επενδύουν σε νέες εγκαταστάσεις ενώ άλλοι πουλούν προκειμένου να διοχετεύσουν τα κεφάλαιά τους στο εξωτερικό. Οι έμποροι προκαλούν τεχνητές ελλείψεις εμπορευμάτων για να τα πουλήσουν ύστερα σε υπέρογκες τιμές στη μαύρη αγορά, ενώ “εξαφανίζονται” προϊόντα όπου οι τιμές τους ελέγχονται. Με δύο λόγια η αστική τάξη στήνει ένα οικονομικό χάος για να στριμώξει ακόμα περισσότερο την κυβέρνηση. Και πράγματι τα καταφέρνει. Τα συναλλαγματικά αποθέματα μειώνονται από 500 εκ. δολ. σε 60 τον Απρίλη του 72, το εξωτερικό χρέος ανεβαίνει απότομα στα 4 δις δολ. και μόνο για τους τόκους χρειάζονταν 300 εκ. δολ. το χρόνο, ενώ τέλος ο πληθωρισμός έτρεχε με 114% μέσα στο 1972. Το εσκούδο υποτιμήθηκε 4 φορές και σαν να μην έφταναν όλα αυτά οι τιμές του χαλκού έπεσαν κατακόρυφα στη διεθνή αγορά. Έτσι οι ιμπεριαλιστές πήραν και με το παραπάνω πίσω ό,τι υποτίθεται πως είχαν χάσει.
Όπως και να’ χει η κατάσταση για τους εργάτες και τους αγρότες δεν πάει άλλο. Δεν βλέπουν καμία βελτίωση στη ζωή τους. Όπως ήταν φυσικό ο εκνευρισμός έπαιρνε απίθανες διαστάσεις στο στρατόπεδο των εργατών, οι οποίοι έχουν χάσει πλέον την υπομονή τους και αποφασίζουν να πάρουν τις απαλλοτριώσεις στα χέρια τους.

Στα εργοστάσια ξεσπά ένα κύμα καταλήψεων και απεργιών για αυξήσεις, ενώ οι αγρότες απαλλοτριώνουν τα τσιφλίκια και μοιράζουν τη γη περνώντας πάνω από το κεφάλι της γραφειοκρατίας. Τέτοια γεγονότα συμβαίνουν από τις αρχές κιόλας του 1971. Η κυβέρνηση όμως αντιδρά στέλνοντας την αστυνομία για να καταστείλει τις μικροεξεγέρσεις. Το Γενάρη του ’71 από την κυβέρνηση ο εκπρόσωπός της στο Λόντου, μέλος του ΚΚ γιατί υποστήριζε τις καταλήψεις στα τσιφλίκια για να αντικατασταθεί από άλλο μέλος του ΚΚ που ήταν κατά. Το Μάρτη πολλοί απεργοί εργάτες στις μεταφορές του Σαντιάγκο συνελήφθηκαν. Η κατάσταση αυτή δημιουργούσε διαρκώς εσωτερικές τριβές στην κυβέρνηση με αποτέλεσμα να διώχνονται υπουργοί που προωθούσαν εθνικοποιήσεις. Τελικά από τον Ιούνη του ’72 κανείς πλέον στην κυβέρνηση δεν ξαναμιλάει για εθνικοποιήσεις. Τον Αύγουστο 4 εργάτες σκοτώθηκαν και 160 συνελήφθηκαν σε συγκρούσεις με την αστυνομία που είχε πάει για να σταματήσει καταλήψεις εργοστασίων. Η κυβέρνηση μίλαγε για προβοκάτορες ακροαριστερούς που προκαλούν την κοινωνική αναταραχή. Στο πλαίσιο αυτό έγιναν και επιδρομές σε γραφεία του MIR (Κίνημα Επαναστατικής Αριστεράς).

Οι καπιταλιστές την ίδια περίοδο κάθε άλλο παρά κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια. Σαμποτάρουν ανοικτά προκειμένου να αποκτήσουν τον πλήρη έλεγχο της κατάστασης. Ένα “σχέδιο για 100 χιλιάδες εργατικές κατοικίες” που είχε εξαγγείλει ο Αλιέντε δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ εξαιτίας των κωλυμάτων που έβαζε το Εθνικό Επιμελητήριο Οικοδομών. Μάλιστα στον τομέα των κατασκευών η κυβέρνηση δεν εθνικοποίησε ούτε ένα φτυάρι. Αυτό σε συνδυασμό με το σαμποτάζ στον επισιτισμό των πόλεων δίνει τροφή στα ΜΜΕ που ελέγχονται από το κεφάλαιο για μια υστερική καμπάνια ενάντια στην κυβέρνηση. Ωστόσο η κυβέρνηση προτιμά όλη αυτή την περίοδο τις καρπαζιές που τρώει από τη δεξιά και τ’ αφεντικά να τις ρίχνει στους εργάτες και τους χωρικούς. Το πάζλ του χάους συμπληρώνουν οι τρομοκρατικές επιθέσεις των φασιστών της οργάνωσης “Πατρίδα και Ελευθερία” με πυρπολήσεις γραφείων, ξυλοδαρμούς και δολοφονίες.

Οι εργάτες τσακίζουν την εργοδοσία

Οι δεξιές εφημερίδες από τον Αύγουστο του ’72 καλούν τους μικροαστούς σε απεργίες κατά της κυβέρνησης. Στην πραγματικότητα καλούν σε ένα εργοδοτικό λοκ-άουτ κατά της εργατικής τάξης. Εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία της εργατικής τάξης να δώσει μια διέξοδο από την κρίση οι δεξιοί ετοιμάζονται να καλύψουν το κενό. Από εκείνη τη στιγμή προετοιμάζουν το έδαφος στο στρατό. Στα τέλη του Αυγούστου μαγαζάτορες συγκρούονται με την αστυνομία στο Σαντιάγκο και λίγο αργότερα ξεκινάει η απεργία των ιδιοκτητών φορτηγατζήδων ενάντια στις εθνικοποιήσεις. Η απεργία αυτή ήταν στην κυριολεξία η αρχή της αντεπανάστασης.
Οι εθνικοποιήσεις ήταν ήδη παρελθόν για την κυβέρνηση. Είναι φανερό ότι αυτό το λοκ-άουτ γίνεται καθαρά ενάντια στις καταλήψεις γης και εργοστασίων. Οι ιδιοκτήτες φορτηγών ενάντια στης εργατική τάξη. Η ατομική ιδιοκτησία ενάντια στην κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. Η αντεπανάσταση ενάντια στην επανάσταση. Η απεργία αυτή απειλούσε τις πόλεις με την πείνα. Στη μακρόστενη Χιλή όλα τα εμπορεύματα διακινούνται μόνο με τα φορτηγά αφού δεν υπάρχει σοβαρό σιδηροδρομικό δίκτυο. Καταλαβαίνει κανείς ότι η απεργία αυτή ήταν ένα έμφραγμα για ολόκληρη τη Χιλή. Ο Αλιέντε προτιμά να παριστάνει τον κινέζο και είναι πρόθυμος να συζητήσει με τη “συμπαθή” τάξη των φορτηγατζήδων τα πάντα. Προφανώς να πιστεύει ότι ίσως έτσι να εξισορροπηθεί η κατάσταση και να σταματήσουν οι “ακρότητες” από το προλεταριάτο της πόλης και της υπαίθρου.
Για τους εργάτες όμως, οι φορτηγατζήδες είναι τα σκουλήκια της αντεπανάστασης που πρέπει να τα λιώσουν. Εκείνη τη στιγμή στήνονται τα Cordones Industriales (εργοστασιακά συντονιστικά) και τα Commandos Communales (συνοικιακά συντονιστικά). Με πρωτοβουλία αυτών των συντονιστικών τα εργοστάσια που τα έχουν κλείσει οι εργοδότες ξανανοίγουν από τους εργάτες. Τα φορτηγά επιτάσσονται και το σύστημα παραγωγής και διανομής ξαναμπαίνει σε λειτουργία. Η αστική αντίδραση έχει τσακιστεί στους δρόμους και τα εργοστάσια. Εδώ όμως βρίσκεται και το όριο. Το επόμενο βήμα που έπρεπε να γίνει είναι η κατάληψη της εξουσίας από τους ίδιους τους εργάτες.
Τα Cordones Industriales και τα Commandos Communales θα μπορούσαν να παίξουν το ρόλο που έπαιξαν τα Σοβιέτ στη Ρωσία το 1917, να γίνουν το όχημα καβάλα στο οποίο η εργατική τάξη να έπαιρνε την εξουσία. Αυτό όμως πέρναγε από τον παραμερισμό της κυβέρνησης ταξικής συνεργασίας του Αλιέντε και το τσάκισμα του στρατού και του αστικού κράτους. Δεν υπήρχε όμως καμία πολιτική ηγεσία που θα έπαιρνε μια τέτοια ευθύνη. Για άλλη μια φορά η έλλειψη ενός επαναστατικού κόμματος θα γίνει η αιτία να χαθεί κάθε δυνατότητα για τους εργάτες να πάρουν την εξουσία.

Η επανάσταση βαλτώνει

Ο Αλιέντε εγκλωβισμένος ανάμεσα στην επανάσταση και την αντεπανάσταση προσπαθεί να παίξει τον ειρηνοποιό. Ονειρεύεται μια Χιλή που οι καπιταλιστές θα ζουν αρμονικά με τους εργάτες. Μια τέτοια κοινωνία όμως μπορεί να υπάρξει μόνο στη φαντασία του. Στην προσπάθειά του να βρει ένα στήριγμα για να συνετίσει τους αστούς και τους εργάτες απευθύνεται στο… στρατό!!! Το πραγματικό όμως πρόβλημα του Αλιέντε ήταν πώς θα σταματήσει τους εργάτες. Σε ένδειξη καλής θέλησης προς τ’ αφεντικά και τους στρατοκράτες, πετάει έξω από την κυβέρνηση τον υπουργό εσωτερικών Ντε Κάντο που έκανε τα στραβά μάτια στις “παράνομες” καταλήψεις γη και εργοστασίων, και βάζει τρεις στρατηγούς στην κυβέρνηση. Μεταξύ τους ο φιλοαμερικάνος αντιδραστικός αρχηγός του στρατού Πρατς που δηλώνει ότι ο “στρατός είναι έτοιμος να αποκαταστήσει το νόμο και την τάξη”. Το ΚΚ χαιρετίζει την είσοδο του στρατού στην κυβέρνηση(!!!!!!!!!!). Σχεδόν την ίδια στάση κρατά και το ΜΙR. Απορροφημένο σε μια δουλειά βάσης δείχνει να μην αντιλαμβάνεται το ρόλο του στρατού στην κυβέρνηση. Προφανώς οι ηγέτες του ΜΙR θα πίστευαν ότι ο στρατός θα έμενε ουδέτερος ή ακόμα θα έπαιρνε το μέρος της εργατικής τάξης ενάντια στ’ αφεντικά. Ήταν επόμενο το εργατικό κίνημα να βρεθεί σε πλήρη σύγχυση.
Άσχετα όμως από τις αυταπάτες του ΜΙR, ο Αλιέντε στην προσπάθεια του να καθησυχάσει τους αντεπαναστάτες αλλάζει τον υπουργό οικονομικών και στη θέση του βάζει τον Μίλας φανατικό εχθρό των καταλήψεων. Ο Μίλας εκτός των άλλων είναι και στέλεχος του ΚΚ. Αυτό δεν τον εμποδίζει σε τίποτα να επιστρέψει, παρά τις διαμαρτυρίες των εργατών, τα κατειλημμένα εργοστάσια στους παλιούς τους ιδιοκτήτες.

Το Μάρτιο του ’73 γίνονται εκλογές για τις 150 έδρες του Κοινοβουλίου. Τόσο το Εθνικό Κόμμα όσο και οι Χριστιανοδημοκράτες πίστευαν ότι η Λαϊκή Ενότητα θα πάθαινε πανωλεθρία. Πέρα όμως από κάθε πρόβλεψη η Λ.Ε. πήρε το 44%. Μετά απ’ αυτό η αστική τάξη έχει για τα καλά λυσσάξει. Τα επιτελεία τους καταλαβαίνουν ότι δεν υπάρχει νόμιμος δρόμος για την επιστροφή. Μόνη λύση πλέον είναι ο στρατός.
Η εργατική τάξη δεν ήθελε κανένα πισωγύρισμα. Ήξερε ότι μια επιστροφή της δεξιάς στην κυβέρνηση θα ήταν δέκα φορές χειρότερη από τον Αλιέντε. Η μαζική ψήφος στη Λαϊκή Ενότητα ήταν μια απέλπιδα προσπάθεια πίεσης προς την κυβέρνηση να κάνει πράξη τις αρχικές της διακηρύξεις. Εξάλλου δεν υπήρχε άλλη μαζική επαναστατική εναλλακτική λύση. Το ΜΙR δεν είχε ούτε τις δυνάμεις αλλά τελικά ούτε και τη θέληση να μπει επικεφαλής μιας αριστερής ανατροπής.
Το προλεταριάτο χωρίς ηγεσία προσπάθεια να σηκώσει ξανά κεφάλι. Στα εθνικοποιημένα ορυχεία “Ελ Τενιέντε” ξεκινά μια σκληρή απεργία που κρατάει 70 ημέρες για αυξήσεις στους μισθούς. Η κυβέρνηση όχι μόνο δεν δέχεται καμία συζήτηση αλλά κατασυκοφαντεί τους απεργούς σαν προνομιούχους που ενδιαφέρονται μόνο για την τσέπη τους και όχι για τη Χιλή. Μόλις καταφέρνει να τους απομονώσει από τους υπόλοιπους εργαζόμενους κηρύσσει όλη την περιοχή Ο’Χίγκινς γύρω από τα χαλκωρυχεία σε κατάσταση στρατιωτικού νόμου. Η απεργία πνίγηκε μέσα σε τόνους δακρυγόνων που έριξαν οι δυνάμεις καταστολής. Ακόμα και το ΜΙR τάχθηκε κατά της απεργίας “γιατί αποσταθεροποιούσε την κυβέρνηση”.
Η νέα αυτή ήττα διέσπασε ακόμα περισσότερο το εργατικό μέτωπο, σπέρνοντας μια τρομερή σύγχυση και απογοήτευση.

Η αντεπανάσταση

Για το Εθνικό Κόμμα και το δεξιό χριστιανοδημοκράτη Φρέι έφτασε η ώρα του στρατού. Η εργατική τάξη είναι διασπασμένη και συγχυσμένη. Αν δεν παρθεί τώρα μια πρωτοβουλία μπορεί γρήγορα να συνέλθει και να αντεπιτεθεί. Για τους καπιταλιστές ήταν η ευκαιρία να τελειώνουν μια για πάντα με τον κίνδυνο μια προλεταριακής επανάστασης.
Έτσι στις 29 Ιουνίου, μόλις που είχε λήξει η απεργία στα ορυχεία, το 2ο Σύνταγμα τεθωρακισμένων αποπειράθηκε να καταλάβει το προεδρικό μέγαρο. Ο Αλιέντε καλεί τους εργάτες να βγουν στους δρόμους και να σταματήσουν το πραξικόπημα. Πραγματοποιούνται παντού τεράστιες συγκεντρώσεις ενώ τα εργοστάσια καταλαμβάνονται για άλλη μια φορά. Οι συνοικίες ελέγχονται από τα Commandos Communales και ο κόσμος εξοπλίζεται αφού πρώτα λεηλατούνται οι στρατιωτικές αποθήκες. Το πραξικόπημα καταρρέει. Φυσικά ο πρώτος λόγος της αποτυχίας είχε σχέση με τη μαζική αντίσταση, αλλά υπήρχε και μια δεύτερη αιτία που ήταν η πρόχειρη οργάνωση του πραξικοπήματος.
Στις 5 Ιούλη οι στρατιωτικοί αποχωρούν από την κυβέρνηση. Όλο το μήνα οι δεξιοί μαζί με τους στρατοκράτες προετοιμάζουν εντατικά την επόμενη απόπειρα. Στις 22/7 ψηφίζεται στη Βουλή πρόταση του Εθνικού Κόμματος και του PDC που κηρύσσει παράνομη την κυβέρνηση. Πέντε μέρες αργότερα δολοφονείται ο στρατιωτικός επίτροπος του προεδρικού Συμβουλίου, ενώ δραπετεύει από τη φυλακή ο στρατηγός Βιώ συνεργός στη δολοφονία του αρχηγού του στρατού στις 22/10/70. Οι δεξιές εφημερίδες μαζί με τους φασίστες καλούν σε μια “νέα Τζακάρτα”, υπενθυμίζοντας τη σφαγή μισού εκατομμυρίου κομμουνιστών στην Ινδονησία του 1965.
Ενώ όμως ετοιμάζεται η αντεπανάσταση, στις εργατικές συνοικίες επικρατεί αναβρασμός. Αυτή τη φορά υπάρχει ένα νέο δεδομένο. Οι εργάτες εξοπλίζονται και επιχειρούν να οργανώσουν ομάδες αυτοάμυνας. Η κυβέρνηση περπατάει στην κυριολεξία πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί. Οι μέρες της είναι πλέον μετρημένες. Ή πραξικόπημα ή εργατική εξουσία.
Το ΚΚ όμως είχε διαφορετική γνώμη. Πίστευε ότι αυτή η ισορροπία μπορεί να κρατήσει αιώνια. Αντί λοιπόν να υπερασπιστούν τον προλεταριακό εξοπλισμό και τη δημιουργία εργατικών πολιτοφυλακών. ο ηγέτης των σταλινικών Λουίς Κορβαλάν προτιμά να σκορπά αυταπάτες: “Η ανταρσία νικήθηκε χάρη στην άμεση επέμβαση του αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων και της αστυνομίας… υποστηρίζουμε τον απόλυτα επαγγελματικό χαρακτήρα του στρατού. Η αποφυγή του εμφυλίου αποτελεί τον πρωταρχικό πολιτικό καθήκον όλων των Χιλιανών είτε είναι οπαδοί της κυβέρνησης είτε όχι… Γι’ αυτό εκτιμούμε όχι μόνο τη φωνή της εργατικής τάξης αλλά επίσης και τα λόγια της εκκλησίας και των πρυτάνεων του πανεπιστημίου”.
Εκκλήσεις όμως από το ΚΚ γίνονταν και προς τους φασίστες “για να αποφύγουμε τις τεχνητές διαιρέσεις και τον εμφύλιο, για να ενώσουμε τη χώρα στο κοινό συμφέρον”. Την ίδια ώρα ο Αλιέντε προειδοποιούσε ότι: “Εδώ Δε θα υπάρχουν ένοπλες δυνάμεις παρά μόνο εκείνες που αναφέρονται στο Σύνταγμα. Δηλαδή ο στρατός, το ναυτικό και η αεροπορία. Αν εμφανιστούν οποιεσδήποτε άλλες δυνάμεις θα συντριφτούν”Στις 29 Αυγούστου ο Αλιέντε διορίζει αρχηγό του στρατού τον Πινοσέτ, θεωρώντας σίγουρο ότι αυτός δεν θα… συνωμοτήσει κατά της κυβέρνησης (!!!) κι αμέσως ψηφίζει ένα νόμο για τον γενικό αφοπλισμό. Με βάση αυτό το νόμο ο Αλιέντε ζήτησε από τους εργάτες να διαλύσουν τις ένοπλες ομάδες και να παραδώσουν τα όπλα. Επίσης απαιτεί από τα Cordones Industriales να επιστρέψουν τα εργοστάσια που κατέλαβαν για να σταματήσουν το πραξικόπημα του Ιούνη και στέλνει το στρατό όπου χρειάζεται για να κατασταλούν οι αντιδράσεις.
Στις 5/9 ένα εκατομμύριο διαδηλώνει στην Τρίτη επέτειο από τη νίκη του Αλιέντε. Στις 6/9 πραγματοποιούν αντιδιαδήλωση οι δεξιοί ζητώντας την παραίτησή του. Στις 7 Ο πρόεδρος καταγγέλλει τον κίνδυνο πραξικοπήματος και καλεί τα κόμματα να υποστηρίξουν τη συνταγματική τάξη. Το PDC διαβεβαιώνει ότι δεν θα υποστηρίξει κανένα πραξικόπημα. Τρίχες! Μαζί με το Εθνικό Κόμμα και τους στρατοκράτες το είχαν ήδη αποφασίσει.
Στις 11 Σεπτέμβρη τα τεθωρακισμένα κύκλωναν το προεδρικό μέγαρο το οποίο βομβάρδισαν το μεσημέρι μαχητικά της αεροπορίας. Ο Αλιέντε όμως είχε πριονίσει μόνος του το κλαδί που καθόταν. Δεν υπήρχε κανείς για να τον υποστηρίξει. Μάλιστα λίγες μόνο μέρες πριν το πραξικόπημα δεν αντέδρασε καθόλου στις τελευταίες εκκαθαρίσεις δημοκρατικών αξιωματικών στο στρατό. Όταν στο Βολπαράιζο οι στρατιώτες και οι ναύτες καταγγέλλουν το επερχόμενο πραξικόπημα ο Αλιέντε έκανε την πάπια με αποτέλεσμα οι στρατοκράτες να προβούν σε μαζικές εκκαθαρίσεις. Μέχρι και ο ηγέτης της αριστερής τάσης του Σοσιαλιστικού Κόμματος ο γ.γ. Αλταμιράνο κατηγορήθηκε από τη δεξιά ότι ετοίμαζε κόκκινο πραξικόπημα. Έχοντας η ίδια η Λαϊκή Ενότητα αποκεφαλίσει τα μαχητικότερα τμήματα του προλεταριάτου έκανε το πραξικόπημα σκέτο περίπατο για τον Πινοσέτ. Τα γεγονότα από δω και πέρα είναι λίγο πολύ γνωστά. 16 χρόνια δικτατορία, χιλιάδες νεκροί και αγνοούμενοι, δεκάδες χιλιάδες εξόριστοι και διαλυμένες οικογένειες.

Γιατί χάθηκε η ευκαιρία

Τα γεγονότα στη Χιλή συνέπεσαν με τη γενική άνοδο του κινήματος στη λατινική Αμερική και σε όλο τον κόσμο. Ο Μάης του ’68, η Πράγα, τα εργοστασιακά συμβούλια στην Ιταλία στις αρχές του ’70, το Βιετνάμ, λίγο αργότερα η επανάσταση στην Πορτογαλία το ’75 και τη Νικαράγουα το ’78. Στη Χιλή η εργατική τάξη έφτασε μια ανάσα από την εξουσία. Μια νίκη εκεί ίσως θα άλλαζε τον παγκόσμιο συσχετισμό σε μια περίοδο μάλιστα που ο παγκόσμιος καπιταλισμός βρίσκεται στο κέντρο μια οικονομικής κρίσης.

Η κύρια αιτία που χάθηκε η ευκαιρία στη Χιλή ήταν η έλλειψη ενός γερού επαναστατικού κόμματος. Οι δυνάμεις της Λαϊκής Ενότητας ήταν διαποτισμένες με το ρεφορμισμό. Το ΚΚ με τα 60000 μέλη, ένα μήνα πριν το πραξικόπημα επέμενε στη στρατηγική των σταδίων.
Ο Μπαντσέρο στέλεχος του ΚΚ έλεγε: “Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του επαναστατικού προτσές στη Χιλή είναι ότι άρχισε και συνεχίζεται μέσα στα πλαίσια των αστικών σωμάτων του παρελθόντος. Στη Χιλή όπου τώρα γίνεται μια αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή και αντιφεουδαρχική δημοκρατική λαϊκή επανάσταση, έχουμε ουσιαστικά διατηρήσει την παλιά κρατική μηχανή… Οι ένοπλες δυνάμεις Δε λαμβάνουν μέρος στη πολιτική συζήτηση και υποτάσσονται στη νόμιμα εκλεγμένη εξουσία…. Όταν κερδίσουμε βαθμιαία τον κρατικό μηχανισμό τότε θ’ αρχίσουμε να τον μεταμορφώνουμε προς το συμφέρον της παραπέρα εξέλιξης της επανάστασης”. Να πώς ξεδίπλωνε το ΚΚ τη ρεφορμιστική του στρατηγική. Η κοινωνική αλλαγή ήταν μια… “πολιτική συζήτηση”. Λίγες μέρες αργότερα αυτές ακριβώς οι ένοπλες δυνάμεις έστελναν τα στελέχη του ΚΚ στα μπουντρούμια και τα όνειρα για μια βαθμιαία αλλαγή στο σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας.
Είναι φανερό ότι αυτές οι απόψεις είναι που οδήγησαν στη σφαγή την επανάσταση. Στο Σοσιαλιστικό Κόμμα αναπτύχθηκε μια αριστερή τάση με ηγέτη τον Κάρλος Αλταμιράνο η οποία έφτασε να δηλώνει το 1971 ότι δεν μπορεί να υπάρξει ειρηνικό πέρασμα στο σοσιαλισμό. Θα έλεγε κανείς ότι η τάση αυτή έμοιαζε με τους διεθνιστές Μενσεβίκους στη Ρωσία του ’17. Όμως η απουσία μια οργανωμένης δύναμης σαν τους Μπολσεβίκους που θα τράβαγε πίσω της την αριστερά του ΣΚ αλλά και τους διαφωνούντες της Κομμουνιστικής Νεολαίας έκανε τις τάσεις αυτές να παλαντζάρουν ανάμεσα στο ρεφορμισμό και την επανάσταση.
Miguel EnriguezMiguel Enriguez, ηγέτης του MIR. Δολοφονηθηκε στις 5/10/1974
Το ΜΙR ήταν μια οργάνωση με 6000 αγωνιστές. Ιδεολογικό τέκνο του γκεβαρισμού δεν μπόρεσε ποτέ να συνδεθεί με το οργανωμένο προλεταριάτο των πόλεων. Στις εκλογές του ’70 σε ένα παροξυσμό αριστερισμού κάλεσε σε αποχή, ενώ λίγο αργότερα επιβεβαίωνε το ρητό ότι ο αριστερισμός είναι η άλλη όψη του οπορτουνισμού, όταν υποστήριζε κριτικά την κυβέρνηση Αλιέντε. Το ΜΙR είχε ξεχάσει ότι για την ανατροπή του καπιταλισμού το σημείο κλειδί είναι η κατάληψη της εξουσίας. Εξαντλήθηκε στο να οργανώνει τα Commandos Communales κατά περιοχές χωρίς όμως να έχει κι ένα σχέδιο να τα ενοποιήσεις με τα εργοστασιακά συμβούλια δημιουργώντας μια πραγματική δύναμη ικανή να πάρει την εξουσία. Προφανώς για το ΜΙR μια τέτοια δουλειά δεν είχε σημασία.
Μαζί όμως με τον οπορτουνισμό του το ΜΙR προχωρούσε και σε τυχοδιωκτικές ενέργειες. Π.χ. οργάνωνε καταλήψεις εργοστάσιων μόνο του χωρίς να οργανώνει τους εργάτες για να το κάνουν οι ίδιοι. Στις εκλογές του ’73 σε μια φάση όπου η δυσαρέσκεια ήταν τεράστια το ΜΙR αντί να κατέβει στις εκλογές με δικούς του υποψηφίους έδωσε αβίαστα υποστήριξη στον Αλταμιράνο. Ήταν φανερό ότι δεν ήθελε να πάρει καμία ευθύνη σε κεντρικό επίπεδο, αφήνοντας έτσι την αριστερά της Λαϊκής Ενότητας στην τύχη της.

Το πραξικόπημα θα μπορούσε να συντριβεί. Μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε με ακρίβεια στην ανατροπή από τα αριστερά της Λαϊκής Ενότητας. Ένα σενάριο που θα θύμιζε έντονα το ξεδίπλωμα της Ρώσικης Επανάστασης. Μόνο που εδώ έλειπαν οι Μπολσεβίκοι.



 

Ό,τι “περισσεύει” πρέπει να εξοντωθεί

Τι κοινό μπορεί να έχει η εκκένωση των τριών καταλήψεων στην Πάτρα ξημερώματα 5ης Αυγούστου με τις χιλιάδες απολύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη αυτές τις μέρες στο δημόσιο, το κλείσιμο δεκάδων νοσοκομείων και εκατοντάδων σχολείων μαζί και τομέων της τεχνικής εκπαίδευσης και όλα αυτά με την εξέγερση (Αμυγδαλέζα 10-11/8) στα στρατόπεδα εγκλεισμού χιλιάδων μεταναστών και με τις επιχειρήσεις καταστροφής καταυλισμών τσιγγάνων σε περιοχές της Πελοποννήσου;


Ό,τι “περισσεύει” πρέπει να εξοντωθεί


Μια προφανής απάντηση θα ήταν ότι το κράτος έκτακτης ανάγκης εμπεδώνει την παρουσία του σπάζοντας κάθε τόσο το προηγούμενο ρεκόρ καταστολής και αυταρχισμού, την ίδια στιγμή που η κατεδάφιση του κοινωνικού δημόσιου τομέα συνοδεύεται από την απόλυτη κυριαρχία του κατασταλτικού του τομέα. Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Οι συντονισμένες αυτές πράξεις αποτελούν μέρος μιας συνολικότερης στρατηγικής επίλυσης της κρίσης. Η καταστροφή του πλεονάζοντος κεφαλαίου (και τέτοιο είναι εκείνο που δεν παράγει τα προσδοκώμενα ποσοστά κέρδους τέτοια που να μπορούν να το αναπαράγουν) συνοδεύεται από μια εκτεταμένη καταστροφή της εργασίας και συνάμα των θεσμών (κράτος πρόνοιας ή κοινωνικό κράτος) αναπαραγωγής τους. Στην εποχή της κρίσης και μιας παρατεταμένης ύφεσης ότι “περισσεύει” πρέπει να εξοντωθεί. Ότι περισσεύει βεβαίως για τις ανάγκες του κεφαλαίου προκειμένου μέσω της απορρύθμισης της προηγούμενης ισορροπίας (μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο) το σύστημα να καταστεί εκ νέου λειτουργικό και το κεφάλαιο κερδοφόρο. Αυτό που ζούμε είναι μια εκτεταμένη καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και των θεσμών (εκπαίδευση, πρόνοια κλπ) της μεταπολεμικής δυτικής δημοκρατίας που συνόδευσαν μια ορισμένη ταξική ισορροπία. Ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί σε αυτό το επίπεδο με έναν ανεξέλεγκτο πόλεμο, το κεφάλαιο επιχειρεί να πετύχει μέσα από μια ελεγχόμενη καταστροφή. Ότι ακριβώς συμβαίνει με τη διαχείριση των κρατικών χρεών και της χρεοκοπίας των τραπεζών. Οριζόντια κουρέματα ούτως ώστε να θιχτούν όλοι από λίγο ή και περισσότερο, αποφεύγοντας έτσι ένα ανεξέλεγκτο ντόμινο που να οδηγήσει στην απώλεια του ελέγχου της εξουσίας. Η αστική τάξη μέσα από το κράτος της πρέπει να αποδείξει και στην εποχή της κρίσης ότι μπορεί να εγγυηθεί το status quo και την διατήρηση της υπάρχουσας κοινωνικής πυραμίδας. Ο μικροαστός που στήριξε στα χρόνια της ευμάρειας τα μεγάλα αφεντικά του, τώρα οφείλει να πολεμήσει στο πλευρό τους, χάνοντας ακόμα και την περιουσία του, με όφελος στην “επανεκκίνηση της οικονομίας” να βρεθεί όχι στον πάτο της κοινωνίας, αλλά τουλάχιστον εκεί που ήταν πριν το 2009. Βεβαίως κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί με σιγουριά την επιτυχία αυτής της στρατηγικής και την αποκατάσταση της ισορροπίας του συστήματος, ούτε για τις ενδεχόμενες παρενέργειές της (φασιστική εναλλακτική) από νέες κοινωνικοπολιτικές συμμαχίες που επιδιώκει η άρχουσα τάξη προκειμένου να ανασυνθέσει το μπλοκ εξουσίας της με δυνάμεις που ενώ δρουν συμπληρωματικά στην επιβολή του νόμου και της τάξης ταυτόχρονα όμως μπορούν να πάρουν και τις δικές τους πρωτοβουλίες.


Τέλος του κοινωνικού συμβολαίου…

Η καταστολή των καταλήψεων που λαμβάνει χώρα από τον Δεκέμβρη με την εκκένωση της Βίλας και της Σκαραμαγκά, της Δέλτα στη Θεσσαλονίκη, της Αγοράς στην κυψέλη, οι απανωτές αστυνομικές επιχειρήσεις εντός του πάλαι ποτέ πανεπιστημιακού ασύλου κατά κυρίως αυτοδιαχειριζόμενων στεκιών και τώρα η τριπλή επιχείρηση στην Πάτρα, εκτός από το να είναι η πρακτική επιβολή του νόμου και της τάξης που υποσχέθηκε ο Σαμαράς για να εφαρμόσει ο Δένδιας, εκτός από το να είναι ένα σκληρό χτύπημα στον αντιεξουσιαστικό χώρο, αλλά και μια σαφή προειδοποίηση στο ΣΥΡΙΖΑ (Αγορά κυψέλης) να μην διανοηθεί να εμπλακεί εκ νέου με παρόμοια εγχειρήματα, υποδηλώνουν ταυτόχρονα και το τέλος του κοινωνικού συμβολαίου, με τον ίδιο τρόπο που το υποδηλώνει η άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, ως το τελευταίο κάστρο των σταθερών εργασιακών σχέσεων και μιας ρυθμισμένης αγοράς εργασίας. Όλα αυτά τα απομεινάρια της προηγούμενης ισορροπίας, το κράτος έκτακτης ανάγκης οφείλει να τα εξαφανίσει ακόμα και από την μνήμη των υπηκόων του.

Οι καταλήψεις κυρίως για τον α/α χώρο εντάσσονταν σε μια στρατηγική απελευθέρωσης κοινωνικών περιοχών. Για το εναλλακτικό κομμάτι του χώρου αυτού (με το ίδιο εύρος διαφορετικών αντιλήψεων όσο και ο αριστερός) η στρατηγική αυτή ήταν και η μοναδική για την οικοδόμηση ενός ανταγωνιστικού κινήματος στον καπιταλισμό που θα οικοδομεί από τώρα στις περιοχές αυτές μια διαφορετική κοινωνία. “Απελευθερωμένοι χώροι και μερικά πάρκα σήμερα, απελευθερωμένες γειτονιές αύριο, απελευθερωμένες πόλεις μεθαύριο”, αυτή είναι μια στρατηγική που δεν θα έμπαινε στον πειρασμό μιας αναμέτρησης με το κράτος και επομένως με την πιθανότητα μιας ακόμα συντριβής του κινήματος, την ίδια στιγμή που θα αποδομούσε τις κυρίαρχες ανταγωνιστικές καπιταλιστικές σχέσεις από τα κάτω. Την τελευταία διετία μια προσπάθεια ανταλλακτικής ή “συνεργατικής” οικονομίας μαζί και ένα δύο παραδείγματα αυτοδιαχειριζόμενων εργοστασίων (ΒΙΟΜΕ) μαζί και η επιτυχής έκβασης έως τώρα δυο τοπικών αναμετρήσεων (Κερατέα, Σκουριές Χαλκιδικής) έδωσε επιπλέον πόντους σε αυτή τη στρατηγική.

…και της ανοχής σε εναλλακτικούς πειραματισμούς

Όμως από τις αρχές του 2013 το σκηνικό έχει αλλάξει. Η γενική πτώση του κινήματος μετά τις 12 Φλεβάρη του 2012 και η αποκατάσταση της αστικής εκπροσώπησης μετά τις εκλογές του Ιούνη, δεν άφησαν αλώβητο το κίνημα των αυτοοργανωμένων εγχειρημάτων, ούτε φυσικά το πολλά υποσχόμενο σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ υπό τον τίτλο “κανείς μόνος του στην κρίση”. Η στροφή του κινήματος από την μετωπική σύγκρουση με το κράτος, γύρω από την πλατεία Συντάγματος, στην ενασχόληση με τα θύματα της κρίσης, με τους αναδιοργανωμένους χώρους, και με τις συνεργατικές προσπάθειες έχει χρεοκοπήσει, ακριβώς γιατί όλα αυτά μπορούσαν να υπάρχουν μόνο στο βαθμό που τους έδινε χώρο η κεντρική σύγκρουση με το κεφάλαιο και το κράτος. Μόνο δηλαδή στο βαθμό που μπορούσε να αμφισβητηθεί η πολιτική σταθερότητα. Για παράδειγμα η δυνατότητα των μεταναστών να πουλάνε την πραμάτεια τους, ως μια εναλλακτική εμπορίου έξω από τη θεσμική του κανονικότητα, περιορίστηκε ασφυκτικά από την επιχείρηση “πάταξη της ανομίας”. Μια επιχείρηση που έχει τύχη, όχι γιατί ξαφνικά έγινε η πρώτη επιλογή από την κυβέρνηση Σαμαρά, αλλά γιατί τώρα ακριβώς μπορεί να εφαρμοστεί. Άλλωστε ο Χρυσοχοίδης, ο Λοβέρδος και πριν ο Καραμανλής υποσχέθηκαν νόμο και τάξη αλλά με πενιχρά αποτελέσματα. Τώρα μέσα σε λίγους μήνες το φοιτητικό άσυλο έχει σπάσει τόσες φορές όσες δεν έσπασε από τις απαρχές του ελληνικού κράτους. 

Οι καταλήψεις λοιπόν ήταν κι αυτές μέρος μιας προηγούμενης ταξικής ισορροπίας που το κράτος ανεχόταν, αλλά ταυτόχρονα βολευόταν προκειμένου να συνεχίζει την απρόσκοπτη αναπαραγωγή του συστήματος. Ένα σύστημα που επένδυε σε θεσμούς αναπαραγωγής (μαζική εκπαίδευση, ρυθμισμένες εργασιακές σχέσεις, συμμετοχικοί θεσμοί ταξικής συνεννόησης=συνδικάτα, συνδιοίκηση, με ανάλογες παραχωρήσεις προς αυτά) της εργατικής δύναμης, αφήνοντας χώρο ακόμα και σε θεσμούς που δεν ήταν άμεσα υπό τον έλεγχό του (συνδικάτα) ακόμα και με παράπλευρες απώλειες (καταλήψεις σε χώρους δουλειάς, πανεπιστήμια ή μόνιμες καταλήψεις κυρίως αντιεξουσιαστών), πιστεύοντας ότι έτσι θα εκτονώνεται μια ορισμένη κοινωνική δυναμική που αναπτύσσεται από τις αντιθέσεις που παράγει ακόμα και ένα ρυθμισμένο σύστημα. Άσχετα λοιπόν από την αφήγηση που μπορεί να έχει ο α/α χώρος για τις καταλήψεις τουν ως εγχειρήματα κοινωνικής απελευθέρωσης ή ως θύλακες της επίθεσης του ανταγωνιστικού κινήματος, στην πραγματικότητα μπορούσαν να επιβιώνουν μόνο στο πλαίσιο ενός ευρύτερου κοινωνικού συσχετισμού και μιας ορισμένης ανοχής του κράτους, αντίστοιχη σε αυτή που έδειχνε απέναντι στις 2ωρες καταλήψεις του Πάμε σε υπουργεία, ή των καταλήψεων σε χώρους δουλειάς ή σε δημόσια κτίρια από θεσμικά αναγνωρισμένα συνδικάτα, ή σε χτισίματα πορτών από τα ΕΑΑΚ ή και την ΠΚΣ κατά τη διάρκεια συνεδριάσεων τμημάτων ΑΕΙ “καταργώντας στην πράξη” τον τάδε ή δείνα νόμο.

Τώρα όλα αυτά τα προϊόντα, είτε ως πρακτικές είτε ως μόνιμα εγχειρήματα, του προηγούμενου κοινωνικού συμβολαίου, δεν έχουν χώρο στην νέα κατάσταση που διαμορφώνει το κράτος έκτακτης ανάγκης. Με τον ίδιο τρόπο που το νέο κοινωνικό συμβόλαιο δεν έχει ανάγκη τη μονιμότητα των πολιτικών δημοσίων υπαλλήλων. Εννοείται ότι αυτό δεν πρόκειται επ’ ουδενί να συμβεί με τον κατασταλτικό μηχανισμό του κράτους που διαρκώς θα ενισχύεται ποικιλοτρόπως. Η ένταξη των 3000 άοπλων δημοτόμπατσων στην ένοπλη ΕΛΑΣ είναι σαφώς μέρος αυτής της ενίσχυσης, παρά τα όσα κυκλοφορούν για τους κακόμοιρους δημοτικούς αστυφύλακες.

Πάει περίπατο και ο εκδημοκρατισμός του κράτους…

Η διακυβέρνηση τέλος με προεδρικά διατάγματα και υπουργικές αποφάσεις είναι επίσης ένα ακόμα κομμάτι στο παζλ της αυταρχικοποίησης του κράτους και της δημόσιας ζωής. Το ρεφορμιστικό ένστικτό του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα μπορούσε να πέσει έξω τουλάχιστον σε αυτό το σημείο και δικαίως εξεγείρεται για την απαξίωση της νομοθετικής εξουσίας στην οποία νόμιζε ότι μπορεί με κάποιο μαγικό τρόπο να συνδιαμορφώνει, με τον ίδιο σχεδόν τρόπο που συνεχίζει να πιστεύει ο Φ. Κουβέλης. Αυτή η αριστερά βεβαίως όταν στις αρχές του 2000 ψηφίζονταν σωρηδόν οι αντιτρομοκρατικοί νόμοι για να εφαρμοστούν αρχικά κατά των ένοπλων οργανώσεων και στην συνέχεια εναντίον όσων αντιστέκονται, και όταν ο ρατσισμός κατά των μεταναστών έπαιρνε χαρακτηριστικά επιδημίας δεν κούναγε ούτε το μικρό της δακτυλάκι για να τα σταματήσει, νομίζοντας είτε ότι δεν την αφορά, είτε ότι το μένος του κράτους και της αντίδρασης θα εκτονωθεί στα κεφάλια άλλων από τα δικά της. Τώρα που ήρθε η ώρα όχι μόνο για την ίδια αλλά και για τα κοινωνικά στρώματα πάνω στα οποία στηρίζεται, δείχνει πόσο ανέτοιμη είναι να υπερασπιστεί τις κόκκινες γραμμές της.

…και η αυταπάτη της βαθμιαίας κατάλυσης των καπιταλιστικών σχέσεων



Η καταστολή των καταλήψεων και η καταστροφή των προηγούμενων εργασιακών σχέσεων σηματοδοτεί και το τέλος των αυταπατών για μια βαθμιαία κατάλυση των καπιταλιστικών σχέσεων, μέσω της σταδιακής απελευθέρωσης γεωγραφικών ή εργασιακών περιοχών που δήθεν θα αποτελέσουν την ατμομηχανή για την απελευθέρωση του συνόλου της κοινωνίας. Μπορεί ο ρεφορμισμός να το επιχειρούσε μέσα από μια συνεννόηση με την άρχουσα τάξη, θεσμίζοντας τις όποιες κατακτήσεις (“ενός αιώνα”) που τώρα γκρεμίζονται σε δύο χρόνια, και ο α/α χώρος κερδίζοντας τις δικές του περιοχές αυτοδιαχείρισης χωρίς να έρχεται σε συνδιαλλαγή με το καθεστώς, όμως και οι δύο στρατηγικές, όφειλαν την επιτυχία τους στην ύπαρξη μιας ευρύτερης ταξικής ισορροπίας που εν πάση περιπτώσει εξυπηρετούσε τις ανάγκες αναπαραγωγής του συστήματος. Το αντίτιμο για αυτές τις παραχωρήσεις από τη μεριά της άρχουσας τάξης, δεν ήταν “να δώσουμε τη μάχη από καλύτερες θέσεις” αλλά να ξεχαστεί ο αγώνας για την καθολική κοινωνική απελευθέρωση. Ο αγώνας αυτός είχε ξεχαστεί σε όλες τις πτέρυγες του ταξικού μας στρατοπέδου, οι οποίες είχαν προσαρμοστεί στο ρυθμιστικό πλαίσιο του κοινωνικού συμβολαίου, αφήνοντας την έφοδο στο ουρανό μόνο ως αξιακή διακήρυξη.

Η άρχουσα τάξη ξαναμοιράζει την τράπουλα

Τώρα οι όροι αναπαραγωγής του συστήματος δεν αφήνουν περιθώρια για εναλλακτικούς κοινωνικούς πειραματισμούς, τώρα η αστική τάξη αρνείται την διαπραγμάτευση ακόμα και με τον καθεστωτικό ρεφορμισμό και τους συνδικαλιστικούς του βραχίονες, τώρα οι νέες κοινωνικές συμμαχίες χτίζονται με τα μεταλλαγμένα κοινωνικά αποκαΐδια των 90′s και του μιλένιουμ, του χρηματιστηρίου, των στριπτιζάδικων, των επιδοτήσεων για όλο το βαμβάκι, των ολοκληρωμένων μεσογειακών, των πακέτων Ντελόρ και των ΕΣΠΑ, των δανειόπληκτων κάθε είδους που έχτισαν βίλες και εξοχικά και κυκλοφόρησαν με κομπρέσορ, με ελληνόπληκτους που μες την ντόπα παρίσταναν την υπερδύναμη στο πανευρωπαϊκό και του ολυμπιακούς τους 2004, στους μικροαστούς κάγκουρες που απέκτησαν υπηρέτριες από τη Μολδαβία, κηπουρούς από το Πακιστάν και εργάτες από την Αλβανία για να παριστάνουν τα αφεντικά, και στους κάθε είδους πορτιέρηδες, προαγωγούς και παρατρεχάμενους της άγριας νυχτερινής ζωής σε παραλιακές και παραλίες ανά την χώρα μαζί με την πελατεία τους που αποβλακωμένη έτρεχε στα γυμναστήρια και μορφωνόταν με life style για να μπορεί να σταθεί στις ουρές έξω από τα σκυλάδικα για να χορέψουν στους ρυθμούς της Βίσση και του Ρέμου. Όλο αυτό το σκυλολόι, “αγανακτισμένο” από την μνημονιακή κατάσταση που βρέθηκε η χώρα και με άποψη ότι “αν είχαμε κάνει από νωρίς τις μεταρρυθμίσεις που έπρεπε δεν θα φτάναμε μέχρι εδώ”, έχει πειστεί ότι υπεύθυνοι για την κατάντια του έθνους είναι όλοι αυτοί που υποδεικνύουν οι μέντορές τους, της τηλεοπτικής βεβαίως ενημέρωσης. Γιατί ο συγκεκριμένος πληθυσμός εθισμένος σε συγκεκριμένους κώδικες μπορεί να επικοινωνήσει μόνο σε αυτές τις συχνότητες που άλλωστε τον βολεύουν, δεδομένου ότι εκεί δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του ως υπαίτιο τις κρίσης, αλλά όλους τους άλλους: Μετανάστες, συνδικαλιστές, κουλτουριάρηδες, αριστερούς, αναρχικούς, περιθωριακούς, Πακιστανούς (αυτή είναι άλλη κατηγορία από τους μετανάστες), απεργούς, και τώρα δημόσιους υπάλληλους, συνταξιούχους, ο δημόσιος τομέας γενικά που δεν παράγει τίποτα και τον νέμονται όλοι οι τσιγγάνοι, οι ξένοι, και οι κοπανατζήδες δημόσιοι που πληρώνονται χωρίς να δουλεύουν. Και γενικά όσοι υποστηρίζουν όλες αυτές τις ομάδες που από την μεταπολίτευση (“στην χούντα αυτά δεν γινόντουσαν”) υποδούλωσαν την Ελλάδα στους ξένους και για να παίρνουν τους μισθούς τους και τα επιδόματά τους, ανάγκαζαν το κακόμοιρο κράτος να δανείζεται από το εξωτερικό.

Από την διαπραγμάτευση στην καθολική αναμέτρηση

Η αποιδεολογικοποίηση του κινήματος, η άρνηση της αριστεράς και του α/α χώρου να σκεφτεί πάνω στην στρατηγική της επανάστασης, η απώθηση κάθε τελικής αναμέτρησης ως γιακωβίνικης στρατηγικής που δεν αντιστοιχεί στην ουσία του προλεταριακού αγώνα, είναι η βασική αιτία καθήλωσης του κινήματος μπροστά στο σοκ που επιβάλει η αστική αντεπανάσταση. Είναι προφανές ότι τα εργαλεία και οι πρακτικές της προηγούμενης συνθήκης δεν δουλεύουν πια. Όμως συμβαίνει και κάτι βαθύτερο. Η αδυναμία πράξης συνοδεύεται και από μια αδυναμία κατανόησης της νέας πραγματικότητας. Και αυτό είναι πολύ κρίσιμο για να υπάρχει απάντηση από τους από κάτω.
Η πραγματικότητα δεν είναι αυτή μιας μερικής ταξικής διαπραγμάτευσης αλλά μιας καθολικής αναμέτρησης. Η άρχουσα τάξη επιδιώκει μια νέα ταξική ισορροπία από την οποία θα προκύψει και ένας αντίστοιχος καπιταλισμός. Προκειμένου να φτάσει εκεί κατεδαφίζει ότι διαμόρφωνε την προηγούμενη συνθήκη, χωρίς να ενδιαφέρεται για παράπλευρες απώλειες. Σε αυτό υπάρχει στόχος και μια σειρά μέτρα που τον υπηρετούν. Από την άλλη το κίνημα προσπαθεί να υπερασπιστεί “κεκτημένα ενός αιώνα” χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει κανένα πλέον έδαφος να τα στηρίξει. Ακόμα κι αν θέλει κανείς να γυρίσει το ρολόι στο 2009 ή στο 1989 θα πρέπει να μπει σε μια καθολική αναμέτρηση με το κεφάλαιο και το κράτος. Ακόμα και να θέλει να έρθει σε συνεννόηση μαζί τους θα πρέπει πρώτα να τους… συντρίψει. Μέχρι στιγμής όμως η μάχη δίνεται με όρους προ 2009. Σαν να υπάρχει ακόμα μια ελπίδα ότι ο αντίπαλος θα έρθει ξανά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Οι κλάψες να σωθεί η χώρα από την καταστροφή, ότι τα μέτρα που παίρνουν βαθαίνουν την ύφεση, ότι αν απολυθούν οι δημόσιοι θα νεκρώσει κι άλλο η αγορά, προκαλούν στο αστικό στρατόπεδο μόνο τη χλεύη όχι μόνο για έναν αντίπαλο που αρνείται να μπει στη μάχη, αλλά που δεν καταλαβαίνει καν τι του συμβαίνει. Λοιπόν ας το καταλάβουν επιτέλους όλοι μια και καλή. Δεν τους ενδιαφέρει αν θα βαθύνει η ύφεση, αν θα κλείσουν κι άλλα μαγαζιά, αν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες δεν έχουν να φάνε ή δεν έχουν να πάρουν φάρμακα, ούτε αν θα μπορούν να μορφωθούν η νέοι, ούτε αν θα φύγουν μετανάστες. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να σωθεί το σύστημα. Πάνω σε αυτή τη βάση καλούν χωρίς διαμεσολαβήσεις τους ελληναράδες κάθε είδους και όλα συναφή κοινωνικά στρώματα που ήδη έχουμε προαναφέρει να συστρατευθούν σε αυτό το στόχο.

Ο αντίπαλος είναι εντοπισμένος και στοχοποιημένος και το σχέδιο ήδη εκτελείται. Όσοι στρατεύονται θα έχουν μια καλύτερη τύχη στο αποτέλεσμα που θα προκύψει. Αυτό είναι το αντίτιμο ακόμα και για όσους πλήττονται από το μνημόνιο, ακόμα και για τους ανέργους που αντί να πάνε στις απεργιακές συγκεντρώσεις προτιμούν να πηγαίνουν στα προπατζίδιακια ή στα συσσίτια της ΧΑ.

Από την κατάρρευση στη συγκρότηση του ταξικού υποκειμένου

Σε μια συνολική ταξική αναμέτρηση τα στρατόπεδα σχηματίζονται όχι στη βάση μια προϋπάρχουσας ταξικής θέσης, αλλά στη βάση μιας εναλλακτικής έναντι αυτού που καταρρέει. Οι ταξικές ταυτότητες λειτουργούν όταν υπάρχει η αίσθηση ότι παραμένουν ισχυρές ή έστω αναγκαίες στην διαμόρφωση ή στην διατήρηση ευρύτερων ταξικών ισορροπιών. Το εργατικό κίνημα είχε για δεκαετίες προσαρμοστεί σε μια διαπραγμάτευση για την καλυτέρευση των συνθηκών ύπαρξης και αναπαραγωγής της εργατικής τάξης χωρίς όμως να αμφισβητεί την κυρίαρχη σχέση με το κεφάλαιο. Το αντίτιμο για αυτό ήταν η προσαρμογή στην αστική κυριαρχία, ως δομικό στοιχείο διατήρησης των “κεκτημένων”. Αυτό το εργατικό κίνημα έξω από τα νερά του αμοιβαίου αλληλοσεβασμού δεν μπορεί να λειτουργήσει, όχι για να ανατρέψει την αστική τάξη που έσπασε το κοινωνικό συμβόλαιο, αλλά ούτε καν να υπερασπιστεί τα κεκτημένα του. Αφού είχε μάθει να τα υπερασπίζεται μόνο σε συμφωνία με τα αφεντικά και το κράτος. Η αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά πχ δημοσίων υπαλλήλων να είναι υπέρ της απόλυσης συναδέλφων τους που “δεν έχουν τα προσόντα”, ή “που μπήκαν από το παράθυρο και όχι με ΑΣΕΠ” εξηγείται μόνο υπ’ αυτό το πρίσμα. Μια ταξική συνείδηση ραμμένη πάνω σε μια κυρίαρχη εθνική συνείδηση στη βάση μιας ταξικής συνεργασίας με την άρχουσα τάξη. Αυτή η κεκτημένη “ταξική” συνείδηση για την ώρα είναι απολύτως άχρηστη και όσοι επενδύουν σε αυτό το δεδομένο για να δώσουν την μάχη σήμερα απλώς χάνουν τον καιρό τους.

Με ποιο τρόπο όμως μπορεί να χτιστεί μια νέα προλεταριακή συνείδηση στην σημερινή εποχή; Και ποια θα είναι τα υποκείμενά της; Πρώτα από όλα με την συγκρότηση ενός ανταγωνιστικού κοινωνικού υποκειμένου. Το κοινωνικό υποκείμενο δεν προϋπάρχει από τη δυσμενή θέση που καταλαμβάνει στην κοινωνική σχέση με το κεφάλαιο, αλλά αναπτύσσεται μόνο ανταγωνιστικά. Μια εργατική τάξη που δεν αναγνωρίζει στον εαυτό της κοινότητα συμφερόντων δεν είναι ανταγωνιστικό υποκείμενο στην αστική αντεπανάσταση. Κάθε προσπάθεια σήμερα να ανασυγκροτηθεί το εργατικό κίνημα είναι μάταιη στο βαθμό που το επιχειρεί με τα καύσιμα του παρελθόντος. Η συνείδηση ότι πρέπει να υπερασπιστούμε τα δημόσια αγαθά, το κοινωνικό κράτος δεν είναι πλέον κυρίαρχη όπως ήταν στη δεκαετία του 80. Αυτή η συνείδηση κάποτε αρκούσε για να εκδηλωθεί ένα πλατύ κύμα συμπαράστασης στους αγώνες ενάντια σε απολύσεις, κλεισίματα επιχειρήσεων και πολύ περισσότερο σχολείων, νοσοκομείων κοκ. Σήμερα κλείνουν δημόσιοι οργανισμοί και η μέση κοινή γνώμη αν δεν χαίρεται, αδιαφορεί και σίγουρα δεν τρέχει προς συμπαράσταση. Οι αγώνες κάποτε κέρδιζαν, όχι τόσο λόγο της δυναμικής τους, όσο γιατί η ευρύτερη λαϊκή συμπαράσταση λειτουργούσε ως μοχλός πίεσης σε μια κυβέρνηση που ενδιαφερόταν για το πολιτικό κόστος και που ήταν εγκλωβισμένη στους κανόνες του κοινωνικού συμβολαίου. Αυτό είχε δημιουργήσει και μια αντίστοιχη συνείδηση στην εργατική τάξη για το πως κερδίζονται οι αγώνες. Τώρα όμως αυτό σκεπτικό δεν έχει αποτελέσματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν προτείνει η ΟΛΜΕ απεργία στις πανελλαδικές εξετάσεις τον Μάιο, πολλοί καθηγητές πίστευαν ότι με την αναγγελία μιας τέτοιας απεργίας η κυβέρνηση θα υποχωρούσε, αφού μόνο μέσα στις εξετάσεις “μας υπολογίζουν”. Η ανάμνηση κάποιων προηγούμενων απεργιών μέσα στις πανελλαδικές τις δεκαετίες του 80 ή του 90 επιβιώνει ακόμα και τώρα. Όμως όταν προτάθηκε η απεργία και η κυβέρνηση απάντησε με μια αδυσώπητη επιχείρηση λάσπης και τρομοκρατίας όλοι αυτοί οι εξυπνάκηδες της εκπαιδευτικής βάσης που ότι θυμούνται χαίρονται, κρύφτηκαν κάτω από το τραπέζι. Ξαφνικά συνειδητοποιούν “ότι η κοινωνία μας βρίζει”, ότι “οι γονείς και οι μαθητές ουδόλως συγκινούνται” και ότι “δεν μπορεί να γίνει τίποτα”. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες άλλο που δεν ήθελαν μια τέτοια εξέλιξη και να κρυφτούν πίσω από τις τελευταίες ταχύτητες. Με το άλλοθι ότι ο κόσμος δεν έρχεται σε συμπαράσταση και η ΓΣΕΕ με την ΑΔΕΔΥ δεν κηρύσσουν απεργία τα μαζεύουν άρον-άρον και η απεργία αναστέλλεται γιατί “δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις υλοποίησής της”.

Η παρωδία του αντιμνημονιακού υποκειμένου

Τι συμβαίνει λοιπόν; Η εποχή της αντιπαράθεσης με το μνημόνιο από ένα “αντιμνημονιακό” υποκείμενο έχει λάβει τέλος. Το αντιμνημονικό υποκείμενο ήταν η τελευταία προσπάθεια να εμφανιστεί η προηγούμενη ταξική συνείδηση με έναν ενιαίο λόγο. Το σημείο ενότητας ήταν η αντίθεση στο μνημόνιο και η καθολική απαίτηση να γυρίσει το ρόλοι προ του 2009. Στο κίνημα των αγανακτισμένων φάνηκε ότι στη βάση αυτής της συνείδησης χωράνε τα πάντα. Από τους εναλλακτικούς της άμεσης δημοκρατίας της κάτω πλατείας μέχρι τους φασίστες και το πατριδομάνι της πάνω. Η αριστερά που βρέθηκε στην πλατεία έβλεπε το λαό ενωμένο να παρατάει τους καναπέδες και να βγαίνει στο δρόμο και αυτό την καθησύχαζε για τις μελλοντικές εξελίξεις. “Ο λαός παίρνει την υπόθεση στα χέρια του”, σκέφτηκε.

Το κίνημα αυτό ηττήθηκε, όχι τόσο λόγω της καταστολής που δέχτηκε, όσο γιατί συγκροτήθηκε στης αυταπάτες της προηγούμενης ισορροπίας. Ηττήθηκε επίσης γιατί είχε τόσο μεγάλη εντύπωση για τις μαζικές του δυνατότητες, που είχε πιστέψει ότι μπορεί να μαζέψει 3 εκατομμύρια στο Σύνταγμα (όλο το λαό) και να διώξει τον “Τζέφρι” και τους προδότες (του κοινωνικού συμβολαίου;) με το ελικόπτερο. Απλά πραγματάκια, χωρίς κόστος με όπλο τα λέιζερ στη βουλή και άπειρο κόσμο. Η επιβολή της άμεσης δημοκρατίας. Τα 3 εκατομμύρια βεβαίως δεν εμφανίστηκαν ποτέ, ούτε καν το μισό και όλο το κίνημα της αγανάκτησης πήγε σπιτάκι του. Ακόμα και σε μια τόσο μίνιμουμ ιδεολογική βάση (αντιμνημόνιο και με ένα κάρο ιδεολογικές παραχωρήσεις σε εθνικοπατριωτικές μπούρδες) το κίνημα δεν πήρε τη διάσταση που ήλπιζε. Από κει και πέρα η εμφάνιση μιας φασιστικής αντιμνημονιακής ρητορικής που ψαρεύει τονίζοντας τα εθνικά χαρακτηριστικά αυτού του κινήματος, επέτεινε ακόμα περισσότερο τη σύγχυση της ταυτότητά του, βάζοντας έτσι σε δοκιμασία την ύπαρξή του ως υποκείμενο. Μετά ήρθαν και οι εκλογές που επιβεβαίωσαν την αστική και μνημονιακή κυριαρχία και η απογοήτευση αποτελείωσε κάθε πιθανότητα επαναφοράς.

Πρώτα σκληροί αγώνες βάθους

Όποιος ενδιαφέρεται πραγματικά για ένα νέο γύρο σύγκρουσης με την αστική αντεπανάσταση θα πρέπει να έρθει σε ρήξη με την κληρονομία και του προηγούμενου εργατικού κινήματος και αυτό των αγανακτισμένων. Κάθε αγώνας από δω και στο εξής για να έχει οποιαδήποτε τύχη θα πρέπει να βασιστεί στις δικές του δυνάμεις. Και να οργανωθεί με αυτό το δεδομένο και όχι με την αυταπάτη ότι θα έρθουν κάποια δήθεν εκατομμύρια προς συμπαράσταση. Έτσι θα λύνονται εξ αρχής παρεξηγήσεις που αφορούν “προϋποθέσεις υλοποίησης και άλλους συσχετισμούς που είναι αναγκαίοι”. Η αριστερά της μαζικής απεύθυνσης που παριστάνει τον παντογνώστη των κοινωνικών διεργασιών νομίζει ότι για να γίνει ένας αγώνας πρέπει να πάρει και την έγκριση των “εκ της φύσεώς τους” ενδιαφερομένων. Πχ οι καθηγητές για να απεργήσουν (να απεργήσουν στα σοβαρά δηλαδή να τα κλείσουν τα σχολεία) θα πρέπει να χτίσουν τις απαραίτητες συμμαχίες με τους άμεσα ενδιαφερόμενους, τους γονείς και τους μαθητές. Η αριστερά αυτής της λογικής με την πνευματική φτώχεια που τη διακρίνει βάζει διαρκώς τρικλοποδιές στον εαυτό της. Αφού έχει πιστέψει στα σοβαρά ότι υπάρχουν πάντα κάποιοι “άμεσα ενδιαφερόμενοι” ή ότι υπάρχουν έτοιμα κοινωνικά υποκείμενα (εκ του γενετικού τους κώδικα προφανώς) έτοιμα να εκδηλωθούν όταν τα καλέσει η ιστορική νομοτέλεια, τότε αν δεν εκδηλώνονται τότε οι συνθήκες είναι ανώριμες. Η ηλιθιότητα με κοινωνιολογικό περιτύλιγμα σε όλο της το μεγαλείο. Λοιπόν τα πράγματα γίνονται με άλλη σειρά. Αν κάποιοι έχουν άμεσο συμφέρον να κινητοποιηθούν είναι οι καθηγητές που σήμερα είναι στο στόχαστρο των απολύσεων. Αυτό βεβαίως αν ξεπεράσουν το σοκ από το άδειασμα της απεργίας που δεν έγινε το Μάη. Από κει και πέρα τα άμεσα ενδιαφερόμενα στρώματα και οι λοιποί ταξικοί συγγενείς, αν πράγματι το DNA τους το επιτάσσει ας πάρουν τις πρωτοβουλίες που τους αναλογούν. Οι καθηγητές που σήμερα καίγονται -και χθες έκαναν τους Κινέζους όταν στο στόχαστρο βρέθηκαν άλλοι κλάδοι του ενιαίου κατά τα άλλα εργατικού κινήματος, για αν τα λέμε όλα- είναι αυτοί που εξαιτίας του άμεσου χτυπήματος που δέχονται μπορούν να πάρουν την πρωτοβουλία. Αν την πάρουν ίσως ακολουθήσουν και οι γειτονικές κοινωνικές δυνάμεις (Δάσκαλοι, μαθητές, γονείς, άλλοι κλάδοι που χτυπιούνται). Το ίδιο ισχύει και για άλλους κλάδους του δημοσίου που μπαίνουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας και απόλυσης. Αυτοί οι χώροι μπορούν να κινητοποιηθούν και πρέπει κάθε πολιτική συλλογικότητα που επιδιώκει την ανατροπή της κατάστασης, να ωθήσει αυτήν την κινητοποίηση χωρίς παραμύθια περί των εκατομμυρίων που δήθεν πρέπει να συμπαρασταθούν και επειδή δεν συμπαραστέκονται εξαιτίας της τηλεοπτικής πλύσης εγκεφάλου, τότε οι άμεσα πραγματικά ενδιαφερόμενοι να βγάλουν το σκασμό και να φροντίσουν λες και είναι κανένα κόμμα πως θα πείσουν τους υπόλοιπους. Τα κοινωνικά υποκείμενα, παντογνώστες του ινστιτούτου Πουλαντζά, δεν έχουν καθήκον να διαμορφώνουν συνθήκες και συσχετισμούς. Συνθήκες και συσχετισμούς ας διαμορφώσουν αυτοί που υποτίθεται θέλουν να ενοποιήσουν όλη την τάξη, ή όλα τα κινήματα ή όλο το λαό σε ένα μεγάλο μέτωπο ή σε ένα καθολικό στόχο. Αν θέλετε να στηρίξετε τους αυτόνομους αγώνες που θα ξεσπούν από δω και πέρα στις συγκεκριμένες περιοχές που κάθε φορές εντείνεται η ταξική επίθεση, συγκεντρώστε δυνάμεις εκεί για μια μάχη χωρίς έλεος. Μια μάχη τύπου Στάλινγκραντ. Μόνο έτσι θα αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση. Αν οι Σαμαράδες ηττηθούν συντριπτικά σε ένα σημείο. Αυτό ίσως κρίνει και τον πόλεμο, όπως τον έκρινε το χειμώνα του 42 προς 43 στο Στάλινγκραντ.

Η ένταση μέχρι τέλους σε κάθε αυτόνομο ταξικό αγώνα, θα βάλει σε δοκιμασία όλες τις εθνικές αφηγήσεις του μνημονίου, που σκεπάζουν την ταξική διάσταση της αστικής αντεπανάστασης. Οι διάφοροι καταναλωτές, αυτοκινητιστές, έμποροι, και όλοι όσοι θέλουν να πάνε στη δουλειά τους ή να παρκάρουν ως γονείς τα παιδιά τους θα εμφανιστούν εναντίον όσων απεργούν και τους χαλάνε την κανονικότητα. Είναι μια ευκαιρία για να καταλάβουν ορισμένοι ότι το να είσαι Έλληνας δεν σε σώζει από το μένος και το μίσος άλλων Ελλήνων. Μια ευκαιρία να σκεφτούν ότι πίσω από αυτή την ταυτότητα η αστική τάξη θάβει όλους τους πραγματικούς ταξικούς διαχωρισμούς. Μια ευκαιρία να αντιληφθεί ο κάθε απεργός ότι είναι εύκολο να βρίζεις τη Μέρκελ μαζί με το αφεντικό σου και τον κρετίνο γείτονά σου στο Σύνταγμα ντυμένος τσολιάς, αλλά δύσκολο να τους έχεις απέναντί σου όταν απεργείς και μετατρέπεσαι από τσολιάς σε εχθρό του έθνους. Η κυρίαρχη εθνική ταυτότητα πρέπει να σμπαραλιαστεί και αυτό δεν μπορεί να γίνει όσο δεν αναδεικνύονται σε κέντρα πάλης οι περιοχές στις οποίες χτίζεται καθημερινά η εθνική ενότητα. Κάθε αγώνας που “βάζει σε δοκιμασία τις αντοχές της κοινωνίας” (σύμφωνα με τα φερέφωνα του κράτους έκτακτης ανάγκης) πρέπει να ενισχυθεί μέχρι τέλους. Να αναδείξει ότι η κοινωνία δεν είναι ενωμένη. Ότι πίσω από τις μαλακίες του Τράγκα για κατοχή, Σόιμπλε, Μέρκελ και μνημόνια βρίσκεται η μπότα της ελληνικής άρχουσας τάξης και όλο το κοινωνικό σκυλολόι που την στηρίζει περιμένοντας να γλύψει κανένα κόκαλο. Η ένταση του αγώνα θα συγκροτήσει εκ νέου το ταξικό μας στρατόπεδο. Με μοχλό την αποφασιστική κίνηση των κομματιών που δεν έχουν άλλη επιλογή πέρα από τη σύγκρουση. Κάθε τέτοια σύγκρουση θα φέρνει στην επιφάνεια την ιδεολογική μάχη με το αστικό στρατόπεδο. Μια μάχη που πρέπει να δοθεί χωρίς καμία υποχωρητικότητα στην κοινή γνώμη. Η κοινή γνώμη μπορεί να έχει λόγο στα τηλεφωνικά γκάλοπ, αλλά είναι εντελώς άχρηστη σε μια πραγματική ταξική αναμέτρηση. Όποιος ενδιαφέρεται για τα τσιρίγματα της κοινής γνώμης, έχει παραδοθεί ήδη στην αστική τάξη. Καμία ταξική σύγκρουση δεν πρόκειται να αναπτυχθεί όσο οι αποφασισμένοι, λαμβάνουν υπόψιν τους τους αναποφάσιστους που δεν αντέχουν να βρεθούν στην μειοψηφία. Κάθε αγώνας σήμερα θα ξεκινάει με όρους μειοψηφικούς και με την κοινή γνώμη εναντίον του. Αυτός είναι ο φαινομενικός συσχετισμός σήμερα. Όχι όμως ο πραγματικός. Ο πραγματικός θα αναδειχθεί μόνο κατά τη διάρκεια της αναμέτρησης. Εκεί θα έρθουν οι σύμμαχοι και εκεί θα φανεί ότι η κοινή γνώμη είναι μόνο ανθρώπινη σκόνη.

Φόλα στην ανωτερότητα της ελληνικής φυλής

Το ξεκαθάρισμα του ταξικού μετώπου και της ανασυγκρότησης του υποκειμένου, δεν αφορά μόνο τον τρόπο που πρέπει να αγωνιστούν τμήματα της παλιάς εργατικής τάξης που σήμερα διασύρονται και χτυπιούνται ανελέητα, ενώ μέχρι χθες ήταν κομμάτι της συστημικής ισορροπίας. Ούτε μόνο με το ξεπέρασμα των αυταπατών που συνόδευαν αυτή την ισορροπία. Αφορά εξίσου και όλα τα μέτωπα που ο αντίπαλος χτίζει τη νέα τάξη πραγμάτων. Το αστικό μπλοκ ανασυγκροτείται κύριος πάνω στους κάθε είδους διαχωρισμούς που προωθεί το σύστημα. Και κυρίαρχος διαχωρισμός είναι ο φυλετικός. Η ελληνική ταυτότητα αποτελεί την ατμομηχανή αυτού του σχεδίου. Η εθνικοποίηση της καπιταλιστικής κρίσης και η εθνική της αφήγηση, ως μιας υπόθεσης που αφορά την πατρίδα που πρέπει να ορθοποδήσει. Ο ρατσιστικός παροξυσμός αποτελεί τη συγκολλητική ουσία του εθνικού μπλοκ, μιας νέας ταξικής συνεργασίας που θα χτιστεί πάνω στα πτώματα των εχθρών του έθνους. Οι μετανάστες είναι ο καλύτερος αντίπαλος. Αφού ξεζουμίστηκαν για 2 δεκαετίες αποκομίζοντας μια τεράστια υπεραξία, τώρα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως σάκος του μποξ. Το ξεπάστρεμα των μεταναστών δεν έχει μόνο ιδεολογικούς σκοπούς. Αφορά ταυτόχρονα και την εξόντωση ενός πλεονάσματος εργασίας, το οποίο πρέπει να μπει στη θέση του. Ποια είναι αυτή; Είτε στον πάτο του αιγαίου, είτε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης εκτελώντας τσάμπα εργασία, ως κοινοί σκλάβοι, είτε στην καλύτερη απέλαση στις χώρες τους. Το που θα ισορροπήσει η μπίλια κανείς δεν ξέρει. Η σύγκρουση με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και ο αγώνας για άδειες παραμονής σε όλους τους μετανάστες είναι αγώνας που έρχεται σε ρήξη με μια κεκτημένη κοινή γνώμη, κυρίαρχη στην πλειοψηφία και της παλιάς εργατικής τάξης που εξεγείρεται με τα μνημόνια, δεν θέλει ταυτόχρονα να έρθει σε ρήξη με τα αφεντικά, ψάχνει τον αντίπαλο στη Γερμανία και τέλος κλείνει το μάτι στο κυνήγι των μεταναστών, βρίσκοντας εκεί ένα λόγο να ταχθεί ανοιχτά με το κράτος έκτακτης ανάγκης και με το καθεστώς εξαίρεσης και γιατί όχι με τον φασιστικό υπόκοσμο της ΧΑ. Όποιος δεν αντιδρά σε αυτό το αίσχος για να μην βάλει σε δοκιμασία τη συνοχή του “αντιμνημονιακού” ή του “λαϊκού” υποκειμένου, στην πραγματικότητα λειτουργεί σεχταριστικά στην συγκρότηση του ταξικού υποκειμένου σήμερα. Ένα κοινωνικό υποκείμενο αν υποθέσουμε ότι δεν προϋπάρχει, αλλά συγκροτείται στην αντιπαράθεση με τον αντίπαλό του και τις κυρίαρχες επιλογές, τότε η φυγομαχία της αριστεράς και του παλιού εργατικού κινήματος ενάντια στο ρατσισμό και στο απαρτχάιντ που χτίζει η άρχουσα τάξη στον ελλαδικό χώρο, κάθε άλλο παρά βοηθά στην επικαιροποίηση της ταξικής ταυτότητας σήμερα. Και χωρίς μια τέτοια ταυτότητα δεν υπάρχει κοινωνικό υποκείμενο. Γι’ αυτό η μάχη ενάντια στη ρατσιστική πολιτική του ελληνικού κράτους και η μαχητική αντιμετώπιση των φασιστικών συμμοριών είναι όρος επιβίωσης και ανασυγκρότησης του προλεταριακού κινήματος σήμερα. 

Νόμος και τάξη=συντριβή του κινήματος

Στον ίδιο βαθμό και ο αγώνας ενάντια στη στρατηγική της μηδενικής ανοχής του κράτους έκτακτης ανάγκης και στην ισοπέδωση των πολιτικών δικαιωμάτων και των δημοκρατικών ελευθεριών. Όχι γιατί πιστεύουμε στον εκδημοκρατισμό του καπιταλισμού, αλλά γιατί ο αγώνας για τις δημοκρατικές ελευθερίες είναι επίσης μια προϋπόθεση συγκρότησης του ταξικού κινήματος. Όποιος ανέχεται την καταστολή των αναρχικών ας ετοιμάζεται και για τη δική του εκτός βεβαία αν έχει πάρει ήδη θέση στις ορδές των πραιτοριανών της εξουσίας, ή έστω έχει αποδεχτεί ως τετελεσμένη την αστική αντεπανάσταση.

* * *

Αυτό είναι που δένει την αυγουστιάτικη καταστολή των καταλήψεων στην Πάτρα, με τις χιλιάδες απολύσεις στο δημόσιο και την εξέγερση των μεταναστών στην αμυγδαλέζα. Η ένταση του αγώνα σε αυτά τα μέτωπα ενδεχομένως δεν θα φέρει άμεσα νίκες, θα χτίσει όμως μια νέα ταξική ταυτότητα, αναγκαία για την οικοδόμηση μιας νέας κομμουνιστικής ταυτότητας, αντίστοιχη στην εποχή της αναμέτρησης και όχι της διαπραγμάτευσης. Μακριά από την αριστερά που ζει με τη νοσταλγία του παρελθόντος και μάλιστα στην εκδοχή της εθνικής συμφιλίωσης. Για μια αριστερά που αντιλαμβάνεται την εποχή αυτή σαν μια ευκαιρία να ανοίξει όλη τη βεντάλια επαναφέροντας το αίτημα της καθολικής απελευθέρωσης στην ημερήσια διάταξη σε αντίθεση με την κατατονική αριστερά που ακόμα και στην εποχή της αναμέτρησης ανακάλυψε το στάδιο της “διάσωσης από την καταστροφή της χώρας”, επιβεβαιώνοντας ότι ο ρεφορμισμός στις αρχές του 21 ου αιώνα εκτός από το να έχει συνδέσει την τύχη του με την τύχη του συστήματος μυρίζει και σαπίλα. Για μια αριστερά που δεν θα έχει διάθεση να καταρρεύσει μαζί με το ημιθανές κοινωνικό συμβόλαιο, για ένα κίνημα που δεν θα ντρέπεται να φωνάζει, ζήτω το παγκόσμιο προλεταριάτο, κάτω η μισθωτή σκλαβιά, ζήτω η σοσιαλιστική επανάσταση, ζήτω ο κομμουνισμός!!!

Κ.Μαραγκός

Πηγή:Κόκκινη Ορχήστρα