RSS

Category Archives: Λαϊκό Τραγούδι

Οι ευχές των λαϊκών βάρδων: σπάνια ηχητικά ντοκουμέντα


Δύο ακόμα σπάνια ηχητικά ντοκουμέντα (17 χρόνια πριν) – δημιουργήματα και αυτά του δεύτερου προγράμματος της ελληνικής ραδιοφωνίας και του Πάνου Γεραμάνη – μπορείτε να ακούσετε παρακάτω. Στο πρώτο οι ευχές του Θόδωρου Δερβενιώτη και στο δεύτερο οι ευχές του Μπάμπη Μπακάλη.   

Με αυτή τη νοσταλγική διάθεση για το παρελθόν και με ακόμα μεγαλύτερη νοσταλγία…για το μέλλον της νίκης των αγώνων της τάξης μας, ευχόμαστε σε όλες και όλους ΚΑΛΗ και ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΧΡΟΝΙΑ!

kokkinostupos



 

Η φαλτσέτα και η τραγουδίστρια

στη μνήμη της Πόλυς Πάνου

Τα καλοκαίρια πριν την έναρξη της Πέμπτης και της Έκτης Δημοτικού, η μάνα μου για να μπορεί να με κουμαντάρει την εποχή που ήμουν κομματάκι ζωηρό και ανήσυχο παιδί όπως μολογούσαν οι γείτονες μπροστά της – γιατί πίσω της «σατανά» με ανεβάζανε, «διαβολόπαιδο» με κατεβάζανε – και, επειδή είχε κι ένα μωρό στην αγκαλιά, έναν πιο μικρό από μένα να τον σέρνει από το χέρι κι έναν άντρα ανεπρόκοπο καθώς έλεγε τον πατέρα μας, είχε παρακαλέσει έναν γείτονα καφετζή – τον κυρ Παντελή της Τασούλας – να με απασχολεί στο καφενείο που διατηρούσε στο κέντρο της πόλης.
Το καφενείο του κυρ Παντελή βρισκόταν στο ισόγειο μιας πολύ γνωστής πολυκλινικής την οποία και εξυπηρετούσε με παραγγελίες. Δεν ήτανε μεγάλο, αλλά ούτε και μικρό θα το έλεγες , γιατί όποτε μαζεύονταν όλοι οι συνταξιούχοι και οι χασομέρηδες κι έπαιζαν κολιτσίνα και δηλωτή, ήταν σαν να φούσκωνε όπως τα μπαλόνια. Όταν γέμιζε, εμείς δύο άτομα, ο κυρ Παντελής και η αφεντιά μου, και η κυρά Τασούλα που μας βοηθούσε καμιά φορά, δεν τους προλαβαίναμε. Τα απογεύματα δε, που δεν πήγαινα εγώ, αν περνούσες τυχαία απ’ έξω, δεν μπορούσες να δεις από το ντουμάνι το βάθος του

μαγαζιού· άσε που μπορεί να σε πετύχαινε καμία χριστοπαναγία ξώφαλτσα!

Αυτά μόνο το απόγευμα οπότε κρατούσε το μαγαζί ο μικρός αδελφός του κυρ Παντελή, ο Δημοσθένης – για πολλά χρόνια τελειόφοιτος της Νομικής – και δεν μπορούσε να επιβληθεί στους ρεμπεσκέδες που μαζεύονταν για χαρτί, καθώς ήταν και ο ίδιος χαρτόμουτρο περιωπής . Γιατί το πρωί ο κυρ Παντελής, που ήταν άνθρωπος της ηθικής και της εκκλησίας, δεν επέτρεπε βλαστήμιες και βρωμοκουβέντες από τους άλλους ,αλλά άμα είχε στραβοξυπνήσει έσουρνε κάτι πυργιώτικες βρισιές, που ανάθεμα κι αν καταλάβαινα τι έλεγε.
Μια φορά μονάχα ξεστόμισε μέσα από τα δόντια του καθαρή βρισιά για έναν πελάτη που έβριζε κάποιους κομμουνιστές σαν διάβασε κάτι στην «Ακρόπολη» – την ήξερα καλά την «Ακρόπολη» καθώς ήταν η εφημερίδα που διάβαζε ο πατέρας μου, κι από εκεί έμαθα τα πρώτα μου γράμματα, και ήξερα γραφή κι ανάγνωση ήδη πριν πάω στο σχολείο – και είπε κάτι σαν «βρωμόμπατσε φασιστόμουτρο, γαμώ την κλήρα σου» και αμέσως δαγκώθηκε όταν είδε ότι είμαι δίπλα του και τον ακούω.
Εγώ πάλι τα έπαιρνα τα γράμματα, αλλά και τις δουλειές τις άρπαζα στο πίτσι φιτίλι που λένε ,γιατί ως πρωτότοκος είχα την ιερή αποστολή να τσοντάρω οικονομικά στη φτώχεια μας, και από νωρίς είχα μάθει να φτιάχνω καφέδες και μεζέδες για ούζα και μπίρες, αλλά η βασική μου προσφορά στο μαγαζί παρέμεινε μέχρι το τέλος το σκούπισμα, το καθάρισμα, το γέμισμα των ψυγείων και να πηγαίνω τις παραγγελίες στα κοντινά μαγαζιά και στην πολυκλινική.
Φυσικά, αυτό το τελευταίο μου άρεσε πιο πολύ γιατί είχε καλό χαρτζιλίκι και γνώριζα συνέχεια καινούργιο κόσμο! Πάντα ήμουν δίπλα στο τηλέφωνο για να πάρω την παραγγελία και να βγω έξω, και έλαμπε το πρόσωπό μου όταν με καλούσε η Ματίνα, η νοσοκόμα του γιατρού Βασιλειάδη στον τρίτο, γιατί ήταν νέα και όμορφη και μαζί με το δίφραγκο πουρμπουάρ, άλλες φορές μου χάιδευε τα μαλλιά, άλλες μου τσιμπούσε το μάγουλο αλαφρά, και μια φορά στη γιορτή της μου έδωσε και ένα πεταχτό φιλί, και εγώ έκανα να νιφτώ μια βδομάδα.
Ο κυρ Παντελής από την άλλη μ’ αγαπούσε σαν παιδί του, αφού ο ίδιος δεν είχε δικά του παιδιά – η Μάρω η ψιλικατζού είχε πει ότι η Τασούλα ήταν στέρφα, και την είχανε πάει πολλές φορές στη γριά την Κοτέτσαινα να την ξορκίσει, αλλά εγώ είχα ακούσει κρυφά τον κυρ Παντελή να λέει στον Μήτσο τον μαραγκό, που του ‘χε εμπιστοσύνη, για το παλιό τραύμα στο εργοστάσιο του Βέτσου που του στέρησε τη χαρά να γίνει πατέρας – στη δουλειά όμως δεν μου χαριζότανε και δεν μου έδινε πολύ θάρρος.
Όταν μ’ έβλεπε να χασομερώ και να χαζεύω καμιά παρτίδα τάβλι – τα χαρτιά δεν μου άρεσαν γιατί που και που μέναμε χωρίς ρεύμα στο σπίτι και παραλίγο και χωρίς φαγητό αν δεν ήταν η γιαγιά η Ευτέρπη να μας φέρνει φαϊ, αφού ο πατέρας μου είχε πάθος και έβαζε το μεροκάματο στην τσόχα – είχε σαν τιμωρία να με βάζει να πλένω ποτήρια και πάντα κάτι να τους βρίσκει για να τα ξαναπλένω, μέχρι να γίνουν καθρέφτης και να βλέπω το πρόσωπό μου, καθώς έλεγε. Όταν ήθελε να με επιβραβεύσει, όμως, κατέβαζε από το σφαλισμένο με λουκέτο ντουλάπι το σακούλι με την ακριβή σοκολάτα που του έφερναν κάτι ναυτικοί από τα κοντραμπάντα – «ελβετική» μού ψιθύριζε συνωμοτικά, σε αντίθεση με αυτήν που δίναμε στους πελάτες – και μου έφτιαχνε με τα χεράκια του μια ζεστή σοκολάτα που ακόμα και σήμερα τέτοια γεύση και μυρωδιά δεν έχω ξαναβρεί. Εμένα πάλι μου άρεσε και ένα γλυκό του κουταλιού, που ποτέ δεν κατάλαβα γιατί το λένε του κουταλιού αφού ήταν σε βάζο, το οποίο στα μουλωχτά το είχα μεσιάσει πολλές φορές και πάντα αναρωτιόταν ο κυρ Παντελής για τις μερίδες που βάζω.
Καθώς φέρνω την εικόνα και τις μυρωδιές στο μυαλό μου – ναι, οι μυρωδιές του καφέ, της σοκολάτας, της βανίλιας και της κλινικής είναι ανεξίτηλες – θυμάμαι σαν σε όνειρο, να πηγαίνω στην πολυκλινική, με γεμάτο τον κρεμαστό μου δίσκο με νερά, καφέδες, πορτοκαλάδες και υποβρύχια, και να περιμένω το ασανσέρ για να πάω τις παραγγελίες στους ορόφους. Δίπλα μου ένας άντρας, θυμάμαι, που μου έκανε εντύπωση το σουλούπι του, να παίζει ένα κίτρινο κομπολόι , τεράστιο σε σχέση με αυτό του πατέρα μου, και να με μετράει με τη ματιά του από πάνω ως κάτω, αλλά για να λέμε και του στραβού το δίκιο, επειδή δεν ήμουν και πρώτο μπόι, η ματιά του δεν έκανε και μεγάλο δρόμο!
Δεν θυμάμαι τα χαρακτηριστικά του προσώπου του καλά, εκτός από ένα καλοδουλεμένο μουστακάκι σαν μαύρη γραμμή που ακολουθούσε την άκρη των απάνω χειλιών – σαν τον Ζορό ένα πράμα – κι αυτό πάλι γιατί τέτοιο είχε ο μικρός αδελφός της μάνας μου. Όμως θυμάμαι ότι στραβοφορούσε το καπέλο – αργότερα έμαθα ότι το έλεγαν «καβουράκι» αλλά εγώ δαγκάνες δεν είδα, και από καβούρια είχα ήδη μεγάλη εμπειρία γιατί είχα μάθει να τα πιάνω από μικρός με γυμνά χέρια στα βράχια πίσω από το παλιό καρνάγιο – και φορούσε επίσης ένα σκούρο κουστούμι με γιλέκο και άσπρο κατάλευκο πουκάμισο, ανοιχτό αρκετά κουμπιά στο στήθος. Σίγουρα θυμάμαι καλά και τα παπούτσια του. Καλογυαλισμένα, μαύρα αστραφτερά και μυτερά στη μούρη – «στο παπούτσι φαίνεται ο άντρας ο σωστός», λέγανε, σε αντίθεση με την μάνα μου που έλεγε «στο φέρσιμο».
Έμοιαζε στο ντύσιμο με τον παππού μου, τον πατέρα του πατέρα μου , και τον κοίταξα με λίγο φόβο και δέος, γιατί ο παππούς μου, που ήταν πλανόδιος ψαράς και γνωστός με το παρατσούκλι Φαλτσέτας , επειδή μέσα από το σακάκι του στην αριστερή πλευρά είχε και μια φαλτσέτα – για τη δουλειά καθώς έλεγε – αλλά δεν έχανε ευκαιρία να την επιδεικνύει απειλητικά και να φοβερίζει. Είχε κουσούρια ο παππούς πολλά, αλλά τα πήρε μαζί του κι αυτός, με τις κατάρες της μάνας μου. Κάποια στιγμή την είχα ακούσει να λέει για τη μάνα του πατέρα μου, τη γιαγιά μου που δεν γνώρισα και πρώτη γυναίκα του παππού – γιατί αυτός είχε ξαναπαντρευτεί και είχε κάνει και άλλα πολλά παιδιά με μια άλλη γιαγιά που την έλεγαν μητριά – ότι πέθανε στην Κατοχή όχι από τους Γερμανούς καθώς λένε, αλλά από την πείνα, την αρρώστια και το ξύλο που έτρωγε από τον παλιόγερο! Μωρομάνα στον πατέρα μου, την έδερνε και την άφηνε νηστική. Ήταν τέτοιος παλιάνθρωπος, συμπλήρωνε η μάνα μου, που στην Κατοχή κυνηγούσε να σκοτώσει τον μικρό του αδελφό που είχε πάει με τους αντάρτες! «Φτου, κακόχρονο να’χει» τελείωνε τις φράσεις της πάντα για τον παππού!
Στην αναμονή λοιπόν για το ασανσέρ από το μονότονο δρομολόγιό του σε όλους τους ορόφους της πολυκλινικής, θυμάμαι να ακούγεται από το ραδιοφωνάκι του κυρ Νώντα του θυρωρού να παίζει ένα λαϊκό τραγούδι, με μια γυναικεία φωνή σαν αυτά που άκουγε ο πατέρας μου στο σπίτι: «Μες την πολλή σκοτούρα μου, γιατί να σε γνωρίσω, κλαίω και λέω μυστικά για σένανε, γιατί να σ’ αγαπήσω…».
Ξάφνου ο άντρας με το καβουράκι κάνει μια κίνηση με τα χέρια ανοιχτά σαν να θέλει να πετάξει, κοιτώντας ψηλά στο ταβάνι τραβάει ένα μακρόσυρτο «αμααάν αμάν», μετά γυρίζει ολόκληρος προς το μέρος μου και με ρωτά:
«Ρε μαγκίτη; Tην ξέρεις αυτή που κελαηδάει;»
Μούγκα εγώ… σαστισμένος και κομματάκι φοβισμένος, κάνω μισό βήμα πίσω.
Μου σκουντά τον ώμο και με ξαναρωτά πιο έντονα: « Ρε πιτσιρίκο, σένα ρωτάω ρε… την γνωρίζεις αυτή που το λέει;»
Ούτε τώρα μιλώ, αλλά κουνώ το κεφάλι μου πέρα δώθε και του γνέφω αρνητικά.
«Τι λες, ρε σπόρε;» κάνει και σκοτεινιάζει. «Υπάρχει άνθρωπος που δεν γνωρίζει την Πόλυ;» συνεχίζει, και κάνει μια αργή κίνηση με το δεξί του χέρι στην αριστερή εσωτερική τσέπη του σακακιού σαν κάτι να ήθελε να τραβήξει!
Χέστηκα από το φόβο μου – μετά συγχωρήσεως – που λέει και η θειά μου η Χαρίκλεια! Η φαλτσέτα, σκέφτομαι, και την ίδια στιγμή δίνω μια ανάμεσα σε ζευγάρια πόδια που έρχονταν κατά πάνω μου, και χάνομαι με το δίσκο, που τον είχα κάνει ήδη ιπτάμενο, στο εσωτερικό του ασανσέρ που μόλις είχε φθάσει, μισοχύνοντας καφέδες, νερά και αναποδογυρίζοντας πορτοκαλάδες.
Για κακή μου τύχη όμως, καθώς έχω μπει πρώτος και έχω κουρνιάσει στη μια γωνιά του ασανσέρ χωρίς καν να πατήσω το κουμπί του ορόφου από την τρομάρα μου, ο άντρας με το καβουράκι είναι ο μόνος που μπαίνει στο ασανσέρ μαζί μου. Τα πόδια μου τρέμουν και νιώθω το αίμα να καίει στα μάγουλά μου όταν με τη ματιά ψάχνω να βρω την φαλτσέτα στο χέρι του. Η πόρτα κλείνει, το ασανσέρ ξεκινάει κι εγώ, εγκλωβισμένος στη γωνία μου, να μην τολμώ να τον κοιτάξω στα μάτια.
«Κοιτά δω , ρε σπόρε» ακούω την φωνή του κοφτή και απειλητική να με χτυπάει στα αυτιά. Αργά αργά σηκώνω τα μάτια προς τη φωνή και βλέπω μπρος στο πρόσωπό μου το χέρι του να κρατά μια φωτογραφία! Μια γυναικεία φωτογραφία σαν αυτές που είχαν τα κρεμασμένα περιοδικά στα περίπτερα. Με μια γρήγορη ματιά ψάχνω να βρω το άλλο χέρι μήπως κρατά τη φαλτσέτα και, εφησυχασμένος, ξανακοιτώ τη φωτογραφία με την όμορφη γυναίκα.
«Αυτή είναι, ρε σπόρε, το αηδόνι που τραγουδάει! Η Πόλυ η Πάνου, η καλύτερη…. Κοίτα την καλά για να μην την ξεχάσεις ποτέ, και κράτα τη φωνή της σα φυλαχτό! Με ακούς ρε; Σα φυλαχτό!» Την ίδια στιγμή τραβά τη φωτογραφία προς τη μεριά του, την κοιτά και τη φιλά σαν εικόνισμα, πριν τη βάλει στην θέση της φαλτσέτας, προσεκτικά για να μην την τσαλακώσει.
Το ασανσέρ μόλις έχει φτάσει στον τέταρτο, στην ουρολογική κλινική του Σωτηρίου, εγώ ακίνητος στη γωνία μου, και ο άντρας με το κίτρινο κομπολόι και το καβουράκι να εξαφανίζεται πίσω από τον κόσμο που μπήκε.
Αυτή την παραγγελία δεν την πήγα ποτέ. Γύρισα στον κυρ Παντελή και του είπα ότι γλίστρησα και μου χύθηκαν όλα. Τη γλίτωσα με μια μικρή κατσάδα. Από τον κυρ Νώντα τον θυρωρό έμαθα αργότερα ότι τον μάγκα αυτόν τον ήξερε από παλιά, μάλλον τον λέγανε Φώτη ή Φωτάκια στην πιάτσα και ο ίδιος είχε αφήσει να διαρρεύσει ότι η Πόλυ Πάνου είναι αδελφή του – σιγά τώρα, μασάμε εμείς – και ότι στην κλινική είχε ξανάρθει γιατί είχε έναν φίλο του σιναφιού του που νοσηλευόταν.
Στον κυρ Παντελή δεν είπα τίποτε, αλλά το μεσημέρι που πήγα σπίτι ρώτησα τον πατέρα μου για την Πόλυ Πάνου και τα τραγούδια της. Εκείνος έκπληκτος για την όψιμη μουσική μου παιδεία, προσπάθησε να πιάσει στο ραδιοφωνάκι σταθμό που έπαιζε συνέχεια τραγούδια της Πόλυ Πάνου και κάποιου Ζαμπέτα… Τον άντρα με το καβουράκι μού φάνηκε ότι τον ξανάδα κάποια φορά όταν γυρνούσα από το φροντιστήριο, να κόβει κάτω προς το μονοπάτι, που έβγαζε στις τσίγκινες παράγκες , τις μπαρμπουτιέρες με το όνομα, όπου έπαιζαν κόκαλα οι μάγκες – έτσι λέγανε αυτοί τα μεγάλα ζάρια – και μιλούσαν μια γλώσσα παράξενη με κάτι «γεια χαραντάν, μερακλαντάν» και άλλα ακαταλαβίστικα.
Όταν μεγάλωσα αρκετά έμαθα ότι ο ίδιος ο Χατζηδάκις είχε γράψει «Τα παιδιά του Πειραιά» για την Πόλυ Πάνου. Αυτή το πρωτοτραγούδησε πριν από τη Μελίνα. Ήταν μια εποχή που οι συνθέτες έγραφαν τραγούδια ειδικά για τις φωνές των ερμηνευτών…
Η φαλτσέτα πάντως και σήμερα με φοβίζει.
 

Αυλαία για την μεγάλη φωνή του λαϊκού τραγουδιού Πόλυ Πάνου

Σβήνουν μία μία οι φωνές που συνοδεύουν τις άσβηστες μνήμες της νιότης μας. Μια τέτοια είναι και αυτή της Πόλυς Πάνου που πέθανε σήμερα στα 73 της. Την Πόλυ Πάνου την γνωρίσαμε μέσα από το ραδιόφωνο, από τις κασέτες του κυρ-Αντρέα και τις ιστορίες του. «Μεγάλη φωνή η Πόλυ Πάνου, εδώ παραπάνω έμενε…» μας έλεγε ο σεβαστός ιδιοκτήτης του ουζερί στην οδό Γούναρη στην Πάτρα. Τα τραγούδια του Τσιτσάνη, του Χιώτη, του Ξαρχάκου και άλλων ερμήνευσε με μοναδική αυθεντικότητα δίνοντας χρώμα ξεχωριστό στο λαϊκό τραγούδι.
Ο άπατρις εκ Πατρών ορμώμενος


 

Πέθανε η αρχόντισσα του λαϊκού τραγουδιού Άννα Χρυσάφη

Μία από τις σημαντικότερες τραγουδίστριες του λαϊκού και ρεμπέτικου τραγουδιού, η φωνή της οποίας είχε σφραγίσει μεγάλες επιτυχίες σημαντικών συνθετών, όπως το «Δαχτυλίδι» του Γιώργου Μητσάκη, έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 92 ετών.

Η Άννα Χρυσάφη γεννήθηκε το 1921 στην Αθήνα. Καταγόταν από οικογένεια Μικρασιατών μουσικών γι’ αυτό και το «μικρόβιο» του τραγουδιού είχε μπει μέσα της από πολύ νωρίς. Για κάποια χρόνια δούλευε ως μοδίστρα ενώ η μουσική της διαδρομή ξεκίνησε το 1949 με το τραγούδι «Πεταλάκια» του Μανώλη Χιώτη.

Συνέχισε διαγράφοντας μια λαμπρή διαδρομή στον χώρο του λαϊκού τραγουδιού καθώς τραγούδια τους τής εμπιστεύθηκαν ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Γιώργος Ζαμπέτας αλλά και ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Σταύρος Ξαρχάκος. Εκτός από το «Δαχτυλίδι», ανάμεσα στις μεγαλύτερες επιτυχίες της συγκαταλέγονται τα τραγούδια «Ξημερώματα στη στράτα», «Ο μήνας έχει δεκατρείς», «Τα νησιά» κ.ά.

Κατά τη διάρκεια της μεγάλης μουσικής πορείας της η Αννα Χρυσάφη τραγούδησε στα μεγαλύτερα ελληνικά αλλά και ευρωπαϊκά κέντρα. Ηταν μάλιστα η πρώτη τραγουδίστρια που σηκώθηκε να τραγουδήσει όρθια στο πάλκο.

Η κηδεία της έγινε χθες το απόγευμα στα Καλύβια Αττικής.

Πηγή: ΕΘΝΟΣ

Ακούστε τραγούδια της Άννας Χρυσάφη παρακάτω
















 

Ένα άρθρο του Πάνου Τζαβέλλα για το λαϊκό τραγούδι

(Πάνος ΤΖαβέλλας – Ζωρζ Μουστακί)

Λαϊκό τραγούδι 


του Πάνου Τζαβέλλα

(Απόσπασμα άρθρου του Πάνου Τζαβέλλα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Τετράδια», τ. 7, Ιούνιος 1970. Τα «Τετράδια» ήταν χειρόγραφο περιοδικό που έφτιαχναν οι πολιτικοί κρατούμενοι στις φυλακές Αβέρωφ και Κορυδαλλού την περίοδο 1969–1973. Τα τεύχη διασώζονται στο αρχείο της Ε.Μ.Ι.Α.Ν.). 

Ένα έργο τέχνης δεν μετριέται με κριτήρια πολιτικά αλλά καλλιτεχνικά. Πρέπει να συγκινεί αισθητικά και πνευματικά τους ανθρώπους κι αυτό πετυχαίνεται με την καλλιέργεια του ωραίου. 

Η ομορφιά -και ιδιαίτερα η καλλιτεχνική ομορφιά- δονεί τις πιο ευαίσθητες χορδές της ανθρώπινης ψυχής. Η τέχνη είναι απάντηση σ’ αυτή τη δίψα της ανθρώπινης ψυχής για αισθητική χαρά κι απόλαυση, για καλλιτεχνική συγκίνηση. Η τέχνη δρα και κινείται στο συναισθηματικό και πνευματικό χώρο και έχει τους δικούς της νόμους. Οι ρίζες της είναι βαθιά χωμένες στην κοινωνική πραγματικότητα απ’ όπου αντλεί τους χυμούς της, ενώ η φυλλωσιά της -η φαντασία, το τραγούδι, η μαγεία -αναρριπίζεται στους αιθέρες. Είναι πραγματικότητα και φαντασία, απεικόνιση συγκεκριμένων καταστάσεων και παιγνίδι, αλήθεια και μαγεία, είναι η ίδια η ζωή δοσμένη με καλλιτεχνικό τρόπο. Γι αυτό γίνεται ο καθρέπτης της ζωής, γίνεται η συμπυκνωμένη αλήθεια διά μέσου του ωραίου. 
Μοχλός που κινεί την κοινωνική ζωή είναι η πάλη των τάξεων.
Η τέχνη αποδίδει με μορφή καλλιτεχνική αυτή την πάλη που σπρώχνει μπροστά την κοινωνία. 

Την αλήθεια ο καλλιτέχνης τη βρίσκει διάχυτη και σκόρπια μες στη ζωή. Οι απλοί άνθρωποι μπορεί να τη νιώθουν μα μόνο ο πραγματικός καλλιτέχνης με την παρατηρητικότητα και την αισθαντικότητά του είναι σε θέση να συλλάβει την ουσία της και δίνοντάς της μορφή και νόημα να την κάνει έργο τέχνης. Μ’ αυτό απευθύνεται στην καρδιά των ανθρώπων και συγκινώντας τους, τους μεταδίδει το μήνυμά του -τις σκέψεις του, τις ιδέες του, τις απόψεις του- την ίδια του την ψυχή. Αλλάζοντας τη συνείδηση των ανθρώπων τους βοηθά ν’ αλλάζουν τη ζωή. Ο καλλιτέχνης δεν αντιγράφει απλώς την πραγματικότητα, αλλά δαμάζοντας το χάος και μορφοποιώντας την υλη της δίνει ζωή εκφράζοντας έτσι το συναισθηματικό του κόσμο διά μέσου του έργου.

Η προσωπική φωνή του καλλιτέχνη βρίσκεται διάχυτη στο έργο του. Είναι η μαγεία, το παιγνίδι, αυτό που δίνει νόημα στην τέχνη. Πρέπει κάθε φορά να ’χουμε τη δύναμη να την ανακαλύπτουμε κι ερχόμενοι έτσι σ’ επικοινωνία με τον καλλιτέχνη να νιώθουμε όλη την ομορφιά του έργου του. Ο καλλιτέχνης πρέπει να νιώθει ευχαρίστηση και ικανοποίηση μ’ αυτό που δημιουργεί, δηλαδή πρέπει να εκφράζεται ελεύθερα. 

Ένα έργο τέχνης είναι τέτοιο όταν, και στο βαθμό που ικανοποιεί αισθητικά και πνευματικά τους ανθρώπους. Χωρίς αυτή την προϋπόθεση δεν υπάρχει τέχνη. Δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε και να κατανοήσουμε ένα έργο τέχνης μόνο με τη λογική. Χρειάζεται φαντασία και ζεστή καρδιά. Λογική και φαντασία, πραγματικότητα και παιγνίδι, κάπου εκεί ανάμεσα βρίσκεται το παιγνίδι και η ομορφιά της τέχνης. Ο καλλιτέχνης σαν κοινωνικό ον πλάθεται μέσα σ’ ένα ορισμένο περιβάλλον και δέχεται τις επιδράσεις του. Έτσι διαμορφώνεται ο συναισθηματικός του κόσμος, εκφράζοντας διά μέσου της τέχνης τα αισθήματα του συνειδητά ή ασυνείδητα παίρνει θέση πολιτική. Γίνεται δηλαδή ο εκφραστής μιας κοινωνικής ομάδας ή τάξης. Γι’ αυτό η τέχνη είναι ταξική. Όταν οι σκοποί αυτής της τάξης συμπίπτουν με τους πόθους, τις ελπίδες και τις προσδοκίες των ανθρώπων όπου γης και η τέχνη μπορεί να τους δώσει καλλιτεχνική έκφραση, τότε ξεπερνά τα ταξικά όρια και γίνεται πανανθρώπινη. 

Ο πραγματικός καλλιτέχνης είναι ο ευαίσθητος δέκτης των μηνυμάτων του καιρού του, ο ανιχνευτής και η κεραία του μέλλοντος, γι’ αυτό γίνεται ο εκφραστής των πόθων και των απαιτήσεων της εποχής του. Έτσι, φύσει και θέσει, είναι με το μέρος της προόδου. Σε κάθε συγκεκριμένη ιστορική εποχή είναι μια συγκεκριμένη τάξη που εκφράζει αυτή την πρόοδο. 

Δεν πρέπει όμως ν’ απλοποιούμε τα πράγματα και να θέλουμε να κάνουμε με το ζόρι την τέχνη υπηρέτρια και προπαγανδιστή των άμεσων πολιτικών επιδιώξεών μας, εξαναγκάζοντάς την να δουλεύει μόνο για μια τάξη, γιατί η τέχνη παρά την ταξικότητά της είναι πανανθρώπινη και απευθύνεται στην πανανθρώπινη καρδιά. 

Είναι απλοϊκή η ερώτηση, εάν τα «χασικλίδικα» συμβάλανε στην ανάπτυξη του κινήματος, όταν ο λαός έκανε αγώνες για δημοκρατία και ελευθερία, γιατί θα πρέπει να ρωτήσουμε αν προς την ίδια κατεύθυνση βοήθησαν η «Ιτιά» ή το «Μανιάτικο μοιρολόι», ο «Ερμής του Πραξιτέλη» ή η «Αφροδίτη της Μήλου», η «Βυζαντινή μουσική και οι αγιογραφίες της» ή η «Κοιμωμένη του Χαλεπά» κλπ. 

Αν αδιαφορήσαμε για την καλλιτεχνική ποιότητα αυτών των έργων και κρίνουμε την καλλιτεχνική τους αξία μόνο απ’ τα βραχυπρόθεσμα πολιτικά οφέλη και την εξυπηρέτηση της πολιτικής μας γραφής, σημαίνει ότι κακοποιούμε την τέχνη, διαστρέφουμε το νόημά της, επιστρέφουμε στην εποχή της προσωπολατρίας, που ανεπανάληπτα σατίρισε το «Κροκοντίλ της Μόσχας››: 

Εκείνος: Μ’ αγαπάς; 
Εκείνη: Θα σ’ αγαπώ αν εκτελέσεις το πλάνο. 

Με τέτοιες απλοϊκές αντιλήψεις περί στράτευσης της τέχνης και σοσιαλιστικού ρεαλισμού σκότωναν την τέχνη εκείνη ακριβώς την εποχή, σ’ εκείνο ακριβώς το χώρο, όπου έπρεπε να μεσουρανεί. Όμως αυτές τις μεθόδους και τους φορείς τους, η ζωή τους πέταξε και τους πετά και σήμερα στον σκουπιδοντενεκέ της ιστορίας. 

Το μουσικό έργο – επομένως και το χασικλίδικο τραγούδι – πρέπει πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα να εξετάζεται ως μουσική. Εάν αυτό δεν το αντιληφθούμε πάει να πει ότι δεν μπορούμε να συλλάβουμε το βαθύτερο νόημα και την αποστολή της τέχνης, που είναι η απεικόνιση του κόσμου όπως τον βλέπει ο καλλιτέχνης και υπάρχει κίνδυνος να οδηγηθούμε στον παραλογισμό. Να μια τέτοια άποψη: 

«Αν κατά το παρελθόν το λαϊκό κίνημα υποτίμησε και καταδίκασε το λαϊκό τραγούδι, ένας σοβαρός λόγος ήταν ότι υπήρχαν αυτά ακριβώς τα “χασικλίδικα” και χαρακτηρίστηκε όλο το είδος “σαν δημιούργημα του υποκόσμου”». 

Μπράβο! Αυτό είναι επιχείρημα… Δεν φταίει δηλαδή η λαθεμένη πολιτική και οι στραβές αντιλήψεις του κινήματος πάνω στο λαϊκό τραγούδι αλλά το «χασικλίδικο». Ν’ αλλάξουμε λοιπόν, τη ζωή, μια και δεν χωράει στα καλούπια μας. Όμως το λαϊκό τραγούδι αποτελεί μια πραγματικότητα κι αυτήν εξετάζουμε. 

Στην Ελλάδα και ο τελευταίος γνωρίζει ότι το λαϊκό τραγούδι γεννήθηκε στα καταγώγια, στους ντεκέδες, στις παράγκες, στις φυλακές κι όχι στα σαλόνια. Αυτό αποτελεί ιστορική αλήθεια είτε μας αρέσει είτε όχι. Απ’ αφορμή αυτό το γεγονός οι πνευματικοί άνθρωποι της άρχουσας τάξης προσπάθησαν να το μειώσουν κολλώντας του διάφορα προσβλητικά επίθετα, όπως «χασικλίδικο», «αλήτικο», «ρεμπέτικο», «του υποκόσμου» κλπ. Είναι λυπηρό το γεγονός ότι οι άνθρωποι μέσα από τις γραμμές μας χρησιμοποιούσαν την ίδια ορολογία. 

Το λαϊκό τραγούδι το πολέμησαν μισό και πάνω αιώνα θεοί και δαίμονες. Αυτό όμως έμενε, αυτό που είναι: γέννημα – θρέμμα των εργαζομένων των πόλεων και εκφραστής μιας καινούργιας εποχής. Ένα διαμάντι πολύτιμο στην κολώνα της λαϊκής δημιουργίας. Βρίσκεται στην καρδιά και στα χείλη των απλών ανθοώπων. Ξεκίνησε απ’ τα καταγώγια ή τη φυλακή για να φτάσει ως το τελευταίο χωριό της Ελλάδας κι ακόμα ως τα πέρατα του κόσμου. Δεν υπάρχει χώρα που να μην τραγουδιέται και απ’ ό,τι ξέρω κανένας άλλος λαός της γης δεν δημιουργεί σήμερα λαϊκή μουσική. 
(…)

 

Τραγούδια της κατοχής: Η σπείρα

Ένα ακόμα τραγούδι της κατοχής πιθανότατα άγνωστου δημιουργού

Η ΣΠΕΙΡΑ [ΑΔΕΣΠΟΤΟ] 

«Ο βασιλιάς κι ο Μεταξάς, 
η πιο μεγάλη σπείρα, 
γιατί τα φράγκα τα πολλά 
τα είχε η Αγγλία. 

Βασιλιάς και Μεταξάς συμφωνήσανε 
μ’ όλονε το ντουνιά να πολεμήσουνε. 

Ένα κακό ξημέρωμα, 
χωρίς καμιάν αιτία, 
στον πόλεμο μας βάλανε 
με πόθο και μανία. 

Κρίμα τα φανταράκια μας, 
που έγιναν θυσία, 
όλ’ αυτά γενήκανε 
για να σωθεί
η Αγγλία». 

Σημειώσεις:

1. Βαθειά αντιπολεμικό λαϊκό άσμα, που εκφράζει με αγανάκτηση το σύρσιμο της χώρας στον καταστροφικό πόλεμο. Ο άγνωστος λαϊκός δημιουργός του, με «τετράγωνη» και απλουστευμένη λογική -βασισμένη προφανώς στα οδυνηρά αποτελέσματα που είχε η αναπόφευκτη, εκ των πραγμάτων εμπλοκή της χώρας στη δίνη του Β! Παγκοσμίου Πολέμου- τα βάζει με τους τότε ιθύνοντες, για χάρη κατά τη γνώμη του της «μεγάλης» και πλούσιας Αγγλίας. 
2. Κατά τον Ηλία Πετρόπουλο, πιθανός δημιουργός του τραγουδιού μπορεί να είναι ο Στέφανος Μιλάνος «αφού -όπως λέει ο Η.Π.- το ξεσήκωσα από το τετράδιό του, και ίσως να προορίζονταν για τους αντάρτες». Είναι ασφαλώς ανέκδοτο.

Πηγή: http://www.rembetiko.gr

 

Τραγούδια της κατοχής: ο θρυλικός "Σαλταδόρος"

Ένα αριστούργημα του Μιχάλη Γενίτσαρη (στίχοι και μουσική). Γραμμένο στην κατοχή, αναφέρεται στους μικρούς σαλταδόρους που προκειμένου να επιβιώσουν πηδούσαν στα γερμανικά καμιόνια και έκλεβαν τρόφιμα.

Ο ίδιος ο Γενίτσαρης ανέφερε: «πολέμησα τους Γερμανούς με τους σαλταδόρους».



 

Τραγούδια της κατοχής: ο αγύμναστος

Πρόκειται για τραγούδι του Μάρκου και του Γιώργου Φωτίδα.

Ενώ τα λαϊκά τραγούδια του παρουσιάζουν μια ηρωϊκή και ρητορική στάση, στο τραγούδι αυτό έχουμε την αντιηρωική και αντιρητορική σκοπιά του Μάρκου. 


Η στρατιωτική ορολογία γίνεται αντικείμενο κοροϊδίας και ο στρατώνας του πεζικού φαίνεται πως είναι μια πραγματική φυλακή για τον Βαμβακάρη. 


Ο δημιουργός μπορεί να μην τονίζει το πατριωτικό και εθνικό στοιχείο, προβάλλει όμως κάτι -ίσως- σημαντικότερο: την άμεση, φυσική και ειλικρινή αντίδραση του ανθρώπου, που δεν προσαρμόζεται εύκολα στις καταστάσεις που του επιβάλλει η εξουσία, όποιες κι αν είναι αυτές. 


Ο Μάρκος Βαμβακάρης, που ανήκε στην κλάση του 1925, παρουσιάστηκε στο Γουδί για κατάταξη σε μεγάλη ηλικία, όπου έγραψε αυτό το τραγούδι. 




Όσο κι αν το ‘λεγαν πολλοί
εγώ δε φανταζόμουν,
πως τώρα στα γεράματα
φαντάρος θα ντυνόμουν.

Κι όμως με βάλαν στη γραμμή
σε φάλαγγα κατ’ άνδρα,
και με διπλοκλειδώσανε
στου Πεζικού τη μάντρα.

Ο κυρ-λοχίας ο φτωχός
ως ότου να με μάθει,
το «παρά πόδα» και το «αλτ»
ο δόλιος τί είχε πάθει.

Τώρα ριχτήτε στο φαϊ
η σάλπιγγα σας κράζει,
«όλ’ οι φαντάροι στη γραμμή»
ο δεκανεύς φωνάζει.


Πηγή: http://www.rembetiko.gr

 

Τραγούδια της κατοχής: βρε γρουσούζη Μουσουλίνι

Ο Μάρκος Βαμβακάρης και ο Γιώργος Φωτίδας , έστησαν μια αντιμουσολινική παρωδία πάνω στο τραγούδι του Μάρκου “ο γρουσούζης”.

Το τραγούδι ηχογραφήθηκε το 1941 με τις φωνές του Μάρκου Βαμαβακάρη και του Απόστολου Χατζηχρήστου.   



Πληροφορίες για το συγκεκριμένο τραγούδι βρήκαμε στο http://afmarx.wordpress.com

 

Σαν σήμερα έφυγε από τη ζωή ο Στέλιος Καζαντζίδης

Με αφορμή τη συμπλήρωση 11 χρόνων από το θάνατο του Στέλιου Καζαντζίδη, δημοσιεύουμε σήμερα παλαιότερο άρθρο από την ιστοσελίδα aformi, αφιερωμένο στον Στέλιο Καζαντζίδη και στο λαϊκό τραγούδι. Στο τέλος της ανάρτησης υπάρχουν, μεταξύ άλλων, μερικές από τις λιγότερο προβεβλημένες εκτελέσεις τραγουδιών του.


kokkinostupos



Στέλιος Καζαντζίδης: Ο τραγουδιστής των ηττημένων

«Αυτό που διαχωρίζει το λαϊκό τραγούδι, μέσα στη γενική εικόνα ενός έθνους και της κουλτούρας του, δεν είναι το καλλιτεχνικό γεγονός, ούτε η ιστορική καταγωγή, αλλά ο τρόπος που έχει να αντιλαμβάνεται τον κόσμο και την ζωή, σε αντίθεση με τις ισχύουσες αντιλήψεις της κοινωνίας»
Αντόνιο Γκράμσι


Ο Στέλιος Καζαντζίδης γεννήθηκε στις 29/8/1931 στον προσφυγικό καταυλισμό της Νέας Ιωνίας. Οι γονείς του, η μάνα του Γεσθημανή από τη Καππαδοκία και ο πατέρας του Χαράλαμπος από τον Πόντο ήταν πρόσφυγες που δούλευαν σαν καπνεργάτες. Παντρεύτηκαν στα Πετράλωνα και έζησαν στην Ν. Ιωνία, στο σπίτι που έχτισε με τα χέρια του ο Χαράλαμπος, οικοδόμος πια.


Ο πατέρας του εντάχθηκε στο ΕΑΜ και πλήρωσε αυτήν του την δραστηριότητα με τον άγριο ξυλοδαρμό του από τους φασίστες – δοσίλογους, με αποτέλεσμα σοβαρά προβλήματα υγείας που επέφεραν τον θάνατό του λίγο μετά την απελευθέρωση.

Ο ίδιος ο Καζαντζίδης αφηγείται:
« …κοίταξε, στην κατοχή η οικογένειά μου πέρασε δύσκολες στιγμές, όπως και όλος ο λαός. Το ψωμί ήταν λιγοστό και πανάκριβο. Οι άνθρωποι ξεπούλαγαν περιουσίες για ένα μπουκάλι λάδι. Οι μαυραγορίτες βέβαια θησαύρισαν. Έπιναν το αίμα του κοσμάκη… ο πατέρας μου είχε ιδέες αριστερές. Τον έκαναν υπεύθυνο της Εθνικής Τροφοδότησης Ανταρτών…κάτι Γερμανοτσολιάδες προδότες, τον έπιασαν και τον σακάτεψαν στο ξύλο. Αν μέναμε εκεί θα τον σκότωναν… ξεκινήσαμε για την Θεσσαλονίκη. Στον δρόμο, μπροστά στα μάτια μας οι χαφιέδες τον αποτελείωσαν. Έβγαζε αίμα από παντού, από το στόμα, τη μύτη, τ’ αυτιά. Χτύπησαν και την μητέρα μου. Έγκυο γυναίκα… γυρίσαμε στην Ν. Ιωνία. Η υγεία του πατέρα μου είχε κλονιστεί. Έκανε συνέχεια αιμοπτύσεις.»
Εικόνα3
Η πολιτική τοποθέτηση και ο θάνατος του πατέρα του θα σημαδέψουν την ζωή του και της υπόλοιπης οικογένειας , όχι μόνο συναισθηματικά αλλά και στο επίπεδο του κοινωνικού διωγμού και της οικονομικής εξαθλίωσης. Ο Σ. Καζαντζίδης για να μπορέσει να ζήσει την οικογένειά του δουλεύει από πολύ μικρή ηλικία σαν μικροπωλητής, οικοδόμος, βιομηχανικός εργάτης. Υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία στην Μακρόνησο.

Η ένταξή του, όπως και των γονιών του, στην εργατική τάξη του ανέπτυξε την ταξική συνείδηση και του καλλιέργησε τα αισθήματα της εργατικής αλληλεγγύης, στοιχεία που συναντιούνται στο έργο του όλα τα μετέπειτα χρόνια αλλά και διακρίνονται στην προσωπική του στάση ζωής (σύγκρουση με το κατεστημένο των δισκογραφικών εταιρειών και των κέντρων, αφοσίωσή του στον πόνο και τις ανάγκες του φτωχού λαού.)

Δεν σταμάτησε να ζει λαϊκά ακόμα και τις ημέρες της μεγάλης του οικονομικής και καλλιτεχνικής ακμής.

Ο Καζαντζίδης έγινε ο βασικότερος εκφραστής του λαϊκού τραγουδιού, που ξεκίνησε από τα μέσα της δεκαετίας του 50, και ο πιο αγαπητός – οικείος τραγουδιστής του λαού ( δεν είναι τυχαίο ότι ο κόσμος δεν τον αποκαλεί Καζαντζίδη αλλά Στελλάρα)

Στο κείμενο αυτό δεν θέλουμε να ασχοληθούμε με το καλλιτεχνικό φαινόμενο του Στέλιου Καζαντζίδη, αλλά με τον «πόλεμο» και την κριτική που γίνεται στο πρόσωπό του και τα τραγούδια που ερμήνευσε σαν τραγούδι της «κλάψας» και της «μιζέριας», που στην ουσία είναι πόλεμος και κριτική στο λαϊκό τραγούδι. Το λαϊκό τραγούδι που χτυπήθηκε από τη εποχή που γεννήθηκε όχι μόνο από την αστική τάξη αλλά απορρίφθηκε και από την Αριστερά (ΚΚΕ – ΕΔΑ ) και τους αριστερούς διανοούμενους της εποχής.

Αυτή η αντίληψη για το λαϊκό τραγούδι φτάνει μέχρι τις μέρες μας και σιγοντάρεται (μετά τη μεταπολίτευση) και από κάποιους πεφωτισμένους ρεμπετολόγους (μας έχει φάει η ειδίκευση, η δικτατορία των ειδικών) που θέλουν να το παρουσιάσουν σε αντιδιαστολή με το ρεμπέτικο τραγούδι καθώς και από κάποιους μικροαστούς «καλλιτέχνες» και διαπλεκόμενους μουσικούς παραγωγούς των ΜΜΕ που το απορρίπτουν συλλήβδην, ακόμα και αυτήν την «έντεχνη» μορφή του.

Σήμερα δεν υπάρχει περίπτωση να ακούσει κάποιος λαϊκά τραγούδια στο ραδιόφωνο (μικρές εξαιρέσεις ο «902» και κάποιοι ελάχιστοι μικροί – επαρχιακοί σταθμοί) και ειδικά στα κρατικά ραδιόφωνα ( η κυρία Μυτιληναίου έκοψε την λαϊκή ώρα του 2ου μετά τον θάνατο του Π. Γεραμάνη) αλλά και στα λεγόμενα έντεχνα-σοβαρά ( «Μελωδία») ενώ αρκετοί από αυτούς αρέσκονται σε τραγούδια ψευτοέντεχνα, δήθεν «κουλτουριάρικα».

«Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας
ποτέ δεν λένε την αλήθεια
ο κόσμος υποφέρει και πεινά
και σεις τα ίδια παραμύθια»
Δ. Σαββόπουλος

ZEIBEKIKOS KLEISTOS_bresson

Αυτή η άποψη συναντιέται σήμερα και σε αρκετούς αριστερούς και κυρίως νεολαίους.
Ας δούμε όμως καταρχάς σε ποιες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες γεννιέται και εξελίσσεται το λαϊκό τραγούδι που πήγασε μέσα από το ρεμπέτικο σαν άρρηκτη συνέχειά του.

Αύγουστος του 1949. Τελειώνει ο εμφύλιος και το έπος των απλών αγωνιστών του ΔΣΕ, με τη νίκη των αστών και με 20.000 – 25.000 νεκρούς κομμουνιστές μαχητές, 7.000 – 8.000 περίπου άμαχους εκτελεσμένους κατά την διάρκεια του εμφυλίου, 56.000-60.000 φεύγουν κυνηγημένοι πολιτικοί πρόσφυγες, 1.000.000 «υποχρεωτικώς μετακινηθέντες» ( 15% του πληθυσμού και 20%-25% του αγροτικού πληθυσμού) στοιβάζονται στις παρυφές των πόλεων σε προσφυγικά παραπήγματα, έρμαια στην ασυδοσία των καπιταλιστών σαν φτηνά εργατικά χέρια και στην κρατική και παρακρατική τρομοκρατία, άγνωστος αριθμός παιδιών (κατά κάποιους αστούς υπολογίζονται μετριοπαθώς σε 20-25 χιλιάδες) «φιλοξενούνται» στα «παιδοχώρια» της πρόνοιας, τα πιο τυχερά ήσαν όσα μπόρεσαν να επανενωθούν με τις οικογένειές τους έστω στις άθλιες συνθήκες που αυτές επιβίωναν, τα υπόλοιπα βρέθηκαν από «υπηρέτριες από το χωριό» στις ευκατάστατες αστικές οικογένειες, μέχρι σύζυγοι υπερήλικων με την προίκα και την ευχή της Φρειδερίκης και τα αγόρια φθηνά εργατικά χέρια.

Το 1950 είχαμε δεκάδες χιλιάδες στα μακρονήσια , 2.289 καταδικασθέντες σε θάνατο, 16.783 σε ισόβια, 5.425 υπόδικους…

Η εργατική τάξη και ο υπόλοιπος λαός στην Ελλάδα δεν έχει πια αυταπάτες. Έζησε την ήττα από τους αστούς, πλήρωσε την επανάσταση με το αίμα των καλύτερων παιδιών της και ήξερε πάρα πολύ καλά ότι θα συνέχιζε να πληρώνει το τίμημα για πολλά χρόνια ακόμα. Ο εμφύλιος δεν σταμάτησε στα βουνά του Γράμμου, Οι ξυπόλητοι και αγράμματοι που τόλμησαν να αμφισβητήσουν την κυριαρχία των αστών θα το πληρώσουν ακριβά και το γνωρίζουν. Ξέρουν ότι δεν θα μπορέσουν εύκολα να σηκώσουν ξανά το κεφάλι τους και ότι είναι έρμαιο των πιο άγριων διαθέσεων των καπιταλιστών, και δεν είχαν καθόλου άδικο.
Αντιλαλούνε τα βουνά (Β. Τσιτσάνης – 1950)


Αντιλαλούνε τα βουνά

Η οικονομική κατάσταση στην μετεμφυλιακή Ελλάδα

«Δυο δρόμοι την χωρίζουνε την κοινωνία ετούτη Και φέρνουν μαύρη συμφορά, η φτώχεια και τα πλούτη Της κοινωνίας η διαφορά φέρνει στο κόσμο μεγάλη συμφορά» Β. Τσιτσάνης 1949

  8-02-09_302700_1

Η ήττα της αριστεράς, η διάλυση του εργατικού κινήματος και ο πλήρης έλεγχός του από τα κρατικά – παρακρατικά όργανα, η ανοιχτή τρομοκρατία, ο ρεβανσισμός και το ταξικό μίσος των νικητών, θα εμποδίσουν την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος και της αντίστασης ακόμα και στο οικονομικό επίπεδο για πολλά χρόνια μετά τον εμφύλιο. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα να μην πραγματωθεί με τους όρους που αυτή συντελείται στα υπόλοιπα ανεπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη. Η αστική τάξη προχωρά με γοργούς ρυθμούς στην ανάπτυξη του καπιταλισμού. Η βιομηχανική παράγωγη εκτοξεύεται μέσα σε λίγα χρόνια, ο κατασκευαστικός κλάδος επιδεικνύει παγκόσμιες πρωτιές, αναπτύσσεται με υψηλούς ρυθμούς ο ελληνικός εμπορικός στόλος, ανατρέπεται για πρώτη φορά το 1966 η σχέση μεταξύ βιομηχανικής και γεωργικής παραγωγής προς όφελος της πρώτης.. Η περίοδος 1950-1970 γίνεται η χρυσή περίοδο για την καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα. ( ο ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ μεταξύ 1962-1975 είναι 6,8% έναντι 4,2% της τότε ΕΟΚ). Να ποια είναι όμως η κατάσταση της εργατικής τάξης την αντίστοιχη περίοδο. Το μεροκάματο βρίσκεται στα 1950 στο 50% του προπολεμικού και φτάνει στα επίπεδα του 1938 το 1956. Η ανεργία είναι ο μεγάλος εφιάλτης φτάνοντας σε επίπεδα του 25% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, με ανυπαρξία επιδομάτων. Ορισμένα στοιχεία για το επίπεδο διαβίωσης των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων της περιόδου είναι ενδεικτικά της κατάστασης . 1957 – 58: 28% των οικογενειών συγκατοικεί με άλλες οικογένειες στο ίδιο σπίτι, το 32% των οικογενειών ζει σε ένα δωμάτιο, το 11% των σπιτιών έχει τρεχούμενο νερό, 27% ρεύμα και 2,5% λουτρό, η μέση κατανάλωση κρέατος είναι 23,5 κιλά τον χρόνο ανά άτομο. Σαν αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης έχουμε 1.500.000 μετανάστες την δεκαετία του 1960. Κοινωνία ένοχη (Χ. Κολοκοτρωνη – 1958) Κοινωνία ένοχη

Το λαϊκό τραγούδι και ο Στ. Καζαντζίδης

«…η τέλεια περιφρόνηση προς τον πλούτο,
έδωσε κουράγιο στους Έλληνες
να υπομείνουν τη φτώχεια τους»
Δ. Χαριτόπουλος
Ergatiki_Protomagia

Σ’ αυτές λοιπόν τις συνθήκες ή καλύτερα θα λέγαμε, μέσα από αυτές τις συνθήκες, γεννιέται το λαϊκό τραγούδι την δεκαετία του 50.


Ας δούμε όμως μέσα από τα ίδια τα τραγούδια και κυρίως τα τραγούδια του κύριου εκφραστή του λαϊκού τραγουδιού του Στέλιου Καζαντζίδη, πως εκφράζεται η κοινωνική κατάσταση που περιγράψαμε πιο πάνω.

Ο Καζαντζίδης ξεκινά την καριέρα του στα χνάρια της φωνής του Πρόδρομου Τσαουσάκη (μεγάλο τραγουδιστή του ρεμπέτικου και κυρίως του Τσιτσάνη) και τα πρώτα χρόνια τα τραγούδια που ερμηνεύει ανήκουν στο είδος που έχουμε συνηθίσει να λέμε ρεμπέτικο ( το γράφω με αυτό τον τρόπο γιατί η κατηγοριοποίηση του τραγουδιού σε ρεμπέτικο, λαϊκό και έντεχνο είναι εντελώς σχηματική και μερικές φορές κακόβουλα προσπαθούν μερικοί να τα παρουσιάσουν σε αντιπαράθεση).

Ο Καζαντζίδης όμως δεν συμφωνεί με την περιθωριοποίηση που εκφράζει μια μερίδα του ρεμπέτικου. Δεν θέλει τα τραγούδια του να απευθύνονται και να μιλάνε για το περιθωριοποιημένο κομμάτι του λαού. Επειδή ήταν αριστερός και με αναπτυγμένη ταξική συνείδηση, συνειδητά επιλέγει να εκφράσει τα προβλήματα και το κλίμα της εποχής. Έτσι συμβάλλει καθοριστικά στην διαμόρφωση του ρεμπέτικου σε λαϊκό, μια διαδικασία που έχει ήδη ξεκινήσει από τον Β. Τσιτσάνη .

Ο Καζαντζίδης με την απήχηση που έχει η φωνή του αλλά και η επιμονή και συνέπειά του στο να επιλέγει να τραγουδά για τον λαό και τα προβλήματά του δημιουργούν ένα ρεύμα. Σχεδόν όλοι οι συνθέτες γράφουν τραγούδια στο «στυλ Καζαντζίδη» και αρκετοί τραγουδιστές ακολουθούν τα πατήματα της φωνής του αλλά και της θεματολογίας των τραγουδιών του.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτών των τραγουδιών, ιδιαίτερα τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια, είναι όπως προείπαμε το μαύρο χρώμα. Μιζέρια, ηττοπάθεια και κλάψα θα πουν μερικοί, και ίσως ακόμα περισσότερα ακούγοντας το πεισιθανάτιο τραγούδι του « Θέλω να πεθάνω»

« θέλω να πεθάνω για να μην πονώ.
μα ποιος θα κοιτάξει το φτωχόσπιτό μου
όταν θ’ απομείνει έρμο κι ορφανό;
Έχω μανούλα κι αδελφές
γυναίκα και παιδάκια
κι αν κλείσω τα ματάκια μου
θα μείνουν στα σοκάκια
Δεν περνάει μέρα να μην πικραθώ
Όλα πια τα βάρη πέσανε σε μένα
και στα δυο μου πόδια πως να κρατηθώ»
xarisiadis1

Να όμως τι λέει ο στιχουργός του τραγουδιού Κώστας Βίρβος για το τραγούδι:

«Χάλασε κόσμο. Είναι η κραυγή ενός εξαθλιωμένου ανθρώπου στη σκληρή μετεμφυλιακή πραγματικότητα. Είναι αλήθειες που ζήσαμε και βιώσαμε…».

Ο Νέαρχος Γεωργιάδης, μελετητής του λαϊκού τραγουδιού γράφει χαρακτηριστικά:
«…το μαύρο χρώμα, η απαισιόδοξη διάθεση το πεισιθανάτιο ύφος δεν ήταν κάτι το αυθαίρετο, που ο στιχουργός επέβαλε στο λαϊκό γούστο. Ήταν κάτι που ξεκινούσε από την κατάσταση των λαϊκών στρωμάτων κι ο στιχουργός το μορφοποίησε και το πέρασε μέσα στο τραγούδι. Οι εργάτες, οι αγρότες και πού απελπισμένοι μικροαστοί είδαν σ’ αυτά τα τραγούδια τον εαυτό τους, για αυτό και τα αποδέχτηκαν σαν τρόπο έκφρασής τους».

Τι θα έγραφαν λοιπόν οι λαϊκοί στιχουργοί και τι θα τραγουδούσαν οι λαϊκοί τραγουδιστές;
Σαν τον πουλημένο σκλάβο (Σ. Καζαντζίδης – 1958)

Σαν τον πουλημένο σκλάβο

Και αυτή η διαδικασία ήταν συνειδητή απ την μεριά των δημιουργών:
« Τι σημαίνει για σας κ. Καζαντζίδη ο όρος λαϊκός τραγουδιστής;
Λαϊκός τραγουδιστής είναι αυτός που εκφράζει τα προβλήματα, τα παράπονα και τις αγωνίες του απλού κόσμου. Πρέπει να βγάζει από μέσα του πόνο για να απαλύνει τον πόνο αυτών που τον ακούνε. Γιατί κακά τα ψέματα λαϊκό τραγούδι σημαίνει πόνος. Τα κάτω στρώματα είναι πάντα αδικημένα και πονεμένα. Γι’ αυτό λαϊκός τραγουδιστής σημαίνει να γίνεσαι προσιτός στη μάζα, σε αυτούς που για διάφορους λόγους δεν είχαν την τύχη να μάθουν πέντε γράμματα… ο στόχος ο δικός μου, όταν λέω ένα τραγούδι, είναι αυτός που πίνει το κατοσταράκι το κρασί με τη μαριδούλα, την ντοματούλα και τη φέτα. Γι αυτούς τραγούδησα. Ο κόσμος στον οποίο απευθύνομαι εγώ δεν έχει μεγάλες οικονομικές δυνατότητες. Εγώ τραγουδάω για τη φτώχεια. Άλλοι είναι οι άνθρωποι που πάνε στα μαγαζιά και έχουν δυνατότητες να καίνε, να σπάζουν, να χαλάνε, να πληρώνουν μπουκάλια, να χύνουν σαμπάνιες. Δεν είμαι εγώ αυτής της τάξεως τραγουδιστής. Και γι’ αυτό δεν πάω στα κέντρα. Πώς ν’ αναγκάσω τον κοσμάκη το δικό μου να κόψει το ψωμί του για να ‘ρθει να μ’ ακούσει;»

Εγώ είμαι ένας τραγουδιστής του έρωτα και της ζωής
τραγουδάω για τη φτώχεια για την ξενιτιά
και για τους ερωτευμένους που ‘χουνε φωτιά
Του λαού τα ντέρτια λέω, κι όταν τραγουδάω κλαίω
γιατί είμαι πονεμένος και στη φτώχεια γεννημένος
Εγώ είμαι ένας τραγουδιστής του έρωτα και της ζωής
μ’ αγαπούν οι πονεμένοι που ‘χουνε ψυχή
κι όλοι οι αδικημένοι μέσα στη ζωή
Του λαού τα ντέρτια λέω κι όταν τραγουδάω κλαίω
γιατί είμαι πονεμένος και στη φτώχεια γεννημένος”
ceb1ceb3ceb9cebfcf83-ceb1ceb4cf81ceb9ceb1cebdcebfcf83-163

Κατά μία άποψη η διαφωνία με τα τραγούδια του Καζαντζίδη και η γκρίνια για τραγούδια της κλάψας δεν έχει να κάνει τόσο με την θεματολογία του στίχου αλλά με το «ανατολίτικο» στοιχείο των τραγουδιών. Ας μην λησμονούμε άλλωστε ότι και για κομμάτια της Αριστεράς (επίσημης και μη) η δυτικότροπη τέχνη ήταν πάντα σε μεγαλύτερη εκτίμηση σε σχέση με τις επιρροές της Ανατολής. Ίσως γιατί στη δύση έβλεπαν την ανάπτυξη του καπιταλισμού και την ολοκλήρωση των αντικειμενικών συνθηκών για την επανάσταση.

Μήπως όμως το λεγόμενο «έντεχνο λαϊκό» τραγούδι δίνει την απάντηση για το πως θα έπρεπε να ήταν το λαϊκό τραγούδι;

Καταρχάς θα πρέπει να δούμε ότι το «έντεχνο» που ξεκίνησε από τον Θεοδωράκη στα τέλη της δεκαετίας του ’50 επηρεάστηκε έως διαμορφώθηκε από τους πρωτεργάτες του λαϊκού τραγουδιού (Χιώτη, Καζαντζίδη, Μπιθικώτση, Ζαμπέτα). Αρκεί να θυμίσουμε ότι η πρώτη κυκλοφορία του «Επιτάφιου» που έγινε με ενορχήστρωση του Χατζιδάκη και ερμηνεύτρια την Μούσχουρη πέρασε εντελώς απαρατήρητη, μέχρι να έρθει η καθοριστική παρέμβαση του Χιώτη και η φωνή του Μπιθικώτση να απογειώσουν το ίδιο έργο και να φτάσει στα χείλη του κόσμου.

Ακόμα όμως και τα τραγούδια του Θεοδωράκη τα πρώτα χρόνια έχουν την ίδια θεματολογία και «μιζέρια» του λαϊκού τραγουδιού. Ας θυμηθούμε τα «Βρέχει στην φτωχογειτονιά», «Δόξα τω θεώ», «Το Σαββατόβραδο», «Δραπετσώνα», «Παράπονο». «Βράχο-βράχο», «Μετανάστης»… και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς.

Η «αντίρρηση» όμως των λαϊκών συνθετών-στιχουργών για τα έντεχνα τραγούδια είναι το ότι οι στίχοι αυτοί δεν γίνονται κατανοητοί από τον απλό κόσμο. Και αυτό γιατί και οι ίδιοι παρ’ όλο που συμμετείχαν σ’ αυτήν την διαδικασία, δεν μπορούσαν να κατανοήσουν αυτά που τραγουδούσαν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Μπιθικώτσης ο οποίος, στην αρχή της συνεργασίας του με τον Θεοδωράκη, όταν έλεγε τα τραγούδια αυτά στο κέντρο γύρναγε στους οργανοπαίχτες και έλεγε « τι κάθομαι και λέω ρε Καρανικόλα (μπουζουξής). Μπορείς εσύ να μου πεις τι λένε αυτά τα τραγούδια;»

Τα όνειρα που μένουνε
μονάχα μες στη σκέψη
κανείς μην τα πιστέψει
τα σβήνει η ζωή.
Τα όνειρα που χτίζονται
κι αντέχουνε στο χρόνο
υφαίνονται με πόνο
χωρίς αναπνοή.
Είναι τόσο σκληρός ο αγώνας
μα τόσο γλυκός,
είναι τόσο μεγάλη η ζωή
όταν ζεις διαρκώς,
κι έτσι φτάνεις στο τέρμα
χωρίς να ‘χεις νιώσει μικρός
και παλεύεις, πεθαίνεις, περνάς
μα δεν είσαι νεκρός.
Τα όνειρα που παίρνουνε
για λίγο το μυαλό μου
μερώνουν τον καημό μου
μια τόση δα στιγμή.
Στα όνειρα που χτίζονται
το είναι μου κι αν δώσω
αξίζει να ΄ναι τόσο
βαριά η πληρωμή.

Ακόμα και όταν ο Καζαντζίδης ερμηνεύει το παραπάνω τραγούδι του Άκη Πάνου «Τα όνειρα που χτίζονται» δεν αισθάνεται ότι απευθύνεται στο κόσμο με τον τρόπο που αυτός θέλει, μερικά χρόνια μετά δηλώνει :

«… ο κοσμάκης έχει τόσα προβλήματα και σκοτούρες στο κεφάλι του. Ο Καζαντζίδης λοιπόν δεν πρέπει να τον κουράζει με τα τραγούδια του. Να ψάχνουν να βρουν τα μηνύματα που κρύβει ο στίχος. Πολλοί από αυτούς που αγαπούν τα τραγούδια μου είναι αγράμματοι εντελώς ή του δημοτικού. Γι’ αυτό προτιμώ να τραγουδώ τις αλήθειες της ζωής απλά, με σταράτα και καθαρά λόγια. Δεν είναι τυχαίο ότι «Τα όνειρα που χτίζονται», που χωρίς αμφιβολία είναι ένα σπουδαίο τραγούδι, δεν πέρασε στο κόσμο όσο τα υπόλοιπα του Πάνου που είπα, όπως το «Η ζωή μου όλη», «Άιντε να περάσει η μέρα»…».
hqdefault
«… τη δουλειά τους την κάνουν καλά αλλά δεν κάνουν λαϊκό τραγούδι. Είναι άνθρωποι που έχουν σπουδάσει μουσική, κάνουν σωστές ενορχηστρώσεις, αλλά δεν απευθύνονται στη μάζα, δεν είναι τραγούδια του λαού. Κι όχι γιατί χρησιμοποιούν διαφορετικά όργανα ή άλλους ρυθμούς… Ο Σαββόπουλος είναι λαϊκός τραγουδιστής. Δεν ξέρω αν το γνωρίζει κι ο ίδιος. Τα τραγούδια του είναι λαϊκότατα…Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά έχει ανάγκη ο κόσμος από κοινωνικό τραγούδι. Τώρα χρειάζεται να βγει ένας τραγουδιστής να τραγουδήσει τον σημερινό πόνο του Έλληνα. Την ακρίβεια και τα άλλα προβλήματα που υπάρχουν. Δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν υπάρχει και αναγκάζεται να ακούει, από την πλύση εγκεφάλου που του γίνεται, διάφορες βλακείες, για να ξεδώσει λίγο» (Καζαντζίδης)
Δεν παραγνωρίζουμε βέβαια ότι αυτές οι δηλώσεις κρύβουν κάποια δόση υπερβολής και εάν θέλετε και ένα παράπονο για τον παραγκωνισμό και την κατά κάποιο τρόπο αχαριστία που δέχτηκαν οι συντελεστές του λαϊκού τραγουδιού από τους δημιουργούς του «έντεχνου». Αχαριστία όχι τόσο προς τα πρόσωπα αλλά κυρίως προς το ίδιο το λαϊκό τραγούδι, φτάνοντας μέχρι του σημείου, κάποιοι από αυτούς, να το κατηγορούν ανοιχτά.


Το λαϊκό τραγούδι σήμερα


Ένα ερώτημα που απασχολεί τον κόσμο που αγαπά το λαϊκό τραγούδι είναι εάν υπάρχει σήμερα λαϊκό τραγούδι και εάν είναι δυνατόν να εκφράσουν σήμερα τα παλιά λαϊκά τραγούδια ,που για πολλούς έχουν ξεπερασμένη φόρμα και θεματολογία.

Η απάντηση δεν είναι εύκολη και σίγουρα δεν μπορεί να δοθεί στα πλαίσια αυτού του κειμένου, όμως μπορούμε να θίξουμε ένα-δυο ζητήματα σχετικά μ’ αυτό.

Δεν μπορεί κανείς ν’ αμφισβητήσει ότι η σημερινή εποχή ελάχιστη σχέση έχει με την εποχή του ’50-’60 που αναπτύχθηκε το λαϊκό τραγούδι. Η αλλαγή αυτή όμως δεν έχει να κάνει με την κατάργηση της καταπίεσης και των προβλημάτων για την εργατική τάξη αλλά με τον τρόπο που αυτά τα προβλήματα εκδηλώνονται σήμερα και πώς αυτά κατανοούνται από το ίδιο το υποκείμενο και κατ’ επέκταση πως αυτό αντανακλάται στους δημιουργούς του τραγουδιού.

Δεν υπάρχει και σήμερα υψηλή ανεργία, αβεβαιότητα για το μέλλον, ανέχεια στους νεολαίους των 700€, μετανάστευση, εξαντλητικά ωράρια εργασίας, τρομοκρατία στους χώρους δουλειά;
tz12b
Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι ότι δεν υπάρχουν τα προβλήματα αλλά μάλλον το ότι ο σημερινός εργάτης – εργαζόμενος , για λόγους που είναι λίγο πολύ γνωστοί, θεωρεί ότι αυτά τα προβλήματα θα τα ξεπεράσει με ατομικές λύσεις, δεν θέλει να αποδεχτεί την ταξική του θέση (πόσο μάλλον να αισθάνεται περήφανος γι’ αυτήν), να τα μοιραστεί με τους όμοιούς του. Νομίζει ότι με μια κάρτα ή ένα δάνειο θα καταφέρει να τα κρύψει κάτω από το χαλάκι. Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει από εργάτες και απλό κόσμο την άποψη «δεν θέλω να ακούω τραγούδια κλαψιάρικα, μου φτάνουν τα προβλήματά μου, θέλω ν’ ακούσω κάτι χαρούμενο για να ξεδώσω».

Για να θυμηθούμε τα λόγια του Γκράμσι που αναφέρονται στην αρχή του άρθρου, εκείνο που έχει αλλάξει είναι ο τρόπος που αντιλαμβάνεται ο κόσμος, και κατ’ επέκταση το λαϊκό τραγούδι, την πραγματικότητα.

Καθαριστικό ρόλο στην διαμόρφωση μιας τέτοιας συνείδησης παίζουν τα ΜΜΕ και τα πρότυπα ζωής που δημιουργούν και ειδικότερα όσον αφορά το ζήτημα του τραγουδιού οι δισκογραφικές εταιρείες και τα παρακλάδια τους (μουσικοί παραγωγοί, μουσικά ραδιόφωνα) οι οποίες θάβουν συνειδητά την όποια προσπάθεια γίνεται για την παραγωγή σύγχρονου λαϊκού τραγουδιού. Σ’ αυτή την λογική έχουν καταφέρει να αλλοιώσουν και την αισθητική του κόσμου σχετικά με την μουσική. Το λαϊκό θεωρείτε από πολλούς «βαρύ» και προτιμούν τις εύπεπτες μπαλαντούλες των κάθε λογής Πλούταρχου, Αλεξίου…

Βέβαια σημαντικό μερίδιο ευθύνης έχουν και οι σύγχρονοι δημιουργοί που έχουν σε μεγάλο βαθμό και εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, αφομοιωθεί από το σύστημα.
« τα λαϊκά τραγούδια δεν γράφονται όταν αράζεις την Mercedes στο παρκινγκ του στούντιο και ανεβαίνεις επάνω για να ηχογραφήσεις»
Β. Τσιτσάνης

Και βέβαια λαϊκό τραγούδι δεν μπορεί να θεωρηθεί τα δήθεν «κουλτουριάρικα» τραγούδια που θέλουν κάποιοι να βαφτίσουν σαν «έντεχνα». Πέστε μου τι καταλαβαίνετε λ.χ. από το :
«Να μπορούσα στα σύννεφα
να ‘χα εγώ βενζινάδικο
στο κενό να κινδύνευα
για τ’ αστέρι μου τ’ άδικο»
ή από το
«Να βάλω τα μεταξωτά και να φυσάει
στα εργοστάσια μπροστά και στα σκουπίδια πλάι
να μπερδευτώ με τους εργάτες
να πω τον πόνο μου στις γάτες
και στη φουφού του καστανά
στάχτη να γίνεις σατανά»
Το 1989 ο Καζαντζίδης κυκλοφορεί το LP «Ότι δεν είπα» με επανεκτελέσεις παλιών λαϊκών τραγουδιών, να πως εξηγεί το γιατί:
« – Κύριε Καζαντζίδη πως αποφασίσατε να κάνετε αυτούς τους δίσκους με τα παλαιότερα τραγούδια; Δεν βρίσκατε σύγχρονο ρεπερτόριο που να καλύπτει τις ανάγκες σας;
– Και αυτό που λες είναι σωστό. Θα σου πω ένα παράδειγμα. Τα τελευταία χρόνια τηλεοράσεις, εφημερίδες και ραδιόφωνα βουίζουν, ασχολούνται καθημερινά με τη λαθρομετανάστευση. Έχουν έρθει στα χέρια μου, θα έλεγα, χιλιάδες στίχοι… ε λοιπόν, ούτε ένας δεν αναφέρεται στους λαθρομετανάστες και στα προβλήματά τους. Ένα τόσο καυτό και επίκαιρο κοινωνικό θέμα δεν απασχολεί κανένα δημιουργό. Είναι να απορεί κανείς.»
Όσον αφορά το παλιό λαϊκό τραγούδι πιστεύω ότι μπορεί να υποκαταστήσει το κενό που υπάρχει σήμερα στην λαϊκή μουσική μπορεί να αγγίξει την σημερινή νεολαία και τους εργαζόμενους, όχι γιατί περιγράφει τα προβλήματα τους και τις ανάγκες τους, αλλά γιατί αναδεικνύει την ομορφιά της πραγματικής και όχι μιας ψεύτικης «δήθεν» ζωής», μπορεί να τους συντροφεύει στις δύσκολες στιγμές αλλά και σε μια περήφανη και αγωνιστική στάση ζωής.

Σωτήρης Οι.

Υ.Γ.

1. Το ότι ασχολούμαστε με τον Στ. Καζαντζίδη δεν έχει να κάνει με μια προσπάθεια θεοποίησής του αλλά γιατί όπως αναφέρθηκε αποτελεί τον κύριο εκφραστή του λαϊκού μας τραγουδιού και γιατί ήταν συνεπής μέχρι τέλους σ’ αυτά που πρέσβευε. Δεν παραγνωρίζουμε βέβαια ορισμένες υπερβολές στα λεγόμενά του αλλά και τις αδυναμίες του χαρακτήρα του.
2. Ο τίτλος και το ίδιο το κείμενο είναι εμπνευσμένα από το πολύ καλό, κατά την γνώμη μας, βιβλίο το Γιώργου Αλεξάτου «Το τραγούδι των ηττημένων. Κοινωνικές αντιθέσεις και λαϊκό τραγούδι στη μεταπολεμική Ελλάδα» Εκδόσεις Γειτονιές του κόσμου (2006).