RSS

Category Archives: Λ. Αμερική

46 χρόνια από τη δολοφονία του Τσε και η κατάληψη του Πάντο




Στις 8 Οκτώβρη 1969, δύο χρόνια ακριβώς μετά την πτώση του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία, η επαναστατική οργάνωση «Κίνημα Εθνικής Απελευθέρωσης – Τουπαμάρος» [MLN – Tupamaros] κάνει μια εντυπωσιακή ενέργεια: Καταλαμβάνει την πόλη Πάντο, 30 χλμ περίπου από την πρωτεύουσα Μοντεβιδέο. Η περίφημη αυτή επιχείρηση ονομάστηκε La Toma dePando [η κατάληψη του Πάντο].

Η πρώτη φάση της επιχείρησης είχε απόλυτη επιτυχία. 49 μαχητές, χωρισμένοι σε 6 ομάδες, κατέλαβαν μεταξύ 1.00 και 1.20 μ.μ. το αστυνομικό τμήμα, το σταθμό της πυροσβεστικής, το τηλεφωνικό κέντρο και τρεις τράπεζες της πόλης, από τις οποίες κατέσχεσαν περίπου 350.000 δολάρια. Κατά την υποχώρησή τους όμως οι Τουπαμάρος συγκρούστηκαν με ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις, με αποτέλεσμα το θάνατο τριών μαχητών (Ρικάρντο Σαμπάλσα, Χόρχε Σαλέρνο και Αλφρέντο Κουλτέγι) καθώς και ενός αστυνομικού. Την ίδια μέρα συνελήφθηκαν πάνω από 20 στελέχη της οργάνωσης.


Ο σκοπός της ενέργειας αυτής των Τουπαμάρος  ήταν αφενός συμβολικός, για να τιμηθεί η μνήμη του επαναστάτη Τσε Γκεβάρα, αφετέρου πρακτικός, για να εφοδιαστεί η οργάνωση με όπλα και χρήματα. Ένας παράπλευρος στόχος ήταν να αφυπνιστεί μετά από μια δυναμική ενέργεια το εργατικό και φοιτητικό κίνημα της Ουρουγουάης, το οποίο αντιμετωπιζόταν με σκληρότητα από την συγκαλυμμένη δικτατορία του Πατσέκο Αρέκο μεταξύ 1968-1969.


Σύμφωνα με τον Χερμάν Γκονσάλες, πρώην μέλος της οργάνωσης, «οι Τουπαμάρος ήμασταν μια ομάδα ανθρώπων με καλές προθέσεις και πεποιθήσεις, που διεξήγαγε έναν κοινωνικό και πολιτικό αγώνα. Ήμασταν άνθρωποι καλοπροαίρετοι που προσπάθησαν ναπετύχουν ορισμένα πράγματαΑλλά ποτέ δεν ήμασταν στρατιωτικοίΗ αποχώρηση από το Πάντο αυτό έδειξε, ότι δεν ήμασταν στρατιωτικοί, δεν ήμασταν αντάρτες· ήμασταν φοιτητές, νέοι, εργάτες που κάναμε πολιτικό αγώνα με όπλα. Η απόφαση να διαφύγουμε στο ύπαιθρο και σχεδόν να διαλυθούμε δεν ήταν απόφαση ενός στρατού τακτικά οργανωμένου, ήταν αποτέλεσμα της έλλειψης αντανακλαστικού μάχης των συντρόφων».  

Ένα άλλο παλιό στέλεχος της οργάνωσης, ο Χούλιο Μαρενάλες, συμφωνεί: «Η επιχείρηση, καλά εκτελεσμένη στο πρώτο μέρος της, εξαιτίας λαθών κατά την αναδίπλωση κατέληξε σε στρατιωτική αποτυχία. Πεθαίνουν τρεις αγωνιστές και αιχμαλωτίζονται καμιά τριανταριά, ανάμεσά τους ένα στέλεχος πρώτης γραμμής [1]. Κατά παράδοξο τρόπομε την επιχείρησηΠάντο επαναλήφθηκε το φαινόμενο της 22ας Δεκεμβρίου 1966. Από μια ήττα σε στρατιωτικόεπίπεδο προέκυψε μια πολιτική ανάπτυξηΑυτή η ανάπτυξη που έλαβε χώρα μετά το Πάντο, εν πολλοίς σημάδεψε την οργάνωση και ήταν ένας από τους παράγοντες που οδήγησε στη μετέπειτα ήττα. Η τόσο γρήγορη ανάπτυξη δεν επέτρεψε την επαρκή εκπαίδευση των μαχητών στην παρανομία.»

Πράγματι, από το 1970 οι Τουπαμάρος αλλάζουν τη στρατηγική τους, με συχνότερες και μεγαλύτερης κλίμακας επιχειρήσεις. Γίνονται απαγωγές δικαστικών, διπλωματών, πρακτόρων της CIA [2], πολιτικών. Εκτελούνται βασανιστές και γίνονται βομβιστικές επιθέσεις σε στόχους συμφερόντων των βορειοαμερικανών και της ολιγαρχίας, καθώς σε σύμβολα του καθεστώτος. Σταδιακά συλλαμβάνονται όλα τα ηγετικά στελέχη της οργάνωσης, μέχρι το 1972 που είναι η χρονιά της ήττας των Τουπαμάρος. Την επόμενη χρονιά τον έλεγχο της χώρας θα πάρει και τυπικά μια στρατιωτική δικτατορία, που θα παραμείνει μέχρι το 1985.

Αυστηρά, η MLNTupamaros δεν ήταν ποτέ ένοπλη οργάνωση, αν και έκανε επιχειρήσεις εφοδιασμού και ένοπλη προπαγάνδα. Διαφοροποιούνταν από τις υπόλοιπες οργανώσεις της παραδοσιακής αριστεράς ως προς τη μεθοδολογία πολιτικής δράσης. Πραγματοποιούσαν πολλές καταλήψεις για να μιλήσουν με τους εργάτες και να κάνουν πολιτικές προτάσεις. Η οργανωτική αρχή ήταν μια δομή ομόκεντρων κύκλων: «πτέρυγες» (columnas) των περίπου 100 μελών, και γύρω από καθεμία υπήρχε μια «περιφέρεια υποστήριξης». Στον πυρήνα βρισκόταν η επίσημη οργάνωση, και προς τα έξω η σχέση ήταν πιο χαλαρή. 

Αργότερα, η ανάγκη για περισσότερη πολιτική δουλειά έκανε αναγκαία τη δημιουργία μιας επίσημης πολιτικής πτέρυγας, που ονομάστηκε «Πτέρυγα 70». Αυτή η πτέρυγα ήταν συνδεδεμένη με το «νόμιμο σκέλος» της οργάνωσης, το Κίνημα Ανεξαρτησίας της 26ηςΜάρτη, αργότερα ιδρυτικό συστατικό της πολιτικής συμμαχίας του Ευρέος Μετώπου (FrenteAplio) [3].



Εδώ έζησε ο Ρικάρντο Σαμπάσλα Ουάκσμαν 1948-1969. Έγινε μέλος της ομάδας ιδεαλιστών και οραματιστών νέων που ήθελαν μια καλύτερη πατρίδα όπως την οραματίστηκε ο Αρτίγκας [4]. Εντάχθηκε στους Τουπαμάρος. Συμμετείχε στη λεγόμενη Κατάληψη του Πάντο και τραυματίστηκε στην περιοχή Κάπρα, έπεσε στο ματωμένο έδαφος με πολλές πληγές, εκτελέστηκε με μια σφαίρα στο λαιμό από ένα στρατιώτη που έλαβε τη διαταγή από ένα συνταγματάρχη. Είναι γνωστό το όνομα και των δύοΜίναςΑπρίλιος 2009.Επιτροπή Αλήθειας.

(Τιμητική πλακέτα έξω από σχολείο της πόλης Μίνας, προς τιμήν του Σαμπάλσα)

«Η Λατινική Αμερική ήδη το φωνάζει,  είναι η ανεξαρτησία που πλησιάζει».

(Στίχος του Χόρχε Σαλέρνο, εκ των τριών πεσόντων στο Πάντο, από το ποίημά του «Το μονοπάτι είναι χαραγμένο»).

«Αν σήμερα τραγουδώ στο παρελθόν της νεκρής πέτρας και ανακαλώ τις αναμνήσεις των Θηβών, είναι γιατί το παρόν ξεπροβάλει στο παρελθόν σου».


Τσε
 

Χιλή 1973: Το οριστικό τέλος του “ειρηνικού δρόμου για τον σοσιαλισμό”

Στις 11 Σεπτέμβρη κλείνουν 40 χρόνια από την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας του Πινοσέτ που ανέτρεψε τον Αλιέντε και την κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας στέλνοντας στον τάφο τουλάχιστον 8000 αριστερούς αγωνιστές, ενώ δεκάδες άλλους χιλιάδες στις φυλακές, τις εξορίες και τα βασανιστήρια. Με αυτό τον τρόπο η αστική τάξη της Χιλής με τη σύμφωνη γνώμη των αμερικάνων και ευρωπαίων ιμπεριαλιστών αποκεφάλισε τον ανθό του προλεταριάτου θάβοντας μαζί τους και την επαπειλούμενη σοσιαλιστική επανάσταση στη Χιλή. Η σφαγή της Χιλής αποτελεί μια ακόμα εκκρεμότητα όχι μόνο για το ντόπιο κίνημα αλλά και για το παγκόσμιο προλεταριάτο, μια σφαγή που η οφειλή της δεν έχει ακόμα πληρωθεί. Ταυτόχρονα όμως, η Χιλή αποτελεί και μια τρανή απόδειξη για το πού οδηγούν τα νανουρίσματα και οι αυταπάτες του ειρηνικού και ατελείωτου “δημοκρατικού” δρόμου προς το σοσιαλισμό που υποσχόταν τότε η κυβέρνηση του Αλιέντε μαζί με το χιλιανό ΚΚ και σήμερα συνεχίζει να υπόσχεται η αριστερά που θα τους “ταράξει όλους στη νομιμότητα”. Όπως είναι γνωστό, οι καπιταλιστές της Χιλής δεν συμμερίστηκαν καθόλου τους σοσιαλίζοντες πειραματισμούς ούτε φυσικά τις ειρηνόφιλες διαθέσεις της αριστεράς εκείνης της εποχής. Προτίμησαν τον κλασσικό και σίγουρο δρόμο για την υπεράσπιση της ιδιοκτησίας και της εξουσίας τους: την ένοπλη αντεπανάσταση, βυθίζοντας τη Χιλή σε μια μαύρη 16χρονη αντίδραση, χωρίς να χαριστούν ούτε καν στον πρόεδρο Αλιέντε που έκανε τα πάντα για να μην θίξει τα θεμελιώδη τους συμφέροντα. Έστω και 40 χρόνια μετά, όσοι σκέφτονται να περπατήσουν στα ίδια χνάρια ας λάβουν σοβαρά υπόψη τους το αναπόφευκτο τέλος αυτής της διαδρομής.
Ενάντια στη λήθη, αναδημοσιεύουμε μια σύντομη ιστορική αναφορά στα γεγονότα εκείνης της εποχής από τον Κ. Μαραγκό που δημοσιεύτηκε στην Εργατική Εξουσία τον Οκτώβρη του 2004.
chile73

Η Χιλή μετά τον πόλεμο

Από το 1946 στην προεδρία της Χιλής βρίσκεται ο Ριζοσπάστης (αστικό κέντρο) Γκονζάλες Βιντέλα με την υποστήριξη του ΚΚ. Την εποχή εκείνη στην πολιτική σκηνή κυριαρχούν 4 κόμματα. Στα δεξιά το Συντηρητικό και το Φιλελεύθερο, στο κέντρο το Ριζοσπαστικό και στ’ αριστερά το ΚΚ. Σε αντάλλαγμα της υποστήριξής του από το ΚΚ ο Βιντέλα του έδωσε μερικά υπουργεία. Ωστόσο η πολιτική του Βιντέλα δεν περιελάμβανε κανένα φιλολαϊκό μέτρο. Αντίθετα στα πλαίσια του ψυχρού πολέμου η Χιλή σύσφιξε τις σχέσεις της με τις Η.Π.Α., σχέσεις που βάθαιναν την εξάρτησή της από το αμερικάνικο κεφάλαιο τα οποία και έλεγχαν τα ορυχεία χαλκού (η Χιλή ήταν η τρίτη χώρα σε χαλκό στον κόσμο).
Το 1948 ο Βιντέλα αφού πρώτα εξασφάλισε την υποστήριξη των δύο δεξιών κομμάτων έφερε στη Βουλή ένα νόμο για την “υπεράσπιση της δημοκρατίας”, βάσει του οποίου το ΚΚ έβγαινε στην παρανομία. Τον Βιντέλα διαδέχεται στην προεδρεία ο στρατηγός Κάμπο (1952-58) με την υποστήριξη των δεξιών και φυσικά του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού ο οποίος κυριολεκτικά έχει ρημάξει τη χώρα (ορυχεία χαλκού, σιδήρου, τηλεφωνεία, τράπεζες και βιομηχανίες). Στην τετραετία αυτή εμφανίζεται ένα διογκούμενο κλίμα δυσαρέσκειας εξαιτίας του πανύψηλου πληθωρισμού (70%), της μεγάλης ανεργίας και της ατελείωτης φτώχειας στις παραγκουπόλεις και την ύπαιθρο.
Η κατάσταση αυτή στη βάση της κοινωνίας προκαλεί πολιτικές ανακατατάξεις. Το Μάρτη του 1956 συγκροτείται το Δημοκρατικό Μέτωπο Λαϊκής Δράσης (FRAP) με τη συμμετοχή του παράνομου ΚΚ, των Σοσιαλιστών, διαφόρων μικροαστικών σχηματισμών και λίγο αργότερα του Ριζοσπαστικού Κόμματος. Το FRAP βάζει σαν κεντρικό του στόχο τον αγώνα ενάντια στην οικονομική υποταγή στις Η.Π.Α. με άξονα τη νέα συμφωνία για το χαλκό που σκόπευε να υπογράψει η κυβέρνηση. Την ίδια χρονιά ιδρύεται το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα (PDC) με ηγέτη τον -σημερινό πρόεδρο- Εντουάρντο Φρέι. Το PDC προήλθε από την ενοποίηση δύο τάσεων που είχαν αποσχιστεί από το Συντηρητικό Κόμμα 3 χρόνια νωρίτερα (’53).
Στις βουλευτικές εκλογές του 1957 το FRAP πήρε 20% ενώ οι χριστιανοδημοκράτες του PDC 16%. Το 1958 είναι η χρονιά που η αστική τάξη αποφασίζει να “εκσυγχρονιστεί” επιστρέφοντας κατά κάποιο τρόπο στην αστική νομιμότητα. Βεβαίως η επιστροφή αυτή έγινε κάτω από την πίεση μεγάλων διαδηλώσεων και μιας πλατιάς καμπάνιας του FRAP που πέτυχε την κατάργηση του νόμου για την “υπεράσπιση της Δημοκρατίας” (’48) επαναφέροντας το ΚΚ στη νομιμότητα. Την ίδια χρονιά αναλαμβάνει ο Α. Ροντρίγκελ κερδίζει τις προεδρικές εκλογές με την υποστήριξη του Φιλελεύθερου Κόμματος και -τα υπολείμματα- του Συντηρητικού. Ο Ροντρίγκελ ακολούθησε την ίδια πολιτική υποστήριξης των συμφερόντων των αφεντικών της Χιλής και των αμερικάνικων κεφαλαίων.
Την περίοδο αυτή οι μάζες στρέφονται προς τ’ αριστερά απαιτώντας με δυναμικές κινητοποιήσεις την αγροτική μεταρρύθμιση και φιλολαϊκά μέτρα. Το PDC του Φρέι νιώθοντας ότι το FRAP ετοιμάζεται να καρπωθεί τη λαϊκή δυσαρέσκεια υιοθετεί δημαγωγικά μερικά από τα αιτήματα του μαζικού κινήματος. Στο πρόγραμμά του ο Φρέι για τις προεδρικές εκλογές του 1964 υπόσχεται να πραγματοποιήσει την “αγροτική μεταρρύθμιση καταλύοντας τα φεουδαρχικά τσιφλίκια, μοιράζοντας τη γη στους χωρικούς, περιοριστικά μέτρα για τα μονοπώλια, σταθεροποίηση του εθνικού νομίσματος, βιομηχανική ανάπτυξη, ανέγερση εργατικών κατοικιών και σχολείων, εθνικοποίηση των ορυχείων χαλκού”. Έτσι, ο Φρεί γίνεται πρόεδρος με το 55% και μοναδικό αντίπαλο το σοσιαλιστή Αλιέντε (FRAP) που πήρε 39%.
Το FRAP ύστερα από αυτό το αποτέλεσμα έχασε όλους τους μικροαστούς συμμάχους του, οι οποίοι συγκινημένοι από τις δημαγωγίες του Φρέι στοιχήθηκαν πίσω του. Ο Φρέι όμως ήταν αναμενόμενο δεν τήρησε τις υποσχέσεις του παρά μόνο για ένα χρόνο μέχρι δηλαδή τις βουλευτικές εκλογές του 1965 όπου και πήρε το 42%. Στη Βουλή, αν και ψήφιζε μαζί με το FRAP τις μεταρρυθμίσεις, αυτές έμεναν στα χαρτιά. Οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις βρήκαν τη σφοδρή αντίδραση των γαιοκτημόνων και των δεξιών κομμάτων. Η δε εθνικοποίηση των ορυχείων δημιούργησε γενικότερο πρόβλημα στις σχέσεις με τις Η.Π.Α. πράγμα που ανάγκασε την κυβέρνηση να τα μαζέψει. Η αναβλητικότητα αυτή δημιούργησε μια έντονη εσωτερική κρίση μέσα στο κυβερνητικό κόμμα που κατέληξε στην αποχώρηση της αριστερής πτέρυγας το 1969 και του σχηματισμού του Κινήματος Λαϊκής Δράσης και Ενότητας (MARU). To MARU κατηγόρησε το Φρέι για συμβιβασμό με τους αμερικάνους ιμπεριαλιστές, τους γαιοκτήμονες και την αστική τάξη. Η ιδέα για μια επανάληψη του πειράματος του FRAP ξαναπαίρνει σάρκα και οστά. Έτσι το Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου δημοσιεύεται το Πρόγραμμα της Λαϊκής Ενότητας (Unidad Popular) στην οποία συμμετέχουν το Σ.Κ., το Κ.Κ., οι Ριζοσπάστες, το MARU, το Ανεξάρτητο Κίνημα Αριστεράς (ΑΡΙ) και κάποιοι σκόρπιοι σοσιαλδημοκράτες.
Οι Χριστιανοδημοκράτες του PDC σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να διεκδικήσουν εκ νέου την προεδρεία στις εκλογές του 1970, κατεβάζουν για υποψήφιο πρόεδρο τον Τόμικ, ηγέτη της κεντροαριστερής του τάσης. Ο Τόμικ παρουσιάζεται με “εξτρέμ” δηλώσεις για την εθνικοποίηση του χαλκού και για το “μεγάλο συνασπισμό των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων μαρξιστικών και μη”. Όμως ήταν πλέον αργά. Οι Χριστιανοδημοκράτες είχαν χάσει την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο. Οι έδρες τους μειώθηκαν στις 72 -σε σύνολο 200. Τώρα πλειοψηφία είναι οι δυνάμεις της Λαϊκής Ενότητας με 89 έδρες.
Τις υπόλοιπες 39 τις έχουν οι δεξιοί. Τα παραδοσιακά αστικά κόμματα των Φιλελεύθερων και των αποδεκατισμένων Συντηρητικών ενοποιούν τώρα τις δυνάμεις τους στο Εθνικό Κόμμα, σε μια προσπάθεια να σταματήσουν την άνοδο του μαζικού κινήματος. Με ένα πρόγραμμα αντικομμουνιστικής υστερίας και με την αμέριστη οικονομική συνδρομή των πιο αντιδραστικών κύκλων της Χιλής και των αμερικάνικων κεφαλαίων, κατεβάζουν για υποψήφιο πρόεδρο τον Χόρχε Αλεσάντρι.

http://avantgarde2009.files.wordpress.com/2013/09/1d54d-allendecastro-300x215.jpg?w=470Ο Αλιέντε πρόεδρος

Οι ανακατατάξεις στο πολιτικό εποικοδόμημα της Χιλής ήταν στην πραγματικότητα αντανάκλαση της ανόδου του μαζικού κινήματος στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Η Χιλή συγκλονίζεται από εργατικές απεργίες ενάντια στην ανεργία, τον πληθωρισμό και τη φτώχεια. Το 1968 πραγματοποιείται μια νικηφόρα γενική απεργία ενώ το 1969-70 συνταράσσεται από 7 χιλιάδες απεργίες και ένα κύμα καταλήψεων γης από εξεγερμένους χωρικούς σαν απάντηση στην απάτη της αγροτικής μεταρρύθμισης.
Αυτό είναι και το κοινωνικό υπόβαθρο της νίκης του Αλιέντε, ο οποίος στις προεδρικές εκλογές στις 4/9/70 αποσπά το 36,3%. Δεύτερος έρχεται ο δεξιός Αλεσάντρι με 34,9% και τρίτος ο Χριστιανοδημοκράτης Τόμικ με 28,8%. Σύμφωνα με το χιλιανό σύνταγμα για να εκλεγεί άμεσα πρόεδρος απαιτούνταν το 50%. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα αποφάσιζε η Βουλή.
Η εκλογή του Αλιέντε λοιπόν εξαρτιόταν από το PDC, το οποίο ζητούσε ως αντάλλαγμα μια σειρά από εγγυήσεις. Στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν η Λαϊκή Ενότητα δεσμεύτηκε και υπέγραψε τις περιβόητες “θεσμικές εγγυήσεις” οι οποίες προέβλεπαν ότι ο Αλιέντε δεν θα άγγιζε το στρατό, την αστυνομία, τον τύπο, τα κόμματα, την κρατική διοίκηση και την εκκλησία. Με δύο λόγια τα φρούρια του αστικού κράτους θα έμεναν ανέπαφα. Έτσι από την πρώτη κιόλας μέρα (24/10) που ο Αλιέντε ορκίζεται πρόεδρος υποχωρεί σους εκβιασμούς της αστικής τάξης.
Η άρχουσα τάξη δεν ήθελε να ανατρέψει αμέσως τον Αλιέντε γιατί κάτι τέτοιο ενδεχομένως να προκαλούσε ανεξέλεγκτες αντιδράσεις από την εργατική τάξη και τις χιλιάδες επιτροπές βάσης της Λαϊκής Ενότητας. Προτίμησε την τακτική του καρότου και του ροπάλου. Στο ρόλο του “καλού” το PDC ως “σύμμαχοι” του προέδρου, στο ρόλο του κακού το Εθνικό Κόμμα και οι φασίστες της οργάνωσης “Πατρίδα και Ελευθερία”. Στόχος η διαρκής φθορά της κυβέρνησης. Η δολοφονία του αρχηγού του στρατού δύο μέρες πριν ορκιστεί ο Αλιέντε ήταν η πρώτη προειδοποίηση. Η αστική τάξη τρίζει τα δόντια στον Αλιέντε. Στην πραγματικότητα όμως αυτό που έτρεμαν οι καπιταλιστές δεν ήταν ο πρόεδρος αλλά οι εργάτες και οι φτωχοί χωρικοί που τα ήθελαν όλα εδώ και τώρα.

Ημίμετρα που δεν αγγίζουν την αστική ιδιοκτησία

Η Λαϊκή Ενότητα στο πρόγραμμά της υποσχόταν μια σειρά από “αντιμονοπωλιακά” μέτρα όπως η εθνικοποίηση των ορυχείων χαλκού, νίτρου, σιδήρου και άνθρακα, των τραπεζών, του εξωτερικού εμπορίου, της ηλεκτρικής ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών και των μεταφορών. Επιπλέον μέτρα καταπολέμησης της ανεργίας και της φτώχειας, αγροτική μεταρρύθμιση με απαλλοτριώσεις τσιφλικιών και μοίρασμα της γης στους αγρότες. Οι μάζες πίστευαν ότι διαμέσου της εκλογικής νίκης της λαϊκής Ενότητας θα άνοιγε ο δρόμος για το σοσιαλισμό.
Στην πραγματικότητα όμως τα περισσότερα έμειναν στα λόγια. Οι εθνικοποιήσεις συνοδεύονται συνήθως από τεράστιες αποζημιώσεις, μετατρέποντας το φιλόδοξο πρόγραμμα σε καθόλα νόμιμη εξαγορά ορισμένων επιχειρήσεων από το κράτος.

Επιπλέον αυτές οι αποζημιώσεις γονάτιζαν τον κρατικό προϋπολογισμό. Ακόμα και η απαλλοτρίωση των αμερικάνικων τραστ (Ακανόντα, Κένεκοτ Κούπερ) των ορυχείων χαλκού έγινε και αυτή με μια έμμεση αποζημίωση αφού ύστερα από πίεση του PDC στη Βουλή η κυβέρνηση ανέλαβε τα χρέη που ανέρχονταν σε 700 εκ. δολ. Οι εργάτες απαιτούσαν οι απαλλοτριώσεις να γίνονται χωρίς αποζημίωση. Έτσι, η αναγγελία ότι θα εθνικοποιηθεί ο οργανισμός τηλεπικοινωνιών χωρίς αποζημίωση της ΙΤΤ, η οποία διαρκώς συνωμοτούσε κατά της κυβέρνησης, έγινε δεκτή με μια διαδήλωση 350000 εργατών στο Σαντιάγκο. Την άλλη όμως μέρα ο Αλιέντε τα μάζεψε πίσω αποζημιώνοντας τελικά το 70% του κεφαλαίου της ΙΤΤ.
Όλες τελικά οι κρατικοποιήσεις εξελίχθησαν σε εξαγορές του 51% των μετοχών, γεγονός που εκτός των άλλων μετακυλούσε το κόστος κατευθείαν στις πλάτες των εργατών. Μάλιστα με ένα νόμο που ψήφισε η κυβέρνηση το ’72 έδωσε τη χαριστική βολή σε όσους πίστευαν ότι πραγματοποιείται ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός. Με το νόμο αυτό η οικονομία χωρίζεται σε “τρεις τομείς”: κοινωνικός, μικτός και ιδιωτικός. Στην ουσία πρόκειται για μια τελεσίδικη εγγύηση προς τους καπιταλιστές ότι δεν θα θιχτούν οι επιχειρήσεις τους. Το αποτέλεσμα ήταν ο “κοινωνικός” τομέας να περιοριστεί στις 150 επιχειρήσεις σε σύνολο 3500.
Η αγροτική μεταρρύθμιση αποδεικνύεται σκέτο φιάσκο. Η κυβέρνηση Αλιέντε, αντί να ψηφίσει νέο νόμο, εφαρμόζει το νόμο που παράτησε στη μέση η προηγούμενη κυβέρνηση του Φρέι. Ο νόμος αυτός προέβλεπε αποζημίωση των τσιφλικάδων ενώ τους εγγυάται μια “εφεδρεία” 80 εκταρίων που παραμένει στην ιδιοκτησία του παλιού γαιοκτήμονα. Όπως ήταν επόμενο, ο γαιοκτήμονας κράταγε για τον εαυτό του τα πιο γόνιμα αγροκτήματα μαζί φυσικά με όλα τα μέσα παραγωγής (μηχανήματα, εγκαταστάσεις, ζώα, αποθήκες, λιπάσματα) αφήνοντας για τους χωρικούς γυμνή γη. Ακόμα όμως κι αυτή η διαδικασία απόκτησης γης από τους χωρικούς ήταν ανυπόφορη αφού η γραφειοκρατία προφασιζόμενη διάφορα κωλύματα τη σαμπόταρε εντελώς δουλεύοντας σαν τυφλό όργανο των τσιφλικάδων.

Σαμποτάζ και καταλήψεις

Η εργατική τάξη και οι αγρότες πίστευαν ότι τα αφεντικά και τα κόμματά τους ευθύνονταν αποκλειστικά που δεν προχωρούν οι μεταρρυθμίσεις του Αλιέντε. Στο συλλογισμό αυτό υπήρχε πράγματι μια δόση αλήθειας.
Όντως οι καπιταλιστές και οι γαιοκτήμονες σαμπόταραν ανοικτά κάθε μέτρο της κυβέρνησης που θα μπορούσε να θίξει και στο ελάχιστο τα προνόμια, την ιδιοκτησία και τα κέρδη τους. Οι μεγαλοκτηνοτρόφοι οδηγούσαν παράνομα τα κοπάδια τους στην Αργεντινή προκαλώντας ελλείψεις στον εφοδιασμό με κρέας. Στη συνέχεια, το Εθνικό Κόμμα εκμεταλλευόμενο τις τεχνητές ελλείψεις οργάνωνε διαδηλώσεις “κατσαρόλας” στις πόλεις. Την ίδια στιγμή οι καπιταλιστές σταματούν να επενδύουν σε νέες εγκαταστάσεις ενώ άλλοι πουλούν προκειμένου να διοχετεύσουν τα κεφάλαιά τους στο εξωτερικό. Οι έμποροι προκαλούν τεχνητές ελλείψεις εμπορευμάτων για να τα πουλήσουν ύστερα σε υπέρογκες τιμές στη μαύρη αγορά, ενώ “εξαφανίζονται” προϊόντα όπου οι τιμές τους ελέγχονται. Με δύο λόγια η αστική τάξη στήνει ένα οικονομικό χάος για να στριμώξει ακόμα περισσότερο την κυβέρνηση. Και πράγματι τα καταφέρνει. Τα συναλλαγματικά αποθέματα μειώνονται από 500 εκ. δολ. σε 60 τον Απρίλη του 72, το εξωτερικό χρέος ανεβαίνει απότομα στα 4 δις δολ. και μόνο για τους τόκους χρειάζονταν 300 εκ. δολ. το χρόνο, ενώ τέλος ο πληθωρισμός έτρεχε με 114% μέσα στο 1972. Το εσκούδο υποτιμήθηκε 4 φορές και σαν να μην έφταναν όλα αυτά οι τιμές του χαλκού έπεσαν κατακόρυφα στη διεθνή αγορά. Έτσι οι ιμπεριαλιστές πήραν και με το παραπάνω πίσω ό,τι υποτίθεται πως είχαν χάσει.
Όπως και να’ χει η κατάσταση για τους εργάτες και τους αγρότες δεν πάει άλλο. Δεν βλέπουν καμία βελτίωση στη ζωή τους. Όπως ήταν φυσικό ο εκνευρισμός έπαιρνε απίθανες διαστάσεις στο στρατόπεδο των εργατών, οι οποίοι έχουν χάσει πλέον την υπομονή τους και αποφασίζουν να πάρουν τις απαλλοτριώσεις στα χέρια τους.

Στα εργοστάσια ξεσπά ένα κύμα καταλήψεων και απεργιών για αυξήσεις, ενώ οι αγρότες απαλλοτριώνουν τα τσιφλίκια και μοιράζουν τη γη περνώντας πάνω από το κεφάλι της γραφειοκρατίας. Τέτοια γεγονότα συμβαίνουν από τις αρχές κιόλας του 1971. Η κυβέρνηση όμως αντιδρά στέλνοντας την αστυνομία για να καταστείλει τις μικροεξεγέρσεις. Το Γενάρη του ’71 από την κυβέρνηση ο εκπρόσωπός της στο Λόντου, μέλος του ΚΚ γιατί υποστήριζε τις καταλήψεις στα τσιφλίκια για να αντικατασταθεί από άλλο μέλος του ΚΚ που ήταν κατά. Το Μάρτη πολλοί απεργοί εργάτες στις μεταφορές του Σαντιάγκο συνελήφθηκαν. Η κατάσταση αυτή δημιουργούσε διαρκώς εσωτερικές τριβές στην κυβέρνηση με αποτέλεσμα να διώχνονται υπουργοί που προωθούσαν εθνικοποιήσεις. Τελικά από τον Ιούνη του ’72 κανείς πλέον στην κυβέρνηση δεν ξαναμιλάει για εθνικοποιήσεις. Τον Αύγουστο 4 εργάτες σκοτώθηκαν και 160 συνελήφθηκαν σε συγκρούσεις με την αστυνομία που είχε πάει για να σταματήσει καταλήψεις εργοστασίων. Η κυβέρνηση μίλαγε για προβοκάτορες ακροαριστερούς που προκαλούν την κοινωνική αναταραχή. Στο πλαίσιο αυτό έγιναν και επιδρομές σε γραφεία του MIR (Κίνημα Επαναστατικής Αριστεράς).

Οι καπιταλιστές την ίδια περίοδο κάθε άλλο παρά κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια. Σαμποτάρουν ανοικτά προκειμένου να αποκτήσουν τον πλήρη έλεγχο της κατάστασης. Ένα “σχέδιο για 100 χιλιάδες εργατικές κατοικίες” που είχε εξαγγείλει ο Αλιέντε δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ εξαιτίας των κωλυμάτων που έβαζε το Εθνικό Επιμελητήριο Οικοδομών. Μάλιστα στον τομέα των κατασκευών η κυβέρνηση δεν εθνικοποίησε ούτε ένα φτυάρι. Αυτό σε συνδυασμό με το σαμποτάζ στον επισιτισμό των πόλεων δίνει τροφή στα ΜΜΕ που ελέγχονται από το κεφάλαιο για μια υστερική καμπάνια ενάντια στην κυβέρνηση. Ωστόσο η κυβέρνηση προτιμά όλη αυτή την περίοδο τις καρπαζιές που τρώει από τη δεξιά και τ’ αφεντικά να τις ρίχνει στους εργάτες και τους χωρικούς. Το πάζλ του χάους συμπληρώνουν οι τρομοκρατικές επιθέσεις των φασιστών της οργάνωσης “Πατρίδα και Ελευθερία” με πυρπολήσεις γραφείων, ξυλοδαρμούς και δολοφονίες.

Οι εργάτες τσακίζουν την εργοδοσία

Οι δεξιές εφημερίδες από τον Αύγουστο του ’72 καλούν τους μικροαστούς σε απεργίες κατά της κυβέρνησης. Στην πραγματικότητα καλούν σε ένα εργοδοτικό λοκ-άουτ κατά της εργατικής τάξης. Εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία της εργατικής τάξης να δώσει μια διέξοδο από την κρίση οι δεξιοί ετοιμάζονται να καλύψουν το κενό. Από εκείνη τη στιγμή προετοιμάζουν το έδαφος στο στρατό. Στα τέλη του Αυγούστου μαγαζάτορες συγκρούονται με την αστυνομία στο Σαντιάγκο και λίγο αργότερα ξεκινάει η απεργία των ιδιοκτητών φορτηγατζήδων ενάντια στις εθνικοποιήσεις. Η απεργία αυτή ήταν στην κυριολεξία η αρχή της αντεπανάστασης.
Οι εθνικοποιήσεις ήταν ήδη παρελθόν για την κυβέρνηση. Είναι φανερό ότι αυτό το λοκ-άουτ γίνεται καθαρά ενάντια στις καταλήψεις γης και εργοστασίων. Οι ιδιοκτήτες φορτηγών ενάντια στης εργατική τάξη. Η ατομική ιδιοκτησία ενάντια στην κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. Η αντεπανάσταση ενάντια στην επανάσταση. Η απεργία αυτή απειλούσε τις πόλεις με την πείνα. Στη μακρόστενη Χιλή όλα τα εμπορεύματα διακινούνται μόνο με τα φορτηγά αφού δεν υπάρχει σοβαρό σιδηροδρομικό δίκτυο. Καταλαβαίνει κανείς ότι η απεργία αυτή ήταν ένα έμφραγμα για ολόκληρη τη Χιλή. Ο Αλιέντε προτιμά να παριστάνει τον κινέζο και είναι πρόθυμος να συζητήσει με τη “συμπαθή” τάξη των φορτηγατζήδων τα πάντα. Προφανώς να πιστεύει ότι ίσως έτσι να εξισορροπηθεί η κατάσταση και να σταματήσουν οι “ακρότητες” από το προλεταριάτο της πόλης και της υπαίθρου.
Για τους εργάτες όμως, οι φορτηγατζήδες είναι τα σκουλήκια της αντεπανάστασης που πρέπει να τα λιώσουν. Εκείνη τη στιγμή στήνονται τα Cordones Industriales (εργοστασιακά συντονιστικά) και τα Commandos Communales (συνοικιακά συντονιστικά). Με πρωτοβουλία αυτών των συντονιστικών τα εργοστάσια που τα έχουν κλείσει οι εργοδότες ξανανοίγουν από τους εργάτες. Τα φορτηγά επιτάσσονται και το σύστημα παραγωγής και διανομής ξαναμπαίνει σε λειτουργία. Η αστική αντίδραση έχει τσακιστεί στους δρόμους και τα εργοστάσια. Εδώ όμως βρίσκεται και το όριο. Το επόμενο βήμα που έπρεπε να γίνει είναι η κατάληψη της εξουσίας από τους ίδιους τους εργάτες.
Τα Cordones Industriales και τα Commandos Communales θα μπορούσαν να παίξουν το ρόλο που έπαιξαν τα Σοβιέτ στη Ρωσία το 1917, να γίνουν το όχημα καβάλα στο οποίο η εργατική τάξη να έπαιρνε την εξουσία. Αυτό όμως πέρναγε από τον παραμερισμό της κυβέρνησης ταξικής συνεργασίας του Αλιέντε και το τσάκισμα του στρατού και του αστικού κράτους. Δεν υπήρχε όμως καμία πολιτική ηγεσία που θα έπαιρνε μια τέτοια ευθύνη. Για άλλη μια φορά η έλλειψη ενός επαναστατικού κόμματος θα γίνει η αιτία να χαθεί κάθε δυνατότητα για τους εργάτες να πάρουν την εξουσία.

Η επανάσταση βαλτώνει

Ο Αλιέντε εγκλωβισμένος ανάμεσα στην επανάσταση και την αντεπανάσταση προσπαθεί να παίξει τον ειρηνοποιό. Ονειρεύεται μια Χιλή που οι καπιταλιστές θα ζουν αρμονικά με τους εργάτες. Μια τέτοια κοινωνία όμως μπορεί να υπάρξει μόνο στη φαντασία του. Στην προσπάθειά του να βρει ένα στήριγμα για να συνετίσει τους αστούς και τους εργάτες απευθύνεται στο… στρατό!!! Το πραγματικό όμως πρόβλημα του Αλιέντε ήταν πώς θα σταματήσει τους εργάτες. Σε ένδειξη καλής θέλησης προς τ’ αφεντικά και τους στρατοκράτες, πετάει έξω από την κυβέρνηση τον υπουργό εσωτερικών Ντε Κάντο που έκανε τα στραβά μάτια στις “παράνομες” καταλήψεις γη και εργοστασίων, και βάζει τρεις στρατηγούς στην κυβέρνηση. Μεταξύ τους ο φιλοαμερικάνος αντιδραστικός αρχηγός του στρατού Πρατς που δηλώνει ότι ο “στρατός είναι έτοιμος να αποκαταστήσει το νόμο και την τάξη”. Το ΚΚ χαιρετίζει την είσοδο του στρατού στην κυβέρνηση(!!!!!!!!!!). Σχεδόν την ίδια στάση κρατά και το ΜΙR. Απορροφημένο σε μια δουλειά βάσης δείχνει να μην αντιλαμβάνεται το ρόλο του στρατού στην κυβέρνηση. Προφανώς οι ηγέτες του ΜΙR θα πίστευαν ότι ο στρατός θα έμενε ουδέτερος ή ακόμα θα έπαιρνε το μέρος της εργατικής τάξης ενάντια στ’ αφεντικά. Ήταν επόμενο το εργατικό κίνημα να βρεθεί σε πλήρη σύγχυση.
Άσχετα όμως από τις αυταπάτες του ΜΙR, ο Αλιέντε στην προσπάθεια του να καθησυχάσει τους αντεπαναστάτες αλλάζει τον υπουργό οικονομικών και στη θέση του βάζει τον Μίλας φανατικό εχθρό των καταλήψεων. Ο Μίλας εκτός των άλλων είναι και στέλεχος του ΚΚ. Αυτό δεν τον εμποδίζει σε τίποτα να επιστρέψει, παρά τις διαμαρτυρίες των εργατών, τα κατειλημμένα εργοστάσια στους παλιούς τους ιδιοκτήτες.

Το Μάρτιο του ’73 γίνονται εκλογές για τις 150 έδρες του Κοινοβουλίου. Τόσο το Εθνικό Κόμμα όσο και οι Χριστιανοδημοκράτες πίστευαν ότι η Λαϊκή Ενότητα θα πάθαινε πανωλεθρία. Πέρα όμως από κάθε πρόβλεψη η Λ.Ε. πήρε το 44%. Μετά απ’ αυτό η αστική τάξη έχει για τα καλά λυσσάξει. Τα επιτελεία τους καταλαβαίνουν ότι δεν υπάρχει νόμιμος δρόμος για την επιστροφή. Μόνη λύση πλέον είναι ο στρατός.
Η εργατική τάξη δεν ήθελε κανένα πισωγύρισμα. Ήξερε ότι μια επιστροφή της δεξιάς στην κυβέρνηση θα ήταν δέκα φορές χειρότερη από τον Αλιέντε. Η μαζική ψήφος στη Λαϊκή Ενότητα ήταν μια απέλπιδα προσπάθεια πίεσης προς την κυβέρνηση να κάνει πράξη τις αρχικές της διακηρύξεις. Εξάλλου δεν υπήρχε άλλη μαζική επαναστατική εναλλακτική λύση. Το ΜΙR δεν είχε ούτε τις δυνάμεις αλλά τελικά ούτε και τη θέληση να μπει επικεφαλής μιας αριστερής ανατροπής.
Το προλεταριάτο χωρίς ηγεσία προσπάθεια να σηκώσει ξανά κεφάλι. Στα εθνικοποιημένα ορυχεία “Ελ Τενιέντε” ξεκινά μια σκληρή απεργία που κρατάει 70 ημέρες για αυξήσεις στους μισθούς. Η κυβέρνηση όχι μόνο δεν δέχεται καμία συζήτηση αλλά κατασυκοφαντεί τους απεργούς σαν προνομιούχους που ενδιαφέρονται μόνο για την τσέπη τους και όχι για τη Χιλή. Μόλις καταφέρνει να τους απομονώσει από τους υπόλοιπους εργαζόμενους κηρύσσει όλη την περιοχή Ο’Χίγκινς γύρω από τα χαλκωρυχεία σε κατάσταση στρατιωτικού νόμου. Η απεργία πνίγηκε μέσα σε τόνους δακρυγόνων που έριξαν οι δυνάμεις καταστολής. Ακόμα και το ΜΙR τάχθηκε κατά της απεργίας “γιατί αποσταθεροποιούσε την κυβέρνηση”.
Η νέα αυτή ήττα διέσπασε ακόμα περισσότερο το εργατικό μέτωπο, σπέρνοντας μια τρομερή σύγχυση και απογοήτευση.

Η αντεπανάσταση

Για το Εθνικό Κόμμα και το δεξιό χριστιανοδημοκράτη Φρέι έφτασε η ώρα του στρατού. Η εργατική τάξη είναι διασπασμένη και συγχυσμένη. Αν δεν παρθεί τώρα μια πρωτοβουλία μπορεί γρήγορα να συνέλθει και να αντεπιτεθεί. Για τους καπιταλιστές ήταν η ευκαιρία να τελειώνουν μια για πάντα με τον κίνδυνο μια προλεταριακής επανάστασης.
Έτσι στις 29 Ιουνίου, μόλις που είχε λήξει η απεργία στα ορυχεία, το 2ο Σύνταγμα τεθωρακισμένων αποπειράθηκε να καταλάβει το προεδρικό μέγαρο. Ο Αλιέντε καλεί τους εργάτες να βγουν στους δρόμους και να σταματήσουν το πραξικόπημα. Πραγματοποιούνται παντού τεράστιες συγκεντρώσεις ενώ τα εργοστάσια καταλαμβάνονται για άλλη μια φορά. Οι συνοικίες ελέγχονται από τα Commandos Communales και ο κόσμος εξοπλίζεται αφού πρώτα λεηλατούνται οι στρατιωτικές αποθήκες. Το πραξικόπημα καταρρέει. Φυσικά ο πρώτος λόγος της αποτυχίας είχε σχέση με τη μαζική αντίσταση, αλλά υπήρχε και μια δεύτερη αιτία που ήταν η πρόχειρη οργάνωση του πραξικοπήματος.
Στις 5 Ιούλη οι στρατιωτικοί αποχωρούν από την κυβέρνηση. Όλο το μήνα οι δεξιοί μαζί με τους στρατοκράτες προετοιμάζουν εντατικά την επόμενη απόπειρα. Στις 22/7 ψηφίζεται στη Βουλή πρόταση του Εθνικού Κόμματος και του PDC που κηρύσσει παράνομη την κυβέρνηση. Πέντε μέρες αργότερα δολοφονείται ο στρατιωτικός επίτροπος του προεδρικού Συμβουλίου, ενώ δραπετεύει από τη φυλακή ο στρατηγός Βιώ συνεργός στη δολοφονία του αρχηγού του στρατού στις 22/10/70. Οι δεξιές εφημερίδες μαζί με τους φασίστες καλούν σε μια “νέα Τζακάρτα”, υπενθυμίζοντας τη σφαγή μισού εκατομμυρίου κομμουνιστών στην Ινδονησία του 1965.
Ενώ όμως ετοιμάζεται η αντεπανάσταση, στις εργατικές συνοικίες επικρατεί αναβρασμός. Αυτή τη φορά υπάρχει ένα νέο δεδομένο. Οι εργάτες εξοπλίζονται και επιχειρούν να οργανώσουν ομάδες αυτοάμυνας. Η κυβέρνηση περπατάει στην κυριολεξία πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί. Οι μέρες της είναι πλέον μετρημένες. Ή πραξικόπημα ή εργατική εξουσία.
Το ΚΚ όμως είχε διαφορετική γνώμη. Πίστευε ότι αυτή η ισορροπία μπορεί να κρατήσει αιώνια. Αντί λοιπόν να υπερασπιστούν τον προλεταριακό εξοπλισμό και τη δημιουργία εργατικών πολιτοφυλακών. ο ηγέτης των σταλινικών Λουίς Κορβαλάν προτιμά να σκορπά αυταπάτες: “Η ανταρσία νικήθηκε χάρη στην άμεση επέμβαση του αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων και της αστυνομίας… υποστηρίζουμε τον απόλυτα επαγγελματικό χαρακτήρα του στρατού. Η αποφυγή του εμφυλίου αποτελεί τον πρωταρχικό πολιτικό καθήκον όλων των Χιλιανών είτε είναι οπαδοί της κυβέρνησης είτε όχι… Γι’ αυτό εκτιμούμε όχι μόνο τη φωνή της εργατικής τάξης αλλά επίσης και τα λόγια της εκκλησίας και των πρυτάνεων του πανεπιστημίου”.
Εκκλήσεις όμως από το ΚΚ γίνονταν και προς τους φασίστες “για να αποφύγουμε τις τεχνητές διαιρέσεις και τον εμφύλιο, για να ενώσουμε τη χώρα στο κοινό συμφέρον”. Την ίδια ώρα ο Αλιέντε προειδοποιούσε ότι: “Εδώ Δε θα υπάρχουν ένοπλες δυνάμεις παρά μόνο εκείνες που αναφέρονται στο Σύνταγμα. Δηλαδή ο στρατός, το ναυτικό και η αεροπορία. Αν εμφανιστούν οποιεσδήποτε άλλες δυνάμεις θα συντριφτούν”Στις 29 Αυγούστου ο Αλιέντε διορίζει αρχηγό του στρατού τον Πινοσέτ, θεωρώντας σίγουρο ότι αυτός δεν θα… συνωμοτήσει κατά της κυβέρνησης (!!!) κι αμέσως ψηφίζει ένα νόμο για τον γενικό αφοπλισμό. Με βάση αυτό το νόμο ο Αλιέντε ζήτησε από τους εργάτες να διαλύσουν τις ένοπλες ομάδες και να παραδώσουν τα όπλα. Επίσης απαιτεί από τα Cordones Industriales να επιστρέψουν τα εργοστάσια που κατέλαβαν για να σταματήσουν το πραξικόπημα του Ιούνη και στέλνει το στρατό όπου χρειάζεται για να κατασταλούν οι αντιδράσεις.
Στις 5/9 ένα εκατομμύριο διαδηλώνει στην Τρίτη επέτειο από τη νίκη του Αλιέντε. Στις 6/9 πραγματοποιούν αντιδιαδήλωση οι δεξιοί ζητώντας την παραίτησή του. Στις 7 Ο πρόεδρος καταγγέλλει τον κίνδυνο πραξικοπήματος και καλεί τα κόμματα να υποστηρίξουν τη συνταγματική τάξη. Το PDC διαβεβαιώνει ότι δεν θα υποστηρίξει κανένα πραξικόπημα. Τρίχες! Μαζί με το Εθνικό Κόμμα και τους στρατοκράτες το είχαν ήδη αποφασίσει.
Στις 11 Σεπτέμβρη τα τεθωρακισμένα κύκλωναν το προεδρικό μέγαρο το οποίο βομβάρδισαν το μεσημέρι μαχητικά της αεροπορίας. Ο Αλιέντε όμως είχε πριονίσει μόνος του το κλαδί που καθόταν. Δεν υπήρχε κανείς για να τον υποστηρίξει. Μάλιστα λίγες μόνο μέρες πριν το πραξικόπημα δεν αντέδρασε καθόλου στις τελευταίες εκκαθαρίσεις δημοκρατικών αξιωματικών στο στρατό. Όταν στο Βολπαράιζο οι στρατιώτες και οι ναύτες καταγγέλλουν το επερχόμενο πραξικόπημα ο Αλιέντε έκανε την πάπια με αποτέλεσμα οι στρατοκράτες να προβούν σε μαζικές εκκαθαρίσεις. Μέχρι και ο ηγέτης της αριστερής τάσης του Σοσιαλιστικού Κόμματος ο γ.γ. Αλταμιράνο κατηγορήθηκε από τη δεξιά ότι ετοίμαζε κόκκινο πραξικόπημα. Έχοντας η ίδια η Λαϊκή Ενότητα αποκεφαλίσει τα μαχητικότερα τμήματα του προλεταριάτου έκανε το πραξικόπημα σκέτο περίπατο για τον Πινοσέτ. Τα γεγονότα από δω και πέρα είναι λίγο πολύ γνωστά. 16 χρόνια δικτατορία, χιλιάδες νεκροί και αγνοούμενοι, δεκάδες χιλιάδες εξόριστοι και διαλυμένες οικογένειες.

Γιατί χάθηκε η ευκαιρία

Τα γεγονότα στη Χιλή συνέπεσαν με τη γενική άνοδο του κινήματος στη λατινική Αμερική και σε όλο τον κόσμο. Ο Μάης του ’68, η Πράγα, τα εργοστασιακά συμβούλια στην Ιταλία στις αρχές του ’70, το Βιετνάμ, λίγο αργότερα η επανάσταση στην Πορτογαλία το ’75 και τη Νικαράγουα το ’78. Στη Χιλή η εργατική τάξη έφτασε μια ανάσα από την εξουσία. Μια νίκη εκεί ίσως θα άλλαζε τον παγκόσμιο συσχετισμό σε μια περίοδο μάλιστα που ο παγκόσμιος καπιταλισμός βρίσκεται στο κέντρο μια οικονομικής κρίσης.

Η κύρια αιτία που χάθηκε η ευκαιρία στη Χιλή ήταν η έλλειψη ενός γερού επαναστατικού κόμματος. Οι δυνάμεις της Λαϊκής Ενότητας ήταν διαποτισμένες με το ρεφορμισμό. Το ΚΚ με τα 60000 μέλη, ένα μήνα πριν το πραξικόπημα επέμενε στη στρατηγική των σταδίων.
Ο Μπαντσέρο στέλεχος του ΚΚ έλεγε: “Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του επαναστατικού προτσές στη Χιλή είναι ότι άρχισε και συνεχίζεται μέσα στα πλαίσια των αστικών σωμάτων του παρελθόντος. Στη Χιλή όπου τώρα γίνεται μια αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή και αντιφεουδαρχική δημοκρατική λαϊκή επανάσταση, έχουμε ουσιαστικά διατηρήσει την παλιά κρατική μηχανή… Οι ένοπλες δυνάμεις Δε λαμβάνουν μέρος στη πολιτική συζήτηση και υποτάσσονται στη νόμιμα εκλεγμένη εξουσία…. Όταν κερδίσουμε βαθμιαία τον κρατικό μηχανισμό τότε θ’ αρχίσουμε να τον μεταμορφώνουμε προς το συμφέρον της παραπέρα εξέλιξης της επανάστασης”. Να πώς ξεδίπλωνε το ΚΚ τη ρεφορμιστική του στρατηγική. Η κοινωνική αλλαγή ήταν μια… “πολιτική συζήτηση”. Λίγες μέρες αργότερα αυτές ακριβώς οι ένοπλες δυνάμεις έστελναν τα στελέχη του ΚΚ στα μπουντρούμια και τα όνειρα για μια βαθμιαία αλλαγή στο σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας.
Είναι φανερό ότι αυτές οι απόψεις είναι που οδήγησαν στη σφαγή την επανάσταση. Στο Σοσιαλιστικό Κόμμα αναπτύχθηκε μια αριστερή τάση με ηγέτη τον Κάρλος Αλταμιράνο η οποία έφτασε να δηλώνει το 1971 ότι δεν μπορεί να υπάρξει ειρηνικό πέρασμα στο σοσιαλισμό. Θα έλεγε κανείς ότι η τάση αυτή έμοιαζε με τους διεθνιστές Μενσεβίκους στη Ρωσία του ’17. Όμως η απουσία μια οργανωμένης δύναμης σαν τους Μπολσεβίκους που θα τράβαγε πίσω της την αριστερά του ΣΚ αλλά και τους διαφωνούντες της Κομμουνιστικής Νεολαίας έκανε τις τάσεις αυτές να παλαντζάρουν ανάμεσα στο ρεφορμισμό και την επανάσταση.
Miguel EnriguezMiguel Enriguez, ηγέτης του MIR. Δολοφονηθηκε στις 5/10/1974
Το ΜΙR ήταν μια οργάνωση με 6000 αγωνιστές. Ιδεολογικό τέκνο του γκεβαρισμού δεν μπόρεσε ποτέ να συνδεθεί με το οργανωμένο προλεταριάτο των πόλεων. Στις εκλογές του ’70 σε ένα παροξυσμό αριστερισμού κάλεσε σε αποχή, ενώ λίγο αργότερα επιβεβαίωνε το ρητό ότι ο αριστερισμός είναι η άλλη όψη του οπορτουνισμού, όταν υποστήριζε κριτικά την κυβέρνηση Αλιέντε. Το ΜΙR είχε ξεχάσει ότι για την ανατροπή του καπιταλισμού το σημείο κλειδί είναι η κατάληψη της εξουσίας. Εξαντλήθηκε στο να οργανώνει τα Commandos Communales κατά περιοχές χωρίς όμως να έχει κι ένα σχέδιο να τα ενοποιήσεις με τα εργοστασιακά συμβούλια δημιουργώντας μια πραγματική δύναμη ικανή να πάρει την εξουσία. Προφανώς για το ΜΙR μια τέτοια δουλειά δεν είχε σημασία.
Μαζί όμως με τον οπορτουνισμό του το ΜΙR προχωρούσε και σε τυχοδιωκτικές ενέργειες. Π.χ. οργάνωνε καταλήψεις εργοστάσιων μόνο του χωρίς να οργανώνει τους εργάτες για να το κάνουν οι ίδιοι. Στις εκλογές του ’73 σε μια φάση όπου η δυσαρέσκεια ήταν τεράστια το ΜΙR αντί να κατέβει στις εκλογές με δικούς του υποψηφίους έδωσε αβίαστα υποστήριξη στον Αλταμιράνο. Ήταν φανερό ότι δεν ήθελε να πάρει καμία ευθύνη σε κεντρικό επίπεδο, αφήνοντας έτσι την αριστερά της Λαϊκής Ενότητας στην τύχη της.

Το πραξικόπημα θα μπορούσε να συντριβεί. Μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε με ακρίβεια στην ανατροπή από τα αριστερά της Λαϊκής Ενότητας. Ένα σενάριο που θα θύμιζε έντονα το ξεδίπλωμα της Ρώσικης Επανάστασης. Μόνο που εδώ έλειπαν οι Μπολσεβίκοι.



 

Emiliano Zapata

Βιογραφικό σημείωμα για τον Emiliano Zapata μπορείτε να δείτε εδώ

Η βία τίνος;

Του Εμιλιάνο Σαπάτα [Emiliano Zapata]
Δεν είναι αναγκαίο να μου πείτε πως η βία γεννά βία. Εμείς, ο λαός, το έχουμε μάθει πολύ πριν από σας, κι απ’ τη μεριά μου το κατάλαβα πριν δέκα χρόνια. Όταν κανείς δεν κατέβηκε από την Ουάσινγκτον για να πει στον Ντίαζ [Porfirio Díaz] πως, αφού άφηνε τους αγρότες να ζουν με χόρτα, θα μπορούσε να προκληθεί βία· ή, αφού πυροβολούσε αυτούς που ζητούσαν λίγες πένες παραπάνω τη βδομάδα, θα προκληθεί βία· ή, αφού έθρεφε τις ψείρες με φυλακισμένους, εδώ και δεκαετίες, σίγουρα θα προκληθεί βία.
Τώρα, όταν βλέπετε τους εργάτες με τα Ουίντσεστερ στα χέρια, βιάζεστε να εξηγήσετε σε μας, τους αμόρφωτους ανθρώπους, πως αυτό θα προκαλέσει μόνο περισσότερη βία και λέτε (και το γνωρίζω) ότι η Ιστορία αποδεικνύει πως έχετε δίκιο. Το μόνο που θα ήθελα να ξέρω είναι πού θα βρισκόμασταν εάν πετούσαμε τα όπλα μας και στεκόμασταν εκεί έξω βγάζοντας το καπέλο μας υποκλινόμενοι στους τσιφλικάδες και στους αξιωματικούς, όπως κάναμε πριν την επανάσταση. Οι φίλοι μου μπορούν να απαντήσουν για τον εαυτό τους – όσο για μένα, ξέρουμε καλά κι εσείς κι εγώ πού θα βρισκόμουν: τρία μέτρα κάτω από το χώμα αφού θα ‘χα χορέψει στην κρεμάλα.

Γνωρίζετε επίσης πως όσοι βρίσκονται εδώ δεν έχουν παρά να σταματήσουν να μάχονται για να καταλήξουν να ταΐζουν τα σκουλήκια στον τάφο ή τις ψείρες στα κελιά ή, στην καλύτερη, να επιστρέψουν στη σκλαβιά. Η σκέψη αυτή, μερικές φορές, τους κάνει πιο άγριους από την πραγματική τους φύση, αλλά δεν είναι βάρβαροι όπως νομίζετε. Ξέρω πως, όταν έρχεστε εδώ με τις κάμερες, με χαιρετάτε σαν να είμαι ο πρόεδρος και με φωνάζετε στρατηγό σύμφωνα με το βαθμό μου. Όταν όμως είστε στη Νέα Υόρκη, στα γραφεία σας, με τα ποτά και τις γυναίκες σας, τότε γράφετε για να πείτε στον κόσμο πως είμαι ο πιο άγριος βάρβαρος απ’ όλους. Έτσι δεν είναι; Αλλά δεν είμαι τόσο χαζός όσο νομίζετε, και ξέρω καλά, όπως αν είχα σπουδάσει Ιστορία, πως η μάχη προκαλεί μάχη και το αίμα προκαλεί αίμα.
Μου λέτε πως ο πρόεδρος Ουίλσον [Thomas Woodrow Wilson] αποδοκιμάζει τη βία, αλλά δεν είμαι τόσο ανόητος ώστε να ρωτήσω αν, τότε, ο στρατηγός Πέρσινγκ [John J. Pershing] πήγε να δουλέψει στα χωράφια. Καταλαβαίνω καλύτερα απ’ αυτόν τον Ουίλσον τη ματαιότητα της βίας, γιατί μαστιγώθηκα και είδα τα αδέρφια μου να λιμοκτονούν και να πυροβολούνται όταν αυτός ζούσε σ’ ένα μεγάλο σπίτι με υπηρέτες και μάθαινε πως είναι χριστιανός. Αν δεν τα γνώριζα αυτά ως παιδί, ίσως να είχα γίνει ένας τόσο τρανός εγκληματίας ώστε να μπω στον κρατικό στρατό και μέχρι τώρα να είχα γίνει ένας από τους στρατηγούς του Καρράνσα [Venustiano Carranza], στον οποίο κανείς δεν λέει πως η βία είναι ανήθικη.
Αρκετά. Το ξέρουμε πως η βία γεννά βία· αυτό που θα ‘θελα να μάθω είναι πώς η ειρήνη θα μπορούσε να φέρει ειρήνη. Κατά τη γνώμη μου, πιστεύω πως μόνο όταν δεν θα υπάρχουν δούλοι και αφέντες, όταν κανείς δεν θα υπακούει στις εντολές και στα διατάγματα που εκδίδουν οι κυβερνήσεις και οι εκκλησίες, όταν όσοι επιθυμούν γη και ελευθερία μπορούν να την έχουν και όταν όλοι όσοι θέλουν να καταπιέσουν δεν έχουν όπλα, τότε και μόνο τότε η ειρήνη θα φέρει ειρήνη.
Πηγή: Sierra Maestra
 

Η βραζιλιάνικη έκπληξη

Του Άνχελ Γκέρα Καμπρέρα [1]

Ποιος θα το είχε φανταστεί στη Βραζιλία; Ο γίγαντας της Λατινικής Αμερικής, με τα εξαιρετικά επιτεύγματα των κυβερνήσεων Λούλα – Ρούσεφ σε οικονομική ανάπτυξη, μείωση της φτώχειας και της περιθωριοποίησης και ένταξη εκατομμυρίων ανθρώπων στην εκπαίδευση και την υγεία, συγκλονισμένος από πολυπληθείς διαμαρτυρίες. Εξαπλωμένες τις τελευταίες μέρες από το Σάο Πάολο στο Ρίο ντε Ζανέιρο, το Μπέλο Οριζόντε, τη Μπραζίλια και άλλες μεγάλες πόλεις και έδρες ποδοσφαιρικών σταδίων, στις 17 Ιουνίου υπολογιζόταν μια συμμετοχή σ’ αυτές περισσότερων από 200.000 ατόμων.

Κανείς δεν το περίμενε όταν πριν δύο εβδομάδες μερικές εκατοντάδες, που συγκεντρώθηκαν μέσω ίντερνετ από το «Κίνημα Ελεύθερη Είσοδος» (MPL), διαδήλωναν στο Σάο Πάολο κατά της αύξησης των δέκα σεντς του δολαρίου στα εισιτήρια των δημόσιων συγκοινωνιών. Πολύ ακριβά. Φτάνουν πια τα 1,50 δολάρια [2]. Αυτό ήταν η σπίθα αλλά σε

καμιά περίπτωση το κύριο καύσιμο για μια κοινωνική έκρηξη στην οποία προφανώς συνδυάζονται αγανάκτηση, προσδοκίες και αιτήματα, πολύ παλιά αλλά και πολύ πρόσφατα. Γεννημένο στα πανεπιστήμια, το MPL διεκδικεί δωρεάν δημόσιες συγκοινωνίες.

Ας κάνουμε λίγη ιστορία. Η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση του Φερνάντο Ενρίκε Καρντόσο άφησε στο Λούλα μια βαθιά οικονομική κρίση, αχαλίνωτο πληθωρισμό, αστρονομικό δημόσιο χρέος, κατεστραμμένο τον κοινωνικό ιστό, αποθεμελίωση του κράτους και βάθεμα των αβυσσαλέων ανισοτήτων από τις οποίες υποφέρει η χώρα εδώ και αιώνες∙ μια απ’ αυτές το άδικο μοίρασμα της γης. Για τον συνδικαλιστή [Λούλα] ήταν πολύ δύσκολο να κυβερνήσει. Αντίθετα από τον Τσάβες, τον Έβο, τον Κορέα και τον Κίρχνερ, που είχαν φτάσει στην προεδρία στην κορυφή ενός λαϊκού κύματος, ο Λούλα το έκανε σε συνθήκες υποχώρησης [του λαϊκού κινήματος] και αυτό τον εμπόδισε να υπολογίζει σε μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Για να προχωρήσει την κοινωνική ατζέντα του αναγκάστηκε να συμμαχήσει και να συμφιλιωθεί με αστικούς τομείς, κόμματα και οπορτουνιστές και υπό αυτές τις συνθήκες να αντιμετωπίσει μια έντονη πολεμική από τη δεξιά και τα μεγάλα συγκροτήματα τύπου της ολιγαρχίας που προσπάθησαν να τον ρίξουν το 2005. Παρόλα αυτά η διακυβέρνησή του τού εξασφάλισε την επανεκλογή και διευκόλυνε την καθαρή νίκη της Ντίλμα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του CEPAL, η Βραζιλία των σχεδόν 200 εκατομμυρίων κατοίκων μείωσε μέσα σε μια δεκαετία τη φτώχεια από 37,5% σε 20,9%. Η ακραία φτώχεια έπεσε από 13.2% σε 6.1%. 21 εκ. άνθρωποι βγήκαν από τη φτώχεια τα τελευταία χρόνια και εξαιτίας αυτού κατά την τελευταία πενταετία το εισόδημα του φτωχότερου 10% αυξήθηκε κατά 50%, ενώ το εισόδημα του πλουσιότερου 10% ανέβηκε κατά 7%. Στην κυβέρνηση της Ντίλμα τα προγράμματα κατά της φτώχειας καλύπτουν σχεδόν 50 εκ. βραζιλιάνους και στηρίζονται σε προϋπολογισμό 11,5 εκ. δολαρίων, 60% περισσότερα σε σχέση με το τέλος της κυβέρνησης Λούλα το 2010. Η Βραζιλία έχει αυτή τη στιγμή το χαμηλότερο δείκτη ανεργίας της ιστορίας της. Στοιχεία που μιλάνε από μόνα τους.

Ο Λούλα, μαζί με τη Ντίλμα, είναι και παραμένει μια εμβληματική φιγούρα της Λατινικής Αμερικής που νίκησε τον ALCA [3] και έφτιαξε εργαλεία ανεξαρτησίας, ενότητας και ολοκλήρωσης. Η UNASUR, η μετανεοφιλελεύθερη MERCOSUR και η CELAC δεν θα ήταν εφικτές χωρίς τη συμμετοχή τους. Με τις κυβερνήσεις τους η αυτοεκτίμηση των βραζιλιάνων έχει ανεβεί όσο ποτέ και η περηφάνια, που πιστοποιείται στις διαμαρτυρίες, το δείχνει αυτό. Αλλά εδώ το ερώτημα είναι τι λείπει για να μετασχηματιστεί ένα κοινωνικό πανόραμα τόσο δραματικό όπως αυτό που κληρονομήθηκε από το ΡΤ [4] και τι λάθη πρέπει να διορθωθούν συγκεκριμένα.

Οι δρόμοι της χώρας που αγαπάει περισσότερο το ποδόσφαιρο καταγγέλουν την εξωπραγματική δημόσια δαπάνη για τα έργα του Κυπέλλου Συνομοσπονδιών και του Μουντιάλ, και προτείνουν αυτοί οι πόροι να αφιερωθούν στην εκπαίδευση και την υγεία, όπου συνεχίζουν να υπάρχουν μεγάλες ελλείψεις. Επίσης επικρίνουν τη διαφθορά, ένα ενδημικό κακό, που τώρα ακριβώς προκαλεί τη μεγαλύτερη αγανάκτηση. Η Ντίλμα έχει διώξει οκτώ υπουργούς λόγω υποψιών διαφθοράς, κάτι που δεν έκανε κανένας προηγούμενος πρόεδρος. Στην πραγματικότητα είναι πολύ νωρίς και τα γεγονότα έχουν τρέξει πολύ γρήγορα για να έχουμε μια ιδέα για την έκταση και για όλα τα αιτήματα του κινήματος.

Ο καπιταλισμός ζει την πιο βαθιά κρίση του και δεν έχει λύσει για τους λαούς. Χτυπάει χωρίς έλεος τους νέους, οι οποίοι σήμερα έχουν πρόσβαση σε μια γρήγορη ροή πληροφόρησης (και αποπληροφόρησης), προηγουμένως αδιανόητης. Η Βραζιλία υπομένει μια μονοπωλιακή και πολύ αντιδραστική μαφία των μίντια, που προσπαθεί ήδη να χειραγωγήσει τις διαμαρτυρίες, αλλά υστερεί σε εναλλακτικά μέσα που να δίνουν φωνή στο λαό και να προωθούν τον απαραίτητο διάλογο. Ο κίνδυνος είναι ένα κοινωνικό κίνημα με αιτία αλλά χωρίς κατεύθυνση να ανοίξει το δρόμο για την επιστροφή της δεξιάς το 2014, μια πραγματική καταστροφή. Είναι η ώρα της ενότητας, και της σεμνότητας, της αριστεράς.

[1] Ο Angel Guerra Cabrera είναι κουβανός δημοσιογράφος που μένει μόνιμα στο Μεξικό και αρθρογραφεί στην εφημερίδα La Jornada.
[2] Με το βασικό μισθό γύρω στα 300 δολάρια.
[3] Αναφέρεται στην ιστορική σύνοδο του Μαρ ντε Πλάτα το 2005, όπου ο Λούλα, ο Νέστορ Κίρχνερ, ο Τσάβες και οι περισσότεροι λατινοαμερικάνοι ηγέτες απέρριψαν το σύμφωνο ελεύθερου εμπορίου Βόρειας και Νότιας Αμερικής που προσπαθούσε να επιβάλει η κυβέρνηση Μπους.
[4] Partido dos Trabalhadores, Κόμμα των Εργατών. Το κόμμα από το οποίο προέρχονται ο Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα και η Ντίλμα Ρούσεφ. Σοσιαλδημοκρατικής ιδεολογίας, κυβερνά στη Βραζιλία από το 2003.

Πηγή: La Jornada

Σχόλιο: Συνεχίζονται για πάνω από 10 ημέρες οι δυναμικές κινητοποιήσεις που συγκλονίζουν 100 περίπου πόλεις της Βραζιλίας με συνολική συμμετοχή 1 εκατομμυρίου πολιτών. Η πρόεδρος Ντίλμα Ρούσεφ ακύρωσε το ταξίδι της στην Ιαπωνία για να συγκαλέσει έκτακτη σύσκεψη το πρωί της Παρασκευής. Παρόλο που οι μεγαλύτεροι δήμοι του Σάο Πάολο και του Ρίο ντε Ζανέιρο πήραν πίσω τις αυξήσεις στις συγκοινωνίες, οι οποίες είχαν πυροδοτήσει αρχικά τις αντιδράσεις, οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας συνεχίζονται και στην ατζέντα των διαδηλωτών έχουν προστεθεί αιτήματα για αυξήσεις στους προϋπολογισμούς της δημόσιας υγείας και εκπαίδευσης, βελτίωση των δημόσιων υπηρεσιών και κριτική για τις πολυδάπανες αθλητικές διοργανώσεις που έχει αναλάβει η Βραζιλία. Οι ταραχές σε κάποιες περιπτώσεις ήταν βίαιες, με δύο θύματα ήδη και εκατοντάδες τραυματίες, ενώ έχουν αναφερθεί βανδαλισμοί και απόπειρες εμπρησμού δημοσίων κτιρίων

Τα προβλήματα που έχουν προκαλέσει τις αντιδράσεις είναι υπαρκτά και τα αιτήματα μπορούν να χαρακτηριστούν δίκαια. Ωστόσο, μέχρι στιγμής τουλάχιστο, το κίνημα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ταξικό δεδομένου ότι το προφίλ του μέσου διαδηλωτή είναι νέος, με ανώτερη μόρφωση και γόνος μεσοαστικής οικογένειας. Επίσης το γεγονός ότι δεν έγινε δεκτή από τους διοργανωτές η συμμετοχή στις κινητοποιήσεις κομμάτων, εργατικών και φοιτητικών συνδικάτων θυμίζει “αγανακτισμένους” στην Ευρώπη. Τελευταία έχουν δηλώσει την υποστήριξή τους διάφορες ετερόκλητες ομάδες, από οργανώσεις ιθαγενών και προοδευτικοί διανοούμενοι και καλλιτέχνες μέχρι καλοπληρωμένοι ποδοσφαιριστές. Τα δε συστημικά (ντόπια και διεθνή) μέσα ενημέρωσης αρέσκονται να προβάλουν τις διαμαρτυρίες είτε ως αποκλειστικά αντικυβερνητικές, είτε με τη φιλοσοφία των “χρωματιστών επαναστάσεων”. Σε κάθε περίπτωση αναμένουμε με πολύ ενδιαφέρον τις εξελίξεις, για να δούμε αν η “βραζιλιάνικη έκπληξη”, όπως την περιγράφει ο κουβανός αρθρογράφος, θα είναι θετική ή αρνητική (Yannis Tsal).

 

Συνεχίζονται οι μαζικές διαδηλώσεις και συγκρούσεις στη Βραζιλία – Εκτενής ενημέρωση

Εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές πλημμύρισαν τις κεντρικές λεωφόρους του Ρίο ντε Τζανέιρο, του Σάο Πάολο και δεκάδων ακόμα μικρότερων πόλεων της Βραζιλίας προχθές 20 Ιουνίου, δίνοντας συνέχεια στις μαζικές και μαχητικές λαϊκές διαδηλώσεις, που ξεκίνησαν ως διαμαρτυρία για την αύξηση στις τιμές των εισιτηρίων των λεωφορείων.

Οι τοπικές κυβερνήσεις των δύο μεγαλύτερων βραζιλιάνικων πόλεων του Ρίο και του Σάο Πάολο, σε συνεννόηση με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση του Εργατικού Κόμματος (PT) της Dilma Rousseff, ανέστειλαν τις αυξήσεις σε μια προσπάθεια να εκτονώσουν την κοχλάζουσα λαϊκή οργή. Μια σειρά από μικρότερες πόλεις που είχαν επίσης αυξήσει τις τιμές τις επανέφεραν πλήρως ή μερικώς, μια μέρα νωρίτερα.

Παρ’ όλα αυτά οι προχθεσινές διαδηλώσεις ήταν οι μεγαλύτερες που έγιναν στην χώρα από την έναρξη των κινητοποιήσεων, δύο εβδομάδες πριν, με τους διαδηλωτές να καταγγέλλουν την κοινωνική ανισότητα, την πολιτική διαφθορά και τις κρατικές δαπάνες για το Παγκόσμιο Κύπελλο και άλλα δαπανηρά αθλητικά θεάματα και όχι για την παιδεία και την υγεία.

Η στρατιωτική αστυνομία κάνει λόγο για 300.000 διαδηλωτές στο Ρίο, αλλά σίγουρα ο αριθμός τους ήταν κατά πολύ μεγαλύτερος.

Η αστυνομία επιτέθηκε στους εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές του Ρίο με λύσσα, χρησιμοποιώντας δακρυγόνα, χειροβομβίδες κρότου λάμψης και πλαστικές σφαίρες. Στην καταστολή συμμετείχαν επίσης έφιπποι αστυνομικοί. Συγκρούσεις σημειώθηκαν επίσης και στην πρωτεύουσα Μπραζίλια, όπου για την φύλαξη του Προεδρικού Μεγάρου (Palacio do Planalto) χρησιμοποιήθηκαν και δυνάμεις του στρατού. Ισχυρές δυνάμεις της αστυνομίας αναπτύχθηκαν και σε άλλα κτήρια υψηλής σημασίας, ενώ αριθμός των διαδηλωτών ήταν τουλάχιστον 30.000. Συγκρούσεις σημειώθηκαν όταν διαδηλωτές εισέβαλαν για λίγο στο κτίριο του Υπουργείου Εξωτερικών της Βραζιλίας.

Συγκρούσεις έγιναν επίσης στο  Sao Paulo, στο Campina και στο Salvador στη βορειοανατολική πολιτεία Bahia.

Σύμφωνα με την καθημερινή εφημερίδα Estado de São Paulo, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση διέταξε τη Βραζιλιάνικη Υπηρεσία Πληροφοριών (ABIN) να ξεκινήσει μια μεγάλη επιχείρηση παρακολούθησης των διαδικτυακών επικοινωνιών και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης με σκοπό να ανακαλύψουν όσους συμμετέχουν στην οργάνωση των διαδηλώσεων και την κατεύθυνση που θα πάρουν αυτές.

Την Τετάρτη 19 Ιουνίου, περίπου 80.000 εργαζόμενοι και νεολαίοι διαδήλωσαν έξω από το ποδοσφαιρικό γήπεδο της πόλης Fortaleza, μιας παραλιακής πόλης στην Βορειοανατολική Βραζιλία, τρείς μόλις ώρες πριν την έναρξη του αγώνα Μεξικό-Βραζιλία στα πλαίσια του Κυπέλλου Συνομοσπονδιών, της οργάνωσης – πρόβας για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2014.

Οι αγώνες είναι στο επίκεντρο των διαδηλώσεων καθώς μεγάλα τμήματα της βραζιλιάνικης κοινωνίας είναι εξοργισμένα με το κόστος τους, το οποίο εκτιμάται στα 12,6 δισεκατομμύρια δολάρια, τα οποία δαπανώνται για νέα γήπεδα και άλλες υποδομές που δεν έχουν σε τίποτα να κάνουν με τις πιεστικές ανάγκες του μέσου Βραζιλιάνου. Πολλοί από τους διαδηλωτές κρατούσαν πλακάτ που έγραφαν “Περισσότερο ψωμί, λιγότερα τσίρκο!”, “Όταν το παιδί σου αρρωστήσει πήγαινέ το σε ένα στάδιο”, “Θέλουμε νοσοκομεία και σχολεία, που να πληρούν τα πρότυπα της FIFA”

Συγκρούσεις μεταξύ της αστυνομίας και των διαδηλωτών σημειώθηκαν στη Fortaleza, όταν οι τελευταίοι έσπασαν την “κόκκινη γραμμή” που είχε οριστεί 2 χιλιόμετρα περιμετρικά του γηπέδου, σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς της FIFA.

Ο Υπουργός Αθλητισμού Aldo Rebelo προειδοποίησε ότι η κυβέρνηση δεν θα ανεχθεί διαδηλώσεις που διαταράσσουν την ομαλή διεξαγωγή των αγώνων του Κυπέλλου Συνομοσπονδιών. Ο Revelo -που είναι μέλος του ΚΚ της Βραζιλίας, το οποίο στηρίζει την κυβέρνηση του PT- ανέφερε ότι γύρω από το περιβόητο στάδιο Maracaná στο Ρίο θα οριστεί μια περίμετρος ασφαλείας, που θα βρίσκεται υπό τον έλεγχο των Ένοπλων Δυνάμεων της χώρας. “Δεν υπάρχει δυνατότητα να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε διαδήλωση κοντά στο στάδιο” δήλωσε, προσθέτοντας πως “υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να εκμεταλλευτούν αυτά τα γεγονότα για προβάλουν τα παράπονά τους.”

Οι αρχικές διαδηλώσεις οργανώθηκαν από το “Κίνημα Ελευθέρου Εισιτήριου”, το οποίο αποτελείτε από μερικές δεκάδες μέλη και πραγματοποιεί διάφορες μικρές διαδηλώσεις από το 2005. Φέτος όμως ο συνδυασμός της αύξησης των τιμών των εισιτηρίων, η αυξανόμενη δυσαρέσκεια για την εκτόξευση του πληθωρισμού και η στασιμότητα της οικονομικής ανάπτυξης οδήγησαν σε λαϊκή έκρηξη.

Η έλλειψη συγκεκριμένου προγράμματος ή επαναστατικής ηγεσίας και η επικράτηση των μεσοαστικών στρωμάτων έχει αφήσει αυτό το κίνημα ανοικτό σε διάφορες επιρροές, ακόμα και από την δεξιά. Συνθήματα που αντιτίθενται σε όλα τα πολιτικά κόμματα και  καταγγέλλουν την διαφθορά και την υψηλή φορολογία γίνονται όλο και πιο διαδεδομένα, ενώ οργανωμένες ομάδες κακοποιών επιτίθενται σε διαδηλωτές που κρατάνε πανό και πλακάτ αριστερών κομμάτων.

Στο Ρίο την Τετάρτη, μια ομάδα μερικών δεκάδων διαδηλωτών του Ενοποιημένου Εργατικού Κέντρου (CUT), της συνδικαλιστικής συνομοσπονδίας που είναι πιο κοντά στην κυβέρνηση του Εργατικού Κόμματος, δέχθηκε επίθεση, τα μέλη της χτυπήθηκαν και τα πανό τους καταστράφηκαν.

Στο Σάο Πάολο, στοιχεία που στα ΜΜΕ αναφέρονται ως “εθνικιστές” επιτέθηκαν σε μέλη αριστερών κομμάτων, τους πήρανε τα πανό και τις σημαίες τους και τα έκαψαν.

Η πολιτική σύγχυση και η ικανότητα των ακροδεξιών να την εκμεταλλεύονται είναι μια από τις “παρενέργειες” της δεκαετούς κυριαρχίας του κυβερνώντος Εργατικού Κόμματος, ενός διεφθαρμένου πολιτικού μηχανισμού που ψευδώς ισχυρίζεται πως εκπροσωπεί την εργατική τάξη και της ενσωμάτωσης των εργατικών συνδικάτων στο κρατικό μηχανισμό. Τα συνδικάτα δεν έχουν παίξει κανέναν αξιοσημείωτο ρόλο στις τελευταίες κινητοποιήσεις.

Η επαναφορά των τιμών των εισιτηρίων στα προηγούμενα επίπεδα στοχεύει στο “κλείσιμο” του ζητήματος που προκάλεσε την λαϊκή έκρηξη. Αυτό όμως δεν βελτιώνει τις κοινωνικές συνθήκες. Οι αρχές του Σάο Πάολο και του Ρίο ντε Τζανέιρο κατέστησαν σαφές ότι τα κερδοσκοπικά συμφέροντα των ιδιωτικών εταιριών που διαχειρίζονται το σύστημα -και χρηματοδοτούν όλα τα μεγάλα κόμματα- θα προστατευθούν. Αντί για τις αυξήσεις των εισιτηρίων θα υπάρξουν περικοπές σε άλλους κοινωφελείς τομείς όπως η παιδεία και η υγεία.

“Θα πρέπει να σφίξουμε το ζωνάρι”, δήλωσε ο κυβερνήτης του Σάο Πάολο Geraldo Alckmin του δεξιού αντιπολιτευόμενου κόμματος της Βραζιλιάνικης Σοσιαλδημοκρατίας (PSDB). “Αυτή είναι μια χειρονομία, ένα άνοιγμα”, είπε ο προερχόμενος από το Εργατικό Κόμμα δήμαρχος του Σάο Πάολο Fernando Haddad. Ο Haddad απείλησε να κάνει περικοπές σε υγεία και παιδεία, σε μια πόλη όπου έχουν την έδρα 21 δισεκατομμυριούχοι. Σε καμία περίπτωση κανένας από αυτούς του αξιωματούχος δεν πρότεινε καν να πληρώσουν οι πλούσιοι για αυτές τις βασικές υπηρεσίες.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου, ο δήμαρχος του Σάο Πάολο που θεωρείται ανερχόμενο στέλεχος του εργατικού Κόμματος, πιέστηκε από την Rousseff να αναστείλει τις αυξήσεις και αντιστάθηκε μέχρι την τελευταία στιγμή. Από την πλευρά του ο δήμαρχος του Ρίο, Eduardo Paes του PMDB (Βραζιλιάνικο Δημοκρατικό Κίνημα) προειδοποίησε πως η επαναφορά των τιμών των εισιτηρίων στα προηγούμενα επίπεδα θα αναγκάσει την πόλη να μειώσει τις δαπάνες άλλων τομέων κατά 200 εκατομμύρια $.

Ακόμα και πριν την αύξηση της τιμής των εισιτηρίων, ένας εργάτης στο Σάο Πάολο ή το Ρίο αμειβόμενος με τον κατώτατο μισθό πλήρωνε πάνω από το 20% του μισθού του για να πηγαινοέρχεται στη δουλειά του με κακοσυντηρημένα και υπερπλήρη λεωφορεία και τρένα.

Τα εισιτήρια στο Σάο Πάολο είναι τα πιο ακριβά στην Λ. Αμερική, υψηλότερα και από ορισμένες πόλεις των ΗΠΑ. Στο Λος Άντζελες της Καλιφόρνια, για παράδειγμα με τον μέσο όρο των μισθών να είναι 5 φόρες μεγαλύτερο από αυτόν του Σάο Πάολο το εισιτήριο (1,35$) είναι ίσο με αυτό της βραζιλιάνικης πόλης. Επιπλέον σε αυτήν την μεγαλούπολη των 20 εκατομμυρίων κατοίκων, οι εργαζόμενοι περνούν ώρες σε λεωφορεία και τρένα και πολλοί πληρώνουν τέσσερα εισιτήρια την ημέρα.

Η υπαναχώρηση των κυβερνώντων στο θέμα των εισιτήριων θα αποδειχθεί μάταιη. Οι αιτίες της οργής νεολαίας και εργαζομένων, η ακραία κοινωνική ανισότητα σε συνδυασμό με την εκρηκτική άνοδο του κόστους ζωής και μια οικονομική ύφεση βρήκαν μόνο μια αρχική και περιορισμένη έκφραση στις μαζικές διαδηλώσεις της περασμένης εβδομάδας. Πίσω από αυτές τις συνθήκες είναι η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, η οποία προκαλεί κοινωνικές και πολιτικές αναταραχές σε όλον τον κόσμο, από την Αθήνα στο Κάιρο, από την Πόλη στη Μαδρίτη και τώρα στο Ρίο, το Σάο Πάολο και άλλες πόλεις της Βραζιλίας.

Η Rousseff προσπάθησε να παρουσιάσει τις διαδηλώσεις σαν ένα σύμπτωμα των επιτυχιών του της κυβέρνησης του Εργατικού Κόμματος. “Οι προσδοκίες έχουν αυξηθεί επειδή αλλάξαμε τη Βραζιλία”, είπε και στη συνέχεια προσέθεσε πως “οι πολίτες δηλώνουν ότι θέλουν περισσότερα και δικαιούνται περισσότερα”, αυτός ο ισχυρισμός που αναπαρήχθηκε από τον τύπο, δεν μπορεί να κρύψει το γεγονός ότι οι περιορισμένες βελτιώσεις στην ζωή όσων ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας συνοδεύτηκαν από την διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα στην άρχουσα καπιταλιστική τάξη και τις εργαζόμενες μάζες.

Υπάρχει προφανές σοκ σε όλα τα τμήματα του κατεστημένου και των πολιτικών εκπροσώπων του για την λαϊκή έκρηξη. Η καθημερινή εφημερίδα “Folha de São Paulo” σημειώνει πως: “Όλα πήγαιναν τόσο καλά και ξαφνικά βλέπουμε σε επανάληψη την πλατεία Ταχρίρ, χωρίς καμία προειδοποίηση, κανένα κρεσέντο”.

Η Rousseff ακύρωσε την Πέμπτη την προγραμματισμένο ταξίδι της στην Ιαπωνία και συγκάλεσε έκτακτη σύσκεψη με τους υπουργούς της το πρωί της Παρασκευής για να συζητήσουν την λήψη μέτρων για το περιορισμό των κινητοποιήσεων.

(το παραπάνω δεν είναι “ακριβής μετάφραση” του άρθρου του WSWS)

 

Ο Τσε για πάντα παρών

Στην ιστορία της ανθρωπότητας υπήρξαν άνθρωποι που η ζωή, οι πράξεις και οι ιδέες τους αποτέλεσαν κληρονομιά για όλους όσους άφησαν πίσω και το όνομα τους ακόμα και χρόνια μετά τον χαμό τους συνεχίζει να διασχίζει σύνορα και να γίνεται μια μόνιμη πηγή έμπνευσης και παραδείγματος.

Μία τέτοια περίπτωση είναι και αυτή του Ernesto Guevara de la Serna, ο οποίος γεννήθηκε σαν σήμερα, 14 Ιουνίου, πριν από 85 χρόνια στην πόλη του Ροζάριο της Αργεντινής.

Η ύπαρξη του ήταν σύντομη,
καθώς έχασε τη ζωή του όταν ήταν μόλις 39 ετών, παρόλα αυτά όμως την είχε αφιερώσει όλη πολεμώντας για ένα καλύτερο αύριο, για έναν καλύτερο κόσμο, για την πάταξη της αδικίας και της εκμετάλλευσης, για την ύπαρξη της ισότητας.

Από νεαρή ηλικία ήταν ανήσυχος και περίεργος για τον κόσμο και για όλα τα γεγονότα που διαδραματίζονταν πάνω σε αυτόν και όντας στην εφηβεία πραγματοποίησε ένα μεγάλο ταξίδι περνώντας από πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής. 

Μέσα από αυτό του το ταξίδι αποκόμισε πολλές εμπειρίες και μερικές από αυτές τον επηρέασαν βαθιά και συνέβαλαν στην μετέπειτα διαμόρφωση του χαρακτήρα και των απόψεων του. Μερικά πράγματα που είδε και βίωσε, όπως η εκμετάλλευση, η φτώχεια, η κακή υγεία, ο αναλφαβητισμός από τα οποία έπασχαν εκατομμύρια άνδρες και γυναίκες ανά τις χώρες που είχε επισκεφθεί, έμειναν χαραγμένα στο μυαλό του και του ήταν αδιανόητο να πιστέψει πως συμβαίνουν. Όπως φάνηκε στην πορεία της ζωής του έκανε τα πάντα για να τα αντιμετωπίσει και να πάψουν να συμβαίνουν και υπερασπίστηκε με σθένος και πάθος τους αδύνατους.

Ιατρός στο επάγγελμα αλλά σύντομα συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν επαρκής αυτός ο τρόπος για να βοηθήσει τα εκατομμύρια των συνανθρώπων του που υπέφεραν και κατάλαβε ότι ήταν αναγκαίο να γίνει μέρος κάτι μεγαλύτερου, μιας επανάστασης, από την οποία θα δινόταν η δυνατότητα για την έγκαιρη αντιμετώπιση των προβλημάτων, για την αντιστροφή την υπάρχουσας πραγματικότητας, για την εξάπλωση της και για την καλυτέρευση του αύριο για όλους.

Στην Κούβα παρουσιάστηκε η ευκαιρία να αγωνιστεί ενάντια στη δικτατορία του Μπατίστα και ο Τσε αν και συμμετείχε αρχικά σε αυτόν τον αγώνα με την ιδιότητα του ως γιατρός, σύντομα λόγω της τόλμης και του θάρρους του έγινε ένας έμπειρος μαχητής, πολέμησε με όπλα στο χέρι του ενάντια σε αυτό το δικτατορικό καθεστώς, κέρδισε το βαθμό του ταγματάρχη και σε σύντομο χρονικό διάστημα έγινε ένας εξέχων ηγέτης του αντάρτικου στρατού.

Μετά το θρίαμβο της Επανάστασης, ο Τσε ήρθε αντιμέτωπος με νέα καθήκοντα και αρμοδιότητες, τα οποία όμως διεκπεραίωνε με απλότητα και πλήρη αποτελεσματικότητα. Πέρασε από πολλές και διάφορες θέσεις και Υπουργεία και συνήθιζε να εκπροσωπεί επίσης την Κούβα σε διάφορες εκδηλώσεις ανά τον κόσμο. Σύντομα, ο Τσε συνειδειτοποίησε πως το πρώτο μέρος του ονείρου του είχε γίνει πραγματικότητα και τώρα η ώρα είχε έρθει για την εξάπλωση του αγώνα και της Επανάστασης και σε άλλες χώρες με στόχο την υπεράσπιση των λαών που υποφέρουν. 
Στην προσπάθεια του αυτή, έδωσε ακόμη και την ίδια του τη ζωή και συνεχίζει ακόμη και σήμερα (και θα συνεχίσει και για πολλά χρόνια ακόμα) ο ‘ολοκληρωμένος’ άνθρωπος αυτός, που μέχρι την τελευταία του πνοή ήταν πιστός στις ιδέες και στα ιδανικά του, να αποτελεί φωτεινό παράδειγμα, πηγή έμπνευσης, σύμβολο επανάστασης, αντίστασης, σκέψης, ελευθερίας και εξέγερσης ενάντια σε κάθε αδικία για εκατομμύρια άνδρες και γυναίκες ανά τον κόσμο.
Η θρυλική του φιγούρα θα παραμένει για πάντα ζωντανή σε όλα τα μήκη και πλάτη, σε κάθε τόπο που αγωνίζεται για ελευθερία, σε κάθε μέρος που διψάει για δικαιοσύνη, μέχρι στον κόσμο αυτό να υπάρξει ισότητα και πλήρη ανθρώπινη αξιοπρέπεια, μέχρι ο άνθρωπος να γίνει καλύτερος, μέχρι το αύριο να βρει τον καθένα μας πραγματικά ευτυχισμένο, μέχρι να ‘ρθει ένα ξημέρωμα και η κάθε αδικία να έχει εξαλειφθεί σε όλο τον ντουνιά….

Μέχρι τη νίκη – για πάντα!

 

Φώκλαντς και Πινοσέτ: Η μαύρη “κληρονομιά” της Θάτσερ στη Λατινική Αμερική

Οι λαοί της Λατινικής Αμερικής δεν είχαν κανένα λόγο να πενθήσουν στο άκουσμα της είδησης του θανάτου της “Σιδηράς Κυρίας”. Το όνομα της Μάργαρετ Θάτσερ, πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου από το 1979 έως το 1990, έχει άλλωστε συνδιαστεί με δύο μαύρες σελίδες της σύγχρονης λατινοαμερικανικής ιστορίας: αυτή του ιμπεριαλιστικού πολέμου στα νησιά Φώκλαντς το 1982 αλλά και της στενής πολιτικής σχέσης που η “Σιδηρά” Θάτσερ διατηρούσε επί χρόνια με το χιλιανό δικτάτορα Αουγκούστο Πινοσέτ. Και στις δύο περιπτώσεις η πρωθυπουργός της Βρετανίας ταυτίστηκε απόλυτα με τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα των ΗΠΑ – υπήρξε άλλωστε στενή φίλη και συνεργάτης του προέδρου Ρόναλντ Ρίγκαν – στην περιοχή, προωθώντας συμμαχίες τέτοιες που θα διασφάλιζαν την αποικιοκρατική παρουσία του Λονδίνου στη νότια Αμερική.


Για την Αργεντινή και το λαό της, η Μάργκαρετ Θάτσερ ήταν νεκρή εδώ και χρόνια. Η λατινοαμερικάνικη χώρα είχε βιώσει έντονα τις ανθρώπινες απώλειες που είχε προκαλέσει η απόφαση της “Σιδηράς Κυρίας” να διατάξει ένοπλη επέμβαση στις νησίδες Φωκλαντς. Η διαμάχη Αργεντινής και Ηνωμένου Βασιλείου για τα εν λόγω νησιά έχει παρελθόν καθώς και οι δύο χώρες τα διεκδικούν – η πρώην βρετανική αυτοκρατορία μάλιστα είχε ανοιχτούς λογαριασμούς για τα Φωκλαντς και με την Ισπανία, την αποικιοκρατική δύναμη που κατείχε την Αργεντινή πριν το 1816. Ήταν επόμενο οι αργεντίνοι να υποδεχθούν ψυχρά και αδιάφορα το θάνατο της 87χρονης βρετανίδας τέως πρωθυπουργού. Ο λαός της Αργεντινής άλλωστε είχε χάσει σε αυτόν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο 649 στρατιώτες. Από το προεδρικό μέγαρο της Αργεντινής δεν υπήρξε καμία επίσημη ανακοίνωση σχετικά με το θάνατο της Θάτσερ, ενδεικτικό αν μη τι άλλο της ψυχρής σχέσης που διατηρούν – 31 χρόνια μετά τον αιματηρό πόλεμο – Μπουένος Άϊρες και Λονδίνο.

Οι πολίτες της Αργεντινής θυμούνται τον πόλεμο “Λας Μαλβίνας”, όπως είναι γνωστός στη χώρα, θυμούνται εκείνα τα χρόνια: “Μεγάλη αδικία, πολύς θυμός και αρκετό μίσος για το χαμό τόσων αργεντίνων πατριωτών, ακόμη έχω αυτό το συναίσθημα” δήλωσε στο βρετανικό δίκτυο Sky News ο Μιγκέλ Λόπες, βενεράνος του αργεντίνικου στρατού. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο 71χρονος Ντομένικο Γκρουσκομάγκνο: “Ευλογημένη απ’ το Θεό η μέρα που αυτή η απαίσια γυναίκα απεβίωσε. Υπήρξε απεχθές πρόσωπο. Προκειμένου να κερδίσει τις εκλογές στη Βρετανία κήρυξε πόλεμο”. Για τον πόλεμο που κράτησε 74 μέρες και είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο περίπου 1000 ατόμων και απ’ τις δύο χώρες η Μάργκαρετ Θάτσερ δεν απολογήθηκε ποτέ. “Πέθανε χωρίς να τιμωρηθεί ποτέ, χωρίς να δικαστεί ποτέ” λέει ο Μάριο Βόλπε, επικεφαλής του Κέντρου Βετεράνων του Πολέμου Λας Μαλβίνας, θυμίζοντας τον τορπιλισμό του καταδρομικού “Στρατηγός Μπελγκράνο” του αργεντίνικου ναυτικού από βρετανικό υποβρύχιο. Σε αυτήν την επίθεση, στις 2 Μάη 1982, έχασαν τη ζωή τους 323 άνθρωποι.


Την σιγή της Αργεντινής στο άκουσμα της είδησης για το θάνατο της “Σιδηράς Κυρίας” συμμερίστηκαν και άλλες χώρες της λατινικής Αμερικής, όπως η Βενεζουέλα και η Κούβα. Την οδύνη τους για το θάνατο της τέως βρετανίδας πρωθυπουργού εξέφρασαν τόσο ο δεξιός πρόεδρος της Κολομβίας Χουάν Μανουέλ Σάντος, ο συντηρητικός χιλιανός πρόεδρος Σεμπαστιάν Πινιέρα αλλά και προοδευτικοί ηγέτες, όπως η Ντίλμα Ρούσεφ της Βραζιλίας. Η κυβέρνηση της Κόστα Ρίκα χαρακτήρισε τη Θάτσερ ως “εξέχουσα πολιτική προσωπικότητα του 20ου αιώνα” ενώ, αντίθετα, ο αντιπρόεδρος της Νικαράγουα αναφέρθηκε στις “τραχείς και σκληρές για το λαό πολιτικές” που η “Σιδηρά Κυρία” είχε ακολουθήσει ως ηγέτης του Ηνωμένου Βασιλείου. Η Μάργαρετ Θάτσερ άλλωστε δεν υπήρξε ποτέ δημοφιλής στη Νικαράγουα μιας και η στενή της φιλία με το Ρόναλντ Ρίγκαν την είχε οδηγήσει στην υποστήριξη των “Κόντρας” ενάντια στους Σαντινίστας του Ντανιέλ Ορτέγκα τη δεκαετία του 1980.

Θάτσερ και Πινοσέτ

Πέραν του πολέμου στα νησιά Φώκλαντς, η αιματοβαμμένη πολιτική κληρονομιά που αφήνει πίσω της η Βαρώνη Θάτσερ έχει και μια άλλη διάσταση. Αυτήν τη στενής πολιτικής της σχέσης με το χιλιανό δικτάτορα Αουγκούστο Πινοσέτ. Η φιλία της “Σιδηράς Κυρίας” με τον δικτάτορα χρονολογείται από την εποχή του πολέμου “Λας Μαλβίνας”, όταν ο Πινοσέτ είχε βοηθήσει την τότε βρετανική κυβέρνηση (υπό την Θάτσερ) στην απόπειρα επανακατάληψης των νήσων Φώκλαντς. Πρώην απόρρητα έγγραφα που είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας αποκαλύπτουν ότι ο χιλιανός δικτάτορας είχε συμφωνήσει να παρέχει αεροδρόμια και στρατιωτικές βάσεις στη βρετανική πολεμική αεροπορία. Ασφαλώς, για τις παροχές αυτές ο αιμοσταγής Πινοσέτ είχε εξασφαλίσει ως αντάλλαγμα στρατιωτικό υλικό από τους βρετανούς, ενισχύοντας τους κατασταλτικούς μηχανισμούς της Χούντας ενάντια στο λαό της Χιλής.

Πέραν όμως των δοσοληψιών μεταξύ Θάτσερ και Πινοσέτ, οι δυό τους συμμερίζονταν το ίδιο μείγμα νεοφιλελεύθερης πολιτικής – της πολιτικής που δεν άφηνε όρθιο κανένα κοινωνικό κεκτημένο, που γκρέμιζε εργατικές ελευθερίες και που ξεπουλούσε στο μεγάλο Κεφάλαιο κάθε δημόσιο αγαθό. Για την επιβολή αυτής της πολιτικής άλλωστε, Πινοσέτ και Θάτσερ δε δίστασαν να χρησιμοποιήσουν τα πλέον βάναυσα μέτρα, καταστέλλοντας με τη βία απεργιακές κινητοποιήσεις, ερχόμενοι σε μετωπική σύγκρουση με την εργατική τάξη.

Όταν ο Πινοσέτ συνελήφθη απ’ τις βρετανικές αρχές τον Οκτώβρη του 1998, έπειτα από διεθνές ένταλμα σύλληψης για μαζικά ειδεχθή εγκλήματα, η Θάτσερ ήταν η πρώτη που βγήκε δημόσια να τον υπερασπιστεί. “Υπήρχε μια πολύ στενή σχέση μεταξύ τους” επιβεβαιώνει ο Χουάν Γκαμπρέλ Βάλντες, πρώην υπουργός στη Χιλή, προσθέτοντας “οι δυό τους μοιράζονταν κοινές απόψεις, χωρίς αμφιβολία”.