RSS

Category Archives: Μάνος Λοΐζος

Ο δικός μας Μάνος Λοΐζος

Του Παναγιώτη Βήχου


“Τα πολυβόλα σωπάσαν οι πόλεις/ αδειάσαν και κλείσαν/ Ένας βοριάς παγωμένος σαρώνει την έρημη γη/ Στρατιώτες έρχονται πάνε – ρωτάνε γιατί πολεμήσαν/ και συ ησυχάζεις, το δάχτυλο βάζεις να βρεις την πληγή…”. Ένα φτερούγισμα “χελιδονιού”, ένα ταξίδι με τον “Σεβάχ τον θαλασσινό”, ένας λυγμός από την κορνέτα του “γέρου νέγρου – Τζιμ”, μια υπόσχεση ότι “η μέρα εκείνη δε θ΄ αργήσει”… Μη με ρωτάς… σε θυμάμαι αξέχαστε μεγάλε φίλε μου και σύντροφε Μάνο Λοΐζο. Σε θυμάμαι φίλε μου καλέ κι ας έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια από την ημέρα εκείνη στις 17 του Σεπτέμβρη. Εκείνο το απόγευμα της Παρασκευής που το ραδιόφωνο ανήγγειλε πώς ο Μάνος Λοΐζος, ο ταλαντούχος, ο ασυμβίβαστος, ο ρομαντικός, ο πηγαίος δεν υπήρχε πια. Είχε αφήσει την τελευταία του πνοή, πολλά χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα, σ΄ ένα νοσοκομείο της Μόσχας. Ο Μάνος, ο αγωνιστής της τέχνης, ο καλλιτέχνης του αγώνα της εργατικής τάξης, που είχε “ταξιδέψει” στα πέλαγα της μελωδίας του, είχε πλέον περάσει από τη μνήμη στην καρδιά.

Τον Μάνο τον γνώρισα το 1974 και μαζί κάναμε πάμπολλες συζητήσεις στο σπίτι ενός συντρόφου που δεν ζει ούτε αυτός σήμερα. Εκεί μας σιγοψιθύριζε τα τραγούδια του, μην τυχόν και ακουστούν και πάρα έξω. Μετά την κατάρρευση της χούντας βρεθήκαμε πολλές φορές μαζί σε συναυλίες της αριστεράς, στο Σπόρτιγκ και αλλού μέχρι που εγώ έφυγα στη Ρόδο και χαθήκαμε. Για πάντα… Παιδί Ελλήνων της διασποράς, ο Μάνος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στις 22 Οκτωβρίου 1937. Με τη μουσική ήρθε σε “επαφή” από πολύ μικρός. Πήρε μαθήματα κιθάρας, πιάνου και βιολιού. Στα μέσα της δεκαετίας του ΄50, ο Μάνος ήρθε στην Αθήνα για σπουδές στη φαρμακευτική Σχολή κι αργότερα στην Εμπορική. Η αγάπη του στην μουσική, τον κάνει να τις αφήσει και τις δύο. Αφοσιώνεται στην Τέχνη του. Το “Τραγούδι του Δρόμου” του Λόρκα, που το βρήκε στο περιοδικό “Επιθεώρηση Τέχνης” (σε μετάφραση του Νίκου Γκάτσου) τον εμπνέει. Το μελοποιεί και στις αρχές του ΄62 με ερμηνευτή τον Γιώργο Μούτσιο θα κυκλοφορήσει τον πρώτο του (μικρό) δίσκο. Οι αγώνες των εργαζομένων την περίοδο 1964 – ΄65 δεν τον αφήνουν αδιάφορο. Κάθε άλλο, καθώς τα τραγούδια που έγραψε εκείνη την περίοδο είναι εμπνευσμένα από αυτούς.


Ήταν η εποχή που όπως θα θυμούνται οι παλιότεροι, οι μπουάτ γίνονταν τόπος συνάντησης των φοιτητών της γενιάς του 114 και του 15% για την παιδεία, τραγουδώντας το “Δρόμο”, το “Ακορντεόν”, τον “Τρίτο Παγκόσμιο”. Η ιδεολογική του στράτευση στα ιδανικά του κομμουνισμού, η ευαισθησία του σε ότι αφορά τους ταπεινούς και τους καταφρονεμένους, η αλληλεγγύη του στους αγωνιζόμενους σε όλο τον κόσμο για ισότητα, αξιοπρέπεια, κοινωνική αλλαγή, βρίσκουν καλλιτεχνική έκφραση σε έργα όπως τα “Νέγρικα” σε ποίηση του Γιάννη Νεγροπόντη, τα οποία τα παρουσιάζει στη θρυλική συναυλία της ΕΦΕΕ, στις 19 Απρίλη του 1967, δύο ημέρες πριν τη δικτατορία των συνταγματαρχών. Στην συναυλία αυτή τραγούδησαν η Μ. Φαραντούρη και Γ. Ζωγράφος. “Όσο η σιωπή είναι χρυσός/ τόσο του νέγρου ο ιδρώς/ για τον λευκό ειν΄ θησαυρός/ στράγι του νέγρου ο θυμός/ (“Κι αν συ λευκός, νέγρος εγώ”).

Τα τραγούδια αυτά, που αναφέρονται στον αγώνα επιβίωσης των μαύρων της Αμερικής, κυκλοφόρησαν σε δίσκο πολύ αργότερα, το 1975 καθώς οι μαύρες λίστες της δικτατορίας τα είχαν απαγορέψει. “Για μένα η μουσική είναι το μέσον”, έλεγε ο Μάνος σε μια συνέντευξή του το 1966, αναφερόμενος στο μουσικό του ύφος. “Τα εκφραστικά του μέσα πηγάζουν από αυτά που θέλω να πω”. Με τον ερχομό της δικτατορίας οι συλλήψεις είναι πλέον καθημερινό φαινόμενο. Ο Μάνος φεύγει για λίγο (έξι μήνες) στην Αγγλία. Επιστρέφει όμως γρήγορα, στις αρχές του ΄68 στην Αθήνα. Μέσα στην εφταετία ο συνθέτης γράφει τραγούδια που γίνονται επιτυχίες με ερμηνευτές κυρίως τους Γ. Νταλάρα και Γ. Καλατζή. Κυκλοφορεί τους δίσκους “Ο Σταθμός”, “Θαλασσογραφίες”, “Ευδοκία” (για την ταινία του Αλ. Δαμιανού), “Να ΄χαμε τι να ΄χαμε”. Παράλληλα, όμως, συνθέτει και πολλά κομμάτια που τα τραγουδά “σε φιλικό κύκλο” και δεν ακούγονται “ποτέ έξω από τους τέσσερις τοίχους μιας κάμαρας”, όπως συχνά μου έλεγε. Ανάμεσά τους ο “Τσε”, ο “Μέρμηγκας”, τα “Συρματοπλέγματα”, το “Μη με ρωτάς”. Στην περίοδο ΄74 – ΄76 ακολουθούν οι κύκλοι “Καλημέρα ήλιε”, “Τα τραγούδια του δρόμου”, “Τα τραγούδια μας”. Τα τελευταία σε στίχους του Φώντα Λάδη (που σήμερα στην κυριολεξία πεινάει χωρίς δουλειά και χρήματα) είναι λαϊκά, πολιτικά τραγούδια με αναφορές σε καυτά προβλήματα. Ανάμεσά τους τα “Πάγωσε η τζιμινιέρα”, “Λιώνουν τα νιάτα μας”, “Το δέντρο”. Το 1979 κυκλοφορούν τα “Τραγούδια της Χαρούλας”, σε στίχους του Μανώλη Ρασούλη (τρία του Πυθαγόρα): “Τίποτα δεν πάει χαμένο”, “Μες το πλήθος”, “Όλα σε θυμίζουν”, “Γύφτισσα τον εβύζαξε”, κ.ά. Ακολουθεί ο τελευταίος του δίσκος “Για μια μέρα ζωής” και μετά το θάνατό του τα “Γράμματα στην αγαπημένη” σε ποίηση Ναζίμ Χικμέτ. Στην συνέχεια υπήρξαν πολλές ακόμη εκδόσεις τραγουδιών του, ενώ το 1995 θα δει το φως ο δίσκος με παιδικά τραγούδια του και τίτλο “Κάτω από ένα κουνουπίδι”.

Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος πίστευε πώς το μυστικό της τέχνης του βρισκόταν στο ότι κατάφερε “να πρωτοτυπεί παραμένοντας γνώριμος μέσα σε μια μουσική ατμόσφαιρα ελεγειακής πραότητας και ταυτοχρόνως πειστικής αγωνιστικότητας”. Ο Μάνος Λοΐζος ήταν πρωτοπόρος συνδικαλιστής στο χώρο των δημιουργών του ελληνικού τραγουδιού και πάλεψε για τα πνευματικά τους δικαιώματα από τις εταιρίες και την κασετοπειρατεία μέσα από την ΕΜΣΕ και ήταν ο πρώτος πρόεδρος του σωματείου. Στρατευμένος αγωνιστής στα ιδεώδη του κομμουνισμού (ποτέ δεν ήταν σταλινικός κι ας βρισκόταν στις τάξεις του ΚΚΕ) σε συνέντευξή του στην “Εβδομάδα” είχε δηλώσει: “Ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι στρατευμένος ιδεολογικά. Το θέμα είναι να μπορείς να είσαι στρατευμένος και συγχρόνως γνήσιος καλλιτέχνης, λέγοντας αυτά που πιστεύεις. Πρέπει να υπάρχει στρατευμένη τέχνη, γιατί μέσα στον δρόμο αυτής της σχολής, μπορούν να βγουν αριστουργηματικά έργα. Αλλά το πιο σπουδαίο είναι ότι η στρατευμένη τέχνη είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής στις χιλιάδες των φτωχών παιδιών που πεινάνε, αγωνίζονται και σκοτώνονται καθημερινά”. Μιλώντας στο περιοδικό “Τετράδιο” για το ίδιο θέμα διευκρίνισε ότι: “Αν θεωρήσουμε στράτευση τη διαρκή εξυπηρέτηση της κοινωνικής συνείδησης, τότε, σαν ένα ενεργό μέρος κι εγώ αυτής της κοινωνικής συνείδησης, θεωρώ τον εαυτό μου στρατευμένο”.


Κλείνω αυτό μου το μικρό αφιέρωμα στο φίλο και σύντροφό μου Μάνο Λοΐζο με τα λόγια του Μίκη Θεοδωράκη που τόνιζε πως το τραγούδι του Μάνου, σαν το σταφύλι, δε ζητούσε παρά μόνο τον ήλιο για να γλυκάνει τον τρυγητή για να το κάνει μούστο να το πιει. Έτσι, το ελληνικό τραγούδι του οφείλει μια ξεχωριστή, μοναδική και ανεπανάληπτη εποχή νεότητας και δεν γερνά και δεν περνά. Αλλά αντίθετα, θα αναγεννιέται κάθε στιγμή που θα συναντά τη ζωντανή ευαισθησία της ανθρώπινης καρδιάς… Μπόρεσε μ΄ ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο κι ένα τραγούδι να πάει μια πήχη πιο πέρα από τον ορίζοντα…




Advertisements
 

«ΜΕΣ ΣΤΟ ΠΛΗΘΟΣ»: ΤΟ ΚΡΥΜΜΕΝΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΤΩΝ ΡΑΣΟΥΛΗ-ΛΟΪΖΟΥ

ΜΕΣ ΣΤΟ ΠΛΗΘΟΣ
Στίχοι: Μανώλης Ρασούλης
Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Ερμηνεία: Χαρούλα Αλεξίου – Δημήτρης Κοντογιάννης
Δίσκος: Τα τραγούδια της Χαρούλας (1979)
Μες στο πλήθος σ’ είχα δει το ’62
στη διαδήλωση που βάφτηκε στο αίμα,
κι η μορφή σου μου ’χε μείνει στο μυαλό
κι ούτε τ’ όνομα δεν ήξερα από σένα.
Και στης λήθης το σεντόνι το λευκό
σε τυλίξαν τα πιο δύσκολά μου χρόνια,
μα μια μέρα κάπου το ’68
σε ξανάδα μες στο τρένο στην Oμόνοια.
Κάνε διάλειμμα, Χαρούλα,
πες μας τον καρσιλαμά
να γλυκάνεις τις καρδιές μας
και τα βρίσκουμε μετά.
Κάνε διάλειμμα να σβήσει
της καρδιάς μας η φωτιά,
ο χορός να μας μεθύσει
και τα βρίσκουμε μετά.
Άλλη μια φορά σε είδα ξαφνικά
σαν αφίσα που τη σκίζει κάποιο χέρι,
ήταν Μάης πια του ’77,
μόλις πρόλαβα και σ’ άγγιξα στο χέρι.
Μήπως είσαι σαν κι εμένανε κι εσύ
στο σκοινί της ιστορίας ακροβάτης,
μες στο ίδιο σου το στήθος φυλακή,
μες στην ίδια σου τη χώρα μετανάστης.
Κάνε διάλειμμα, Χαρούλα,
πες μας τον καρσιλαμά
να γλυκάνεις τις καρδιές μας
και τα βρίσκουμε μετά.
Κάνε διάλειμμα να σβήσει
της καρδιάς μας η φωτιά,
ο χορός να μας μεθύσει
και τα βρίσκουμε μετά.
—–

Αυτό το τραγούδι έχει καταγραφεί ως ένα από τα λιγότερο γνωστά, από τα «κρυμμένα» του Λοΐζου. Κι όμως, μιλάμε για μία αριστουργηματική σύλληψη. Σε τρεισήμισι λεπτά περικλείονται οι δύο πόλοι του νέου ελληνικού τραγουδιού, μαζί, μέσα στην αντίθεση και στην ενότητά τους. Αφενός, η πολιτική μπαλάντα με τη φωνή της Χαρούλας Αλεξίου. Αφετέρου, ο λαϊκός τρόπος με τη φωνή του Δημήτρη Κοντογιάννη.

Ο ακροατής καλείται να υποκλιθεί στην ποιητική ιδιοφυΐα του Μανώλη Ρασούλη και τη μουσική ιδιοφυΐα του Μάνου Λοΐζου. Ο ένας, ο άγιος Ρασούλης, «πιάνει» με τις κεραίες του τη διττή φύση του τραγουδιού αλλά και τη δική μας! Παίρνει αυτή τη φύση, την αφουγκράζεται: πότε σκέψη και πότε διονυσιασμός, πότε διαδήλωση και πότε χορός, πότε πίκρα και πότε γλύκα. Και βγάζει το σωστό συμπέρασμα: αυτοί οι δύο κόσμοι δεν είναι δύο αλλά ένας! Ένας είναι ο κόσμος του αρχαιοελληνικού συμποσίου, ενιαία η φιλοσοφία και η ηδονή, ένας ο Επίκουρος. Και βάζει λέξεις σ’ αυτή τη φύση την ανθρώπινη: «μες στην ίδια σου τη χώρα μετανάστης» μεν, «πες μας τον καρσιλαμά» δε. Αυτό ειν’ η πατρίδα μας τελικά, ούτε τα βουνά, ούτε οι κάμποι, παρά μόνο το τραγούδι της. Σε βάζει κάτω, σε πατάει, σε ξεσκίζει με τα νύχια της, μόνο και μόνο για να σε σηκώσει ξανά με ένα τραγούδι.
Ο άλλος, ο άγιος Λοΐζος, φτιάχνει ένα απίστευτο πάζλ αντιθέσεων, ένα τρελό μείγμα χαρμολύπης που καταλήγει στο συγκλονιστικότερο «ρεφραίν» με τον Κοντογιάννη και τη χορωδία: «κάνε διάλειμμα να σβήσει / της καρδιάς μας η φωτιά / ο χορός να μας μεθύσει / και τα βρίσκουμε μετά». Δεν είναι τυχαίο ότι διαλέγει τον απτάλικο ρυθμό για το ρεφραίν, ούτε οφείλεται αυτό μόνο στην αναφορά στον καρσιλαμά που βάζει ο Ρασούλης. Ο απτάλικος έχει αυτή τη σατανική επαναληπτικότητα των αντιθέτων, τρία αργά – τρία γρήγορα, τρία αργά – τρία γρήγορα. Αν υπήρχε τρόπος, θα απομόνωνα το ρεφραίν και θα το έβαζα να παίζει εκατό, διακόσιες φορές, ξανά και ξανά. Έκσταση!
Το μεγαλείο του τραγουδιού δεν έγκειται όμως μόνο στην περιγραφή μιας αμετάβλητης πραγματικότητας. Έγκειται καταρχάς και εκεί, εφόσον αμετάβλητος παραμένει ο προσανατολισμός κάθε τραγουδιού προς τα κοινωνικά και προς τον έρωτα, όπως αμετάβλητη παραμένει και η ροπή του ανθρώπου προς τα μέσα και τα έξω, προς τη μνήμη και τη λήθη, τη σκέψη και το αίσθημα. Εδώ όμως οι δύο δημιουργοί κάνουν κάτι πολύ δυσκολότερο από το να περιγράψουν μία αιώνια αλήθεια: πιάνουν τις υπόγειες μεταβολές της εποχής τους, εκφράζουν την ιστορική συγκυρία! Διότι εκείνη ακριβώς την εποχή επέρχεται η κούραση της μεταπολίτευσης και η στροφή πολύ κόσμου μακριά από την πολιτικοποίηση του τέλους των 1970s, σε πιο λαϊκά και πιο ανάλαφρα μονοπάτια. Γι’ αυτό δεν έφταιξε βεβαίως μόνο η πορεία του πολιτικού τραγουδιού που είχε αρχίσει να οδηγεί σε τετριμμένες καταστάσεις, επαναλήψεις και κιτς. Έφταιξε πρωτίστως η θολούρα της Αλλαγής, η σταδιακή ενσωμάτωση «από το παράθυρο» μεγάλων στρωμάτων της κοινωνίας που είχαν μείνει ως τότε στην απ’ έξω, η επίφαση του εκδημοκρατισμού (που δεν μένει μόνο επίφαση, βλ. νομιμοποίηση ΚΚΕ, αναγνώριση εθνικής αντίστασης) και η πραγματική άμβλυνση των ταξικών αντιθέσεων, το τίμημα που το καθεστώς ήταν διατεθειμένο να πληρώσει για να εξασφαλίσει την πολιτική του ηγεμονία. Ο Ρασούλης και ο Λοΐζος όχι απλώς το πιάνουν όλο αυτό μέσα στην πολυπλοκότητά του, μα και το προφητεύουν (!), εφόσον το φαινόμενο έμελλε να ολοκληρωθεί χρόνια μετά με την έλευση και παγίωση του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Το προφητεύουν, και με την διαβολεμένη τους απλότητα το μετασχηματίζουν σε τρεις λέξεις και δυο μελωδίες.
Σήμερα, λέει τίποτα όλο αυτό; Βρε λέει και ξαναλέει. Υπενθυμίζει πως δεν είμαστε φτιαγμένοι μόνο από αφίσες και ιδέες, μα και από ψυχή, από διασκέδαση, από παρέα, από μαζί. Και σε μια εποχή κατά την οποία δειλά-δειλά βγαίνουμε από το τούνελ της από-πολιτικοποίησης, της παθητικότητας και του απόλυτου μπερδέματος, μπορούμε να αντιστρέψουμε το δίδαγμα: όχι μόνο καρσιλαμάς, μα και σκέψη. Αυτό διεκδικούμε, αυτό προτείνουμε, γι’ αυτό παλεύουμε, αυτό έχουμε να κερδίσουμε. Και μυαλό και ψυχή, και αντίληψη και πάθος. Γι’ αυτό δούλεψαν ο Λοΐζος κι ο Ρασούλης, κι αυτό υπήρξαν: διανοούμενοι και λαϊκοί ταυτόχρονα. Τώρα λοιπόν που βγήκε ο νέος δίσκος της Χαρούλας Αλεξίου σε στίχους του Ρασούλη, και τώρα που βγήκε και το βιβλίο του Θανάση Συλιβού για τον Λοΐζο, ας κάνουμε μια βόλτα και στα κοινά τους δώρα. Το «μες στο πλήθος» είναι ένα απ’ αυτά, τα τόσο περασμένα και τόσο ζωντανά, για να γλυκαίνουμε τις καρδιές μας και να τα βρίσκουμε μετά.
ηρ.οικ.

Πηγή: μουσικά προάστια