RSS

Category Archives: Μελιγαλάς

Επιτομή Κοινοβουλευτικού Κρετινισμού

Από τον Παραναγνώστη

Άστραψε και βρόντηξε ο κ. Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος στο RED NOTEBOOK με αφορμή την φασιστοσύναξη του Μελιγαλά.

Το καινούργιο, μας λέει, είναι ότι η ΧΑ διεκδικεί in situ την πολιτική κληρονομιά των Ταγμάτων Ασφαλείας : Το πανηγύρι αυτό  «είναι το σκηνικό για την αποκατάσταση, όχι γενικώς των «θυμάτων των κομμουνιστών», αλλά των Ταγμάτων Ασφαλείας


Ε, δεν μείναμε με ανοιχτό το στόμα γι αυτήν την εξέλιξη, άλλωστε έχει εντοπιστεί από το 2005 τουλάχιστον.


Το οποίον όμως, συνεχίζει ο συγγραφεύς,  υπάρχουν ένα σωρό ενοχλητικές λεπτομέρειες στη δράση των Τ.Α.  που « δεν αναφέρθηκαν βεβαίως στις ομιλίες των «επισήμων»» Και επιπλέον «καιρού επιτρέποντος, η «αμυντική» ( …) δράση του δωσιλογισμού, γοητεύει επιφυλλιδογράφους του «σοβαρού» Τύπου, οι δε συναφείς ακαδημαϊκές μελέτες που ο ίδιος αυτός Τύπος προβάλλει, συναγωνίζονται ίσοις όροις την εκλογική επιτυχία των νοσταλγών των ταγματασφαλιτών.»  

Ίσως είναι παρακάτω η έκπληξη και πράγματι, αφού αντιπαρέλθει «τις αντιδημοκρατικές έξεις των μεγάλων εκδοτικών συγκροτημάτων»- άλλο καινοφανές πράγμα αυτό – φτάνει στο συμπέρασμα: 
«ας ξεχωρίσουμε κάποια σημεία με βάση τα παραπάνω»

Έχουμε και λέμε:


«Το πρώτο είναι η ευδιάκριτη πλέον συμπληρωματικότητα Χρυσής Αυγής και «συστημικού τόξου», όχι μόνο ως προς την τρέχουσα πολιτική, αλλά και ως προς την πολιτική ιστορία. Παρά το ρητορικό αντισυστημισμό της, με άλλα λόγια, η Χρυσή Αυγή είναι «συστημική» δύναμη, όχι μόνο γιατί συμμερίζεται την ίδια ανάλυση για την κρίση με το αυταρχικό Κέντρο («για το κατάντημα της χώρας φταίει η Μεταπολίτευση, δηλαδή η Αριστερά»), ούτε μόνο γιατί ως λύση προτείνει (και υλοποιεί) την εξόντωση και τον κατακερματισμό των πιο αδύναμων. Είναι «συστημική» και διότι η πολιτική παράδοση που διεκδικεί, αντιστοιχεί σε μια συγκεκριμένη «νομιμότητα»: αυτή του γερμανοτραφούς δωσιλογισμού και του ελληνικού παρακράτους

(1α) Σε ποιους είναι πλέον ευδιάκριτη η συστημικότητα της ΧΑ, ενώ πριν δεν ήταν; Και ποιοι είναι αυτοί που πράγματι θα τους προβλημάτιζε πρωτίστως το συστημικόν ή μη παρά το φασιστικόν ή μη;
Μυστήριον

(1β) Η παράδοση του γερμανοτραφούς δωσιλογισμού (τι αρλούμπα! σιγά μην κάνανε οι ταγματαλήτες διατριβή επί καθηγεσία στο Γκαίτιγκεν.) είναι νεκρή. Η παράδοση των ΤΑ και της Χ είναι για τη ΧΑ ό,τι ήταν το «αρχαιοελληνικό πνεύμα» για την ελληνική αστική επανάσταση: ένα συγκολλητικό κενό περιεχομένου ιδεολόγημα. Σαν τέτοιο, η «παράδοση των Ράλληδων» μπορεί να λειτουργήσει μόνο με την ταξική υποστήριξη της άρχουσας τάξης και αυτή δεν μπορεί να την έχει. Δεν επάγει λοιπόν καμιά νομιμότητα, επιπλέον δε, αμάν με τη νομιμότητα. Από την ηγεμονία του Γκράμσι μέχρι το ξαναζεσταμένο «θα τους ταράξουμε στη νομιμότητα» του Παπαδημούλη παρεμβάλλονται κάποια έτη φωτός ρεφορμισμού ου μην και άκρατου καιροσκοπισμού.


«Το δεύτερο είναι ότι η προσπάθεια της Χρυσής Αυγής, να αξιοποιήσει πολιτικά αυτή την «αλληλοδιείσδυση» με το συστημικό τόξο, έχει μεταξύ άλλων και μια συγκεκριμένη, λιγότερο ηρωική πολιτική στόχευση: να διευρύνει την επιρροή της στο «σκληρό» κράτος και τους ψηφοφόρους της παραδοσιακής Δεξιάς. Δεν είναι τυχαίο ότι μια από τις κατηγορίες εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι αυτός φιλοδοξεί να γίνει ΠΑΣΟΚ στη θέση του ΠΑΣΟΚ. Ο αντιπασοκισμός λοιπόν, αυτός που εξισώνει το ΠΑΣΟΚ με το όχημα για τη ρεβάνς των ηττημένων του εμφυλίου, και μαζί η ανακίνηση της μνήμης αυτού του τελευταίου, είναι από τα χαρτιά που θα παίξουν οι νεοναζί προκειμένου να μειώσουν την απόσταση που τους χωρίζει από το εθνικο-συμφιλιωτικό κοινό της Νέας Δημοκρατίας».


Πέστο  χρυσόστομε και μας έσκασες: Ψήφοι, ψηφοφόροι που γλιστρούν μέσα από τα δάχτυλα… Δηλαδή τα αυγά ψωνίζουν ψήφους από τη ΝΔ; Μα για στάσου: Για να μας κάτσει η «αριστερή κυβέρνηση»  το ισοζύγιο των πάρε δώσε ψήφων μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ δεν πρέπει να είναι θετικό για τον ΣΥΡΙΖΑ; Αν τα αυγά ψωνίσουν πρώτοι από το ίδιο μαγαζί τι θα μείνει για μας; Τόμπολα. Κι αυτός ο καταραμένος αστικός τύπος παραβλέπει «τις ενοχλητικές λεπτομέρειες». Αίσχος


«Το τρίτο δεν αφορά άμεσα τη Χρυσή Αυγή, αλλά τους επικριτές της που θεωρούν εαυτούς φιλελεύθερους, και συνεπώς αντιφασίστες, πρωταγωνιστούν ωστόσο στο παιχνίδι των ίσων αποστάσεων ως προς τα «άκρα», σχετικοποιώντας έτσι τη φασιστική απειλή. Η διεκδίκηση από τη Χρυσή Αυγή μιας συγκεκριμένης πολιτικής παράδοσης, και μαζί ο συστημικός ρόλος της ναζιστικής δεξιάς, θα έπρεπε να τους προβληματίζουν για ενδεχόμενες «συναντήσεις» της τελευταίας με τμήματα του αστικού κόσμου, στο έδαφος του εθνικισμού και του αντικομμουνισμού. Το γεγονός ότι δεν προβληματίζονται για κάτι στοιχειώδες, δείχνει νομίζω και τα όρια της κριτικής τους


Τώρα το μυστήριο στο (1α)  ξεδιαλύνεται. Οι πεφωτισμένοι αστοί και οι «αντισυστημικοί» μικροαστοί είναι εκείνοι που πρέπει να προσέξουν για να δουν την συστημικότητα της ΧΑ και να ψηφίσουν το ΣΥΡΙΖΑ που δεν είναι «συστημικός». Όπου ο  όρος «αντισυστημισμός» βέβαια, εκτός του ότι θα έκανε τον Όργουελ να σκάσει από τη ζήλια του, φαίνεται πως είναι κάτι σαν το μίνιμουμ πρόγραμμα σε έξτρα σουπερλάιτ έκδοση, ειδικά για να χωρέσει ό,τι κινείται και ψηφίζει στην Ελλάδα.


Το κακό είναι ότι ο φασισμός δεν είναι ένα αυταρχικότερο αστικό κράτος. Είναι το πολιτικό καθεστώς που στοχεύει στο ξεπάτωμα όλων των εργατικών πολιτικών μορφών συμπεριλαμβανομένων και των ρεφορμιστικών.. Τί δ’ ὑμῖν διαφέρει ὦ Δημόσθενες; Εσείς τα ψηφαλάκια σας. . . .

Advertisements
 

Καλαμάτα, Πύργος, Μελιγαλάς: Η πρώτη πράξη του ελληνικού εμφυλίου



Φέτος το Σεπτέμβρη κλείνουν 68 χρόνια από τη μάχη της Πελοποννήσου, την πρώτη μάχη του ελληνικού εμφυλίου. Αυτό που ονομάστηκε εθνική αντίσταση, δεν ήταν απαλλαγμένο από την πρώτη στιγμή από τις προσπάθειες των οπλισμένων εργατών και αγροτών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ για κοινωνική αλλαγή, παρά την αντίθετη θέληση της ηγεσίας του ΚΚΕ. Αλλά μέχρι το 44 οι πράξεις αυτές ήταν σποραδικές και διάσπαρτες. Αντίθετα, το Σεπτέμβρη του 44 θα διεξαχθεί στην Καλαμάτα, στον Πύργο, στον Μελιγαλά η πρώτη κεντρική ένοπλη αντιπαράθεση ανάμεσα στις δυνάμεις του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και την ελληνική αστική τάξη, σε μια σύγκρουση που θα κρατήσει 5 χρόνια. Στην Πελοπόννησο θα παιχτεί η πρώτη πράξη του ελληνικού εμφυλίου.

Μετά την καταστροφή στο Στάλινγκραντ στις αρχές του 43 έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για της δυνάμεις του άξονα. Από εδώ και μετά το “χιλιόχρονο” μετράει τις μέρες του μέχρι την πτώση. Αλλά και για τα συμμαχικά στρατεύματα, τη σταλινική ΕΣΣΔ και τους ιμπεριαλιστικούς στρατούς Αγγλίας και ΗΠΑ, ξεκινάει και ένας αγώνας διαμόρφωσης της διάδοχης κατάστασης.

Την ίδια εποχή στην Ελλάδα θα υπάρξουν τρεις κυβερνήσεις. Η μία αποτελείται από τους αστούς πολιτικούς που ανέλαβαν την διοίκηση της ώρας μαζί με τους γερμανούς. Αρχικά με πρωθυπουργούς τον Τσολάκογλου – Λογοθετόπουλο και στη συνέπεια με τον Ράλλη. Σε αντίθεση με τα παραμύθια που κυκλοφόρησαν τα επόμενα χρόνια το μεγαλύτερο τμήμα της ελληνικής αστικής τάξης στήριζε άμεσα ή με την ανοχή του την κυβέρνηση των δοσίλογων. Σε πρόσφατη συνέντευξη του στην “Ελευθεροτυπία” στις 11.7.04 ο γιος του Γ. Ράλλης υπεραμύνεται της πολιτικής του πατέρα του: Κοιτάζοντας προς τα πίσω, πιστεύω πως χάρη στη στάση του πατέρα μου, δεν καταλήξαμε σαν τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο ή την Αλβανία του Χότζα. Τότε όμως, δυο και τρεις φορές τη νύχτα φώναζαν έξω απ’ το σπίτι μας: “Ράλλη προδότη θάνατος!”. Σαν να τ’ ακούω ακόμη… “Η κυβέρνηση Ράλλη επέβαλε την ισχύ της στηριζόμενη στο γερμανικό στρατό κατοχής, την αστυνομία, τις φασιστικές οργανώσεις και αργότερα -όπως θα δούμε- στα Τάγματα Ασφαλείας.

Μια δεύτερη αστική κυβέρνηση βρισκόταν εκτός Ελλάδας, στο Κάιρο, έχοντας βρει καταφύγιο στους εγγλέζους, με επικεφαλής τον βασιλιά και όσους αστούς πολιτικούς τον ακολούθησαν μετά την κατάληψη της |ώρας. Όταν έγινε φανερό ότι ο πόλεμος θα έκλεινε μάλλον υπέρ των συμμάχων, πολλοί αστοί πολιτικοί έφευγαν για το Κάιρο για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην εξόριστη κυβέρνηση. Στρατιωτικά, η εξόριστη κυβέρνηση δεν είχε παρά ελάχιστες δυνάμεις. Ουσιαστικά, ένα μικρό τμήμα ελληνικού στρατού που ακολούθησε στην Αίγυπτο, αφού είχε καταστείλει με τη βοήθεια των βρετανικών όπλων κάθε αριστερό στοιχείο στο εσωτερικό του. Στο ελληνικό έδαφος προσπαθούσε να στηριχτεί στις αντικομμουνιστικές αντάρτικες ομάδες του Ζέρβα και του Ψαρρού και αργότερα στα Τάγματα Ασφαλείας. Ουσιαστικά, ήταν απόλυτα εξαρτημένη από τη δύναμη των βρετανικών όπλων.

Οι δυο αστικές κυβερνήσεις φαινομενικά βρίσκονταν σε πόλεμο, εφόσον ακολουθούσαν δυο διαφορετικά στρατόπεδα εμπολέμων. Κάτω από την επιφάνεια, συμφωνώντας ότι η κατοχή αποτελεί μια προσωρινή κατάσταση, βρίσκονταν σε απευθείας επικοινωνία, σποραδικά καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, και συστηματικά μετά το 43.

Το “λαϊκό μέτωπο”

Η τρίτη κυβέρνηση ήταν αυτή του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, στην ελληνική επαρχία. Το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής επαρχίας που ελέγχεται από τον ΕΛΑΣ δεν βρίσκεται κάτω από την εξουσία καμιάς από τις δυο κυβερνήσεις. Στο τέλος και τυπικά δημιουργείται η “κυβέρνηση του βουνού”, με πρωτοβουλία του ΕΑΜ-ΚΚΕ και τη συμμετοχή κάποιων προοδευτικών αστών. Σε αυτή την περιοχή, το ΚΚΕ δεν προχώρησε σε κανενός τύπου σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, αλλά διατήρησε την αστική τάξη πραγμάτων.

Η κυβέρνηση του ΕΑΜ-ΚΚΕ και η κυβέρνηση του Καίρου και του βασιλιά έρχονται από νωρίς σε μια σειρά διαπραγματεύσεις με σκοπό τον συντονισμό της στρατιωτικής δράσης κατά των γερμανών, και στη συνέπεια του καθεστώτος της μεταπολεμικής Ελλάδας. Η κορύφωση αυτών των συμφωνιών γίνεται στο Λίβανο, με την ομόνυμη συμφωνία, με την οποία το ΚΚΕ αναγνωρίζει σαν “νόμιμη κυβέρνηση” αυτή του Καίρου με αντάλλαγμα τη συμμετοχή του σε αυτή με 4 ή 5 βουλευτές.

Το ΚΚΕ θα μπορούσε πολύ εύκολα να αρνηθεί κάθε σύμπραξη με την αστική κυβέρνηση. Στο κάτω κάτω δεν επρόκειτο παρά για μια ομάδα ξεπεσμένων αστών πολιτικάντηδων ιωρίς λαϊκό έρεισμα, αλλά και ιωρίς στρατιωτικά μέσα να επιβάλλουν τις διαθέσεις τους. Το ΚΚΕ, όμως βρίσκονταν δέσμιο της λογικής των “λαϊκών μετώπων”, της πολιτικής δηλαδή που επιδιώκει την συνεργασία με τους “προοδευτικούς αστούς” ενάντια στον φασισμό. Σε αυτή την συνεργασία, το ίδιο το κόμμα που μιλάει στο όνομα των συμφερόντων της εργατικής τάξης γίνεται ο εγγυητής της αστικής νομιμότητας και ο νεκροθάφτης των εργατικών απαιτήσεων που θα έβαζαν σε κίνδυνο το “λαϊκό μέτωπο”. Η τακτική αυτή που επεξεργάστηκε η σταλινοποιημένη κομιντέρν πριν τον πόλεμο, οδήγησε στη συντριβή την επανάσταση στην Ισπανία το 36 και τις τεράστιες εργατικές κινητοποιήσεις στη Γαλλία.

Με τη συμφωνία του Λιβάνου, το ΚΚΕ-ΕΑΜ όχι μόνο αναγνωρίζει και συμμαχεί με την (εξόριστη) αστική τάξη, αλλά υποτάσσεται σε αυτήν. Οι αστοί του Καίρου από την άλλη, αφού ισχυροποιούν τη θέση τους, ξεκινάν στα φανερά μια διαδικασία εκβιασμών προς το ΚΚΕ-ΕΑΜ ζητώντας την ολοένα μεγαλύτερη υποταγή του, ενώ από την άλλη επιδιώκουν στα κρυφά επαφές με την δοσίλογη κυβέρνηση της Αθήνας για να διευθετήσουν το μεταπολεμικό καθεστώς.

Λευκή τρομοκρατία

 

Το καλοκαίρι του 44 οι γερμανοί αρχίζουν να συμπτύσσονται και ενδιαφέρονται πια μόνο να κρατήσουν ανοικτές τις οδούς διαφυγής. Δίπλα στον ΕΛΑΣ που αυξάνει τις επιθέσεις του δρουν κάποιοι βρετανοί αξιωματικοί με την ιδιότητα του συμβούλου, που στην πραγματικότητα προσπαθούν να υλοποιήσουν την γραμμή του Καίρου στο ελληνικό έδαφος. Στις 14 Αυγούστου ένα τηλεγράφημα του βρετανικού υπουργείου εξωτερικών στον βρετανό υπουργό στο Κάιρο κάνει ξεκάθαρες τις προθέσεις των βρετανών: Εκείνο που θα μας συνέφερε καλύτερα θα ήταν, όταν τα βρετανικά στρατεύματα θα ήταν έτοιμα να μεταβούν στην Ελλάδα, να ρυθμιστεί και η παράδοση των γερμανών, υπό τον όρο ότι θα παραδώσουν και όλα τα γερμανικά όπλα και εφόδια κατά τρόπο ώστε να μην πέσουν στα χέρια του ΕΑΜ και να μην υπάρξει κενό από το οποίο θα μπορούσε να επωφεληθεί το ΕΑΜ“.8 Πράγματι γίνονται κάποια σχέδια για απόβαση του αγγλικού στρατού στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια γενικά.

Η ταχύτατη όμως προέλαση του κόκκινου στρατού στα Βαλκάνια και οι επιτυχίες των γιουγκοσλάβων παρτιζάνων, αναγκάζει τους γερμανούς να αρχίσουν να συμπτύσσονται χωρίς να περιμένουν πότε θα ετοιμαστούν οι Βρετανοί. Αυτοί πάλι, και μαζί τους οι έλληνες αστοί σε Αθήνα και Κάιρο, ξέρουν ότι η αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων δημιουργεί ένα κενό που μπορεί να το καλύψει το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Χαρακτηριστικά, ο Σπηλιωτόπουλος, ο δοσίλογος διοικητής Ασφαλείας στην Αθήνα, έρχεται σε επαφή με τον ταξίαρχο Έντυ, αρχηγό της αγγλικής αποστολής στην Ελλάδα, και του ζητά πολύ σοβαράνα αναβληθεί για λίγο καιρό η απελευθέρωση της Ελλάδας, αν πρόκειται να πέσει στα χέρια του ΕΛΑΣ.2

Μπροστά σε αυτό τον κίνδυνο, η μόνη λύση για βρετανούς και αστούς είναι να εμπιστευτούν τα Τάγματα Ασφαλείας. Το καλοκαίρι του 44, και ενώ η αποχώρηση των γερμανών είναι ζήτημα ημερών, τα Τάγματα Ασφαλείας, μερικές φορές με τη βοήθεια των γερμανών, αλλά συνήθως χωρίς, ξεκινούν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο. Είναι το καλοκαίρι της λευκής τρομοκρατίας, με επίκεντρο κυρίως την Αργολίδα, την Κόρινθο και την Τροιζήνα (δηλ τις προσβάσεις της Αθήνας), αλλά και τη Μεσσηνία και Λακωνία. Χτυπήθηκαν κυρίως ότι οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ, αλλά οι χωρικοί υποστηρικτές του ΕΑΜ. Χωριά ολόκληρα κάηκαν. Ο ΕΛΑΣ, που στην Πελοπόννησο ήταν σχετικά αδύνατος, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την τρομοκρατία και καταφεύγει στους ορεινούς όγκους. Ο Αρης μεταβαίνει εσπευσμένα με σκοπό να ανασυγκροτήσει τον ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο. Οι αντάρτες δεν ξεπερνούν του 5000 σκορπισμένοι στους ορεινούς όγκους του Μωριά. Με τον ερχομό του Αρη συμβαίνουν τα εξής: α) Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ ανασυγκροτούνται διοικητικά και συντονίζονται κεντρικά, ώστε να μπορούν να αναλάβουν μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις. β) Γίνεται προσπάθεια να αποκτηθεί πυροβολικό και βαρύς οπλισμός και το πετυχαίνουν με δυο νικηφόρες μάχες εναντίον των γερμανών, στο Βουρλιά της Σπάρτης και στο Χωρέμι της Μεγαλόπολης, που φυλάσσονταν τα όπλα. γ) απευθύνεται στο λαό της Πελοποννήσου και ζητά να στηρίξει το αντάρτικο. 1,7

Όσο πλησιάζει η στιγμή να εκκενώσουν οι γερμανοί το χώρο, τόσο η τρομοκρατία των Ταγμάτων εντείνεται. Στην Πελοπόννησο βρίσκονται συνολικά 78000 ταγματασφαλίτες. Στη συνέπεια θα ενισχυθούν αρκετά με άλλους που φτάνουν από τη Στερεά. Από άποψη οπλισμού οι γερμανοί φρόντιζαν να τους παραδώσουν τεράστιες ποσότητες -μέχρι και τεθωρακισμένα οχήματα- για να δημιουργήσουν και έναν ιδανικό περισπασμό για να καλύψουν την αποχώρησή τους.

Τι ήταν τα Τάγματα Ασφαλείας

 

Τα Τάγματα Ασφαλείας ιδρύθηκαν τον Απρίλιο του 43 με πρωτοβουλία του Ράλλη, αρχηγού τότε του Λαϊκού Κόμματος, γι’ αυτό και ο λαός τους έδωσε το παρατσούκλι “ράλληδες”.

Η αναγγελία της νίκης στο Στάλινγκραντ, δημιούργησε αλυσιδωτές αντιδράσεις στον αστικό κόσμο της Αθήνας. Ο αστικός κόσμος αντιμετώπιζε ήδη το ενδεχόμενο της επόμενης μέρας μετά την αποχώρηση των γερμανών. Πολλοί αστοί πολιτικοί που ως τότε στήριζαν ανοικτά τους γερμανούς ή έκαναν τους ουδέτερους, άρχισαν να προσπαθούν να προσεταιριστούν τους άγγλους, τον εξόριστο βασιλιά και την κυβέρνηση του Καίρου. Αυτό, αλλά και η αδυναμία να επιβληθεί στις εκδηλώσεις αντίστασης του ελληνικού λαού, οδήγησε σε πτώση την δοσίλογη κυβέρνηση του Τσολάκογλου. Κλήθηκε να αναλάβει ο Ράλλης.

Ο όρος του προς τους γερμανούς, προκειμένου να αναλάβει να σχηματίσει κυβέρνηση, ήταν η δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας. Στους μεν γερμανούς πρόβαλε την ανάγκη ίδρυσης ένοπλων τμημάτων που θα πάτασσαν κάθε εξέγερση ενάντια στα στρατεύματα κατοχής, στον αστικό κόσμο την ανάγκη να αντιμετωπιστεί ένοπλα ο κομμουνιστικός κίνδυνος.

Πρόκειται για μια εξαίρεση, για μια καθαρά ελληνική ιδιαιτερότητα. Στις κατεχόμενες από τον γερμανικό στρατό χώρες, οι κυβερνήσεις-συνεργάτες των κατακτητών στηρίζονταν στις παλιές δομές της κάθε αστυνομίας, και στις διάφορες ένοπλες ναζιστικές οργανώσεις. Το ίδιο ακριβώς και στην Ελλάδα, τα αρχικά στηρίγματα του γερμανικού στρατού και των δοσίλογων κυβερνήσεων ήταν οι ναζιστικές και εθνικιστικές οργανώσεις (Χίτες, Παοτζήδες, κλπ) και η αναδιαρθρωμένη αστυνομία (μηχανοκίνητη αστυνομία του Μπουραντά). Πουθενά αλλού όμως στην Ευρώπη (εκτός μόνο από την Κροατία) δεν σχηματίστηκε ένοπλο στρατιωτικό σώμα, όπως στην Ελλάδα. Οι γερμανικές αρχές κατοχής αρχικά δίσταζαν να δημιουργήσουν ένοπλο στρατιωτικό σώμα από έλληνες. Τελικά δέχτηκαν με κάποιους όρους. Τα Τάγματα και οι αξιωματικοί τους θα δίνουν όρκο στον Χίτλερ και διοικητικά, θα υπάγονταν όχι στην ελληνική κυβέρνηση δοσίλογων, αλλά απευθείας στον διοικητή των Ες-Ες στην Ελλάδα Σίμανα. Όσο για τον οπλισμό τους, τους διατέθηκε σταδιακά από τους γερμανούς, και ειδικά μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας.

Για την επάνδρωσή τους κλήθηκαν να συμμετέχουν εθελοντικά όλοι οι αξιωματικοί του Μεταξά. Αυτοί στρατολόγησαν κάθε καρυδιάς καρύδι, που έβλεπαν τη συμμετοχή τους και σαν έναν τρόπο γρήγορου πλουτισμού. Τα Τάγματα ήταν για την βρώμικη δουλειά, αυτή που δεν ήθελε να την χρεωθεί η Βέρμαχτ. Δολοφονίες, βασανισμοί, ληστείες, λευκή τρομοκρατία. Τα Τάγματα είχαν (θεωρητικά και πρακτικά) την ευθύνη για τα μπλόκα στις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας το 44, στην Κοκκινιά, στην Καισαριανή, στο Περιστέρι, κλπ. Ειδικά όμως στην επαρχία, λυμαίνονταν όσες περιοχές δεν ελέγχονταν από τον ΕΛΑΣ και κυρίως την Αττική, την Πελοπόννησο και την Εύβοια.

Οι γερμανοί τελικά δεν μετάνιωσαν ποτέ που επέτρεψαν την ίδρυση των ταγμάτων. Είναι σχετικά γνωστό το τηλεγράφημα που έστειλε ο διοικητής των Ταγμάτων στην Πελοπόννησο, ο Παπαδόγκονας, μετά την απόπειρα δολοφονίας ενάντια στον Χίτλερ:Από της Ιεράς Γης της Αρχαίας Σπάρτης υψούται η προσευχή μας: Κύριε διαφύλασσε τον Φύρερ μας“. Λειτούργησαν σαν την καλύτερη οπισθοφυλακή που θα μπορούσε να τους καλύψει την υποχώρηση από την Ελλάδα, το φθινόπωρο του 44.

Μετά το τέλος του εμφυλίου, το 1950, ο αντιστράτηγος Πετζόπουλος αποτημά τη δράση των Ταγμάτων:Τα Τάγματα λοιπόν αυτά τα οποία επλαισίωσε σημαντική μερίς Ελλήνων αξιωματικών, είναι καθ’ αυτό δημιούργημα της ανάγκης. Αποτέλεσαν πραγματικόν προμαχώνα και έπαλξιν κατά της κομμουνιστικής θηριωδίας, κυματοθραύστην διά τον μαινόμενον και αφρίζοντα κομμουνισμοί και έσωσαν από το φάσγανο των λαοκρατών την ζωήν εκατοντάδων πολιτών διαρκούσης της κατοχής“.5

 Το Κάιρο θέλει τα Τάγματα

 

Όταν η αποχώρηση των γερμανών είναι ορατή από μέρα σε μέρα, τα Τάγματα βρίσκονται στο επίκεντρο. Ο στρατηγός του ΕΛΑΣ Σαράφης, εκδίδει στις 3 Σεπτέμβρη διαταγή σύμφωνα με την οποία: τα τάγματα ασφαλείας θα σώσουν τη ζωή τους εφόσον παραδοθούν με τον οπλισμό τους“.6 Την επόμενη κιόλας μέρα, οι γερμανοί αποχωρούν από τον Πύργο, την πρώτη πόλη την οποία εγκαταλείπουν. Την ίδια μέρα, στις 4/9, γίνεται και η πρώτη συνεδρίαση της κυβέρνησης Καΐρου με τη συμμετοχή υπουργών του ΕΑΜ. Μοναδικό της θέμα τα Τάγματα Ασφαλείας. Ο πρωθυπουργός Παπανδρέου δεν θέλει να τα αποκηρύξει, γιατί είναι οι μοναδικές στρατιωτικές δυνάμεις που είναι ικανές να αντιταχθούν στον ΕΛΑΣ και να εξασφαλίσουν την αστική νομιμότητα τσακίζοντας τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Από την άλλη, δεν είναι δυνατόν να το παραδεχτεί ανοικτά. Είναι στρατεύματα, που ακόμη και τώρα πολεμάν εναντίον των “Συμμάχων” στο πλευρό του άξονα. Η πρώτη αυτή σύσκεψη της κυβέρνησης είναι άκαρπη και δεν καταλήγει σε καμιά συμφωνία.

Πίσω όμως από το υπουργικό τραπέζι, τα τηλέφωνα έχουν ανάψει. Οι αστοί πολιτικοί στο Κάιρο, σε απευθείας συνεννόηση με αυτούς στην Αθήνα, προσπαθούν να βρουν την καλύτερη δυνατή λύση. Η φόρμουλα δοκιμάζεται στον Πύργο. Αμέσως μετά την αποχώρηση των γερμανών, ο διοικητής των ράλληδων στον Πύργο, ο Κοκώνης συγκεντρώνει τον λαό της πόλης, και ανακοινώνει από την κεντρική πλατεία ότι τα Τάγματα Ασφαλείας αναλαμβάνουν τη διοίκηση της πόλης.Αι εν αυτή ένοπλοι δυνάμεις έπαυσαν υπακούουσαι από της αυτής εις Κυβέρνησιν Αθηνών. Αποτελούσαι δε από της ιδίας στιγμής τμήμα του Ελληνικού Στρατού ενεργούσιν εν ονόματι της Α.Μ. του Βασιλέως και της κυβερνήσεώς του“.1

Την επόμενη, στις 5/9, έρχεται από το Κάιρο ρητή εντολή προς τους Βρετανούς Αξιωματικούς Συνδέσμους που τους υπενθυμίζει ότιΕίναι άκρως ανεπιθύμητο, όπλα και πυρομαχικά που ανήκουν στις γερμανικές δυνάμεις να πέσουν στα χέρια των ανταρτών“.8Οι αξιωματικοί διατάσσονται να μην ανακατευτούν καθόλου σε οποιαδήποτε πιθανή σύγκρουση ανάμεσα στους ράλληδες και τον ΕΛΑΣ. Θεωρούν πως τα Τάγματα με τον οπλισμό που αφήνουν οι γερμανοί αποχωρώντας είναι δυνατόν να καθαρίσουν από τον ΕΛΑΣ την Πελοπόννησο, το σημείο δηλαδή που θα μπορούσε να γίνει μια περιορισμένη απόβαση βρετανικών στρατευμάτων και από εκεί να ανοίξει ο δρόμος για την Αθήνα. Ήδη, όλους τους καλοκαιρινούς μήνες, η λευκή τρομοκρατία έχει αποδώσει καρπούς.

Στο μεταξύ, η κυβέρνηση στο Κάιρο συνεδριάζει ξανά και στις 6/9 ο Παπανδρέου αναγκάζεται σε μια δημόσια δήλωση, που μεταδίδεται από το ΒΒΟ Είναι μια “χλιαρή” διαταγή που δεν καταδικάζει ευθέως τους ράλληδες:Παραγγέλλομεν εις τους άνδρας των ταγμάτων ασφαλείας όπως εγκαταλείψουν αμέσως τας θέσεις των“.Αυτή είναι και η τελευταία ανακοίνωση της κυβέρνησης από το Κάιρο. Αμέσως μετά μεταφέρεται στην νότια Ιταλία, περιμένοντας την αποχώρηση των γερμανών και την είσοδο της στην Ελλάδα.

Κανέναν από τους αστούς πολιτικούς δεν ξεγελάει αυτή η δήλωση. Ο αστικός κόσμος έχει συνειδητοποιήσει ότι πρέπει να ξεράσει κάθε άλλη διαφορά απέναντι στον “κομμουνιστικόν κίνδυνον”. Ο Πλυτζανόπουλος, γενικός διοικητής των Ταγμάτων θα πει 2 χρόνια αργότερα για αυτές τις μέρες, στη δίκη-παρωδία που έστησε το κράτος μετά τη Βάρκιζα για να αθωώσει τους αρχηγούς των ράλληδων: Μετά την τελευταία ανακοίνωση της κυβέρνησης Καΐρου για την αποκήρυξη, αποφασίσαμε να συμβουλευτούμε τους πολιτικούς αρχηγούς. (σ.σ. εννοεί τους αστούς πολιτικούς που δεν συνεργάστηκαν με τους ναζί αλλά έμειναν στην Αθήνα, πιστοί στην εξόριστη κυβέρνηση).Εγώ πήγα στον Σοφούλη που μου είπε ότι είναι εναντίον της διαλύσεως, γιατί που θα στηριχτεί ο στρατιωτικός διοικητής Σπηλιωτόπουλος; Στη διαλυμένη αστυνομία, στη χωροφυλακή ή στις οργανώσεις; Μου είπε επίσης ότι όσο μπορείς μονάχα, μακριά από τους γερμανούς για να αποφευχθούν οι παρεξηγήσεις“.2 Αλλωστε, επειδή τα γραπτά μένουν, έ|ει διασωθεί και μία επιστολή του Παπανδρέου προς τον Χρύσανθο, που εμφανίστηκε στην παραπάνω δίκη, και η οποία γράφει:Πιστεύω να υπάρχει κάποιος αυτού όπου θα χει μυαλό, ώστε μην επιτρέψει τη διάλυση των Ταγμάτων“.2

Δεν πρέπει να υπάρξει καμιά αμφιβολία για τις προθέσεις των αστών. Ο βρετανός αξιωματικός Ουίκς, που τότε υπηρετούσε σαν σύνδεσμος με τον ΕΛΑΣ στην Καλαμάτα, θα γράψει το 1946:Η εντολή στους βρετανούς να μην επεμβαίνουν δόθηκε γιατί υπέθεταν στο Κάιρο ότι τα Τάγματα Ασφαλείας, με τη βοήθεια του γερμανικού οπλισμού τους, θα μπορούσαν να εξοντώσουν τον ΕΛΑΣ (…) και έτσι θα αποτελούσαν τις μάνες δυνάμεις που θα υπήρχαν στην Ελλάδα όταν θα φτάναμε εμείς”.6 Οι μόνοι που έδειχναν να μην καταλαβαίνουν ό,τι συμβαίνει γύρω τους ήταν η ηγεσία του ΚΚΕ που το μόνο της μοτίβο εκείνες τις μέρες ήταν “Ζήτω η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας” και “Ζήτω οι μεγάλοι μας σύμμαχοι οι βρετανοί1. Όποιος τολμούσε να μιλήσει για οτιδήποτε άλλο, ήταν “προβοκάτορας” και “αντιλαϊκό στοιχείο”.

Αρχίζει η επίθεση

 

Τα πράγματα όμως δεν έρχονται πάντα όπως τα σχεδιάζουν στα αστικά σαλόνια. Ο ΕΛΑΣ κυκλώνει τον Πύργο και την Καλαμάτα στις 7/9 και ζητάει από τους ταγματασφαλίτες να παραδοθούν. Αυτοί αρνούνται και, δηλώνοντας πως βρίσκονται πλέον στις διαταγές τις κυβέρνησης του Καΐρου, ζητάν από τον ΕΛΑΣ να παραδοθεί σε αυτούς. Στις 9/9 ο ΕΛΑΣ ξεκινάει την επίθεση και στις δύο πόλεις. Σε λίγες ώρες καταλαμβάνει την Καλαμάτα. Η μάχη είναι σχετικά σύντομη, αν υπολογίσει κανείς τον αριθμό τον ράλληδων που βρίσκονταν στην πόλη. Ο λόγος είναι ότι με την επίθεση του ΕΛΑΣ ο λαός της Καλαμάτας εξεγέρθηκε και με όποιο τρόπο μπορούσε, με ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει για όπλο, επιτίθονταν στα Τάγματα. Ενώ ακόμα ο ΕΛΑΣ βρισκόταν στις παρυφές της πόλης, οι δρόμοι και τα στενά είχαν γίνει πεδία μάχης. Κανένας δεν έδωσε το σύνθημα για αυτή την επίθεση, που ξεκίνησε αυθόρμητα μόλις ο λαός ένοιωσε σιγουριά από τα όπλα του ΕΛΑΣ. Οι ταγματασφαλίτες παραδίδονται κατά εκατοντάδες, εκτός από 200 περίπου που κατάφεραν να δραπετεύσουν και ενώνονται με την ισχυρή δύναμη που βρίσκεται στον Μελιγαλά. Παραδίνονται, αλλά σε ποιον; Ο ΕΛΑΣ προσπαθεί να τους συγκεντρώσει και να τους μαντρώσει, αλλά ο λαός της Καλαμάτας έχει άλλη γνώμη. Ήδη, όση ώρα διαρκούσε η μάχη, πλήθη συρρέουν οπλισμένα από τα γύρω χωριά ενώ μια πραγματική φάλαγγα οπλισμένη με κάθε αγροτικό εργαλείο έρχεται από τη Μεσσήνη. Όλοι απαιτούν θάνατο. Οι μνήμες από τις θηριωδίες των ταγμάτων στην Μεσσηνία ήταν πολύ νωπές, μόλις λίγες βδομάδες νωρίτερα. Σχεδόν κάθε ένας θρηνούσε έναν νεκρό ίσως συγγενή, ίσως φίλο. Τώρα ήταν η ώρα της τιμωρίας. Πολλοί από τους συλληφθέντες εκτελούνται επί τόπου από το λαό της Καλαμάτας.
Η κατάληψη του Πύργου από τον ΕΛΑΣ γίνεται την επόμενη μέρα. Η αντίσταση που προέβαλαν εδώ ήταν ισχυρότερη από την Καλαμάτα, αλλά τελικά άκαρπη. Και εδώ θα επαναληφθούν οι εικόνες της Καλαμάτας, αλλά σε μικρότερη έκταση. Επιπλέον, εδώ θα σπεύσουν οι άγγλοι αξιωματικοί για να προστατέψουν τους συλληφθέντες ταγματασφαλίτες. Η συμπεριφορά τους ήταν τόσο εξοργιστικά μεροληπτική που αναγκάζουν το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ να στείλει τηλεγράφημα διαμαρτυρίας προς την κυβέρνηση του Παπανδρέου την επόμενη μέρα: Μέλη της Συμμαχικής Αποστολής Πελοποννήσου επενέβησαν με ανάρμοστο τρόπο υπέρ των ανδρών του Ράλλη στον Πύργο“. Όπως και να έ|ει, δυο μεγάλες πόλεις της Πελοποννήσου είναι στα |έρια του ΕΛΑΣ μέσα σε δυο μέρες. Όσοι διαφεύγουν συγκεντρώνονται στην κωμόπολη του Μελιγαλά.

Μελιγαλάς

 

Ο Μελιγαλάς ήταν μια από τις ισχυρές βάσεις των ράλληδων. Η κωμόπολη είχε οχυρωθεί με ισχυρά αμυντικά έργα και η δύναμη πυρός που είχε συγκεντρωθεί για την άμυνά της ήταν τεράστια. Με την πόλη εκκαθαρισμένη από τους αριστερούς ήδη από πριν ήταν απόλυτα ασφαλής πολιτικά και δεν φοβούνταν μια επανάληψη των γεγονότων της Καλαμάτας. Ο αριθμός των ράλληδων μαζί με όσους είχαν καταφύγει εκεί, είχε φτάσει σχεδόν τις 2500. Οι αστοί σε Αθήνα και Κάιρο, που αιφνιδιάστηκαν με την πτώση της Καλαμάτας και του Πύργου στον ΕΛΑΣ, έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους στους ταγματασφαλίτες στον Μελιγαλά.

Η επίθεση του ΕΛΑΣ άρχισε στις 13/9 και είναι πολύ σφοδρή. Ενάντια στο οχυρό του Μελιγαλά, ο ΕΛΑΣ θα ρίξει το Συγκρότημα Μηχανημάτων, δηλαδή το μοναδικό βαρύ οπλισμό που διέθετε στην Πελοπόννησο. Η μάχη είναι πολύ σκληρή και κρατάει δυόμισι μέρες χωρίς ανάπαυλα. Οι απώλειες και για τις δυο πλευρές είναι βαριές. Υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν 120 ελασήτες και περίπου 600 ταγματασφαλήτες. Στις 15/9 ο ΕΛΑΣ έχει κυριεύσει τον Μελιγαλά. (Από σύμπτωση, την ίδια εκείνη μέρα γίνεται η πρώτη βρετανική απόβαση σε ελληνικό έδαφος. Μια μικρή ομάδα βρετανών στρατιωτών αποβιβάζεται στα Κύθηρα σε αναγνωριστική αποστολή.)


Σε ολόκληρη την φιλολογία του μετεμφυλιακού κράτους της δεξιάς ο Μελιγαλάς αποτελεί ένα μεγάλο κεφάλαιο. Τα “κονσερβοκούτια” και η “πηγάδα” είναι τα πιο σταθερά μοτίβα των “αιμοδιψών συμμοριτών”. Η επίσημη ιστορία του ελληνικού στρατού, μιλάει για εκτέλεση “2500 στρατιωτών” από τους αντάρτες, τα πτώματα των οποίων έριξαν “εις πηγάδαν Μαυροζουμένης”. Τα πράγματα συνέβησαν πολύ πιο απλά. Τις μέρες που διαρκούσε η μάχη, πολλοί αγρότες συνέρεαν για να βοηθήσουν τους αντάρτες να καταλάβουν την πόλη, με ότι γεωργικά εργαλεία μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για όπλα. Με την είσοδο του ΕΛΑΣ στην κωμόπολη, ακολουθεί και πλήθος χωρικών από τα γύρω μεσσηνιακά χωριά.  Οι ταγματασφαλίτες παραδίνονται πια ομαδικά, ο ΕΛΑΣ προσπαθεί να τους συγκεντρώσει στον χώρο που μέχρι τότε κρατούνταν οι εαμήτες, ο κόσμος όλος ουρλιάζει για εκδίκηση. Αν και δεν υπάρχει αξιόπιστος αριθμός όσων ράλληδων σκοτώθηκαν αφού παραδόθηκαν (και πως θα μπορούσε μέσα στο χάος που επικρατούσε;) σίγουρα εκτελέστηκαν πολλοί. Εκτός από τους 600 που πέθαναν στη διάρκεια της τριήμερης μάχης, κάποιοι κατάφεραν να δραπετεύσουν, κάποιοι εκτελέστηκαν επί τόπου, κάποιοι μεταφέρθηκαν στην Καλαμάτα για να δικαστούν. Ο Χαριτόπουλος 7 περιγράφει πως καθώς μια φάλαγγα αιχμαλώτων μεταφερόταν στην έδρα της μεραρχίας του ΕΛΑΣ με τη συνοδεία ενός λόχου, δέχτηκε την επίθεση σύσσωμου του χωριού της Σκάλας. Λίγες βδομάδες νωρίτερα, οι ταγματασφαλήτες είχαν κάψει όλα τα σπίτια του χωριού. Αλλά και όσοι μεταφέρθηκαν στην Καλαμάτα για να δικαστούν (κυρίως οι αρχηγοί των Ταγμάτων) δεν είχαν καλύτερη τύχη. Καθώς τους έβγαλαν από την φυλακή για να μεταφερθούν στο χώρο που είχε στηθεί το λαϊκό δικαστήριο, ο λαός της Καλαμάτας που είχε συγκεντρωθεί, τους λιντσάρισε στα μισά της διαδρομής.

Η οργή είναι ασυγκράτητη

 

Μετά τον Μελιγαλά, το σοκ είναι τεράστιο. Όλα τα είχαν υπολογίσει οι αστοί σε Αθήνα και Κάϊρο. Και τα όπλα των ταγματασφαλιτών και τα εφόδια τους και την οργάνωσή τους και τις οχυρώσεις τους. Αυτό που δεν υπολόγισαν ήταν το μίσος του ελληνικού λαού για τα Τάγματα. Η επίθεση των μονάδων του ΕΛΑΣ άνοιξε το ποτάμι της λαϊκής οργής. Σε έκθεση της OSS (Γραφείο Στρατηγικών Υπηρεσιών) ήδη από τις 18/8/44 (λίγο πριν δηλαδή αρχίσει η επίθεση τους ΕΛΑΣ) η κατάσταση περιγράφεται ως εξής: “η  Πελοπόννησος είναι έντονα διχασμένη σε δυο στρατόπεδα. Στις περιοχές της υπαίθρου η κυριαρχία των ανταρτών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ είναι απόλυτη. Στις πόλεις και σε όλο το μήκος των ακτών επικρατούν τα τάγματα ασφαλείας”. Αυτή είναι η μόνη έκθεση που οι συντάχτες της είχαν τη διορατικότητα να μην βλέπουν μόνο τη στρατιωτική διάταξη των δύο στρατοπέδων, αλλά και το κοινωνικό της υπόβαθρο: ”Πρόκειται για κοινωνική επανάσταση ευρείας έκτασης. Μεγάλο ποσοστό του λαού εργάζεται για την επιτυχία αυτής της επανάστασης”.8

Αυτό που ονομάστηκε “Εθνική Αντίσταση στον Κατακτητή”, δεν ήταν ποτέ αξεχώριστο από τις διαδικασίες της κοινωνικής επανάστασης, παρά τις διαφορετικές διαθέσεις και ενέργειες της ηγεσίας του ΚΚΕ. Ακριβώς το αντίθετο. Από την πρώτη στιγμή που ο λαός οπλίστηκε, το ζήτημα της εξουσίας δεν μπορούσε να λυθεί στα χαρτιά. Η συμφωνία του Λιβάνου για να μην μείνει ένα άχρηστο χαρτί έπρεπε να εφαρμοστεί στην πράξη. Αλλά η πράξη έδειχνε ότι ο ΕΛΑΣ είναι η οπλισμένη δύναμη που τις τελευταίες μέρες γίνεται και απόλυτα κυρίαρχη.


Η φωτιά έχει ανάψει πια και έξω από την Πελοπόννησο. Στα Τοπόλια της Κωπαϊδας, ο ΕΛΑΣ μπαίνει νικητής αφήνοντας νεκρούς 130 ταγματασφαλίτες. Λίγες μέρες μετά συλλαμβάνει άλλους 150 στη Λιβαδειά. Η μεγάλη νίκη όμως έρχεται στο Αγρίνιο, που αναγκάζει να παραδοθούν 1000 ταγματασφαλίτες. Η Λακωνία εκκαθαρίζεται από τους ράλληδες, που συσπειρώνονται στο Γύθειο και τον Μυστρά. Ως τώρα, σε όσες μάχες έχει δώσει ο ΕΛΑΣ με τα Τάγματα Ασφαλείας βγήκε σε όλες νικητής, διαψεύδοντας τις ελπίδες των αστών. Όποιος δεν είναι ηλίθιος μπορεί να βγάλει το συμπέρασμα πως τα Τάγματα είναι εντελώς ανίκανα να εξασφαλίσουν στρατιωτικά την ασφαλή επιστροφή της αστικής νομιμότητας στην Ελλάδα.

Προς ένα συμβιβασμό

 

Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, η κυβέρνηση Παπανδρέου ψάχνει με αγωνία τρόπους για να χειριστεί την νέα κατάσταση και προσπαθεί να πετύχει έναν οποιονδήποτε συμβιβασμό. Ο Κανελόπουλος, υπουργός της κυβέρνησης, και μετέπειτα αρχηγός της ΕΡΕ, φτάνει στην Καλαμάτα και επιδιώκει συνάντηση με τον Άρη. Αλλά το θέμα πλέον δεν είναι διπλωματικό. Το επείγον είναι να διασωθούν όσα Τάγματα δεν έχουν τσακιστεί. Και πάλι, φυσικά, γίνεται κάθε προσπάθεια για να μην πέσουν τα όπλα τους στον ΕΛΑΣ. Αλλά τώρα, βλέποντας ότι τα Τάγματα δεν μπορούν να νικήσουν, προσπαθούν να κερδίσουν χρόνο. Στις 16/9, την επόμενη μέρα δηλαδή μετά την νίκη του ΕΛΑΣ στον Μελιγαλά, δίνονται νέες οδηγίες προς τους βρετανούς αξιωματικούς. να μεσολαβούν δημόσια και να ζητάν τον περιορισμό των Ταγμάτων στα στρατόπεδά τους ως ότου παραδοθούν στον βρετανικό στρατό, όταν και όποτε αυτός έρθει. Ουσιαστικά, οι βρετανοί ζητάν από τον ΕΛΑΣ να αφήσει ανενόχλητους τους ταγματασφαλίτες στα στρατόπεδά τους με την υπόσχεση ότι θα παραδοθούν αργότερα. Αλλά και ο ΕΛΑΣ θεωρούσε πως λειτουργεί για λογαριασμό της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας. Οι απόπειρες λοιπόν των άγγλων αξιωματικών να πετύχουν συμφωνίες παράδοσης κατά περίσταση, εξελίσσεται σε διπλωματική ισορροπία σε ένα τεντωμένο σχοινί.

Οι νέες οδηγίες δεν προλαβαίνουν να αποτρέψουν μια νέα συμφορά. Στις 19/9 μετά από μάχη ο ΕΛΑΣ καταλαμβάνει τη Ναύπακτο, ένα από τα πιο ισχυρά τους κάστρα έξω από την Πελοπόννησο και συλλαμβάνει 650 ράλληδες. Όσοι μπόρεσαν δραπέτευσαν για την Πάτρα.


Αλλά και όταν δοκιμάζουν τελικά να εφαρμόσουν τις νέες οδηγίες δεν αλλάζει τίποτα. Η επόμενη φωλιά των ταγματασφαλιτών είναι οι Γαργαλιάνοι, που ο ακραιφνής ναζιστής Στούπας, επικεφαλής 1200 ταγματασφαλιτών, έχει μετατρέψει το χωριό σε ισχυρά οχυρωμένο φρούριο. Εκεί, οι άγγλοι θα εφαρμόσουν για πρώτη φορά τη νέα γραμμή και θα μεσολαβήσουν για παράδοση του Τάγματος, αλλά άκαρπα. Ο Άρης που βρίσκεται αυτοπροσώπως επικεφαλής σε αυτή την επιχείρηση, δεν θα δώσει πολύ χρόνο στις διαπραγματεύσεις. Στην άρνηση του Στούπα να παραδοθεί, διατάσει αμέσως επίθεση. Η μάχη κρατάει 30 ώρες. Οι λίγοι ταγματασφαλίτες που γλίτωσαν δραπετεύουν με καΐκι στην Πύλο. Μετά την ήττα στους Γαργαλιάνους είναι φανερό ότι η αναγκαστική αλλαγή πολιτικής των άγγλων προς τα Τάγματα, δεν οδηγεί σε εκτόνωση της σύγκρουσης. Το αντίθετο μάλιστα. Στην Πύλο το πλήθος κάνει έφοδο στο κτίριο που κρατούνται οι ταγματασφαλίτες και τους λιντσάρει.


Από τις 15 ως τις 24/9, σε μια σειρά μικρότερης έκτασης συγκρούσεων, ο εξεγερμένος πληθυσμός με ή χωρίς τη βοήθεια του ΕΛΑΣ διώχνει τα Τάγματα από το Κιάτο, τον Αχλαδόκαμπο, την Αρεόπολη και το Διακοφτό. Όσοι ταγματασφαλίτες βρίσκονται στην Πελοπόννησο, προσπαθούν να συμπτυχθούν στο Γύθειο-Μυστρά, την Τρίπολη και την Πάτρα και κάποιες μικρότερες δυνάμεις στο Ναύπλιο στη Μονεμβασιά και στην Κόρινθο. Τα κρίσιμα σημεία είναι δύο: Στην Πάτρα βρίσκονται 2000 μαζί με τους 500 που έφτασαν από τη Ναύπακτο και ο διοικητής τους ο Κουρκουλάκος προσπαθεί να βρει τρόπο να παραδοθεί σε οποιονδήποτε εκτός από τον ΕΛΑΣ. Καλεί τον Ζέρβα που βρίσκεται στην Ήπειρο, να κατέβει για να του παραδώσει την πόλη. Αλλά ο Ζέρβας ήδη ετοίμαζε τις βαλίτσες του για ένα πιο μακρινό ταξίδι. Ο Παπαδόγκωνας επικεφαλής 2000 ράλληδων, προσπαθεί να συγκεντρώσει στην Τρίπολη τις διάσπαρτες δυνάμεις για να αντισταθεί αποτελεσματικά. Η πόλη έχει οχυρωθεί και έχουν συγκεντρωθεί τα περισσότερα από τα βαριά όπλα που έχουν στην κατοχή τους τα Τάγματα. Ο Άρης παίρνει την απόφαση να συγκεντρώσει δυνάμεις και βαδίζει ενάντια της Τρίπολης. Φτάνει έξω από την πόλη και ξεκινά την πολιορκία.

Πανικός

 

Στους αστούς σε Αθήνα και Κάιρο επικρατεί πανικός. Όχι μόνο τα Τάγματα δεν κατάφεραν να διαλύσουν τον ΕΛΑΣ, αλλά μέσα σε 15 μέρες κοντεύουν να διαλυθούν αυτά. Η Πελοπόννησος, το μόνο σημείο που προσφερόταν για βρετανική απόβαση είναι σχεδόν στα χέρια του ΕΛΑΣ, και το σπουδαιότερο, ο δρόμος για την Αθήνα είναι ανοιχτός. Τα νέα για τις νίκες του ΕΛΑΣ ενάντια στα Τάγματα προκαλούν ανάμεικτα συναισθήματα στην πρωτεύουσα. Στις λαϊκές συνοικίες ο κόσμος πανηγύριζε. Ήταν μόνο λίγους μήνες νωρίτερα, που οι ράλληδες, μαζί με τα στρατεύματα κατοχής έστηναν τα αιματηρά μπλόκα. Αντίθετα, οι αστοί συνεργάτες των γερμανών τρέμουν. Ξέροντας ότι οι γερμανοί αποχωρούν από μέρα σε μέρα, προσπαθούν την τελευταία στιγμή να πολλαπλασιάσουν με όποιο τρόπο μπορούν την επαφή με την εξόριστη κυβέρνηση.

Αλλά ο ίδιος πανικός υπάρχει και στην εξόριστη κυβέρνηση. Στις 20/9 ο Παπανδρέου τηλεγραφεί στον Τσώρτσιλ: “Ενώπιον διαμορφωθείσης κρίσιμου καταστάσεως τα πολιτικά μέσα προς αντιμετώπισίν της δεν είναι πλέον επαρκή. Μόνον η άμεσος παρουσία επιβλητικών βρετανικών δυνάμεων εις την Ελλάδα και μέχρι των τουρκικών ακτών, ημπορεί να μεταβάλει την κατάστασιν”. 2,7 Ακόμη και 60 χρόνια μετά, διαβάζοντας κανείς το τηλεγράφημα, μπορεί να καταλάβει πως η φωνή του θα έτρεμε την ώρα που το υπαγόρευε. Και έχει κάθε δίκιο, αφού η κατάσταση οδηγείται στην κορύφωση. Μόνο 4 μέρες μετά το τηλεγράφημα, ο ΕΛΑΣ που έχει κυκλώσει την Τρίπολη, ετοιμάζεται να εισβάλει. Ο Τοντ, ο βρετανός μεσολαβητής για την παράδοση, προσπαθεί από μέρες να ροκανίσει το χρόνο, αλλά βλέπει ότι δεν μπορεί να τρενάρει άλλο τις διαπραγματεύσεις και ζητά από το βρετανό διοικητή στα Κύθηρα “το αργότερο σε 48 ώρες 50 βρετανούς στρατιώτες για να παραδοθούν  οι 2000 ταγματασφαλίτες,”.

Η συμφωνία της Καζέρτας

 

Τελικά δεν χρειάζεται να φτάσουν “επιβλητικές βρετανικές δυνάμεις” στην Ελλάδα. Ο Παπανδρέου καταφεύγει σε μια απελπισμένη πολιτική ενέργεια διπλωματικού χαρακτήρα. Καλεί εσπευσμένα τον Ζέρβα του ΕΔΕΣ και τον Σαράφη, αρχηγό του ΕΛΑΣ στην Ιταλία και τους ζητά να υπογράψουν άρον-άρον ένα απίθανο κείμενο, που ζητάει ούτε λίγο ούτε πολύ τα εξής απίθανα:

Α. Όλες οι αντάρτικες δυνάμεις που δρουν στην Ελλάδα μπαίνουν κάτω από τις διαταγές της κυβέρνησης εθνικής ενότητας


Β. Η ελληνική κυβέρνηση βάζει τις δυνάμεις αυτές κάτω από τις διαταγές του στρατηγού Σκόμπι, που ονομάστηκε από τον Ανώτατο Συμμαχικό Αρχιστράτηγο, “Στρατηγός Διοικών τας δυνάμεις εν Ελλάδι”.


Γ. (…Οι αρχηγοί των Ελλήνων ανταρτών θα απαγορεύουν κάθε απόπειρα των μονάδων τους) να αναλάβουν την αρχήν ανά χείρας. Τοιαύτη πράξις θα χαρακτηρισθή ως έγκλημα και θα τιμωρηθεί αναλόγως.
 Και όχι μόνο αυτό. Ο ΕΛΑΣ δεν θα μπει στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη, αλλά αυτές θα καταληφθούν από βρετανικά στρατεύματα, και τα λίγα στρατεύματα της δεξιάς που είχε η κυβέρνηση στο Κάιρο! Το κερασάκι στην τούρτα: ο δοσίλογος αρχηγός της χωροφυλακής σε όλη τη διάρκεια της κατοχής, ο Σπηλιωτόπουλος, διορίζεται “προσωρινά” Γενικός Διοικητής της Αττικής! Πρόκειται για το κείμενο που έμεινε γνωστό σαν συμφωνία της Καζέρτας.


Το τόλμημα ήταν τόσο μεγάλο, που ούτε ο ίδιος ο Παπανδρέου δεν πίστευε στην επιτυχία του, αλλά επένδυσε σε αυτό όπως ο πνιγμένος πιάνεται από τα μαλλιά του. Ο Ζέρβας φυσικά το υπέγραψε και με τα δύο χέρια, αλλά το θέμα είναι τι θα κάνει ο ΕΛΑΣ. Ο Σαράφης δίσταζε. Το υπέγραψε τελικά, όπως ο ίδιος λέει,6 μόνο όταν συμφώνησαν οι υπουργοί του ΚΚΕ στην εξόριστη κυβέρνηση και μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με την Αθήνα. Η συμφωνία της Καζέρτας υπογράφτηκε τελικά στις 26 Σεπτέμβρη του 44. Ο Ζεύγος, υπουργός του ΚΚΕ στην κυβέρνηση Παπανδρέου, αργότερα θα κάνει μια πολύ προφητική αυτοκριτική: “Θα μας καταδικάσει η ιστορία ότι αφοπλίσαμε το λαό και επιβάλαμε την αντίδραση”.7

Τα αποτελέσματα της συμφωνίας

 

Το ότι ο Ζεύγος και ο Σαράφης υπέγραψαν τη συμφωνία στην Καζέρτα, δεν σημαίνει ότι αυτή θα εφαρμοστεί και στην Ελλάδα. Πρέπει να συμφωνήσει αρχικά η ηγεσία του ΚΚΕ και με τη σειρά της να πείσει τον οπλισμένο λαό, ότι όχι μόνο δεν θα πάρουν οι εργαζόμενοι την εξουσία, αλλά θα πρέπει να παραδώσουν και τα όπλα τους στους άγγλους! Για το πρώτο χρειάστηκαν μόνο δύο μέρες, και στις 28/9 δημοσιεύεται επίσημα ότι υπογράφτηκε συμφωνία στην Καζέρτα σε ανακοίνωση  στο BBC. Είναι φανερό πως η προδοσία της Καζέρτας δεν βαραίνει μόνο τον Ζεύγο ή τον Σαράφη αλλά συνολικά την ηγεσία του ΚΚΕ που την δέχτηκε χωρίς καμιά αντίρρηση. Για το δεύτερο, να πείσει δηλαδή η ηγεσία του ΚΚΕ τον οπλισμένο λαό να δεχτεί τη συμφωνία, τα ανέλαβε όλα ο μηχανισμός του κόμματος. Το ΚΚΕ δεν ανακοίνωσε τους όρους της συνολικά, παρά μόνο αποσπασματικά, σαν στρατιωτικές οδηγίες προς τις διάφορες μονάδες, ώστε να αποκρύψει το μέγεθος της προδοσίας και να προλάβει αντιδράσεις.

Τα αποτελέσματα της συμφωνίας φάνηκαν αμέσως. Αμέσως μόλις το ΒΒC ανακοίνωσε τη συμφωνία, ο Κανελόπουλος συναντά τον Άρη έξω από την Τρίπολη και απαιτεί από αυτόν να μην ακουμπήσει τους ράλληδες του Παπαδόγκωνα που είναι μέσα στην πόλη. Λίγο αργότερα, οι 2000 ταγματασφαλίτες παραδίνονται σε 30 βρετανούς που έφτασαν εσπευσμένα από τα Κύθηρα. Τελικά χρειάστηκαν μόνο 30 βρετανοί και το χαρτί της Καζέρτας. Οι πιο πολλοί ράλληδες θα αφεθούν ελεύθεροι για “να επιστρέψουν στα σπίτια τους” και περίπου 500 θα μεταφερθούν στις Σπέτσες, και στη συνέχεια στην Αθήνα για να πολεμήσουν (με αγγλικά όπλα αυτή τη φορά) τον ΕΛΑΣ στα Δεκεμβριανά. Την μεθεπόμενη μέρα παραδίνονται στους Βρετανούς και οι ταγματασφαλίτες στην Πάτρα και μεταφέρονται στον Άραξο. Η παράδοση στην Πάτρα αποτελεί σκάνδαλο. Μια μικρή δύναμη βρετανών έχει αποβιβαστεί κοντά στην Πάτρα λίγες μέρες νωρίτερα. Την 1η Οκτώβρη οι ράλληδες αποχωρούν από την πόλη για να τους συναντήσουν και να παραδοθούν, αλλά αυτή τη φορά έχουν συμφωνήσει ότι θα κρατήσουν και τον οπλισμό τους! Και επιπλέον, οι γερμανοί δεν είχαν αναχωρήσει ακόμη από την πόλη, αλλά εκκενώνουν την Πάτρα δύο μέρες αργότερα! Ο συμβολισμός είναι έντονος. Βρετανοί, γερμανοί και ταγματασφαλίτες μέσα σε μια μέρα αλλάζουν ρόλους χωρίς να πέσει ούτε μια σφαίρα, αρκεί ο ΕΛΑΣ να μείνει απ’ έξω. Κάποιες σκόρπιες, μικρές φρουρές ράλληδων “παραδίνονται” τώρα εύκολα στους άγγλους, με μόνη εξαίρεση αυτούς στο Γύθειο, που θα αναγκαστούν να παραδοθούν μετά από συμπλοκή με μονάδες του ΕΛΑΣ. Τις επόμενες μέρες, έρχεται και η εντολή στον Άρη να αναχωρήσει από την Πελοπόννησο για την βόρειο Ελλάδα. Όπως και η Τρίπολη, και η Πάτρα, έτσι και η αποχώρηση του Άρη ήταν στα πλαίσια της νέας συμφωνίας.

Η αγανάχτηση για την συμφωνία ήταν μεγάλη, αλλά δεν υπήρξε οργανωμένη αντίσταση από το εσωτερικό του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ στις μεθοδεύσεις της ηγεσίας του ΚΚΕ. Με μόνο μία εξαίρεση. Στην περιοχή της Φλώρινας, ένα τάγμα από τα δύο τάγματα σλαβομακεδόνων του ΕΛΑΣ με αρχηγό τον Γκότσε αγανακτεί και δηλώνει πως δεν θα πειθαρχήσει. Στις διαταγές να συνετιστεί, αρνείται, και δηλώνει ότι αποχωρεί από την Ελλάδα και θα περάσει τα γιουγκοσλαβικά σύνορα για να ενωθεί με τους αντάρτες του Τίτο. Σε συνεργασία με την κυβέρνηση Παπανδρέου, το ΚΚΕ αποφασίζει να πατάξει την ανταρσία. Ο Σαράφης διατάσσεται να επιτεθεί και τελικά επιβάλει με τα όπλα στους αντάρτες του Γκότσε τη συμφωνία της Καζέρτας. Ακόμα και σήμερα το ΚΚΕ δικαιολογεί την απόφασή του να επιτεθεί στο σλαβομακεδόνικο τάγμα αφήνοντας υπόνοιες για συνεργασία του με τους… άγγλους. 6,9 Στις 12 Οκτώβρη αποχωρούν και οι τελευταίοι γερμανοί από την Αθήνα. Στη θέση τους αποβιβάζονται βρετανικά στρατεύματα. Οι ράλληδες που γλίτωσαν, μεταφέρονται με ταχύτητα στην Αθήνα. Εκεί θα “φρουρούνται” υποτίθεται από τους βρετανούς, ουσιαστικά όμως προστατεύονται για να μπουν στην μάχη όταν έρθει η ώρα. Η συμφωνία της Καζέρτας έκλεισε με τον πιο άθλιο τρόπο την πρώτη πράξη του εμφυλίου, αλλά και τη μάχη της Πελοποννήσου. Από εδώ και μετά η σύγκρουση μεταφέρεται στην Αθήνα.

Κ.Ρουσίτης

Σημειώσεις

1. Άρης Βελουχιώτης, Π. Λαγδας
2. Οι δοσίλογοι της Κατοχής, Ν. Καρκάνης
3. Οι Καπετάνιοι, D. Eudes
4. Γερμανικές Επιχειρήσεις κατά των ανταρτών στα Βαλκάνια, Υπουργείο Στρατιωτικών των ΗΠΑ, μτφρ. Γ. Τσούμης
5. Τραγική Πορεία, Θ. Πετζόπουλος
6. Ο ΕΛΑΣ, Στ. Σαράφη
7. Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων, Δ. Χαριτόπουλος
8. Η απελευθέρωση της Πελοποννήσου, l. Baerentzen
9. Το 30ο σύνταγμα του ΕΛΑΣ, Θ. Μητσόπουλος

Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην εφημερίδα Εργατική Εξουσία Νο 77, Σεπτέμβρης 2004
 

ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-Μελιγαλάς

Ποιοι ακριβως ειναι θαμμενοι στην πηγαδα του Μελιγαλα;

 

Αναδημοσίευση τμήματος παλαιότερου αφιερώματος του Ιού.
Γιατί η μάχη για την ιστορία μας είναι στην καρδιά της αντιφασιστικής δράσης.
Η διακριτική αποσιώπηση της ταυτότητας των νεκρών αποτελεί συστατικό στοιχείο των «μνημοσύνων» του Μελιγαλά ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και συνδέεται με τη γενικότερη στρατηγική βάσει της οποίας επιχειρήθηκε στη χώρα μας η «δικαίωση» του ένοπλου δωσιλογισμού.

Με δυο λόγια: αυτό που συνήθως αποκρύπτει η φιλολογία περί «αθώων θυμάτων» είναι (α) το ιστορικό γεγονός ότι ο Μελιγαλάς υπήρξε βάση και ορμητήριο των ένοπλων συνεργατών της Βέρμαχτ που το 1943-44 έπνιξαν στο αίμα τη Μεσσηνία και τους γύρω νομούς και (β) ότι το μακελειό του 1944 ήταν το αποτέλεσμα μιας από τις σκληρότερες μάχες που έδωσε ο ΕΛΑΣ, με εξουσιοδότηση του συμμαχικού στρατηγείου και της κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Ας δούμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

* Κωμόπολη 2.482 κατοίκων το 1940, ο Μελιγαλάς χρησιμοποιήθηκε το 1941-43 ως βάση ιταλών καραμπινιέρων (1941-43) και μιας διλοχίας γερμανικού στρατού (1943-44).

* Οταν την άνοιξη του 1944 οι Γερμανοί συγκρότησαν τα Τάγματα Ασφαλείας, ένοπλους δωσιλογικούς σχηματισμούς με αποστολή την «αξιοποίηση της αντικομμουνιστικής μερίδας του ελληνικού λαού» για τη μετατροπή της αντιφασιστικής Αντίστασης σε εμφύλιο πόλεμο και την «εξοικονόμηση γερμανικού αίματος», εγκαταστάθηκε εκεί το 3ο Τάγμα Ασφαλείας Καλαμών-Μελιγαλά. Την υποστήριξή του ανέλαβε μια «πολιτική επιτροπή», με πρόεδρο τον πολιτευτή Περικλή Μπούτο και μέλη τον κοινοτάρχη, δυο δικηγόρους κι ένα γιατρό (Θεοδωρόπουλος 2001, σ. 133-4).

Ο τρόπος με τον οποίο «αξιοποιήθηκε» από τους ναζί αυτή η δωσίλογη «μερίδα του ελληνικού λαού» ήταν αναμενόμενος: Δεν πρόλαβε να εγκατασταθεί το Τάγμα στο Μελιγαλά, και τα γερμανικά αρχεία καταγράφουν τη συμμετοχή του σε «εκκαθαριστικές επιχειρήσεις» των κατοχικών στρατευμάτων. Στηριγμένοι στη Βέρμαχτ, οι ταγματασφαλίτες αναλαμβάνουν να κονιορτοποιήσουν τη μαζική βάση του ΕΑΜ με μαζικές συλλήψεις, βασανιστήρια, εκτελέσεις και κάψιμο σπιτιών, εγκαινιάζοντας ένα φαύλο κύκλο βίας και αντεκδικήσεων, που θα οδηγήσει στις εκτελέσεις των ημερών της Απελευθέρωσης.

Η μάχη και η σφαγή

Η συμβολή τους στην πολεμική προσπάθεια του Αξονα υπήρξε ουσιαστική. Δεν είναι μόνο ο προϊστάμενός τους, αντιστράτηγος των SS Βάλτερ Σιμάνα που, στην τελική έκθεσή του προς τον Χίμλερ (2.11.44), διαπιστώνει ότι τα Τάγματα Ασφαλείας «ήταν πολύτιμες βοηθητικές μονάδες στην ενεργό καταπολέμηση των συμμοριών». Βρετανική έκθεση του 1944 τονίζει πως «η τοπική γνώση των προσώπων και του χώρου από τα Τάγματα Ασφαλείας, τους προσδίδει μοναδική αξία για τους Γερμανούς, που μπορούν έτσι να κρατήσουν την Ελλάδα με έναν ελάχιστο αριθμό δυνάμεων», (ΔΙΣ 1998, σ. 43). Αποκαλυπτική είναι τέλος η πρακτική της Βέρμαχτ να περιλαμβάνει τους νεκρούς, τραυματίες ή αγνοούμενους ταγματασφαλίτες στους πίνακες των δικών της απωλειών.

* Για τη στάση του πληθυσμού, αρκετά εύγλωττες είναι οι μεταπολεμικές αναμνήσεις του υποδιοικητή του Τάγματος Μελιγαλά, ταγματάρχη Καζάκου, για τις εκκαθαριστικές του καλοκαιριού του 1944 στον Ταΰγετο: «Η επιχείρησις αύτη απέβη άκαρπος», σημειώνει, «καθ’ όσον ο ΕΛΑΣ είχεν οργανώσει σχεδόν ολόκληρον την ύπαιθρον (Μεσσηνίας και Λακωνίας) από του εργάτου μέχρι του ανωτάτου τιτλούχου, ώστε επληροφορήθη εγκαίρως φαίνεται την όλην προπαρασκευήν» των Γερμανών και των συνεργατών τους.

Αντισυνταγματάρχης πλέον του ελληνικού στρατού, ο συντάκτης των παραπάνω γραμμών φροντίζει πάντως να διευκρινίσει, εν έτει 1955, ότι «η στάσις των Αρχών κατοχής υπήρξε ειλικρινής και φιλική» απέναντι στη μονάδα του (ΔΙΣ 1998, σ. 193). Αναφερόμενος πάλι στην αποχώρηση της Βέρμαχτ, δεν διστάζει να καταγγείλει τους Γερμανούς για «προδοτικήν στάσιν» (σ. 197).

* Οι Γερμανοί εγκατέλειψαν το Μελιγαλά στις 4.9.1944 και την Καλαμάτα την επομένη. Ο ΕΛΑΣ μπήκε στην μεσσηνιακή πρωτεύουσα στις 9 Σεπτεμβρίου, μετά ολοήμερη μάχη με τον εκεί «λόχο ασφαλείας» και τη χωροφυλακή. Στις 13 Σεπτεμβρίου ήρθε η σειρά του Μελιγαλά, όπου είχαν οχυρωθεί οι εναπομείναντες ταγματασφαλίτες. Οταν η ηγεσία τους απέρριψε το κάλεσμα του ΕΑΜ να καταθέσουν τα όπλα και να τεθούν στη διάθεση της κυβέρνησης εθνικής ενότητας, το λόγο είχαν τα όπλα. Οι αντίπαλες δυνάμεις ήταν ισοδύναμες αριθμητικά (1.000-1.200 ένοπλοι εκατέρωθεν), ενώ οι αντάρτες διέθεταν την υποστήριξη χιλιάδων χωρικών του εφεδρικού ΕΛΑΣ, που συνέρρεαν από τα πέριξ με αυτοσχέδιο οπλισμό.

Η μάχη κράτησε τρεις ολόκληρες μέρες (13-15.9.44). Το τελικό ανακοινωθέν του ΕΛΑΣ αναφέρει ότι σκοτώθηκαν 60 αντάρτες και 800 «ράλληδες». Ο δεύτερος αριθμός περιλαμβάνει προφανώς χοντρικά και τους εκτελεσμένους των επόμενων ημερών.

* Παρά τις αντιφάσεις, τις υπερβολές και τις αποσιωπήσεις τους, οι διαθέσιμες αφηγήσεις δίνουν μια γενική ιδέα όσων συνέβησαν μετά τη μάχη: Αρχικά σημειώθηκαν σποραδικοί φόνοι και καταστροφές περιουσιών. Ακολούθησε το ξεκαθάρισμα των συλληφθέντων με συνοπτικές διαδικασίες, από μια επιτροπή με επικεφαλής τους δικηγόρους Βασίλη Μπράβο και Γιάννη Καραμούζη. Από σημειώματα που δημοσιεύθηκαν αργότερα στον τοπικό εθνικόφρονα τύπο προκύπτει ότι αποφασιστικό ρόλο σ’ αυτή τη διαδικασία έπαιξαν οι τοπικές οργανώσεις της Εθνικής Πολιτοφυλακής, στις οποίες είχε ανατεθεί η συγκέντρωση στοιχείων για την προηγούμενη δράση κάθε αιχμαλώτου. Οσοι καταδικάζονταν οδηγούνταν σε ένα εγκαταλειμμένο ξεροπήγαδο έξω απ’ την κωμόπολη (την «Πηγάδα») κι εκτελούνταν.

* Πόσοι ήταν; Το 1945, το ιατροδικαστικό συνεργείο του Καψάσκη ανακοίνωσε ότι ξέθαψε 708 πτώματα. Στο μνημείο είναι γραμμένα 787 ονόματα από 61 πόλεις και χωριά. Η εθνικόφρων φιλολογία προβάλλει φυσικά πολύ μεγαλύτερα νούμερα: «περί τους 1.500 εις την Πηγάδα» μετρά ο Κώστας Καραλής (1958), «περί τα 1.800 άτομα πάσης ηλικίας και φύλου» βρίσκουν το Αρχηγείο Χωροφυλακής (1962) και ο καθηγητής Απόστολος Δασκαλάκης (1973), 1.900 τους θέλει ο Κων/νος Αντωνίου (1965), «άνω των 3.500 κατά τους μετριωτάτους υπολογισμούς» τους προτιμά η χουντική ιστορία του ΓΕΣ (1973). Ο Κοσμάς Αντωνόπουλος, πάλι, αναφέρει 2.100 «δολοφονηθέντες», παραθέτει όμως τα στοιχεία μόλις 699. Το βιβλίο που διανέμει ο «Σύλλογος Θυμάτων» περιέχει 1.144 ονόματα, ο συγγραφέας του όμως δείχνει μάλλον αναποφάσιστος: αλλού μιλάει για 1.500 νεκρούς (σ. 118), αλλού για «1.500 και πλέον» (σ. 115), αλλού για πάνω από 2.000 (σ. 26 & 166) κι αλλού για «5.000 εκατέρωθεν» (σ. 23). Σε κάθε περίπτωση, οι αριθμοί περιλαμβάνουν όχι μόνο τους «σφαγιασθέντες» αλλά και τους νεκρούς της τριήμερης μάχης.

* Την αντίθετη τάση επιδεικνύουν οι συγγραφείς της εαμικής πλευράς. Η αναλυτικότερη σχετική πηγή υπολογίζει 120 σκοτωμένους στη μάχη και 280-350 εκτελεσμένους στην Πηγάδα (Ξιάρχος 1982, σ. 38), ενώ δεν λείπουν αναφορές μέχρι και σε 1.200 νεκρούς.

* Πιο ενδιαφέρουσα απ’ αυτή την… κολοκυθιά αποδεικνύεται η εξέταση του καταλόγου της έκδοσης του «Συλλόγου Θυμάτων». Σε σύνολο 1.144 ονομάτων (οι 108 κάτοικοι Μελιγαλά) υπάρχουν μόνο 18 γυναίκες, 18 ηλικιωμένοι, ένας έφηβος και κανένα παιδί. Ολοι οι υπόλοιποι, το 96,8% του συνόλου, είναι άντρες λίγο πολύ μάχιμης ηλικίας. Κάθε άλλο παρά σφαγή «γυναικόπαιδων», δηλαδή…

Μνημόσυνο ακατονόμαστων

Ευθύς εξαρχής, οι εκδηλώσεις στη μνήμη των «σφαγιασθέντων» πήραν ρεβανσιστικό χαρακτήρα.

* Το πρώτο μνημόσυνο (24.6.45) καταλήγει σε απόπειρα λιντσαρίσματος των αντιστασιακών που κρατούνταν στη φυλακή της κωμόπολης (Β. Κλεφτόγιαννης, «Οπως τα ‘ζησα», σ. 143-4).

* Από το Σεπτέμβριο του 1945 η τελετή τυποποιείται, με φαινομενικό οργανωτή την κοινότητα και ουσιαστικό τη νομαρχία. Συμμετέχουν οι πολιτικές, εκκλησιαστικές, αστυνομικές και στρατιωτικές αρχές, τοπικοί πολιτικοί, τα σχολεία. Επί χούντας θα καθιερωθεί και αθλητικό τουρνουά ποδοσφαίρου και ανώμαλου δρόμου, με κύπελλα που αθλοθέτησαν τοπικοί παράγοντες και οι κυλινδρόμυλοι «Ευαγγελίστρια» («Θάρρος» 17.9.67).

* Παράλληλα, «διευθετείται» ο χώρος των εκδηλώσεων. Βασιλικό διάταγμα του 1953 συστήνει ερανική επιτροπή με πρόεδρο το μητροπολίτη και μέλη το νομάρχη, το διοικητή Χωροφυλακής κ.ά. Από τον δημοσιευμένο απολογισμό του εράνου, πληροφορούμαστε ότι τη μερίδα του λέοντος «συνεισέφεραν» τα σχολεία και οι φαντάροι: 244.413 και 65.529 δρχ. αντίστοιχα, σε σύνολο 332.614 («Σημαία» 19.9.54). Μ’ αυτά τα λεφτά χτίζεται παρεκκλήσι, «καλλωπίζεται» η Πηγάδα και υψώνεται ένας τεράστιος σταυρός.

Η τελική διαμόρφωση (μάντρες, πάρκινγκ κ.λπ.) θα γίνει επί χούντας, με πιστώσεις και επίβλεψη Ασλανίδη.

* Η χουντική επταετία γνωρίζει άλλωστε το απόγειο του ιδιότυπου αυτού γιορτασμού. Το 1967 το μνημόσυνο τιμά με την παρουσία του ο Παττακός, εξηγώντας ότι «η 21η Απριλίου απέτρεψε νέον Μελιγαλάν» και ανακοινώνοντας την αναβάθμιση της κοινότητας των 1.800 κατοίκων σε «ιστορικό» δήμο («Εθνος» 18.9.67).

*Το 1968 παρευρίσκεται πρώτη φορά ο «ανώτατος άρχων» της χώρας, στο πρόσωπο του αντιβασιλιά Ζωιτάκη («Θάρρος» 24.9.68). Το 1969, η επιμνημόσυνη λειτουργία μεταφέρεται από την κεντρική εκκλησία της κωμόπολης στο χώρο της Πηγάδας και η τροχαία εκδίδει προληπτικές οδηγίες για την κυκλοφορία («Θάρρος» 21.9.69).

* Το 1973, ενόψει φιλελευθεροποίησης, οι αρχές δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους για το μνημόσυνο. Ειδικά δρομολόγια λεωφορείων και τρένων μεταφέρουν «προσκυνητάς» απ’ τους γύρω νομούς («Θάρρος» 14-16.9.73).

Αποκαλυπτικότερη είναι η «φρονηματιστική» λειτουργία της Πηγάδας τον υπόλοιπο χρόνο. Από τις τακτικές καταχωρίσεις του δελτίου πληροφοριών της νομαρχίας, πληροφορούμαστε ότι μεταφέρονται ομαδικά εκεί για «προσκύνημα» φαντάροι, ευέλπιδες, σπουδαστές επαγγελματικών σχολών, «κλιμάκια φοιτητών», δημόσιοι υπάλληλοι, φιλοξενούμενοι της «Εθνικής Εστίας», ταξιδιώτες των προγραμμάτων του «Εθνικού ιδρύματος» και -φυσικά- ολόκληρα σχολεία.

* Μετά τη Μεταπολίτευση ο επίσημος γιορτασμός συνεχίζεται, χωρίς ιδιαίτερους ενθουσιασμούς. Τον τόνο δίνουν τώρα οι δυναμικές εμφανίσεις της ακροδεξιάς: βασιλόφρονες που διαβεβαιώνουν ότι «σύντομα θα επιστρέψει ο Κωνσταντίνος», χουντικοί που προπηλακίζουν τον κοινοτάρχη «διότι ανεφέρθη στην αποκατάσταση του κοινοβουλευτισμού» (1976) και γιουχάρουν το νομάρχη (1977), χιτλερικοί που ψαρεύουν στα θολά νερά μιας εθνικοφροσύνης σοκαρισμένης απ’ την περιθωριοποίησή της… Ο τοπικός τύπος καταγράφει τα συνθήματα: «Τη λύση θα δώσει ο στρατός», «Ο Φλωράκης στο Γουδί», «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».

* Ο κύκλος κλείνει το 1982, όταν το υπ. Εσωτερικών γνωστοποιεί στο δήμο τον τερματισμό της συμμετοχής των επίσημων κρατικών αρχών, «επειδή οι εκδηλώσεις αυτές αποτελούσαν κηρύγματα μισαλλοδοξίας και τροφοδοτούσαν επί 40 χρόνια το διχασμό». Τη σκυτάλη στην οργάνωση του μνημοσύνου παίρνει πια ο «Σύλλογος Θυμάτων Πηγάδας», που ιδρύθηκε το 1980.

* Από κοντά και η Ν.Δ., που βλέπει το μνημόσυνο του 1982 ως τη δέουσα απάντηση στην επίσημη αναγνώριση της εαμικής Αντίστασης. Ο νεαρός βουλευτής Αντώνης Σαμαράς ανακοινώνει π.χ. με ειδικό δελτίο τύπου την έλευσή του «για να παραστεί στο Μνημόσυνο των σφαγιασθέντων από τους εαμοκομμουνιστές» («Ελευθερία» 18.9.82). Σταδιακά, ωστόσο, η λογική του «μεσαίου χώρου» επικρατεί και τα φερέλπιδα στελέχη αποφεύγουν πια να δίνουν το παρών.

Η σταδιακή αυτή περιθωριοποίηση έχει, ωστόσο, ένα απροσδόκητο αποτέλεσμα: πρώτη φορά τα πράγματα λέγονται με το όνομά τους και οι πεσόντες ταγματασφαλίτες «τιμώνται» ως τέτοιοι. Ενα χαρακτηριστικό των επίσημων γιορτασμών ήταν η διακριτική αποφυγή κάθε αναφοράς στα δωσίλογα Τάγματα Ασφαλείας, με την προσφυγή σε εξωραϊστικά σχήματα λόγου: «αγρίως σφαγιασθέντες υπό αναρχικών στοιχείων», «μαρτυρικώς σφαγιασθέντες εθνικόφρονες πατριώτες», «θυσιασθέντες διά το μεγαλείον και την ελευθερίαν της Πατρίδος», «Ηρωες και Μάρτυρες οίτινες προσεφέρθησαν ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της υπερτάτης θυσίας», ακόμη και «αδίκως σφαγιασθέντες διά την ελευθερίαν και τα ανθρώπινα δικαιώματα»!

* Μετά το 1982, αντίθετα, οι ομιλητές του «απολίτικου», «οικογενειακού» μνημοσύνου δεν αισθάνονται τέτοιου είδους αναστολές: «Το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και το ΕΛΑΣ υπήρξε χειρότερος κατακτητής από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς» διαβάζουμε π.χ. στον πανηγυρικό που εκφώνησε το 1999 η Ειρήνη Δορκοφίκη, διαβεβαιώνοντας τους συγκεντρωμένους ότι ο χαρακτηρισμός των ταγματασφαλιτών ως «προδοτών» και «συνεργατών των κατακτητών» δεν είναι παρά «αισχρή συκοφαντία» των κομμουνιστών και λοιπών «ευρωλιγούρηδων».

Στην ομιλία πάλι του 1997, ο δικηγόρος Βασίλειος Δημαρέσης ξεκαθαρίζει: «Οι ηρωικοί νεκροί μας δεν πολέμησαν με Ελληνες, διότι οι Κομμουνιστές έπαυσαν να είναι Ελληνες, τα εγκλήματά τους είναι εγκλήματα ξένων, εγκλήματα γενοκτονίας»!

Αραγε, τι απ’ όλα αυτά θα μπορούσαν να «αμαυρώσουν» οι επίσημοι νοσταλγοί του Χίτλερ;


 
Τα ξεχασμένα θύματα

Μια ελάχιστα γνωστή πτυχή της τραγωδίας του Μελιγαλά αφορά τα θύματα των «αγρίως σφαγιασθέντων» ταγματασφαλιτών της Πηγάδας. Εδρα ιταλών καραμπινιέρων, γερμανικής διλοχίας και του Τάγματος Ασφαλείας, η κωμόπολη χρησιμοποιήθηκε σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής ως στρατόπεδο συγκέντρωσης, χώρος βασανιστηρίων και τόπος εκτελέσεων αντιστασιακών και ομήρων. Η απουσία μιας ολοκληρωμένης καταγραφής όσων σκοτώθηκαν απ’ τους ταγματασφαλίτες είναι αποκαλυπτική για το κλίμα που επικράτησε στην περιοχή, τόσο κατά τα μετεμφυλιακά χρόνια όσο και αργότερα. Καταφανώς ελλιπή, τα διαθέσιμα στοιχεία είναι ωστόσο διαφωτιστικά.

Ο απολογητής των ταγματασφαλιτών Κοσμάς Αντωνόπουλος παραθέτει τα ονόματα 27 ατόμων που εκτελέστηκαν στο Μελιγαλά από τις κατοχικές δυνάμεις. Οι 6 είναι κάτοικοι της κωμόπολης. Από τον πίνακα απουσιάζουν ωστόσο τα περισσότερα ονόματα που γνωρίζουμε από άλλες πηγές («Η Ελληνική Αντίστασις 1941-1945», Αθήναι 1964).

Στο «Μεσσηνιακό βιογραφικό λεξικό» του Νίκου Καράμπελα (1962) αναφέρονται τα ονόματα 16 εκτελεσμένων στο Μελιγαλά το 1943-44. Στο δικό του βιβλίο ο Σπύρος Ξιάρχος καταγράφει τρεις ομαδικές εκτελέσεις 22 ατόμων κι άλλους 23 μεμονωμένους φόνους («Η αλήθεια για το Μελιγαλά», Καλαμάτα 1982, σ. 46-47). Απροσδιόριστο παραμένει, τέλος, πόσοι απ’ τους 924 εκτελεσμένους Μεσσήνιους που μνημονεύονται σε πρόσφατη έκδοση, θανατώθηκαν στην έδρα του Τάγματος (Τάσος Αποστολόπουλος, «Μεσσηνιακή εκατόμβη 1940-1944», Καλαμάτα 2000).

Αποκαλυπτικότερες είναι κάποιες επιμέρους λεπτομέρειες: Στις 27.4.44 ο ΕΛΑΣ Λακωνίας σκότωσε σε ενέδρα τον γερμανό στρατηγό Κρεντς και 3 συνοδούς του. Ο «Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος» διέταξε σε αντίποινα τον τουφεκισμό 200 «κομμουνιστών» στο σκοπευτήριο της Καισαριανής κι όσων χωρικών θα συναντούσαν τα στρατεύματά του στην ύπαιθρο μεταξύ Μολάων και Σπάρτης. Οπως διαβάζουμε στη σχετική ανακοίνωση, οι ταγματασφαλίτες του Παπαδόγκωνα έσπευσαν να τιμήσουν με τον τρόπο τους τη μνήμη του γερμανού στρατηγού: «Υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος τούτου, Ελληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς» («Καθημερινή» 30.4.44). Σαράντα απ’ αυτές τις «αυτόβουλες» εκτελέσεις έγιναν από το Τάγμα Ασφαλείας Καλαμών-Μελιγαλά την Πρωτομαγιά του 1944 – τριάντα στην Καλαμάτα και δέκα στο νεκροταφείο του Μελιγαλά. Μεταξύ των τελευταίων ήταν και μια 18χρονη επονίτισσα, η Ασπασία Ξιάρχου, από τη γειτονική Ανθούσα. Είχε πιαστεί (και βασανιστεί) από τους ταγματασφαλίτες ενώ επέστρεφε από την Καλαμάτα για το μνημόσυνο της μάνας της. Ενας κρατούμενος διέφυγε και, την επομένη, εκτελέστηκαν στη θέση του άλλοι δύο (Γιάννης Σχινάς, «Η εθνική Αντίσταση στη Μεσσηνία», Αθήνα 1984, σ. 98-99).

Ακολούθησε στις 15.6.44 ο τουφεκισμός 10 κρατουμένων στο Μελιγαλά (ανάμεσά τους 2 γυναίκες κι ένας ηλικιωμένος ανάπηρος) -σε αντίποινα, προφανώς, για το θανάσιμο τραυματισμό του ταγματασφαλίτη ταγματάρχη Γεωργανά στην Καλαμάτα. Την επομένη, 27 κρατούμενοι, 22 άντρες και 5 γυναίκες, τουφεκίστηκαν από το λόχο Καλαμάτας στις όχθες του Νέδοντα.

Δυόμισι δεκαετίες μετά την επίσημη αναγνώριση της ΕΑΜικής Αντίστασης, μάταια θ’ αναζητήσει κανείς στο Μελιγαλά ή τα περίχωρά του κάποιο μνημείο γι’ αυτούς τους πεσόντες. «Δεν έχω ακούσει ποτέ κάτι τέτοιο», ήταν η απάντηση του προέδρου του «Συλλόγου Θυμάτων Πηγάδας» κ. Μανιάτη, όταν τον ρωτήσαμε για τους εκτελεσμένους από το Τάγμα Ασφαλείας. Στην Καλαμάτα, μια λιτή στήλη (χωρίς ονόματα ή αριθμούς) στήθηκε από το Δήμο στο χώρο των εκτελέσεων, μακριά από τα μάτια του κοινού, μόλις το 2002. Η επιγραφή κάνει λόγο για «εκτελεσθέντες πατριώτες από τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους», αποφεύγει όμως να αναφέρει την ακριβή ταυτότητα των εκτελεστών.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, σταματήσαμε στο επιβλητικό μνημείο για τους 204 εκτελεσμένους της Παλιόχουνης, λίγο πριν από τη Μεγαλόπολη. Απ’ αυτούς, οι 154 είχαν συλληφθεί από ταγματασφαλίτες στην Καλαμάτα και τουφεκίστηκαν απ’ τη Βέρμαχτ σε αντίποινα για την καταστροφή γερμανικής φάλαγγας απ’ τον ΕΛΑΣ. Το τμήμα της επιγραφής που πληροφορεί ότι σκοτώθηκαν «από τους Γερμανούς» έχει σβηστεί με φαιοπράσινη μπογιά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Τάσος Κωστόπουλος
«Η αυτολογοκριμένη μνήμη. Τα Τάγματα Ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη»
(Αθήνα 2005, εκδ. «Φιλίστωρ»).
Η κατοχική δράση των ταγματασφαλιτών, οι διασυνδέσεις και η αντιμετώπισή τους από το μεταπολεμικό «κράτος των εθνικοφρόνων». Εμφαση στην επιχειρηματολογία και τα ιδεολογήματα με τα οποία επιχειρήθηκε (και επιχειρείται ξανά στις μέρες μας) η «δικαίωση» του ένοπλου δωσιλογισμού.

Ηλίας Θεοδωρόπουλος
«Η πηγάδα του Μελιγαλά»
(2α έκδοσις, Αθήνα 2001).
Προπαγανδιστική έκδοση που διανέμεται από το «Σύλλογο Θυμάτων Πηγάδας Μελιγαλά». Ενδιαφέρον παρουσιάζουν ο αναλυτικός πίνακας με τα στοιχεία των σκοτωμένων και οι φιλοχουντικές κορόνες του συγγραφέα.

Σπύρος Ξιάρχος
«Η αλήθεια για το Μελιγαλά»
(Καλαμάτα, Μάιος 1982).
Περιγραφή της μάχης του Μελιγαλά από ένα τοπικό εαμικό στέλεχος. Χρήσιμη, κυρίως γιατί διασώζει πολλές κρίσιμες «λεπτομέρειες» που η κυρίαρχη αφήγηση κατά κανόνα αποσιωπά.

Διονύσιος Παπαδόπουλος
«Η ιστορία των Ταγμάτων Ασφαλείας»
(εφημ. «Μεσσηνία» 19.5-8.9.1952).
Η εκδοχή του (επιζήσαντος) διοικητή των ταγματασφαλιτών του Μελιγαλά, δημοσιευμένη λίγο μετά την αποστρατεία και απαλλαγή του για το αποτυχημένο πραξικόπημα του ΙΔΕΑ. Ακολούθησε η περιγραφή της αιχμαλωσίας και της διάσωσής του, την οποία ο ίδιος αποδίδει στις σχέσεις του με την Ιντέλιτζενς Σέρβις («Μεσσηνία» 15.9-17.11.1952).

Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, «Αρχεία Εθνικής Αντίστασης» (Αθήνα 1998, 8 τόμοι).
Στον 8ο τόμο περιλαμβάνεται η μεταπολεμική (1955) εξιστόρηση της δράσης του Τάγματος Ασφαλείας Καλαμών-Μελιγαλά από τον (επιζήσαντα) υποδιοικητή του, Παναγιώτη Καζάκο.

Βασίλης Κλεφτόγιαννης
«Οπως τα ‘ζησα. Μαρτυρία μιας βασανιστικής πορείας»
(Αθήνα 1994).
Αυτοβιογραφία ενός ελασίτη από το Μελιγαλά που πήρε μέρος στις μάχες με τους ταγματασφαλίτες της κωμόπολης.

Πηγή:Λέσχη