RSS

Category Archives: Μισθός-Τιμή-Kέρδος

Η παραγωγή της υπεραξίας (Μισθός, Τιμή, Κέρδος)

VIII. Η παραγωγή της υπεραξίας

Ας υποθέσουμε τώρα πως το μέσο ποσό από τα καθημερινά μέσα συντήρησης για έναν εργαζόμενο άνθρωπο, απαιτεί έξι ώρες μέση εργασία για την παραγωγή του. Ας υποθέσουμε ακόμα πως έξι ώρες εργασίας είναι αντικειμενικοποιημένες κι αυτές σε ένα ποσό χρυσάφι ίσο με τρία σελλίνια. Τα 3 σελλίνια θα ήταν τότε η τιμή ή η νομισματική έκφραση για την Ημερήσια Αξία της Εργατικής Δύναμης αυτού του ανθρώπου. Αν εργαζόταν κάθε μέρα έξι ώρες θα έφτιανε  κάθε μέρα μια αξία αρκετή για να αγοράσει το μέσο ποσό από τα καθημερινά του μέσα συντήρησης ή για να διατηρεί τον εαυτό του σαν εργαζόμενο άνθρωπο.

Μα ο άνθρωπός μας είναι μισθωτός εργάτης. Πρέπει, λοιπόν, να πουλάει την εργατική του δύναμη σε κάποιον καπιταλιστή. Αν την πουλάει 3 σελλίνια τη μέρα ή 18 σελλίνια τη βδομάδα, την πουλάει στην αξία της (39). Ας υποθέσουμε πως είναι κλώστης. Όταν εργάζεται έξι ώρες τη μέρα, θα προσθέτει κάθε μέρα στο μπαμπάκι 3 σελλίνια αξία. Η αξία αυτή, που προσθέτει κάθε μέρε ο κλώστης, θα ήταν ίσα-ίσα ισοδύναμο για το μισθό του ή για την τιμή της εργατικής του δύναμης, που παίρνει κάθε μέρα. Μα στην περίπτωση αυτή δεν θα έμενε στον καπιταλιστή κανενός είδους υπεραξία ή υπερπροϊόν. Εδώ λοιπόν είναι ο κόμπος!

Αγοράζοντας την εργατική δύναμη του εργάτη και πληρώνοντάς την στην αξία της, ο καπιταλιστής απόχτησε, όπως και κάθε άλλος αγοραστής, το δικαίωμα να καταναλώνει ή να χρησιμοποιεί το εμπόρευμα που αγόρασε. Καταναλώνεις ή χρησιμοποιείς τη δύναμη ενός ανθρώπου, όταν τον βάλεις να εργάζεται, όπως καταναλώνεις ή χρησιμοποιείς μια μηχανή, όταν τη βάλεις μπροστά. Πληρώνοντας την ημερήσια ή τη βδομαδιάτικη αξία της εργατικής δύναμης του εργάτη, ο καπιταλιστής απόχτησε, λοιπό, το δικαίωμα να χρησιμοποιεί ή να βάζει την εργατική αυτή δύναμη να εργάζεται όσο διαρκεί μια ολόκληρη μέρα ή βδομάδα. Η εργάσιμη μέρα ή η εργάσιμη βδομάδα έχει, φυσικά, κάποια όρια, μα αυτά θα τα εξετάσουμε αργότερα πιο λεπτομερειακά.


Για την ώρα, θα ήθελα να στρέψω την προσοχή σας σε ένα αποφασιστικό σημείο.

Η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζεται από το ποσό της εργασίας που είναι αναγκαίο για τη συντήρησή της και την αναπαραγωγή της, μα η χρήση της εργατικής δύναμης περιορίζεται μόνο από την ενεργητικότητα και τη φυσική αντοχή του εργάτη. Η καθημερινή ή βδομαδιάτικη αξία της εργατικής δύναμης, είναι ολότελα ξεχωριστά πράγματα από την καθημερινή ή βδομαδιάτικη λειτουργία της δύναμης αυτής, το ίδιο όπως είναι ολότελα ξεχωριστά πράγματα η τροφή που χρειάζεται ένα άλογο και ο χρόνος που μπορεί να σηκώνει τον καβαλάρη. Το ποσό της εργασίας που καθορίζει την αξία της εργατικής δύναμης του εργάτη, δεν αποτελεί με κανέναν τρόπο όριο στο ποσό της εργασίας που μπορεί να κάνει η εργατική του δύναμη. Ας πάρουμε το παράδειγμα του κλώστη μας. Είδαμε πως για να αναπαράγει καθημερινά την εργατική του δύναμη, πρέπει να αναπαράγει καθημερινά μια αξία από 3 σελλίνια, που θα το κατορθώσει αν εργάζεται έξι ώρες τη μέρα. Αυτό, ωστόσο, δεν τον εμποδίζει να μπορεί να εργαστεί δέκα ή δώδεκα ή και περισσότερες ώρες την ημέρα. Πληρώνοντας όμως την καθημερινή ή τη βδομαδιάτικη αξία της εργατικής δύναμης του κλώστη, ο καπιταλιστής απόχτησε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί την εργατική αυτή δύναμη όσο διαρκεί ολόκληρη η μέρα ή η βδομάδα. Θα τον βάλει, λοιπόν, να εργάζεται κάθε μέρα δώδεκα, ας πούμε, ώρες. Θα πρέπει, δηλαδή, να εργάζεται άλλες έξι ώρες πέρα και πάνω από τις έξι ώρες που χρειάζεται για να αναπληρώσει το μισθό του ή την αξία της εργατικής του δύναμης και αυτές τις ώρες θα τις ονομάω ώρες υπερεργασίας. Η υπερεργασία αυτή θα αντικειμενικοποιηθεί σε μια υπεραξία και ένα υπερπροϊόν. Αν λ.χ. ο κλώστης μας με την καθημερινή του εξάωρη εργασία πρόσθετε στο βαμβάκι 3 σελλίνια αξία, μια αξία που είναι ίσα-ίσα ένα ισοδύναμο με το μισθό του, σε δώδεκα ώρες θα πρόσθετε στο μπαμπάκι μια αξία από έξι σελλίνια και θα έφτιανε ένα ανάλογο πλεόνασμα από νήμα. Μια που πούλησε την εργατική του δύναμη στον καπιταλιστή, ολόκληρη η αξία του προϊόντος που δημιουργήθηκε απ’ αυτόν ανήκει στον καπιταλιστή, στον ιδιοχτήτη pro tem [για την ώρα] της εργατικής του δύναμης. Ο καπιταλιστής, πληρώνοντας τρία σελλίνια, θα πραγματοποιήσει, λοιπόν, μια αξία από 6 σελλίνια, γιατί πληρώνοντας μια αξία, που μέσα της είναι αποκρυσταλλωμένες έξι ώρες εργασίας, παίρνει σε αντάλλαγμα μια αξία όπου είναι αποκρυσταλλωμένες δώδεκα ώρες εργασίας. Με την καθημερινή επανάληψη της ίδιας αυτής κίνησης θα πληρώνει ο καπιταλιστής κάθε μέρα τρία σελλίνια και θα τσεπώνει κάθε μέρα έξι σελλίνια, απ’ τα οποία τα μισά θα πηγαίνουν ξανά για να πληρωθεί ο μισθός του εργάτη και τα άλλα μισά θα αποτελούν την υπεραξία, που γι’ αυτή δεν πληρώνει κανένα ισοδύναμο. Πάνω σ’ αυτό το είδος της συναλλαγής ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία στηρίζεται ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής ή το σύστημα της μισθωτής εργασίας, που αναπαράγει σταθερά τον εργάτη σαν εργάτη και τον καπιταλιστή σαν καπιταλιστή (40).   

Όταν όλοι οι άλλοι όροι παραμένουν οι ίδιοι, το ποσοστό της υπεραξίας θα εξαρτιέται από την αναλογία ανάμεσα σε κείνο το μέρος της εργάσιμης μέρας που είναι αναγκαίο για να αναπαράγεται η αξία της εργατικής δύναμης και στον παραπάνω χρόνο η υπερεργασία, που γίνεται για τον καπιταλιστή. Θα εξαρτιέται, κατά συνέπεια, από την αναλογία που παρατείνεται η εργάσιμη μέρα πέρα και πάνω από το χρονικό διάστημα, που αναπαράγει ο εργάτης με την εργασία του μόνο την αξία της εργατικής του δύναμης ή που αναπληρώνει το μισθό του (41).

——————————————-

39.  Ας έχουμε υπόψη μας ότι εδώ, όπως και αλλού, ο Μαρξ υποθέτει πως ο μισθός αντιστοιχεί στην αξία της εργατικής δύναμης. Πρόκειται για μια υποθεση που είναι αναγκαία για να οικοδομηθεί ο θεωρητικός συλλογισμός που ακολουθεί. Στην πραγματικότητα, όπως είναι γνωστό, η τιμή της εγατικής δύναμης διαφέρει από την αξία της, όπως συμβαίνει και για κάθε άλλο εμπόρευμα. Γίνεται, συνεπώς, αφαίρεση των διακυμάνσεων του μισθού γύρω από το “κέντρο έλξης” του, που είναι η αξία της εργατικής δύναμης.

40.  Πρόκειται, όπως βλέπουμε, για μια μορφή ανταλλαγής εντελώς ιδιαίτερη και χαρακτηριστική για το κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγής. Από τη μια πλευρά η ανταλλαγή γίνεται ανάμεσα στο μισθό που ο κεφαλιαοκράτης πληρώνει στον εργάτη και την εργατική δύναμη που ο εργάτης παραχωρεί στον κεφαλαιοκράτη για μια ορισμένη χρονική περίοδο (μια μέρα ή μια βδομάδα). Απ’ την άλλη πλευρά, όμως, επειδή ο κεφαλαιοκράτης είναι ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής αυτό το “ελεύθερο” συμβόλαιο με τον εργάτη, επιτρέπει ν’ αποχτήσει σε αντάλλαγμα του μισθού ένα ποσό αξίας (που δημιούργησε ο εργάτης στο χρόνο που συμφώνησαν) που είναι μεγαλύτερο από την αξία της εργατικής δύναμης. Εδώ βρίσκεται το “μυστήριο” της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. 

41. Στο παράδειγμα αυτό, δεδομένου ότι ο μισθός είναι 3 σελλίνια και η υπεραξία που δημιουργείται είναι επίσης 3 σελλίνια, το ποσοστό της υπεραξίας είναι 100%.
Advertisements
 

Η εργατική δύναμη (Μισθός, Τιμή, Κέρδος)


VII. Η εργατική δύναμη
Αφού αναλύσαμε τώρα, όσο ήταν δυνατό να γίνει με το βιαστικό αυτό τρόπο, τη φύση της αξίας, της αξίας οποιουδήποτε εμπορεύματος, πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στην ειδική αξία της εργασίας. Και εδώ πρέπει να σας εκπλήξω πάλι με ένα φαινομενικά παράδοξο. Όλοι είσαστε βέβαιοι πως αυτό που πουλάτε καθημερινά είναι η εργασία σας, πως, κατά συνέπεια, η εργασία έχει τιμή και πως, μιας και η τιμή ενός εμπορεύματος είναι μόνο και μόνο η χρηματική έκφραση της αξίας του, θα πρέπει δίχως άλλο να υπάρχει κάτι τέτοιο, σαν την «αξία της εργασίας».
Ωστόσο, δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως η αξία της εργασίας με την κοινή σημασία της λέξης. Είδαμε πως το ποσό της αναγκαίας εργασίας, που είναι αποκρυσταλλωμένο σε ένα εμπόρευμα, αποτελεί την αξία του. Με τι τρόπο μπορούμε τώρα, αν εφαρμόσουμε την έννοια αυτή της αξίας, να καθορίσουμε πόση είναι η αξία μιας δεκάωρης, ας πούμε, μέρας; Πόση εργασία περιέχεται σ’ αυτή την εργάσιμη μέρα; Δέκα ώρες εργασία. Το να λέμε πως η αξία μιας δεκάωρης εργάσιμης μέρας είναι ίση με δέκα ωρών εργασία ή με το ποσό της εργασίας που περιέχεται σ’ αυτή, δεν είναι μόνο ταυτολογία μα και παραλογισμός. Εννοείται πως, αν ανακαλύψουμε την αληθινή, μα κρυμμένη έννοια της φράσης «αξία της εργασίας», θα είμαστε σε θέση να εξηγήσουμε αυτή την παράλογη και φαινομενικά ακατόρθωτη μεταχείριση της αξίας, με τον ίδιο τρόπο που, όταν βεβαιωθούμε για την πραγματική κίνηση των ουράνιων σωμάτων, είμαστε σε θέση να εξηγήσουμε και τις επιφανειακές ή φαινομενικές μόνο κινήσεις τους.
Αυτό που πουλάει ο εργαζόμενος δεν είναι άμεσα η εργασία του μα η εργατική του δύναμη, που μεταβιβάζει στον καπιταλιστή την προσωρινή της χρήση (35). Αυτό είναι τόσο σωστό που ο νόμος – δεν ξέρω αν με τον αγγλικό νόμο, οπωσδήποτε όμως με μερικούς ηπειρωτικούς νόμους – καθορίζει τον ανώτατο χρόνο που επιτρέπεται σε έναν άνθρωπο να πουλά την εργατική του δύναμη. Αν του επιτρεπόταν να την πουλήσει για απεριόριστο χρονικό διάστημα, θα ξαναγύριζε αμέσως η δουλεία. Μια τέτοια πούληση, αν περιλάβαινε λ.χ. όλη τη διάρκεια της ζωής του, θα τον έκανε μονομιάς σκλάβο του εργοδότη του.

Ένας από τους πιο παλιούς οικονομολόγους και τους πιο πρωτότυπους φιλοσόφους της Αγγλίας – ο Τόμας Χομπς (Thomas Hobbes) – είχε κιόλας βρει από ένστικτο, στο «Λεβιάθαν» του, αυτό το σημείο, που το παράβλεψαν όλοι οι μεταγενέστεροί του. Εκεί λέει:
«Η αξία (value of worth) ενός ανθρώπου είναι,
όπως και σε όλα τα άλλα εμπορεύματα, η τιμή του:
δηλαδή τόσο, όσο θα έδιναν για να χρησιμοποιήσουν
τη δύναμή του»   
Ξεκινώντας από τη βάση αυτή θα είμαστε σε θέση να καθορίσουμε την αξία της εργασίας όπως την καθορίσαμε και σε όλα τα άλλα εμπορεύματα.  
Μα πριν κάνουμε αυτό, μπορούμε να ρωτήσουμε σε τι οφείλεται το περίεργο αυτό φαινόμενο, να βρίσκουμε στην αγορά μια ομάδα από αγοραστές που κατέχουν γη, μηχανές, πρώτες ύλες και μέσα συντήρησης και που όλα αυτά, εκτός από τη χέρσα γη, είναι προϊόντα εργασίας, και από το άλλο μέρος, μια ομάδα από πουλητές, που δεν έχουν τίποτα άλλο να πουλήσουν έξω από την εργατική τους δύναμη, τα εργαζόμενά τους χέρια και μυαλά; Η μια ομάδα να αγοράζει αδιάκοπα για να βγάζει κέρδη και να πλουτίζει, ενώ η άλλη να πουλάει αδιάκοπα για να κερδίζει τα απαραίτητα για τη ζωή της; Η έρευνα για το ζήτημα αυτό θα ήταν μια έρευνα γι’ αυτό που οι οικονομολόγοι ονομάζουν «προηγούμενη ή πρωταρχική συσσώρευση», μα που θα έπρεπε να το ονομάζουν πρωταρχική απαλλοτρίωση. Θα βρίσκαμε τότε πως αυτή η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση δεν σημαίνει τίποτα άλλο, παρά μια σειρά από ιστορικές διαδικασίες, που καταλήγουν στη διάσπαση της πρωταρχικής ενότητας ανάμεσα στον Άνθρωπο και τα Μέσα της Εργασίας του. Μια τέτοια, όμως, έρευνα βρίσκεται έξω από την περιοχή του τωρινού μου θέματος (36). Μιας και έγινε ο χωρισμός ανάμεσα στον Άνθρωπο της Εργασίας και τα Μέσα της Εργασίας, η κατάσταση αυτή διατηρείται και αναπαράγεται σε μια ολοένα και πιο μεγάλη κλίμακα, ώσπου να την ανατρέψει πάλι μια καινούρια και ριζική επανάσταση στον τρόπο παραγωγής και να αποκαταστήσει την αρχική ενότητα σε καινούρια ιστορική μορφή (37)
Τι είναι, τότε, η αξία της εργατικής δύναμης;
Όπως και σε κάθε άλλο εμπόρευμα, η αξία της καθορίζεται από το ποσό της εργασίας που είναι αναγκαίο για την παραγωγή της. Η εργατική δύναμη ενός ανθρώπου υπάρχει μόνο μέσα στο ζωντανό του σώμα. Ένας άνθρωπος πρέπει να καταναλώσει μια ορισμένη μάζα από μέσα συντήρησης για να μεγαλώσει και να διατηρηθεί στη ζωή. Ο άνθρωπος όμως θα φθαρεί, όπως και η μηχανή, και πρέπει να τον αντικαταστήσει κάποιος άλλος άνθρωπος. Εκτός από τη μάζα των διαφόρων μέσων συντήρησης που απαιτείται για τη δική του συντήρηση, χρειάζεται και μια άλλη ποσότητα από μέσα συντήρησης για να αναθρέψει ένα ορισμένο αριθμό παιδιά, που θα τον αντικαταστήσουν στην αγορά εργασίας και θα διαιωνίσουν το γένος των εργατών. 
Εκτός απ’ αυτά, για να αναπτύξει την εργατική του δύναμη και για να αποχτήσει μια δοσμένη επιδεξιότητα, πρέπει να ξοδευτεί ένα άλλο ποσό από αξίες. Για το σκοπό μας είναι αρκετό να λάβουμε υπ’ όψη μας μονάχα τη μέση εργασία, που τα έξοδά της για την εκμάθησή της και την ειδίκευση είναι μηδαμινά. Ακόμα, πρέπει να επωφεληθώ από την ευκαιρία τούτη για να αναφέρω πως, όπως διαφέρει το κόστος παραγωγής στις διάφορες ποιότητες της εργατικής δύναμης, έτσι πρέπει να διαφέρει και η αξία της εργατικής δύναμης που χρησιμοποιείται στους διάφορους κλάδους της παραγωγής. Η απαίτηση για ισότητα μισθών στηρίζεται λοιπόν σε πλάνη, είναι μια μωρή επιθυμία, που δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί ποτέ. Είναι προϊόν του ψεύτικου και ρηχού εκείνου ριζοσπαστισμού, που δέχεταιι τις προϋποθέσεις και ζητάει να αποφύγει τα συμπεράσματα. Με βάση το σύστημα της μισθωτής εργασίας, η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζεται με τον ίδιο τρόπο που καθορίζεται και η αξία κάθε άλλου εμπορεύματος και επειδή τα διάφορα είδη της εργατικής δύναμης έχουν διαφορετικές αξίες ή απαιτούν διαφορετικά ποσά εργασίας για την παραγωγή τους, πρέπει στην αγορά εργασίας να βρίσκουν διαφορετικές τιμές. Το να φωνάζεις για ίση, ή ακόμα και για δίκαιη αμοιβή με βάση το σύστημα της μισθωτής εργασίας, είναι το ίδιο σα να φωνάζεις για λευτεριά με βάση το σύστημα της δουλείας (38).
To ζήτημα είναι: Τι είναι αναγκαίο και αναπόφευχτο σε ένα δοσμένο σύστημα παραγωγής;
Ύστερα από αυτά που είπαμε, βλέπουμε πως η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζεται από την αξία των μέσων συντήρησης, που απαιτούνται για να παραχθεί, αναπτυχθεί και διαιωνισθεί η εργατική δύναμη.
———————————————–
35. Φαίνεται, αντίθετα, από πρώτη όψη, ότι ο εργάτης πουλάει την «εργασία» του και αυτή η αντίληψη είναι πλατιά διαδομένη. Αυτή είναι η πλευρά του ζητήματος που ο Μαρξ αποκαλεί φαινομενική. Η θεωρητική ανάλυση αποδείχνει όμως ότι ο εργάτης πουλά ουσιαστικά όχι την εργασία του, αλλά την εργατική του δύναμη, ή την ικανότητά του για δουλειά. Αυτό είναι ένα από τα κεφαλαιώδη σημεία της μαρξιστικής θεωρίας της υπεραξίας και της μαρξιστικής μεθόδου ανάλυσης.


36. Ο αναγνώστης που θέλει να γνωριστεί μ’ αυτή την ανάλυση του Μαρξ μπορεί να συμβουλευτεί «Το Κεφάλαιο», τόμος 1, κεφ. 24: «Η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση». Στο κεφάλαιο αυτό εξετάζεται η διαδικασία με την οποία οι εργαζόμενοι αλλοτριώθηκαν από τα μέσα εργασίας τους και εμφανίστηκαν οι κεφαλαιοκράτες της βιομηχανίας. Τέλος, στο κεφάλαιο αυτό διατυπώνεται ο χαρακτηρισμός (που είναι φημισμένος πια στη μαρξιστική φιλολογία), «της ιστορικής τάσης της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης».
37. Γίνεται υπαινιγμός για το νέο σοσιαλιστικό κοινωνικό σύστημα, όπου, μετά την απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών κεφαλαιοκρατών, δεν υπάρχει ο χωρισμός ανάμεσα στους εργαζομένους και στα μέσα της εργασίας τους. Όλα τα βασικά μέσα εργασίας, είναι, πράγματι, στο σοσιαλισμό κοινή ιδιοκτησία του συνόλου της κοινότητας.
38. Στην ανάλυση αυτή του Μαρξ βρίσκουμε διατυπωμένη, με συνθετικό τρόπο και σε επαναστατική βάση, την εξήγηση της διαφοράς που υπάρχει στις αμοιβές των μισθωτών εργαζομένων. Το κόστος της επαγγελματικής κατάρτισης ενός τεχνικού ή ενός ειδικευμένου εργάτη είναι υψηλότερο από εκείνο ενός απλού εργάτη. Γι’ αυτό και η αμοιβή τους πρέπει να είναιι υψηλότερη από την αμοιβή του τελευταίου. Η «μισθοδοτική ιδιότητα» συνίσταται, λοιπόν, στην ανισότητα του επιπέδου αμοιβής για εργαζόμενους που έχουν διαφορετικά επίπεδα επαγγελματικής κατάρτισης.
Το πρόβλημα εμφανίζεται κατά διαφορετικό τρόπο στην ανώτερη φάση του σοσιαλισμού (την καθαρά κομμουνιστική). Βλ. επίσης Κ. Μαρξ «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα»  
      


 

Αξία και εργασία (Μισθός, Τιμή, Κέρδος)

VI. ΑΞΙΑ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑ (συνέχεια από εδώ)
Όταν υπολογίζουμε την ανταλλαχτική αξία ενός εμπορεύματος πρέπει να προσθέτουμε στο ποσό της εργασίας που χρησιμοποιήθηκε τελευταία και το ποσό της εργασίας που καταναλώθηκε προηγούμενα στην πρώτη ύλη του εμπορεύματος, καθώς και την εργασία που ξοδεύτηκε στα όργανα, τα εργαλεία, τις μηχανές και τα χτίρια, που παίρνουν μέρος στη δουλιά αυτή. Η αξία ενός ορισμένου ποσού λ.χ. βαμβακερής κλωστής είναι αποκρυστάλλωμα του ποσού της εργασίας που έχει προστεθεί στο βαμβάκι, όταν το έκλωθαν, του ποσού της εργασίας που είχε προηγούμενα αντικειμενοποιηθεί στο ίδιο το βαμβάκι, του ποσού της εργασίας που είχε αντικειμενοποιηθεί στο κάρβουνο, το λάδι και τις άλλες βοηθητικές ύλες που χρησιμοποιήθηκαν, του ποσού της εργασίας που στερεοποιήθηκε στην ατμομηχανή, τα αδράχτια, τα χτίρια του εργοστασίου κ.τ.λ. Τα καθαυτό όργανα της παραγωγής, όπως τα εργαλεία, οι μηχανές, τα χτίρια, χρησιμοποιούνται ξανά και ξανά για ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο χρονικό διάστημα σε επαναλαμβανόμενους κύκλους παραγωγής. Αν ξοδεύονταν δια μιας, όπως η πρώτη ύλη, ολόκληρη η αξία τους θα περνούσε δια μιας στα εμπορεύματα που έγιναν με τη βοήθειά τους. Επειδή όμως ένα αδράχτι λ.χ. ξοδεύεται μόνο λίγο-λίγο, γίνεται ένας περίπου υπολογισμός με βάση το μέσο χρονικό διάστημα που διαρκεί και τη μέση κατανάλωση ή φθορά του στο διάστημα μιας ορισμένης χρονικής περιόδου, ας πούμε μιας ημέρας. Μ’ αυτό τον τρόπο υπολογίζουμε πόσο μέρος από την αξία του αδραχτιού μεταφέρεται στην κλωστή που κλώθεται σε μια μέρα και πόσο μέρος κατά συνέπεια από το ολικό ποσό της εργασίας, που έχει πραγματοποιηθεί λ.χ. σε μια λίβρα κλωστή, οφείλεται στο ποσό της εργασίας που είχε προηγούμενα αντικειμενοποιηθεί στο αδράχτι (28). Για τον τωρινό μας σκοπό δεν χρειάζεται να σταθούμε περισσότερο στο σημείο αυτό.

Θα μπορούσε να νομισθεί πως, αν η αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται από τοο ποσό της εργασίας που ξοδεύεται για την παραγωγή του, όσο πιο τεμπέλης, όσο πιο αδέξιος είναι ένας άνθρωπος, τόσο πιο μεγάλη αξία θα έχει το εμπόρευμά του, γιατί τόσο μεγαλύτερο θα είναι το χρονικό διάστημα που χρειάζεται για την κατασκευή του εμπορεύματος. Αυτό, ωστόσο, θα ήταν μια αξιοθρήνητη πλάνη. Θα θυμάστε πως χρησιμοποίησα τη λέξη «κοινωνική εργασία» και ο χαρακτηρισμός αυτός «κοινωνική» κλείνει πολλά μέσα του. Όταν λέμε πως η αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται από το ποσό της εργασίας που έχει διατεθεί ή αποκρυσταλλωθεί σ’ αυτό, εννοούμε το ποσό της εργασίας που είναι αναγκαίο για την παραγωγή του, σε μια δοσμένη κοινωνική κατάσταση, κάτω από ορισμένους μέσους κοινωνικούς όρους παραγωγής, με μια δοσμένη μέση κοινωνική εντατικότητα και με μια μέση επιδεξιότητα της εργασίας που χρησιμοποιήθηκε. Όταν στην Αγγλία άρχισε ο μηχανικός αργαλιός να συναγωνίζεται τον χειροκίνητο αργαλιό, χρειάζονταν μόνο ο μισός χρόνος εργασίας από πριν για να μετατραπεί ένα ορισμένο ποσό κλωστή σε μια γιάρδα βαμβακερό ή λινό ύφασμα. Ο φτωχός χειροτέχνης υφαντής δούλευε τώρα δέκα επτά και δέκα οχτώ ώρες τη μέρα αντί για εννέα ή δέκα που δούλευε πρώτα. Το προϊόν όμως της εικοσάωρης εργασίας του αντιπροσώπευε τώρα μόνο δέκα ώρες κοινωνική εργασία ή δέκα ώρες εργασία κοινωνικά αναγκαίες για να μεταρέψει ένα ορισμένο ποσό κλωστή σε ύφασμα. Το προϊόν των είκοσι ωρών του δεν είχε, κατά συνέπεια, περισσότερη αξία απ’ ό,τι το προηγούμενο προϊόν του των δέκα ωρών (29).

Αν λοιπόν, ρυθμίζει τις ανταλλαχτικές αξίες των εμπορευμάτων το ποσό της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας που είναι αντικειμενοποιημένο σ’ αυτά, κάθε αύξηση στο ποσό της εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή ενός εμπορεύματος θα πρέπει να μεγαλώνει την αξία του, όπως και κάθε ελάττωσή του θα πρέπει να τη μικραίνει.

Αν τα αντίστοιχα ποσά της εργασίας, που είναι απαραίτητα για να παραχθούν τα αντίστοιχα εμπορεύματα, παρέμεναν σταθερά, θα παρέμεναν και οι σχετικές τους αξίες παρόμοια σταθερές. Μα δεν είναι έτσι. Το ποσό της εργασίας που απαιτείται για να παραχθεί ένα εμπόρευμα αλλάζει ολοένα παράλληλα με τις αλλαγές στην παραγωγική δύναμη της εργασίας, τόσο περισσότερο προϊόν παράγεται μέσα σε ένα δοσμένο χρονικό διάστημα εργασίας, και όσο μικρότερη είναι η παραγωγική δύναμη της εργασίας, τόσο λιγότερο προϊόν παράγεται στο ίδιο χρονικό διάστημα. Αν λ.χ. με την αύξηση του πληθυσμού γινόταν απαραίτητο να καλλιεργηθούν και λιγότερο εύφορα εδάφη, μόνο αν ξοδευόταν μεγαλύτερο ποσό εργασίας θα ήταν δυνατό να έχουμε το ίδιο ποσό από προϊόντα και η αξία, κατά συνέπεια, του αγροτικού προϊόντος θα ανέβαινε. Από το άλλο μέρος, αν με τα σύγχρονα μέσα παραγωγής, ένας μόνο κλώστης μετατρέπει σε κλωστή, σε μια εργάσιμη μέρα, πολλές χιλιάδες φορές περισσότερο βαμβάκι απ’ όσο θα μπορούσε να κλώσει με το ροδάνι, μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα, είναι φανερό, πως κάθε ξεχωριστή λίβρα βαμβάκι θα απορροφούσε πολλές χιλιάδες φορές λιγότερη κλωστική εργασία απ’ ότι πρώτα και πως, κατά συνέπεια, η αξία που προσθέτει σε κάθε λίβρα βαμβάκι θα είναι χιλιάδες φορές μικρότερη από ό,τι είπαν προηγούμενα. Η αξία της κλωστής θα πέσει ανάλογα (30).


Εκτός από τη διαφορετική ενεργητικότητα και την αποχτημένη επιδεξιότητα στην εργασία στους διαφορετικούς λαούς, η παραγωγική δύναμη της εργασίας πρέπει, πριν απ’ όλα, να εξαρτιέται:

Πρώτο: Από τους φυσικούς όρους της εργασίας, όπως είναι λ.χ. η ευφορία του εδάφους, η αποδοτικότητα των μεταλλείων κ.τ.λ.

Δεύτερο: Από την προοδευτική τελειοποίηση των Κοινωνικών Δυνάμεων της Εργασίας, που προέρχεται από την παραγωγή σε μεγάλη κλίμακα, από τη συγκέντρωση του κεφαλαίου και το συνδυασμό της εργασίας, από τον καταμερισμό της εργασίας, από τις μηχανές, τις βελτιωμένες μέθοδες, τη χρησιμοποίηση χημικών και άλλων φυσικών μέσων, τη συμπίεση του χρόνου και του χώρου με τα μέσα συγκοινωνίας και μεταφοράς καθώς και από κάθε άλλη επινόηση που μ’ αυτή η επιστήμη υποχρεώνει τις φυσικές δυνάμεις να υπηρετήσουν την εργασία και που χάρη σ’ αυτή αναπτύσσεται ο κοινωνικός ή συνεργατικός χαρακτήρας της εργασίας. Όσο μεγαλύτερες είναι οι παραγωγικές δυνάμεις της εργασίας, τόσο λιγότερη εργασία ξοδεύεται για ένα δοσμένο ποσό προϊόντος, τόσο μικρότερη, λοιπόν, η αξία του. Μπορούμε, κατά συνέπεια, να καθορίσουμε σα γενικό νόμο πως:

Οι αξίες των εμπορευμάτων είναι κατευθείαν ανάλογες με το χρόνο της εργασίας που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή τους και αντίστροφα ανάλογες με την παραγωγική δύναμη της εργασίας που χρησιμοποιήθηκε.

Και μια που ως τώρα μιλούσα μόνο για αξία, θα προσθέσω μερικά λόγια για την τιμή, που είναι μια ιδιαίτερη μορφή αξίας. 

Η τιμή, αυτή καθαυτή, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η χρηματική έκφραση της αξίας. Οι αξίες λ.χ. όλων των εμπορευμάτων σε τούτη τη χώρα (σ.σ Αγγλία) εκφράζονται σε τιμές χρυσού, ενώ, αντίθετα, στην ηπειρωτική Ευρώπη εκφράζονται κατά κύριο λόγο σε τιμές αργύρου.Η αξία του χρυσού ή του αργύρου, όπως και όλων των άλλων εμπορευμάτων, ρυθμίζεται από το ποσό της εργασίας που είναι αναγκαίο για την απόχτησή τους. Ένα ορισμένο ποσό από τα εθνικά σας προϊόντα, όπου έχει αποκρυσταλλωθεί ένα ορισμένο ποσό από την εθνική σας εργασία, το ανταλλάσσετε με το προϊόν των χωρών που παράγουν χρυσάφι και ασήμι, όπου έχει αποκρυσταλλωθεί ένα ποσό από τη δική τους εργασία. Μ’ αυτό τον τρόπο, στην πραγματικότητα με την άμεση ανταλλαγή, μαθαίνετε να εκφράζετε σε χρυσό ή άργυρο τις τιμές όλων των εμπορευμάτων, δηλαδή, τα αντίστοιχα ποσά εργασίας που ξοδεύονται σε αυτά. Αν εξετάσετε κάπως κοντύτερα τη χρηματική έκφραση της αξίας, ή, πράγμα που κάνει το ίδιο, τη μετατροπή της αξίας σε τιμή, θα βρείτε πως αυτό είναι μια μέθοδος να δίνετε στις αξίες όλων των εμπορευμάτων μια ανεξάρτητη και ομογενή μορφή, ή να τις εκφράζετε σαν ποσά ίσης κοινωνικής εργασίας (31). Ως το σημείο που η τιμή είναι μόνο η χρηματική έκφραση της αξίας, ο Άνταμ Σμιθ την ονόμασε «natural price» [φυσική τιμή] και οι Γάλλοι φυσιοκράτες (32) «prix nécessaire» [αναγκαία τιμή].

Ποια σχέση υπάρχει τότε ανάμεσα στην αξία και τις τιμές στην αγορά ή ανάμεσα στις φυσικές τιμές και τις τιμές στην αγορά; Όλοι σας ξέρετε πως η τιμή στην αγορά είναι η ίδια για όλα τα εμπορεύματα του ίδιου είδους, οσοδήποτε κι αν διαφέρουν οι όροι της παραγωγής στον κάθε ξεχωριστό παραγωγό. Η τιμή στην αγορά εκφράζει το μέσο ποσό κοινωνικής εργασίας που είναι αναγκαίο, κάτω από τις μέσες συνθήκες παραγωγής, να εφοδιάζει την αγορά με μια ορισμένη μάζα από κάποιο εμπόρευμα. Την υπολογίζουμε πάνω στο συνολικό ποσό του εμπορεύματος αυτού. 

Σύμφωνα μ’ αυτά η τιμή που έχει ένα εμπόρευμα στην αγορά ταυτίζεται με την αξία του. Από το άλλο μέρος, οι διακυμάνσεις των τιμών στην αγορά, που πότε ανεβαίνουν πάνω και πότε κατεβαίνουν κάτω από την αξία ή φυσική τους τιμή, εξαρτιώνται από τις διακυμάνσεις στην προσφορά και τη ζήτηση. Οι παρεκκλίσεις των τιμών στην αγορά από την αξία τους είναι αδιάκοπες, μα, όπως λέει ο Άνταμ Σμιθ:


«Η φυσική τιμή…είναι η κεντρική τιμή που γύρω της περιστρέφονται αδιάκοπα 
οι τιμές όλων των εμπορευμάτων. Διάφορα περιστατικά μπορούν άλλοτε να τις 
κρατούν αρκετά πάνω από αυτή και άλλοτε να τις ρίχνουν κάτω και μάλιστα κάτι πιο 
κάτω και από αυτή. Μα, παρά τα όποια εμπόδια που δεν τις αφήνουν να κατακαθήσουν
στο κέντρο αυτό της ηρεμίας και της ακινησίας, αυτές τείνουν αδιάκοπα σ’ αυτό».


Δεν μπορώ να εξετάσω τώρα πιο βαθιά το ζήτημα αυτό. Αρκεί να πω πως, αν η προσφορά και η ζήτηση ισορροπούν, οι τιμές των εμπορευμάτων στην αγορά θα αντιστοιχούν με τις φυσικές τους τιμές, δηλαδή με τις αξίες τους, όπως αυτές καθορίζονται από τις αντίστοιχες ποσότητες εργασίας που χρειάζονται για την παραγωγή τους. Η προσφορά όμως και η ζήτηση πρέπει να τείνουν εξακολουθητικά να ισορροπούνται, αν και αυτό γίνεται μονάχα με τον συμψηφισμό της μιας διακύμανσης με την άλλη, μια ύψωσης με μια πτώση και αντίστροφα. Αν, αντί να βλέπετε μόνο τις καθημερινές διακυμάνσεις, αναλύσετε την κίνηση των τιμών στην αγορά για μεγαλύτερες χρνικές περίοδες, όπως έκανε λ.χ. ο Τουκ στο έργο του «Ιστορία των τιμών», θα βρείτε πως οι διακυμάνσεις των τιμών στην αγορά, οι παρεκκλίσεις τους από τις αξίες, τα πάνω και τα κάτω τους, παραλύουν και ισοσταθμίζουν η μια την άλλη, έτσι που αν παραβλέψουμε την επίδραση των μονοπωλίων καθώς και μερικές άλλες τροποποιήσεις, που τώρα είμαι υποχρεωμένος να τις προσπεράσω, όλα τα είδη των εμπορευμάτων πουλιούνται, κατά μέσο όρο, στις αντίστοιχες αξίες τους, ή τις φυσικές τους τιμές(33).
Η μέση χρονική περίοδος που στη διάρκειά της ισοσταθμίζονται μεταξύ τους οι διακυμάνσεις των τιμών στην αγορά είναι διαφορετική για τα διάφορα είδη των εμπορευμάτων, γιατί στο ένα είδος είναι ευκολότερο να προσαρμοστεί η προσφορά στη ζήτηση παρά στο άλλο.

Αν τώρα, μιλώντας γενικότερα και αγκαλιάζοντας κάπως μεγαλύτερες χρονικές περίοδες, όλες οι κατηγορίες των εμπορευμάτων πουλιούνται στις αντίστοιχες αξίες τους, είναι παραλογισμός να υποθέσουμε πως τα κέρδη, όχι σε ατομικές περιπτώσεις, μα τα σταθερά και συνηθισμένα κέρδη στους διάφορους κλάδους της παραγωγής, προέρχονται από μια προσαύξηση πάνω στις τιμές των εμπορευμάτων ή γιατί πουλιούνται σε τιμές που ξεπερνούν σημαντικά την αξία τους. Ο παραλογισμός στην αντίληψη αυτή γίνεται φανερός αν τον γενικέψουμε. Αυτό, που ένας άνθρωπος θα κέρδιζε σταθερά σαν πουλητής, θα το έχανε άλλο τόσο σταθερά σαν αγοραστής. Δεν θα ωφελούσαμε σε τίποτα αν λέγαμε πως υπάρχουν άνθρωποι που είναι αγοραστές χωρίς να είναι πουλητές, ή καταναλωτές χωρίς να είναι παραγωγοί. Ό,τι πληρώνουν οι άνθρωποι αυτοι στους παραγωγούς, πρέπει να το έχουν πάρει δωρεάν από αυτούς. Αν κάποιος παίρνει πρώτα τα χρήματά σας και ύστερα σας τα γυρίζει πίσω αγοράζοντας τα εμπορεύματά σας, δεν πρόκειται να πλουτίσετε ποτέ πουλώντας τα εμπορεύματά σας πολύ ακριβά σ’ αυτόν τον ίδιο άνθρωπο. Αυτό το είδος της συναλλαγής θα μπορούσε να ελαττώσει μια ζημιά, μα ποτέ δεν θα βοηθούσε να πραγματοποιηθεί κέρδος.

Για να εξηγήσετε λοιπόν τη γενική φύση του κέρδους θα πρέπει να ξεκινήσετε από το αξίωμα πως, κατά μέσο όρο, τα εμπορεύματα πουλιούνται στις πραγματικές τους αξίες και πως τα κέρδη βγαίνουν από την πούλησή τους στην αξία τους, δηλαδή ανάλογα με το ποσό της εργασίας που είναι αντικειμενοποιημένο σε αυτά. Αν δεν μπορείτε να εξηγήσετε το κέρδος με την προϋπόθεση αυτή, δεν θα μπορέσετε να το εξηγήσετε καθόλου. Αυτό φαίνεται παράδοξο και αντίθετο με την καθημερινή παρατήρηση (34). Το ίδιο παράδοξο είναι πως η Γη περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο και πως το νερό αποτελείται από δύο εξαιρετικά εύφλεχτα αέρια. Η επιστημονική αλήθεια είναι πάντα παράδοξη, όταν την κρίνουμε από την καθημερινή πείρα που αντιλαμβάνεται μόνο την απατηλή εξωτερική όψη των πραγμάτων.
———————————————————

28. Π.χ., αν μια μιηχανή έχει οικονομική διάρκεια 10 ετών, κάθε χρόνο υποτίθεται ότι φθείρεται κατά το 1/10 της αξίας της. Το ποσοστό αυτού – που γενικά αποκαλείται απόσβεση της αξίας της μηχανής – διοχετεύεται στην αξία του εμπορεύματος που παράγεται στη διάρκεια ενός χρόνου σε αναλογία 1/10 της αξίας της μηχανής. Αν η αξία της μηχανής είναι 1 εκατομμύριο δρχ. και η αξία του ετήσιου προϊόντος είναι 2 εκατομμύρια, σημαίνει ότι οι εκατό χιλιάδες από τα δύο αυτά εκατομμύρια αντιπροσωπεύουν τη φθορά της μηχανής μέσα σ’ ένα χρόνο. (Στην πραγματικότητα ο υπολογισμός της απόσβεσης είναι πολύ πιο σύνθετος από ό,τι μπορεί να φανεί μ’ αυτό το απλουστευμένο παράδειγμα).

29. Ας σημειωθεί ότι ακριβώς αυτή η διάσταση ανάμεσα στην «ατομική» αξία (στο παράδειγμά μας οι είκοσι ώρες εργασίας στο χειροκίνητο αργαλειό) και την κοινωνική αξία – υπολογισμένη στη βάση των συνθηκών της τεχνικής της παραγωγής και της μέσης επιδεξιότητας της εργασίας – που κάνει να υποκύπτουν στην πάλη του ανταγωνισμού οι λιγότερο ικανοί παραγωγοί ως το σημείο να τους εξοβελίζει από την αγορά.

30. Αυτός είναι ο κυριότερος λόγος για τον οποίο, στην πορεία της ανάπτυξης του καπιταλισμού από τις πρώτες μανιφακτούρες στη σύγχρονη βιομηχανία, οι αξίες των διαφόρων προϊόντων όσο πάνε και μειώνονται. Μια τέτοια μείωση αντικαθρεφτίζεται στη μείωση του κόστους παραγωγής τους και οφείλεται στη συνεχή αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνικής εργασίας. Έχοντας σα δεδομένοότι η αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή της, όσο λιγότερος θα είναι ο χρόνος εργασίας τόσο μικρότερη θα είναι και η αντίστοιχη αξία του εμπορεύματος. Όπως βλέπουμε, πρόκειται για ένα σημείο εξαιρετικά σημαντικό στη μαρξιστική θεωρία της αξίας.

31. Μ’ άλλα λόγια, εμπορεύματα διαφορετικής ποιότητας, που χρησιμεύουν στην ικανοποίηση διαφορετικών αναγκών, ανάγονται σε ποσότητες ίσης κοινωνικής εργασίας και καθίστανται, συνεπώς, ομοιογενή χάρη στην κοινή ουσία της αξίας που εμπεριέχεται σ’ αυτά και που εκφράζεται με ένα ορισμένο ποσό χρήματος. Τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται, λοιπόν, μεταξύ τους σε ορισμένες αναλογίες που εξαρτώνται από την ποσότητα της εργασίας που έχει ενσωματωθεί σ’ αυτά και όχι απ’ τις ιδιαίτερες συγκεκριμένες μορφές του κάθε εμπορεύματος. Στη χρηματική τους μορφή οι ανταλλακτικές αυτές σχέσεις παρουσιάζονται κατά τον πιο γενικευμένο τρόπο. Βλ. σχετικά «Το Κεφάλαιο», τόμος 1.

32. Αυτή η σχολή οικονομολόγων προηγείται απ’ τη σχολή της κλασικής οικονομίας. Οι φυσιοκράτες θεωρούσαν ότι μόνο η γεωργική δουλειά δημιουργεί υπεραξία (με τη μορφή της γαιοπροσόδου). Με την ανάλυση της υπεραξίας που έκαναν, έθεσαν τις βάσεις για μια εξήγηση της προέλευσης και του σχηματισμού της νέας αστικής κοινωνίας. Για μια μελέτη των θεωριών τους, βλ. Κ. Μαρξ, «Θεωρίες για την υπεραξία», ιταλ. μεταφρ., Editori Riuniti, Ρώμη 1961, 1, σελ. 127 κεξ.

33. Η θέση που διατυπώνει εδώ ο Μαρξ είναι ότι οι τιμές που διαμορφώνονται στην αγορά, είναι κατά κανόνα, υψηλότερες ή χαμηλότερες από την αξία των εμπορευμάτων. Είναι υψηλότερες όταν η ζητούμενη ποσότητα ορισμένων εμπορευμάτων είναι μεγαλύτερη απ’ την προσφερόμενη ποσότητά τους στην αγορά, και αντίστροφα. Αν, όμως, πάρουμε μια μακρύτερη χρονική περίοδο, η «ψαλίδα» μεταξύ τιμών και αξιών πρέπει να κλείσει, και γι’ αυτό μπορούμε να πούμε πως κατά μέσον όρο τα εμπορεύματα πουλιούνται στην αξία τους.
Η σκέψη του Μαρξ πάνω σ’ αυτό το θέμα, είναι πολύ πιο σύνθετη. Ο αναγνώστης που θέλει να εμβαθύνει στο θέμα της «μετατροπής της αξίας σε τιμή», μπορεί να προστρέξει στο «Κεφάλαιο» (τομ. 2, κεφ. 9).

34. Γιατί θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι ο κάθε πωλητής κερδίζει ανάλογα με την «καπατσοσύνη» του να πουλά τα εμπορεύματα σε τιμή μεγαλύτερη από την αξία τους.
 

Μισθός, Τιμή, Κέρδος (Karl Marx)

Σήμερα συμπληρώνονται 130 χρόνια από το θάνατο του Karl Heinrich Marx (1818-1883). Η επέτειος του θανάτου του, μας δίνει την αφορμή να παραθέσουμε αποσπάσματα από το έργο του “ΜΙΣΘΟΣ, ΤΙΜΗ, ΚΕΡΔΟΣ” (εκδ. Θεμέλιο) . Έργο, που προέκυψε από μια εκλαϊκευτική ομιλία που έκανε στα 1865, στην έδρα του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς Εργατικής Ένωσης, για να απαντήσει στις λαθεμένες απόψεις που ένα από τα μέλη του, ο Τζων Ουέστον, είχε υποστηρίξει σχετικά με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει μια αύξηση μισθών. Λόγω του μεγάλου όγκου τους, η παράθεση των αποσπασμάτων θα συνεχιστεί και τις επόμενες ημέρες.

kokkinostupos

VI. ΑΞΙΑ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑ
Πολίτες, έφτασα τώρα σε ένα σημείο, που πρέπει να μπω στην πραγματική ανάπτυξη του ζητήματος. Δεν μπορώ να υποσχεθώ πως θα γίνει με πολύ ικανοποιητικό τρόπο, γιατί διαφορετικά θα έπρεπε να διατρέξω όλο το πεδίο της πολιτικής οικονομίας. Μπορώ μόνο, όπως θα έλεγαν οι Γάλλοι «effleurer la question», να θίξω τα κύρια σημεία.
Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να θέσουμε είναι: Τι είναι η αξία ενός εμπορεύματος; Με τι τρόπο καθορίζεται; Με μια πρώτη ματιά θα μπορούσε να φανεί πως η αξία είναι κάτι το ολότελα σχετικό και πως δεν μπορεί να καθοριστεί χωρίς να εξεταστεί ένα εμπόρευμα στις σχέσεις του με όλα τα άλλα εμπορεύματα. Πραγματικά, όταν μιλάμε για την αξία, για την ανταλαχτική αξία ενός εμπορεύματος , εννοούμε τις ανάλογες ποσότητες που σύμφωνα με αυτές ανταλάσσεται με όλα τα άλλα εμπορεύματα. Μα τότε γεννιέται το ερώτημα: Με τι τρόπο ρυθμίζονται οι αναλογίες που σύμφωνα με αυτές ανταλλάσσονται αμοιβαία τα εμπορεύματα;
Από πείρα ξέρουμε πως οι αναλογίες αυτές μεταβάλλονται αδιάκοπα. Αν πάρουμε ένα ξεχωριστό εμπόρευμα λ.χ το στάρι, θα δούμε πως ένα κουώρτερ στάρι ανταλλάσσεται σε αμέτρητες αναλογίες με διάφορα εμπορεύματα. Ωστόσο, επειδή η αξία του παραμένει πάντοτε η ίδια, είτε την εκφράσουμε σε μετάξι, είτε σε χρυσάφι, είτε σε οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα, πρέπει να είναι διαφορετικό και ανεξάρτητο από αυτές τις διαφορετικές αναλογίες που ανταλλάσσεται με τα διάφορα άλλα είδη. Πρέπει να μπορούμε να εκφράζουμε με πολύ διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες αυτές ποσότητες με τα ποικίλα εμπορεύματα (24).

Εκτός από αυτό, όταν λέω πως ένα κουώρτερ στάρι ανταλλάσσεται σε μια ορισμένη αναλογία με σίδερο, ή πως η αξία ενός κουώρτερ στάρι εκφράζεται σε ένα ορισμένο ποσό από σίδερο, λέω πως η αξία του στραιού και το ισοδύναμό της σε σίδερο είναι ίσα με κάποιο τρίτο πράγμα, που δεν είναι ούτε στάρι, ούτε σίδερο, γιατί υποθέτω ότι εκφράζουν το ίδιο μέγεθος, με δύο διαφορετικές μορφές. Και τα δύο, το στάρι και το σίδερο, πρέπει, κατά συνέπεια, να μπορούν να αναχθούν, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, σ’ αυτό το τρίτο, που είναι το κοινό τους μέτρο.
Για να κάνω το σημείο αυτό κατανοητό θα καταφύγω σε ένα πολύ απλό γεωμετρικό παράδειγμα. Ποια μέθοδο ακολουθούμε όταν συγκρίνουμε μεταξύ τους τα εμβαδά τριγώνων που έχουν τις πιο διαφορετικές μορφές και μεγέθη, ή όταν συγκρίνουμε τρίγωνα με ορθογώνια , ή με οποιαδήποτε άλλα ευθύγραμμα σχήματα; Ανάγουμε το εμβαδόν του τριγώνου σε μια έκφραση που είναι ολότελα διαφορετική από τη μορφή του. Αφού από τις ιδιότητες του τριγώνου βρήκαμε πως το εμβαδόν του είναι ίσο με το μισό γινόμενο της βάσης του επί το ύψος του, μπορούμε τώρα να συγκρίνουμε τις διάφορες τιμές κάθε είδους τριγώνου καθώς και κάθε άλλου ευθύγραμμου σχήματος, γιατί όλα τους μπορούν να χωρισθούν σε ορισμένο αριθμό από τρίγωνα.
Στην ίδια μέθοδο πρέπει να καταφύγουμε και με τις τιμές των εμπορευμάτων. Πρέπει να μπορέσουμε να τις αναγάγουμε σε μια κοινή για  όλες έκφραση και να τα ξεχωρίζουμε μόνο από τις αναλογίες που περιέχουν  το κοινό αυτό ποσό.
Επειδή οι ανταλλακτικές αξίες των εμπορευμάτων είναι μόνο κοινωνικές λειτουργίες αυτών των πραγμάτων και δεν έχουν καμία ολότελα σχέση με τις φυσικές τους ιδιότητες, πρέπει πρώτα να ρωτήσουμε: Ποα είναι η κοινή κοινωνική ουσία σε όλα τα εμπορεύματα; Είναι η εργασία. Για να παραχθεί ένα εμπόρευμα χρειάζεται να ξοδευτεί, να μπει μέσα σ’ αυτό, ένα ορισμένο ποσό εργασίας. Και λέω όχι μόνο εργασία, μα κοινωνική εργασία.  Ένας άνθρωπος που παράγει κάποιο αντικείμενο για δική του άμεση χρήση, για να το χρησιμοποιήσει ο ίδιος, δημιουργεί ένα προϊόν και όχι εμπόρευμα. Σαν αυτοσυντήρητος παραγωγός δεν έχει καμία σχέση με την κοινωνία. Μα για να φτιάσει ένα εμπόρευμα ένας άνθρωπος δεν πρέπει να φτιάσει μόνο ένα αντικείμενο που να ικανοποιεί κάποια κοινωνική ανάγκη, μα και η ίδια η εργασία του να είναι μέρος και συστατικό στοιχείο ολόκληρης της εργασίας που ξοδεύεται από την κοινωνία. Πρέπει να υποτάσσεται στην «κατανομή της εργασίας μέσα στην κοινωνία». Χωρίς τις άλλες υποδιαιρέσεις της εργασίας δεν είναι τίποτα και πρέπει και αυτή από μέρους της να τις ολοκληρώνει (25).
Αν θεωρήσουμε τα εμπορεύματα σαν αξίες, τα θεωρούμε αποκλειστικά από την μοναδική άποψη της αντικειμενοποιημένης, της στερεοποιημένης ή, αν θέλετε, της αποκρυσταλλωμένης κοινωνικής εργασίας. Από την άποψη αυτή μπορεί να διαφέρουν μόνο γιατί αντιπροσωπεύουν μικρότερα ή μεγαλύτερα ποσά εργασίας, όπως λ.χ ένα μεταξωτό μαντήλι χρειάζεται περισσότερη ποσότητα από εργασία παρά ένα τούβλο. Με τι μετρούμε όμως τα ποσά της εργασίας; Με το χρόνο που διαρκεί η εργασία, μετρώντας την εργασία με ώρες, μέρες κ.τ.λ. Φυσικά, για να χρησιμοποιήσουμε αυτό το μέτρο, ανάγουμε όλα τα είδη της της εργασίας σε μέση ή απλή εργασία, που τη θεωρούμε σαν τη μονάδα τους (26).
Καταλήγουμε λοιπόν σε τούτο το συμπέρασμα. Ένα εμπόρευμα έχει αξία, γιατί είναι αποκρυστάλλωμα κοινωνικής εργασίας. Το μέγεθος της αξίας του, της σχετικής του αξίας, εξαρτιέται από το μεγαλύτερο ή μικρότερο ποσό αυτής της κοινωνικής ουσίας που περιέχεται σ’ αυτό, δηλαδή από τη σχετική μάζα εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή του. Οι σχετικές αξίες των εμπορευμάτων καθορίζονται, κατά συνέπεια, από τις αντίστοιχες ποσότητες ή μεγέθη εργασίας που έχουν χρησιμοποιηθεί, αντικειμενοποιηθεί ή σταθεροποιηθεί σ’ αυτά. Τα αντίστοιχα ποσά των εμπορευμάτων, που μπορούν να παραχθούν στον ίδιο χρόνο εργασίας, είναι ίσα. Ή η αξία ενός εμπορεύματος έχει  προς την αξία ενός άλλου εμπορεύματος τον ίδιο λόγο που έχει το ποσό της εργασίας που είναι στερεοποιημένο στο ένα προς το ποσό της εργασίας που είναι στερεοποιημένο στο άλλο.
Υποψιάζομαι πως πολλοί από σας θα ρωτήσουν: Υπάρχει τότε πραγματικά μια τόσο τεράστια ή μια οποιαδήποτε έστω διαφορά ανάμεσα στον καθορισμό της αξίας στα εμπορεύματα από το μισθό και τον καθορισμό της από τα σχετικά ποσά εργασίας που είναι αναγκαία για την παραγωγή της; Πρέπει, ωστόσο, να έχετε αντιληφθεί, πως η αμοιβή της εργασίας και το ποσό της εργασίας είναι δύο ολότελα διαφορετικά πράγματα. Υποθέστε λ.χ πως σε ένα κουώρτερ στάρι και σε μια ουγγιά χρυσάφι είναι στερεοποιημένα ίσα ποσά εργασίας. Αναφέρω το παράδειγμα αυτό, γιατί το χρησιμοποίησε ο Βενιαμίν Φραγκλίνος στο πρώτο του δοκίμιο που δημοσίευσε το 1729 με τον τίτλο «A Modest Enquiry into Nature and Necessity of a Paper Currency» όπου, ένας από τους πρώτους, βρήκε την πραγματική φύση της αξίας. Πολύ καλά! Υποθέτουμε, λοιπόν, πως ένα κουώρτερ στάρι και μια ουγγιά χρυσάφι είναι ίσες αξίες ή ισοδύναμα, γιατί είναι αποκρυσταλλώματα ίσων ποσών μέσης εργασίας τόσων ημερών ή τόσων εβδομάδων εργασίας που έχει στερεοποιηθεί αντίστοιχα στο κάθε ένα από αυτά. Μήπως, ότανκαθορίζουμε μ’ αυτό το τρόπο τις σχετικές αξίες του χρυσού και του σταριού, αναφέρουμε με ένα οποιονδήποτε τρόπο τους μισθούς του εργάτη γης και του μεταλλωρύχου; Καθόλου. Αφήνουμε ολότελα ακαθόριστοπόσο πληρώθηκαν για την εργασία μιας μέρας ή μιας βδομάδας, ακόμα και το αν χρησιμοποιήθηκε καθόλου μισθωτή εργασία. Αν χρησιμοποιήθηκε, μπορεί οι μισθοί να ήταν πολύ άνισοι. Ο εργάτης, που η εργασία του αντικειμενοποιήθηκε στο ένα κουώρτερ στάρι, μπορεί να πήρε μονάχα δύο μπούσελ στάρι και ο εργάτης που χρησιμοποιήθηκε στο μεταλλείο, μπορεί να πήρε μισή ουγγιά χρυσάφι. Οι μισθοί τους δεν μπορούν, φυσικά, να είναι μεγαλύτεροι από τις αξίες των εμπορευμάτων που παράγουν, μπορούν όμως να είναι μικρότεροι σε κάθε δυνατό βαθμό. Οι μισθοί τους έχουν όριο τις αξίες των προϊόντων, ενώ οι αξίες, οι σχετικές αξίες λ.χ του σταριού και του χρυσού, θα έχουν καθοριστεί χωρίς να λαβαίνεται υπ’ όψη η αξία της εργασία που χρησιμοποιήθηκε, δηλαδή ο μισθός. Ο καθορισμός της αξίας των εμπορευμάτων από τα σχετικά ποσά εργασίας που στερεοποιήθηκαν σ’ αυτά αποτελεί, λοιπόν, κάτι το ολότελα διαφορετικό από την ταυτολογική μέθοδο να καθορίζουμε τις αξίες των εμπορευμάτων με την αξία της εργασίας, ή από το μισθό (27). 

Ωστόσο, το σημείο αυτό θα φωτιστεί ακόμα περισσότερο στην πορεία της έρευνάς μας.
—————————————————————–
24. Μ’ άλλα λόγια, αν υποθέσουμε για παράδειγμα, ότι 30 κιλά σταριού ανταλλάσσονται με 1 κιλό μετάξι ή με ένα ζευγάρι παπούτσια, πρέπει να δούμε τι είναι εκείνο που καθορίζει την αξία των 30 χλγ σταριού – αξία που παραμένει η ίδια, αδιάφορο αν η δοσμένη ποσότητα σταριού ανταλλάσσεται με το μετάξι στη βάση μιας ορισμένης αναλογίας, είτε ανταλλάσσεται με τα παπούτισα σε διαφορετική αναλογία. Ο Μαρξ θα πει παρακάτω ότι η αξία του προσδιορίζεται από το ποσό της κοινωνικής εργασίας που βρίσκεται ενσωματωμένο σ’ αυτό και που αποτελεί το «μέτρο» με το οποίο μετριούνται αυτές οι αναλογίες ανταλλαγής. Για τη θεωρία της αξίας βλ. «Το Κεφάλαιο», τόμος 1, κεφ. 1.
25. Για μια βαθύτερη μελέτη των όσων υποστηρίζει ο Μαρξ σχετικά με τον καταμερισμό εργασίας, βλ. ειδικότερα «Το Κεφάλαιο», τόμος 1, κεφ. 12.
26. Με τον όρο απλή εργασία εννοούμε εκείνο το είδος εργασίας που σήμερα κανονικά ονομάζουμε κοινή εργασία και που δεν απαιτεί ιδιαίτερη επαγγελματική κατάρτιση. Για να συγκρίνουμε τη σύνθετη εργασία ενός τεχνικού ή ενός μηχανικού μ’ αυτό το είδος της απλής εργασίας, χρειάζεται να κάνουμε μια πράξη απλοποίησης: λ.χ 1 ώρα εργασίας ενός τεχνικού=2 ώρες εργασίας ενός κοινού εργάτη. Βλ. σχετικά  «Το Κεφάλαιο», τόμος 1.
27. Με τον όρο ταυτολογική μέθοδος εννοούμε μια διαδικασία συλλογισμού με τον οποίο, αντί να αποδείξουμε ένα πράμα, το διατυπώνουμε επαναλαβαίνοντάς το απλούστατα. Κάτι που θεωρείται αυταπόδεικτο χρειάζεται απλώς να εξηγηθεί.
Εδώ, μ’ άλλα λόγια, υπογραμμίζεται ότι η αναλογία με την οποία ανταλλάσσονται μεταξύ τους τα εμπορεύματα εξαρτάται από την ποσότητα κοινωνικής εργασίας που είναι ενσωματωμένη σ’ αυτά, και όχι απ’ τους μισθούς που καταβλήθηκαν για να παραχθούν, μια και οι μισθοί αυτοί είναι ένα μέρος της αξίας των εμπορευμάτων – το οποίο περιλαβαίνει και την αξία της πρώτης ύλης, της μηχανής (το ποσοστό της που καταναλώθηκε) κλπ.