RSS

Category Archives: Ντίνος Χριστιανόπουλος

Ο κομμουνισμός και η αριστοκρατική φιγούρα

Προτείνω λοιπόν να χαρακτηρίσουμε με τον όρο «κομμουνισμό» […] την υπόθεση ύπαρξης ενός τόπου τής σκέψης όπου η ίδια η τυπική προϋπόθεση της φιλοσοφίας βρίσκει έρεισμα στην πραγματική προϋπόθεση τής ύπαρξης μιας δημοκρατικής πολιτικής η οποία θα αποκλίνει πλήρως από το υπαρκτό δημοκρατικό Κράτος. […] Ο «κομμουνισμός» αποτελεί εκείνη την υποκειμενική κατάσταση όπου, κατά κάποιο τρόπο, θα είναι αδύνατη η διάκριση μεταξύ τής απελευθερωτικής προοπτικής τής συλλογικής δράσης και των πρωτοκόλλων σκέψης που απαιτούνται από την φιλοσοφία.
Θα αναγνωρίσετε φυσικά εδώ μια κάποια πλατωνική επιθυμία, η οποία όμως στο πλατωνικό κείμενο αφορούσε μόνο την αριστοκρατία των φυλάκων, ενώ εδώ διευρύνεται, ώστε να περιλάβει, στο σύνολό της, την λαϊκή συλλογικότητα. […]
Όπως γνωρίζετε, η θεμελιώδης πλατωνική διαίσθηση όσον αφορά το σημείο αυτό δεν προχωράει πέρα από την πρόταση να ανατεθεί η διαχείριση των κρατικών υποθέσεων σε μια αριστοκρατική κάστα φιλοσόφων που θα ζουν ενάρετο και εγκρατή βίο, έναν βίο κομουνιστικής ισότητας, ο οποίος θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί (χρησιμοποιώντας μια μεταφορά δανεισμένη από τον Αϊνστάιν) και ως «περιορισμένος κομμουνισμός». Το ζήτημα για μας είναι να περάσουμε από τη φιλοσοφία σ’ έναν γενικευμένο κομμουνισμό.


Η έξοδος είναι υπόθεση όλων μας. Η προσταγή «Βγείτε όλοι έξω!» αποτελεί τη θεμελιώδη μεταπολιτική φόρμουλα. Τι θα συμβεί, λοιπόν, «αν μια μειοψηφική αριστοκρατία κατάφερνε μόνη της να ανέβει στην κορφή και να απολαύσει εκεί την Ιδέα τού Αληθινού»;

Ο Πλάτωνας είναι κατηγορηματικός: αυτή η αριστοκρατική μειοψηφία οφείλει να κατέβει ξανά στο σπήλαιο. Δεν προσδιορίζει τι είδους παιδεία θα πρέπει να έχουν λάβει, ώστε να προτιμήσουν την κάθοδο. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι οφείλουν να επωμισθούν την καθολική τους ευθύνη, χωρίς να σκοτίζονται για τη «νίκη» ή την «ανταμοιβή» μιας «ιδιαίτερης ομάδας ανθρώπων». Πρέπει, εξάλλου, να αλλάξουμε την ίδια την έννοια τής «νίκης»: η νίκη συνιστά αναπόφευκτα καθολική νίκη, δεν θα μπορούσε να χρεωθεί σε μια «φωτισμένη πρωτοπορία». Η παιδεία των μελών τής τελευταίας θα πρέπει πάντως να στηρίζεται στα εξής τρία σημεία: α) πρέπει πρώτα να εγκαταλείψουν το «σπήλαιο»· β) στη συνέχεια, να κατέβουν ξανά και να μοιραστούν τα πάντα· και, γ) οφείλουν να εξασφαλίσουν περισσότερες εξόδους. Αναφορικά με το τελευταίο σημείο, χρειάζεται να πασχίσουν για την υλοποίηση τού πρώτου τύπου ρήξεων, αλλά επίσης και ρήξεων τού δεύτερου τύπου, γιατί το μοιραίο λάθος για τους επαναστάτες θα ήταν να μετατραπούν σε μια νέα αριστοκρατία τής αριστεράς.
Alain Badiou, “Για σήμερα, Πλάτωνας!” 20/5/2009


Και, ομοίως, όταν ο Πλάτωνας περιγράφει τον άνθρωπο τής εποχής του ως κάποιον που «σήμερα παραδίνεται στη μέθη και τη διασκέδαση μετά μουσικής, αύριο στην υδροποσία και στην αυστηρότερη δίαιτα, άλλοτε επιδίνεται στις ασκήσεις, άλλοτε στην αργία και στην αδιαφορία για όλα, και κάποτε ρίχνεται τάχα και στη φιλοσοφία», η κριτική του κατά τής Αθηναϊκής Δημοκρατίας εστιαζόταν στο στοιχείο αυτό τής εξωτερικότητας — ανεξαρτήτως τού αν η συντηρητική άποψη που εξέφραζε εκπορευόταν από την ταξική θέση τού αριστοκράτη, πράγμα που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, μας είναι παντελώς αδιάφορο. Αυτό που ο Πλάτωνας ήθελε να περισώσει στη σύγχρονή του Αθήνα, που εξερχόταν από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο — μην ξεγελιέστε όμως, και εμείς επίσης βιώνουμε μια εποχή τέλους, βρισκόμαστε και εμείς σε μια κατάσταση λυκόφωτος — ήταν η Ιδέα, η σκέψη.
Alain Badiou, “Για σήμερα, Πλάτωνας!” 18/11/2009

Εάν επιθυμούμε την απεμπλοκή μας από το κυρίαρχο δημοκρατικό έμβλημα, τότε το εγχείρημά μας θα έχει αναγκαστικά χαρακτήρα αριστοκρατικό. Θα προσέθετα, μάλιστα, πως ο απαιτούμενος προς τούτο νοητικός προσανατολισμός θα χαρακτηρίζεται από ένα οξύμωρο σχήμα. Θα πρόκειται δηλαδή για έναν «προλεταριακό αριστοκρατισμό», όπου ο όρος «αριστοκρατισμός» παραπέμπει στη διαπίστωση ότι φορείς των αληθειών ή των εξαιρέσεων είναι ουσιαστικά οι μειοψηφίες (και, ως προς τούτο, οι απόψεις μου συγκλίνουν με εκείνες των Ντελέζ και Γκαταρί), ενώ ο επιθετικός προσδιορισμός «προλεταριακός» στο ότι η ουσία των εν λόγω εξαιρέσεων εντοπίζεται στην παραγωγή έργου και ότι το παραγόμενο αυτό έργο έχει καθολικό προορισμό.

Alain Badiou, “Το Μπαλκόνι



Μια απ’ τις διαστάσεις της πολιτικής σκέψης του Μπαντιού που σπάνια συζητιέται συμβαίνει επίσης να είναι και μια απ’ τις πιο αμφιλεγόμενες:  πρόκειται για την ενσυνείδητα “οξύμωρη” –όπως το θέτει το τελευταίο απ’ τα πιο πάνω αποσπάσματα– σύλληψη ενός “προλεταριακού αριστοκρατισμού”, ταυτόχρονα συμφιλιωμένου με την ιδέα της μειοψηφικότητας και εξαιρετικότητας της φύσης των φορέων μιας αλήθειας, και προσανατολισμένου ενεργά όχι στην ζυλότυπα σοφή απόσυρση –στη ζωή, με Πλατωνικούς όρους, έξω απ’ το σπήλαιο– αλλά στην εμπλοκή με την πάλη για μια καθολικοποίηση της όποιας αλήθειας, για την απεύθυνσή της σε όλους ανεξαιρέτως, οικουμενικά. 

Η ιδέα αυτή επιστρέφει συχνά στο έργο του Μπαντιού, όπως δείχνουν και τα πιο πάνω αποσπάσματα· αν θυμάμαι καλά είναι εκεί και στο Κομμουνιστική Υπόθεση. Εκτός όμως κι αν μού έχει διαφύγει απ’ τις ως τώρα αναφορές του φιλοσόφου, περιέχει και μια διάσταση αλληλένδετη μεν, όχι ρητά εκφρασμένη δε, στις ως τώρα αναφορές του σ’ αυτή. Ως οξύμωρη σύνδεση δύο ακραίων μορφών, δύο αντίθετων πόλων του ταξικού φάσματος (του αριστοκράτη και του προλετάριου), είναι επίσης μια ιδέα για την διπλή παράκαμψη της αστικής ιδεολογίας, της αστικής αντίληψης, της αστικής “μέσης οδού”. Ο “προλεταριακός αριστοκρατισμός” είναι η διπλή άρνηση, στο επίπεδο της υποκειμενικής πολιτικής, του “δημοκρατικού αστισμού.” Αυτό δηλώνεται οπωσδήποτε, έστω με έμμεσο τρόπο, στην ιδέα του Μπαντιού ότι είναι η αριστοκρατική οπτική που επιτρέπει στον Πλάτωνα μια οξυδερκή και βαθυστόχαστη κριτική στο δημοκρατικό πολίτευμα ως πολίτευμα, σε τελική ανάλυση, της απόλυτης εξουσίας του χρήματος σε βάρος της αλήθειας. Ο αριστοκράτης και ο προλετάριος είναι οι δύο πλευρές μιας πολιτικά σωτήριας αδιαφορίας για το χρήμα –αδιαφορίας λόγω συναίσθησης της κατωτερότητας του φιλοχρήματου αστού και αδιαφορίας λόγω μόνιμης στέρησης απ’ το χρήμα και ανάπτυξης ενός εντελώς διαφορετικού συστήματος αυτο-επικύρωσης, επικεντρωμένου στο σώμα και τα πάθη του– που προσπερνά ή παρακάμπτει κάθε αστικοδημοκρατικό επικαθορισμό και παραμένει ασυγκίνητος από το συναφές ήθος, περιλαμβανομένης της εμμονής με τον (εκ των προτέρων στημένο) “διάλογο”, το αστικοδημοκρατικό εκείνο φετίχ με το οποίο ασχοληθήκαμε επισταμένα στο παρελθόν.

Μα με τι μοιάζει αυτός ο “προλεταριακός αριστοκρατισμός”; Τι άλλο είναι εκτός από μια αφαίρεση στο μυαλό ενός φιλοσόφου με πολύ χρόνο στα χέρια του; Υπάρχει τέτοιο πράγμα, μπορεί καν να υπάρξει; Στην εισαγωγή του στο ο Εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία του Μαρξ, ο Ένγκελς έθεσε και απάντησε με διάσημο τρόπο το ερώτημα που έκαιγε την αστική τάξη της εποχής του: “Τελευταία, ο σοσιαλδημοκράτης φιλισταίος έχει ξαναγεμίσει τρόμο απέναντι στις λέξεις: δικτατορία του προλεταριάτου. Ε, καλά, κύριοι, θέλετε να ξέρετε με τι μοιάζει αυτή η δικτατορία; Κοιτάξτε την παρισινή Κομμούνα. Αυτή ήταν η δικτατορία του προλεταριάτου.” Με παρόμοιο τρόπο, μπαίνω στον πειρασμό να πω: “Κοιτάξτε τον Νικόλα Άσιμο, και αν δεν τον θυμάστε ή παραείναι αφηρημένη η επίκληση στη μνήμη του χαρακτήρα και της συμπεριφοράς ενός αληθινού αντιεξουσιαστή, κοιτάξτε τον κύριο Ντίνο Χριστιανόπουλο, ομοφυλόφιλο ποιητή, γιο θεόφτωχων προσφύγων, και συγγραφέα της εξαίσια εξισωτικής φράσης “δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία από το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο ‘υπείροχον έμμεναι άλλων’, που μας άφησαν οι αρχαίοι”:

Όλα όσα ο αστικός πολιτισμός καταδικάζει, με φουσκωμένα από οργή μάγουλα, ως “σνομπ αριστοκρατισμό” είναι εδώ: απαξία του συνομιλητή, ανελέητη ειρωνεία, περιφρόνηση για την “κοινή γνώμη”, για την διαδικασία του “διαλόγου” όπως αυτή καθορίζεται και πλαισιώνεται από την ακατάσχετη φλυαρία των ΜΜΕ, διαρκής εμμονή στην απόσταση από τον άλλο, στο χάσμα –“χάος” το λέει ο Χριστιανόπουλος– που χωρίζει μία φωνή από μια άλλη, έναν κόσμο από έναν άλλο. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το σοκ που προκάλεσε η συνέντευξη οφείλεται, εν συνόψει, στο ότι σε μια περίοδο που η “λαϊκοκεντρική” ρητορική, η δήθεν ταύτιση με την οπτική του “λαού” έχει γίνει το ψωμοτύρι των Αλαφούζων, εμφανίζεται κάποιος ο οποίος δηλώνει, με κάθε δυνατό τρόπο, ότι αυτός είναι αριστοκράτης, ότι αδιαφορεί επιδεικτικά για τις μέριμνες και τις ενασχολήσεις αυτού που η κα Τσαπανίδου εμφανίζει ως “λαϊκά προβλήματα” και “κοινή γνώμη.”

Αλλά βέβαια αυτή είναι μόνο η μισή εικόνα — και επειδή είναι μόνο η μισή, είναι επίσης στρεβλή. Ο Χριστιανόπουλος, ο οποίος ξεκαθαρίζει ότι ο λόγος για τον οποίο καταδέχεται καν να μιλήσει στη δημοσιογράφο δεν είναι η δική της αξία αλλά η σημασία που έχουν “κάποιοι”, δεν είναι κάποιος ο οποίος επιδιώκει να ξεχωρίσει από τον “λαό”· είναι κάποιος ο οποίος επιδιώκει να καταστρέψει την θεσμοποιημένη και εξουσιαστική αναπαράσταση του “λαού” ως ταλαίπωρου κακομοίρη, είναι κάποιος ο οποίος επιστρέφει συμβολικά στον λαό, στη φιγούρα του φτωχού και του προλετάριου, την αξιοπρέπειά του, και συνεπώς, την ανωτερότητά του από την ασπόνδυλη χυδαιότητα της αστικής ψευδοκουλτούρας της “ευσυγκίνητης” κας Τσαπανίδου.

Η δεδηλωμένη αδιαφορία του για το κουκλοθέατρο του αστικοκοινοβουλευτισμού (“έχω μαύρα μεσάνυχτα”) είναι το εντελώς αντίθετο της “αποπολιτικοποίησης”. Το να μιλάς για τον διορισμένο απ’ τις Βρυξέλλες “πρωθυπουργό” ως “έναν τραπεζικό, δεν ξέρω πώς τον λένε” ή το να λες ότι έχεις άγνοια από την “υψηλή οικονομική πολιτική” είναι, φυσικά, εξόχως –και έξοχα– πολιτική πράξη, πολύ πολιτικότερη απ’ το να υποκρίνεσαι πως σε αφορά η καρικατούρα δημοκρατίας σε μια χώρα που ζει και αναπνέει υπό την δικτατορία της αγοράς. Κι έπειτα, πώς να μην καταγράψεις την ανατίναξη της υποκρισίας των ΜΜΕ και της ψευδεπίγραφης “γνώσης” που δήθεν μοιράζονται με το “κοινό” τους (“εσείς ξέρετε και παραξέρετε…είστε άλλος κόσμος”). Ή τέλος, την κρίσιμη υπενθύμιση, από την μία πλευρά, της φυσικής φτώχειας, τη μη περιφρόνηση στη συγκεκριμένη υλική υπόσταση της ζωής (“παίρνω σύνταξη από το ΙΚΑ 590 ευρώ το μήνα”), και από την άλλη, τη θεσπέσια χολερική ειρωνεία προς την αναγωγή της πολιτικής σε ανώτατη μπακαλική, καθώς και στον ανέξοδο και προκατασκευασμένο οικονομικό “προβληματισμό” του αστού για τις “ευπαθείς τάξεις”: “Αν οι [sic] 590 ήταν κατά 100 ευρώ επιπλέον, δηλαδή ήταν 690, εγώ θα μπορούσα να ζήσω μια χαρά [!!!!] Τώρα δυστυχώς, σφίγγω του ζουνάρι και είμαι επίσης μια χαρά. Αλλά σφίγγω το ζουνάρι.”

“Είμαι φτωχός, και θα μπορούσα να είμαι κάπως, ελάχιστα πιο φτωχός, αλλά αυτό δεν έχει καμία ιδιαίτερη σημασία για σας, γιατί δεν ενδιαφέρεστε στο ελάχιστο για μένα, αλλά ούτε και για μένα, γιατί γνωρίζω πολύ καλά πως ζω την κοροϊδία υμών και των αφεντικών σας, είτε με 590 είτε με 690 ευρώ το μήνα.” Αυτό λέει ο “προλεταριακός αριστοκράτης” Χριστιανόπουλος στην άτυχη και “ευσυγκίνητη” παρουσιάστρια· και λέγοντάς το, συγκεκριμενοποιεί και τους “κάποιους” για τους οποίους μιλά, για τους οποίους καταδέχτηκε καν να μιλήσει στην τηλεοπτική γλάστρα: δεν είναι άλλοι από τους άλλους φτωχούς, στους οποίους δεν μπορεί να δώσει ο ίδιος κάτι άλλο από ένα κομμάτι απ’ την ποδοπατημένη τους αξιοπρέπεια, φτύνοντας στα μούτρα το γελοίο πρόσωπο της “κοινωνίας” που “νοιάζεται” και “συζητά” για αξίες και ανθρώπους και συναισθήματα.

Ο Χριστιανόπουλος βέβαια δεν είναι κομμουνιστής· δεν είναι καν μια πολιτικά στρατευμένη φιγούρα· αλλά δεν είναι, επίσης, μια φιγούρα του εχθρού του προλετάριου, δεν είναι αυτό το οποίο ο προλετάριος έχει κανένα λόγο να σιχαίνεται και να αποστρέφεται στη σημερινή κοινωνία. Είναι, σαν μια από τις ενσαρκώσεις του “προλεταριακού αριστοκρατισμού”, ένας σύμμαχος, κάποιος που ως κομμουνιστές σεβόμαστε όπως μπορούμε πια να σεβαστούμε ελάχιστους από το σήπον σύστημα της “ελληνικής διανόησης” — δειλών, άβουλων και εξαγορασμένων υποχείριων του χρήματος. Αυτή την περήφανη και κατ’ ουσίαν αντιεξουσιαστική μοναξιά (τη μοναξιά, επίσης, του Άσιμου), αυτή την περιφρόνηση στην ενσωμάτωση στο ψεύδος της “κοινωνίας” όπως υφίσταται σήμερα, ούτε την περιφρονούμε ούτε την υποτιμούμε. Αντιθέτως, την τιμούμε με χαρά και ταπεινότητα, ακόμα και αν αρνείται να στρατοπεδεύσει μαζί μας ή να πολεμήσει με τα δικά μας όπλα, ακόμα κι αν δεν επιθυμεί να ταυτιστεί με τη δική μας εμπλοκή στο κολαστήριο της σπηλιάς όπου ζουν οι φτωχοί.


 

Είμαι εναντίον.Ντίνος Χριστιανόπουλος

Είμαι εναντίον* της κάθε τιμητικής διάκρισης, απ΄ όπου και αν προέρχεται….

Είμαι εναντίον των βραβείων γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατώτερου μου – και κάποτε πρέπει να απαλλαγούμε από την συγκατάβαση των μεγάλων.

Παίρνω βραβείο σημαίνει παραδέχομαι πνευματικά αφεντικά – και κάποτε πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από την ζωή μας.

Είμαι εναντίον των χρηματικών επιχορηγήσεων, σιχαίνομαι τους φτωχοπρόδρομους που απλώνουν το χέρι τους για παραδάκι. Οι χορηγίες μεγαλώνουν την μανία μας για διακρίσεις και την δίψα μας για λεφτά΄ ξεπουλάνε την ατομική ανεξαρτησία μας.

Είμαι εναντίον των σχέσεων με το κράτος και βρίσκομαι σε διαρκή αντιδικία μαζί του. Πότε μου δεν πάτησα σε υπουργείο, και το καυχιέμαι. Η μόνη μου εξάρτηση από το κράτος είναι η εφορία, που με γδέρνει.

Είμαι εναντίον των εφημερίδων. Χαντακώνουν αξίες, ανεβάζουν μηδαμινότητες, προβάλλουν ημετέρους, αποσιωπούν τους απροσκύνητους΄ όλα τα μαγειρεύουν, όπως αυτές θέλουν. Δεξιές, αριστερές, κεντρώες – όλες το ίδιο σκατό.

Είμαι εναντίον κάθε ιδεολογίας, σε οποιαδήποτε απόχρωση και αν μας την πασέρνουν. Όσο πιο γοητευτικές και προοδευτικές είναι οι ιδέες, τόσο πιο τιποτένια ανθρωπάκια μπορεί να κρύβονται από πίσω τους. Όσο πιο όμορφα τα λόγια τους, τόσο πιο ύποπτα τα έργα τους. Όσο πιο υψηλοί οι στόχοι, τόσο πιο άνοστοι οι στίχοι.

Είμαι, προπάντων, εναντίον κάθε ατομικής φιλοδοξίας, που καθημερινά μας οδηγεί σε μικρούς και μεγάλους συμβιβασμούς. Αν σήμερα κυριαρχούν παραγοντίσκοι και τσανάκια, δεν φταίει μόνο το κωλοχανείο΄ φταίνε και οι δικές μας παραχωρήσεις και αδυναμίες. Αν πιάστηκε η μέση του οδοκαθαριστή, φταίμε και εμείς που πετούμε το τσιγάρο μας στο δρόμο. Κι αν η λογοτεχνία μας κατάντησε σκάρτη, μήπως δεν φταίει και η δική μας σκαρταδούρα.

(Kείμενο του 1977, στο περιοδικό ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ, αρ. 1, Ιανουάριος – Απρίλιος 1979)

Την πρόθεσή του να μην παραλάβει το βραβείο του Υπουργείου Πολιτισμού όπως και το χρηματικό έπαθλο που το συνοδεύει γνωστοποίησε σήμερα, ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος. Η αντίδραση του ήταν άμεση μόλις έγινε γνωστή η είδηση της βράβευσής του με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου του. “Δεν θα εμφανιστώ ούτε θα απλώσω το χέρι για να το πάρω. Δεν θέλω ούτε τα βραβεία ούτε τα λεφτά τους». Κατ’ αυτόν τον τρόπο σχολίασε στο ΑΠΕ- ΜΠΕ τη διάκρισή του, ο 81χρονος ποιητής της Θεσσαλονίκης Ντίνος Χριστιανόπουλος, παραπέμποντας στο παραπάνω κείμενό του με τον εμβληματικό τίτλο «Εναντίον»*.
——————-

Ποιητής, πεζογράφος, φιλόλογος καὶ κριτικὸς, o Ντίνος Χριστιανόπουλος (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Κωνσταντίνου Δημητριάδη) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1931. Φοίτησε στο τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και από το 1958 ως το 1965 εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της πόλης. Παράλληλα το 1958 ίδρυσε και ανέλαβε υπό τη διεύθυνσή του το περιοδικό “Διαγώνιος”, που κυκλοφόρησε ως το 1983 με ολιγόχρονες παύσεις.

Το 1962 δημιούργησε τις “Εκδόσεις της Διαγωνίου” και από το 1965 εργάστηκε ως διορθωτής και επιμελητής. Το 1974 ίδρυσε τη Μικρή Πινακοθήκη της Διαγωνίου που έχει ως στόχο την προβολή νέων καλλιτεχνών της συμπρωτεύουσας, με στενούς συνεργάτες του Κάρολο Τσίζεκ και Νίκο Νικολαΐδη. Την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποίησε το 1949 με τη δημοσίευση του ποιήματος “Βιογραφία” στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης “Μορφές”.

Τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο “Εποχή των ισχνών αγελάδων”.

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος τοποθετείται ανάμεσα στους σημαντικότερους ποιητές της ομάδας που είναι γνωστή ως “Κύκλος της Διαγωνίου” και κινήθηκε στο πλαίσιο του ομώνυμου περιοδικού που ο ίδιος ίδρυσε (Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου, Γιώργος Ιωάννου, Τάσος Κόρφης, Βασίλης Καραβίτης κ.α.). Η ποίησή του χαρακτηρίζεται από έντονα ερωτική διάθεση και επιρροές από το έργο του Κωνσταντίνου Καβάφη. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ντίνου Χριστιανόπουλου βλ. Ζήρας Αλεξ., “Χριστιανόπουλος Ντίνος”, Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 9β. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).
 

Και τι δεν κάνατε για να με θάψετε
όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος.
(Μικρά ποιήματα από τη συλλογή ”Το κορμί και το σαράκι”)

Επιλογή από ποιήματά του:
Ενός λεπτού σιγή
(Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας)
Ιθάκη (Δεν ξέρω αν έφυγα από συνέπεια)

Απολογισμός της μοναξιάς (Σπασμένες μέσα μου εικόνες ανταπόκρισης)

Βρόχος (Τώρα που σ’ έχω διαγράψει απ’ την καρδιά μου)

Εκείνοι που μάς παίδεψαν (Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιο πολύ)

Έρωτας (Να σου γλείψω τα χέρια, να σου γλείψω τα πόδια)

Με κατάνυξη (‘Ελα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά)

Όταν σε περιμένω (‘Οταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι)

Τέλος (Τώρα που βρήκα πια μιαν αγκαλιά)

Εγκαταλείπω την ποίηση (Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία)

Η θάλασσα (Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα)

Μικρά ποιήματα από «Το κορμί και το σαράκι»

Επικίνδυνη μοναξιά
(Όταν τις νύχτες τριγυρνώ στη μοναξιά μου)
Αναστολή
(Ό,τι ονειρεύτηκα τόσα και τόσα βράδια)
Eκείνοι που μας παίδεψαν
(Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιο πολύ)
Ενός λεπτού σιγή
(Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας)
Το δάσος
(Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας)
Ο φωτογράφος
(Σ΄ αυτήν εδώ τη γειτονιά / σ΄ αυτά εδώ τα μέρη)
Τί να τα κάνω τα τραγούδια σας
(…ποτέ δε λένε την αλήθεια)
Ιθάκη
(Δεν ξέρω αν έφυγα από συνέπεια)
Απολογισμός της μοναξιάς
(Σπασμένες μέσα μου εικόνες ανταπόκρισης)
Βρόχος
(Τώρα που σ΄ έχω διαγράψει απ΄ την καρδιά μου)
Έρωτας
(Να σου γλείψω τα χέρια, να σου γλείψω τα πόδια)
Με κατάνυξη
(Έλα ν΄ ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά)
Όταν σε περιμένω
(Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι)
Τέλος
(Τώρα που βρήκα πια μιαν αγκαλιά)
Εγκαταλείπω την ποίηση
(Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία)
Η θάλασσα
(Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα)
Μικρά ποιήματα
από «Το κορμί και το σαράκι»

39 ποιήματα :
Το πεινασμένο σκυλί
(Μια διαδήλωση κατεβαίνει στην Τσιμισκή)
Υπογεγραμμένη
(Μην καταργείτε την υπογεγραμμένη)
Μαγδαληνή
(Τον ξεχώρισα μόλις τον είδα, ήμουνα τακτική στα κηρύγματά του)
Στο δρόμο της Δαμασκού
(Αδύνατο να δούμε τίποτε∙ μόνο ακούγαμε)
Σαββάτο βράδυ
(απ’ το Βαρδάρι ως το Συντριβάνι)
Τσαϊράδα
(Εδώ δεν είναι τόπος να πλαγιάσουμε)
Ένας ευήθης μαλώνει  τα δέντρα
(Δε λέω, έχετε δίκιο. Όμως κι εσείς τι κάνατε ως τώρα για ν’ αποτρέψετε τις πυρκαγιές;)
Τι κέρδισα
(Δυο χρόνια τώρα έδινα, και τίποτα δεν έπαιρνα)
Τύψεις
(Όσο περνούν οι μέρες και μακραίνει)
Εκείνοι που μας παίδεψαν
(Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιο πολύ)
Το δάσος
(Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας)
Εγκαταλείπω την ποίηση
(Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία)
Τι γυρεύω
(Τι γυρεύω εγώ σ’ αυτές τις νύχτες)
Το απόγευμα
(Ήταν ωραίο εκείνο το απόγευμα με την ατέλειωτη συζήτηση στο πεζοδρόμιο)
[νέες συλλήψεις]
(Θανάση, γιατί έκοψες το άλφα από μπροστά;)
Όλο και πιο πολύ
(Στους ανεπαίσθητους ψιθύρους της εσπέρας)
Νύχτα, χάρισέ μου ένα κορμί
(…να χορτάσω κι απόψε την έξαψή μου)
Το πάρκο
(Παροπλισμένα γεροντάκια και νταντάδες)
Αποστρατευμένοι
(Τώρα δεν έχει πια ΕΣΑ)
Με κατάνυξη
(Έλα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά)
Όταν σε περιμένω
(Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι)
Το αιώνιο παράπονο
(Ό,τι κι αν κάνει το δοντάκι του γραμμόφωνου)
Εγνατία
(Με τσάκισε κι απόψε η Εγνατία)
Η φυσαρμόνικα
(Μες στα ψυχρά παγωμένα γραφεία)
Το έγκλημα της μοναξιάς
(Κάθε που πέφτει επικίνδυνα το βράδυ)
Κακόφημη συνοικία
(Κάθε λίγο και λιγάκι βγαίνει στο μπαλκόνι της και τινάζει)
Απολογισμός της μοναξιάς
(Σπασμένες μέσα μου εικόνες ανταπόκρισης)
Τέλος
(Τώρα που βρήκα πια μιαν αγκαλιά)
Βρόχος
(Τώρα που σ’ έχω διαγράψει απ’ την καρδιά μου)
Ρήμαγμα
(Τις παγωμένες νύχτες)
Η κακιά στιγμή
(«Τα μάθατε; Ο τάδε το και το»)
Έρωτας
(Το χειμώνα χωνόμασταν σ’ ένα γιαπί)
Night Club
(Κάθε φορά που έρχεται ο στόλος)
Χριστούγεννα
(Φυσούσε ένας διαβολεμένος βαρδάρης)
Κατατρέχουν τη γραφικότητα
(Ήρθαν κύριοι με τσάντες και μεζούρες)
Ανοίγεις και κλείνεις σα λουλούδι
(Έρχομαι — μουδιασμένος με υποδέχεσαι)
Μικρά ποιήματα
(Φίλος ποιητής, διευθυντής εταιρείας)
Όσο με πληγώνεις
(Ολόκληρος στον έρωτα δοσμένος)
Από το
αφιέρωμα του translatum.gr στους ποιητές της Θεσσαλονίκης
 

Δύο μικρά πεζά:
Ιπποκλείδης
(Μια φορά κι έναν καιρό, εδώ και δυόμιση χιλιάδες χρόνια, ήταν ένας βασιλιάς που τον έλεγαν Κλεισθένη, κι ήθελε να παντρέψει τη μοναχοκόρη του)
Ανταπόκριση
(Ένα πρωί ξύπνησα με πολύ κέφι. Βγήκα στο μπαλκόνι του κήπου κι έριξα μια ματιά στα δέντρα)
Οπτικοακουστικό υλικό:

Η εκπομπή ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ αφιερωμένη στον ποιητή
από το ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ.
Ο Χριστιανόπουλος διαβάζει Χριστιανόπουλο
από το indymedia.
(πηγή www.sarantakos.com)
 

Μην ξεχνάς
όταν σε λέω λεβεντιά
μην ξεχνάς πως είσαι μαλάκας

όταν σε λέω γλύκα μου
μην ξεχνάς τι ξυλάγγουρο είσαι

όταν μου λες πως μ’αγαπάς
μην ξεχνάς τα παζάρια που προηγήθηκαν

και μη θαρρείς πως είσαι τίποτα
επειδή σε προσκυνώ

Ντίνος Χριστιανόπουλος
Από τη συλλογή ”Το κορμί και το σαράκι”

Πηγή: http://tvxs.gr/

 

Ντίνος Χριστιανόπουλος:Δε θέλω ούτε τα βραβεία, ούτε τα λεφτά τους

Την πρόθεσή του να μην παραλάβει το βραβείο του Υπουργείου Πολιτισμού αλλά ούτε και το χρηματικό έπαθλο που το συνοδεύει γνωστοποίησε ο γνωστός ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος. Η αντίδραση του ποιητή ήταν άμεση μόλις έγινε γνωστή η είδηση της βράβευσής του με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου του.






«Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης απ’ όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία από το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο “υπείροχον έμμεναι άλλων”, που μας άφησαν οι αρχαίοι. Είμαι εναντίον των βραβείων γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου …» αναφέρει, μεταξύ άλλων, σ’ εκείνο το κείμενό του ο Ντίνος Χριστιανόπουλος.

Πηγή:http://tvxs.gr/