RSS

Category Archives: Ο ανταρτοπόλεμος και το αναπόφευκτο του ένοπλου αγώνα (αφιέρωμα)

Che Guevara: Ο ανταρτοπόλεμος και το αναπόφευκτο του ένοπλου αγώνα (5ο μέρος)

Επιμέλεια ύλης: Βήχος Παναγιώτης

5. Η Γενική Απεργία

Το αντάρτικο δεν μπορεί να αναπτυχθεί, να γίνει η μαχόμενη πρωτοπορεία των λαϊκών μαζών, και τελικά να καταστρέψει το κρατικό όργανο καταπίεσης δίχως την υποστήριξη της εργατικής τάξης, χωρίς να υποστηρίζεται από μια μάχη μέσα στις πόλεις, χωρίς να κινητοποιήσει για την πάλη τις προλεταριακές μάζες. Αυτό είναι η γενική πείρα του επαναστατικού πολέμου. Αναλύοντας την ιστορία του βιετναμέζικου αντάρτικου, στον πρόλογό του στο βιβλίο του Γκιάπ, ο Τσέ υπογραμμίζει ότι “η μαζική πάλη χρησιμοποιήθηκε την κάθε στιγμή στις πόλεις σαν απαραίτητο όπλο, για την ανάπτυξη του αγώνα”, αυτό το μαζικό κίνημα των πόλεων με το δυναμικό του και τον δίχως συμβιβασμούς χαρακτήρα του, αποτελεί κατά την κρίση του πολύτιμο παράδειγμα θεμελιώδους σπουδαιότητος για τον απελευθερωτικό αγώνα στη Λατινική Αμερική. (σσ Τσέ, “Πρόλογος στον Γκιάπ”, Pensamiento Crtico αριθ. 33, σελ. 250).
Ο ρόλος, η σημασία και η βαρύτητα της εργατικής πάλης αυξάνουν στο βαθμό που αναπτύσσεται ο επαναστατικός πόλεμος και που σφυρηλατείται η εργατο-αγροτική συμμαχία. Κατά την πρώτη περίοδο, όταν αρχίζει το αντάρτικο, το μαζικό κίνημα των πόλεων (απεργίες, διαδηλώσεις κλπ) παίζει κυρίως ρόλο αντιπερισπασμού, αναγκάζοντας τις δυνάμεις της καταπίεσης να σκορπιστούν, εμποδίζοντας τη συγκέντρωσή τους στην ύπαιθρο. Οταν το αντάρτικο κατεβαίνει σε περιοχές πιο κατοικημένες και αστικοποιημένες, ενώνεται πιό στενά με το εργατικό κίνημα από το οποίο εξαρτάται για να μπορέσει να δράσει σ΄ αυτό το χώρο το δυσμενή γεωγραφικά. Αυτό έγινε στην Κούβα τη στιγμή που το σώμα του Τσέ εκυρίευσε την επαρχία του Λάς Βίλλας και κατέκτησε την πόλη Σάντα Κλάρα, στηριζόμενο στα εργατικά συνδικάτα, στο λαϊκό σοσιαλιστικό κόμμα, στα στελέχη των πόλεων του Κινήματος της 26ης Ιουλίου και γενικά στις εργατικές τάξεις. Τελικά, με το γερό χτύπημα του στρατού από τους αντάρτες, ξέσπασε και η γενική επαναστατική απεργία, “πρωταρχικός παράγων του εμφυλίου πολέμου” (σσ “Η στρατηγική του ανταρτοπόλεμου”, σελ. 50, εκ. Καρανάση 1972) που αποτελεί το επιστέγασμα του επαναστατικού κινήματος, το τελικό χτύπημα κατά του ολιγαρχικού κράτους, το σμπαράλιασμα των τελευταίων πολιτικών μηχανευμάτων και των στρατιωτικών παλινδρομήσεων και τη στιγμή της πολιτικο-στρατιωτικής συγχώνευσης μεταξύ της πρωτοπορείας και των μαζών.

Είναι γνωστό ότι η κουβανέζικη επανάσταση εγνώρισε τρείς απόπειρες γενικής απεργίας: την ακαθοδήγητη απεργία του Αυγούστου του 1957 που άρχισε στο Σαντιάγκο ύστερα από τη δολοφονία του Φράνκ Πάϊς, την αποτυχούσα απεργία της 9ης Απριλίου 1958, και τη γενική νικηφόρα απεργία της 1ης Ιανουαρίου 1959, που έδωσε τη χαριστική βολή στο καθεστώς. Τα κείμενα του Γκουεβάρα ασχολούνται πρό παντός με τις δύο πρώτες. Η δολοφονία του Φράνκ Πάϊς (του κυριώτερου αρχηγού του Κινήματος της 26ης Ιουλίου μέσα στην πόλη) την 3οή Ιουλίου του 1958 στο ΣΑντιάγκο, έκαμε να ξεσπάσει μέσα σ΄ αυτή την πόλη μια αυθόρμητη απεργία που απλώθηκε γρήγορα στις άλλες πόλεις της επαρχίας Οριάντε (Γκουαντανάμο, Μανζανίλλο, Μπαϊάμο, κλπ.) που τις παράλυσε ολοκληρωτικά, και είχε αντίκτυπο ως τις επαρχίες Καμαγκουέϋ και Λ¨ας Βίλλας. Η δικτατορία κατέβαλε αυτό το κίνημα που είχε ξεπηδήσει χωρίς προετοιμασία και επαναστατική καθοδήγηση, αλλά οι αρχηγοί του αντάρτικου και ο Τσέ ιδιαίτερα αντελήφθησαν πώς νέες δυνάμεις είχαν ξεσηκωθεί κατά του καθεστώτος και πώς είτανε απόλυτα επιβεβλημένο να μπάσουνε τους εργαζόμενους στην απελευθερωτική πάλη (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. “Ο κοινωνικός ρόλος του αντάρτικου στρατού”, σελ. 191, εκδ. Καρανάση 1972). Η πείρα της ακαθοδήγητης απεργίας του 1957 δεν οδήγησε εντούτοις σε καμιά “λατρεία του αυθόρμητου”, αλλά, αντίθετα στην ανάπτυξη παράνομων δραστηριοτήτων και οργανώσεων στα κέντρα δουλειάς “με την προοπτική μιας γενικής απεργίας που θα βοηθούσε το στρατό του αντάρτικου στο να καταλάβει την εξουσία”. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. Σελ. 191, Εκδ. Καρανάση 1972. Σύμφωνα με τον Τσέ, οι αναγκαίοι παράγοντες για μια γενική απεργία “δεν βρίσκονται αυτομάτως παρά σε πολύ λίγες περιπτώσεις: πρέπει να τους δημιουργήσεις εξηγώντας τα αίτια της επανάστασης και αποδεικνύοντας την πραγματική δύναμη του λαού και τις δυνατότητές του”).

Εξ αντιθέτου η αποτυχούσα απεργία της 9ης Απριλίου 1958 ξέσπασε “αιφνιδιαστικά” – οι οργανωταί της ήθελαν για λόγους στρατηγικο-στρατιωτικούς, να αιφνιδιάσουν την κυβέρνηση και τις δυνάμεις της καταπίεσης – με μια έκκληση από το ραδιοσταθμό – καταληφθέντα από τους επαναστάτες στις 11 το πρωϊ. Οι εργάτες που είσαν στη δουλειά, δεν άκουσαν το ράδιο, φήμες συγκεχυμένες και αντικρουόμενες κυκλοφορούσαν και τελικά, η απεργία δεν έγινε. Μερικοί οπλισμένοι κομμάντος που είχαν ξεσηκωθεί εξοντώθηκαν και τρομακτικά καταπιεστικά μέτρα πάρθηκαν κατά των επαναστατών. Η ευθύνη αυτής της αποτυχίας επιρρίπτεται κατά τον Τσέ, στους αστούς αρχηγούς του Κινήματος της 26ης Ιουλίου (που το ονόμαζαν “Η Πεδιάδα” κατ΄ αντίθεση προς το “Σιέρρα”) των οποίων η στρατηγική άποψη ήταν από δυό πλευρές λαθεμένη: – θέλοντας να συγκεντροποιήσουν τον αγώνα μέσα στις πόλεις υποτιμούσαν το ρόλο του αντάρτικου, που το θεωρούσαν απλώς σαν ένα “κέντρισμα” της εργατικής εξέγερσης.

Κρίνοντας την επαναστατική γενική απεργία κατά τρόπο στενό, σεχταριστικό (σε σχέση με τα άλλα εργατικά ρεύματα, και ιδιαίτερα με το Λ.Σ.Κ. – Λαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα, το “παλιό” Κ.Κ. της Κούβας) και πραξικοπηματικά, αγνοούσαν τη σημασία και την τακτική του μαζικού αγώνα. Εκάλεσαν κατά συνέπεια στην απεργία της 9ης Απριλίου 1958 “χωρίς την ελαχίστη πολιτική προετοιμασία, χωρίς ίχνος μαζικής δραστηριότητος”, με ένα παράνομο σκούντημα, χωρίς πραγματικούς δεσμούς με την εργατική βάση, επιχειρώντας να κατευθύνουν το κίνημα απ΄ την κορυφή, θέλησαν να κηρύξουν την απεργία αιφνιδιαστικά, με πυροβολισμό, χωρίς να λάβουν υπόψη την εργατική ενότητα, και προπαντός “δεν επεζήτησαν ώστε οι εργάτες μέσα στην επαναστατική τους διεργασία να εκλέξουν την κατάλληλη στιγμή”. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. Σελ. 191-192 Πολιτικά Κείμενα: Τομ. Α΄, σελ. 65, Pensamiento Critico, αριθ. 31, σελ. 58, 61).

Οι παρατηρήσεις αυτές του Τσέ δείχνουν περίλαμπρα και το ενδιαφέρον που είχε για το πρόβλημα της γενικής απεργίας και μαζί τη βαθειά του συναίσθηση για το χαρακτήρα μαζικού κινήματος που αυτή πρέπει να παίρνει (αξίζει να γίνει παραβολή με τα κείμενα του Λένιν και της Ρόζας Λούξενμπουργκ πάνω στις ρωσσικές απεργίες του 1905). Τόσο εις ότι αφορά το αντάρτικο της υπαίθρου όσο και σχετικά με την επαναστατική απεργία, η θέση του Τσέ δεν έχει τίποτε το κοινό με τον δήθεν “μπλανκισμό – μπακουνισμό – τυχοδιωκτισμό” που του απέδωσαν μερικοί με τις τάχα “ορθόδοξες” κριτικές τους. Ο Τσέ Γκεβάρα αντιμετώπισε ποτέ την δυνατότητα μιας επανάστασης κατ΄ ουσίαν εργατοαγροτικής στις πιό βιομηχανοποιημένες χώρες της Λατινικής Αμερικής: Αναγνώριζε ανοιχτά πώς ήτανε πιό δύσκολο να σχηματισθούν αντάρτικες ομάδες της αγροτιάς στις χώρες με ισχυρή αστική συγκέντρωση και δεν απέκλεισε καθόλου εκ των προτέρων τη δυνατότητα μιάς νίκης “από λαϊκή επανάσταση με βάση αντάρτικου στην πόλη”. (σσ Τσέ Γκεβάρ΅: “εξαιρετική περίπτωση η πρωτοπορεία της πάλης κατά του ιμπεριαλισμού”, Πολιτικά Κείμενα: Τομ. Α΄, σελ. 89, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1970. Υστερα από αυτό, ο Τσέ φρονούσε ότι θα ήταν καλύτερα να κρατηθεί η πολιτική καθοδήγηση στην ύπαιθρο ακόμη και στις αστικοποιημένες χώρες για λόγους ασφάλειας).

Ιδιαιτέρως τονίζει ότι στην Αργεντινή – τη χώρα την πιό αστικοποιημένη της ηπείρου – ο ριζοσπαστισμός του κινήματος των μαζών μπορεί να οδηγήσει στην κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη. (σσ Γκουεβάρα: “Μήνυμα στους Αργεντινούς”, Χριστιανισμός και Επανάσταση, σελ. 22). Και ο Ντεμπραί επίσης αναγνωρίζει ότι στην Αργεντινή, “όπου το Μπουένος Αϊρες, το Ραζάριο και η Κόρντομπα συγκεντρώνουν ήδη πάνω από το ήμισυ του ολικού πληθυσμού (20 εκατομμύρια), η σημασία του αγροτικού προλεταριάτου λόγω της πραγματικής στρατιωτικής του δύναμης, του διασκορπισμού του, της αξίας του στην οικονομική ζωή της χώρας, είναι μηδαμινή, μια αντάρτικη εστία στην ύπαιθρο δεν μπορεί λοιπόν να έχει παρά δεύτερο ρόλο σχετικά με την πόλη, στο Μπουένος Αϊρες, όπου το βιομηχανικό προλεταριάτο είναι η πρωταρχική δύναμη” (σσ Ρεζί Ντεμπραί: “Ο καστρισμός, η μακριά πορεία της Λατινικής Αμερικής”, στα Δοκίμια πάνω στη Λατινική Αμερική, Μασπερό, Παρίσι, 1967, σελ. 73-74). Αλλά, ακόμα και όταν η επανάσταση δεν έχει κύριο στρατηγικό της άξονα την προλεταριακή πάλη μέσα στις πόλεις ακόμα και αν η κοινωνική σύνθεση του επαναστατικού στρατού είναι κατά πλειοψηφία αγροτική, ο επαναστατικός πόλεμος οφείλει να καθοδηγείται από την ιδεολογία της εργατικής τάξης. (σσ Πολιτικά Κείμενα: “Κούβα: μοναδική περίπτωση η πρωτοπόρος στον αγώνα κατά του ιμπεριαλισμού”, Τόμ. Α΄, σελ. 103, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1970). Αυτό δεν ήταν η περίπτωση της Κούβας (ως το 1959), αλλά, αντιθέτως στο Βιετνάμ, ένας πόλεμος αγροτικού τύπου, λόγω του βασικού δεσμού δραστηριότητος και της σύνθεσης του στρατού καθοδηγείτο από την ιδεολογία του προλεταριάτου. (σσ Τσέ, “Πρόλογος στον Γκιάπ”, Pensamiento Critico, αρθ. 33, σελ. 250). Φαίνεται λοιπόν ότι ο Τσέ θεωρεί την άποψη αυτή της κουβανέζικης επανάστασης μάλλον σαν εξαίρεση που δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας να επαναληφθεί αλλού.

Στο Βιετνάμ, την ιδεολογία αυτή εκπροσωπούσε ένα μαρξιστικό πρωτοπορειακό κόμμα, που διηύθυνε την πάλη του λαού για την εθνική και κοινωνική (σσ Τσέ, “Πρόλογος στον Γκιάπ”, PensamientoCritico, αριθ. 33, σελ. 250) του απελευθέρωση. Αυτά είναι τα γενικά χαρακτηριστικά των επαναστατικών πολέμων; Κατά το 1953, φαίνεται πώς ο Τσέ πάει να απαντήσει καταφατικά σ΄ αυτή την ερώτηση. Στην εισαγωγή του τόμου που τιτλοφορείται Το μαρξιστικό – λενινιστικό κόμμα, γράφει ρητά πώς ένα κόμμα τέτοιου τύπου, “πρωτοπορεία της εργατικής τάξης”, πρέπει να είναι ο αρχηγός της επαναστατικής πάλης – αν και υπογραμμίζει σε άλλο κείμενο της ίδιας εποχής. (Ο ανταρτοπόλεμος, μια μέθοδος) ότι το να είναι το κόμμα της πρωτοπορείας, αυτό δεν είναι “επίσημο δίπλωμα δοσμένο από το Πανεπιστήμιο” αλλά σημαίνει “να είναι μπροστά επί κεφαλής της εργατικής τάξης στην πάλη για την κατάληψη της εξουσίας”. (σσ Πολιτικά Κείμενα: Τομ. Α΄, σελ. 200 και Στρατιωτικά Κείμενα: “Η ιστορία δεν παραδέχεται λάθη”, σελ. 209, Εκδ. Καρανάση 1972). Εν πάσει περιπτώσει αυτά τα κατοπινά κείμενα δεν καθορίζουν την προβληματική αυτή και δεν δίνουν απάντηση στο αντικρουόμενο ερώτημα της σχέσης μεταξύ κόμματος και αντάρτικου. Φαίνεται ότι σήμερα πολλές λατινοαμερικάνικες επαναστατικές ομάδες κλίνουν προς μια στρατηγική βασισμένη συγχρόνως στη γκουεβαρική αντίληψη για το αντάρτικο και στα δεδομένα της λενινιστικής θεωρίας για το Κόμμα. Η βολιβιανή τραγωδία του 1967 κατέδειξε αφ΄ ενός το αδύνατον του να έχεις εμπιστοσύνη στα μεταρρυθμιστικά ΚΚ και την ανάγκη να συγκροτηθεί μια οργάνωση πρωτοπορειακή εγκατεστημένη στις πόλεις και στην ύπαιθρο, που να μπορεί να κατευθύνει την επαναστατική μάχη σε όλα τα μέτωπα.

Ο επαναστατικός πόλεμος που διεξάγεται με την πολιτική και με την ένοπλη πάλη, με το αντάρτικο και τη μαζική απεργία, οφείλει όχι μόνο να συντρίψει την αντίσταση του “άμεσου εχθρού” το αστικο-ολιγαρχικό κράτος, αλλά επίσης να είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει την ένοπλη επέμβαση του “κύριου εχθρού”, του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, εκμεταλλευτή και καταπιεστή των λαών όλου του κόσμου: η επανάσταση πρέπει να λογαριάζεται, σε τελευταία ανάλυση, σαν παρατεταμένος πόλεμος σε παγκόσμια κλίμακα.
 

Che Guevara: Ο ανταρτοπόλεμος και το αναπόφευκτο του ένοπλου αγώνα (4ο μέρος)

Επιμέλεια ύλης: Βήχος Παναγιώτης
4. Το αντάρτικο και ο λαός
Η θεωρία του Τσέ για το αντάρτικο καταδικάστηκε από τους ψευτο-ορθόδοξους σαν μπλανκιστική αίρεση, μπακουνική, τυχοδιωκτική, στηριγμένη στην αυταπάτη ότι μια μικρή ομάδα ανθρώπων ηρωικών κι αποφασισμένων μπορούσε να κάμει την επανάσταση, να καταλάβει την αρχή και να απελευθερώσει το λαό, και που θα θέλει να υποκαταστήσει τους λαϊκούς αγώνες με τα αξιοθαύμαστα κατορθώματα μιας ομάδας παληκαράδων τύπου τριών σιδερόφρακτων σωματοφυλάκων. Λοιπόν, αυτό δεν ήτανε καθόλου η γνώμη του Τσέ, που δεν δεχότανε στο “εγχειρίδιό (του) για το αντάρτικο” την ετυμολογική σημασία της ισπανικής λέξης (γκουερίλα=μικρός πόλεμος) υπογραμμίζοντας ότι ο ανταρτοπόλεμος δεν ήταν μικροσκοπικός πόλεμος, ο πόλεμος μιας ομάδας μειονότητας εναντίον του ισχυρού στρατού, αλλά αντίθετα μάλιστα ο πόλεμος ολοκλήρου του λαού εναντίον της καταπιεστικής κυριαρχίας. Στο άρθρο του Ανταρτοπόλεμος μια μέθοδος, είναι ακόμα πιό ξεκάθαρος: “Αυτοί που θέλουν να κάνουν αντάρτικο ξεχνώντας την πάλη των μαζών, ως εάν επρόκειτο για δύο αντίπαλες πάλες, είναι άξιοι επικρίσεως. Είμαστε αντίθετοι σ΄ αυτή τη θέση. Το αντάρτικο είναι πόλεμος του λαού, δηλαδή μαζική πάλη. Το να ισχυρισθεί κανείς πώς θα κάνει ανταρτοπόλεμο χωρίς την υποστήριξη του πληθυσμού, είναι σα να πηγαίνει σε αναπόφευκτη πανωλεθρία. Το αντάρτικο είναι η μαχόμενη πρωτοπορεία του λαού {…} στηριζομένη στην πάλη των μαζών των χωρικών και των εργατών της περιοχής και όλου του χώρου στον οποίο βρίσκεται. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις δεν είναι παραδεκτός ανταρτοπόλεμος”. Αυτό είναι το δίδαγμα όχι μόνο της κουβανέζικης επανάστασης μα όλων των λαϊκών πολέμων, και ιδιαιτέρως, του επαναστατικού στρατού του βιετναμέζικου λαού, που ήταν στα μάτια του Τσέ, το παράδειγμα το πιό ολοκληρωμένο “οργανικού” δεσμού μεταξύ της ένοπλης πρωτοπορείας και του λαού, και όπου “ο ανταρτοπόλεμος” δεν είναι παρά η έκφραση της πάλης των μαζών”. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. Σελ. 183,203,-204, Εκδ. Καρανάση. Πρόλογος στο “Guerra del Pueblo, Ejercito del Pueblo”, του Γκιάπ, στο Pensamiento Critico, αριθ. 33 Οκτώβρης 1969, σελ. 250).

Είναι επίσης, εννοείται, και το δίδαγμα της κινέζικης επανάστασης: σε μια συνέντευξη του Απριλίου 1959 σε δημοσιογράφο της Λαϊκής Κίνας, ο Τσέ υπογραμμίζει ότι κατά το αντάρτικο της Κούβας είχε μελετήσει “προσεκτικά” τα στρατιωτικά κείμενα του Μάο και από κεί “πολλά έμαθε” – γεγονός που πιθανώς αναφέρεται όχι μόνο στις στρατιωτικές απόψεις των κειμένων του, αλλά επίσης και στην πολιτική τους βαρύτητα: την ανάλυση των δεσμών μεταξύ του αντάρτικου και των αγροτικών μαζών. (σσ Εκλεκτά Εργα: σελ. 368, (Αμερικάνικη έκδοση). Εν πρώτοις, ο λαός (δηλαδή, στην εξοχή, οι χωρικοί) δίνει τους καλύτερους μαχητές του αντάρτικου, που ξέρουν τον τόπο, τους κατοίκους και τα ήθη της περιοχής, και που είναι συνηθισμένοι στη σκληραγωγία της βουνήσιας ζωής. Και για να γενικεύσουμε, ο λαός είναι “η καρδιά του αντάρτικου” που βρίσκεται πίσω από κάθε ενέργεια, είναι ο αόρατος συνεργάτης που παρακολουθεί τον εχθρό, μεταφέρει ειδήσεις, εξασφαλίζει τον εφοδιασμό, παρέχει στους μαχητές την αποτελεσματική του υποστήριξη τη συμμετοχή του, τη γενναιόδωρη προστασία του. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, Σελ. 186-187, 194, βλ. επίσης “Η Επανάσταση στην Κούβα”, σελ. 203. Εκδ. Καρανάση 1970).

Οι αγροτικές μάζες δεν παίζουν αυτό τον αποφασιστικό ρόλο στο βαθμό που το αντάρτικο εμφανίζεται σαν έκφραση της πάλης τους της ταξικής. Για το λόγο λοιπόν αυτό πρέπει η ένοπλη δράση του αντάρτικου να είναι η απήχηση της κοινωνικής προστασίας του λαού κατά των καταπιεστών του και των βλέψεων της μεγάλης αγροτικής μάζας που θέλει να αλλάξει το καθεστώς ιδιοκτησίας της γής. Με άλλα λόγια, πρέπει να καταλάβει την πολιτική σημασία του αντάρτικου και να την κάνει δική του.

Γι΄ αυτό ο Τσέ, χωρίς καθόλου να αμελεί την καθαυτό στρατιωτική βαρύτητα, επέμενε στη σπουδαιότητα της πολιτικής δουλειάς που πρέπει να εκτελέσει η πρωτοπορεία και χαρακτήριζε τον επαναστατικό πόλεμο σαν “μεγάλη πολιτικο-στρατιωτική ενέργεια της οποίας τμήμα μόνο είναι το αντάρτικο”. Η πρωτοπορεία οφείλει παράλληλα με την ένοπλη δράση να προωθεί μια εντατική μαζική εργασία, εξηγώντας τα αίτια και τους σκοπούς της επανάστασης, τις νίκες του αντάρτικου, τους λόγους για κάθε ενέργεια, και καλώντας σε μαζικούς αποτελεσματικούς αγώνες τους εργάτες και τους χωρικούς: “Οι άκριτες δολοφονίες και τρομοκρατίες δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται. Είναι προτιμότερο να γίνεται μαζική εργασία, να μεταδίδεται το επαναστατικό ιδανικό, να γίνεται προσπάθεια να ωριμάζει, έτσι, που στην πρέπουσα στιγμή οι μάζες αυτές υποστηριζόμενες από τον επαναστατικό στρατό, να μπορούν να κινητοποιηθούν και να κάνουν να γείρει ο ζυγός στην πλευρά της Επανάστασης. Για το σκοπό αυτό, δεν πρέπει να αμελούμε τις λαϊκές εργατικές και αγροτικές οργανώσεις, που διαδίδουν στις γραμμές τους το επαναστατικό ιδανικό, δίνοντας να διαβάζουν και εξηγώντας τα δημοσιεύματα της επανάστασης”. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. Σελ. 222, 223-42, Εκδ. Καρανάση 1972. Είναι εξάλλου γνωστό, ότι κατά την εισβολή του σώματός του στην επαρχία Καμαγκουέη, το καλοκαίρι του 1958, ο Τσέ έφερε σε επαφή τα συνδικάτα εργατών και αγροτών της περιοχής, και μάλιστα ίδρυσε και τοπικούς συνεταιρισμούς εργατών γής. Επιστολή του Τσέ στον Φιντέλ, 13 Σεπτεμβρίου 1958, στο Αντάρτικο, αριθ. 1, Μιλάνο, 1969, σελ. 53).

Βλέπει λοιπόν κανένας πόσο ψεύτικη είναι η εικόνα του Επινάλ, ενός Τσέ ρωμαντικού τυχοδιώκτη, είδους κόκκινου Αρτανιάν, που θα εννοούσε το αντάρτικο σαν κονταρομαχία σωματοφυλάκων εναντίον της βασιλικής φρουράς… Αν και αποδίδει αυστηρή και σχολαστική σημασία, στα καθαρώς στρατιωτικά και στρατηγικά ζητήματα της πάλης, ο Τσέ Γκεβάρα είχε σαφώς συλλάβει το συνολικό χαρακτήρα, πολιτικο-στρατιωτικό του λαϊκού πολέμου, και την κεφαλαιώδη σπουδαιότητα της κινητοποίησης, της προπαγάνδας και της οργάνωσης των μαζών για τον επαναστατικό αγώνα.

Εξάλλου, η πολιτική δραστηριότητα του αντάρτικου, δεν περιορίζεται καθόλου στην “κλασσική” προπαγάνδα: διεξάγει την “προπαγάνδα διά των γεγονότων”, από το ένα μέρος με τις ίδιες τις ένοπλες δραστηριότητες, που δείχνουν το τρωτό του στρατού της καταπίεσης, από το άλλο μέρος, με την εφαρμογή, στις περιοχές υπό τον έλεγχό του, μέτρων επαναστατικού χαρακτήρα: απαλλοτρίωση, κατοχή και διανομή των γαιών στους χωρικούς, οργάνωση συνεταιρισμών, εγκαθίδρυση δικαστηρίου και διοίκησης, έκδοση επαναστατικών νόμων, κλπ. Το αντάρτικο παρουσιάζεται έτσι βαθμηδόν σαν εξουσία κατ΄ εναλλαγή αντίθετη στην εγκατεστημένη εξουσία, σαν νέα νομιμότης που αντικαθιστά το νόμο του κράτους: εξουσία και νομοθεσία επαναστατικές που εξυπηρετούν τα συμφέροντα και τις κοινωνικές βλέψεις των λαϊκών μαζών και που εξουδετερώνουν το όργανο καταπίεσης των κυριαρχουσών τάξεων.

Υστερα από αυτά η σχέση μεταξύ αγροτιάς και αντάρτικου δεν είναι καθόλου σχέση μονόπλευρη, μηχανιστική, με μιά και μόνη κατεύθυνση “εκ των άνω προς τα κάτω”. Με την επαφή με τη ζωή, με τα προβλήματα, τους αγώνες των αγροτών, “μια επανάσταση διενεργείται μέσα στα μυαλά μας”, παρατηρεί ο Τσέ, υπογραμμίζοντας το ρόλο της εμπειρίας αυτής για τη διαμόρφωση της ιδεολογίας του αντάρτικου. Στην πορεία του ανταρτοπόλεμου μπαίνει σε ενέργεια ένα προτσές διαλεκτικής αμοιβαιότητος μεταξύ της πρωτοπορείας και των μαζών: “δημιουργείται τότε {…} μια αληθινή ενδοενέργεια μεταξύ αυτών των αρχηγών που διδάσκουν στο λαό, με τα γεγονότα, τη θεμελιακή σπουδαιότητα της ένοπλης πάλης και τον ίδιο το λαό, που μεγαλώνει μέσα στην πάλη και δείχνει με τη σειρά του στους αρχηγούς τις πρακτικές ανάγκες. Από αυτή την ενδοενέργεια μεταξύ του αντάρτη και του λαού του ξεπηδάει έτσι ένας προοδευτικός ριζοσπαστισμός που επιτείνει βαθμιαία τα επαναστατικά χαρακτηριστικά του κινήματος και του δίνει εθνική διάσταση”. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. “Ο Γκουεριλλέρο κοινωνικός αναμορφωτής”, σελ. 76-77, Εκδ. Καρανάση 1972). Πράγματι η στενή συνοχή μεταξύ ανταρτών και χωρικών δεν γίνεται μονομιάς δημιουργείται προοδευτικά στην πολιτικο-στρατιωτική πράξη στο διάστημα της οποίας το αντάρτικο γίνεται λαϊκό και ο λαός επαναστατικός, τα δυό να συγχωνεύουνται βαθμιαία, σε ένα “σώμα” σχετικά ομογενές. Απ΄ αυτή τη στιγμή κι έπειτα το αντάρτικο γίνεται ακατανίκητο στην πράξη και μπορεί προοδευτικά να χτυπήσει γερά, να αποθαρρύνει και να νικήσει το στρατό του αστικού κράτους.

Αν είναι αληθινό ότι ο πυρήνας του αντάρτικου δεν μπορεί ευθύς από την αρχή να είναι “μαζικό κίνημα”, δεν θα χρειάζεται ωστόσο κάποια πολιτική δουλειά στους κόλπους των λαϊκών μαζών των πόλεων και της υπαίθρου για να ετοιμάσει το ξέσπασμα της ένοπλης πάλης; Το φτιάξιμο ενός πολιτικο-στρατιωτικού δικτύου στήριξης, καταφυγίου και εφοδιασμού (στις πόλεις και μεταξύ των χωρικών) δεν είναι η προϋπόθεση για την ίδια την επιβίωση του πυρήνα; Το αντάρτικο δεν πρέπει ευθύς από την αρχή να βρίσκεται σε σύνδεση με τους ήδη υπάρχοντες ταξικούς αγώνες σε μερικές περιοχές της υπαίθρου; Η απάντηση σ΄ αυτά τα ερωτήματα – που ετέθησαν με δριμύτητα ύστερα από τη βολιβιανή τραγωδία του 1967 – και σε πολλές άλλες δεν θα βρεθεί μόνο στα κείμενα του Τσέ, θα δοθεί με τη συγκεκριμένη εμπειρία νέων επαναστατικών πρωτοποριών που διεξάγουν τον αγώνα στη Λατινική Αμερική (και αλλού) σήμερα.
 

Che Guevara: Ο ανταρτοπόλεμος και το αναπόφευκτο του ένοπλου αγώνα (3ο μέρος)

Επιμέλεια ύλης: Βήχος Παναγιώτης
3. Το αντάρτικο σαν πολιτικός καταλύτης
Ο επαναστατικός πόλεμος δεν μπορεί να αναπτυχθεί και να θριαμβεύσει χωρίς μερικές συνθήκες αντικειμενικές και υποκειμενικές. Οι αντικειμενικές συνθήκες στη Λατινική Αμερική είναι τύπου συγκροτησιακού (η αθλιότητα των μαζών, η εκμετάλλευση η υπο-ανάπτυξη, οι παλιές κοινωνικές σχέσεις κλπ.) ή συνεπόμενου (οικονομικές κρίσεις, δικτατορικό καθεστώς, απουσία των νόμιμων δρόμων). Στο Ανταρτοπόλεμος, ο Τσέ παρουσιάζει τα δικτατορικά πολιτικά επακόλουθα σαν όρο Sine qua non (εκ των ών ούκ άνευ) για την ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα. 
“Οταν μια κυβέρνηση ανέλθει στην εξουσία με λαϊκή ετυμηγορία, νοθευμένη ή όχι, και κρατάει μια επιφάνεια τουλάχιστον συνταγματικής νομιμότητας, ο σπόρος του αντάρτικου δεν μπορεί να σκάσει, επειδή όλες οι δυνατότητες της νόμιμης πάλης δεν έχουν εξαντληθεί”. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, “Οι γενικές αρχές του Ανταρτοπολέμου”, σελ. 40, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1972). Αλλά στα κατοπινά του κείμενα πάει να δώσει ολιγότερη σημασία στη νόμιμη ή μή επιφάνεια του υπάρχοντος ολιγαρχικού καθεστώτος.

Οσο για τις υποκειμενικές συνθήκες, υπάρχουν βασικά δύο που είναι συμπληρωματικές και που ενισχύονται κατά την πορεία της πάλης.

– Η συναίσθηση της ανάγκης της επαναστατικής αλλαγής του καθεστώτος.

– Η συναίσθηση της δυνατότητας αυτής της αλλαγής.

Η δύναμη της ολιγαρχίας βασίζεται (μεταξύ άλλων) ακριβώς στην απουσία αυτών των όρων: πάνω στην ιδεολογική αλλοτρίωση των λαϊκών μαζών (ή) στο φόβο τους της ένοπλης δύναμης του αστικού κράτους. Η πλάνη των αισιόδοξων ελπίδων αστραπιαίας νίκης, που κατείχε το εκστρατευτικό σώμα του Granma το Δεκέμβριο του 1956 εξεπήγαζε από την άγνοιά τους του ρόλου του δεύτερου υποκειμενικού όρου: ο κουβανέζικος λαός είχε συναίσθηση της ανάγκης αλλαγής, μα του έλειπε η βεβαιότητα των δυνατοτήτων του, να γίνει η αλλαγή. (σσ Πολιτικά Κείμενα: “Το Μαρξιστικό Λενινιστικό Κόμμα”, τομ. Α΄, σελ. 203, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1970, Επίσης Στρατιωτικά Κείμενα: “Η κατανόηση της ποικιλίας στις σχέσεις των δυνάμεων”, σελ. 212, Εκδ. Καρανάση).

Αυτό δε σημαίνει καθόλου ότι τα κόμματα και οι επαναστατικοί αρχηγοί οφείλουν να περιμένουν με σταυρωμένα χέρια την ωρίμανση και την ανάδυση αυτών των συνθηκών. Ενάντια προς μια παρόμοια νεο-καουτσκική παθητικότητα (συστατικό πλατιών τομέων της παραδοσιακής αριστεράς στη Λατινική Αμερική), εναντίον του αναβλητισμού των επαναστατών ή ψευτο-επαναστατών που δικαιολογούν την απροσεξία τους, ισχυριζόμενοι ότι τίποτε δεν μπορεί να γίνει κατά του κανονικού στρατού, χωρίς να υπολογίσουμε εκείνους που περιμένουν να βρούν συγκεντρωμένες κατά μηχανιστικό τρόπο όλες τις συνθήκες αντικειμενικές και υποκειμενικές, χωρίς να μεριμνήσουν για να τις επιταχύνουν”, ο Τσέ επιμένει πάνω σε τούτα τα κεφαλαιώδη μαθήματα που δίδαξε η κουβανέζικη επανάσταση.

– Οι λαϊκές δυνάμεις μπορούν να κερδίσουν έναν πόλεμο κατά του στρατού.

– Δεν πρέπει να περιμένουμε να συγκεντρωθούν όλες οι συνθήκες για να αρχίσουμε την επανάσταση, η επαναστατική εστία μπορεί να συντελέσει στο να τις κάνει να ξεπηδήσουν. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, σελ. 39, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1972).

Με άλλα λόγια, με τη δράση του την πολιτικο-στρατιωτική, το αντάρτικο αφαιρεί το προσωπείο από την εξουσία (την υποχρεώνει να αποκαλύψει την γυμνότητα της βίαιης δικτατορίας της) και συγχρόνως καταδεικνύει τα τρωτά της την αδυναμία της, καθώς και την ατιμωρησία και το ακατανίκητο του αντάρτικου, φτιάχνει έτσι την επαναστατική συνείδηση και το μαχητικό ενθουσιασμό των λαϊκών μαζών και επιτρέπει το ξέσπασμα και την εμφύτευση του δεύτερου υποκειμενικού όρου: την πεποίθηση ότι η νίκη των καταπιεστών είναι δυνατή. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, σελ. 214, Πολιτικά Κείμενα: “Ο Σοσιαλισμός και ο άνθρωπος στην Κούβα”, σελ. 173, Εκδ. Καρανάση).

Υστερα από όσα ειπώθηκαν, ο Τσέ δεν είναι καθόλου εθελοντάκιας και δηλώνει ρητά πώς δεν φτάνει μόνο η ώθηση της αντάρτικης εστίας, για να συγκεντρώσει όλες τις αναγκαίες για την επανάσταση. Για να φτιαχτεί και να σταθεροποιηθεί η πρώτη εστία, πρέπει μερικοί όροι οικονομικοί, κοινωνικοί, πολιτικοί και ιδεολογικοί να έχουν ήδη προσφερθεί – όροι που πρέπει να καθοριστούν με μια συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης καταστάσεως. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. “Οι γενικές αρχές του ανταρτοπόλεμου”, σελ. 40, Εκδ. Καρανάση 1972).

Η θέση του Τσέ είναι λοιπόν ακριβώς η θέση της μαρξιστικής διαλεκτικής που ξεπερνάει συγχρόνως το μηχανιστικό ματεριαλισμό (“οι συνθήκες καθορίζουν το ιστορικό προτσές”) και τον αφηρημένο ιδεαλισμό (πού διακηρύττει την παντοδυναμία της θέλησης): η πράξη της επαναστατικής πρωτοπορείας γεννιέται από τις δοσμένες συνθήκες και δημιουργεί νέες συνθήκες. Με το ρόλο αυτό στη συνείδηση των λαϊκών μαζών, το αντάρτικο λειτουργεί, σαν δρών καταλύτης, κείνο το μικρό εξωτερικό στοιχείο που εισερχόμενο σε ένα “ευνοϊκό περιβάλλον” προκαλεί την αποκρυστάλλωσή του και την πόλωση. Παίζει έτσι αποφασιστικό πολιτικό ρόλο, όχι μόνο στην περιοχή, που προσβάλλεται αμέσως από τις ενέργειές του, αλλά επί εθνικού επιπέδου (ή ηπειρωτικού) ολόκληρου. Αναπολώντας στο ημερολόγιό του της Βολιβίας την 13 Ιουνίου του 1967 τη σπασμωδική πολιτική της χώρας επακόλουθο των πρώτων νικών του αντάρτικου, ο Τσέ προσθέτει: “λίγες φορές είδαμε τόσο καθαρά την καταλυτική δύναμη του αντάρτικου” (σσ Ημερολόγιο Βολιβίας, σελ. 147-148, Εκδ. Καρανάση, 1970. Κοίταξε και την έκκληση του Σ.Ε.Α. (Στρατού Εθνικής Απελευθέρωσης) στους μεταλλωρύχους της Βολιβίας, όπου ο Τσέ γράφει ότι το αντάρτικο “θα γίνεται όλο και πιό δυνατό εις βάρος του εχθρικού στρατού, και θα χρησιμεύσει σαν δρών καταλύτης για την επαναστατική φλόγα των μαζών ωσότου δημιουργηθεί μια επαναστατική κατάσταση μέσα στην οποία η κρατική εξουσία θα καταρρεύσει με ένα και μόνο αποτελεσματικό χτύπημα, που θα καταφερθεί την κατάλληλη στιγμή”. Εκλεκτά Εργα: σελ. 186, Εκδοση Ν. Υόρκης).
Χάρη στην επενέργειά του σαν καταλύτη και την πολιτικο-στρατιωτική του δραστηριότητα, το αντάρτικο μπορεί σιγά – σιγά να κερδίσει την υποστήριξη των χωρικών, για να γίνει τελικά, στα μάτια των λαϊκών μαζών της πόλης και της υπαίθρου, η ένοπλη έκφραση της ταξικής τους πάλης, και η συγκεκριμένη πολιτική εναλλαγή στην εγκατεστημένη εξουσία. Για να γίνει καταληπτό αυτό το προτσές, πρέπει να εξεταστεί από κοντά η συγκρότηση των δεσμών που συνδέουν το αντάρτικο με το λαό, και πρώτα απ΄ όλα στην ύπαιθρο.

Πηγή: Πολιτικό Καφενείο

 

Che Guevara: Ο ανταρτοπόλεμος και το αναπόφευκτο του ένοπλου αγώνα (2ο μέρος)

Επιμέλεια ύλης: Βήχος Παναγιώτης
2. Για ποιο λόγο ο ανταρτοπόλεμος;
Από πού εξεπήγασε η θεωρία του Τσέ για τον ανταρτοπόλεμο; Κατά κύριο λόγο από ισπανικές πηγές (Η Ισπανία εξάλλου είναι η απαρχή του νεώτερου αντάρτικου): εμελέτησε στο Μεξικό το 1955 τα κείμενα πάνω στη στρατιωτική στρατηγική του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, και υπήρξε ένας από τους καλύτερους μαθητές του παλιού αξιωματικού του δημοκρατικού στρατού, Αρμάντο Μπάϊο, που γύμναζε τους Κουβανούς αντάρτες πρωτού αναχωρήσουν. Δεν ανακάλυψε τους “κλασσικούς του Μάο Τσέ – Τούνγκ παρά αργότερα, στη Σιέρρα, το 1958. Μετά τη νίκη, θα μελετήσει από κοντά την πείρα των γιουγκοσλάβων παρτιζάνων, των Αλγερινών εθνικιστών, των βιετναμέζων επαναστατών. Κι αφού ειπώθηκαν τα παραπάνω, προφανές είναι ότι κύρια πηγή του είναι η βιωμένη εμπειρία του ίδιου του κουβανέζικου αντάρτικου.

Γιατί το αντάρτικο της αγροτιάς ήτανε στα μάτια του Τσέ o δρόμος, ο πιό σίγουρος και ο πιό πραγματικός για το σχηματισμό του λαϊκού στρατού; Υπάρχουν στα κείμενά του σειρά επιχειρημάτων φύσεως οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και στρατιωτικής, για να δικαιολογηθεί ο προνομιούχος ρόλος τον οποίον αποδίδει στο αντάρτικο μέσα στο καθολικό προτσές του επαναστατικού πολέμου.

1. Στο οικονομικό: στις υπο-ανάπτυκτες χώρες, στην αγροτική οικονομία, όπου η πλειονότητα του πληθυσμού βρίσκεται στην εξοχή, η επανάσταση είναι, στην αρχή αγροτική επανάσταση που διεξάγεται στις εξοχές και στα βουνά, κατεβαίνοντας αργότερα στις πόλεις (όπου γίνεται σοσιαλιστική) (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, σελ. 201, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1972). Το επιχείρημα αυτό, μεμονωμένα λαμβανόμενο θα ήτανε μηχανιστικό: ξέρουμε σωστά ότι η τσαρική Ρωσσία, χώρα κατ΄ εξοχήν αγροτική, εγνώρισε όμορφα και καλά μια αστική προλεταριακή επανάσταση τον Οχτώβρη του 1917…

2. Στο κοινωνικό: η φριχτή καταπίεση και η υπερεκμετάλλευση των χωρικών, κολασμένων της γής, που δεν έχουν τίποτε να χάσουν, των οποίων η κοινωνική κατάσταση είναι εκρηκτική, και που κατά συνέπεια αποτελούν “τεραστία επαναστατική δύναμη εν δυνάμει” (Διακήρυξη της Αβάνας, 1961). Αναλύοντας το ρόλο των διαφόρων στρωμάτων της αγροτιάς, ο Τσέ υπογραμμίζει ότι όχι μόνο το αγροτικό προλεταριάτο μα και οι φτωχοαγρότες αποτελούν την κοινωνική βάση του αντάρτικου της υπαίθρου. Αληθινά οι στρατιώτες που αποτέλεσαν τον πρώτο μας αντάρτικο στρατό από χωρικούς προήρχονταν, από την πλευρά αυτής της τάξης που εκδηλώνει σχεδόν επιθετικά την επιθυμία της για απόκτηση γής, που εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο το πνεύμα που καταλογίζεται σαν “μικροαστικό…”. (σσ Πολιτικά Κείμενα: Τόμος Α΄, σελ. 94, 104. Ας αντιπαραβάλουμε με την αποκαλυπτική δήλωση του προέδρου της Κολομβίας, Κάρλος Λιέρας Ρεστρέπο, το 1966: “Νομίζω ότι πολιτικά οι μικροκτηματίες είναι πολύ πιό επικίνδυνοι από τους γαιοκτήμονες. Οι ιδιοκτησίες αυτές που όλο και μικραίνουν, δεν επαρκούν στο να συντηρήσουν μια οικογένεια και το πρόβλημα των μικροκτηματιών επιδεινούται αδιάκοπα με την διανομή που επιβάλλει ο νόμος κληρονομίας και με την ισχυρή δημογραφική έκρηξη… που δημιουργεί μια τάξη “προλεταρίων ιδιοκτητών” των οποίων τα εισοδήματα είναι ακόμη πενιχρότερα από των θεριστάδων του ζαχαροκάλαμου”, στο Ν. Γκάλλι, “Η κληρονομιά του Τσέ Γκουεβάρα”, Πνεύμα, Σεπτέμρ. 1969, σελ. 215. Δες επίσης τις δηλώσεις του αρχηγού των επαναστατικών Στρατιωτικών Δυνάμεων της Γουατεμάλας, Καίσαρ Μόντες, για την εκπληκτική επιτυχία του αντάρτικου στους πτωχεύσαντες μικροϊδιοκτήτες χωρικούς).

3. Στο πολιτικο-στρατιωτικό: κατά τον Τσέ οι αστικές επαναστάσεις, οι περικλεισμένες και σωριασμένες μέσα στα όρια της πόλης, τελειώνουν συνήθως με την ήττα των επαναστατών και τη σφαγή του λαού. Το επαναστατικό κίνημα δεν μπορεί τότε να ανασυνταχθεί παρά εάν, όπως στην Κίνα μετά την ήττα στην πόλη συμπτυχθεί στην ύπαιθρο και διεξαγάγει τον ανταρτοπόλεμο. Ο λαϊκός στρατός ο ικανός να χτυπήσει το στρατό της ολιγαρχίας δεν γεννιέται αυτομάτως: χρειάζεται να τον φτιάξεις προοδευτικά στην πορεία ενός παρατεινόμενου πολέμου. Και λοιπόν, μια τέτοια συνεχιζόμενη πάλη μακρόχρονης διάρκειας δύσκολα μπορεί να διεξαχθεί αλλού, από την ύπαιθρο, που αποτελεί τον κρίκο τον πιό αδύνατο της καταπίεσης. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, σελ. 217, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1972).

4. Στη στρατιωτική στρατηγική: Η ύπαιθρος είναι το πεδίο το πλέον ευνοϊκό στο λαϊκό στρατό: προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια στην οπλισμένη πρωτοπορεία, μεγαλύτερο χώρο ελιγμών οδών σύμπτυξης, κρυψώνων μή προσβαλλομένων από τις δυνάμεις της καταπίεσης, ελαστικότητας στις κινήσεις. Οσο για το αντάρτικο των πόλεων, ο Τσέ, αν και αναγνωρίζοντας την “άκρα σημασία” του, φαίνεται να είχε υποτιμήσει το ρόλο του, θεωρώντας το σαν απλό υποπροϊόν του αντάρτικου της υπαίθρου (“αντάρτικο μέσα στην πόλη δεν μπορεί να ξεπηδήσει από μόνο του”) και περιορίζοντάς το κυρίως στο σαμποτάζ. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος, “Ο πόλεμος στις αστικές ζώνες”, σελ. 71-72, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1972). Στην πρόσφατη ιστορία της ένοπλης πάλης στη Λατινική Αμερική, το αντάρτικο των πόλεων (Τουπαμάρος στην Ουραγουάη, διάφορες οργανώσεις στη Βραζιλία, στην Αργεντινή, στη Γουατεμάλα) έπαιξε ένα ρόλο πολιτικά πολύ σημαντικότερο από ότι είχε προβλέψει ο Τσέ στα κείμενά του, γενικεύοντας υπερβολικά την περίπτωση της Κούβας. Εξάλλου, οι αποτυχίες και οι δυσκολίες του αντάρτικου της υπαίθρου στο Περού (και στη Βολιβία…) κάνουν να υποθέσουμε ότι εκεί υπερεκτίμησε την ασφάλεια που προσφέρει η ύπαιθρος σε σχέση με την πόλη για την ένοπλη πρωτοπορία.
 

Che Guevara: Ο ανταρτοπόλεμος και το αναπόφευκτο του ένοπλου αγώνα (αφιέρωμα)




Αναδημοσιεύουμε από το αντίστοιχο αφιέρωμα του Πολιτικού Καφενείου. Τις επόμενες ημέρες θα ακολουθήσει η αναδημοσίευση και των υπόλοιπων κομματιών του αφιερώματος.



Επιμέλεια ύλης: Βήχος Παναγιώτης






1. Το αναπόφευκτο του ένοπλου αγώνα

“Αυτός που προκαλεί σε μια χώρα έναν αναπόφευκτο πόλεμο, είναι εγκληματίας, αλλά εξίσου εγκληματίας είναι και εκείνος που δεν προκαλεί ένα πόλεμο αναπόφευκτο”. Αυτό το απόφθεγμα του Μαρτί, που το αναφέρει ο Τσέ, στο δοκίμιό του, Ανταρτοπόλεμος, μία μέθοδος, εκφράζει με δύναμη τη βαθειά και ακλόνητη πεποίθησή του ότι ο δρόμος των όπλων είναι ο μόνος που θα μπορέσει να οδηγήσει στη χειραφέτηση των καταπιεσμένων λαών της Λατινικής Αμερικής (και ολόκληρου του κόσμου).

Γιατί; Δεν πρόκειται καθόλου με τον Γκουεβάρα για μιά ρωμαντική λατρεία των όπλων, ή για μια νοσταλγία της εποχής της Σιέρρα Μαέστρα. Η αρχή του αναπόφευκτου κατ΄ αυτόν του ένοπλου αγώνα απορρέει ακριβώς, από την κοινωνιολογία του της επανάστασης: Με το να είναι η επανάσταση σοσιαλιστική, δεν μπορεί να θριαμβεύσει παρά μόνο με τον επαναστατικό πόλεμο: “Στην Αμερική, ο δρόμος προς την απελευθέρωση των λαών, που θα είναι ο δρόμος του σοσιαλισμού, θα γίνει με τα όπλα σ΄ όλες σχεδόν τις χώρες”. (σσ. Συνέντευξη εν συνεχεία, C.B.S., 13-12-1964 στο Γκαμπίνι, Ο Τσέ Γκουεβάρα, σελ. 426). 

Πράγματι αν η επανάσταση στη Λατινική Αμερική δεν ήταν παρά “εθνικο-δημοκρατική”, θα μπορούσε να κάνει τους λογαριασμούς της με την υποστήριξη των αστικών στρωμάτων, με τομείς του κρατικού μηχανισμού, μιας μερίδας του στρατού, θα μπορούσε λοιπόν να πραγματοποιηθεί με εκλογές ή με στρατιωτικό πραξικόπημα. Θα ήτανε λοιπόν απόλυτα λογικό και κατανοητό από την πλευρά των παραδοσιακών κομμάτων της αριστεράς που δεν απέβλεπαν παρά σε μια αστικο-δημοκρατική επανάσταση, να αντιμετωπίζουν τις εκλογικές συμμαχίες ή τις στρατιωτικές συνωμοσίες σαν τη στρατηγική την πλέον ρεαλιστική, στις προοπτικές τους το ξέσπασμα από την επαναστατική πρωτοπορεία της ένοπλης πάλης, δεν μπορεί πραγματικά να εμφανίζεται παρά σαν απερίσκεπτος “τυχοδιωκτισμός”.
Εξ αντιθέτου, ο καθορισμός του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της επανάστασης, επιβάλλει εντελώς άλλη προβληματική, λενινιστική προβληματική της καταστροφής του στρατιωτικο-γραφειοκρατικού οργάνου του αστικού κράτους, το ζήτημα “πώς να συντριβεί το όργανο καταπίεσης του ολιγαρχικού κράτους” κατευθύνει όλη την πολιτικο-στρατιωτική αρχή του Τσέ: με το να αποβλέπει σε σοσιαλιστική επανάσταση ξέρει πολύ σωστά ότι η ήττα και η πλήρης διάλυση του στρατού, η “εξάρθρωσή” του, “ο διαμελισμός” του, η “εκμηδένισή” του και η “καταστροφή του ηθικού” του είναι όρος αναγκαίος και απαραίτητος γι΄ αυτή την επανάσταση. (σσ Πολιτικά Κείμενα: Τόμος Α΄, σελ. 99-100-125, Επίσης Στρατιωτικά Κείμενα: σελ. 159, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1972).
Ο ειρωνικός σκεπτικισμός του Τσέ προς τους “ειρηνικούς δρόμους” δεν απορρέει από κανένα δόγμα, αλλά από μια αντικειμενική και ρεαλιστική διαπίστωση: ακόμα και αν ένα γνήσιο λαϊκό κίνημα (δηλαδή σοσιαλιστικό) μπορούσε να κερδίσει την εξουσία με διαδικασία εκλογική, δυνατότητα πολύ προβληματική δοθέντος του κίβδηλου χαρακτήρα αυτής της διαδικασίας – θα ανατρεπόταν γρήγορα με στρατιωτικό πραξικόπημα το πολύ πιθανό αιματηρό, εφόσον ο στρατός από ανέκαθεν είναι ο έσχατος και αποφασιστικός εγγυητής του καπιταλιστικού καθεστώτος. Ο Τσέ φτάνει έτσι με μια ανάλυση της πρόσφατης ιστορίας της Λατινικής Αμερικής στο ίδιο συμπέρασμα του Μάρξ και Λένιν ύστερα από την εμπειρία της Κομμούνας του Παρισιού και της Ρούσσικης Επανάστασης: η επανάσταση των εργαζομένων οφείλει να συντρίψει την πολιτικο-στρατιωτική μηχανή της αστικής τάξης. Την αρχή αυτή, ο Τσέ δεν την διδάχτηκε μόνο με την ανάγνωση των κλασσικών του μαρξισμού, αλλά και από την πικρή προσωπική του πείρα στη Γουατεμάλα, που προδόθηκε το 1954 από το στρατό του, που τον παράδωσε στους μισθοφόρους της “Εταιρίας Φρούτων” και εξ αντιθέτου από τη θριαμβική πείρα του στην Κούβα, όπου νίκησε η επανάσταση και διάλυσε εξ ολοκλήρου τον αντιδραστικό στρατό του Μπατίστα. (σσ Πολιτικά Κείμενα: Τόμ. Α΄, σελ. 110 κ.ε., Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1970).
Το πρόβλημα του στρατού είναι πολιτικό πρόβλημα – κλειδί στη Λατινική Αμερική, ήπειρο όπου το στρατιωτικό πραξικόπημα λυμαίνεται τις χώρες σαν αρρώστια ενδημική. Ο Τσέ χαρακτήριζε χωρίς τσιριμόνιες το λατινο-αμερικάνικο στρατό σαν κάστα παρασιτική και προνομιούχα, “το ορατό κεφάλι των παντός είδους εκμεταλλευτών” και έδειχνε απαλλαγμένος από κάθε αυταπάτη ως προς τις “προοδευτικές” του αρετές, “κατά κύριο λόγο επισύρουμε την προσοχή στο στρατιωτικό πραξικόπημα”. Τι μπορούν να προσφέρουν οι στρατιωτικοί σαν αληθινή δημοκρατία; Τι είδους νομιμότητα μπορεί κανείς να περιμένει από κείνους που υπήρξαν πάντα τα όργανα της κυριαρχίας των αντιδραστικών τάξεων και των ιμπεριαλιστικών μονοπωλίων, μιας κάστας που υφίσταται μόνο χάρη στα όπλα που κατέχει και που δε σκέπτεται παρά να διατηρήσει τα προνόμιά της;”. (σσ Στρατιωτικά Κείμενα: “Να υποχρεωθεί η δικτατορία να πετάξει τη μάσκα”, Σελ. 215, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1972). 
Τούτο δεν σημαίνει, εννοείται, ότι για τον Τσέ οι λαϊκές δυνάμεις δεν μπορούν να ενσωματώνουν στρατιωτικούς σαν ατομικούς μαχητές, αποσπασμένους, από το κοινωνικό περιβάλλον τους.
Κατά συνέπειαν το ζήτημα του στρατού τίθεται από αυτόν ξηρά με τους ακόλουθους όρους: “Αν δεχτούμε ότι ο εχθρός θα πολεμήσει για να μείνει στην εξουσία, πρέπει να αντιμετωπισθεί η καταστροφή του στρατού της καταπίεσης”. Λοιπόν, για την καταστροφή, χρειάζεται να μπορούμε να του αντιπαραθέσουμε ένα λαϊκό στρατό. (σσ Πολιτικά Κείμενα: “Η τακτική και στρατιωτική της Λατινο-Αμερικάνικης Επανάστασης”, τόμ. Α΄, σελ. 122, Εκδ. Καρανάση, 1970). 
Ας προστεθεί ότι ύστερα από το 1965 με την αμερικανική επέμβαση στη Δομινικανή Δημοκρατία, ο παρατεταμένος λαϊκός πόλεμος του φαίνεται με απαστράπτουσα προδηλότητα, σαν ο μοναδικός δυνατός δρόμος για να συντριβεί όχι μόνο η στρατιωτική μηχανή της τοπικής ολιγαρχίας, αλλά ακόμη για να αντιμετωπισθεί η ένοπλη επέμβαση του ιμπεριαλισμού. Μ΄ αυτό το διαφωτιστικό κείμενο οφείλουμε να κατανοήσουμε το ρόλο του ανταρτοπόλεμου για τον Τσέ, σαν μεθόδου δοκιμασμένης και δυναμικής για τον σχηματισμό του λαϊκού επαναστατικού στρατού. 
Θα επιχειρήσουμε στα επόμενα άρθρα που ακολουθούν να συναγάγουμε μερικές από τις πολιτικές αντιρρήσεις της γκουεβαρικής θεωρίας του ανταρτοπόλεμου, θεωρίας που είναι κατά βάθος “κλαουζεβιτσανή” διότι βλέπει τον ανταρτοπόλεμο σαν συνέχιση διά των όπλων, της επαναστατικής πολιτικής.