RSS

Category Archives: Πάνος Τζαβέλλας

Ένα άρθρο του Πάνου Τζαβέλλα για το λαϊκό τραγούδι

(Πάνος ΤΖαβέλλας – Ζωρζ Μουστακί)

Λαϊκό τραγούδι 


του Πάνου Τζαβέλλα

(Απόσπασμα άρθρου του Πάνου Τζαβέλλα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Τετράδια», τ. 7, Ιούνιος 1970. Τα «Τετράδια» ήταν χειρόγραφο περιοδικό που έφτιαχναν οι πολιτικοί κρατούμενοι στις φυλακές Αβέρωφ και Κορυδαλλού την περίοδο 1969–1973. Τα τεύχη διασώζονται στο αρχείο της Ε.Μ.Ι.Α.Ν.). 

Ένα έργο τέχνης δεν μετριέται με κριτήρια πολιτικά αλλά καλλιτεχνικά. Πρέπει να συγκινεί αισθητικά και πνευματικά τους ανθρώπους κι αυτό πετυχαίνεται με την καλλιέργεια του ωραίου. 

Η ομορφιά -και ιδιαίτερα η καλλιτεχνική ομορφιά- δονεί τις πιο ευαίσθητες χορδές της ανθρώπινης ψυχής. Η τέχνη είναι απάντηση σ’ αυτή τη δίψα της ανθρώπινης ψυχής για αισθητική χαρά κι απόλαυση, για καλλιτεχνική συγκίνηση. Η τέχνη δρα και κινείται στο συναισθηματικό και πνευματικό χώρο και έχει τους δικούς της νόμους. Οι ρίζες της είναι βαθιά χωμένες στην κοινωνική πραγματικότητα απ’ όπου αντλεί τους χυμούς της, ενώ η φυλλωσιά της -η φαντασία, το τραγούδι, η μαγεία -αναρριπίζεται στους αιθέρες. Είναι πραγματικότητα και φαντασία, απεικόνιση συγκεκριμένων καταστάσεων και παιγνίδι, αλήθεια και μαγεία, είναι η ίδια η ζωή δοσμένη με καλλιτεχνικό τρόπο. Γι αυτό γίνεται ο καθρέπτης της ζωής, γίνεται η συμπυκνωμένη αλήθεια διά μέσου του ωραίου. 
Μοχλός που κινεί την κοινωνική ζωή είναι η πάλη των τάξεων.
Η τέχνη αποδίδει με μορφή καλλιτεχνική αυτή την πάλη που σπρώχνει μπροστά την κοινωνία. 

Την αλήθεια ο καλλιτέχνης τη βρίσκει διάχυτη και σκόρπια μες στη ζωή. Οι απλοί άνθρωποι μπορεί να τη νιώθουν μα μόνο ο πραγματικός καλλιτέχνης με την παρατηρητικότητα και την αισθαντικότητά του είναι σε θέση να συλλάβει την ουσία της και δίνοντάς της μορφή και νόημα να την κάνει έργο τέχνης. Μ’ αυτό απευθύνεται στην καρδιά των ανθρώπων και συγκινώντας τους, τους μεταδίδει το μήνυμά του -τις σκέψεις του, τις ιδέες του, τις απόψεις του- την ίδια του την ψυχή. Αλλάζοντας τη συνείδηση των ανθρώπων τους βοηθά ν’ αλλάζουν τη ζωή. Ο καλλιτέχνης δεν αντιγράφει απλώς την πραγματικότητα, αλλά δαμάζοντας το χάος και μορφοποιώντας την υλη της δίνει ζωή εκφράζοντας έτσι το συναισθηματικό του κόσμο διά μέσου του έργου.

Η προσωπική φωνή του καλλιτέχνη βρίσκεται διάχυτη στο έργο του. Είναι η μαγεία, το παιγνίδι, αυτό που δίνει νόημα στην τέχνη. Πρέπει κάθε φορά να ’χουμε τη δύναμη να την ανακαλύπτουμε κι ερχόμενοι έτσι σ’ επικοινωνία με τον καλλιτέχνη να νιώθουμε όλη την ομορφιά του έργου του. Ο καλλιτέχνης πρέπει να νιώθει ευχαρίστηση και ικανοποίηση μ’ αυτό που δημιουργεί, δηλαδή πρέπει να εκφράζεται ελεύθερα. 

Ένα έργο τέχνης είναι τέτοιο όταν, και στο βαθμό που ικανοποιεί αισθητικά και πνευματικά τους ανθρώπους. Χωρίς αυτή την προϋπόθεση δεν υπάρχει τέχνη. Δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε και να κατανοήσουμε ένα έργο τέχνης μόνο με τη λογική. Χρειάζεται φαντασία και ζεστή καρδιά. Λογική και φαντασία, πραγματικότητα και παιγνίδι, κάπου εκεί ανάμεσα βρίσκεται το παιγνίδι και η ομορφιά της τέχνης. Ο καλλιτέχνης σαν κοινωνικό ον πλάθεται μέσα σ’ ένα ορισμένο περιβάλλον και δέχεται τις επιδράσεις του. Έτσι διαμορφώνεται ο συναισθηματικός του κόσμος, εκφράζοντας διά μέσου της τέχνης τα αισθήματα του συνειδητά ή ασυνείδητα παίρνει θέση πολιτική. Γίνεται δηλαδή ο εκφραστής μιας κοινωνικής ομάδας ή τάξης. Γι’ αυτό η τέχνη είναι ταξική. Όταν οι σκοποί αυτής της τάξης συμπίπτουν με τους πόθους, τις ελπίδες και τις προσδοκίες των ανθρώπων όπου γης και η τέχνη μπορεί να τους δώσει καλλιτεχνική έκφραση, τότε ξεπερνά τα ταξικά όρια και γίνεται πανανθρώπινη. 

Ο πραγματικός καλλιτέχνης είναι ο ευαίσθητος δέκτης των μηνυμάτων του καιρού του, ο ανιχνευτής και η κεραία του μέλλοντος, γι’ αυτό γίνεται ο εκφραστής των πόθων και των απαιτήσεων της εποχής του. Έτσι, φύσει και θέσει, είναι με το μέρος της προόδου. Σε κάθε συγκεκριμένη ιστορική εποχή είναι μια συγκεκριμένη τάξη που εκφράζει αυτή την πρόοδο. 

Δεν πρέπει όμως ν’ απλοποιούμε τα πράγματα και να θέλουμε να κάνουμε με το ζόρι την τέχνη υπηρέτρια και προπαγανδιστή των άμεσων πολιτικών επιδιώξεών μας, εξαναγκάζοντάς την να δουλεύει μόνο για μια τάξη, γιατί η τέχνη παρά την ταξικότητά της είναι πανανθρώπινη και απευθύνεται στην πανανθρώπινη καρδιά. 

Είναι απλοϊκή η ερώτηση, εάν τα «χασικλίδικα» συμβάλανε στην ανάπτυξη του κινήματος, όταν ο λαός έκανε αγώνες για δημοκρατία και ελευθερία, γιατί θα πρέπει να ρωτήσουμε αν προς την ίδια κατεύθυνση βοήθησαν η «Ιτιά» ή το «Μανιάτικο μοιρολόι», ο «Ερμής του Πραξιτέλη» ή η «Αφροδίτη της Μήλου», η «Βυζαντινή μουσική και οι αγιογραφίες της» ή η «Κοιμωμένη του Χαλεπά» κλπ. 

Αν αδιαφορήσαμε για την καλλιτεχνική ποιότητα αυτών των έργων και κρίνουμε την καλλιτεχνική τους αξία μόνο απ’ τα βραχυπρόθεσμα πολιτικά οφέλη και την εξυπηρέτηση της πολιτικής μας γραφής, σημαίνει ότι κακοποιούμε την τέχνη, διαστρέφουμε το νόημά της, επιστρέφουμε στην εποχή της προσωπολατρίας, που ανεπανάληπτα σατίρισε το «Κροκοντίλ της Μόσχας››: 

Εκείνος: Μ’ αγαπάς; 
Εκείνη: Θα σ’ αγαπώ αν εκτελέσεις το πλάνο. 

Με τέτοιες απλοϊκές αντιλήψεις περί στράτευσης της τέχνης και σοσιαλιστικού ρεαλισμού σκότωναν την τέχνη εκείνη ακριβώς την εποχή, σ’ εκείνο ακριβώς το χώρο, όπου έπρεπε να μεσουρανεί. Όμως αυτές τις μεθόδους και τους φορείς τους, η ζωή τους πέταξε και τους πετά και σήμερα στον σκουπιδοντενεκέ της ιστορίας. 

Το μουσικό έργο – επομένως και το χασικλίδικο τραγούδι – πρέπει πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα να εξετάζεται ως μουσική. Εάν αυτό δεν το αντιληφθούμε πάει να πει ότι δεν μπορούμε να συλλάβουμε το βαθύτερο νόημα και την αποστολή της τέχνης, που είναι η απεικόνιση του κόσμου όπως τον βλέπει ο καλλιτέχνης και υπάρχει κίνδυνος να οδηγηθούμε στον παραλογισμό. Να μια τέτοια άποψη: 

«Αν κατά το παρελθόν το λαϊκό κίνημα υποτίμησε και καταδίκασε το λαϊκό τραγούδι, ένας σοβαρός λόγος ήταν ότι υπήρχαν αυτά ακριβώς τα “χασικλίδικα” και χαρακτηρίστηκε όλο το είδος “σαν δημιούργημα του υποκόσμου”». 

Μπράβο! Αυτό είναι επιχείρημα… Δεν φταίει δηλαδή η λαθεμένη πολιτική και οι στραβές αντιλήψεις του κινήματος πάνω στο λαϊκό τραγούδι αλλά το «χασικλίδικο». Ν’ αλλάξουμε λοιπόν, τη ζωή, μια και δεν χωράει στα καλούπια μας. Όμως το λαϊκό τραγούδι αποτελεί μια πραγματικότητα κι αυτήν εξετάζουμε. 

Στην Ελλάδα και ο τελευταίος γνωρίζει ότι το λαϊκό τραγούδι γεννήθηκε στα καταγώγια, στους ντεκέδες, στις παράγκες, στις φυλακές κι όχι στα σαλόνια. Αυτό αποτελεί ιστορική αλήθεια είτε μας αρέσει είτε όχι. Απ’ αφορμή αυτό το γεγονός οι πνευματικοί άνθρωποι της άρχουσας τάξης προσπάθησαν να το μειώσουν κολλώντας του διάφορα προσβλητικά επίθετα, όπως «χασικλίδικο», «αλήτικο», «ρεμπέτικο», «του υποκόσμου» κλπ. Είναι λυπηρό το γεγονός ότι οι άνθρωποι μέσα από τις γραμμές μας χρησιμοποιούσαν την ίδια ορολογία. 

Το λαϊκό τραγούδι το πολέμησαν μισό και πάνω αιώνα θεοί και δαίμονες. Αυτό όμως έμενε, αυτό που είναι: γέννημα – θρέμμα των εργαζομένων των πόλεων και εκφραστής μιας καινούργιας εποχής. Ένα διαμάντι πολύτιμο στην κολώνα της λαϊκής δημιουργίας. Βρίσκεται στην καρδιά και στα χείλη των απλών ανθοώπων. Ξεκίνησε απ’ τα καταγώγια ή τη φυλακή για να φτάσει ως το τελευταίο χωριό της Ελλάδας κι ακόμα ως τα πέρατα του κόσμου. Δεν υπάρχει χώρα που να μην τραγουδιέται και απ’ ό,τι ξέρω κανένας άλλος λαός της γης δεν δημιουργεί σήμερα λαϊκή μουσική. 
(…)

 

Ο ΑΛΕΞΗΣ ΒΑΚΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΝΟ ΤΖΑΒΕΛΛΑ

Τέσσερα χρόνια χωρίς τον Πάνο Τζαβέλλα
Η φωνή «της νιότης, της τιμής, της λευτεριάς…»

του Αλέξη Βάκη
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)

Για τους νέους ανθρώπους που αρχίσαμε να νιώθουμε τα σκιρτήματα της πραγματικής ζωής από τη μεταπολίτευση του ’74 και μετά, η φιγούρα του Πάνου Τζαβέλλα ήταν κάτι παραπάνω από εμβληματική. Όχι μόνο γιατί εκείνος ήταν που μας έβαλε πρώτος στα χείλη το Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα, κάνοντας οικεία στα εφηβικά μας μάτια τη μορφή του Πρωτοκαπετάνιου Άρη Βελουχιώτη. Ούτε γιατί μας φώναζε επίμονα «να θάψουμε όλους τους έντιμους κυρ- Παντελήδες αυτού του κόσμου». Αλλά, κυρίως, γιατί το παράδειγμα της ίδιας του της ζωής σηματοδοτούσε τα χαρακτηριστικά μιας ιδιότυπης – και προσωπικής – «διαρκούς επανάστασης» την οποία μας πρότεινε να βιώσουμε. Αεικίνητος πάνω στην αιώνια πατερίτσα, ηχούσε πειστικός. Και πάντως, σε καμία περίπτωση διδακτικός.

Γεννημένος το 1925 στην Κοζάνη, μπαίνει από τα εφηβικά του χρόνια στην υπόθεση της Εθνικής Αντίστασης, όταν στρατολογείται στην ΕΠΟΝ. Λίγο αργότερα, ανεβαίνει στο βουνό και ονομάζεται μαχητής του ΕΛΑΣ. Με την έναρξη του εμφυλίου, ξαναπαίρνει το δρόμο του αντάρτικου και εντάσσεται στο Δημοκρατικό Στρατό. Τραυματίζεται, ακρωτηριάζεται στο δεξί του πόδι, συλλαμβάνεται και καταδικάζεται τρεις φορές εις θάνατον. Αποφυλακίζεται
το 1959 όταν, βαριά άρρωστος από τη νόσο του Burgen, παίρνει την άδεια να ταξιδέψει στη Σοβιετική Ένωση, όπου και θεραπεύεται. Εκεί παραμένει για έξι χρόνια, σπουδάζοντας μουσική και έχοντας τη χαρά να γνωρίσει από κοντά τον μεγάλο Ντιμίτρι Σοστακόβιτς. Το 1965 επιστρέφει στην Ελλάδα, για να συλληφθεί -τρία χρόνια αργότερα- από τη δικτατορία των συνταγματαρχών. Το 1971 αποφυλακίζεται οριστικά και αρχίζει να στήνει μουσικά προγράμματα στις μπουάτ της Πλάκας. Με την πτώση της δικτατορίας, εγκαθιστά το «στρατηγείο» του στη μπουάτ Λήδρα – επί της οδού Κέκροπος 12, στην Πλάκα – και αρχίζει τις θρυλικές βραδιές με τα αντάρτικα τραγούδια. (Για την ακρίβεια, όχι μόνο βραδιές, μιας και η κοσμοσυρροή που δημιουργείται από ανθρώπους κάθε ηλικίας που θέλουν να ακούσουν επιτέλους ελεύθερα τα τραγούδια της Εθνικής Αντίστασης, τον υποχρεώνει να δίνει δύο και τρεις παραστάσεις την ημέρα, οι οποίες ξεκινάνε από νωρίς το απόγευμα). Παράλληλα, παρουσιάζει και δικά του τραγούδια – από τα οποία ο Κυρ Παντελής αποδείχτηκε με το παραπάνω διαχρονικός – που μιλάνε για τα προβλήματα των καιρών μας και τα οποία αργότερα τραγούδησαν σε δίσκους η Χάρις Αλεξίου, ο Γιώργος Νταλάρας, η Καίτη Γκρέυ και ο ίδιος.

Τα αντάρτικα και επαναστατικά (όπως και τα δικά του) τραγούδια ζωντανεύουν μέσα από εκατοντάδες συναυλίες που δίνονται σε ανοικτά γήπεδα και πανεπιστήμια σ’ όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό. Ταυτόχρονα, το έργο του παρουσιάζεται τόσο από την ελληνική τηλεόραση, όσο και από αρκετές ξένες (βουλγαρική, γερμανική, σουηδική). Παράλληλα, ο ελληνικός αλλά και ο ξένος Τύπος αναφέρονται συχνά στον Αγωνιστή τραγουδοποιό, ενώ ο Κυρ Παντελής μεταφράζεται ακόμα και στα κινέζικα.

Ο Πάνος Τζαβέλλας άφησε την τελευταία του πνοή την Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2009, σε ηλικία 84 ετών. Παρά τις ταλαιπωρίες και τις διώξεις, έμεινε αμετακίνητα πιστός στα νεανικά του οράματα. Στο πλευρό του στάθηκε μέχρι το τέλος η σύντροφός του τα τελευταία 35 χρόνια, τραγουδίστρια Νατάσα Παπαδοπούλου.

Πηγή: http://mousikaproastia.blogspot.gr