RSS

Category Archives: Ποίηση

Θα ξεχάσω ποτέ;

Τον Απρίλη του 1941 ο «Έλληνας πρωθυπουργός» Τσολάκογλου παραχωρεί τα κλειδιά της χώρας στον Γερμανό φασίστα καταχτητή. Τον χειμώνα η πείνα αρχίζει να θερίζει τον πληθυσμό της Αθήνας και άλλων περιοχών. Η Μυρτιώτισσα (Θεώνη Δρακοπούλου) θα γράψει:

ΘΑ ΞΕΧΑΣΩ ΠΟΤΕ;

Θα ξεχάσω ποτέ της σκλαβιάς το χειμώνα
με το τζάκι που πάγωσε κει στη γωνιά του,
με του λύχνου το φως που όσο πάει και χλωμιάζει
κι η ψυχή σε πηγμένο σκοτάδι βουλιάζει;

Θα ξεχάσω ποτέ της σκλαβιάς τον Απρίλη
που σερνόταν μουγκά μεσ’ στις άχαρες στράτες,
των πουλιών τις φωνές όπου ηχούσαν το δείλι
σάμπως κλάμα πνιχτό απ’ ανθρώπινα χείλη;

Θα ξεχάσω ποτέ τη γυναίκα που εβόγγα
με το βρέφος απάνω στον άδειο μαστό της,
και κοιτώντας μακριά με μιαν έκφραση τρόμου
εξεψύχαγε αργά σε μιαν άκρη του δρόμου;

Θα ξεχάσω ποτέ τ’ αμολόγητο δράμα,
τα κορμιά που στο κάρο τα σώριαζε η πείνα,
τα σκυλιά που απ’ το σπίτι τα διώχνουν με βία,
και σε βλέπαν με μάτια γεμάτα απορία;

Για μια στάλα ψωμί που είχε απλώσει να πάρει,
νηστικό καθώς ήταν το δόλιο παιδάκι
του το ‘σπασαν το χέρι οι οχτροί· τέτοιο κρίμα
θα το πλύνει ποτέ των αιώνων το κύμα;

Κι όλα κείνα τα νιάτα που πήρε το ρέμα,
τόση φλόγα που εσβήστη απ’ του πολέμου τ’ άχτι,
τις καρδιές πού ναι στόχος, θροφή του θανάτου,
κι απομένουν στη γης, λίγες στάλες αιμάτου;

Θα μπορέσω ποτέ, βλογημένη όταν φτάσει
κολυμπώντας στο φως, η ελεύθερη μέρα,
θα μπορέσω τις φρίκες που ζω να ξεχάσω,
να γευτώ τη χαρά και Λαμπρή να γιορτάσω;

Μυρτιώτισσα

(«Ανθολογία Ελληνικής Αντιστασιακής Λογοτεχνίας 1941-1944, Τόμος ΙΙ Ποίηση». Επιλογή ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ. Εκδόσεις ΗΡΙΔΑΝΟΣ).
 
Leave a comment

Posted by on December 17, 2013 in Ποίηση

 

Ποίηση "φτιαγμένη από σεληνόφως", από τον Karl Marx

Παρ’ όλο που παραμένει για τους περισσότερους άγνωστο, ο Καρλ Μαρξ έγραφε και ποίηση.  Το αντικείμενο  των ερωτικών ποιημάτων του ονομάζεται Τζένη Φον Βεστφάλεν, μια δεσποινίδα τέσσερα χρόνια μεγαλύτερή του, “σπάνια διασταύρωση σκωτσέζικης και πρώσικης αριστοκρατίας”.

Οι δύο νέοι αρραβωνιάστηκαν στα κρυφά το 1836 (ο Μαρξ ήταν σε ηλικία μόλις 18 χρονών) κι ο αρραβώνας του διήρκεσε  7 χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων ο υπομονετικός Καρλ απηύθυνε 4 τόμους (!) με ποιήματα ερωτικών και ρομαντικών εμπνεύσεων προς τη μέλλουσα σύζυγό του. Η Τζένη, ωστόσο κι ο πατέρας του, Χάινριχ Μαρξ, αποθάρρυναν την ενασχόλησή του με τα ερωτικά ποιήματα. Ο πατέρας του, μάλιστα τον παρότρυνε να αφήσει τα ερωτόλογα και να ασχοληθεί  σοβαρά με τη σύνθεση μιας ωδής για τη νίκη της Πρωσίας στο Βατερλώ. Η μέλλουσα μνηστή του από την άλλη, προσπαθούσε συχνά να επαναφέρει τον Καρλ στην πραγματική ζωή προτρέποντάς τον να παρατήσει τη λύρα των στοργικών στοχασμών και να ασχοληθεί με την επιστημονική έρευνα, καθώς (όπως αναφέρει κι ο Ευγένιος Αρανίτσης στον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης των ερωτικών ποιημάτων του Μαρξ) “αντιλαμβανόταν  τη φιλοσοφική ιδιοφυΐα του πολύ πιο καλά απ’ ότι την αντιλαμβάνονταν αργότερα ο Χρουτσώφ ή η χήρα του Μάο”.


Η ποίηση του Μαρξ δεν είναι σπουδαία λογοτεχνικά. Θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε στομφώδη και μέτρια από τεχνική άποψη. Είναι, όμως, πέρα για πέρα ειλικρινής και μπορεί να μην είναι σημαντική για την ανθρωπότητα όσο το πολιτικό του έργο, αποτελεί όμως αναπόσπαστο τμήμα του, γιατί ο Μαρξ-ποιητής είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Μαρξ-φιλόσοφο. 

Ο παλιομοδίτικος γερμανικός ρομαντισμός μας ταξιδεύει σε βραδινούς περιπάτους, κλεφτά φιλιά κι υποσχέσεις αιώνιας αγάπης. Ο Καρλ πιστεύει ότι η αγαπημένη του είναι “φτιαγμένη από σεληνόφως” και παραδίδεται πλήρως στο πρωτόγνωρο συναίσθημά του. Αυτή είναι ίσως η πιο έντονη έκφραση της ανθρώπινης πλευράς του ανθρώπου που έθεσε τις βάσεις του κομμουνισμού και κάλεσε τους προλετάριους όλου του κόσμου να αγωνιστούν εναντίον της εκμετάλλευσης. 

Εμείς θεωρούμε ενδιαφέρον να διαβάσουμε αυτά τα ποίηματά και σας καλούμε να μην τα περιφρονήσετε…Σας παραθέτουμε ένα από τα μεταφρασμένα ποιήματά του, γιατί οι άνθρωποι που ονειρεύονται την ελευθερία είναι αυτοί που αγαπούν με το πιο πολύ πάθος!

Στην Τζένη

Ι

Τζένη, γελώντας θα μπορούσες να ρωτήσεις, γιατί “Στην Τζένη” απευθύνω τα τραγούδια μου,
Όταν για σένα μόνον ο σφυγμός χτυπάει πιο γρήγορα,
Όταν για σένα το τραγούδι μου ηχεί μ’απελπισία,
Κι όταν εσύ μονάχα με εμπνέεις,
Όταν σε κάθε λέξη βρίσκω τ’όνομά σου,
Όταν χαρίζεις μελωδία σε κάθε ήχο,
Κι όταν η κάθε ανάσα σου είναι θεϊκή,
Γλυκά τ’ωραίο σου όνομα ηχεί
Και ο ρυθμός του πάλι μου μιλάει
Κι ο πλούσιός του ήχος είναι μουσική,
Σαν τις δονήσεις των πνευμάτων στο σκοτάδι
Και σαν την αρμονία κάποιας χρυσής χορδής,
Μιας ύπαρξης υπέροχης και μαγικής.

ΙΙ

Βλέπεις! Θα γέμιζα χιλιάδες τόμους, 
Γράφοντας μονάχα τη λέξη Τζένη,
Βιβλία που θα φανέρωναν έναν κόσμο σκέψης,
Κατόρθωμα αιώνιας θελήσεως,
Στίχοι που τρυφερά καταπραϋνουν κάθε πόθο,
Κάθε λάμψη, κάθε αιθέρια αστραπή,
Κάθε πόνο, κάθε θλίψη κι αγωνία,
Αλλά και κάθε ουράνια ευτυχία,
Κάθε ζωή και κάθε ανθρώπινη Σοφία.
Μπορώ να τα διαβάσω στα αστέρια
Κι η αναπνοή του Ζέφυρου τα ξαναφέρνει,
Από τους άγριους κεραυνούς της καταιγίδας.
Ω! Στ’αλήθεια θα τα γράψω σαν ρεφραίν,
Ώστε οι γενιές που έρχονται να ξέρουν:
ΤΖΕΝΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ.



resistancetoujours

 
 

Επίκαιροι αμίλητοι

Την ώρα που αεροκοπανάνε οι άρχοντες περί δημοκρατικής τάξης,
ανάμεσά μας οι αμίλητοι ζούνε.

Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,
οι ηγεμόνες δυναμώνουν,
ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,
των ανυπόταχτων τα μούτρα τσαλακώνουν.

Ετούτων των αμίλητων το πετσί,
περίεργα θα ’λεγες είναι φτιαγμένο.

Τους φτύνουνε καταπρόσωπο
κι αυτοί σκουπίζουνε σιωπηλά το πρόσωπο το φτυμένο.

Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,
και που το παράπονό τους να πούνε;

Απ’ του μισθού τα ψίχουλα,
πώς να αποχωριστούνε;

Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,
μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.

Έι! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!
Από την κορυφή ως τα νύχια ξεσκεπάστε τους,
άλλο δε μας μένει

Vladimir Mayakovsky
 

Ψιλοκομμένος Καβάφης;


cavafy-kefali 1378836_10151924243693151_1677093202_nΕδώ και μερικές μέρες, τα τρόλεϊ της Αθήνας κυκλοφορούν έχοντας πάνω τους στίχους του Καβάφη, σαν κι αυτόν που βλέπετε εδώ αριστερά. Αν δεν το βλέπετε καλά, ο στίχος είναι “Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά”, κι αν δεν σας μοιάζει για καβαφικός στίχος δεν είστε μόνος σας -κι εγώ όταν τον διάβασα μου θύμισε τον στίχο του Σουρή: δεν έχω κέφι για δουλειά, πάλι με δέρνει τεμπελιά και κάθομαι στο στρώμα. Κι αν πάλι δεν θυμάστε τον στίχο του Καβάφη, μην αισθανθείτε μειονεκτικά, ούτε εγώ τον θυμόμουν. Άλλωστε, είναι παρμένος από ένα από τα Κρυμμένα ποιήματα του ποιητή, δηλαδή ένα ποίημα, το “Συμεών”, που δεν ανήκει στα 154 “αναγνωρισμένα” ποιήματα του Καβάφη. Δεν βάζω λινκ προς το ποίημα γιατί θα επανέλθω, αλλά προς το παρόν ας πάρουμε μια ανάσα για να πούμε λίγα πράγματα περισσότερα γι’ αυτή την πρωτοβουλία.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Βήματος:


Στίχοι του αλεξανδρινού ποιητή Κ. Π. Καβάφη «ταξιδεύουν» από την περασμένη Δευτέρα σε όλη την Αθήνα με λεωφορεία, τρένα, τραμ και μετρό.
Πρόκειται για μια πρωτοβουλία του Αρχείου Καβάφη, το οποίο έχει περιέλθει στο Ίδρυμα Ωνάση, η οποία προσκαλεί το κοινό μέσα από τη σύγχρονη ματιά του βραβευμένου δημιουργικού γραφείου Beetroot να συνομιλήσει με τον αλεξανδρινό ποιητή.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, έχουν επιλεγεί, ανάμεσα σε άλλους, οι στίχοι:
«Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά»
«Ξένος εγώ ξένος πολύ»
«Επέστρεφε συχνά και παίρνε με, αγαπημένη αίσθησις»
«Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός»
«Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό»
«Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή»
Είναι κι άλλοι στίχοι στο πρόγραμμα, κι έναν θα δούμε παρακάτω, αλλά τη γενική εικόνα την πήρατε. Όπως θα προσέξατε ίσως, όλα τα αποσπάσματα έχουν από 4 έως 7 λέξεις! Το ξέρω ότι ζούμε στην εποχή της συντομίας, αλλά και πάλι με τόσες λίγες λέξεις είναι πολύ δύσκολο να εκφραστούν ολοκληρωμένα νοήματα.
Κάτι που χειροτερεύει τα πράγματα, είναι ότι η ποίηση του Καβάφη δεν επιδέχεται τον τεμαχισμό, δεν είναι εύκολο να απομονώσεις μεμονωμένους στίχους της. Δεν είναι Σολωμός ο Καβάφης, που στα σχεδιάσματά του βρίσκει κανείς εξαίσιους μεμονωμένους στίχους που δεν πρόλαβαν να γίνουν ποίημα. Είναι τέτοια η ποιητική του, που το σύνολο είναι πολύ μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών. Σε ένα σχόλιο του ποιητή Κ. Κουτσουρέλη, είδα μια γνώμη του Ελύτη, που δεν την ήξερα, και που μου φαίνεται να έχει βάση, ότι “αποσπασμένοι οι στίχοι του Καβάφη, μοιάζουν κουβέντες του δρόμου”.
Ωστόσο, θα μπορούσε να διαλέξει κανείς, έστω και μέσα στους ασφυκτικούς περιορισμούς του χώρου, κάποιους στίχους του Καβάφη που να μη χάνουν (πολύ) όταν απομονωθούν. Καταρχάς, μερικούς γνωστούς στίχους, ας πούμε “ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω” ή “κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις”. Έπειτα, έστω και σπαραγμένους, μερικούς στίχους που αντέχουν στην απομόνωση, όπως, “τα δύσκολα και ανεκτίμητα Εύγε” ή “Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει” (από το ίδιο ποίημα είναι, αλλά πρέπει να το σπάσουμε σε πολλά κομμάτια λόγω του Προκρούστη). Και το «Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή» είναι πετυχημένη επιλογή, ίσως η μοναδική από τους στίχους που όντως επιλέχτηκαν, μαζί και με τον στίχο «Επέστρεφε συχνά και παίρνε με, αγαπημένη αίσθησις».
Το θέμα βέβαια είναι ότι έτσι κι αλλιώς η πρωτοβουλία, κατά την ταπεινή μου γνώμη, κάπου πάσχει. Το εξωτερικό των οχημάτων μαζικής μεταφοράς προσφέρεται περισσότερο για διαφημιστικά μηνύματα και ατάκες, όχι για ποιήματα. Αντίθετα, θα ήταν ευχής έργο να αναρτηθούν ποιήματα στο εσωτερικό των οχημάτων, είτε λεωφορεία ή τρόλεϊ είναι αυτά, είτε βαγόνια του μετρό. Εκεί μπορεί κανείς να έχει μικρότερα γράμματα, άρα και περισσότερο χώρο, και να διαλέξει είτε ολόκληρα μικρά ποιήματα, είτε αποσπάσματα 4-5 στίχων, που να δίνουν ένα ολοκληρωμένο νόημα, έτσι που αφενός  να μπορεί ο επιβάτης με την άνεσή του να διαβάσει ολόκληρο το ποίημα (νομίζω πως κάτι τέτοιο έχει ξαναγίνει) αλλά και αφετέρου να μην αδικείται ο ποιητής.
Γιατί τώρα, έτσι ψιλοκομμένος, σαφώς αδικείται. Ας επιστρέψουμε στον αρχικό στίχο “δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά”. Έτσι ξεκομμένος, σε τι διαφέρει από τον στίχο του Σουρή “δεν έχω κέφι για δουλειά”; Σε τίποτα, θα έλεγα (να κάνω την παρένθεση: εκτιμώ τον Σουρή, αλλά όχι όπως τον Καβάφη). Το υπερβολικό ψιλόκομμα δεν αφήνει να φανούν οι διαφορές. Αν πάρετε μια νότα μεμονωμένη, μπορεί να είναι Μπετόβεν, μπορεί να είναι κι η γάτα που περπατάει πάνω στα πλήκτρα του πιάνου (για να μην αναφέρω συνθέτες και παρεξηγηθούμε). Ένα τετραγωνικό εκατοστό πίνακα μπορεί να είναι Ραφαήλος, μπορεί και κάποιος χιμπατζής που βρήκε πινέλο, μπογιά και καναβάτσο.  Μια πρόταση ξεκομμένη, το ίδιο. Για του λόγου το αληθές, ιδού ολόκληρο το ποίημα, και πείτε μου ειλικρινά, με το χέρι στην καρδιά, αν αυτός ο στίχος αποδίδει το κλίμα ολόκληρου του ποιήματος:
Συμεών
Τα ξέρω, ναι, τα νέα ποιήματά του·
ενθουσιάσθηκεν η Βηρυτός μ’ αυτά.
Μιαν άλλη μέρα θα τα μελετήσω.
Σήμερα δεν μπορώ γιατ’ είμαι κάπως ταραγμένος.
Aπ’ τον Λιβάνιο πιο ελληνομαθής είναι βεβαίως.
Όμως καλύτερος κι απ’ τον Μελέαγρο; Δεν πιστεύω.
A, Μέβη, τι Λιβάνιος! και τι βιβλία!
και τι μικρότητες!….. Μέβη, ήμουν χθες—
η τύχη το ’φερε— κάτω απ’ του Συμεών τον στύλο.
Χώθηκα ανάμεσα στους Χριστιανούς
που σιωπηλοί προσεύχονταν κ’ ελάτρευαν,
και προσκυνούσαν· πλην μη όντας Χριστιανός
την ψυχική γαλήνη των δεν είχα—
κ’ έτρεμα ολόκληρος και υπόφερνα·
κ’ έφριττα, και ταράττομουν, και παθαινόμουν.
A μη χαμογελάς· τριάντα πέντε χρόνια, σκέψου—
χειμώνα, καλοκαίρι, νύχτα, μέρα, τριάντα πέντε
χρόνια επάνω σ’ έναν στύλο ζει και μαρτυρεί.
Πριν γεννηθούμ’ εμείς —εγώ είμαι είκοσι εννιά ετών,
εσύ θαρρώ είσαι νεότερός μου—
πριν γεννηθούμ’ εμείς, φαντάσου το,
ανέβηκεν ο Συμεών στον στύλο
κ’ έκτοτε μένει αυτού εμπρός εις τον Θεό.
Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά.—
Πλην τούτο, Μέβη, κάλλιο να το πεις
που ό,τι κι αν λεν οι άλλοι σοφισταί,
εγώ τον παραδέχομαι τον Λάμονα
για πρώτο της Συρίας ποιητή.
Δεν είναι το καλύτερο ποίημα του Καβάφη -άλλωστε ο ποιητής το κρατούσε κρυμμένο, θα είχε τους λόγους του. Ωστόσο, ενταγμένος μέσα στο ποίημα, ο στίχος λειτουργεί, έτσι όπως έρχεται σαν συνέχεια όσων προηγούνται. Ξεκομμένος, είναι μια ασήμαντη “κουβέντα του δρόμου”, σαν που θα έλεγα εγώ στον συνάδελφο του διπλανού γραφείου, μια μέρα που θα έφτανα στο γραφείο ξενυχτισμένος.
kavafy-biaΘα μπορούσα να τελειώσω εδώ, και μάλιστα, παρά τις ενστάσεις μου, να πω ένα μπράβο στο Ίδρυμα Ωνάση, ευχόμενος βέβαια την άλλη φορά να είναι πιο μελετημένη η πρωτοβουλία τους -ωστόσο υπάρχει και κάτι άλλο που με εξοργίζει. Υπάρχουν δυο στίχοι που με κανέναν τρόπο δεν θα έπρεπε να συμπεριληφθούν στην επιλογή, γιατί είναι εντελώς αντιδεοντολογικό, είναι, θα έλεγα, απάτη προς τους αναγνώστες και ύβρις προς τον ποιητή. Ο ένας στίχος είναι ο: «Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός», ενώ τον άλλο τον βλέπετε εδώ αριστερά: Είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Οι στίχοι, είναι παρμένοι από το ίδιο ποίημα, το “Εν μεγάλη ελληνική αποικία, 200 π.Χ.”. Γιατί με εξοργίζει η χρήση τους; Αφενός επειδή στον στίχο της εικόνας, ή μάλλον στον μισό στίχο της εικόνας, η λέξη “βία” δεν έχει  τη σημασία της βίας “απ’ όπου κι αν προέρχεται”, αλλά της βιασύνης! Αρκεί να παραθέσουμε έναν, μόνο έναν, στίχο ακόμα από το ποίημα:
Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Και ο μισός στίχος θα αρκούσε, το “να μη βιαζόμεθα”. Είναι θαρρώ φανερό ότι ο πετσοκομμένος στίχος που εμφανίζεται τώρα πάνω στα λεωφορεία διαστρεβλώνει το νόημα και μετατρέπει τον Καβάφη σε… Κεδίκογλου. (Το αστείο είναι ότι και πριν από μερικά χρόνια είχε γίνει συζήτηση για τη λέξη “βία” που μπορεί να σημαίνει είτε την υλική ή ψυχική πίεση που ασκούμε σε κάποιον -violence αγγλιστί- είτε τη βιασύνη, τη σπουδή, τότε με τον Αλαβάνο και το “που με βια μετράει τη γη” του εθνικού ύμνου).
Θα μου πείτε, γιατί διαφωνώ και θεωρώ απάτη την παράθεση του άλλου στίχου από το ίδιο ποίημα, του: «Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός». Μήπως με ενοχλεί επειδή, ξερωγώ, θυμίζει το… πρωτογενές πλεόνασμα που τάχα θα πετύχουμε; Όχι. Με ενοχλεί η παράθεση και των δύο στίχων από αυτό το ποίημα επειδή, απλούστατα, ο ποιητής εδώ ειρωνεύεται. Δεν βολεύει να παραθέσω ολόκληρο το ποίημα, γιατί είναι από τα πιο εκτεταμένα του Καβάφη (ίσως και το πιο εκτεταμένο, δεν είμαι καλός στις ποιητικές στατιστικές) και θα μας πάει μακριά, αλλά μπορείτε να το διαβάσετε εδώ. Θα συμφωνήσετε πιστεύω μαζί μου, ότι η ειρωνεία είναι ολοφάνερη.
Αφήνω που έχει και μερικές ανατριχιαστικές ομοιότητες με τη σημερινή μας κατάσταση -δείτε:
Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.
Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.
ή μήπως κάτι σας θυμίζουν αυτοί οι στίχοι:
Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.
Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.—
Οπότε, η κατακλείδα του ποιήματος, από την οποία είναι αντλημένοι οι στίχοι, έρχεται σαν το αποκορύφωμα της ειρωνείας:
Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.
Δεν έχω εποπτεία της καβαφικής βιβλιογραφίας και δεν ξέρω τι έχει γραφτεί για το ποίημα αυτό από άλλους αξιότερους, αν δηλαδή γίνεται γενικά παραδεκτό ότι αποτελεί παράδειγμα της περίφημης “καβαφικής ειρωνείας” -αλλά μου φαίνεται πως έτσι είναι. Η ειρωνεία συνίσταται στο ότι ο ποιητής υιοθετεί την οπτική γωνία των ηρώων του, των οποίων όμως την άποψη δεν συμμερίζεται, το αντίθετο μάλιστα. (Τώρα βρίσκω μια εργασία φιλολόγου, στην οποία το συγκεκριμένο ποίημα χαρακτηρίζεται πράγματι παράδειγμα καβαφικής ειρωνείας).
Όταν όμως ένα ποίημα είναι ειρωνικό, είναι εντελώς αντιδεοντολογικό να απομονώσεις έναν (ή και μισόν!!) στίχο του γιατί, προφανώς, η ειρωνεία αποσιωπάται, και έτσι μεταδίδεις το αντίθετο μήνυμα από αυτό που ήθελε να δώσει ο ποιητής. Γι’ αυτό λέω ότι, εκτός από απάτη, η απομόνωση αυτών των συγκεκριμένων στίχων αποτελεί επίσης ύβρη προς τον ποιητή.
Για να δώσω ένα κλασικό παράδειγμα από τη Γραφή, τι θα έλεγε η εκκλησία αν έβγαζα αφίσες που να έγραφαν “Ουκ εστιν Θεός” [δεν υπάρχει Θεός] και από κάτω, την παραπομπή: Ψαλμοί, 13.2 ή την άλλη παραπομπή “Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον 12.27.1″; Θα με αφόριζε, διότι στη μια περίπτωση το χωρίο είναι “είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού: Ουκ εστιν Θεός” και στην άλλη “ουκ έστιν Θεός νεκρών αλλά ζώντων”. Ίσως όχι εξίσου διαστρεβλωτική, αλλά όχι πολύ διαφορετική, βρίσκω και την απόσπαση στίχων από ένα ειρωνικό ποίημα, για να μη μιλήσουμε για τη συσκότιση της σημασίας της λέξης “βία”.
Γι’ αυτό δεν μπορώ να συγχαρώ το Ίδρυμα Ωνάση, τουλάχιστον όχι μέχρι να αναγνωρίσουν ότι η χρήση των συγκεκριμένων δύο στίχων είναι αντιδεοντολογική και ενάντια με το νόημα που ήθελε να δώσει ο ποιητής, και να φροντίσουν για την απόσυρσή τους. Δεν είναι κακό να παραδεχτεί κανείς ότι κάπου έσφαλε. Και βέβαια, πρέπει να το πω, εξακολουθώ να έχω ενδοιασμούς σε σχέση με το κατά πόσον η ποίηση του Καβάφη προσφέρεται για τόσο λεπτό ψιλόκομμα.
Υστερόγραφο:
Για να ευθυμήσουμε λίγο, θα αντιγράψω ένα σχόλιο φίλου στο Φέισμπουκ, όπου έχει διαλέξει κάποιους καβαφικούς στίχους που κατά τη γνώμη του προσφέρονται για να γραφτούν είτε πάνω σε λεωφορεία είτε σε στάσεις λεωφορείων. Τα σχόλια είναι δικά του.
1. “Είναι κι αυτή μια στάσις. Νιώθεται” (στις στάσεις)
2. Στους δρομους θα γυρνάς τους ίδιους (…) Για τα αλλού -μη ελπίζεις-
3. Να εύχεσαι ναναι μακρύς ο δρόμος
4. Το φθάσιμον εκεί ειν’ ο προορισμός σου
5. Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά [αυτό μπορεί να βγαίνει όταν συναντούν π.χ. πορεία ή διαδήλωση]
6. Εδώ ας σταθώ [αυτό μπαίνει σε παλιά λεωφορεία]
7.Επέστρεφε συχνά και παίρνε με
8. Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα [κι αυτό για στάσεις]
9. Εδώ που έφθασες, λίγον δεν είναι [παει παντού, σε στάσεις λεωφορεία κλπ.]
Έχω κι έναν δεύτερο λόγο που αντέγραψα το σχόλιο του φίλου μου. Όχι μόνο για να ευθυμήσουμε, αλλά και για να δείξω πόσο ευάλωτη είναι η ποίηση στη διακωμώδηση, όταν μεμονωμένοι στίχοι ξεκόβονται από τα συμφραζόμενά τους. Εξίσου εύκολα μπορεί να διακωμωδηθεί και ο στίχος «Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά» ή «Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό», που έχουν επιλεγεί για την εκστρατεία. Και δεν την αξίζει ο Καβάφης τη διακωμώδηση.
Υστερόγραφο 2: Και πάλι ευτράπελο. Βλέποντας αποφθέγματα τεσσάρων-πέντε λέξεων και την υπογραφή Καβάφης, θυμήθηκα ένα Λούκι Λουκ, στο οποίο ένας ήρωας πέταγε όλο “σεξπιρικά αποφθέγματα” του τύπου “Πάμε να φάμε” – Μάκβεθ, πράξη 2η, σκηνή 3η. “Τι ώρα είναι;” – Άμλετ, πράξη 1η, σκηνή 4η.
Υστερόγραφο 3: Φυσικά, οι φωτοσοπάδες έδρασαν. Τα κοινωνικά μέσα έχουν πλημμυρίσει με φωτογραφίες λεωφορείων που έχουν άλλους κι άλλους στίχους -γέλασα πολύ με μερικές φωτοσοπιές.



Πηγή:sarantakos.wordpress.com
 

Όμως εγώ Δεν παραδέχτηκα την ήττα…




Κι ἤθελε ἀκόμη…




Κι ἤθελε ἀκόμη πολὺ φῶς νὰ ξημερώσει. Ὅμως ἐγὼ
Δὲν παραδέχτηκα τὴν ἧττα. Ἔβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφῆ ἔπρεπε νὰ σώσω
Πόσες φωλιὲς νεροῦ νὰ συντηρήσω μέσα στὶς φλόγες.
Μιλᾶτε, δείχνετε πληγὲς ἀλλόφρονες στοὺς δρόμους
Τὸν πανικὸ ποὺ στραγγαλίζει τὴν καρδιά σας σὰ σημαία
Καρφώσατε σ᾿ ἐξῶστες, μὲ σπουδὴ φορτώσατε τὸ ἐμπόρευμα
Ἡ πρόγνωσίς σας ἀσφαλής: Θὰ πέσει ἡ πόλις.
Ἐκεῖ, προσεχτικά, σὲ μιὰ γωνιά, μαζεύω μὲ τάξη,
Φράζω μὲ σύνεση τὸ τελευταῖο μου φυλάκιο
Κρεμῶ κομμένα χέρια στοὺς τοίχους, στολίζω
Μὲ τὰ κομμένα κρανία τὰ παράθυρα, πλέκω
Μὲ κομμένα μαλλιὰ τὸ δίχτυ μου καὶ περιμένω.
Ὄρθιος καὶ μόνος σὰν καὶ πρῶτα περιμένω.











Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ερμηνεία: Μαρία Δημητριάδη

Άλμπουμ: «Τραγούδια της λευτεριάς» (1978).

 

Vladimir Mayakovsky – Ξελασπώστε το μέλλον


μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος


Το μέλλον δε θα’ρθει
από μονάχο του, έτσι νέτο σκέτο,
αν δεν πάρουμε μέτρα
κι εμείς.

Από τα βράγχια, κομσομόλε, άρπαξέ το!
Απ’ την ουρά του, πιονιέροι, εσείς.

Η κομμούνα
δεν είναι μια βασιλοπούλα του παραμυθιού, που λες,
για να την ονειρεύεσαι
τις νυχτιές.
Μέτρησε,
καλοσκέψου,
σημάδεψε –
και τράβα, βήματα τα βήματα,
έστω και πάνω σε μικροζητήματα.

Δεν είναι μόνον
ο κομμουνισμός
στη γη,
στα κάθιδρα εργοστάσια εκείνα.
Είναι και μέσ’ στο σπίτι,
στο τραπεζάκι μπρος,
στις σχέσεις,
στη φαμίλια,
στην καθημερινή ρουτίνα.

Εκείνος κει,
που ολημερίς
τριζοβολάει βλαστήμιες
σαν κάρο κακογρασωμένο
εκείνος που,
σαν ολολύζει η μπαλαλάικα,
χλωμιάζει ευθύς,
αυτός
το μπόι του μέλλοντος
δεν το ‘χει φτασμένο.

Πόλεμος
δεν είναι μόνο, όπως θαρρείς εσύ,
να λες ναι, ναι,
στα μέτωπα
με βαλές πολυβόλου.
Της φαμίλιας,
του σπιτικού,
η επίθεση,
για μας μικρότερη απειλή
δεν είναι διόλου.

Εκείνος που υποτάχτηκε
στην πίεση της φαμίλιας,
κοιμάται
μέσ’ στη μακαριότητα
ρόδων φτιαγμένων με χαρτί, –
αυτός δεν έφτασε το μπόι
της προσήλιας,
της δυνατής ζωής εκείνης
που θα ‘ρτει.

Σαν τη φλοκάτα
και το χρόνο επίσης,
ο σκόρος της καθημερινότητας
τον κατατρώει στιγμή στιγμή.
Το μεινεσμένο ρούχο
των ημερών μας για ν’ αερίσεις,
ε, κομσομόλε, τίναξέ το εσύ.

 

Από την ουτοπία στην ήττα και…επάνοδος στην ουτοπία


Επάνοδος

Στης Ουτοπίας τον προθάλαμο μείναμε,
την πόρτα δεν τολμήσαμε να σπρώξουμε-

λίγες ακτίνες μέλλοντος μονάχα
και κάποια γέλια παιδικά από το βάθος.

Και ύστερα πήραμε τον δρόμο της επιστροφής
ακόμα μια φορά, ακόμα μια γενιά.

γεμάτοι συμβουλές, σοφίσματα και ύφος
κάποιων, που φάνταζαν της νιότης μας σπουδαίοι.

Ποίημα του του Νίκου Γεωργόπουλου