RSS

Category Archives: πολιτική θεωρία

Ρόζα Λούξεμπουργκ, τι σου ’χω φυλαγμένα…

1906-rosa-luxemburg-in-warsaw-prison-iisg-high-res
Άι, Ρόζα Λούξεμπουργκ, τι σου ’χω φυλαγμένα,
πάνω στο κάρρο σ’ είδα στα εννιακόσια εφτά.
Εγώ τότε κοιμόμουνα στο φως τού εικοσιένα
κι εξήντα χρόνια αργότερα σε βρήκα στα χαρτιά


Καμιά φορά θα έπρεπε, ίσως, να γίνεται πιο ξεκάθαρο, πως οποιαδήποτε πολιτική συζήτηση σήμερα πραγματοποιείται σε μια εποχή που αλλάζει τον χαρακτήρα της κοινωνίας ραγδαία και οριστικά. Αν μετά τη δεκαετία του ’90 οι γκουρού της οικονομίας κήρυξαν το τέλος της ιστορίας, ήρθε σήμερα η εποχή που καλούνται να απαντήσουν σε μία κρίση που επανορίζει όλες τις κοινωνικές σχέσεις ως ιστορικές παγιώσεις.

Δεν έχει περάσει πολύ παραπάνω από ένα έτος, όταν τα κράτη προειδοποιήθηκαν πως το τεράστιο εξωτερικό χρέος τους είναι συγκρίσιμο με τις παραμονές του Β’ Παγκόσμιου. Έχουμε, λοιπόν, όλοι επιδοθεί σε ένα αιματηρό αγώνα, όμως τι ακριβώς είναι αυτό που προσπαθούμε να διασωθεί;
Ο πραγματισμός όλων των «υπεύθυνων πολιτικών δυνάμεων» έγκειται στην αποδοχή της ύπαρξης μίας συνεχούς διογκούμενης σφαίρας πλασματικού χρήματος (λέγε με ανάπτυξη), ενάντια στην κάλυψη των αναγκών, όπως αυτές διαμορφώνονται έξω από την ανελευθερία της ετερόνομης εργασίας, χωρίς ανταγωνισμό, χωρίς κέρδη, χωρίς παγκόσμιο πόλεμο.

Η αναγνώριση του παραλόγου και αδύνατου της συνεχούς ομαλής συσσώρευσης πλούτου αντιφάσκει με αυτούς που προοιωνίζουν έναν υψηλά ανεπτυγμένο καπιταλισμό άνευ ιμπεριαλιστικών υπερβολών, μια ρυθμισμένη παραγωγή χωρίς διαταραχές πολέμου. Συνεχής διόγκωση δηλαδή, σ’ έναν πεπερασμένο κόσμο, χωρίς καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων. Οι σοσιαλδημοκράτες συνθηκολόγησαν μπροστά στον καπιταλισμό, τόσο οικονομικά, όσο και ιδεολογικά. Έτσι, προκύπτει η πίστη τους στην αιώνια διάρκεια, στη φυσική ρύθμιση, σε ένα πιο ανθρώπινο πρόσωπο του ίδιου συστήματος της ετερόνομης εργασίας. Ταυτόχρονα, θέτουν εαυτόν απέναντι στον καπιταλισμό, σε μια ηθική αντίθεση. Αυτή είναι η γνήσια αντίφαση του μικροαστού.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ ήδη στην πρώτη της πολεμική ενάντια στον Μπερνστάιν, υπογραμμίζει την ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στον τρόπο αντιμετώπισης της ιστορίας με ολιστική οπτική ή με μονομερή μηχανιστικό αυτισμό. Η πάλη της είναι από τη μία ενάντια στην υλική σκλαβιά από τον καπιταλισμό και από την άλλη ενάντια στην ιδεολογική σκλαβιά της ενσωμάτωσης. Αυτός ο αντίπαλος ήταν για τη Ρόζα εξίσου επικίνδυνος. Ο θάνατός της ήρθε από αυτόν, από το χέρι των πιο αμείλικτων και πραγματικών εχθρών της. Το γεγονός ότι η Ρόζα παρέμενε όρθια παρά την ήττα της εξέγερσης του Γενάρη του 1919, που από χρόνια είχε με διαύγεια προβλεφθεί, είναι το σωστό επακόλουθο της ενότητας θεωρίας και πράξης στη δράση της, η διεισδυτική της ματιά στην ολότητα της ιστορικής διαδικασίας. Είναι, επίσης, η αιτία του θανάσιμου μίσους των δολοφόνων της, των σοσιαλδημοκρατών.

Ο χωρισμός του παραγωγού από την παραγωγική διαδικασία, ο κατατεμαχισμός της εργασιακής διαδικασίας σε μέρη, χωρίς να αποτελεί σημαντικό σημείο ο άνθρωπος ως δημιουργικό υποκείμενο, η εξατομίκευση της κοινωνίας σε ικανές για εργασία μονάδες έπρεπε αναγκαστικά να επιδράσει και πάνω στη φιλοσοφία του καπιταλισμού. Κάπως, έτσι, η κλασική οικονομία αντιμετώπισε την καπιταλιστική ανάπτυξη με την οπτική του μεμονωμένου καπιταλιστή και μπλέχτηκε σε μια σειρά άλυτων αντιφάσεων. Η «συσσώρευση κεφαλαίου» της Ρ.Λ. ξαναπιάνει τη μέθοδο του νεαρού Μαρξ της «Αθλιότητας της Φιλοσοφίας». Έτσι, όπως σ’ αυτό το έργο, αναλύονται οι ιστορικές συνθήκες που κατέστησαν δυνατή την οικονομία του Ρικάρντο και του Σμιθ. Οι αστοί οικονομολόγοι δεν μπορούν παρά να ταυτίσουν την κοινωνική πραγματικότητα με τους φυσικούς νόμους. Έτσι, και η σοσιαλδημοκρατία, σαν ιδεολογική έκφραση εκείνου του τμήματος της τάξης που έγινε μικροαστικό και συνενδιαφερόταν για την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση του κόσμου, αλλά χωρίς παγκόσμιο πόλεμο, δεν μπορούσε παρά να εννοεί την ανάπτυξη ως η καπιταλιστική συσσώρευση να λαμβάνει χώρα στο κενό μαθηματικών τύπων. Η σοσιαλδημοκρατία έπεσε, έτσι, σε μια πολιτική εκτίμηση πολύ πιο καθυστερημένη και από αυτή των βδελυρών μεγαλοαστών και πήρε τον ρόλο που της αναλογεί: τη θέση του φύλακα της αιωνιότητας της οικονομικής καπιταλιστικής διάταξης.

Υπάρχει κάτι πολύ διακριτό στον μαρξισμό της Λούξεμπουργκ. Πρόκειται για μια πολύ ξεκάθαρη διεθνιστική κομμουνιστική οπτική που εναντιώνεται στην αποικιοκρατία, στην εθνική ανάπτυξη, στον μιλιταρισμό. Στα 1914 ήταν μία από τους πολύ λίγους σοσιαλιστές στη Γερμανία, αλλά και στην Ευρώπη γενικότερα, που ξεκάθαρα στο όνομα του διεθνισμού, εναντιώθηκαν στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Να γιατί, είδε του Ρώσους επαναστάτες σαν τους ανθρώπους που έσωσαν τη διεθνιστική τιμή του σοσιαλιστικού κινήματος, αφού εναντιώθηκαν στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο αρνούμενοι να τον συνεχίσουν.

Η ικανότητα να διοχετεύονται οι κρίσεις στην περιφέρεια δημιούργησε από το ’50 και μετά την ψευδαίσθηση στις δυτικές κοινωνίες πως δεν θα ζήσουν ξανά πόλεμο, αφού ο καπιταλισμός αυτοαναπαραγόταν με νεκρούς αλλού στη γη, με καταστροφή άλλων χωρών -για να ανοικοδομηθούν δίνοντας νέα πνοή στην αγορά, με ειδικές οικονομικές ζώνες σε άλλες ηπείρους. Και όσοι δεν έβλεπαν τον πόλεμο στο εξωτερικό,  για κάποιο περίεργο λόγο που υποψιάζομαι πως συνδέεται με αυτό, δεν φαίνοταν να ενοχλούνταν ιδιαίτερα ούτε με τον πόλεμο στο εσωτερικό. Άλλωστε, οι πόλεμοι προϋποθέτουν τη συνοχή της κοινωνίας σε έναν μανιώδη εθνικισμό, που πάντα οδηγεί εθελόδουλα τους εργάτες στα σφαγεία. Με άλλα λόγια, αν επιζητάς την έξοδο από την κρίση, την πιο «ορθολογική» και «ανώδυνη», δε ζητάς παρά την επιλογή ενός τρίτου κοινωνικού παγκοσμίου πολέμου απέναντι στις δυνάμεις της εργασίας.

Στις 19 Σεπτέμβρη του 1914 δημοσιεύεται η πρώτη δημόσια διακήρυξη από κοινού με τον Καρλ Λήμπνεχτ, τον Φρανς Μέρινγκ και την Κλάρα Τσέτκιν ενάντια στη θέση της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας για τον πόλεμο. Από τον Φλεβάρη του 1915 και για έναν χρόνο γράφει στη φυλακή τη μπροσούρα του Γιούνιους. Εκεί, εμφανίζεται για πρώτη φορά το δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Εκφράζεται ξεκάθαρα πως αν ο Πλεχάνοφ υποστήριζε πως “Η νίκη του σοσιαλιστικού προγράμματος είναι τόσο σίγουρη όσο η ανατολή του ήλιου την επόμενη μέρα”, η αντίληψη της Ρόζας είναι ένα κάλεσμα για δράση, για παρέμβαση, για οργάνωση, επειδή το μέλλον δεν είναι εγγυημένο, είναι απλώς μια δυνατότητα. Και πάντα υπάρχει η πιθανότητα αυτού πού λέγεται βαρβαρότητα. Η μπροσούρα αυτή είναι η αντίδραση στο ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και στην προδοσία της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας στις αρχές του σοσιαλιστικού διεθνισμού. Οι εξελίξεις που οδήγησαν σε αυτόν τον πόλεμο αποτέλεσαν μια τρομερή τομή στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ήταν ο πρώτος με την πλήρη έννοια της λέξης “ιμπεριαλιστικός” πόλεμος, που διαδραματίστηκε στη βάση του ανεπτυγμένου βιομηχανικού καπιταλισμού όπου οι μεγάλες δυνάμεις πάλεψαν για την παγκόσμια κυριαρχία. Ακόμη και σε αυτούς που γνωρίζουν την κριτική των Ρώσων μαρξιστών, η Ρόζα Λούξεμπουργκ δείχνει στοιχεία αποφασιστικής σημασίας για την μετέπειτα διαμόρφωση των επαναστατικών κινημάτων. 

Είναι μοναδικός ο τρόπος που θέτει το ζήτημα των συνεπειών που είχε η στάση της σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας για ολόκληρο το εργατικό κίνημα και της ριζικής αυτοκριτικής που θα έβγαζε το κίνημα από την κρίση του. Με υποδειγματικό τρόπο, η Ρ. Λ. αναλύει αφιερώνοντας πολλές σελίδες τις εξελίξεις στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, το πέρασμα από την εποχή της belle epoque στην οικονομική κρίση, τους ανταγωνισμούς για αποικίες (λέγε με ειδικές οικονομικές ζώνες), τον ρόλο των εθνικών κρατών. Όμως ο βασικός στόχος της δεν είναι να αναλύσει τις αντικειμενικές συνθήκες, αλλά να αναδείξει το ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας.

Μεταρρύθμιση ή επανάσταση

Η Ρ.Λ. απαντά σε μία σειρά άρθρων με τίτλο «Προβλήματα Σοσιαλισμού» στην επιθεώρηση του Μπερνστάιν και στο έργο του «Οι προϋποθέσεις του σοσιαλισμού και τα καθήκοντα της σοσιαλδημοκρατίας».  Στην περιεκτική της απάντηση αναλύει τις βασικές αντιθέσεις της αστικής κοινωνίας και τις αντανακλάσεις αυτών στο σοσιαλιστικό κίνημα. Η ανάλυση αυτών των αντιθέσεων, κρατά διακριτές αποστάσεις από τη θεωρία περί ομαλής διάλυσης της αστικής κοινωνίας υπό το βάρος τους και μιλά για τις ιστορικές τάσεις, που ως δυνατότητα υπάρχουν και η πραγμάτωσή τους έγκειται στην ταξική πάλη. Με το έργο αυτό, δεν αντιτίθεται απλώς στην επίσημη σοσιαλδημοκρατία, αλλά και στους Ρώσους μπολσεβίκους.

Στο πρώτο μέρος, διερωτάται πάνω στην επιλογή του τίτλου της. Μπορεί η μεταρρύθμιση να αντιπαραβάλλεται ως αντιπαραθετικός πόλος στην επανάσταση και το αντίθετο; Αντίθετα, απαντά, η καθημερινή πρακτική εντός της αστικής συνθήκης συνδέεται με τη στρατηγική με μία σχέση μέσου-σκοπού. Σαφής και λιτή, καθιστά ξεκάθαρο το σκοπό του άρθρου της: να καταδείξει ότι ο Εδουάρδος Μπερνστάιν, στη Νέα Εποχή, προτρέπει στην αντικατάσταση του σκοπού από το μέσο, στην αποθέωση, εν τέλει, της υπαρκτής πραγματικότητας ως αιώνιας. Εξοβελίζει την απελευθέρωση από την μισθωτή σκλαβιά της ετερόνομης εργασίας στο πεδίο του μη – πραγματικού και, βιάζοντας τον ιστορικό υλισμό, στο πεδίο του μη – πραγματοποιήσιμου. Ωστόσο, ακριβώς αυτό, η αντίληψη του υπαρκτού ως μόνης νόμιμης συνθήκης για το τώρα, είναι η συστηματική διαφορά μεταξύ σοσιαλδημοκρατίας και αστικής δημοκρατίας, λέει η Ρ.Λ.. Διαβλέπει τη μετάλλαξη και την ενσωμάτωση του κόμματος εκείνου στο οποίο είχε στρατευτεί. Η διαφωνία της, λέει, δεν αφορά την ορθότητα ή μη της μιας ή της άλλης τακτικής επιλογής, αλλά της ίδιας της ουσίας της αναγκαιότητας ή μη αντίπαλου πολιτικού δέους στην αστική ιδεολογία.

Η Ρ. Λ. στάθηκε στη διεθνοποίηση του καπιταλισμού ως κατάργηση των φραγμών μετακίνησης κεφαλαίων και τον ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό. Όσο τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης ενεπλάκησαν σε διαδικασίες νομιμοποίησης και αγώνα για εθνική αυτοδιάθεση, η Ρ.Λ. διέβλεπε από τότε ότι η απάντηση πρέπει να αναφέρεται στο διεθνοποιημένο κεφάλαιο. Για την ίδια, η Πολωνία δεν έπρεπε να παλέψει για την ανεξαρτητοποίησή της από τη Ρωσία, αλλά ενάντια στον καπιταλισμό. Η Ρ. Λ. εξηγεί την αύξηση του μιλιταρισμού σε σύνδεση με την οικονομική συνθήκη και με πύρινους λόγους προτρέπει την εργατική τάξη να μη συμμετέχει σε κανέναν εθνικό πόλεμο.

Η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο της ίδιας, έγραφε ο Μαρξ. Για να μπορέσει να ανατρέψει τον καπιταλισμό, το προλεταριάτο χρειάζεται πολιτική εκπαίδευση, ταξική συνείδηση και οργάνωση. Όλα αυτά δε θα αποκτηθούν, έλεγε η Ρ.Λ., φυσικά, με βιβλία και προκηρύξεις, αλλά κύρια με το ζωντανό πολιτικό σχολείο, με την πάλη, μέσα στην πάλη, στην ασταμάτητη πορεία της επανάστασης. Διάκριση οικονομικής και πολιτικής πάλης δεν υπάρχει. Κάθε οικονομική νίκη μπορεί να είναι επαναστατική μόνο όταν θέτει θέμα εξουσίας και αμφισβητεί την πηγή που γεννά την αδικία.

Αντίθετα με την ορθόδοξη σοσιαλδημοκρατία της Β’ Διεθνούς δεν θεωρούσε την οργάνωση προϊόν επιστημονικοθεωρητικής επίγνωσης ιστορικών κανόνων, αλλά ένα ζωντανό προϊόν της ταξικής πάλης. Θεωρούσε ότι υπάρχει μια διαλεκτική και όχι μια λογική σταδίων που ιεραρχεί πρώτα το κίνημα και την οικονομική πάλη, μετά το κόμμα και τον πολιτικό αγώνα για την κατάληψη της εξουσίας. Οτιδήποτε μερικό ήταν για τη Ρ.Λ. σημαντικό μόνο ως μέσο για τον τελικό σκοπό: την ανατροπή του οικονομικού συστήματος που γεννά κάθε βαρβαρότητα. Η σημερινή αυτοαποκαλούμενη επαναστατική αριστερά θεωρεί ότι η τάξη πρέπει να διαπαιδαγωγηθεί με τον αγώνα στην κατάκτηση μικρών αιτημάτων ή αποκλειστικά οικονομικών αιτημάτων ώστε να ωριμάσει για την κατάκτηση των πολιτικών αιτημάτων αλλά και την ίδια την αμφισβήτηση της αστικής εξουσίας. Για μιά ακόμη φορά στο αμείλικτο δίλλημα “μεταρρύθμιση ή επανάσταση”, απαντά με το πρώτο.

Μη με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο

Οι κυβερνήσεις δίνουν τον τόνο των αλλαγών και το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα τρέχει ασθμαίνοντας να χωρέσει στη νέα πραγματικότητα. Αν η παραδοσιακή δεξιά αναπαράγει το επίσημο κρατικό δόγμα, η αριστερά στο σύνολό της σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό αναπαράγει τη γραμμή της σοσιαλδημοκρατίας.  Κοινός στόχος, παρά τις «αντιπαραθετικές» διακηρύξεις είναι η εφαρμογή μιας «κεντρικής λύσης» ενάντια στην κρίση που το αστικό κράτος θα δώσει, υπό την πίεση του κινήματος. Πρόκειται για μία κοινή πολιτική αντίληψη που μάταια φιλοδοξεί να ξαναμοιράσει λίγο από τον πλούτο χωρίς να αμφισβητεί ούτε λίγο από την αστική εξουσία, χωρίς καν η τελευταία να μυρίσει λίγη επαναστατική απειλή.  Χωρίς δομές εργατικής εξουσίας, αλλά με μορφώματα συνεργασίας και αριστερά βήματα και ελεγκτικές επιτροπές. Καμία φαντασία… Πάλι, μια απ’ τα ίδια με τον γνωστό συνδυασμό που σκοτώνει: αόριστη επαναστατική επίκληση – στόχευση νέο “κοινωνικό συμβόλαιο”.

Η επιλογή της σοσιαλδημοκρατίας για εθνική λύση σήμερα είναι πρακτικά αδύνατη, τόσο αδύνατη όσο η επαναφορά του καπιταλισμού σε παλαιότερο πρότυπο παραγωγής και ανάπτυξης, και ολέθρια, τόσο ολέθρια όσο η εθνικιστική υστερία που την περιβάλλει. Πολλοί για χρόνια μιλούσαν για την ανατροπή ενός συστήματος εκμετάλλευσης που «δεν αντέχει άλλο», αλλά όταν η ιστορία τους συνάντησε, οπισθοχώρησαν αμήχανα. Με  νοσταλγική ανάμνηση του κοινωνικού κράτους, οι υμνητές της ρήξης και της ανυπακοής προσμένουν την υπεύθυνη δύναμη που θα βάλει φρένο στην «καταστροφική λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού» και στο παρασιτικό τραπεζικό κεφάλαιο. Δεν πέρασε πολύς καιρός, άλλωστε, από όταν ψηλάφισαν την πολυπόθητη «γραμμή μαζών» στο ύψωμα της γαλανόλευκης, αφού δείλιασαν μπροστά στα υπαρκτά διλήμματα της κρίσης μιλώντας για συνθήκες ανώριμες και όρους ασυσσώρευτους. Τα τσιτάτα τους, ωστόσο, παραμένουν διφορούμενα κατά τρόπο ύπουλο, αφού τα αντιφατικά επικοινωνιακά μηνύματα κρατούν απασχολημένο το πόπολο.

Αρκετοί συνεχίζουν να ελπίζουν να κουνήσουν το κομματικό τους σημαιάκι, σε μια «θεαματική» εμφάνιση στο «κεντρικό πολιτικό σκηνικό», όπως ονομάζουν το πολιτικό παιχνίδι στα τηλεοπτικά παράθυρα. Υποτάσσονται στην αστική έννοια της πολιτικής διαμεσολάβησης, στο «καθήκον» των οργανωμένων πολιτικών δυνάμεων να «ενοποιήσουν ανώτερα» και να «εκφράσουν συνολικά» τις διάσπαρτες κοινωνικές αντιστάσεις. Αλλά πόυ; Μα, το είπαμε: στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό, αυτό που στήνεται γύρω από την κάλπη με λίγη γαρνιτούρα από διαδήλωση, αφού μόνο ένας επίσημος πολιτικός φορέας μπορεί να αναδείξει το συνολικό ζήτημα της εξουσίας. Λες και είναι ένα ερώτημα που θα λυθεί κεντρικά, λες και δεν αναβλύζει μέσα από κάθε εργατική μάχη και ειδικά τον καιρό της κρίσης.

Η πολιτική διαμεσολάβηση ή η ενότητα της αριστεράς, ή ότι άλλο, δεν έχει καμία αξία απολύτως, εάν δεν υποτάσσεται στο σχέδιο της γενικής πολιτικής απεργίας διαρκείας του ανεξάρτητου κέντρου αγώνα, των γενικών συνελεύσεων σε κάθε χώρο. Αν δεν διεκδικούμε σήμερα την εξουσία σε κάθε κοινωνικό χώρο, ποιός άραγε θα μας δώσει τις προϋποθέσεις να πάρουμε την εξουσία σε συνολικό και πανκοινωνικό επίπεδο. Σήμερα, άλλωστε, η κρίση επαναφέρει τη συζήτηση τόσο στη δυνατότητα της επανάστασης από τη μία αλλά και από την άλλη στην αδυναμία οριστικής νίκης χωρίς την ύπαρξη δομών των εργατών που θα μπορούν να δουν πέρα από την ανατροπή μιας κυβέρνησης, που θα πάρουν στα χέρια τους ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση. Χρέος μας είναι να δημιουργήσουμε αυτές τις δομές, με αυτή την πολιτική.
…….
Τον Γενάρη του 1919, η Ρόζα που γεννήθηκε τη χρονιά της Παρισινής Κομμούνας,  συμμετέχει στην Κομμούνα του Βερολίνου. Στις 14 Ιανουαρίου γράφει το τελευταίο της άρθρο «Τάξη επικρατεί στο Βερολίνο». Την επόμενη, 15 Γενάρη του 1919, συλλαμβάνεται και δολοφονείται. Το πτώμα της, όπως και το πτώμα του Καρλ Λήμπνεχτ, ρίχνεται στα κανάλια του Βερολίνου. Την Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 1919, σε μια αποβάθρα εντοπίζονται τα πτώματα των Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζας Λούξεμπουργκ. Η Ρόζα δεν είχε στηρίξει τα εθνικά οράματα της Γερμανίας μπροστά στον πόλεμο. Η «κόκκινη» Ρόζα προέταξε την αξία του ανθρώπου, ως την αναλλοτρίωτη εκείνη ουσία των χειραφετητικών τάσεων του ανθρώπου, πεπεισμένη ως το τέλος πως το τέλος της κοινωνίας της εκμετάλλευσης δεν περνά από την στρατιωτικού τύπου στράτευση των «μαζών». Η σκέψη της ακολούθησε πιστά την εναντίωση στη ρεφορμιστική σοσιαλδημοκρατία, τη διεθνιστική πάλη ενάντια στον μιλιταρισμό και την διαλεκτική της επαναστατικής δράσης. Αποχώρησε από το SPD και κάλεσε την εργατική τάξη να μη στρέψει τα όπλα της παρά μόνο στα αφεντικά της. Η εξέγερση του Γενάρη του 1919 πνίγηκε στο αίμα από την κυβέρνηση των πρώην συντρόφων της και το αίμα της Ρόζας βάφει για πάντα τα χέρια τους. Από εκείνη τη στιγμή, τα κόκκινα νερά του Σπρέε χωρίζουν τις δύο επιλογές.

Άννα Β.
_______________________________________ 
Έγραφε:
«Στη Γερμανία, για τέσσερις δεκαετίες είχαμε μόνο κοινοβουλευτικές “νίκες”. Πρακτικά βαδίζαμε από νίκη σε νίκη. Και όταν βρεθήκαμε αντιμέτωποι με τη μεγάλη ιστορική δοκιμασία της 4ης Αυγούστου 1914, το αποτέλεσμα ήταν η καταστροφική πολιτική και ηθική ήττα, μια εξοργιστική κατάρρευση και σήψη χωρίς προηγούμενο.Μέχρι στιγμής, οι επαναστάσεις δε  μας έχουν δώσει τίποτα παρά ήττες. Αυτές οι αναπόφευκτες ήττες μας δίνουν σωρεία εγγυήσεων για την τελική νίκη.»

 «Μετά την 4η Αυγούστου [1914] η γερμανική σοσιαλδημοκρατία είναι ένα πτώμα που βρωμάει»,γράφει η Ρόζα. Εκείνη την ημέρα οι βουλευτές του SPD, του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας, του οποίου η Λούξεμπουργκ ήταν μέλος, υπερψήφισαν μαζί με τα αστικά κόμματα τις πολεμικές δαπάνες παρά το γεγονός ότι μέχρι τότε ορκίζονταν πως θα αντιστέκονταν «με όλα τα μέσα» σε περίπτωση που ξέσπαγε ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος. Έπρεπε να το κάνουν στο όνομα της «υπεράσπισης της πατρίδας», όπως το ίδιο έκανε και η συντριπτική πλειοψηφία των κομμάτων της Β’ Διεθνούς στις χώρες τους.

 «Εξατμίστηκε ο πατριωτικός πυρετός από τους δρόμους. Το θέαμα τέλειωσε. Αντηχούν μόνο οι βραχνές κραυγές από τα όρνεα και τις ύαινες. Η τροφή για τα κανόνια που φορτώθηκε στα τρένα έγινε σκόνη στα πεδία των μαχών, πάνω στα οποία τα κέρδη ξεφυτρώνουν σαν τα αγριόχορτα. Οι επιχειρήσεις ευδοκιμούν στα ερείπια. Η αστική κοινωνία παρουσιάζεται τώρα ατιμασμένη, βουτηγμένη στο αίμα. Καμιά σχέση με τις καθώς πρέπει ηθικολογίες με πρόσχημα την κουλτούρα, τη φιλοσοφία, τη δεοντολογία, την τάξη, την ειρήνη και το κράτος δικαίου».

«Σε τι διαφέρουν [οι διακηρύξεις των αστικών κομμάτων] από τη σοσιαλδημοκρατική διακήρυξη; α. Ο πόλεμος επιβάλλεται σε μας από άλλους. β. Τώρα που ο πόλεμος είναι εδώ πρέπει να δράσουμε για αυτοάμυνα. γ. Στον πόλεμο αυτό ο γερμανικός λαός κινδυνεύει να χάσει τα πάντα. Είναι προφανές αναμάσημα της κυβερνητικής διακήρυξης. Με λίγα λόγια, αρχίζοντας από την 4η Αυγούστου μέχρι τη μέρα που θα κηρυχθεί η ειρήνη, η σοσιαλδημοκρατία αντιμετωπίζει την ταξική πάλη σαν να μην υπάρχει. Η πρώτη βροντή των κανονιών του Κρουπ μετέτρεψε τη Γερμανία σε μια φανταστική χώρα διαταξικής αλληλεγγύης και κοινωνικής αρμονίας. Μήπως οι κατέχουσες τάξεις, σε μια διάθεση πατριωτικού ενθουσιασμού, δήλωσαν ότι ενόψει των αναγκών του πολέμου παραχωρούμε τα μέσα παραγωγής, τη γη, τα εργοστάσια και τα εργοτάξια στην κατοχή του λαού; Μήπως απεμπόλησαν το δικαίωμά τους να βγάζουν κέρδος; Μήπως παραμέρισαν όλα τα πολιτικά τους προνόμια; Την ίδια στιγμή που οι άρχουσες τάξεις ήταν πλήρως εξοπλισμένες, η εργατική τάξη κάτω από την καθοδήγηση της σοσιαλδημοκρατίας, παρέδιδε τα δικά της όπλα».

Για τους εχθρούς της ήταν «αιμοσταγής», ενώ οι δημοσιογράφοι και οι γελοιογράφοι την παρουσιάζανε σαν μια μανιακή μέγαιρα. Στα γράμματα που έγραψε από τη φυλακή αναδεικνύεται μια εξαιρετική πολιτική ηθική, μια ηθική που φαινόταν να έρχεται από κάποιον άλλο κόσμο, μια ηθική που οι οπαδοί μιας ευτελούς Realpolitik δε θα μπορούσαν ποτέ να συλλάβουν. Τον Δεκέμβριο του 1918 έγραφε στη Rote Fahne: «Η επαναστατική ενεργητικότητα, η πιο ανηλεής και ο ανθρωπισμός, ο πιο γενναιόδωρος, αυτά εμπνέουν τον μόνο αληθινό σοσιαλισμό. Έναν κόσμο πρέπει να τον ανατρέψουμε, αλλά κάθε δάκρυ που χύνεται ενώ θα μπορούσε να μη χυθεί είναι μια κατηγορία.»

Γράφει στη Σόνια Λήμπνεχτ στις 2 Μαΐου 1917: «Κάποτε, μου φαίνεται πως δεν είμαι ανθρώπινο πλάσμα, αλλά ένα πουλί, ή οποιοδήποτε ζώο που πήρε ανθρώπινη μορφή. Περισσότερο ταιριάζει στην ψυχή μου η γωνίτσα ενός κήπου, όπως εδώ, ή σε έναν κάμπο ξαπλωμένη στα χόρτα, παρά σε ένα συνέδριο του κόμματος. Σε σένα μπορώ να τα λέω αυτά, αφού δεν θα τρέξεις να με υποψιαστείς ότι προδίδω το σοσιαλισμό. Το ξέρεις ότι παρ’ όλα αυτά ελπίζω να πεθάνω στο πόστο μου: σε μια οδομαχία ή σε ένα κρατητήριο. Όμως, τα φυλλοκάρδια μου το ξέρουν πως ανήκω περισσότερο στα πουλιά παρά στους “συντρόφους” μου».

Αννα Β.
Advertisements
 

Ταξική Σύνθεση

Από τον Παραναγνώστη


Αφορμή για τούτη την ανάρτηση υπήρξε ο θόρυβος για τα «πόθεν έσχες» βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ καθώς και ένα ωραίο άρθρο του Π. Μαυροειδή. Το ζήτημα της κοινωνικής σύνθεσης των κομμάτων εργατικής αναφοράς θα ήταν αστείο και να το συζητά κανείς αν δεν επανερχόταν ξανά και ξανά είτε από τα εργαστήρια της αστικής προπαγανδιστικής βιομηχανίας, είτε από μια ιδιότυπη δήθεν αριστερή ηθικοποίηση της πολιτικής. Μια ρεφορμιστικής προελεύσεως αντίληψη σύμφωνα με την οποία, η απόρριψη του καπιταλισμού στο ηθικό επίπεδο από έναν πολιτικό ηγέτη, θα ήταν όλο κι όλο ό,τι χρειάζεται για να αφεθεί η εργατική υπόθεση εις χείρας του. Δεν θέλω να παραπέμψω στις εμμονές κάποιου περίεργου τύπου των αρχών του περασμένου αιώνα[1], που άλλωστε είναι πια  passé , κι έτσι θα καταφύγω στην…. καινή διαθήκη. 


Κατά έναν τρόπο λοιπόν το ζήτημα της ταξικής σύνθεσης των κομμάτων εργατικής αναφοράς δεν είναι εφεύρεση των κομμουνιστών. Όπως ένας άλλος passé τυπάκος[2] παρατηρεί, υπήρξε μία ανάλογη κατάσταση στον πρωτοχριστιανισμό, όπου τέθηκαν τα ίδια ζητήματα. Πράγματι, ο ευαγγελιστής μας πληροφορεί ότι  «εὐκοπώτερόν ἐστιν κάμηλον διὰ τῆς τρυμαλιᾶς τῆς ῥαφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ θεοῦ εἰσελθεῖν». Η αγωνία της προσωπικής μοίρας και το έρμα του προσωπικού συμφέροντος είναι, στη γενική περίπτωση, εκείνα που θα καθορίσουν τόσο την ιδεολογία όσο και, κυρίως, την πρακτική ηθική του ατόμου. Την ευαγγελική παρομοίωση μετέφερε και η αείμνηστος μάμμη μου εις τα καθ ημάς λέγουσα: «Ο Θεός να σε φυλάει από δεξιό εργάτη και από αριστερό αφεντικό».

Και είχε βέβαια δίκιο η γιαγιά μου, αλλά τα πράγματα δεν είναι δυστυχώς τόσο σαφή, όσο αυτή και ο απλοϊκός ευαγγελιστής μας περιγράφουν. Η βασιλεία του θεού όπως και το εργατικό κράτος δεν «είναι» ακόμη, ή όπως το θέτει ο Παύλος «βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον». Έτσι, για να δει κανείς εκείνο που δεν είναι ακόμη, από τη μεριά όμως εκείνου που τώρα είναι, πρέπει αναγκαστικά να ισορροπήσει νυχοπατώντας  στο κάγκελο μεταξύ των δύο. Τότε όμως δεν ξέρει στα σίγουρα αν το κάθε του βήμα  πατά μέσα στον καπιταλισμό και είναι άρα πισωπάτημα ή έξω από αυτόν και αποτελεί επαναστατικό βήμα. Αν προσθέσεις σε αυτό την ικανότητα εκείνου που είναι – του καπιταλισμού – να ενσωματώνει κάθε διαμεσολάβηση, η πτώση λόγω βαρύτητας, μπορεί να γίνει μόνο προς τα μέσα. Το ζήτημα είναι αν έχεις το ταξικό κουράγιο (δεν σε βαραίνει τίποτα στις τσέπες)  και το πολιτικό όργανο για να ξανασηκωθείς. Το να ξανασηκωθείς βλέπετε, δεν είναι ατομική ηθική κατάκτηση, αλλά κατά κυριολεξία ταξικό, άρα πολιτικό, διακύβευμα.

Κι αν στην ευαγγελική περικοπή ο πλούσιος απλά σηκώθηκε και απήλθε περπατώντας προς τα ενδότερα του κόσμου του, αυτό δεν είναι η μοναδική δυνατότητα. Μπορείς να παραμείνεις κοντά στο σύνορο αλλά όχι δα και στα κάγκελα! Δεν υπάρχει μόνο ο Χρύσανθος Λαζαρίδης, υπάρχουν και οι φραγκάτοι του ΣΥΡΙΖΑ ( ή οι βολεμένοι γραφειοκράτες του ΚΚΕ. ή ακόμα και ο γενναιόδωρος κόμης  Κάρολυ). 

Βλέπετε, ο καπιταλισμός, όχι μόνο μετουσίωσε σε καπιταλιστικές τις διαμεσολαβήσεις εκείνες που κληρονόμησε – η πάλαι ποτέ φεουδαλική πατριαρχία για παράδειγμα έγινε καπιταλιστική φαλλοκρατία – αλλά με την ίδια ευκολία δημιούργησε δικές του, τα  συνδικάτα για παράδειγμα, και με την ίδια επίσης ευκολία αφομοιώνει κάθε νέα διαμεσολάβηση που προβάλλει στον ορίζοντά του. Έτσι, κάθε απόπειρα συμβιβασμού, διευθέτησης, η απλής συνύπαρξης του ατομικού συμφέροντος με μία διανοητικά ενστερνισμένη ηθική στάση και -εκ πρώτης όψεως- εργατική πολιτική τοποθέτηση, όντας άλυτη αντίφαση διαμεσολαβείται και καταλήγει μοιραία βήμα προς τα μέσα, πτώση υπό το βάρος μιας πραγματικότητας που δεν σκοτίζεται για ηθικές επιταγές, απτής  όσο πχ το μέλλον των παιδιών ή το μέλλον του κόμματος ΑΕ, στην καπιταλιστική «μόνη»  σκληρή πραγματικότητα. Το βήμα προς τα έξω γίνεται πρακτικά ανέφικτο και απομένει μόνο ως δυνατότητα του ονειρικού ιστορικού επέκεινα, υλικό για κυριακάτικους δεκάρικους, που θάλεγε πάλι αυτός ο Λένιν.  Αντ’  αυτού μπορείς για ξεκάρφωμα, να διαλαλείς το πόσο άδικο είναι το σύστημα απέναντι στην εργατική τάξη και να προτρέπεις το κεφάλαιο σε….. ηθικές ενατενίσεις. 


 Σημειώσεις 

[1]«Πρέπει μόνο να ‘ναι γερός ο βασικός καθαρά προλεταριακός πυρήνας της προσωρινής Επαναστατικής κυβέρνησης, έτσι που, λχ., στις εκατοντάδες εργάτες, ναύτες, φαντάρους, αγρότες ν’ αντιστοιχούν δεκάδες βουλευτές των ενώσεων τής επαναστατικής διανόησης Και νομίζω πώς οι προλετάριοι γρήγορα θα καταφέρουν να επιβάλουν στην πράξη μια σωστή αναλογία.» Β.Ι. Λένιν Τα καθήκοντά μας και τα σοβιέτ των εργατών βουλευτών Νοέμβριος 1905

[2] F. Engels Πρωτοχριστιανισμός Die Neue Zeit, 1894-95. «The history of early Christianity has notable points of resemblance with the modern working-class movement. Like the latter, Christianity was originally a movement of oppressed people: it first appeared as the religion of slaves and emancipated slaves, of poor people deprived of all rights, of peoples subjugated or dispersed by Rome. Both Christianity and the workers’ socialism preach forthcoming salvation from bondage and misery; Christianity places this salvation in a life beyond, after death, in heaven; socialism places it in this world, in a transformation of society. Both are persecuted and baited, their adherents are despised and made the objects of exclusive laws, the former as enemies of the human race, the latter as enemies of the state, enemies of religion, the family, social order. And in spite of all persecution, nay, even spurred on by it, they forge victoriously, irresistibly ahead. Three hundred years after its appearance Christianity was the recognized state religion in the Roman World Empire, and in barely sixty years socialism has won itself a position which makes its victory absolutely certain.»

 

3ο Συνέδριο ΝΑΡ – Διάλογος: Nα αναγνωρίσουμε καταρχήν τη στασιμότητα στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης στο βαθμό που θα θέλαμε

«Να καλωσορίσουμε στην Έρημο του Πραγματικού[1]»
Ίσως θα έπρεπε να ξεκινήσουμε αυτή τη συζήτηση, αναγνωρίζοντας ότι τα χαρακτηριστικά της τελευταίας πενταετίας συνιστούν μια εντελώς καινούρια κατάσταση σε παγκόσμιο επίπεδο· κατάσταση που χαρακτηρίζεται από τη βίαιη έκρηξη των αντιφάσεων του ολοκληρωτικού καπιταλισμού και την δομική συστημική κρίση που παράγει. Ειδικά, όμως, στην Ελλάδα, που νοηματοδοτεί συνολικά, την πειραματική διαδικασία επαναθεμελίωσης των στρατηγικών και τακτικών επιλογών του κεφαλαίου, στην απόπειρά του να επαναπροσεγγίσει την κερδοφορία του, ξεπερνώντας την εγγενή κρίση που ανά ιστορικά διαστήματα και με ποικίλους τρόπους εμφανίζει, οι αντιφάσεις παίρνουν εκτεταμένη διάσταση. Λειτουργούν ταυτόχρονα, ως παράδειγμα εφαρμογής ενός νέου συνολικού προτύπου που σαρώνει στο πέρασμά του κοινωνικές κατακτήσεις, αναδιαμορφώνει την κάθε πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης και επιχειρεί να εμπεδώνεται συστηματικά –μέσω και της καταστολής- η υποταγή στις υπό διαμόρφωση νέες καπιταλιστικές ανάγκες.
Επιχειρώντας όμως να μην επεκταθούμε σε μια ανακύκλωση της συζήτησης για τη φύση και τα χαρακτηριστικά της δομικής κρίσης του σύγχρονου καπιταλισμού, νομίζουμε πως η

όποια συμβολή μας στη διαμόρφωση της γραμμής και συνολικά της αντίληψης της οργάνωσης που βασίζεται στην ανάλυση της σημερινής κατάστασης -και στα πλαίσια της οποίας διεξάγεται η συζήτησή μας- οφείλει να περιστρέφεται γύρω από κάποια κομβικά ερωτήματα-προβληματισμούς για να συμβάλλει εν τέλει και στην αναπτύξη ενός όσο το δυνατόν πιο δημιουργικού διαλόγου, ξεφεύγοντας από μια στείρα αντιπαράθεση σχεδίων επί χάρτου που δεν συνεισφέρουν στην ενδυνάμωση της πολιτικής αντίληψης και πράξης μας αλλά αντίθετα, καθηλώνουν τη ενδοργανωτική συζήτηση.

Ενδεικτικά, εφιαλτικά παραδείγματα της πραγματικότητας του υπό αναμόρφωση ολοκληρωτικού καπιταλισμού, αποτελούν το 60% και πλέον ανεργία στη νεολαία, η διεύρυνση των μορφών ελαστικής, εκ περιτροπής, ανασφάλιστης εργασίας, η μόνιμη και με εκτεταμένους όρους και διάρκεια, καταστολή κάθε συλλογικής προσπάθειας. Κι αυτή η κατάσταση που διαμορφώνεται, δεν είναι μια παροδικά διαμορφούμενη κατάσταση των τελευταίων χρόνων της κρίσης η οποία θα παρέλθει σε μια ενδεχόμενη καπιταλιστική ανάκαμψη. Τείνει αντίθετα, να αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά και να διαμορφώσει ένα συνολικά νέο παράδειγμα που θα περιλαμβάνει όλες τις νέες μορφές εργασίας, την μαζική και μακρόχρονη παραμονή στην ανεργία, την εμπέδωση και επέκταση της καταστολής όλων όσων αντιτίθενται ή έστω προσεγγίζουν με κριτικό τρόπο το μοντέλο ζωής που ριζικά αναδιαμορφώνεται για να υπηρετήσει τις σύγχρονες ανάγκες ξεπεράσματος της κρίσης και επαναφοράς της κερδοφορίας του κεφαλαίου. ένα συνολικά νέο παράδειγμα που θα περιλαμβάνει όλες τις νέες μορφές εργασίας, την μαζική και μακρόχρονη παραμονή στην ανεργία, την εμπέδωση και επέκταση της καταστολής όλων όσων αντιτίθενται ή έστω προσεγγίζουν με κριτικό τρόπο το μοντέλο ζωής που ριζικά αναδιαμορφώνεται για να υπηρετήσει τις σύγχρονες ανάγκες ξεπεράσματος της κρίσης και επαναφοράς της κερδοφορίας του κεφαλαίου.
Κατ’ επέκταση, η κοινωνική πλειοψηφία, με αιχμή τη νεολαία -πάνω στο σώμα της οποίας επιχειρείται να εφαρμοστούν πρώτα, όλες οι τομές της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης πριν διευρυνθούν-, καλείται να ζήσει σε ένα ριζικά αναδιαμορφωμένο πλαίσιο. Αυτό στο οποίο το 30% του κοινωνικού συνόλου θα εντάσσεται ή θα περιβάλλει την αστική πολιτική και τους θεσμούς της, έχοντας υλικό συμφέρον υπεράσπισης τους και λόγο στη διαμόρφωσή τους, ενώ το υπόλοιπο θα πρέπει να δώσει έναν αγώνα επιβίωσης για να ενταχθεί είτε ως υπήκοος σε αυτές τις διαδικασίες είτε θα μάθει την τέχνη της επιβίωσης στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής. Και αυτό είναι εικόνα από το παρόν και το μέλλον του στενού πυρήνα των μητροπολιτικών κέντρων του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Διαμορφώνεται λοιπόν ένα συνολικό τοπίο κοινωνιών διχασμένων, εν σπέρματει δυαδικών. Ένα τοπίο το οποίο εδώ και πολλά χρόνια αποτελεί μια μόνιμοποιημένη κατάσταση εξαίρεσης.[2]
Πρέπει αρχικά, να αναγνωρίσουμε τη στασιμότητα στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης στο βαθμό που θα θέλαμε, δεδομένων και των συνθηκών, αλλά και τις δικές μας αδυναμίες, δεδομένου ότι δεν συζητάμε σε «παρθένο» έδαφος αλλά πάνω στη γραμμή και την πράξη που χαρακτήρισε την οργάνωσή μας (μέσω των αποφάσεών της) τα χρόνια της κρίσης. Όχι για να μεμψιμοιρούμε από τη μια, για τους καταθληπτικούς συσχετισμούς, ούτε από την άλλη, για να υπερτονίζουμε χωρίς ουσία, τις απεριόριστες δυνατότητες της εποχής μας. Για να αποτιμήσουμε και να επανασχεδιάσουμε. Άλλωστε, «[…] η αποτυχία, με τον όρο ότι δεν θα προκαλέσει την εγκατάλειψη της υπόθεσης, δεν είναι παρά η ιστορία της δικαίωσης αυτής της τελευταίας». Χρειαζόμαστε για αυτό «πρωτίστως να διατηρήσουμε την υπόθεση ενός κόσμου απαλλαγμένου από το νόμο του κέρδους και του ιδιωτικού συμφέροντος» […] «να προσπαθήσουμε να διαφυλάξουμε τις λέξεις της γλώσσας μας […] να τις κριτικάρουμε και να τους δώσουμε καινούργιο νόημα».[3] Έχουμε και θεωρητικές επεξεργασίες αλλά και κοινωνικές και πολιτικές πρωτοβουλές αναλάβει σαν ρεύμα. Ας δούμε ενδεικτικά:
Η για χρόνια καταγεγραμμένη αλλά ποτέ, επί τοις ουσίας, υλοποιημένη απόφαση της εργατικής συνδιάσκεψης του ΝΑΡ, για την συγκρότηση της κίνησης του ΝΕΚ, η οποία θα αλληλεπιδρά με τις κινηματικές και μετωπικές απόπειρες του εργατικού κινήματος, θα επιχειρεί, συσπειρώνοντας τα πιο πρωτοπόρα αγωνιστικά κομμάτια αυτού, να μπολιάζει συνεχώς το εργατικό κίνημα, με την πολιτική γραμμή και τις μορφές του νέου εργατικού κινήματος.
Ακόμα, όμως, κι αυτή η (αναγκαία) απόφαση μοιάζει να είναι ξεπερασμένη στις σημερινές συνθήκες με την έννοια ότι περιγράφει ως φορείς αυτής της εργατικής πολιτικής κοινωνικά υποκείμενα αναλλοίωτα ήδη από την εποχή του γαλλικού Μάη, περιγράφει την εργατική ταυτότητα ως κοινωνικά ενταγμένη στους συσχετισμούς του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, περιγράφει την πάλη για εργατικά και κοινωνικά δικαιώματα ως βασικό κομμάτι της πάλης για την ανατροπή και τη διαλεκτική απαιτώ δικαιώματα-αν και κοινωνικά αναγκαία δεν χωρούν στον καπιταλισμό-κερδίζω νίκες-ανοίγω το δρόμο για τον ορισμό και την κατάληψη του εργατικού κράτους-ανοίγω το δρόμο για την απονέκρωσή του-ανοίγει ο δρόμος για τον κομμουνισμό.
Πρέπει να αναρωτηθούμε, σύντροφοι και συντρόφισσες, ποια είναι η εργατική ταυτότητα σήμερα. Γιατί δεν μπορούν να γενικευτούν εργατικοί αγώνες, που -όντως- είναι κρίσιμοι για τη ζωή της κοινωνικής πλειοψηφίας. Γιατί δεν μπορούν να συγκροτηθούν κοινωνικοπολιτικά μέτωπα πάνω στη σύνθεση επιστημονικού-βιομηχανικού προλεταριάτου και τη συμμαχία εργατικής τάξης-μικροαστών. Μήπως, γιατί στις συνθήκες που αλλάζουν, οι παλιές διατυπώσεις -επαναστατικές για τον καιρό τους- καταλήγουν σε υβρίδια υπεράσπισης της (όποιας) εθνικής συγκρότησης (σχεδόν πίσω από τη Γαλλική Επανάσταση) την ίδια ώρα που η κυρίαρχη μορφή του πολέμου που μαίνεται στον πλανήτη είναι μια γενικευμένη μορφή «παγκόσμιου εμφυλίου χαμηλής έντασης»;
Ιδιαίτερη σημασία έχει το παρακάτω απόσπασμα: «[…] εκατοντάδες εκατομμύρια νέων κατοίκων των πόλεων […] είναι η ταχύτερα αναπτυσσόμενη κοινωνική τάξη στον πλανήτη. […] Οντολογικά μοιάζει και δεν μοιάζει με τον ιστορικό συντελεστή που περιγράφεται στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Όπως η παραδοσιακή βιομηχανική εργατική τάξη, διαθέτει τις ριζικές αλυσίδες της, με την έννοια πώς έχει ελάχιστα κεκτημένα συμφέροντα στην αναπαραγωγή της ατομικής ιδιοκτησίας. Αλλά δεν πρόκειται για μια κοινωνικοποιημένη εργατική συλλογικότητα και δεν διαθέτει σημαντική δύναμη για να διαρρήξει ή να αποκτήσει τον έλεγχο των μέσων παραγωγής […] Κατέχει όμως μη μετρημένες ακόμη δυνάμεις ανατροπής και διάρρηξης των ζωτικών παγκόσμιων ροών ανθρώπων και πληροφορίας. Οι νέοι φτωχοί των πόλεων, δεν θα πέσουν ήσυχα σε αυτή τη σκοτεινή νύχτα. Η αντίσταση τους πράγματι, συνιστά την βασική συνθήκη για την επιβίωση της ενότητας της ανθρώπινης φυλής έναντι του εκφυλισμού της νέας παγκόσμιας τάξης. […] Αυτή η ανεπίσημη εργατική τάξη, που δεν συμμετέχει στις μεγάλες εργατικές συλλογικότητες, στερείται μια κεντρομόλου οργανωτικής αρχής, όπως επίσης και μιας στρατηγικής κοινωνικής δύναμης. […] Αυτό που γίνεται ξεκάθαρο είναι ότι αν και οι σημερινές μεγα-φτωχογειτονιές συνιστούν ιδιαίτερο πρόβλημα για την αυτοκρατορική τάξη και τον κοινωνικό έλεγχο, ελάχιστα έχει ασχοληθεί μαζί του η συμβατική γεωπολιτική. Αν στόχος του πολέμου κατά της τρομοκρατίας είναι να καταδιώξει τον εχθρό στον κοινωνιολογικό και πολιτιστικό του λαβύρινθο, τότε οι φτωχές περιφέρειες των πόλεων θα είναι το διαρκές πεδίο μάχης του 21ου αιώνα.»[4]
Από αυτή την άποψη, η κλασική τριπλέτα της συγκρότησης κόμματος, των κοινωνικών συμμαχιών του – πολιτικής του συμπόρευσης και του κινήματος που θα ξεπηδήσει ως μορφή, πέραν του ότι δεν αντιστοιχεί σε υπαρκτές ανάγκες σήμερα, αποτελεί μια μετέωρα «πρωτότυπη» ερμηνεία/τομή, αυτού που περιγραφόταν ως κόμμα στις πρώιμες αναλύσεις του ΝΑΡ (το κόμμα ως πρωταρχικός κρίκος στη διαλεκτική ενότητα της τριπλέτας «οργάνωση-μέτωπο-κίνημα»), αναδεικνύει -παρά λύνει- ένα βασικό πρόβλημα: το γεγονός ότι σήμερα οι αναλύσεις μας για το ποια θα είναι τα κοινωνικά υποκείμενα που θα φέρουν (και ήδη φέρουν) το βάρος ενός νέου επαναστατικού οράματος κινδυνεύουν να είναι (αν αποσυνδεθούν από τον πολιτικό στόχο της επανάστασης), αναλύσεις που περιγράφουν το προλεταριάτο των αρχών ή μέσων του 20ου αιώνα (με την ταμπέλα του «νέου»), αλλά επι τοις ουσίας, διαρκώς αρνούνται να αναγνωρίσουν τις νέες συγκροτήσεις του κόσμου της «εργασίας», τις ασαφείς μορφές του (θα μπορούσαν να είναι και αλλιώς) και τα κοινωνικά ζητήματα που αυτή η διαδικασία θέτει.
Με μια φράση: κανείς δεν μπορεί να περιγράψει την μορφή του επαναστατικού υποκειμένου σήμερα αν δεν αναγνωρίσει ότι ο «λαός» δεν είναι αυτός που ήταν πριν από 30 χρόνια και ότι το σημερινό προλεταριάτο (και πολλοί-πολλές θα μπορούσατε να αναγνωρίσετε τον εαυτό σας ως τέτοιο αν μπορέσουμε να υπερβούμε τους φετιχισμούς των ιστορικών μορφών) αντιμετωπίζει μια πρωτόγνωρη κατάσταση απώλειας της εργατικής του ταυτότητας, με την έννοια ότι δεν έχει τίποτα να διαπραγματευτεί με το κεφάλαιο και τίποτα να μοιραστεί εντός της κοινωνικής σχέσης-κεφάλαιο. Το ζήτημα είναι, αν οι διαρκώς περισσότεροι άνθρωποι στις μητροπόλεις, που σωρεύονται κάτω από τα όρια της φτώχειας (μη-αξιοποιούμενο για την παραγωγή και άρα μη-χρήσιμο για την κοινωνική αναπαραγωγή ανθρώπινο δυναμικό), δηλαδή όλο και μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας -κυρίως νέοι- που περιθωριοποιείται, θα χωράει στον πλανήτη ή όχι. Πρέπει να απαντήσουν οι επαναστατικές δυνάμεις σε αυτό το ζήτημα ή όχι; Αναρωτιόμαστε γι’ αυτό, γιατί οι αντεπαναστατικές δυνάμεις ήδη το απαντούν: «όχι! Το ζήτημα είναι μια κυρίαρχη στρατηγική εθνικής πολιτικής για το κάθε κράτος (χωρίς κανέναν συνολικό στρατηγικό όραμα του κεφαλαίου) που θα διαφυλάξει τους ενταγμένους σε αυτό από τις ροές των “βαρβάρων”».
Αλήθεια, πως απαντάει η επαναστατική αριστερά σε ένα (ελάχιστο μόνο) παράδειγμα καπιταλιστικής νομιμότητας: ταυτόχρονα με την εφαρμογή του δόγματος «νόμος και τάξη» της κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ (-και ατύπως ΔΗΜΑΡ;), το οποίο αποτελεί στοίχημα για την ίδια την ευρωζώνη και τον ίδιο τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό στη δύση (τουλάχιστον), μαθαίνουμε πως η τράπεζα HSBC πέρυσι «ξέπλυνε» τα κέρδη καρτέλ ύψους 4δις δολαρίων. Από αυτά προέκυψαν κέρδη χρήσης για αυτήν ύψους 22 δις! Φυσικά, υποχρεώθηκε σε «βαρύτατα» πρόστιμα εκατοντάδων εκατομμυρίων, υποχρεώθηκε να καθαρίσει το πελατολόγιό της και -τελικά- ο νόμος εφαρμόστηκε… Είναι ή δεν είναι αυτά τα δις δείγμα των (περίπου) νόμιμων business που μπορεί να κάνει το κεφάλαιο σήμερα σε όλο τον πλανήτη κατατάσσοντας τους εθνικούς πληθυσμούς μέσα από αξιολογήσεις χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε υπηκόους προγραμμάτων λιτότητας και περικοπών;
Ο Καστοριάδης απαντούσε κάποτε στην Anscombe, που υπερασπιζόταν την χομπσιανή θέση «του κρατικού μονοπωλίου της βίας», ότι «πίσω από το μονοπώλιο της νόμιμης βίας που διαθέτει η εξουσία, υπάρχει το ακόμα πιο ισχυρό μονοπώλιο, αυτό του ορισμού της λέξης νόμιμο» για να καταλήξει στη ρήση: «ο θρόνος του άρχοντα των σημασιών, στέκεται πιο πάνω από τον θρόνο του άρχοντα της βίας». Σήμερα, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτό ακριβώς το κρατικό μονοπώλιο της βίας ενισχύεται για να υπερασπιστεί τη δημοκρατία (και ιδεολογικά) ενάντια στους «εχθρούς της».
Αν το αστικό σύστημα εξουσίας είναι «ο άρχοντας των σημασιών» της γενικευμένης κοινωνικής «εμφύλιας» βίας που προκαλείται από την εξαθλίωση, το φόβο και την υποταγή στον Λεβιάθαν της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, τότε η στάση της αριστεράς που προσπαθεί να «αποτρέψει την εκτροπή» δεν την κάνει τίποτα άλλο παρά υπήκοο αυτής της επικράτειας και της νομιμότητάς της, ζητιάνο της ανάπηρης δημοκρατικής «ελευθερίας της» (που κι αυτή πια είναι όλο και πιο περιορισμένη γιατί δεν μπορεί να «νομιμοποιηθεί»).
Μήπως η δίκη μας αριστερά, σε πείσμα του κυρίαρχου λόγου της αριστεράς, πρέπει να αντιμετωπίσει τη σύγκρουση που μαίνεται σήμερα ως σύγκρουση δύο κόσμων και μοντέλων ζωής και την διευρυμένη κοινωνική βαρβαρότητα ως το μέτρο της επιβολής της καπιταλιστικής πολεμικής μηχανής πάνω στις ζωντανές δυνάμεις της κοινωνίας; Μήπως οι συμμαχίες που πρέπει να ψάξουμε ως μέλη της τάξης μας, και όχι απλώς ως φορείς ιδεολογικών σχηματισμών, δεν βρίσκονται στα κομμάτια του μικρού και μεσαίου κεφαλαίου και στους πολιτικούς φορείς που τα εκπροσωπούν στο όνομα της αριστεράς (τυχαία εντελώς: ΣΥΡΙΖΑ);
Μήπως η αναγκαία ταξική ενότητα δεν βρίσκεται (ή δεν μεταφράζεται αυτόματα) στην πολιτική ενότητα «επαναστατών»-«ρεφορμιστών», αλλά στα βιαίως αγωνιζόμενα τμήματα του προλεταριάτου παγκοσμίως: από την Πορτογαλία ως το Μπαγκλαντές και από τις αραβικές εξεγέρσεις ως τους «άνομους» νέους και τα «αποβράσματα» των ταραχών και των εξεγέρσεων στην Αγγλία και τη Γαλλία; Μπορεί να μην εκφράζουν συνειδητές πολιτικές στοχεύσεις και ίσως να είναι εξίσου εύκολο να ενταχθούν (με όρους «λούμπεν» όπως υποτιμητικά λέμε) σε αστικούς σχεδιασμούς, όμως είναι το κοινωνικό υλικό μετατροπής της αμφισβήτησης του καπιταλιστικού μονόδρομου σε ορίζοντα ανατροπής. Λιγότερο μας φαίνεται ότι είναι δυνατή η μετατροπή της συνείδησης και της πρακτικής των «χαροκαμένων μικροαστών» που αναζητούν μια όαση δικαιωμάτων στην καπιταλιστική επέλαση.
Δεν ισχυριζόμαστε, φυσικά, ότι πρέπει να επιλέξουμε αποκλειστικά το τάδε ή δείνα κοινωνικό υποκείμενο ως «νομοτελειακά ιστορικό» φορέα εξέγερσης-επανάστασης. Ισχυριζόμαστε ότι οι έννοιες των δικαιωμάτων και (πολύ περισσότερο) των κοινωνικών σχέσεων πρέπει κριτικά να επανεγγραφούν, να αποτελέσουν μέρος της «κίνησης που ανατρέπει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων» ως πραγματικό επίδικο του «κομμουνισμού του 21ουαιώνα». Δυστυχώς, σύντροφοι, θεωρούμε πως είμαστε μακριά από το να το κάνουμε. Και με τις αναλύσεις μας για το «σωτήριο» κόμμα και την «αναγκαία» συμπόρευση ίσως και να απομακρυνόμαστε… Αυτό το νόημα έχει, ίσως, και η κριτική μεγάλου μέρους συντρόφων και συντροφισσών στο πώς τα ντοκουμέντα πραγματεύονται τις έννοιες του εθνικού και του διεθνισμού.
Η απόφαση της 4ης Συνδιάσκεψης της νΚΑ, για τη συγκρότηση μιας πρωτοβουλίας της νέας γενιάς, αποτελεί μια επιπλέον βάση στην οποία μπορούμε να πατήσουμε. Πρωτοβουλία, που σύμφωνα με τις αποφάσεις μας, θα καταφέρνει να αποτελεί «γήπεδο» αναζήτησης, παρέμβασης, αλλά και συλλογικής δράσης της κατακερματισμένης νεολαίας. Πρωτοβουλία, η οποία μορφοποιήθηκε και αποφασίστηκε να πάρει «σάρκα και οστά» το αμέσως επόμενο διάστημα, με έναν τρόπο, στην πρόσφατη συνδιάσκεψη της οργάνωσης νέων εργαζομένων της Αθήνας, με σκοπό να βασίζεται, σε ένα μόνιμο τρόπο, σε μορφές οργάνωσης της μαθητικής, σπουδάζουσας και εργατικής νεολαίας, αναλαμβάνοντας δράσεις είτε σε χώρους που απουσιάζει στοιχειωδώς η συλλογική δράση και διεκδίκηση –μεγάλα εμπορικά κέντρα κτλ- είτε μεταφέροντας την εμπειρία σε χώρους της νεολαίας όπου η συλλογικότητα είναι κατοχυρωμένη.
Τα ανά γειτονιές και πόλεις εγχειρήματα των εργατικών λεσχών, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών στεκιών, στα οποία οι δυνάμεις μας έχουν συνεισφέρει τόσο για να δημιουργηθούν, όσο και για να κατακτούν συνεχώς πιο αναβαθμισμένα χαρακτηριστικά που στον πυρήνα τους θα έχουν την εργατική επαναστατική πολιτική και τον αντίστοιχο πολιτισμό. Που θα καταφέρνουν να αποτελούν δομές που θα απαντούν στο ζήτημα της επιβίωσης της κοινωνικής πλειοψηφίας, αλλά ταυτόχρονα θα θέτουν το ζήτημα της αυτοτελούς, αντιπαραθετικής και ανεξάρτητης συγκρότησής τους από τους κρατικούς θεσμικούς φορείς, ως προϋπόθεση ύπαρξής τους αλλά και ως προϋπόθεση για τη διαμόρφωση ενός άλλου πολιτικού και πολιτισμικού παραδείγματος.
Αλήθεια, χρειάζεται να αναρωτηθούμε για το πώς αυτές (αλλά και άλλες, πχ σωματεία, επιτροπές αγώνα, σχήματα και συλλογικότητες) θα συγκροτηθούν στη βάση των κοινοτήτων αγώνα, που δεν θα εξαιρούν κανένα από τις διαδικασίες τους αλλά και δε θα υποτάσσονται στις ανάγκες της «σύνθεσης» των τμημάτων της αριστεράς (ή και της αναρχίας) εντός τους; Δεν πρέπει να αποτελέσουν δομές συγκρότησης μιας νέας κοινωνικοποίησης και των ταυτοτήτων της σε διαρκή σύγκρουση με το τοπικό και το κεντρικό κράτος;
Νομίζουμε πως μάθαμε ότι καθήκον των επαναστατικών πολιτικών δυνάμεων δεν είναι να υποδείξει στους καταπιεσμένους σε ποιες ιστορικές μορφές πρακτικών και συνεργασιών πρέπει να ενταχθούν αλλά να νοηματοδοτήσει τις κοινωνικές εμπειρίες τους και πρακτικές τους, να τους δώσει χώρο να αναπνεύσουν, να συγκροτήσει μαζί τους, τις νέες πολιτικές μορφές αντιπαράθεσης και σύγκρουσης.
Τα παραπάνω, ως παραδείγματα που στην μεταξύ τους διαπλοκή και αλληλοτροφοδότηση, μπορούν αν εμφανίζουν μια μειοψηφική αλλά υπαρκτή κοινωνικοπολιτική πρωτοβουλία, αναγκαία, αλλά όχι ικανή από μόνη της, να αποτελέσει φάρο στην απόπειρα πρόκλησης απειλής για το κράτος και το κεφάλαιο. Κι εκεί μένει να κριθεί η αριστερά και κάθε εγχείρημα που μιλά με συνειδητό τρόπο στο όνομα της κοινωνικής χειραφέτησης. Αυτός είναι ίσως ένας από τους δρόμους ενοποίησης ή και διχασμού (για τη μετέπειτα ενοποίηση σε ανώτερο επίπεδο).
Προφανώς δεν ισχυριζόμαστε ότι η μορφή από μόνη της μπορεί να αλλάξει έστω κάτι. Ούτε ισχυριζόμαστε ότι οι μορφές που αναπτύσσονται στο εργατικό κίνημα, σε πόλεις ή γειτονιές μπορούν να αποτελούν, από μόνες τους, υβριδικές μορφές δυαδικής εξουσίας και άλλου μοντέλου ζωής. Οι μορφές οργάνωσης, μπορούν να νοηματοδοτηθούν πολιτικά εκ των υστέρων από πολιτικά -ακόμη και επαναστατικά- υποκείμενα έχοντας διαχωριστεί εκ των προτέρων από την αστική πολιτική και τους θεσμούς της. Το νέο εργατικό κίνημα δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα τεχνητών συγκολλήσεων της κάθε αυτοτελούς μορφής αλλά στο σύνολο και στην αλληλοδιαπλοκή του περιεχομένου αλλά και των μορφών του, μπορεί να παράγει πολιτική σε όλο το φάσμα της ανθρώπινης ζωής σήμερα και όχι αύριο.
Όπως αναφέρει η Ρόζα Λούξεμπουργκ, «όλο το μυστικό των ιστορικών ανατροπών μέσω της πολιτικής εξουσίας έγκειται ακριβώς στη μεταβολή των απλών ποσοτικών μεταβολών σε μια καινούργια ποιότητα, συγκεκριμένα: στη μετάβαση από μια ιστορική περίοδο, από μια κοινωνική μορφή σε μια άλλη».[5] Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται είναι, το πώς και με ποιο κριτήριο, περιεχόμενο, μορφή και συνεπώς σχέδιο, με βάση και την ανάγνωση της πραγματικότητας απαντάμε σήμερα και όχι σε (ή για) κάποιο μέλλον.
Αγωνιζόμαστε για να αλλάξει η αναλογία ανάμεσα στη δουλειά που κάνουμε για την ανάπτυξη της δικής μας ζωής, γνώσης, προσωπικότητας και ελευθερίας και στην απλήρωτη δουλεία που κάνουμε για την ανάπτυξη του κέρδους, της ανταγωνιστικότητας, της επιθετικότητας και της ασυδοσίας του κεφαλαίου, που σημαίνει βαθύτερη υποβάθμιση της δικής μας ζωής και ελευθερίας. Είναι σημαντικό να δούμε ότι η πραγματική κίνηση της νεολαίας, αλλά και της εργατικής τάξης ως σύνολο, σαν τον τυφλοπόντικα της «18ης Μπρυμαίρ», εμπεριέχει ήδη την κριτική της εργασίας ως συγκεκριμένου καταμερισμού στο διεθνές και εθνικό πλέγμα του κεφαλαίου. Δεν πρέπει να αναρωτηθούμε αν, με τις θέσεις και τα προγράμματά μας ως ΝΑΡ ή ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κάνουμε απλώς κριτική στον καταμερισμό εργασίας του σημερινού καπιταλισμού ζητώντας κάποιον άλλο (πιο ανθρώπινο) αφήνοντας να μας διαφύγει το ίδιο το περιεχόμενό της και η κοινωνική αναπαραγωγή που εξυπηρετεί.
Ας δούμε τον (κοινοβουλευτικό κυρίως) τσακωμό «αριστεράς-δεξιάς» για τα ναυπηγεία και την πολεμική βιομηχανία και το «εθνικό πλαίσιο» λύσης των προβλημάτων της. Δεν θέλουμε να προκαταλάβουμε καμία απάντηση (σε μια συζήτηση επιχειρούμε να συμβάλουμε, εξάλλου) αλλά, μήπως είναι χρέος της επαναστατικής αριστεράς να περιγράψει άλλο κοινωνικό μοντέλο πέρα από το «περισσότερα δικαιώματα-καμία απόλυση» για τους εργαζόμενους στη βιομηχανία πολέμου; Κάτι τέτοιο θέλουμε να περιγράψουμε για τις αναλύσεις, τα περιεχόμενα και τις μορφές του αγώνα με αφορμή πολλές μάχες που δόθηκαν το τελευταίο τρίχρονο.
Αλήθεια, με αφορμή ιστορίες που βιώσαμε όλοι, στην απεργία των εργαζόμενων στο μετρό και στην (μη-) απεργία των εκπαιδευτικών, ποιο είναι το χρέος της επαναστατικής αριστεράς; Είναι μήπως να περιγράψει τα όρια των κλαδικών αγώνων, να ζητήσει από την κοινωνία μια αφηρημένη ιδεολογική ενότητα με τα επιμέρους αγωνιζόμενα κομμάτια της και να βγάλει το συμπέρασμα ότι χρειάζεται ένας άλλος κομμουνιστικός φορέας για να την επιτύχει;
Δε θα έπρεπε να διευρύνει το κοινωνικό περιεχόμενο αυτών των αγώνων, να μην τους επιτρέψει να αναδιπλωθούν υπό το βάρος των «συσχετισμών» (λογικό ήταν να υποχωρήσει ένας κλάδος μαζί με τους αλληλέγγυούς του μπροστά στην επίθεση ενός εμπόλεμου κατασταλτικού μηχανισμού που έχει ορίσει ήδη τα περιεχόμενα), να δώσει άλλο περιεχόμενο στις κοινωνικές ανάγκες και το πώς τις αντιλαμβάνεται η κοινωνία ως σύνολο. Να «αναγκάσει» αυτήν την ίδια την κοινωνία να διχαστεί στο εσωτερικό της ως ενεργός μέτοχος κι όχι ως παρακολουθητής συγκρουόμενων πολιτικών σχεδίων. Δεν πιστεύουμε ότι είναι ζήτημα «πολλών ή λίγων» δυνάμεων. Πιστεύουμε ότι έχει να κάνει με μια ξεκάθαρη πολιτική απόφαση για το τι κάνεις με το όριο της αστικής νομιμότητας που σου χαράζουν οι κρατικοί μηχανισμοί.
Σε αυτό το πλαίσιο -και μόνο- παλεύουμε σήμερα για την ανατροπή του διαρκούς αντεργατικού πραξικοπήματος του κεφαλαίου, για την παραμικρή βελτίωση στους όρους ζωής και ελευθερίας των εργαζομένων και της νεολαίας. Για να είναι αποτελεσματική η πάλη μας, δεδομένης και της σημερινής σύνθεσης του καπιταλισμού. Αυτό το πλαίσιο πρέπει να υπηρετούν οι μετωπικές μας προσπάθειες και για αυτό τον σκοπό τις δημιουργούμε και εντασσόμαστε σε αυτές προσπαθώντας να παράξουμε πιο στρατηγικά ερωτήματα και να αναβαθμίσουμε, με αυτόν τον τρόπο, την στρατηγική ενοποίησή τους. Δρώντας στους χώρους αλλά σκεπτόμενοι παν-κοινωνικά αναπτύσσουμε την χάρτα αναγκών και δικαιωμάτων που σε κάθε φάση και καμπή ανάπτυξής της θέτει στο στόχαστρο τα πυρηνικά στοιχεία και τη μήτρα της φύσης του σημερινού καπιταλισμού σαν την μόνη απάντηση που μπορεί να είναι ρεαλιστική για την κατάκτηση υλικών νικών.
Παράλληλα προωθούμε μορφές οργάνωσης, συλλογικότητας και αγώνα ανεξάρτητες και αντιπαραθετικές ως προς αυτές που προτάσσει η αστική πολιτική και οι εκφραστές της για τους αγώνες. Μόνο υπό αυτό το πρίσμα μπορεί σήμερα να προβάλλει επαναστατική απειλή που είναι προϋπόθεση αναγκαία για την νικηφόρα έκβαση των αγώνων. Μόνο με την εμφάνιση εν σπέρματει μορφών δυαδικής εξουσίας μπορούμε να κατακτήσουμε –και όχι να ζητήσουμε- από το κεφάλαιο. Μόνο έτσι υπηρετούμε την υπόθεση του άμεσου διαρκή, συνολικού και επαναστατικού αγώνα στο σήμερα και αυτός δεν καταλήγει να είναι «σημαία» διαχωρισμού.
Μέσω αυτού του δρόμου, να προσεγγίσουμε και να διαμορφώσουμε έναν άλλο τύπο πολιτικής που ξεφεύγει από τις παραστάσεις της παραδοσιακής πολιτικής. Η πολιτική αυτή δεν περιμένει τίποτα από το κράτος και το σύστημα, γιατί δεν έχει τίποτα να περιμένει από τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό που «δεν μπορεί και δεν θέλει να δώσει» και σαρώνει το σύνολο των όρων ζωής της νέας γενιάς και της κοινωνικής πλειοψηφίας. Είναι μια πολιτική που θέλει να θεσμίσει πράγματα για τον εαυτό της και όχι να ενταχθεί στους υπάρχοντες θεσμούς, μια πολιτική που θέλει να αποσπάσει τώρα κατακτήσεις από την εξουσία του κεφαλαίου και του κράτους και όχι να τα αναθέσει σε μια άλλη εξουσία.
Γιατί αν δεν επιχειρήσουμε να αποδείξουμε ότι μπορούμε να ζήσουμε, τώρα και όχι αύριο, χωρίς το κεφάλαιο και το κράτος, ότι ειδικά σε συνθήκες κρίσης, οι ανάγκες μας δε μπορούν να ικανοποιηθούν παρά μόνο από την από κοινού δράση της ευρύτερης κοινωνικής πλειοψηφίας, ότι οργανώνουμε οι ίδιοι τη ζωή μας –ακόμη και την επιβίωση-, αν δεν καταστήσουμε περιττές τις επιχειρηματικές και κρατικές μορφές, τότε καμιά συνείδηση και εμπειρία δε θα υπάρχει για να προχωρήσει το κοινωνικό απελευθερωτικό έργο της επανάστασης και για την εγκαθίδρυση νέων μορφών και όρων κοινωνικής ζωής.
Μέσω των παραπάνω διαδικασιών, μορφών οργάνωσης και έκφρασης, πολιτικού περιεχομένου και αντίληψης, μπορεί να εμφανίζεται μειοψηφικά αλλά υπαρκτά ένα ρεύμα που δύναται να αποτελέσει αντίπαλο δέος στον κόσμο του κεφαλαίου, ένα κοινωνικοπολιτικό ρεύμα που θα «μαθαίνει» μέσα από την καθημερινή συλλογική δράση του ότι η υπόθεση της επιβίωσης, της ζωής του, εν τέλει της κοινωνικής απελευθέρωσης, μπορεί να είναι μόνο έργο της δικής του δράσης με κριτήριο την ικανοποίηση των αναγκών του.
Δημήτρης Σεραφής – Οργάνωση νέων εργαζομένων Αθήνας, Νίκος Χαραλαμπόπουλος – Οργάνωση ΝΑΡ Καισαριανής-Βύρωνα
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Žižek, S. (2003). Καλωσορίσατε στην έρημο του πραγματικού (μτφρ: Β. Ιακώβου). Αθήνα: Scripta.
[2] Agamben, G. (2007). Κατάσταση Εξαίρεσης. Αθήνα: Πατάκης.
[3] Badiou, A. (2009). Η κομμουνιστική υπόθεση. Αθήνα: Πατάκης.
[4] Davis, M. Social Text, Χειμώνας 2004.
[5] Λούξεμπουργκ, Ρ. (2009).Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση;. Αθήνα: Πολύτροπον. 
 

Το ασίγαστο πάθος της αναζήτησης

Με αφορμή το θάνατο του φιλόσοφου Κοστάντσο Πρέβε*
του Κώστα Χαριτάκη
Ήταν δεκαετία του 1990, η δεκαετία της “έκλειψης του κομμουνισμού”, όταν ο Κοστάντσο Πρέβε αποφάσισε να αναμετρηθεί με τη “μελαγχολία της κατάρρευσης” ανοίγοντας τους ασκούς της αναζήτησης με μια ριζική φιλοσοφική και πολιτική επανεκτίμηση του μαρξισμού και του κομμουνιστικού κινήματος. Άκρως τολμηρό εγχείρημα, αν αναλογιστεί κανείς ότι κυρίαρχες στάσεις της εποχής ήταν η συμφιλίωση με τον επελαύνοντα καπιταλισμό και η υποταγή στο “τέλος της ιστορίας”, αλλά και τα απονενοημένα διαβήματα άμυνας με ακόμη πιο δογματικό κλείσιμο στις “γραφές” και πεισματώδη επιστροφή στις “παραδόσεις”.
Αν και μαρξιστής φιλόσοφος, δεν υπέκυψε στην ευκολία τού να φορτώσει τα δεινά του ιστορικού κομμουνισμού στην “κακή εφαρμογή του μαρξισμού από τους επιγόνους”, αλλά προσπάθησε να

εντοπίσει τις “γκρίζες ζώνες” μέσα στο ίδιο το σώμα του μαρξισμού που επέτρεψαν (ή εξέθρεψαν) τις συγκεκριμένες ιστορικές πραγματώσεις του, τις αντιφάσεις, τα προβλήματα και τα όρια της ίδιας της μαρξικής θεωρίας, η υπέρβαση των οποίων αποτελεί προϋπόθεση για τη σύγχρονη επανεκκίνηση της χειραφετικής περιπέτειας.

Στο κέντρο του προβλήματος ο Πρέβε τοποθετεί το κόκκινο νήμα που συνδέει το κομμουνιστικό πρόγραμμα του Μαρξ με τον μοντέρνο μηδενισμό. Εννοώντας τον κομμουνισμό ως μια κοινότητα βασισμένη στην αλήθεια και τον μηδενισμό ως το φιλοσοφικό χώρο μιας ταλάντευσης ανάμεσα στην αλήθεια χωρίς κοινότητα και στην κοινότητα χωρίς αλήθεια, θεωρεί ότι ο ιστορικός κομμουνισμός κατέληξε να είναι μια κοινότητα χωρίς αλήθεια, μια απατηλή κοινότητα, που μπορεί να αναπαράγεται μόνο αναπαράγοντας ψεύδη και αυταπάτες, προορισμένη αργά ή γρήγορα για μια θλιβερή διάλυση.
Οι ρίζες αυτής της εξέλιξης βρίσκονται κατά τον Πρέβε στην αποδοχή από τους μαρξιστές μιας θετικιστικής και εμπειρικιστικής έννοιας της επιστήμης, προερχόμενης από την αγγλο-γαλλική αστική παράδοση, και στην πεποίθησή τους ότι μπορούσαν να “εξευγενίσουν” τη διδασκαλία τους με τον τίτλο της “επιστήμης”. Μα, όπως επισημαίνει ο Πρέβε, “δεν υπάρχει μια δυνατότητα επιστημονικής πρόβλεψης της ανθρώπινης ικανότητας να εγκαθιδρύσει έναν κοινωνικό δεσμό εναλλακτικό προς τον καπιταλισμό. Αυτός ο εναλλακτικός και ‘μελλοντικός’ κοινωνικός δεσμός δεν μπορεί να αποδειχτεί επιστημονικά. Η απόδειξή του δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο παρά να οδηγήσει σε μια ψευδο-επιστήμη”. Κι ακόμη: “Δεν μπορούμε πράγματι να αποδείξουμε επιστημονικά την ικανότητα της εργατικής τάξης να δημιουργήσει ένα νέο κομμουνιστικό δεσμό, και έτσι αυτή η ικανότητα προϋποτίθεται μεταφυσικά… Αυτό, όμως, είναι μόνο μια ψευδο-επιστήμη, δηλαδή μια οιωνεί θρησκεία”.
Το δίπολο ψευδο-επιστήμης και οιωνεί-θρησκείας βασίζεται σε τρεις προϋποθέσεις:
1. Η αντίθεση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις καπιταλιστικές κοινωνικές παραγωγικές σχέσεις ακολουθεί επιστημονικούς νόμους του τύπου των “φυσικών επιστημών”, προετοιμάζοντας αντικειμενικά τους όρους για μια κομμουνιστική λύση αυτής της αντίθεσης.
2. Η εργατική τάξη δεν είναι μόνο ένα υποκείμενο ικανό για αντίσταση ενάντια στην εκμετάλλευση, αλλά είναι ένα δια-τροπικό ιστορικό υποκείμενο, ο μηχανισμός της μετάβασης ανάμεσα σε τρόπους παραγωγής.
3. Το πολιτικό κόμμα κομμουνιστικού τύπου, εφοδιασμένο με μια σωστή πολιτική γραμμή και ωθούμενο από τη γεμάτη αυταπάρνηση δράση των οπαδών του, αντιπροσωπεύει μια νησίδα μιας κομμουνιστικής προαπεικόνισης μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία.
Η πτώση αυτών των τριών προϋποθέσεων, η διάψευσή τους, αντιστοιχεί ακριβώς στο “Ο Θεός είναι νεκρός!” του Νίτσε, διακηρύσσει ο Πρέβε. Δεν μπορούμε πλέον να προσποιούμαστε ότι ο Θεός (του κομμουνισμού) εξακολουθεί να υπάρχει…
Μπορούμε να διερωτηθούμε εάν ο Μαρξ ήξερε να απαντήσει στο γεγονός του θανάτου του Θεού ή έμεινε πίσω από αυτό το γεγονός. Ο Πρέβε δεν διστάζει να απαντήσει: “Ο φιλοσοφικός ουμανισμός του νεαρού Μαρξ καθόλου δεν εγκαταλείπεται με τον καιρό (όπως υποστηρίζει ο Αλτουσέρ), απεναντίας με τον καιρό όλο και περισσότερο συγκεκριμενοποιείται και καθορίζεται ως ιστορικισμός και ως κοινωνιολογισμός. Ως ιστορικισμός γίνεται μια θεωρία της έλευσης του κομμουνισμού συνδεδεμένης με τη ροή προς τα εμπρός του ‘προοδευτικού’ ιστορικού χρόνου του κεφαλαίου και της ανάπτυξης των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων. Ως κοινωνιολογισμός γίνεται μια θεωρία σύμφωνα με την οποία μια κοινωνική ομάδα είναι τιτλούχος και προνομιακός εμπειρικός φορέας του κομμουνισμού.” Πρόκειται για αυτό που ο Μπάουμαν ονόμασε “οικονομικοποίηση της ταξικής σύγκρουσης”, η οποία, μαζί με την οικονομικοποίηση της λεγόμενης “οικοδόμησης του σοσιαλισμού”, είναι η ειδική μορφή που παίρνει ο μοντέρνος μηδενισμός μέσα στο θεωρητικό μαρξικό παράδειγμα και το πρακτικό μαρξιστικό κίνημα.
Μέσα σε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο, ο Πρέβε θεωρεί ότι “η ‘αριστερά’ είναι μια ιστορική αποτυχία του 20ού αιώνα που αξίζει να διερευνηθεί χωρίς προκαταλήψεις”. Η αριστερά ήταν μια οργανική συνιστώσα του εκσυγχρονισμού του παλιού αστικού φιλελεύθερου καπιταλισμού και του μετασχηματισμού του σε κοινωνία της μαζικής κατανάλωσης. Μάλιστα, η αριστερά είναι ο προνομιακός τόπος του μηδενισμού “ακριβώς επειδή γι’ αυτήν ο χρόνος ταλαντεύεται ανάμεσα στην ακινησία της ανάμνησης και την επιτάχυνση της πρωτοπορίας. Συντηρητισμός και πρωτοπορία είναι ακριβώς οι δύο μηδενιστικές στήλες του πολιτιστικού κώδικα της αριστεράς”.
Πραγματική καθολικότητα και ελεύθερη ατομικότητα
Μετά το μηδενισμό, λοιπόν, τι; Ο Πρέβε δεν προτείνει μια “τελική λύση”, αλλά μονάχα τις πρώτες κινήσεις, όπως τα “ανοίγματα” στο σκάκι, μιας ανεξερεύνητης παρτίδας. “Οι δύο κινήσεις, που ακολουθούν αναγκαστικά το ‘άνοιγμα’ που πραγματοποιείται με την υπέρβαση του μηδενισμού, είναι, τώρα, κατά πρώτο, η επιβεβαίωση της κοινωνικής και πολιτικής φύσης ενός πραγματικού ουνιβερσαλισμού, μιας πραγματικής καθολικότητας, και κατά δεύτερο, η επιβεβαίωση της κοινωνικής και πολιτικής φύσης μιας κομμουνιστικής ελεύθερης ατομικότητας.” Επισημαίνει, όμως, ότι αυτά τα δύο δεν μπορούν να διαχωριστούν “από τη στιγμή που η μοναδική πραγματική καθολικότητα είναι η συγκεκριμένη ελεύθερη ατομικότητα”.
Ο Πρέβε υποστηρίζει ότι δεν έχει νόημα σήμερα η επαναπροβολή των δύο παραδοσιακών μορφών της κομμουνιστικής καθολικότητας, της Τάξης και του Κόμματος, οι οποίες εν πολλοίς έχουν ξεπεραστεί από την ίδια την εξέλιξη των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Η υπέρβασή τους, ωστόσο, δεν μπορεί να επιτελεστεί μέσω του ουμανισμού, μιας αφηρημένης καθολικότητας του Ανθρώπου. Όπως επισημαίνει, ο Άνθρωπος, ο Homo, είναι μια ταξική αφαίρεση, μια διαταξική μορφή που αποκρύπτει με ιδεολογικό τρόπο τα ταξικά περιεχόμενα και τις διαφορές. Αυτό μας οδηγεί στο πρόβλημα της μοντέρνας ατομικότητας. “Ο καπιταλισμός πράγματι από τη μια πλευρά ‘ελευθερώνει’ τον ενικό, τον μεμονωμένο άνθρωπο από τις υποχρεωτικές προκαπιταλιστικές εντάξεις, […], ενώ από την άλλη καθιστά το ίδιο το άτομο ‘αδιάφορο’, δηλαδή αφηρημένο, ακριβώς για να μπορεί να γίνει ο φορέας μιας εναλλάξιμης εργατικής δύναμης. Ο σκοπός της απελευθέρωσης φαίνεται να είναι μόνο το αντίθετό της, η αδιαφορία. Με αυτόν τον τρόπο, στον Μαρξ δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας χώρος για μια άσκηση της ελευθερίας και της ατομικότητας μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, στο εσωτερικό του οποίου δεν μπορεί να υπάρχει παρά ένα μοιραίο πεπρωμένο ‘αλλοτρίωσης’”.
Η θεωρία της ατομικότητας στον ιστορικό μαρξισμό του 20ού αιώνα υπήρξε τουλάχιστον ανεπαρκής. “Το γεγονός της αναγωγής της ‘δομής’ της κοινωνίας στη σχέση ανάμεσα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και των κοινωνικών παραγωγικών σχέσεων εννοούμενων ως σχέσεων ανάμεσα σε βασικές τάξεις καταλήγει αναπόφευκτα να μην αφήνει κανένα πραγματικό χώρο για μια θεωρία της μοντέρνας ατομικότητας”. Ο Πρέβε επισημαίνει ότι η δομή ενός τρόπου παραγωγής είναι ένας σύνθετος κοινωνικός δεσμός και αυτό που υπάρχει σε αυτόν είναι κυρίως “η συγκεκριμένη ικανότητα της παραγωγής νέων κοινωνικών σχέσεων”.
Παραπέρα, ο μαρξισμός πρέπει να εγκαταλείψει ολοκληρωτικά την παραδοσιακή του θέση σε σχέση με τη ανθρώπινη φύση, που ορίζεται συνήθως ως το ιστορικό σύνολο των κοινωνικών παραγωγικών σχέσεων. Αν ίσχυε αυτό, υποστηρίζει ο Πρέβε, “κάθε υπέρβαση του καπιταλισμού θα ήταν αδύνατη, από τη στιγμή που ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής δεν κοινωνικοποιεί καπιταλιστικά μόνο τις παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις, αλλά και τις ατομικές προσωπικότητες. Στην πραγματικότητα, η ανθρώπινη φύση είναι κατά πρώτον μια ανθρωπολογική αρχή διαφοράς και αντίστασης σε σχέση με την απλή αναπαραγωγή των κοινωνικών παραγωγικών σχέσεων, και είναι γι’ αυτό που είναι η ανθρώπινη φύση, και όχι η εργατική τάξη ή το πολιτικό κόμμα, ο κύριος ιστορικός συντελεστής της πιθανής μετάβασης πέραν του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.” Η πρόκληση του μέλλοντος, συμπεραίνει ο Πρέβε, δεν είναι λοιπόν τόσο μια άμεση πρόκληση ανάμεσα σε τάξεις όσο μια πρόκληση για τα ιστορικά πεπρωμένα της μοντέρνας ατομικότητας.
Οι γραμμές αυτές δεν εξαντλούν προφανώς τον πλούτο, το εύρος και το βάθος, του έργου και της συμβολής του Πρέβε στη σύγχρονη κριτική θεωρία. Αναδεικνύουν ωστόσο έναν τύπο στοχασμού εξαιρετικά αναγκαίο στην εποχή μας, τόσο μακρινό από το συνήθη κομφορμισμό και την τυποποίηση της μαρξιστικής σκέψης, που διακρίνεται για την ασεβή τόλμη του να διανοίγει τα φράγματα των “ιερών και οσίων” και να ξεπερνά τα σύνορα των κυρίαρχων ακαδημαϊκών, επιστημονικών, ή πολιτικών οριοθετήσεων. Όπως συνήθιζε να λέει και ο ίδιος, το πρόβλημα με την κριτική είναι ότι συνήθως “μένει στα μισά του δρόμου”, καταλήγοντας έτσι είτε να επιστρέφει στην “ορθοδοξία” που κριτίκαρε, είτε να δημιουργεί σεχταριστικές “αιρέσεις” που αυτοεγκλωβίζονται στη διαφοροποίησή τους από τα ρεύματα από τα οποία προέρχονται. Η “παρτίδα σκάκι” που ξεκίνησε περιμένει τις επόμενες κινήσεις…
Όλα τα αποσπάσματα προέρχονται από το βιβλίο του Κοστάντσο Πρέβε “Το λυκόφως των κοινωνικών θεών – Μαρξισμός, μηδενισμός & επαναστατική προοπτική”, μετάφραση: Πάολα Καενάτσο, εκδόσεις Στάχυ, 1994
 

Για την επαναστατική σχέση κινήματος/ μετώπου/ κομμάτων


Του Δημήτρη Αργυρού


Την επανάσταση δεν την κάνει ένα κίνημα, ένα μέτωπο, πολύ λιγότερο δεν την κάνει ένα κόμμα ή μια επαναστατική οργάνωση, όσο αναγκαία και ικανή συνθήκη είναι η  ύπαρξη ενός επαναστατικού κόμματος/ οργάνωσης, μετώπου και κινήματος στην αυτονομία τους και στην διαλεκτική και για αυτό το λόγο αντιφατική ενότητα τους. Η επανάσταση πραγματοποιείται όταν οι αντικειμενικές και οι επαναστατικές  συνθήκες πρόσκαιρα  συναντηθούν και μιλήσουν με την γλώσσα του μέλλοντος, με την γλώσσα των νέων αντιφατικών και αντιθετικών δυνατοτήτων που σήμερα είναι τεράστιες. Δηλαδή όταν συναντιούνται με τον άλλο κόσμο που κτίζεται μέσα στο παλαιό.   

Όχι μόνο όταν το πράγμα δεν πάει άλλο, όχι μόνο όταν οι «από πάνω» δεν έχουν να προτείνουν κάτι θετικό, μα και οι «από κάτω» και οι πολιτικές δυνάμεις έχουν να προτείνουν κάτι άλλο, έχουν ένα συγκεκριμένο συνολικό οραματικό σχέδιο.


Μόνο σε αυτές τις συνθήκες και την συγκυρία η συνειδητοποίηση για τον υποκειμενικό παράγοντα, για το επαναστατικό κίνημα, φτάνει στο υψηλότερο σημείο του και  η αυτοπεποίθηση των κυρίαρχων στο χαμηλότερο σημείο. Πρόκειται για μια πρόσκαιρη συνθήκη  όπου είτε θα οδηγήσει στην εξουσία το συνειδητοποιημένο υποκειμενικό παράγοντα και όχι απλώς ένα κόμμα, σε εθνική και περιφερειακή κλίμακα, ανοίγοντας μια μακρά μεταβατική κατάσταση ή οι «από πάνω» θα επιβάλουν την αιματηρή τάξη τους.

Ο συγκεκριμένος επαναστατικός υποκειμενικός παράγοντας είναι ένα πολυσύνθετο και πολυεπίπεδο πολιτικό/κοινωνικό υποκείμενο που αποτελείται από ένα επαναστατικό μαζικό κίνημα που διαρθρώνεται οριζόντια και κάθετα στο κοινωνικό πεδίο, έχοντας αναλάβει από τα πριν την κοινωνική αυτοδιαχείριση χώρων, τόπων, χρόνων και παραγωγικών τομέων, όχι σε μια λογική συνδιαχείρισης, μα σε μια γραμμή σύγκρουσης. Έχοντας μεταβάλει τους συσχετισμούς δύναμης, υπέρ των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων.

Αποτελείται από ένα επαναστατικό μέτωπο των πλέον συνειδητών πολιτικών δυνάμεων που αποτελούν την καρδιά του επαναστατικού υποκειμένου. Ένα επαναστατικό μέτωπο που θα είναι η έκφραση του πολιτικού, θεωρητικού και πολιτιστικού πλουραλισμού..Όχι μόνο δεν θα φοβάται τον πλουραλισμό,  αλλά θα τον επιδιώκει. Δεν θα είναι κόμμα, γιατί αντικειμενικά το κόμμα, εμπεριέχει μια μεγαλύτερη ενότητα στην δράση, αλλά και στην θεωρία.

Η μεγάλη διαφορά από τα κόμματα, από την ενότητα των κομμάτων και των οργανώσεων που θα απαρτίζουν το επαναστατικό κίνημα και το επαναστατικό κόμμα είναι όχι η  δημοκρατική ενότητα θεωρίας/ πράξης, αλλά η οντολογική οργανική ενότητα  θεωρίας- πράξης.

Στην πρώτη υπάρχει μια δημοκρατική ενότητα των διαφορών που βρίσκουν ένα κοινό τρόπο, εφαρμόζοντας είτε ένα δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, με έμφαση πότε στο δημοκρατικό και πότε στον συγκεντρωτισμό. Είτε σε μια οργανωμένη δημοκρατία ή λιγότερο οργανωμένη δημοκρατία  των διαφορετικών απόψεων και φραξιών.

Στην δεύτερη περίπτωση  μιλάμε για ένα κόμμα που αποτελείται από κομμουνιστές και όχι από δυνάμει κομμουνιστές. Άρα ο τρόπος που δρουν, ζουν, ερωτεύονται και πραγματώνονται είναι όχι δυνάμει κομμουνιστικός, αλλά κομμουνιστικός. Που σημαίνει απελευθερωτικός και απελευθερωμένος.

Μα είναι δυνατόν να υπάρξει αυτό;; καταρχήν δεν υπάρχει ακόμη, κατά δεύτερον ναι σε μια μικροκλίματα μπορεί να υπάρξει και θα αποτελέσει την καρδιά και την ψυχή του επαναστατικού μετώπου-κινήματος- υποκειμένου.

Βρισκόμαστε πολύ μακριά από αυτό, βρισκόμαστε στην διαδικασία της προπαρασκευής αυτού του πολυσύνθετου επαναστατικού υποκειμένου που θα αποτελέσει την αναγκαία και δυνατή συνθήκη  για την συνάντηση των αντικειμενικών και υποκειμένων συνθηκών.  Μπορεί οι καιροί να μην περιμένουν αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα, πρέπει να τρέξουμε, ναι πρέπει να τρέξουμε, μα αυτό δεν συνεπάγεται πως όποιος τρέξει, θα φτάσει και πρώτος.

Σε αυτή την συγκυρία,

Α) όλες οι αγωνιστικές δυνάμεις πρέπει να βρεθούν μαζί στο μαζικό-λαϊκό κίνημα, έτσι ώστε η δημοκρατία  του κινήματος και των γενικών συνελεύσεων να μιλήσουν την γλώσσα του αγώνα και της αντίστασης. 

Β) Οι πλέον συνειδητές αντικαπιταλιστικές, αντιιμπεριαλιστικές, ανατρεπτικές δυνάμεις να οικοδομήσουν από τα κάτω και από τα πάνω σε κινηματικό και πολιτικό επίπεδο ένα ανατρεπτικό, επαναστατικό αντικαπιταλιστικό, μέτωπο σε διαφοροποίηση από τις εκφράσεις του αριστερού ρεφορμισμού. Ίσως να είναι δυνατή η συμπόρευση με πλευρές του αριστερού ρεφορμισμού ή ακόμη  και τμημάτων που έχουν σπάσει σε ένα σημείο με αυτόν, αλλά με την επαναστατική ηγεμονία των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων και όχι το αντίθετο, όπως φοβούμαι πως θα συμβεί με την συμπόρευση με σχέδιο Β..κτλ… 

Γ) στα πλαίσια του ΝΑΡ να ανοίξει μια συζήτηση για την κομμουνιστική μετεξέλιξη του που θα αντικατοπτρίζει το μέλλον, τις σύγχρονες κομμουνιστικές τάσεις, την κομμουνιστική επαναθεμελίωση και όχι την μετατροπή του σε ένα ακόμη κομμουνιστικό κόμμα ή κομματίδιο. Η μετονομασία σε κάτι το κομμουνιστικότερο δεν είναι λάθος, λάθος θα είναι να θέλει να μεταλλαχτεί σε ένα καλύτερο ΚΚΕ. Η κομμουνιστική επαναθεμελίωση απαιτεί την κομμουνιστική οντολογικοποίηση του απελευθερωτικού προτάγματος και όχι την μετατροπή της σε ένα ακόμη κόμμα νέου τύπου ή νέου, νέου τύπου.
 

Μικροαστοί: Τα παράσιτα της “καπιταλιστικής ευημερίας”, σε “διαθεσιμότητα”

Η περίοδος της “καπιταλιστικής ευημερίας” που διέγραψε στην Ελλάδα τον κύκλο της από τα μέσα της δεκαετίας του 90 μέχρι και το 2008, δημιούργησε μια κάστα παρασίτων που έθρεψε και τράφηκε από το καπιταλιστικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα, καθώς το ίδιο είχε ανάγκη, μέτριων παρατρεχάμενων σε όλους τους τομείς της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.

Οι συνδαιτυμόνες της σαπίλας της καπιταλιστικής πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, είχαν βρει την θέση τους, στην δημοσιογραφία, στην τέχνη, στα πανεπιστήμια, στον κρατικό μηχανισμό, αποτελώντας την κρίσιμη μάζα που χρειάζονταν η αστική εξουσία για διατηρήσει και επεκτείνει την ηγεμονία της. Οι δημοσιογράφοι λειτούργησαν ως γραφείο τύπου του μονόδρομου του “ελληνικού καπιταλιστικού θαύματος”. Οι επιστήμονες μετατράπηκαν σε managers και πνίγηκαν μέσα στον πακτωλό των ευρωπαϊκών κονδυλίων, παράγοντας τεχνογνωσία προς όφελος του “επιχειρείν”. Οι διάφοροι ειδήμονες στελέχωσαν τα πόστα του δημοσίου τομέα, συμβάλλοντας στην απρόσκοπτη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού προς όφελος των εργοδοτών-ευεργετών τους.
Το σύστημα δούλευε ρολόι για όλον αυτό το θίασο, που ξεχάστηκε τόσο πολύ, ώστε πίστεψε ότι το παραμύθι θα συνεχίζονταν εις το διηνεκές. Είτε από άγνοια , είτε από έκδηλη βλακεία, θεώρησαν ότι ο ελληνικός καπιταλισμός θα ήταν σε θέση να τρέφει το παρασιτικό σινάφι τους, αδιάκοπα και άκοπα. Ωστόσο η καπιταλιστική κρίση , σάρωσε τις μικροαστικές ονειρώξεις αποδεικνύοντας, ότι ο καπιταλισμός στα δύσκολα, ξεφορτώνεται τους λαθρεπιβάτες, που ξάφνου βρίσκονται στην άλλη όχθη. Αυτή των καταπιεσμένων, αυτή των ανθρώπων που και στην “ευημερία” και στην κρίση πάλευαν και παλεύουν για την ανατροπή ενός συστήματος, που εκτός από φτώχεια και εξαθλίωση, παράγει και το όνειδος της ανθρώπινης ιστορίας : Τους μικροαστούς ..

Καθώς η καπιταλιστική κρίση βαθαίνει, ο κρατικός μηχανισμός διαλύεται και αναδομείται κυρίαρχα, ως μέσο επιβολής με την βία των αποφάσεων της καπιταλιστικής τάξης. Τα πανεπιστήμια καταστρέφονται και οι κερδοφόροι τομείς τους εκχωρούνται στα ιδιωτικά συμφέροντα. Τα περιφερειακά κυβερνητικά γραφεία τύπου συρρικνώνονται και ακολουθείται ένα μοντέλο κεντρικής προπαγάνδας που έχει ανάγκη ένα κλειστό, μονολιθικό επιτελείο “διαπαιδαγώγησης¨της κοινής γνώμης. Η πολυδιάστατη και πολυεκπροσωπούμενη αστική υποκουλτούρα, δίνει την θέση της στην κατευθυνόμενη και στοχευμένη “πολιτιστική” παραγωγή, που συνάδει με τις πολιτικές, ιδεολογικές και οικονομικές επιταγές της κυρίαρχης τάξης.

Πρόκειται για μια καπιταλιστική “κοσμογονία” που ξερνάει τους μικροαστούς, καταργώντας την “οργανική τους θέση” στα πλαίσια ενός καπιταλιστικού συστήματος, που καταστρέφει, διαλύει και βιαιοπραγεί, σε μια απεγνωσμένη απόπειρα να παραμείνει ζωντανό. Ακόμη και σε αυτή την κατάσταση οι μικροαστοί, τα παράσιτα της ψευδούς καπιταλιστικής ευδαιμονίας, αναμένουν την ανάκαμψη. Κάθονται φρόνιμα γιατί ελπίζουν στην ανάκαμψη. Ψηφίζουν για να έρθει η ανάκαμψη. Αποτελούν ακόμη και τώρα, τα πιο συντηρητικά, τα πιο καθυστερημένα παράγωγα της καπιταλιστικής εξέλιξης, αποτελώντας έτσι τροχοπέδη, στην επιλογή της καθολικής επαναστατικής υπέρβασης του καπιταλιστικού συστήματος.

Αν η εργατική τάξη κυοφορεί το μέλλον της κοινωνικής απελευθέρωσης. Οι μικροαστοί κυοφορούν την τερατογένεση της καπιταλιστικής παλινόρθωσης.

Σιωπούν και συναινούν όταν απεργίες βγαίνουν παράνομες και καταχρηστικές. Ενώ δεν έχουν δουλειά.

Σιωπούν και συναινούν όταν διαλύονται τα πανεπιστήμια. Ενώ το δημόσιο πανεπιστήμιο αποτελεί την μόνη διέξοδο για τα παιδιά τους.

Σιωπούν και συναινούν όταν γίνονται κατασχέσεις των σπιτιών. Ενώ η ατομική τους ιδιοκτησία είναι όλος τους ο κόσμος.

Γιατί ;

Γιατί ακόμη πιστεύουν ότι θα την “σκαπουλάρουν”. Γιατί ακόμη πιστεύουν ότι κάτι θα γίνει και θα την “γλυτώσουν”.

Οι μικροαστοί σε ‘διαθεσιμότητα”, είναι ακόμη πιο επικίνδυνοι, καθώς υποταγμένοι καθώς είναι σε πρωτόγονα ένστικτα ατομικίστικης επιβίωσης, οδηγούν μια ολόκληρη κοινωνία στο εκφασισμό, στην ωμή βία, στην ολοκληρωτική πανωλεθρία.

Αντίπαλο δέος απέναντι σε αυτή την πορεία ολέθρου, είναι μόνο η εργατική τάξη, ο εργατικός απελευθερωτικός πολιτισμός, ο συλλογικός αγώνας για την καθολική υπέρβαση του κανιβαλικού καπιταλισμού.

Σε αυτή την πορεία η εργατική τάξη έχει ένα διττό καθήκον. Να γκρεμίσει τις μικροαστικές χίμαιρες και να πάρει την εξουσία. Το δεύτερο προϋποθέτει το πρώτο…

Traverso Rossa

 

Ωδή – χλευαστική – στην ανεξάρτητη δικαιοσύνη



Δεν έχει περάσει και πολύς καιρός από τότε που η ηγεσία του Σύριζα εναπόθετε τις ελπίδες της για το ζήτημα της ΕΡΤ, στο ΣΤΕ και στην ελληνική δικαιοσύνη, ζητώντας με έμφαση να εφαρμοστούν οι δικαστικές αποφάσεις. Κι έχει περάσει λίγος καιρός από τότε που, με αφορμή τις συλλήψεις των ναζήδων, ηγετικά στελέχη της σοσιαλδημοκρατικής αντιπολίτευσης ζητούσαν να αφεθεί η δικαιοσύνη ανεπηρέαστη στο έργο της.
Και στις δύο περιπτώσεις πίσω από τις εκκλήσεις-παρακλήσεις υπόβοσκε μια θετική αντίληψη για τη δικαιοσύνη και τους δικαστές, που χοντρικά θεμελιωνόταν στο εξής ιδεολόγημα: η δικαιοσύνη είναι φυσικά ανεξάρτητη, απλά η “κυβέρνηση της εκτροπής”, παραβιάζει συνεχώς τη νομιμότητα, ασκεί πιέσεις στους δικαστές, παρεμποδίζοντας το έργο τους που είναι η περιφρούρηση της δημοκρατικής νομιμότητας(sic). Θα αρκούσε μια σύντομη ιστορική εξέταση του ρόλου του δικαστικού σώματος κι ολίγη από μαρξιστική θεωρία-έστω ανανεωτική φύσης- για να καταδειχτεί η ανοησία αν όχι η πολιτική απατεωνιά αυτής της άποψης. Θα αρκούσε η προσεκτικότερη μελέτη της ίδιας της απόφασης του Στε για την ΕΡΤ που νομιμοποιούσε τις απολύσεις και η επιρροή των ναζιστών στο δικαστικό σώμα για να καταρρεύσει ο μύθος της ανεξάρτητης και δημοκρατικής δικαιοσύνης. Κι αν αυτά δεν είναι αρκετά δε θα αρκούσε άραγε η σκανδαλώδης ταξικότητα των δικαστών μας, που εξαντλούν την αυστηρότητα τους σε κάθε απόκληρο, ενώ για όποιο αφεντικό παραβιάζει τα απομεινάρια του εργατικού δικαίου δείχνουν χριστιανική επιείκεια ;

Νομίζουμε πως το να μην κατανοεί κανείς τη δικαιοσύνη ως όργανο επιβολής της νομιμότητας και συνεπώς ως μέρος του σκληρού πυρήνα του κράτους, αλλά να τη θεωρεί αντίθετα εν δυνάμει προστάτη ”των δικαιωμάτων του λαού κι υπερασπιστή της δημοκρατίας” δεν πηγάζει από τη θεωρητική του ένδεια(αυτή είναι δεδομένη) αλλά από την πολιτική του στάση απέναντι στο αστικό κράτος. Εξάλλου την ίδια πάνω-κάτω άποψη έχει ο Σύριζα για την αστυνομία: η αστυνομία έχει σταγονίδια λόγω της κυβερνητικής ανοχής ή ενθάρρυνσης αλλά δεν είναι αυταρχική από τη φύση της, αστυνομία κοντά στον πολίτη κι όχι όργανο των αντιλαϊκών πολιτικών κι άλλα τέτοια (μικρο)αστικά παραμύθια.
Δεν έχουμε καμιά πρόθεση να εγκαλέσουμε κανένα στον ορθό δρόμο, ούτε πέφτουμε από τα σύννεφα, απλά η υποκρισία καλό είναι να αναδεικνύεται, ειδικά όταν με αυτή νανουρίζεται ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου. Το οποίο είτε λόγω φθοράς από την ασταμάτητη ταξική επίθεση των αφεντικών, είτε λόγω άρνησης της πραγματικότητας, είτε ακόμα επειδή δεν επιθυμεί να αναλάβει το κόστος των επιλογών του, έχει εναποθέσει τις ελπίδες του στην κυβερνητική αλλαγή.
Μόνο που-ας ειπωθεί ξανά-το κράτος ως εγγυητής των κοινωνικών σχέσεων εκμετάλλευσης και συνακόλουθα οι μηχανισμοί του, δηλαδή και η δικαιοσύνη δεν ταυτίζονται παρά μόνο συγκυριακά με την εκάστοτε κυβέρνηση και συνεπώς δεν αλλάζουν μαζί με αυτήν. Η εξουσία της δικαιοσύνης και της αστυνομίας δεν πηγάζει από την κυβέρνηση, αντίθετα αποτελεί τη νόμιμη βία που νομιμοποιεί την κυβερνητική εξουσία. Για την αστική σκέψη-και για τη σοσιαλδημοκρατική εκδοχή της- η πραγματικότητα εμφανίζεται αντεστραμμένη. Έτσι αντί ο νόμος να κατανοηθεί ως αποτέλεσμα της ισχύος του, η βία θεσπίζει το νόμο, είναι  η ισχύς του-η βία του-  που εμφανίζεται ως εφαρμογή του νόμου, ενός αφηρημένου κανονιστικού κώδικα.Φυσικά η εποχή της κρίσης επαναφέρει με ωμό τρόπο από τη δομή βάθους της αστικής κοινωνίας αυτή την πραγματικότητα και ο νόμος συνεχώς ταυτίζεται με το υπαρξιακό αστικό συμφέρον ή με τις επιχειρησιακές ανάγκες των ένστολων ταγμάτων. Από αυτή την ταύτιση παράγεται ο αναβαθμισμένος-παιδαγωγικός ρόλος της αστυνομίας, η συγχώνευση των εξουσιών και όλες οι ηθικοπλαστικές κριτικές για τη χαμένη νομιμότητα της εποχής της ανάπτυξης.
Τα λέμε όλα αυτά γιατί η εβδομάδα που πέρασε προσέφερε τόσα πολλά παραδείγματα επιβεβαίωσης των παραπάνω “ξύλινων αφορισμών” για το ρόλο της δικαιοσύνης αλλά και των φορέων της, των δικαστών. (τα δίκαια των οποίων πέρυσι που απεργούσαν δεν είχε αμφισβητήσει κανείς). Αυτοί οι έντιμοι ταγοί λοιπόν με τους υψηλούς μισθούς, αυτοί οιπάνσοφοι φορείς του πνεύματος του κράτους, αυτοί οι διανοούμενοι γραφειοκράτες με τη θεωρητική και πρακτική συνεισφορά τους συντελούν όχι μόνο στη θωράκιση του αστικού κράτους-αυτό είναι η τήρηση των νόμων-αλλά κυρίως στη νομική αποκρυστάλλωση των ταξικών σχέσεων της κρίσης και στη διευρυμένη αναπαραγωγή τους. Από τον πρόεδρο στη δίκη του Τάσου Θεοφίλου που αφού απέρριψε κάθε ένσταση των συνηγόρων υπεράσπισης, αφού φέρθηκε με σκαιό τρόπο στη χήρα του θύματος, επειδή δε θέλησε να αναγνωρίσει με αστυνομική βεβαιότητα στο πρόσωπο του αναρχικού το δολοφόνο του συζύγου της, κατέληξε να νομιμοποιεί την ιδεολογική εμμονή της αντιτρομοκρατικής. Ο πρόεδρος δε δίστασε να μετατραπεί σε μπάτσο που δικάζει δείχνοντας ποιο είναι το πραγματικό περιεχόμενο της δικαιοσύνης: η αστυνομία δεν αμφισβητείται γιατί είναι η αστυνομία κι ο κατηγορούμενος είναι εξ ορισμού ένοχος γιατί είναι αναρχικός. Από τους δικαστές στο Εφετείο που γεμάτοι ρατσιστικό μίσος καταδίκασαν με βαριές ποινές για απόπειρα ληστείας και κατοχή ναρκωτικών απόκληρους μετανάστες(δες τη συγκλονιστική μαρτυρία στους ΣΧΣ με τίτλο μια συνηθισμένη μέρα στο Εφετείο). Από  τις δίκες και καταδίκες συνδικαλιστών του ΠΑΜΕ αποκλειστικά και μόνο λόγω της συνδικαλιστικής τους δράσης. Από την κωμωδία στη δίκη των μελών ναζιστικών ταγμάτων εφόδου -Νίκος Παπαναστασίου και Γιώργος Περρής-οι οποίου όχι μόνο δεν προφυλακίστηκαν ποτέ, όχι μόνο οι θρασύδειλοι εμπρησμοί τους θεωρήθηκαν πλημμελήματα, αλλά καταδικάστηκαν ερήμην σε 41 μήνες φυλάκιση, γιατί αποφάσισαν να αποχωρήσουν, δηλαδή φυγοδικούν! Αν σε αυτό προσθέσουμε την προ μηνός περίπου απόφαση του πρωτοδικείο που απορρίπτοντας κάθε αίτημα απελευθέρωσης και μη απέλασης ενός Αφγανού πρόσφυγα, υιοθέτησε ως σκεπτικό το σαμαρικό-χρυσαβγίτικο σκεπτικό για την κρίση, ότι η αθρόα προέλευση μεταναστών και οι ανεπαρκείς δομές του ελληνικού κράτους προκάλεσαν την οικονομική κρίση, τότε έχουμε μπροστά μας το συγκεκριμένο περιεχόμενο της ανεξάρτητης δικαιοσύνης: είναι πολιτικοποιημένη, ταξική και ανεξάρτητα από το δίκιο των πληβείων.
Όλα τα παραπάνω δεν είναι λάθη ή παραλείψεις κάποιων δικαστών, ούτε εξαιρέσεις, αλλά η ίδια η κατάσταση εξαίρεσης, η οποία εκτός από θεωρητική έννοια, είναι απτή υλική πραγματικότητα. Από τον πρόεδρο σε διατεταγμένη υπηρεσία, από το ταξικό μίσος των δικαστών, μέχρι το χάιδεμα των αβγών και τη ναζιστική ρητορική των δικαστών κι από το σιωπητήριο της δικαιοσύνης για τις συνεχείς παραβιάσεις του συντάγματος αλλά και των στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων(απαγωγές μεταναστών κι εγκλεισμός τους στα στρατόπεδα) όλα οδηγούν στο εξής συμπέρασμα: πρόκειται για εγγενή χαρακτηριστικά του θεσμού της δικαιοσύνης στα πλαίσια μάλιστα ενός κράτους έκτακτης ανάγκης, ανεξάρτητα από τις όποιες εξαιρέσεις προσώπων. Ο νομοθέτης και ο δικαστής δεν είναι άχρονες φιγούρες ενός μεταφυσικού δικαίου που εκτρέπεται στις μέρες μας και γίνεται άδικο. Είναι αντίθετα τα νομικά μαντρόσκυλα της θεσμοποιημένης αδικίας και σε όσους κάνουν ακόμα λόγο για ανεξάρτητη δικαιοσύνη, είτε νομίζουν ότι είναι φιλελεύθεροι, είτε αριστεροί έχουμε ένα ρητορικό ερώτημα. Αν ο νόμος είναι βία κι επιβάλλεται με βία,γιατί δεν καταδικάζουν αυτή τη βία; Και τέλος ας θυμίσουμε τα λόγια του ποιητή: ” δεν είναι ένοχοι όλοι οι δολοφόνοι, ούτε αθώοι όλοι οι δικαστές, μα θα ‘ταν όμορφο καθώς ξημερώνει κι οι δυο τους να ανήκαν στο χθες”.
‘Ακης Τζάρας