RSS

Category Archives: Πολιτική Οικονομία

Καρλ Μαρξ – Ιδρυτική Διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης Εργατών

ΠΟΥ ΙΔΡΥΘΗΚΕ ΣΤΙΣ 28 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 1864, ΣΕ ΜΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΣΤΟ ΣΑΙΝΤ-ΜΑΡΤΙΝ ΧΩΛΛ, ΛΟΓΚ ΕΚΡ, ΣΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ 
ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ 21-27 ΤΟΥ ΟΚΤΩΒΡΗ 1864 (στα αγγλικά)
(Υπογραμμισμένα τα σημεία για το συνεταιριστικό κίνημα) 

Εργάτες!


Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι στην περίοδο από το 1848 ως το 1864 δε λιγόστεψε η αθλιότητα των εργαζόμενων μαζών κι όμως η περίοδος αυτή είναι μοναδική στα χρονικά της ιστορίας, με την πρόοδο που σημείωσε στην ανάπτυξη της βιομηχανίας και του εμπορίου. Στα 1850, ένα από τα πιο καλά πληροφορημένα μετριοπαθή όργανα της βρετανικής αστικής τάξης προφήτεψε ότι αν οι εξαγωγές και οι εισαγωγές της Αγγλίας ανέβαιναν κατά 50 στα εκατό, θα εκμηδενιζόταν η αγγλική εξαθλίωση! Αλίμονο! Στις 7 του Απρίλη 1864, ο υπουργός των Οικονομικών Γλάδστον καταγοήτευσε το κοινοβουλευτικό του ακροατήριο με τη δήλωση ότι ο συνολικός όγκος του εισαγωγικού κι εξαγωγικού εμπορίου της Αγγλίας είχε αυξηθεί το 1863 «σε 443.955.000 λίρες στερλίνες! Ενα καταπληχτικό ποσό, που είναι τριπλάσιο περίπου από το συνολικό ποσό του βρετανικού εμπορίου στη σχετικά πρόσφατη περίοδο του 1843!». Παρ’ όλα αυτά μίλησε με ευφράδεια για τη «φτώχεια». «Σκεφθήτε -αναφώνησε- αυτούς που βρίσκονται στο χείλος της αθλιότητας», τους «μισθούς… που δεν αυξήθηκαν», την «ανθρώπινη ζωή… που στις εννιά περιπτώσεις απ’ τις δέκα δεν είναι παρά ένας αγώνας για την ύπαρξη!». Δε μίλησε για το λαό της Ιρλανδίας, που βαθμιαία τον αντικατάστησαν οι μηχανές στο Βορρά και τα βοσκοτόπια στο Νότο, παρά το γεγονός ότι κι αυτά τα πρόβατα λιγοστεύουν σ’ αυτή τη δυστυχισμένη χώρα, αν και αλήθεια, όχι με τόσο γοργό ρυθμό, όσο λιγοστεύουν οι άνθρωποι. Δεν επανέλαβε εκείνο που μόλις είχαν ομολογήσει μέσα σ’ ένα ξαφνικό ξέσπασμα τρόμου οι εκπρόσωποι των 10.000 αριστοκρατών. Οταν ο πανικός που προκάλεσαν οι «στραγγαλιστές»1 είχε φτάσει στο κατακόρυφο, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε να γίνουν ανακρίσεις και να δημοσιευτεί η σχετική έκθεση για τις εκτοπίσεις και τα κάτεργα. Η έκθεση αυτή δημοσιεύεται στην ογκώδη γαλανή βίβλο του 1863, όπου αποδείχνεται με επίσημα γεγονότα και αριθμούς ότι οι χειρότεροι από τους κατάδικους εγκληματίες, οι σκλάβοι των κατέργων της Αγγλίας και της Σκοτίας, μοχθούσαν πολύ λιγότερο και περνούσαν πολύ καλύτερα από τους γεωργούς της Αγγλίας και της Σκοτίας. Μα αυτό δεν είναι όλο. Οταν, σαν συνέπεια του εμφυλίου πολέμου στην Αμερική, πετάχτηκαν στους δρόμους οι εργάτες του Λανκασίρ και του Τσεσίρ, η ίδια Βουλή των Λόρδων έστειλε σ’ αυτές τις εργοστασιακές περιφέρειες ένα γιατρό να εξετάσει ποιες είναι οι μικρότερες δυνατές ποσότητες άνθρακος και αζώτου που πρέπει να δοθούν με τη φτηνότερη και απλούστερη μορφή, και που κατά μέσον όρο θα αρκούσαν ίσα ίσα για να «αποτρέψουν αρρώστιες της πείνας». Ο ιατρικός πληρεξούσιος, δρ Σμιθ, διαπίστωσε ότι 28.000 κόκκοι άνθρακος και 1.330 κόκκοι άζώτου2 ήταν η βδομαδιάτικη δόση που θα κρατούσε ένα μέσης ηλικίας άνθρωπο… ίσα ίσα πάνω από το επίπεδο των ασθενειών που προκαλεί η πείνα και ότι αυτή η δόση ανταποκρινόταν περίπου στην πενιχρή τροφή στην οποία είχε πραγματικά περιορίσει τους εργάτες της βαμβακουργίας η πίεση της εξαιρετικής φτώχειας τους3. Και τώρα, προσέξτε! Ο ίδιος σοφός γιατρός εξουσιοδοτήθηκε πάλι αργότερα από τον ιατρικό τμηματάρχη του μυστικοσυμβουλίου (Privy Council) να κάνει μια έρευνα για την κατάσταση διατροφής της φτωχότερης μερίδας της εργατικής τάξης. Τα αποτελέσματα της έρευνάς του βρίσκονται στην «έκτη έκθεση για τη δημόσια υγεία», που δημοσιεύτηκε φέτος με εντολή του κοινοβουλίου. Τι ανακάλυψε ο γιατρός; Οτι οι μεταξοϋφαντουργοί, οι ράφτρες, οι εργάτες γαντιών, οι εργάτες καλτσών κλπ, δεν παίρναν κατά μέσο όρο ούτε το ποσό της μερίδας πείνας των εργατών της βαμβακουργίας, ούτε καν την ποσότητα άνθρακα και αζώτου που ήταν «ίσα ίσα αρκετή για ν’ αποτρέψει τις αρρώστιες της πείνας».


«Χώρια απ’ αυτό -αναφέρουμε τα ίδια τα λόγια της επίσημης έκθεσης- αποδείχτηκε για τις οικογένειες του γεωργικού πληθυσμού που εξετάστηκαν, ότι πάνω από τα ένα πέμπτο έπαιρναν λιγότερο από το υπολογισμένο ελάχιστο όριο ανθρακούχου τροφής, ότι πάνω από το ένα τρίτο έπαιρναν λιγότερο από το υπολογισμένο ελάχιστο όριο αζωτούχου τροφής και ότι σε τρεις κομητείες (Μπέρκσιρ, Οξφορντσιρ και Σάμερσετσιρ) το καθημερινό σιτηρέσιο περιέχει ανεπαρκή ποσότητα αζωτούχου τροφής». «Πρέπει να αναφερθεί -προσθέτει η επίσημη έκθεση- ότι τη στέρηση τροφής την υποφέρει κανείς με μεγάλη δυσανασχέτηση και ότι, κατά κανόνα, η μεγάλη φτώχεια στο σιτηρέσιο έρχεται μόνο ύστερα από στερήσεις όλων των ειδών… Πρώτα πρώτα η ίδια η καθαριότητα γίνεται πολυέξοδη ή δύσκολη, και αν γίνονται ακόμα από αυτοσεβασμό προσπάθειες για τη διατήρησή της, κάθε τέτοια προσπάθεια σημαίνει ένα πρόσθετο μαρτύριο πείνας». «Αυτά είναι οδυνηροί στοχασμοί, ιδιαίτερα όταν θυμάται κανείς ότι η φτώχεια, για την οποία γίνεται εδώ λόγος, δεν είναι η φτώχεια που αξίζει στην τεμπελιά, αλλά σ’ όλες τις περιπτώσεις είναι η φτώχεια εργαζομένων πληθυσμών. Ακόμα, η εργασία που αμείβεται με το άθλιο αυτό σιτηρέσιο είναι στην πραγματικότητα, στις περισσότερες περιπτώσεις, εξαιρετικά πολύωρη». Η «έκθεση» αποκαλύπτει το παράδοξο και σίγουρα αναπάντεχο γεγονός, ότι «από τα τέσσερα τμήματα του Ενωμένου Βασιλείου» – Αγγλία, Ουαλία, Σκοτία και Ιρλανδία – «ο γεωργικός πληθυσμός της Αγγλίας», του πλουσιότερου τμήματος «τρέφεται πολύ χειρότερα», και ότι και οι εξαθλιωμένοι εργάτες γης του Μπερκσίρ, του Οξφορντσιρ και του Σάμερσετσιρ τρέφονται καλύτερα από μεγάλες μάζες ειδικευμένων εργατών του ανατολικού Λονδίνου.

Αυτά είναι επίσημα στοιχεία που δημοσιεύονται μ’ εντολή του κοινοβουλίου το 1864, στο χρυσό αιώνα του ελεύθερου εμπορίου, σε μιαν εποχή που ο υπουργός των Οικονομικών δήλωσε στη Βουλή των Κοινοτήτων ότι η «μέση κατάσταση του βρετανού εργαζόμενου έχει καλυτερέψει, σε εξαιρετικό βαθμό, χωρίς προηγούμενο στην ιστορία οποιασδήποτε χώρας ή και οποιασδήποτε εποχής». Σ’ αυτά τα επίσημα συγχαρητήρια ακούγονται σαν παραφωνία τα ξερά λόγια της επίσημης έκθεσης για τη δημόσια υγεία ότι: «η δημόσια υγεία μιας χώρας είναι η υγεία των μαζών της. Και πώς λοιπόν, μπορούν οι μάζες να είναι υγιείς, αν δεν ευημερούν τουλάχιστον υποφερτά ως τα κατώτατα στρώματά τους;».

Θαμπωμένος από τη στατιστική για την «πρόοδο του πλούτου του έθνους» που χορεύει μπρος στα μάτια του, ο υπουργός των οικονομικών αναφωνεί σε κατάσταση άγριας έκστασης: «Από το 1842 ως το 1852 το φορολογήσιμο εισόδημα της χώρας αυξήθηκε κατά 6%. Στα οχτώ χρόνια που μεσολάβησαν από το 1853 ως το 1861 -και με βάση το 1853- αυξήθηκε κατά 20%! Το γεγονός είναι τόσο καταπληχτικό που καταντά απίστευτο!… Αυτή η ιλιγγιώδης αύξηση πλούτου και δύναμης», προσθέτει ο κ. Γλάδστον, «περιορίζεται ολοκληρωτικά στις κατέχουσες τάξεις!».

Αν θέλετε να ξέρετε κάτω από ποιες συνθήκες κλονισμένης υγείας, κηλιδωμένης ηθικής και διανοητικού αφανισμού παραγόταν και εξακολουθεί να παράγεται από τις εργαζόμενες τάξεις αυτή η «ιλιγγιώδης αύξηση πλούτου και δύναμης που περιορίζεται στις κατέχουσες τάξεις» κοιτάξτε την περιγραφή των τόπων δουλειάς των τυπογράφων και των ραφτάδων ανδρικών και γυναικείων ενδυμασιών στην τελευταία «έκθεση για την κατάσταση της δημόσιας υγείας!». Συγκρίνετε την «έκθεση της επιτροπής για την παιδική εργασία του 1863», όπου λέγεται ότι: «οι αγγειοπλάστες σαν τάξη, οι άνδρες και οι γυναίκες τους, αντιπροσωπεύουν ένα εκφυλισμένο πληθυσμό, εκφυλισμένο τόσο σωματικά, όσο και διανοητικά», ότι «τα μη υγιή παιδιά γίνονται με τη σειρά τους μη υγιείς γονιοί», ότι έτσι «είναι αναπόφευκτη μια προοδευτική χειροτέρευση της φυλής», και ότι «ο εκφυλισμός του πληθυσμού του Στάφορντσιρ θα ήταν ακόμα μεγαλύτερος αν δεν επιβραδυνόταν με τη συνεχή στρατολόγηση απ’ τις γειτονικές περιοχές και με τους διασταυρωνόμενους γάμους με πιο υγιείς φυλές». Ρίξτε μια ματιά στη γαλανή βίβλο, στην έκθεση του κ. Τριμενχήρ για «τα παράπονα των αρτεργατών!». Και ποιος δεν έφριξε μπρος στην παράδοξη έκθεση που έκαναν οι επιθεωρητές των εργοστασίων και που φωτίζεται ολόκληρη από τη στατιστική του ληξιαρχείου, ότι η υγεία των εργατών του Λανκασίρ, τον καιρό που το σιτηρέσιό τους μόλις τους κρατούσε πάνω από το επίπεδο των ασθενειών που προκαλεί η πείνα, καλυτέρευε γιατί είχαν απολυθεί προσωρινά από τα εργοστάσια βαμβακουργίας εξαιτίας της έλλειψης βαμβακιού, και ότι η θνησιμότητα των παιδιών ελαττωνόταν γιατί οι μητέρες τους είχαν επιτέλους τη δυνατότητα να τα ταΐζουν τώρα αντί με μείγμα αφιονιού, με το γάλα των μαστών τους;

Ας ξαναρίξουμε μια ματιά στην άλλη όψη του νομίσματος! Οι καταστάσεις των φόρων πάνω στο εισόδημα και στην ιδιοχτησία που κατατέθηκαν στη Βουλή των Κοινοτήτων στις 20 του Ιούλη 1864, μας δείχνουν ότι ο αριθμός των προσώπων με χρονιάτικο εισόδημα που εκτιμήθηκε από τον φοροεισπράχτορα σε 50.000 λίρες στερλίνες και πάνω, είχε μεγαλώσει από τις 5 του Απρίλη 1862 ως τις 5 του Απρίλη 1863 κατά 13, δηλ. ο άριθμός τους ανέβηκε μέσα σε κείνη μόνο τη χρονιά από 67 σε 80. Οι ίδιες καταστάσεις αποκαλύπτουν το γεγονός ότι 3.000 περίπου πρόσωπα μοιράζονται μεταξύ τους ένα χρονιάτικο εισόδημα από 25 εκατομμύρια περίπου στερλίνες, δηλ. λίγο περισσότερα από το συνολικό εισόδημα που κατανέμεται κάθε χρόνο σ’ ολόκληρη τη μάζα των εργατών γης της Αγγλίας και της Ουαλίας! Κοιτάξτε την απογραφή του 1861 και θα βρείτε ότι ο αριθμός των χτηματιών της Αγγλίας και της Ουαλίας είχε λιγοστέψει από 16.934 στα 1851, σε 15.066 στα 1861, πράμα που σημαίνει ότι η συγκέντρωση της γης είχε μεγαλώσει κατά 11 στα εκατό μέσα σε 10 χρόνια. Αν η συγκέντρωση της γαιοχτησίας σε λίγα χέρια προχωρήσει στην Αγγλία με τον ίδιο ρυθμό, τότε το ζήτημα της γης θα απλοποιηθεί εξαιρετικά, όπως στον καιρό της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όταν ο Νέρων γέλασε ειρωνικά μπρος στην αποκάλυψη ότι η μισή επαρχία της Αφρικής ανήκε σε έξι γαιοχτήμονες.

Σταθήκαμε τόσο πολύ σ’ αυτά τα «τόσο καταπληχτικά γεγονότα που είναι απίστευτα», γιατί στο εμπόριο και στη βιομηχανία η Αγγλία κατέχει την πρώτη θέση στην Ευρώπη4. Πολλοί θα θυμούνται ότι πριν μερικούς μήνες ένας από τους εκτοπισμένους γιους του Λουδοβίκου Φιλίππου συγχάρηκε δημόσια τον Αγγλο γεωργό για την πλεονεχτική θέση του, σε σύγκριση με τη θέση του συντρόφου του από την άλλη μεριά του στενού της Μάγχης που βρισκόταν σε κατάσταση λιγότερο ανθηρή. Και πραγματικά, με αλλαγμένα τοπικά χρώματα και σε κάπως μικρότερη κλίμακα, τα αγγλικά γεγονότα επαναλαβαίνονται σε όλες τις βιομηχανικές και προοδευμένες χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης. Σ’ όλες αυτές τις χώρες σημειώθηκε από το 1848 μια πρωτάκουστη ανάπτυξη της βιομηχανίας και μια επέχταση των εισαγωγών και των εξαγωγών που ήταν αδύνατο και να την ονειρευτεί κανείς. Σ’ όλες αυτές τις χώρες «η αύξηση του πλούτου και της δύναμης που περιορίστηκε αποκλειστικά στις κατέχουσες τάξεις» ήταν αληθινά «ιλιγγιώδεις». Σ’ όλες αυτές τις χώρες όπως και στην Αγγλία, αυξήθηκε για τη μειοψηφία της εργατικής τάξης ο πραγματικός μισθός, δηλ. τα μέσα συντήρησης που μπορούν ν’ αγοραστούν με το χρηματικό μισθό, ενώ για τις περισσότερες περιπτώσεις η άνοδος του ονομαστικού μισθού δε σήμαινε και την πραγματική αύξηση των υλικών ανέσεων, όπως λχ, δεν καλυτέρευσε καθόλου τη θέση του τροφίμου ενός φτωχοκομείου ή ορφανοτροφείου του Λονδίνου το γεγονός ότι τα στοιχειώδη μέσα συντήρησής του στοίχιζαν στη διαχείρισή του 9 λίρες, 15 σελίνια και 8 πένες το 1861, αντί τις 7 λίρες, 7 σελίνια και 4 πένες το 1852. Παντού οι πλατιές μάζες της εργατικής τάξης έπεφταν όλο και χαμηλότερα, στην ίδια τουλάχιστο αναλογία που ανέβαιναν στην κοινωνική κλίμακα οι τάξεις που βρίσκονταν από πάνω τους. Ετσι για κάθε απροκατάληπτο μυαλό σ’ όλες τις χώρες της Ευρώπης αποτελεί σήμερα μια ολοφάνερη αλήθεια, μια αλήθεια που την αρνιούνται μονάχα εκείνοι που έχουν συμφέρον να κλείσουν τους άλλους ανθρώπους σ’ έναν παράδεισο τρελών, ότι ούτε η τελειοποίηση των μηχανών ούτε οι χημικές ανακαλύψεις, ούτε η εφαρμογή της επιστήμης στην παραγωγή, ούτε η καλυτέρευση των μέσων επικοινωνίας, ούτε οι νέες αποικίες, ούτε η μετανάστευση, ούτε το άνοιγμα νέων αγορών, ούτε το ελεύθερο εμπόριο, ούτε όλα αυτά τα πράγματα μαζί, θα εξαλείψουν την αθλιότητα των εργαζόμενων μαζών, αλλά ότι αντίθετα, πάνω στη σημερινή ψεύτικη βάση, κάθε καινούργια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας, πρέπει να τείνει αναγκαστικά να βαθαίνει τις κοινωνικές αντιθέσεις και να οξύνει τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς. Σ’ αυτή την «ιλιγγιώδη εποχή» της οικονομικής προόδου στην πρωτεύουσα της βρετανικής αυτοκρατορίας ο θάνατος από την πείνα αναγορεύτηκε σχεδόν σε θεσμό. Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται στα χρονικά του κόσμου με την πιο συχνή επανάληψη, με την ολοένα και πλατύτερη, έχταση και με περισσότερο θανατηφόρα αποτελέσματα της κοινωνικής πανούκλας που ονομάζεται εμπορική και βιομηχανική κρίση.

Ύστερα από την αποτυχία των επαναστάσεων του 1848, καταπνίγηκαν στην ηπειρωτική Ευρώπη από το σιδερένιο χέρι της βίας όλες οι κομματικές οργανώσεις και οι κομματικές εφημερίδες της εργατικής τάξης. Τα πιο προοδευτικά παιδιά της εργατικής τάξης έφυγαν απελπισμένα προς την υπερατλαντική δημοκρατία και τα βραχύβια όνειρα χειραφέτησης εξαφανίστηκαν μπρος σε μια εποχή βιομηχανικού πυρετού, ηθικού μαρασμού και πολιτικής αντίδρασης. Η ήττα της εργατικής τάξης στην ηπειρωτική Ευρώπη, στην οποία δε συνετέλεσε λίγο και η διπλωματική ανάμιξη της βρετανικής κυβέρνησης που ενεργούσε τότε όπως και τώρα σε αδελφική συμμαχία με την κυβέρνηση της Πετρούπολης, άπλωσε γρήγορα τα μεταδοτικά της αποτελέσματα στην από δω πλευρά του στενού της Μάγχης. Ενώ ο αφανισμός του εργατικού κινήματος στην ηπειρωτική Ευρώπη αποθάρρυνε την αγγλική εργατική τάξη κι έσπασε την πίστη της στην ίδια της την υπόθεση, από την άλλη αποκατάστησε την κάπως κλονισμένη εμπιστοσύνη των λόρδων της γης και του χρήματος. Παραχωρήσεις που είχαν κιόλας αναγγελθεί δημόσια ακυρώθηκαν με προμελετημένο θράσος. Η ανακάλυψη νέων χρυσοφόρων περιοχών οδήγησε σε μια τεράστια μετανάστευση εργατών, αφήνοντας ένα ανεπανόρθωτο κενό στις γραμμές του βρετανικού προλεταριάτου. Αλλοι, από τα άλλοτε πιο δραστήρια μέλη του, εξαγοράστηκαν με το δόλωμα της μεγαλύτερης απασχόλησης και της προσωρινής αύξησης των μισθών, και μετατράπηκαν σε «συμβιβαστές εργατοκάπηλους». Ολες οι προσπάθειες που έγιναν για να διατηρηθεί ή να αναδιοργανωθεί το κίνημα των χαρτιστών, απέτυχαν πέρα για πέρα. Τα δημοσιογραφικά όργανα της αγγλικής εργατικής τάξης πέθαναν το ένα μετά το άλλο από την απάθεια των μαζών. Και πραγματικά, ποτέ προτήτερα η αγγλική εργατική τάξη δε φάνηκε τόσο συμφιλιωμένη με μια κατάσταση πολιτικής μηδαμινότητας. Αν, λοιπόν, δεν υπήρχε κοινότητα δράσης ανάμεσα στις βρετανικές και ηπειρωτικές εργατικές τάξεις, υπήρχε ωστόσο κοινότητα ήττας.

Και όμως η περίοδος που πέρασε από τις επαναστάσεις του 1848 ως το 1864 είχε και τα φωτεινά της σημεία, θα υπογραμμίσουμε εδώ μόνο δυο μεγάλα γεγονότα.

Υστερα από τριαντάχρονο αγώνα που έγινε με αξιοθαύμαστη επιμονή, η αγγλική εργατική τάξη χρησιμοποιώντας μια προσωρινή διάσταση ανάμεσα στους λόρδους της γης και τους λόρδους του χρήματος, πέτυχε την ψήφιση του νομοσχεδίου για το δεκάωρο. Τα τεράστια σωματικά, ηθικά και πνευματικά οφέλη που προέκυψαν από το μέτρο αυτό για τους εργάτες των εργοστασίων και που αναγράφονται κάθε εξάμηνο στις εκθέσεις των επιθεωρητών των εργοστασίων, έχουν σήμερα αναγνωριστεί απ’ όλες τις μεριές. Οι περισσότερες από τις ηπειρωτικές κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να δεχτούν με λίγο – πολύ τροποποιημένη μορφή τον αγγλικό νόμο για τα εργοστάσια, ενώ στην ίδια την Αγγλία από χρόνο σε χρόνο το κοινοβούλιο επεχτείνει τη σφαίρα της εφαρμογής του. Εκτός όμως από την πραχτική σπουδαιότητα αυτού του μέτρου για τους εργάτες, η επιτυχία του είχε και ένα ακόμα μεγάλο αποτέλεσμα. Η αστική τάξη, με τους πιο έγκυρους επιστήμονές της, όπως τον δρ Ιούρ, τον καθηγητή Σένιορ και άλλους σοφούς του ίδιου τύπου, πρόλεγε και απόδειχνε κατά βούληση ότι κάθε νομοθετικός περιορισμός των ωρών εργασίας θα σημάνει τη νεκρική καμπάνα της αγγλικής βιομηχανίας που, σαν άλλος βρικόλακας, δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να ρουφά ανθρώπινο αίμα και πριν απ’ όλα αίμα παιδικό. Τον παλιό καιρό η παιδοκτονία ήταν μια μυστηριώδικη τελετή της θρησκείας του Μολόχ, εφαρμοζόταν όμως μόνον σε εξαιρετικά πανηγυρικές περιπτώσεις, ίσως μια φορά το χρόνο, και χώρια απ’ αυτό ο Μολόχ δεν είχε καμιά κλίση προς τα παιδιά των φτωχών.

Ο αγώνας για το νομοθετικό περιορισμό των ωρών εργασίας μάνιαζε τόσο πιο άγρια, όσο ανεξάρτητα από την απληστία της τρομαγμένης αστικής τάξης εκδήλωνε στην πραγματικότητα τη μεγάλη έριδα ανάμεσα στην τυφλή κυριαρχία των νόμων της προσφοράς και της ζήτησης, που αποτελούν την πολιτική οικονομία της αστικής τάξης, και στον έλεγχο της κοινωνικής παραγωγής από την κοινωνική πρόβλεψη, που αποτελεί την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό το νομοσχέδιο για το δεκάωρο δεν ήταν μόνο μια μεγάλη πραχτική επιτυχία, ήταν η νίκη μιας αρχής. Για πρώτη φορά η πολιτική οικονομία της αστικής τάξης υπόκυψε μέρα – μεσημέρι στην πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης.

Υπήρχε και μια ακόμα μεγαλύτερη νίκη της πολιτικής οικονομίας της εργασίας ενάντια στην πολιτική οικονομία του κεφαλαίου.

Εννοούμε το συνεταιριστικό κίνημα, ιδιαίτερα τα συνεταιριστικά εργοστάσια που ιδρύθηκαν με τις προσπάθειες λίγων τολμηρών «χεριών» (hands)5, χωρίς καμιά υποστήριξη. Η αξία των μεγάλων αυτών κοινωνικών πειραματισμών είναι αδύνατο να υπερεχτιμηθεί. Στην πράξη, κι όχι με επιχειρήματα, απόδειξαν ότι η παραγωγή σε μεγάλη κλίμακα και σε αρμονία με τις επιταγές της σύγχρονης επιστήμης, μπορεί να πάει μπροστά χωρίς την ύπαρξη μιας τάξης αφεντικών (masters) που χρησιμοποιεί μια τάξη εργατών, ότι τα μέσα εργασίας δε χρειάζεται να μονοπωληθούν σαν μέσα κυριαρχίας πάνω στον εργάτη και σαν μέσα εκμετάλλευσης του ίδιου του εργάτη, και ότι όπως η δουλειά του σκλάβου, όπως η δουλειά του δουλοπάροικου, έτσι και η μισθωτή εργασία δεν είναι παρά μια μεταβατική και κατώτερη κοινωνική μορφή, που είναι προορισμένη να εξαφανιστεί μπρος στη συνεταιρισμένη εργασία, που εκπληρώνει το έργο της θεληματικά, με ρωμαλέο πνεύμα και με χαρούμενη καρδιά. Στην Αγγλία ο σπόρος του συνεταιριστικού συστήματος ρίχτηκε από τον Ρόμπερτ Οουεν. Οι πειραματισμοί των εργατών που έγιναν στην ηπειρωτική Ευρώπη ήταν στην πραγματικότητα το άμεσο πραχτικό αποτέλεσμα των θεωριών που δεν εφευρέθηκαν αλλά που διακηρύχτηκαν μεγαλόφωνα το 1848.

Ταυτόχρονα η πείρα της περιόδου 1848-1864 απόδειξε χωρίς αμφισβήτηση ότι η συνεταιριστική εργασία, όσο θαυμάσια κι αν είναι σαν αρχή και χρήσιμη στην πράξη, αν περιοριστεί μέσα στο στενό κύκλο των συμπτωματικών προσπαθειών των χωριστών εργατών, δε θα μπορέσει ποτέ να σταματήσει τη γεωμετρική ανάπτυξη του μονοπωλίου και ν’ απελευθερώσει τις μάζες, είτε ακόμα και να ελαφρύνει αισθητά το βάρος της αθλιότητάς τους. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο καλοδιάθετοι ευγενείς, φιλάνθρωποι αστοί φαφλατάδες και μια χούφτα πονηροί πολιτικοί οικονομολόγοι μετατράπηκαν μονομιάς σε εκθειαστές του ίδιου εκείνου συστήματος συνεταιριστικής εργασίας που είχαν προσπαθήσει να το πνίξουν στη γένεσή του, που το είχαν χλευάσει σαν ουτοπία ονειροπόλου και που το είχαν αναθεματίσει σαν αίρεση σοσιαλιστή. Για ν’ απελευθερώσει τις εργαζόμενες μάζες, η συνεταιριστική εργασία πρέπει να αναπτυχθεί σε εθνικές διαστάσεις και να προαχθεί με εθνικά μέσα. Ομως οι αφέντες της γης και οι αφέντες του χρήματος θα χρησιμοποιούν πάντα τα πολιτικά τους προνόμια για την υπεράσπιση και τη διαιώνιση των οικονομικών μονοπωλίων τους. Αντίς να προωθούν τη χειραφέτηση της εργασίας, θα εξακολουθούν να βάζουν στο δρόμο της κάθε δυνατό εμπόδιο. Ο λόρδος Πάλμερστον μίλησε μέσα από την ψυχή τους, όταν στην τελευταία συνεδρίαση της Βουλής φώναζε χλευαστικά στους συνήγορους του νομοσχεδίου για τα δικαιώματα των Ιρλανδών ενοικιαστών γης ότι: «Η Βουλή των Κοινοτήτων είναι μια βουλή γαιοχτημόνων».

Γι’ αυτό, το μεγάλο καθήκον της εργατικής τάξης είναι σήμερα η κατάχτηση της πολιτικής εξουσίας. Αυτό φαίνεται να το έχει καταλάβει, γιατί στην Αγγλία, στη Γερμανία, στην Ιταλία και στη Γαλλία συντελείται ένα ταυτόχρονο ξαναζωντάνεμα και γίνονται ταυτόχρονες προσπάθειες για την αναδιοργάνωση του εργατικού κόμματος. Κρατούν στα χέρια τους ένα από τα στοιχεία της επιτυχίας – τον αριθμό. Μα οι αριθμοί βαραίνουν στη ζυγαριά, μόνον αν τους ενώνει η οργάνωση και αν τους καθοδηγεί η γνώση. Η περασμένη πείρα έχει δείξει ότι η περιφρόνηση του δεσμού της αδερφοσύνης που έπρεπε να ενώνει τους εργάτες των διαφόρων χωρών, και να τους παρακινά να παραστέκονται ο ένας τον άλλο σ’ όλους τους αγώνες τους για τη χειραφέτηση, θα τιμωρείται πάντα με την κοινή ματαίωση των ασύνδετων προσπαθειών τους. Αυτή η σκέψη παρότρυνε τους εργάτες διαφόρων χωρών, που στις 28 του Σεπτέμβρη 1864 συνάχτηκαν σε δημόσια συγκέντρωση στο Σαιντ Μάρτιν Χωλλ του Λονδίνου, να ιδρύσουν τη Διεθνή Ενωση.

Κι ακόμα μια πεποίθηση εμψύχωνε αυτή τη συνέλευση.

Αν η χειραφέτηση της εργατικής τάξης απαιτεί την αδερφική συνεργασία των εργατών διαφόρων εθνών, πώς θα μπορέσουν να εκπληρώσουν αυτή τη μεγάλη αποστολή με μια εξωτερική πολιτική που επιδιώκει εγκληματικά σχέδια, που παίζει με τις εθνικές προκαταλήψεις και που κατασπαταλά σε ληστρικούς πολέμους το αίμα και τον πλούτο του λαού; Δεν ήταν η φρόνηση των κυρίαρχων τάξεων, αλλά η ηρωική αντίσταση της αγγλικής εργατικής τάξης ενάντια στην εγκληματική τρέλα τους ήταν που έσωσε τη δυτική Ευρώπη από την περιπέτεια μιας ατιμωτικής υπερατλαντικής σταυροφορίας για τη διαιώνιση και τη διάδοση της σκλαβιάς. Η ξετσίπωτη επιδοκιμασία, η ψευτοσυμπάθεια ή η ηλίθια αδιαφορία με την οποία οι ανώτερες τάξεις της Ευρώπης στάθηκαν απαθείς θεατές μπρος στη δολοφονία της ηρωικής Πολωνίας και μπρος στο άρπαγμα του ορεινού οχυρού του Καυκάσου από τη Ρωσία, οι τεράστιοι και χωρίς αντίσταση σφετερισμοί της βάρβαρης αυτής δύναμης που το κεφάλι της βρίσκεται στην Πετρούπολη και τα χέρια της σε κάθε κυβέρνηση της Ευρώπης, δίδαξαν στην εργατική τάξη το καθήκον να διεισδύει στα μυστικά της διεθνούς πολιτικής, να επιτηρεί τις διπλωματικές πράξεις των αντίστοιχων κυβερνήσεών της, αν παρουσιαστεί ανάγκη να αντιδρά σ’ αυτές, με κάθε δυνατό μέσο κι όταν είναι ανίκανη να τις αποτρέπει, να ενώνεται για ταυτόχρονες καταγγελίες και για να επιβάλλει τους απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, σαν υπέρτατους νόμους των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη.

Ο αγώνας για μια τέτοια εξωτερική πολιτική αποτελεί ένα μέρος του γενικού αγώνα για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης.

Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!

*********

1. Στραγγαλιστές (Garrotters): συμμορία ληστών που οι επιθέσεις τους αυξήθηκαν στο Λονδίνο στις αρχές της δεκαετίας 1860-70 σε τέτοιο βαθμό που το βρετανικό κοινοβούλιο βρέθηκε στην ανάγκη να καταπιαστεί σοβαρά με το ζήτημα αυτό. (Σημ. Σύντ.)
2. Κόκκος: μονάδα βάρους στη φαρμακευτική, ίση με το ένα εικοστό του γραμμαρίου. (Σημ. Μετ.)
3. Είναι περιττό να θυμίσουμε στον αναγνώστη ότι εκτός από το νερό και ορισμένες ανόργανες ουσίες, ο άνθρακας και το άζωτο αποτελούν τις πρώτες ύλες της ανθρώπινης τροφής. Ωστόσο, για να τραφεί ο ανθρώπινος οργανισμός, τα απλά αυτά χημικά συστατικά πρέπει να δοθούν στη μορφή φυτικών ή ζωικών ουσιών. Οι πατάτες, λχ, περιέχουν κυρίως άνθρακα, ενώ το σταρένιο ψωμί περιέχει ανθρακούχες και αζωτούχες ουσίες στην κατάλληλη αναλογία. (Σημείωση του Μαρξ).
4. Στο γερμανικό κείμενο της διακήρυξης του Μαρξ που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Σοσιαλδημοκράτης» της 21 και της 30 του Δεκέμβρη 1864, προστίθεται η φράση : «και στην πραγματικότητα την αντιπροσωπεύει στην παγκόσμια αγορά». (Σημ. Μετ.)
5. Hands: χέρια. Η λέξη εδώ χρησιμοποιείται με την έννοια «εργάτες». (Σημ. Σύντ.)





Πηγή:bestimmung.blogspot.gr
Advertisements
 

Ο Καρλ Μαρξ για τις οικονομικές κρίσεις του καπιταλισμού

 Καρλ Μαρξ
Εισαγωγή

Η οικονομική κρίση στις καπιταλιστικές οικονομίες αναζωπύρωσε τις συζητήσεις, για το χαρακτήρα της, την αιτία της, την αντιμετώπισή της, τις μορφές διαχείρισής της, προκειμένου οι συνέπειες για το κεφάλαιο να είναι όσο γίνεται λιγότερο οδυνηρές. Αλλωστε, κρίση σημαίνει και καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, επομένως και ενός τμήματος του κεφαλαίου. Το τελευταίο είναι υπερτιμημένο και πρέπει να έρθει στα ίσα του, αυτό θα το κάνει η κρίση, αλλά ταυτόχρονα ωθεί και στη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Οδυνηρές, βεβαίως, είναι οι συνέπειες για την εργατική τάξη, τα φτωχά λαϊκά στρώματα στα οποία ρίχνουν τα βάρη της κρίσης οι αστικές κυβερνήσεις. Οι απολογητές του καπιταλιστικού συστήματος, ανάμεσά τους και οι οπορτουνιστές, ανάγοντας την αιτία της οικονομικής κρίσης στη μορφή διαχείρισης, αφαιρούν ή συγκαλύπτουν το έδαφος στο οποίο εκδηλώνεται, δηλαδή τον ίδιο τον καπιταλισμό. Οπως και το γεγονός ότι η εκδήλωσή της είναι νομοτελειακή, αντικειμενικό γεγονός, πέρα και έξω από τη θέληση των ανθρώπων. Γιατί η αιτία της οικονομικής κρίσης βρίσκεται στη βασική αντίθεση του καπιταλισμού ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και στην ατομική – καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της. Ετσι εκδηλώνεται η τυχοδιωκτική πολιτική των οπορτουνιστών. Με τη συγκάλυψη της αιτίας της κρίσης, την εξαφάνιση της αντικειμενικότητας της εμφάνισής της, με προβολή πολιτικής διαχείρισης του καπιταλισμού για την αντιμετώπισή της, συσκοτίζουν στη συνείδηση της εργατικής τάξης το δρόμο για την αντιμετώπιση της κρίσης σε όφελος των συμφερόντων της, που σημαίνει ταξική πάλη για την ικανοποίηση όλων των αναγκών της στη ρότα κατάργησης της αιτίας που δημιουργεί και αναπαράγει την κρίση, δηλαδή κατάργησης της αντίθεσης ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και στην ατομική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της. Που οδηγεί ευθέως στην αναγκαιότητα της κοινωνικής ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της, άρα και στην κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, και στην αντικατάστασή της από την κοινωνική ιδιοκτησία. Δηλαδή, στην κατάργηση του καπιταλισμού και στο επαναστατικό πέρασμα στο σοσιαλισμό. Ετσι, αστοί αναλυτές, και ιδιαίτερα οι οπορτουνιστές, επικαλούνται τον Μαρξ για την ερμηνεία της κρίσης, αλλά τον αρνούνται ως προς το οριστικό ξεπέρασμά της. Πολύ περισσότερο, καλούν την εργατική τάξη από κοινού με τους καπιταλιστές να αντιμετωπίσουν την κρίση. Δηλαδή, οδηγούν στη διαιώνιση της υποταγής της στο κεφάλαιο.

Η υπερπαραγωγή
Πορτρέτο του Καρλ Μαρξ

Το καπιταλιστικό κράτος με την όποια παρέμβασή του, που υπάρχει και συνεχίζει, δεν μπορεί να αναιρέσει το αυθόρμητο στην καπιταλιστική παραγωγή, επομένως να βάλει τέρμα καταργώντας τον κύκλο της κρίσης. Την καπιταλιστική παραγωγή τη χαρακτηρίζει η αναρχία. Δεν μπορεί να υπάρξει γενικευμένη ρύθμιση και προγραμματισμός που να καταργήσουν τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις του συστήματος.
Ταυτόχρονα, χρειάζεται ιδεολογική παρέμβαση και αποκάλυψη αστικών και οπορτουνιστικών αντιλήψεων, αθώωσης των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής, δηλαδή της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Αυτές οι σχέσεις είναι η αιτία της κρίσης, η οριστική αντιμετώπιση της οποίας απαιτεί την κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.
Στο «Κεφάλαιο», ο Μαρξ απέδειξε ότι αντικειμενικά ο καπιταλισμός θα αντικατασταθεί από τον ανώτερο, κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής. Οτι τα όρια του καπιταλισμού δεν είναι απεριόριστα. Και απέδειξε ότι αντικειμενικά και μέσω της δράσης των ίδιων των νόμων κίνησης του καπιταλισμού φτάνει στο τέλος του. Το εξηγεί μιλώντας για την ιστορική τάση της καπιταλιστικής συσσώρευσης («Κεφάλαιο», τ. 1ος), αλλά και με τη μελέτη της μετοχικής εταιρείας («Κεφάλαιο», τ. 3ος), αποδεικνύοντας ότι η κεφαλαιοκρατική παραγωγή, φτάνοντας στο ανώτατο όριό της, κάνει περιττούς τους καπιταλιστές, αφού μετατρέπονται σε απλούς ιδιοκτήτες κεφαλαίου, μην έχοντας καμιά σχέση με την οργάνωση της παραγωγής.

Το γεγονός ότι τα όρια του καπιταλισμού δεν είναι απεριόριστα διαπιστώνεται από την όξυνση της βασικής του αντίθεσης ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και στην καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της, και από την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης.

Οι καπιταλιστές αυξάνουν την παραγωγικότητα, αυξάνοντας τη μάζα των κερδών τους, αλλά αυτή η τάση οδηγεί στην πτώση του ποσοστού του κέρδους, που σημαίνει ότι αντικειμενικά δυσκολεύεται η αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Εδώ βρίσκεται και η στενότητα των ορίων του, το αναπόφευκτο της ανατροπής του.

Οι Μαρξ και Ενγκελς συζητάνε με εργάτες. Εργο του A. Venetsian, 1961

Ας δούμε πώς το παρουσιάζει. «Εξαλλου, μια και το ποσοστό της αξιοποίησης του συνολικού κεφαλαίου, το ποσοστό του κέρδους, αποτελεί το κίνητρο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής (ακριβώς όπως η αξιοποίηση του κεφαλαίου αποτελεί το μοναδικό της σκοπό), η πτώση του ποσοστού του κέρδους επιβραδύνει το σχηματισμό καινούργιων αυτοτελών κεφαλαίων και εμφανίζεται έτσι απειλητική για την ανάπτυξη του κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής, προάγει την υπερπαραγωγή, την κερδοσκοπία, τις κρίσεις, την εμφάνιση περίσσιου κεφαλαίου, παράλληλα με τον περίσσιο πληθυσμό.

Οι οικονομολόγοι, λοιπόν, που, όπως ο Ρικάρντο, θεωρούν απόλυτο τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, νιώθουν εδώ ότι αυτός ο τρόπος παραγωγής δημιουργεί φραγμό στον ίδιο τον εαυτό του, και γι’ αυτό αποδίδουν το φραγμό αυτό όχι στην παραγωγή, αλλά στη φύση (στη διδασκαλία για την γαιοπρόσοδο). Το κύριο, όμως, που τους κάνει να τρομάζουν μπρος στο μειωνόμενο ποσοστό του κέρδους, είναι η διαίσθηση ότι ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σκοντάφτει σ’ έναν φραγμό, που δεν έχει καμιά σχέση με την παραγωγή του πλούτου σαν τέτοιου. Και αυτός ο ιδιόμορφος φραγμός μαρτυράει τον περιορισμένο στο χρόνο και τον ιστορικό, παροδικό μόνο χαρακτήρα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Μαρτυράει ότι δεν αποτελεί απόλυτο τρόπο παραγωγής για την παραγωγή του πλούτου, ότι μάλλον σε μια ορισμένη βαθμίδα έρχεται σε σύγκρουση με την παραπέρα ανάπτυξή του»
(«Το Κεφάλαιο» τρίτος τόμος, σελ. 306).

 

Πώς και γιατί προάγει την υπερπαραγωγή; Οι καπιταλιστές παράγοντας για το κέρδος είναι υποχρεωμένοι να αυξάνουν την παραγωγικότητα. Η ίδια η τάση του ποσοστού κέρδους να πέφτει τούς οδηγεί σ’ αυτό που σημαίνει ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας, δηλαδή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, δηλαδή μέσα παραγωγής που αυξάνουν στον ίδιο χρόνο τη μάζα της παραγωγής εμπορευμάτων ακόμη και με λιγότερη χρησιμοποίηση εργατικής δύναμης, δηλαδή εργατών.

Ας δούμε πώς το δίνει ο Μαρξ.

«Η σχετική μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου έναντι του σταθερού, που συμβαδίζει με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ωθεί στην ανάπτυξη του εργατικού πληθυσμού, ενώ δημιουργεί διαρκώς τεχνητό υπερπληθυσμό. Η συσσώρευση του κεφαλαίου εξεταζόμενη από την πλευρά της αξίας, επιβραδύνεται από το μειωνόμενο ποσοστό του κέρδους, και επιταχύνει έτσι τη συσσώρευση των αξιών χρήσης, η οποία με τη σειρά της επιταχύνει την πορεία της συσσώρευσης από άποψη αξίας.

Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή τείνει πάντα να ξεπεράσει αυτά τα εσωτερικά της όρια, τα ξεπερνάει, όμως, μόνο με μέσα, που της αντιτάσσουν εκ νέου και σε πιο τεράστια κλίμακα αυτά τα όρια.
Το αληθινό όριο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο, είναι το γεγονός ότι το κεφάλαιο και η αυτοαξιοποίησή του εμφανίζονται σαν αφετηρία και τέρμα, σαν κίνητρο και σκοπός της παραγωγής, ότι η παραγωγή είναι μόνο παραγωγή για το κεφαλαίο και όχι αντίστροφα, ότι δηλαδή τα μέσα παραγωγής είναι απλά μέσα για μια διαρκώς διευρυνόμενη διαμόρφωση του προτσές της ζωής για την κοινωνία των παραγωγών. Τα όρια, μέσα στα οποία μόνο μπορούν να κινηθούν η διατήρηση και η αξιοποίηση της κεφαλαιακής αξίας, οι οποίες βασίζονται στην απαλλοτρίωση και στην πτώχευση της μεγάλης μάζας των παραγωγών, τα όρια αυτά βρίσκονται γι’ αυτό διαρκώς σε αντίφαση με τις μεθόδους παραγωγής, που είναι υποχρεωμένο να χρησιμοποιήσει το κεφάλαιο για το σκοπό του και που τείνουν προς απεριόριστη αύξηση της παραγωγής, προς την παραγωγή σαν αυτοσκοπό, προς την απεριόριστη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας. Το μέσο – απεριόριστη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας – έρχεται σε διαρκή σύγκρουση με τον περιορισμένο σκοπό της αξιοποίησης του υπάρχοντος κεφαλαίου. Αν λοιπόν ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής είναι ένα μέσο ιστορικής σημασίας για την ανάπτυξη της υλικής παραγωγικής δύναμης και για τη δημιουργία της αντίστοιχης σ’ αυτήν παγκόσμιας αγοράς, αποτελεί ταυτόχρονα τη μόνιμη αντίφαση ανάμεσα σ’ αυτό το ιστορικό του καθήκον και στις αντίστοιχές του κοινωνικές σχέσεις παραγωγής»
(«Το Κεφάλαιο», τρίτος τόμος, σελ. 316).

 

Η διαρκής ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σε σχέση με τον περιορισμένο σκοπό της αξιοποίησης του κεφαλαίου οδηγεί στην κρίση.

Η πτώση του ποσοστού κέρδους και η υπερπληθώρα κεφαλαίου

Η σχετική μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου σημαίνει μείωση των εργατών, που συμβαδίζει με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Ο υπερπληθυσμός είναι οι άνεργοι. Η αναφορά στην αύξηση των αξιών χρήσης σημαίνει αύξηση της παραγωγής προϊόντων για πούληση στην αγορά που θα φέρει στους καπιταλιστές συσσώρευση κεφαλαίου. Εδώ δείχνει την τάση της απεριόριστης αύξησης της παραγωγής που απαιτεί την απεριόριστη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Που έρχεται όμως σε αντίφαση με τον περιορισμένο σκοπό της παραγωγής, το κέρδος. Το ποσοστό του οποίου πέφτει. Ταυτόχρονα η πτώση του ποσοστού κέρδους που δεν αναπληρώνεται από τη μάζα του κέρδους δημιουργεί κεφάλαια που δεν μπορούν να αξιοποιηθούν στην παραγωγή. Τα οποία καταλήγουν στις τράπεζες (Πίστη) και αξιοποιούνται απ’ αυτές είτε στα κερδοσκοπικά παιχνίδια μέσω και Χρηματιστηρίου (μετοχές, αγυρτεία), είτε ως αναπασχόλητο κεφάλαιο, γιατί δεν μπορεί να επενδυθεί. Είναι συνέπεια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, της πτώσης του ποσοστού κέρδους που οδηγεί σε υπερσυσσώρευση κεφαλαίου με κομμάτι του που μένει αναξιοποίητο. Εχουμε επομένως υπερσσυσώρευση κεφαλαίου, που δεν μπορεί να μπει στην παραγωγή. Δηλαδή σημάδι κρίσης.

Σχετικά μ’ αυτό ο Μαρξ αναφέρει: «Με την πτώση του ποσοστού του κέρδους αυξάνει το ελάχιστο μέγεθος του κεφαλαίου, που απαιτείται να διαθέτει ο ξεχωριστός κεφαλαιοκράτης για την παραγωγική χρησιμοποίηση της εργασίας, του κεφαλαίου που απαιτείται τόσο για την εκμετάλλευση της εργασίας γενικά, όσο και για να είναι ο ξοδεμένος εργάσιμος χρόνος, ο αναγκαίος για την παραγωγή των εμπορευμάτων χρόνος, και να μην ξεπερνάει ο χρόνος αυτός το μέσο κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή των εμπορευμάτων. Και ταυτόχρονα αυξάνει η συγκέντρωση του κεφαλαίου, γιατί, πέρα από ορισμένα όρια, ένα μεγάλο κεφάλαιο με μικρό ποσοστό κέρδους συσσωρεύεται πιο γρήγορα από ένα μικρό κεφάλαιο με μεγάλο ποσοστό κέρδους. Αυτή η αυξανόμενη συγκέντρωση οδηγεί από την πλευρά της, όταν φθάσει ένα ορισμένο επίπεδο, σε νέα πτώση του ποσοστού του κέρδους. Η μάζα των μικρών κατακερματισμένων κεφαλαίων ωθείται έτσι στο δρόμο των περιπετειών: κερδοσκοπία, πιστωτική αγυρτεία, απάτη με τις μετοχές, κρίσεις. Η λεγόμενη πληθώρατου κεφαλαίου αναφέρεται ουσιαστικά πάντα στην πληθώρα εκείνη κεφαλαίου, για το όποιο η πτώση του ποσοστού του κέρδους δεν ισοσταθμίζεται από τη μάζα του – και τέτοιες είναι πάντα οι νέες σχηματιζόμενες φρέσκες καταβολάδες του κεφαλαίου – ή αναφέρεται στην πληθώρα εκείνη που, με τη μορφή της Πίστης, θέτει στη διάθεση των επιχειρηματιών των μεγάλων κλάδων παραγωγής, τα κεφάλαια εκείνα που μόνα τους είναι ανίκανα για αυτοτελή δράση. Η πληθώρα αυτή του κεφαλαίου απορρέει από τις ίδιες συνθήκες, που γεννούν ένα σχετικό υπερπληθυσμό, και γι’ αυτό αποτελεί ένα φαινόμενο που συμπληρώνει αυτόν τον τελευταίο, παρ’ όλο που και οι δυο βρίσκονται σε αντιτιθέμενους πόλους, αναπασχόλητο κεφάλαιο στη μια πλευρά, και αναπασχόλητος εργατικός πληθυσμός στην άλλη.
Υπερπαραγωγή κεφαλαίου, και όχι ξεχωριστών εμπορευμάτων – αν και η υπερπαραγωγή κεφαλαίου περιλαβαίνει πάντα την υπερπαραγωγή εμπορευμάτων – δε σημαίνει λοιπόν τίποτα άλλο από υπερσυσσώρευση κεφαλαίου»
(«Το Κεφάλαιο», τρίτος τόμος, σελ. 317).

Οι δυσκολίες αναπαραγωγής και οι τράπεζες

Στην κρίση λοιπόν υπάρχει συσσωρευμένο κεφάλαιο, το οποίο δεν μπορούν να επενδύσουν, σε συνδυασμό με αναξιοποίητο βιομηχανικό κεφάλαιο, δηλαδή δυσκολία συνέχειας της διευρυμένης αναπαραγωγής, με δεδομένο ότι δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί η παραγωγή, δηλαδή η πούληση εμπορευμάτων.

«Στη διάρκεια της ίδιας της κρίσης, όταν ο καθένας έχει κάτι να πουλήσει και δεν μπορεί να το πουλήσει, ενώ είναι υποχρεωμένος να πουλήσει για να μπορεί να πληρώσει, ακριβώς τότε είναι μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά η μάζα, όχι του αναπασχόλητου κεφαλαίου, του κεφαλαίου που ζητάει να επενδυθεί, αλλά η μάζα του κεφαλαίου που δυσκολεύεται στο προτσές της αναπαραγωγής του, όταν είναι μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά και η έλλειψη πιστώσεων (και γι’ αυτό είναι μεγαλύτερο από κάθε άλλη φορά το προεξοφλητικό επιτόκιο των τραπεζιτών). Τότε μεγάλες μάζες του ήδη επενδυμένου κεφαλαίου είναι πράγματι αναπασχόλητες, γιατί σκαλώνει το προτσές αναπαραγωγής. Εργοστάσια παραμένουν κλειστά, πρώτες ύλες σωρεύονται, έτοιμα προϊόντα παραγεμίζουν την αγορά με τη μορφή εμπορευμάτων. Δεν υπάρχει επομένως μεγαλύτερο σφάλμα από το να αποδίδουν την κατάσταση αυτή σε έλλειψη παραγωγικού κεφαλαίου. Τότε ακριβώς υπάρχει υπερπληθώρα παραγωγικού κεφαλαίου, εν μέρει σε σχέση με την κανονική, για την ώρα όμως περιορισμένη, κλίμακα της αναπαραγωγής, εν μέρει σε σχέση με την ελαττωμένη κατανάλωση»
(«Το Κεφάλαιο», τρίτος τόμος, σελ. 609).

Αυτή η εκτίμηση αποκαλύπτει το γιατί οι κυβερνήσεις στηρίζουν οικονομικά τις τράπεζες. Ελλειψη πιστώσεων σημαίνει ότι λόγω κρίσης οι τράπεζες δε δανείζουν ή δε μεσολαβούν για τη συνέχιση του προτσές της παραγωγής και της κυκλοφορίας εμπορευμάτων, αφού υπάρχει υπερπαραγωγή, επομένως διακοπή της αναπαραγωγής, που σημαίνει κινδύνους αποπληρωμής δανείων, ενώ υπάρχει την ίδια ώρα αναξιοποίητο παραγωγικό κεφάλαιο. Υπάρχουν και οι κίνδυνοι να μην πραγματοποιηθούν πιστώσεις που έχουν ήδη δοθεί πριν το ξέσπασμα της κρίσης. Εδώ οι τράπεζες πρέπει να στηριχτούν όχι μόνο από τυχόν τέτοιες ζημιές, αλλά και από ζημιές λόγω κερδοσκοπικών δικών τους παιχνιδιών στα Χρηματιστήρια. Από τη σκοπιά τους οι βιομηχανίες ζητούν πιστώσεις για να συνεχίσουν την παραγωγή, αλλά αφού διαπιστώνεται δυσκολία στην πούληση της παραγωγής τους δεν παίρνουν πιστώσεις για να τη συνεχίσουν. Και αυτό ακριβώς γιατί υπάρχει ήδη αδιάθετη παραγωγή.

Αυτό επίσης το δίνει ανάγλυφα ο Μαρξ, ως εξής: «Ας φανταστούμε ότι όλη η κοινωνία αποτελείται μονάχα από βιομηχάνους κεφαλαιοκράτες και από μισθωτούς εργάτες. Ας παραβλέψουμε σε συνέχεια τις διακυμάνσεις των τιμών, που εμποδίζουν μεγάλες μερίδες του συνολικού κεφαλαίου να αναπληρώνονται στις μέσες καταστάσεις τους και που λόγω της γενικής συνάρτησης του συνολικού προτσές αναπαραγωγής, έτσι όπως το αναπτύσσει ιδίως η Πίστη, πρέπει αναπόφευκτα να προκαλούν πάντα προσωρινά γενικά σταματήματα. Ας παραβλέψουμε επίσης τις φαινομενικές συναλλαγές και τις κερδοσκοπικές ανταλλαγές που τις προάγει το πιστωτικό σύστημα. Τότε μια κρίση θα μπορούσε να εξηγηθεί μονό με τις δυσαναλογίες της παραγωγής σε διάφορους κλάδους, και από τη δυσαναλογία ανάμεσα στην κατανάλωση των ίδιων των κεφαλαιοκρατών και στη συσσώρευσή τους. Οπως όμως έχουν τα πράγματα, η αναπλήρωση των επενδυμένων στην παραγωγή κεφαλαίων εξαρτιέται στο μεγαλύτερο μέρος τους από την ικανότητα κατανάλωσης των μη παραγωγικών τάξεων, ενώ η ικανότητα κατανάλωσης των εργατών περιορίζεται εν μέρει από τους νόμους του μισθού εργασίας, και εν μέρει από το γεγονός, ότι τους εργάτες τους απασχολούν τόσο καιρό μόνο, όσο καιρό μπορούν να απασχολούνται επικερδώς από την τάξη των κεφαλαιοκρατών. Η τελική αιτία όλων των πραγματικών κρίσεων παραμένει πάντα η φτώχεια και ο περιορισμός της κατανάλωσης των μαζών, που αντιτίθεται στην τάση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής να αναπτύσσει έτσι τις παραγωγικές δυνάμεις, λες και το όριό της αποτελείται μόνο από την απόλυτη ικανότητα κατανάλωσης της κοινωνίας.

Δεν μπορεί να γίνεται λόγος για πραγματική έλλειψη παραγωγικού κεφαλαίου, τουλάχιστον στα από κεφαλαιοκρατική άποψη αναπτυγμένα έθνη, παρά μόνο στην περίπτωση κακών εσοδειών, είτε των κύριων μέσων διατροφής, είτε των κυριότερων βιομηχανικών πρώτων υλών.

Σ’ αυτήν όμως την εμπορική Πίστη προστίθεται τώρα η καθεαυτό χρηματική Πίστη. Η αμοιβαία πίστωση των βιομηχάνων και των εμπόρων μπλέκεται με τα δάνεια σε χρήμα σ’ αυτούς από μέρους των τραπεζιτών και των δανειστών χρήματος. Κατά την προεξόφληση των συναλλαγματικών το δάνειο είναι μόνο ονομαστικό. Ενας εργοστασιάρχης πουλάει το προϊόν του έναντι μιας συναλλαγματικής και προεξοφλεί τη συναλλαγματική αυτή σε έναν bill-broker (μεσίτη συναλλαγματικών).Στην πραγματικότητα ο μεσίτης δανείζει μόνο την πίστωση του τραπεζίτη του, που με τη σειρά του δανείζει το χρηματικό κεφάλαιο των καταθετών του, οι όποιοι αποτελούνται από τους ίδιους τους βιομηχάνους και εμπόρους, αλλά και από εργάτες (μέσω των ταμιευτηρίων), από γαιοκτήμονες και από άλλες μη παραγωγικές τάξεις. Ετσι ο κάθε ατομικός εργοστασιάρχης ή έμπορος αποφεύγει την υποχρέωση να διατηρεί μεγάλο εφεδρικό κεφάλαιο, και την εξάρτησή του από τις πραγματικές χρηματικές επιστροφές. Από την άλλη μεριά, όμως, εν μέρει με τις συναλλαγματικές ευκολίες και εν μέρει με εκείνες τις εμπορευματικές συναλλαγές που έχουν μοναδικό σκοπό την παραγωγή συναλλαγματικών, όλο το προτσές περιπλέκεται τόσο, που μπορεί να εξακολουθεί με όλη την ησυχία της να υπάρχει επί πολύ ακόμα η επίφαση πολύ καλών εργασιών και εύκολων χρηματικών επιστροφών, όταν από καιρό πια οι επιστροφές γίνονταν στην πραγματικότητα εν μέρει σε βάρος εξαπατημένων δανειστών χρήματος και εν μέρει σε βάρος εξαπατημένων παραγωγών. Γι’ αυτό, ακριβώς άμεσα πριν από το κραχ, φαίνεται πάντα η επιχείρηση σχεδόν υπερβολικά υγιής. Την καλύτερη απόδειξη γι’ αυτό μας την προσφέρουν λ.χ. οι “Reports on Bank Acts” του 1857 και 1858, όπου όλοι οι διευθυντές τραπεζών, οι έμποροι, με δυο λόγια όλοι οι καλεσμένοι εμπειρογνώμονες, με επικεφαλής τον λόρδο Οβερστον, αλληλοσυγχαίρονταν για την άνθηση και την υγεία των εργασιών – ακριβώς ένα μήνα προτού ξεσπάσει η κρίση, τον Αύγουστο του 1857. Και κατά περίεργο τρόπο ο Τουκ, σαν ιστοριογράφος κάθε κρίσης, στο έργο του “Ιστορία των τιμών”, επαναλαμβάνει ακόμα μια φορά την αυταπάτη αυτή. Οι επιχειρήσεις είναι πάντα υγιέστατες και οι δουλειές ευδοκιμούν περίλαμπρα, ώσπου ακολουθεί με μιας η κατάρρευση»
(«Το Κεφάλαιο», τρίτος τόμος, σελ. 609 – 611).

Επομένως, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής δεν μπορεί να ξεφύγει από την αναρχία στην παραγωγή, αφού οι καπιταλιστές δεν παράγουν για την κάλυψη των αναγκών της κοινωνίας, των ανθρώπων. Ετσι παράγουν αλλά δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν την παραγωγή, να πουλήσουν τα εμπορεύματα, και επέρχεται κρίση.

Η κρίση στο «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος»

Σχετικά με την κρίση, οι Μαρξ και Ενγκελς, από το 1848, στο «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», μίλησαν για το αναπόφευκτό της, το νομοτελειακό της εκδήλωσής της, καθώς και ότι μέσα απ’ αυτήν ξεπροβάλλει η αναγκαιότητα αντικατάστασης του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό.
Ας το παρακολουθήσουμε μέσα από το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», για την κρίση. Εχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία γιατί ενώ γράφτηκε το 1848 μιλά για το σήμερα.

Η επαναστατικοποίηση των εργαλείων και των σχέσεων παραγωγής

«Η αστική τάξη δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς να επαναστατικοποιεί αδιάκοπα τα εργαλεία παραγωγής, δηλαδή τις σχέσεις παραγωγής, δηλαδή όλες τις κοινωνικές σχέσεις. Αντίθετα, η αμετάβλητη διατήρηση του παλιού τρόπου παραγωγής αποτελούσε τον πρώτο όρο ύπαρξης όλων των προηγούμενων βιομηχανικών τάξεων. Η συνεχής ανατροπή της παραγωγής, ο αδιάκοπος κλονισμός όλων των κοινωνικών καταστάσεων, η αιώνια αβεβαιότητα και κίνηση διακρίνουν την αστική εποχή από όλες τις προηγούμενες. Διαλύονται όλες οι στέρεες, σκουριασμένες σχέσεις, με την ακολουθία τους οι καινούριες που διαμορφώνονται παλιώνουν πριν προλάβουν να αποστεωθούν. Καθετί το κλειστό και στάσιμο εξατμίζεται, καθετί το ιερό βεβηλώνεται και στο τέλος οι άνθρωποι αναγκάζονται ν’ αντικρίσουν με νηφάλιο μάτι τη θέση τους στη ζωή και τις αμοιβαίες σχέσεις τους.
Η ανάγκη να μεγαλώνει ολοένα την πώληση των προϊόντων της κυνηγά την αστική τάξη πάνω σ’ όλη τη γήινη σφαίρα. Είναι υποχρεωμένη να φωλιάζει παντού, να εγκαθίσταται παντού, να δημιουργεί παντού σχέσεις.

Με την εκμετάλλευση της παγκόσμιας αγοράς, η αστική τάξη διαμόρφωσε κοσμοπολιτικά την παραγωγή και την κατανάλωση όλων των χωρών. Προς μεγάλη λύπη των αντιδραστικών, αφαίρεσε το εθνικό έδαφος κάτω από τα πόδια της βιομηχανίας. Εκμηδενίστηκαν και εξακολουθούν ακόμα καθημερινά να εκμηδενίζονται οι παμπάλαιες εθνικές βιομηχανίες. Εκτοπίζονται από νέες βιομηχανίες που η εισαγωγή τους γίνεται ζωτικό ζήτημα για όλα τα πολιτισμένα έθνη, από βιομηχανίες που δεν επεξεργάζονται πια ντόπιες πρώτες ύλες, αλλά πρώτες ύλες που βρίσκονται στις πιο απομακρυσμένες ζώνες και που τα προϊόντα τους δεν καταναλώνονται μονάχα στην ίδια τη χώρα, αλλά ταυτόχρονα σε όλα τα μέρη του κόσμου. Στη θέση των παλιών αναγκών, που ικανοποιούνταν από τα εθνικά προϊόντα, μπαίνουν καινούριες ανάγκες, που για να ικανοποιηθούν απαιτούν προϊόντα των πιο απομακρυσμένων χωρών και κλιμάτων. Στη θέση της παλιάς τοπικής και εθνικής αυτάρκειας και αποκλειστικότητας μπαίνει μια ολόπλευρη συναλλαγή, μια ολόπλευρη αλληλεξάρτηση των εθνών. Κι αυτό που γίνεται στην υλική παραγωγή γίνεται και στην πνευματική παραγωγή. Τα πνευματικά προϊόντα των μεμονωμένων εθνών γίνονται κοινό κτήμα. Η εθνική μονομέρεια και ο εθνικός περιορισμός γίνονται όλο και πιο αδύνατα και από τις πολλές εθνικές και τοπικές φιλολογίες διαμορφώνεται μια παγκόσμια φιλολογία.

Με τη γρήγορη βελτίωση όλων των εργαλείων παραγωγής, με την απεριόριστη διευκόλυνση των επικοινωνιών, η αστική τάξη τραβάει στον πολιτισμό όλα, ακόμα και τα πιο βάρβαρα έθνη. Οι φτηνές τιμές των εμπορευμάτων της είναι το βαρύ πυροβολικό που γκρεμίζει όλα τα σινικά τείχη και που αναγκάζει όλα τα έθνη να δεχτούν τον αστικό τρόπο παραγωγής, αν δε θέλουν να χαθούν. Τα αναγκάζει να εισαγάγουν στη χώρα τους το λεγόμενο πολιτισμό, δηλαδή να γίνουν αστοί. Με μια λέξη, δημιουργεί έναν κόσμο “κατ’ εικόνα της”.

Η αστική τάξη υπέταξε την ύπαιθρο στην κυριαρχία της πόλης. Δημιούργησε τεράστιες πόλεις, αύξησε σε μεγάλο βαθμό τον αριθμό του αστικού πληθυσμού σε σύγκριση με τον αγροτικό και απέσπασε έτσι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού από την ηλιθιότητα της αγροτικής ζωής. Οπως εξάρτησε την ύπαιθρο από την πόλη, έτσι εξάρτησε τις βάρβαρες και τις μισοβάρβαρες χώρες από τις πολιτισμένες, τους αγροτικούς λαούς από τους αστικούς λαούς, την Ανατολή από τη Δύση.
Η αστική τάξη όλο και περισσότερο καταργεί τον κατακερματισμό των μέσων παραγωγής, της ιδιοκτησίας και του πληθυσμού. Συσσώρευσε τον πληθυσμό, συγκεντροποίησε τα μέσα παραγωγής και συγκέντρωσε την ιδιοκτησία σε λιγοστά χέρια».
(Μαρξ – Ενγκελς, «Διαλεχτά Εργα», «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» σελ. 23-25).

Οι δυνάμεις που δεν τιθασεύονται

Σε άλλο σημείο του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου», οι Μαρξ και Ενγκελς αναφέρουν:
«Μπρος στα μάτια μας συντελείται μια παρόμοια κίνηση. Οι αστικές σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής, οι αστικές σχέσεις ιδιοκτησίας, η σύγχρονη αστική κοινωνία, που δημιούργησε τόσο ισχυρά μέσα παραγωγής και ανταλλαγής, μοιάζει με το μάγο εκείνο που δεν καταφέρνει πια να κυριαρχήσει πάνω στις καταχθόνιες δυνάμεις που ο ίδιος κάλεσε. Εδώ και δεκάδες χρόνια, η ιστορία της βιομηχανίας και του εμπορίου δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ιστορία της εξέγερσης των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων ενάντια στις σύγχρονες σχέσεις παραγωγής, ενάντια στις σχέσεις ιδιοκτησίας, που αποτελούν τους όρους ύπαρξης της αστικής τάξης και της κυριαρχίας της. Αρκεί ν’ αναφέρουμε τις εμπορικές κρίσεις που με την περιοδική τους επανάληψη όλο και πιο απειλητικά αμφισβητούν την υπόσταση ολόκληρης της αστικής κοινωνίας. Στις εμπορικές κρίσεις καταστρέφεται τακτικά ένα μεγάλο μέρος όχι μονάχα των έτοιμων προϊόντων, αλλά ακόμα και των παραγωγικών δυνάμεων που ήδη είχαν δημιουργηθεί. Στις κρίσεις ξεσπά μια κοινωνική επιδημία που σε κάθε άλλη προηγούμενη εποχή θα φαινόταν σαν παραλογισμός, η επιδημία της υπερπαραγωγής. Η κοινωνία ξαφνικά βρίσκεται πάλι πίσω σε κατάσταση στιγμιαίας βαρβαρότητας. Θα ‘λεγε κανείς ότι ένας λιμός, ένας γενικός καταστροφικός πόλεμος της έκοψε όλα τα μέσα ύπαρξης. Η βιομηχανία, το εμπόριο φαίνονται εκμηδενισμένα. Και γιατί; Γιατί η κοινωνία έχει πάρα πολύ πολιτισμό, πάρα πολλά μέσα ύπαρξης, πάρα πολλή βιομηχανία, πάρα πολύ εμπόριο. Οι παραγωγικές δυνάμεις που διαθέτει δε χρησιμεύουν πια για την προώθηση του αστικού πολιτισμού και των αστικών σχέσεων ιδιοκτησίας. Αντίθετα, έγιναν πάρα πολύ μεγάλες γι’ αυτές τις σχέσεις, εμποδίζονται από αυτές και κάθε φορά που οι παραγωγικές δυνάμεις ξεπερνούν το εμπόδιο αυτό, φέρνουν σε αναταραχή ολόκληρη την αστική κοινωνία, απειλούν την ύπαρξη της αστικής ιδιοκτησίας. Οι αστικές σχέσεις έγιναν πάρα πολύ στενές για να περιλάβουν τα πλούτη που δημιουργήθηκαν από αυτές. Πώς ξεπερνά η αστική τάξη τις κρίσεις; Από τη μια μεριά καταστρέφοντας αναγκαστικά μάζες από παραγωγικές δυνάμεις. Από την άλλη, κατακτώντας καινούριες αγορές και εκμεταλλευόμενη πιο βαθιά τις παλιές. Πώς λοιπόν; Προετοιμάζοντας πιο ολόπλευρες και πιο τεράστιες κρίσεις και ελαττώνοντας τα μέσα για να προλαβαίνει τις κρίσεις.

Τα όπλα που χρησιμοποίησε η αστική τάξη για να ανατρέψει τη φεουδαρχία στρέφονται τώρα ενάντια στην ίδια την αστική τάξη.

Ομως η αστική τάξη δε σφυρηλάτησε μονάχα τα όπλα που θα της φέρουν το θάνατο. Δημιούργησε και τους ανθρώπους που θα χειριστούν αυτά τα όπλα, τους σύγχρονους εργάτες, τους προλετάριους.
Στο βαθμό που αναπτύσσεται η αστική τάξη, δηλαδή το κεφάλαιο, στον ίδιο βαθμό αναπτύσσεται και το προλεταριάτο, η τάξη των σύγχρονων εργατών που ζουν μονάχα τόσο όσο βρίσκουν δουλειά, και που βρίσκουν τόσο δουλειά όσο η δουλειά τους αυξάνει το κεφάλαιο. Αυτοί οι εργάτες που είναι αναγκασμένοι να πουλιούνται κομματάκι κομματάκι, είναι ένα εμπόρευμα όπως κάθε άλλο εμπορικό είδος, και γι’ αυτό είναι εκτεθειμένοι σε όλες τις εναλλαγές του συναγωνισμού, σε όλες τις διακυμάνσεις της αγοράς».
(Μαρξ – Ενγκελς, «Διαλεχτά Εργα», «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» σελ. 26-27).

Το αναπόφευκτο της νίκης του προλεταριάτου

Οι Μαρξ και Ενγκελς στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» υπογραμμίζουν επίσης: «Αντίθετα, ο σύγχρονος εργάτης, αντί ν’ ανυψώνεται με την πρόοδο της βιομηχανίας, βυθίζεται όλο και πιο χαμηλά, πιο κάτω ακόμα κι από τις συνθήκες ζωής της ίδιας του της τάξης. Ο εργάτης πέφτει στην αθλιότητα και η μαζική αθλιότητα αυξάνει ακόμα πιο γρήγορα από τον πληθυσμό και τον πλούτο. Ετσι γίνεται φανερό ότι η αστική τάξη είναι ανίκανη να παραμείνει άλλο κυρίαρχη τάξη της κοινωνίας και να επιβάλει στην κοινωνία σαν ρυθμιστικό νόμο τους όρους ύπαρξης της τάξης της. Είναι ανίκανη να κυριαρχεί γιατί είναι ανίκανη να εξασφαλίσει στο σκλάβο της την ύπαρξη, ακόμα και μέσα στη σκλαβιά του, γιατί είναι υποχρεωμένη να τον ρίξει ως την κατάσταση που θα χρειάζεται να τον τρέφει αυτή αντί να τρέφεται η ίδια από αυτόν. Η κοινωνία δεν μπορεί πια να ζήσει κάτω από την κυριαρχία της αστικής τάξης, δηλαδή η ύπαρξη της αστικής τάξης δε συμβιβάζεται άλλο με την κοινωνία.

Ο ουσιαστικός όρος για την ύπαρξη και την κυριαρχία της αστικής τάξης είναι η συσσώρευση του πλούτου στα χέρια ιδιωτών, ο σχηματισμός και η αύξηση του κεφαλαίου. Η προϋπόθεση του κεφαλαίου είναι η μισθωτή εργασία. Η μισθωτή εργασία στηρίζεται αποκλειστικά στο συναγωνισμό ανάμεσα στους ίδιους τους εργάτες. Η πρόοδος της βιομηχανίας, που η αστική τάξη είναι ο άβουλος και παθητικός της φορέας, βάζει στη θέση της απομόνωσης των εργατών μέσα από το συναγωνισμό την επαναστατική τους συνένωση μέσα από την οργάνωση. Ετσι, με την ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας αφαιρείται κάτω από τα πόδια της αστικής τάξης το ίδιο το έδαφος που πάνω στη βάση του παράγει και ιδιοποιείται τα προϊόντα. Πριν από όλα, η αστική τάξη παράγει τους ίδιους τους νεκροθάφτες της. Η πτώση της και η νίκη του προλεταριάτου είναι το ίδιο αναπόφευκτα»
(Μαρξ – Ενγκελς, «Διαλεχτά Εργα», «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» σελ. 33-34).

Πηγή:erodotos

 

Η παραγωγή της υπεραξίας (Μισθός, Τιμή, Κέρδος)

VIII. Η παραγωγή της υπεραξίας

Ας υποθέσουμε τώρα πως το μέσο ποσό από τα καθημερινά μέσα συντήρησης για έναν εργαζόμενο άνθρωπο, απαιτεί έξι ώρες μέση εργασία για την παραγωγή του. Ας υποθέσουμε ακόμα πως έξι ώρες εργασίας είναι αντικειμενικοποιημένες κι αυτές σε ένα ποσό χρυσάφι ίσο με τρία σελλίνια. Τα 3 σελλίνια θα ήταν τότε η τιμή ή η νομισματική έκφραση για την Ημερήσια Αξία της Εργατικής Δύναμης αυτού του ανθρώπου. Αν εργαζόταν κάθε μέρα έξι ώρες θα έφτιανε  κάθε μέρα μια αξία αρκετή για να αγοράσει το μέσο ποσό από τα καθημερινά του μέσα συντήρησης ή για να διατηρεί τον εαυτό του σαν εργαζόμενο άνθρωπο.

Μα ο άνθρωπός μας είναι μισθωτός εργάτης. Πρέπει, λοιπόν, να πουλάει την εργατική του δύναμη σε κάποιον καπιταλιστή. Αν την πουλάει 3 σελλίνια τη μέρα ή 18 σελλίνια τη βδομάδα, την πουλάει στην αξία της (39). Ας υποθέσουμε πως είναι κλώστης. Όταν εργάζεται έξι ώρες τη μέρα, θα προσθέτει κάθε μέρα στο μπαμπάκι 3 σελλίνια αξία. Η αξία αυτή, που προσθέτει κάθε μέρε ο κλώστης, θα ήταν ίσα-ίσα ισοδύναμο για το μισθό του ή για την τιμή της εργατικής του δύναμης, που παίρνει κάθε μέρα. Μα στην περίπτωση αυτή δεν θα έμενε στον καπιταλιστή κανενός είδους υπεραξία ή υπερπροϊόν. Εδώ λοιπόν είναι ο κόμπος!

Αγοράζοντας την εργατική δύναμη του εργάτη και πληρώνοντάς την στην αξία της, ο καπιταλιστής απόχτησε, όπως και κάθε άλλος αγοραστής, το δικαίωμα να καταναλώνει ή να χρησιμοποιεί το εμπόρευμα που αγόρασε. Καταναλώνεις ή χρησιμοποιείς τη δύναμη ενός ανθρώπου, όταν τον βάλεις να εργάζεται, όπως καταναλώνεις ή χρησιμοποιείς μια μηχανή, όταν τη βάλεις μπροστά. Πληρώνοντας την ημερήσια ή τη βδομαδιάτικη αξία της εργατικής δύναμης του εργάτη, ο καπιταλιστής απόχτησε, λοιπό, το δικαίωμα να χρησιμοποιεί ή να βάζει την εργατική αυτή δύναμη να εργάζεται όσο διαρκεί μια ολόκληρη μέρα ή βδομάδα. Η εργάσιμη μέρα ή η εργάσιμη βδομάδα έχει, φυσικά, κάποια όρια, μα αυτά θα τα εξετάσουμε αργότερα πιο λεπτομερειακά.


Για την ώρα, θα ήθελα να στρέψω την προσοχή σας σε ένα αποφασιστικό σημείο.

Η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζεται από το ποσό της εργασίας που είναι αναγκαίο για τη συντήρησή της και την αναπαραγωγή της, μα η χρήση της εργατικής δύναμης περιορίζεται μόνο από την ενεργητικότητα και τη φυσική αντοχή του εργάτη. Η καθημερινή ή βδομαδιάτικη αξία της εργατικής δύναμης, είναι ολότελα ξεχωριστά πράγματα από την καθημερινή ή βδομαδιάτικη λειτουργία της δύναμης αυτής, το ίδιο όπως είναι ολότελα ξεχωριστά πράγματα η τροφή που χρειάζεται ένα άλογο και ο χρόνος που μπορεί να σηκώνει τον καβαλάρη. Το ποσό της εργασίας που καθορίζει την αξία της εργατικής δύναμης του εργάτη, δεν αποτελεί με κανέναν τρόπο όριο στο ποσό της εργασίας που μπορεί να κάνει η εργατική του δύναμη. Ας πάρουμε το παράδειγμα του κλώστη μας. Είδαμε πως για να αναπαράγει καθημερινά την εργατική του δύναμη, πρέπει να αναπαράγει καθημερινά μια αξία από 3 σελλίνια, που θα το κατορθώσει αν εργάζεται έξι ώρες τη μέρα. Αυτό, ωστόσο, δεν τον εμποδίζει να μπορεί να εργαστεί δέκα ή δώδεκα ή και περισσότερες ώρες την ημέρα. Πληρώνοντας όμως την καθημερινή ή τη βδομαδιάτικη αξία της εργατικής δύναμης του κλώστη, ο καπιταλιστής απόχτησε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί την εργατική αυτή δύναμη όσο διαρκεί ολόκληρη η μέρα ή η βδομάδα. Θα τον βάλει, λοιπόν, να εργάζεται κάθε μέρα δώδεκα, ας πούμε, ώρες. Θα πρέπει, δηλαδή, να εργάζεται άλλες έξι ώρες πέρα και πάνω από τις έξι ώρες που χρειάζεται για να αναπληρώσει το μισθό του ή την αξία της εργατικής του δύναμης και αυτές τις ώρες θα τις ονομάω ώρες υπερεργασίας. Η υπερεργασία αυτή θα αντικειμενικοποιηθεί σε μια υπεραξία και ένα υπερπροϊόν. Αν λ.χ. ο κλώστης μας με την καθημερινή του εξάωρη εργασία πρόσθετε στο βαμβάκι 3 σελλίνια αξία, μια αξία που είναι ίσα-ίσα ένα ισοδύναμο με το μισθό του, σε δώδεκα ώρες θα πρόσθετε στο μπαμπάκι μια αξία από έξι σελλίνια και θα έφτιανε ένα ανάλογο πλεόνασμα από νήμα. Μια που πούλησε την εργατική του δύναμη στον καπιταλιστή, ολόκληρη η αξία του προϊόντος που δημιουργήθηκε απ’ αυτόν ανήκει στον καπιταλιστή, στον ιδιοχτήτη pro tem [για την ώρα] της εργατικής του δύναμης. Ο καπιταλιστής, πληρώνοντας τρία σελλίνια, θα πραγματοποιήσει, λοιπόν, μια αξία από 6 σελλίνια, γιατί πληρώνοντας μια αξία, που μέσα της είναι αποκρυσταλλωμένες έξι ώρες εργασίας, παίρνει σε αντάλλαγμα μια αξία όπου είναι αποκρυσταλλωμένες δώδεκα ώρες εργασίας. Με την καθημερινή επανάληψη της ίδιας αυτής κίνησης θα πληρώνει ο καπιταλιστής κάθε μέρα τρία σελλίνια και θα τσεπώνει κάθε μέρα έξι σελλίνια, απ’ τα οποία τα μισά θα πηγαίνουν ξανά για να πληρωθεί ο μισθός του εργάτη και τα άλλα μισά θα αποτελούν την υπεραξία, που γι’ αυτή δεν πληρώνει κανένα ισοδύναμο. Πάνω σ’ αυτό το είδος της συναλλαγής ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία στηρίζεται ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής ή το σύστημα της μισθωτής εργασίας, που αναπαράγει σταθερά τον εργάτη σαν εργάτη και τον καπιταλιστή σαν καπιταλιστή (40).   

Όταν όλοι οι άλλοι όροι παραμένουν οι ίδιοι, το ποσοστό της υπεραξίας θα εξαρτιέται από την αναλογία ανάμεσα σε κείνο το μέρος της εργάσιμης μέρας που είναι αναγκαίο για να αναπαράγεται η αξία της εργατικής δύναμης και στον παραπάνω χρόνο η υπερεργασία, που γίνεται για τον καπιταλιστή. Θα εξαρτιέται, κατά συνέπεια, από την αναλογία που παρατείνεται η εργάσιμη μέρα πέρα και πάνω από το χρονικό διάστημα, που αναπαράγει ο εργάτης με την εργασία του μόνο την αξία της εργατικής του δύναμης ή που αναπληρώνει το μισθό του (41).

——————————————-

39.  Ας έχουμε υπόψη μας ότι εδώ, όπως και αλλού, ο Μαρξ υποθέτει πως ο μισθός αντιστοιχεί στην αξία της εργατικής δύναμης. Πρόκειται για μια υποθεση που είναι αναγκαία για να οικοδομηθεί ο θεωρητικός συλλογισμός που ακολουθεί. Στην πραγματικότητα, όπως είναι γνωστό, η τιμή της εγατικής δύναμης διαφέρει από την αξία της, όπως συμβαίνει και για κάθε άλλο εμπόρευμα. Γίνεται, συνεπώς, αφαίρεση των διακυμάνσεων του μισθού γύρω από το “κέντρο έλξης” του, που είναι η αξία της εργατικής δύναμης.

40.  Πρόκειται, όπως βλέπουμε, για μια μορφή ανταλλαγής εντελώς ιδιαίτερη και χαρακτηριστική για το κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγής. Από τη μια πλευρά η ανταλλαγή γίνεται ανάμεσα στο μισθό που ο κεφαλιαοκράτης πληρώνει στον εργάτη και την εργατική δύναμη που ο εργάτης παραχωρεί στον κεφαλαιοκράτη για μια ορισμένη χρονική περίοδο (μια μέρα ή μια βδομάδα). Απ’ την άλλη πλευρά, όμως, επειδή ο κεφαλαιοκράτης είναι ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής αυτό το “ελεύθερο” συμβόλαιο με τον εργάτη, επιτρέπει ν’ αποχτήσει σε αντάλλαγμα του μισθού ένα ποσό αξίας (που δημιούργησε ο εργάτης στο χρόνο που συμφώνησαν) που είναι μεγαλύτερο από την αξία της εργατικής δύναμης. Εδώ βρίσκεται το “μυστήριο” της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. 

41. Στο παράδειγμα αυτό, δεδομένου ότι ο μισθός είναι 3 σελλίνια και η υπεραξία που δημιουργείται είναι επίσης 3 σελλίνια, το ποσοστό της υπεραξίας είναι 100%.
 

Η εργατική δύναμη (Μισθός, Τιμή, Κέρδος)


VII. Η εργατική δύναμη
Αφού αναλύσαμε τώρα, όσο ήταν δυνατό να γίνει με το βιαστικό αυτό τρόπο, τη φύση της αξίας, της αξίας οποιουδήποτε εμπορεύματος, πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στην ειδική αξία της εργασίας. Και εδώ πρέπει να σας εκπλήξω πάλι με ένα φαινομενικά παράδοξο. Όλοι είσαστε βέβαιοι πως αυτό που πουλάτε καθημερινά είναι η εργασία σας, πως, κατά συνέπεια, η εργασία έχει τιμή και πως, μιας και η τιμή ενός εμπορεύματος είναι μόνο και μόνο η χρηματική έκφραση της αξίας του, θα πρέπει δίχως άλλο να υπάρχει κάτι τέτοιο, σαν την «αξία της εργασίας».
Ωστόσο, δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως η αξία της εργασίας με την κοινή σημασία της λέξης. Είδαμε πως το ποσό της αναγκαίας εργασίας, που είναι αποκρυσταλλωμένο σε ένα εμπόρευμα, αποτελεί την αξία του. Με τι τρόπο μπορούμε τώρα, αν εφαρμόσουμε την έννοια αυτή της αξίας, να καθορίσουμε πόση είναι η αξία μιας δεκάωρης, ας πούμε, μέρας; Πόση εργασία περιέχεται σ’ αυτή την εργάσιμη μέρα; Δέκα ώρες εργασία. Το να λέμε πως η αξία μιας δεκάωρης εργάσιμης μέρας είναι ίση με δέκα ωρών εργασία ή με το ποσό της εργασίας που περιέχεται σ’ αυτή, δεν είναι μόνο ταυτολογία μα και παραλογισμός. Εννοείται πως, αν ανακαλύψουμε την αληθινή, μα κρυμμένη έννοια της φράσης «αξία της εργασίας», θα είμαστε σε θέση να εξηγήσουμε αυτή την παράλογη και φαινομενικά ακατόρθωτη μεταχείριση της αξίας, με τον ίδιο τρόπο που, όταν βεβαιωθούμε για την πραγματική κίνηση των ουράνιων σωμάτων, είμαστε σε θέση να εξηγήσουμε και τις επιφανειακές ή φαινομενικές μόνο κινήσεις τους.
Αυτό που πουλάει ο εργαζόμενος δεν είναι άμεσα η εργασία του μα η εργατική του δύναμη, που μεταβιβάζει στον καπιταλιστή την προσωρινή της χρήση (35). Αυτό είναι τόσο σωστό που ο νόμος – δεν ξέρω αν με τον αγγλικό νόμο, οπωσδήποτε όμως με μερικούς ηπειρωτικούς νόμους – καθορίζει τον ανώτατο χρόνο που επιτρέπεται σε έναν άνθρωπο να πουλά την εργατική του δύναμη. Αν του επιτρεπόταν να την πουλήσει για απεριόριστο χρονικό διάστημα, θα ξαναγύριζε αμέσως η δουλεία. Μια τέτοια πούληση, αν περιλάβαινε λ.χ. όλη τη διάρκεια της ζωής του, θα τον έκανε μονομιάς σκλάβο του εργοδότη του.

Ένας από τους πιο παλιούς οικονομολόγους και τους πιο πρωτότυπους φιλοσόφους της Αγγλίας – ο Τόμας Χομπς (Thomas Hobbes) – είχε κιόλας βρει από ένστικτο, στο «Λεβιάθαν» του, αυτό το σημείο, που το παράβλεψαν όλοι οι μεταγενέστεροί του. Εκεί λέει:
«Η αξία (value of worth) ενός ανθρώπου είναι,
όπως και σε όλα τα άλλα εμπορεύματα, η τιμή του:
δηλαδή τόσο, όσο θα έδιναν για να χρησιμοποιήσουν
τη δύναμή του»   
Ξεκινώντας από τη βάση αυτή θα είμαστε σε θέση να καθορίσουμε την αξία της εργασίας όπως την καθορίσαμε και σε όλα τα άλλα εμπορεύματα.  
Μα πριν κάνουμε αυτό, μπορούμε να ρωτήσουμε σε τι οφείλεται το περίεργο αυτό φαινόμενο, να βρίσκουμε στην αγορά μια ομάδα από αγοραστές που κατέχουν γη, μηχανές, πρώτες ύλες και μέσα συντήρησης και που όλα αυτά, εκτός από τη χέρσα γη, είναι προϊόντα εργασίας, και από το άλλο μέρος, μια ομάδα από πουλητές, που δεν έχουν τίποτα άλλο να πουλήσουν έξω από την εργατική τους δύναμη, τα εργαζόμενά τους χέρια και μυαλά; Η μια ομάδα να αγοράζει αδιάκοπα για να βγάζει κέρδη και να πλουτίζει, ενώ η άλλη να πουλάει αδιάκοπα για να κερδίζει τα απαραίτητα για τη ζωή της; Η έρευνα για το ζήτημα αυτό θα ήταν μια έρευνα γι’ αυτό που οι οικονομολόγοι ονομάζουν «προηγούμενη ή πρωταρχική συσσώρευση», μα που θα έπρεπε να το ονομάζουν πρωταρχική απαλλοτρίωση. Θα βρίσκαμε τότε πως αυτή η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση δεν σημαίνει τίποτα άλλο, παρά μια σειρά από ιστορικές διαδικασίες, που καταλήγουν στη διάσπαση της πρωταρχικής ενότητας ανάμεσα στον Άνθρωπο και τα Μέσα της Εργασίας του. Μια τέτοια, όμως, έρευνα βρίσκεται έξω από την περιοχή του τωρινού μου θέματος (36). Μιας και έγινε ο χωρισμός ανάμεσα στον Άνθρωπο της Εργασίας και τα Μέσα της Εργασίας, η κατάσταση αυτή διατηρείται και αναπαράγεται σε μια ολοένα και πιο μεγάλη κλίμακα, ώσπου να την ανατρέψει πάλι μια καινούρια και ριζική επανάσταση στον τρόπο παραγωγής και να αποκαταστήσει την αρχική ενότητα σε καινούρια ιστορική μορφή (37)
Τι είναι, τότε, η αξία της εργατικής δύναμης;
Όπως και σε κάθε άλλο εμπόρευμα, η αξία της καθορίζεται από το ποσό της εργασίας που είναι αναγκαίο για την παραγωγή της. Η εργατική δύναμη ενός ανθρώπου υπάρχει μόνο μέσα στο ζωντανό του σώμα. Ένας άνθρωπος πρέπει να καταναλώσει μια ορισμένη μάζα από μέσα συντήρησης για να μεγαλώσει και να διατηρηθεί στη ζωή. Ο άνθρωπος όμως θα φθαρεί, όπως και η μηχανή, και πρέπει να τον αντικαταστήσει κάποιος άλλος άνθρωπος. Εκτός από τη μάζα των διαφόρων μέσων συντήρησης που απαιτείται για τη δική του συντήρηση, χρειάζεται και μια άλλη ποσότητα από μέσα συντήρησης για να αναθρέψει ένα ορισμένο αριθμό παιδιά, που θα τον αντικαταστήσουν στην αγορά εργασίας και θα διαιωνίσουν το γένος των εργατών. 
Εκτός απ’ αυτά, για να αναπτύξει την εργατική του δύναμη και για να αποχτήσει μια δοσμένη επιδεξιότητα, πρέπει να ξοδευτεί ένα άλλο ποσό από αξίες. Για το σκοπό μας είναι αρκετό να λάβουμε υπ’ όψη μας μονάχα τη μέση εργασία, που τα έξοδά της για την εκμάθησή της και την ειδίκευση είναι μηδαμινά. Ακόμα, πρέπει να επωφεληθώ από την ευκαιρία τούτη για να αναφέρω πως, όπως διαφέρει το κόστος παραγωγής στις διάφορες ποιότητες της εργατικής δύναμης, έτσι πρέπει να διαφέρει και η αξία της εργατικής δύναμης που χρησιμοποιείται στους διάφορους κλάδους της παραγωγής. Η απαίτηση για ισότητα μισθών στηρίζεται λοιπόν σε πλάνη, είναι μια μωρή επιθυμία, που δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί ποτέ. Είναι προϊόν του ψεύτικου και ρηχού εκείνου ριζοσπαστισμού, που δέχεταιι τις προϋποθέσεις και ζητάει να αποφύγει τα συμπεράσματα. Με βάση το σύστημα της μισθωτής εργασίας, η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζεται με τον ίδιο τρόπο που καθορίζεται και η αξία κάθε άλλου εμπορεύματος και επειδή τα διάφορα είδη της εργατικής δύναμης έχουν διαφορετικές αξίες ή απαιτούν διαφορετικά ποσά εργασίας για την παραγωγή τους, πρέπει στην αγορά εργασίας να βρίσκουν διαφορετικές τιμές. Το να φωνάζεις για ίση, ή ακόμα και για δίκαιη αμοιβή με βάση το σύστημα της μισθωτής εργασίας, είναι το ίδιο σα να φωνάζεις για λευτεριά με βάση το σύστημα της δουλείας (38).
To ζήτημα είναι: Τι είναι αναγκαίο και αναπόφευχτο σε ένα δοσμένο σύστημα παραγωγής;
Ύστερα από αυτά που είπαμε, βλέπουμε πως η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζεται από την αξία των μέσων συντήρησης, που απαιτούνται για να παραχθεί, αναπτυχθεί και διαιωνισθεί η εργατική δύναμη.
———————————————–
35. Φαίνεται, αντίθετα, από πρώτη όψη, ότι ο εργάτης πουλάει την «εργασία» του και αυτή η αντίληψη είναι πλατιά διαδομένη. Αυτή είναι η πλευρά του ζητήματος που ο Μαρξ αποκαλεί φαινομενική. Η θεωρητική ανάλυση αποδείχνει όμως ότι ο εργάτης πουλά ουσιαστικά όχι την εργασία του, αλλά την εργατική του δύναμη, ή την ικανότητά του για δουλειά. Αυτό είναι ένα από τα κεφαλαιώδη σημεία της μαρξιστικής θεωρίας της υπεραξίας και της μαρξιστικής μεθόδου ανάλυσης.


36. Ο αναγνώστης που θέλει να γνωριστεί μ’ αυτή την ανάλυση του Μαρξ μπορεί να συμβουλευτεί «Το Κεφάλαιο», τόμος 1, κεφ. 24: «Η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση». Στο κεφάλαιο αυτό εξετάζεται η διαδικασία με την οποία οι εργαζόμενοι αλλοτριώθηκαν από τα μέσα εργασίας τους και εμφανίστηκαν οι κεφαλαιοκράτες της βιομηχανίας. Τέλος, στο κεφάλαιο αυτό διατυπώνεται ο χαρακτηρισμός (που είναι φημισμένος πια στη μαρξιστική φιλολογία), «της ιστορικής τάσης της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης».
37. Γίνεται υπαινιγμός για το νέο σοσιαλιστικό κοινωνικό σύστημα, όπου, μετά την απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών κεφαλαιοκρατών, δεν υπάρχει ο χωρισμός ανάμεσα στους εργαζομένους και στα μέσα της εργασίας τους. Όλα τα βασικά μέσα εργασίας, είναι, πράγματι, στο σοσιαλισμό κοινή ιδιοκτησία του συνόλου της κοινότητας.
38. Στην ανάλυση αυτή του Μαρξ βρίσκουμε διατυπωμένη, με συνθετικό τρόπο και σε επαναστατική βάση, την εξήγηση της διαφοράς που υπάρχει στις αμοιβές των μισθωτών εργαζομένων. Το κόστος της επαγγελματικής κατάρτισης ενός τεχνικού ή ενός ειδικευμένου εργάτη είναι υψηλότερο από εκείνο ενός απλού εργάτη. Γι’ αυτό και η αμοιβή τους πρέπει να είναιι υψηλότερη από την αμοιβή του τελευταίου. Η «μισθοδοτική ιδιότητα» συνίσταται, λοιπόν, στην ανισότητα του επιπέδου αμοιβής για εργαζόμενους που έχουν διαφορετικά επίπεδα επαγγελματικής κατάρτισης.
Το πρόβλημα εμφανίζεται κατά διαφορετικό τρόπο στην ανώτερη φάση του σοσιαλισμού (την καθαρά κομμουνιστική). Βλ. επίσης Κ. Μαρξ «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα»  
      


 

Αξία και εργασία (Μισθός, Τιμή, Κέρδος)

VI. ΑΞΙΑ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑ (συνέχεια από εδώ)
Όταν υπολογίζουμε την ανταλλαχτική αξία ενός εμπορεύματος πρέπει να προσθέτουμε στο ποσό της εργασίας που χρησιμοποιήθηκε τελευταία και το ποσό της εργασίας που καταναλώθηκε προηγούμενα στην πρώτη ύλη του εμπορεύματος, καθώς και την εργασία που ξοδεύτηκε στα όργανα, τα εργαλεία, τις μηχανές και τα χτίρια, που παίρνουν μέρος στη δουλιά αυτή. Η αξία ενός ορισμένου ποσού λ.χ. βαμβακερής κλωστής είναι αποκρυστάλλωμα του ποσού της εργασίας που έχει προστεθεί στο βαμβάκι, όταν το έκλωθαν, του ποσού της εργασίας που είχε προηγούμενα αντικειμενοποιηθεί στο ίδιο το βαμβάκι, του ποσού της εργασίας που είχε αντικειμενοποιηθεί στο κάρβουνο, το λάδι και τις άλλες βοηθητικές ύλες που χρησιμοποιήθηκαν, του ποσού της εργασίας που στερεοποιήθηκε στην ατμομηχανή, τα αδράχτια, τα χτίρια του εργοστασίου κ.τ.λ. Τα καθαυτό όργανα της παραγωγής, όπως τα εργαλεία, οι μηχανές, τα χτίρια, χρησιμοποιούνται ξανά και ξανά για ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο χρονικό διάστημα σε επαναλαμβανόμενους κύκλους παραγωγής. Αν ξοδεύονταν δια μιας, όπως η πρώτη ύλη, ολόκληρη η αξία τους θα περνούσε δια μιας στα εμπορεύματα που έγιναν με τη βοήθειά τους. Επειδή όμως ένα αδράχτι λ.χ. ξοδεύεται μόνο λίγο-λίγο, γίνεται ένας περίπου υπολογισμός με βάση το μέσο χρονικό διάστημα που διαρκεί και τη μέση κατανάλωση ή φθορά του στο διάστημα μιας ορισμένης χρονικής περιόδου, ας πούμε μιας ημέρας. Μ’ αυτό τον τρόπο υπολογίζουμε πόσο μέρος από την αξία του αδραχτιού μεταφέρεται στην κλωστή που κλώθεται σε μια μέρα και πόσο μέρος κατά συνέπεια από το ολικό ποσό της εργασίας, που έχει πραγματοποιηθεί λ.χ. σε μια λίβρα κλωστή, οφείλεται στο ποσό της εργασίας που είχε προηγούμενα αντικειμενοποιηθεί στο αδράχτι (28). Για τον τωρινό μας σκοπό δεν χρειάζεται να σταθούμε περισσότερο στο σημείο αυτό.

Θα μπορούσε να νομισθεί πως, αν η αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται από τοο ποσό της εργασίας που ξοδεύεται για την παραγωγή του, όσο πιο τεμπέλης, όσο πιο αδέξιος είναι ένας άνθρωπος, τόσο πιο μεγάλη αξία θα έχει το εμπόρευμά του, γιατί τόσο μεγαλύτερο θα είναι το χρονικό διάστημα που χρειάζεται για την κατασκευή του εμπορεύματος. Αυτό, ωστόσο, θα ήταν μια αξιοθρήνητη πλάνη. Θα θυμάστε πως χρησιμοποίησα τη λέξη «κοινωνική εργασία» και ο χαρακτηρισμός αυτός «κοινωνική» κλείνει πολλά μέσα του. Όταν λέμε πως η αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται από το ποσό της εργασίας που έχει διατεθεί ή αποκρυσταλλωθεί σ’ αυτό, εννοούμε το ποσό της εργασίας που είναι αναγκαίο για την παραγωγή του, σε μια δοσμένη κοινωνική κατάσταση, κάτω από ορισμένους μέσους κοινωνικούς όρους παραγωγής, με μια δοσμένη μέση κοινωνική εντατικότητα και με μια μέση επιδεξιότητα της εργασίας που χρησιμοποιήθηκε. Όταν στην Αγγλία άρχισε ο μηχανικός αργαλιός να συναγωνίζεται τον χειροκίνητο αργαλιό, χρειάζονταν μόνο ο μισός χρόνος εργασίας από πριν για να μετατραπεί ένα ορισμένο ποσό κλωστή σε μια γιάρδα βαμβακερό ή λινό ύφασμα. Ο φτωχός χειροτέχνης υφαντής δούλευε τώρα δέκα επτά και δέκα οχτώ ώρες τη μέρα αντί για εννέα ή δέκα που δούλευε πρώτα. Το προϊόν όμως της εικοσάωρης εργασίας του αντιπροσώπευε τώρα μόνο δέκα ώρες κοινωνική εργασία ή δέκα ώρες εργασία κοινωνικά αναγκαίες για να μεταρέψει ένα ορισμένο ποσό κλωστή σε ύφασμα. Το προϊόν των είκοσι ωρών του δεν είχε, κατά συνέπεια, περισσότερη αξία απ’ ό,τι το προηγούμενο προϊόν του των δέκα ωρών (29).

Αν λοιπόν, ρυθμίζει τις ανταλλαχτικές αξίες των εμπορευμάτων το ποσό της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας που είναι αντικειμενοποιημένο σ’ αυτά, κάθε αύξηση στο ποσό της εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή ενός εμπορεύματος θα πρέπει να μεγαλώνει την αξία του, όπως και κάθε ελάττωσή του θα πρέπει να τη μικραίνει.

Αν τα αντίστοιχα ποσά της εργασίας, που είναι απαραίτητα για να παραχθούν τα αντίστοιχα εμπορεύματα, παρέμεναν σταθερά, θα παρέμεναν και οι σχετικές τους αξίες παρόμοια σταθερές. Μα δεν είναι έτσι. Το ποσό της εργασίας που απαιτείται για να παραχθεί ένα εμπόρευμα αλλάζει ολοένα παράλληλα με τις αλλαγές στην παραγωγική δύναμη της εργασίας, τόσο περισσότερο προϊόν παράγεται μέσα σε ένα δοσμένο χρονικό διάστημα εργασίας, και όσο μικρότερη είναι η παραγωγική δύναμη της εργασίας, τόσο λιγότερο προϊόν παράγεται στο ίδιο χρονικό διάστημα. Αν λ.χ. με την αύξηση του πληθυσμού γινόταν απαραίτητο να καλλιεργηθούν και λιγότερο εύφορα εδάφη, μόνο αν ξοδευόταν μεγαλύτερο ποσό εργασίας θα ήταν δυνατό να έχουμε το ίδιο ποσό από προϊόντα και η αξία, κατά συνέπεια, του αγροτικού προϊόντος θα ανέβαινε. Από το άλλο μέρος, αν με τα σύγχρονα μέσα παραγωγής, ένας μόνο κλώστης μετατρέπει σε κλωστή, σε μια εργάσιμη μέρα, πολλές χιλιάδες φορές περισσότερο βαμβάκι απ’ όσο θα μπορούσε να κλώσει με το ροδάνι, μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα, είναι φανερό, πως κάθε ξεχωριστή λίβρα βαμβάκι θα απορροφούσε πολλές χιλιάδες φορές λιγότερη κλωστική εργασία απ’ ότι πρώτα και πως, κατά συνέπεια, η αξία που προσθέτει σε κάθε λίβρα βαμβάκι θα είναι χιλιάδες φορές μικρότερη από ό,τι είπαν προηγούμενα. Η αξία της κλωστής θα πέσει ανάλογα (30).


Εκτός από τη διαφορετική ενεργητικότητα και την αποχτημένη επιδεξιότητα στην εργασία στους διαφορετικούς λαούς, η παραγωγική δύναμη της εργασίας πρέπει, πριν απ’ όλα, να εξαρτιέται:

Πρώτο: Από τους φυσικούς όρους της εργασίας, όπως είναι λ.χ. η ευφορία του εδάφους, η αποδοτικότητα των μεταλλείων κ.τ.λ.

Δεύτερο: Από την προοδευτική τελειοποίηση των Κοινωνικών Δυνάμεων της Εργασίας, που προέρχεται από την παραγωγή σε μεγάλη κλίμακα, από τη συγκέντρωση του κεφαλαίου και το συνδυασμό της εργασίας, από τον καταμερισμό της εργασίας, από τις μηχανές, τις βελτιωμένες μέθοδες, τη χρησιμοποίηση χημικών και άλλων φυσικών μέσων, τη συμπίεση του χρόνου και του χώρου με τα μέσα συγκοινωνίας και μεταφοράς καθώς και από κάθε άλλη επινόηση που μ’ αυτή η επιστήμη υποχρεώνει τις φυσικές δυνάμεις να υπηρετήσουν την εργασία και που χάρη σ’ αυτή αναπτύσσεται ο κοινωνικός ή συνεργατικός χαρακτήρας της εργασίας. Όσο μεγαλύτερες είναι οι παραγωγικές δυνάμεις της εργασίας, τόσο λιγότερη εργασία ξοδεύεται για ένα δοσμένο ποσό προϊόντος, τόσο μικρότερη, λοιπόν, η αξία του. Μπορούμε, κατά συνέπεια, να καθορίσουμε σα γενικό νόμο πως:

Οι αξίες των εμπορευμάτων είναι κατευθείαν ανάλογες με το χρόνο της εργασίας που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή τους και αντίστροφα ανάλογες με την παραγωγική δύναμη της εργασίας που χρησιμοποιήθηκε.

Και μια που ως τώρα μιλούσα μόνο για αξία, θα προσθέσω μερικά λόγια για την τιμή, που είναι μια ιδιαίτερη μορφή αξίας. 

Η τιμή, αυτή καθαυτή, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η χρηματική έκφραση της αξίας. Οι αξίες λ.χ. όλων των εμπορευμάτων σε τούτη τη χώρα (σ.σ Αγγλία) εκφράζονται σε τιμές χρυσού, ενώ, αντίθετα, στην ηπειρωτική Ευρώπη εκφράζονται κατά κύριο λόγο σε τιμές αργύρου.Η αξία του χρυσού ή του αργύρου, όπως και όλων των άλλων εμπορευμάτων, ρυθμίζεται από το ποσό της εργασίας που είναι αναγκαίο για την απόχτησή τους. Ένα ορισμένο ποσό από τα εθνικά σας προϊόντα, όπου έχει αποκρυσταλλωθεί ένα ορισμένο ποσό από την εθνική σας εργασία, το ανταλλάσσετε με το προϊόν των χωρών που παράγουν χρυσάφι και ασήμι, όπου έχει αποκρυσταλλωθεί ένα ποσό από τη δική τους εργασία. Μ’ αυτό τον τρόπο, στην πραγματικότητα με την άμεση ανταλλαγή, μαθαίνετε να εκφράζετε σε χρυσό ή άργυρο τις τιμές όλων των εμπορευμάτων, δηλαδή, τα αντίστοιχα ποσά εργασίας που ξοδεύονται σε αυτά. Αν εξετάσετε κάπως κοντύτερα τη χρηματική έκφραση της αξίας, ή, πράγμα που κάνει το ίδιο, τη μετατροπή της αξίας σε τιμή, θα βρείτε πως αυτό είναι μια μέθοδος να δίνετε στις αξίες όλων των εμπορευμάτων μια ανεξάρτητη και ομογενή μορφή, ή να τις εκφράζετε σαν ποσά ίσης κοινωνικής εργασίας (31). Ως το σημείο που η τιμή είναι μόνο η χρηματική έκφραση της αξίας, ο Άνταμ Σμιθ την ονόμασε «natural price» [φυσική τιμή] και οι Γάλλοι φυσιοκράτες (32) «prix nécessaire» [αναγκαία τιμή].

Ποια σχέση υπάρχει τότε ανάμεσα στην αξία και τις τιμές στην αγορά ή ανάμεσα στις φυσικές τιμές και τις τιμές στην αγορά; Όλοι σας ξέρετε πως η τιμή στην αγορά είναι η ίδια για όλα τα εμπορεύματα του ίδιου είδους, οσοδήποτε κι αν διαφέρουν οι όροι της παραγωγής στον κάθε ξεχωριστό παραγωγό. Η τιμή στην αγορά εκφράζει το μέσο ποσό κοινωνικής εργασίας που είναι αναγκαίο, κάτω από τις μέσες συνθήκες παραγωγής, να εφοδιάζει την αγορά με μια ορισμένη μάζα από κάποιο εμπόρευμα. Την υπολογίζουμε πάνω στο συνολικό ποσό του εμπορεύματος αυτού. 

Σύμφωνα μ’ αυτά η τιμή που έχει ένα εμπόρευμα στην αγορά ταυτίζεται με την αξία του. Από το άλλο μέρος, οι διακυμάνσεις των τιμών στην αγορά, που πότε ανεβαίνουν πάνω και πότε κατεβαίνουν κάτω από την αξία ή φυσική τους τιμή, εξαρτιώνται από τις διακυμάνσεις στην προσφορά και τη ζήτηση. Οι παρεκκλίσεις των τιμών στην αγορά από την αξία τους είναι αδιάκοπες, μα, όπως λέει ο Άνταμ Σμιθ:


«Η φυσική τιμή…είναι η κεντρική τιμή που γύρω της περιστρέφονται αδιάκοπα 
οι τιμές όλων των εμπορευμάτων. Διάφορα περιστατικά μπορούν άλλοτε να τις 
κρατούν αρκετά πάνω από αυτή και άλλοτε να τις ρίχνουν κάτω και μάλιστα κάτι πιο 
κάτω και από αυτή. Μα, παρά τα όποια εμπόδια που δεν τις αφήνουν να κατακαθήσουν
στο κέντρο αυτό της ηρεμίας και της ακινησίας, αυτές τείνουν αδιάκοπα σ’ αυτό».


Δεν μπορώ να εξετάσω τώρα πιο βαθιά το ζήτημα αυτό. Αρκεί να πω πως, αν η προσφορά και η ζήτηση ισορροπούν, οι τιμές των εμπορευμάτων στην αγορά θα αντιστοιχούν με τις φυσικές τους τιμές, δηλαδή με τις αξίες τους, όπως αυτές καθορίζονται από τις αντίστοιχες ποσότητες εργασίας που χρειάζονται για την παραγωγή τους. Η προσφορά όμως και η ζήτηση πρέπει να τείνουν εξακολουθητικά να ισορροπούνται, αν και αυτό γίνεται μονάχα με τον συμψηφισμό της μιας διακύμανσης με την άλλη, μια ύψωσης με μια πτώση και αντίστροφα. Αν, αντί να βλέπετε μόνο τις καθημερινές διακυμάνσεις, αναλύσετε την κίνηση των τιμών στην αγορά για μεγαλύτερες χρνικές περίοδες, όπως έκανε λ.χ. ο Τουκ στο έργο του «Ιστορία των τιμών», θα βρείτε πως οι διακυμάνσεις των τιμών στην αγορά, οι παρεκκλίσεις τους από τις αξίες, τα πάνω και τα κάτω τους, παραλύουν και ισοσταθμίζουν η μια την άλλη, έτσι που αν παραβλέψουμε την επίδραση των μονοπωλίων καθώς και μερικές άλλες τροποποιήσεις, που τώρα είμαι υποχρεωμένος να τις προσπεράσω, όλα τα είδη των εμπορευμάτων πουλιούνται, κατά μέσο όρο, στις αντίστοιχες αξίες τους, ή τις φυσικές τους τιμές(33).
Η μέση χρονική περίοδος που στη διάρκειά της ισοσταθμίζονται μεταξύ τους οι διακυμάνσεις των τιμών στην αγορά είναι διαφορετική για τα διάφορα είδη των εμπορευμάτων, γιατί στο ένα είδος είναι ευκολότερο να προσαρμοστεί η προσφορά στη ζήτηση παρά στο άλλο.

Αν τώρα, μιλώντας γενικότερα και αγκαλιάζοντας κάπως μεγαλύτερες χρονικές περίοδες, όλες οι κατηγορίες των εμπορευμάτων πουλιούνται στις αντίστοιχες αξίες τους, είναι παραλογισμός να υποθέσουμε πως τα κέρδη, όχι σε ατομικές περιπτώσεις, μα τα σταθερά και συνηθισμένα κέρδη στους διάφορους κλάδους της παραγωγής, προέρχονται από μια προσαύξηση πάνω στις τιμές των εμπορευμάτων ή γιατί πουλιούνται σε τιμές που ξεπερνούν σημαντικά την αξία τους. Ο παραλογισμός στην αντίληψη αυτή γίνεται φανερός αν τον γενικέψουμε. Αυτό, που ένας άνθρωπος θα κέρδιζε σταθερά σαν πουλητής, θα το έχανε άλλο τόσο σταθερά σαν αγοραστής. Δεν θα ωφελούσαμε σε τίποτα αν λέγαμε πως υπάρχουν άνθρωποι που είναι αγοραστές χωρίς να είναι πουλητές, ή καταναλωτές χωρίς να είναι παραγωγοί. Ό,τι πληρώνουν οι άνθρωποι αυτοι στους παραγωγούς, πρέπει να το έχουν πάρει δωρεάν από αυτούς. Αν κάποιος παίρνει πρώτα τα χρήματά σας και ύστερα σας τα γυρίζει πίσω αγοράζοντας τα εμπορεύματά σας, δεν πρόκειται να πλουτίσετε ποτέ πουλώντας τα εμπορεύματά σας πολύ ακριβά σ’ αυτόν τον ίδιο άνθρωπο. Αυτό το είδος της συναλλαγής θα μπορούσε να ελαττώσει μια ζημιά, μα ποτέ δεν θα βοηθούσε να πραγματοποιηθεί κέρδος.

Για να εξηγήσετε λοιπόν τη γενική φύση του κέρδους θα πρέπει να ξεκινήσετε από το αξίωμα πως, κατά μέσο όρο, τα εμπορεύματα πουλιούνται στις πραγματικές τους αξίες και πως τα κέρδη βγαίνουν από την πούλησή τους στην αξία τους, δηλαδή ανάλογα με το ποσό της εργασίας που είναι αντικειμενοποιημένο σε αυτά. Αν δεν μπορείτε να εξηγήσετε το κέρδος με την προϋπόθεση αυτή, δεν θα μπορέσετε να το εξηγήσετε καθόλου. Αυτό φαίνεται παράδοξο και αντίθετο με την καθημερινή παρατήρηση (34). Το ίδιο παράδοξο είναι πως η Γη περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο και πως το νερό αποτελείται από δύο εξαιρετικά εύφλεχτα αέρια. Η επιστημονική αλήθεια είναι πάντα παράδοξη, όταν την κρίνουμε από την καθημερινή πείρα που αντιλαμβάνεται μόνο την απατηλή εξωτερική όψη των πραγμάτων.
———————————————————

28. Π.χ., αν μια μιηχανή έχει οικονομική διάρκεια 10 ετών, κάθε χρόνο υποτίθεται ότι φθείρεται κατά το 1/10 της αξίας της. Το ποσοστό αυτού – που γενικά αποκαλείται απόσβεση της αξίας της μηχανής – διοχετεύεται στην αξία του εμπορεύματος που παράγεται στη διάρκεια ενός χρόνου σε αναλογία 1/10 της αξίας της μηχανής. Αν η αξία της μηχανής είναι 1 εκατομμύριο δρχ. και η αξία του ετήσιου προϊόντος είναι 2 εκατομμύρια, σημαίνει ότι οι εκατό χιλιάδες από τα δύο αυτά εκατομμύρια αντιπροσωπεύουν τη φθορά της μηχανής μέσα σ’ ένα χρόνο. (Στην πραγματικότητα ο υπολογισμός της απόσβεσης είναι πολύ πιο σύνθετος από ό,τι μπορεί να φανεί μ’ αυτό το απλουστευμένο παράδειγμα).

29. Ας σημειωθεί ότι ακριβώς αυτή η διάσταση ανάμεσα στην «ατομική» αξία (στο παράδειγμά μας οι είκοσι ώρες εργασίας στο χειροκίνητο αργαλειό) και την κοινωνική αξία – υπολογισμένη στη βάση των συνθηκών της τεχνικής της παραγωγής και της μέσης επιδεξιότητας της εργασίας – που κάνει να υποκύπτουν στην πάλη του ανταγωνισμού οι λιγότερο ικανοί παραγωγοί ως το σημείο να τους εξοβελίζει από την αγορά.

30. Αυτός είναι ο κυριότερος λόγος για τον οποίο, στην πορεία της ανάπτυξης του καπιταλισμού από τις πρώτες μανιφακτούρες στη σύγχρονη βιομηχανία, οι αξίες των διαφόρων προϊόντων όσο πάνε και μειώνονται. Μια τέτοια μείωση αντικαθρεφτίζεται στη μείωση του κόστους παραγωγής τους και οφείλεται στη συνεχή αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνικής εργασίας. Έχοντας σα δεδομένοότι η αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή της, όσο λιγότερος θα είναι ο χρόνος εργασίας τόσο μικρότερη θα είναι και η αντίστοιχη αξία του εμπορεύματος. Όπως βλέπουμε, πρόκειται για ένα σημείο εξαιρετικά σημαντικό στη μαρξιστική θεωρία της αξίας.

31. Μ’ άλλα λόγια, εμπορεύματα διαφορετικής ποιότητας, που χρησιμεύουν στην ικανοποίηση διαφορετικών αναγκών, ανάγονται σε ποσότητες ίσης κοινωνικής εργασίας και καθίστανται, συνεπώς, ομοιογενή χάρη στην κοινή ουσία της αξίας που εμπεριέχεται σ’ αυτά και που εκφράζεται με ένα ορισμένο ποσό χρήματος. Τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται, λοιπόν, μεταξύ τους σε ορισμένες αναλογίες που εξαρτώνται από την ποσότητα της εργασίας που έχει ενσωματωθεί σ’ αυτά και όχι απ’ τις ιδιαίτερες συγκεκριμένες μορφές του κάθε εμπορεύματος. Στη χρηματική τους μορφή οι ανταλλακτικές αυτές σχέσεις παρουσιάζονται κατά τον πιο γενικευμένο τρόπο. Βλ. σχετικά «Το Κεφάλαιο», τόμος 1.

32. Αυτή η σχολή οικονομολόγων προηγείται απ’ τη σχολή της κλασικής οικονομίας. Οι φυσιοκράτες θεωρούσαν ότι μόνο η γεωργική δουλειά δημιουργεί υπεραξία (με τη μορφή της γαιοπροσόδου). Με την ανάλυση της υπεραξίας που έκαναν, έθεσαν τις βάσεις για μια εξήγηση της προέλευσης και του σχηματισμού της νέας αστικής κοινωνίας. Για μια μελέτη των θεωριών τους, βλ. Κ. Μαρξ, «Θεωρίες για την υπεραξία», ιταλ. μεταφρ., Editori Riuniti, Ρώμη 1961, 1, σελ. 127 κεξ.

33. Η θέση που διατυπώνει εδώ ο Μαρξ είναι ότι οι τιμές που διαμορφώνονται στην αγορά, είναι κατά κανόνα, υψηλότερες ή χαμηλότερες από την αξία των εμπορευμάτων. Είναι υψηλότερες όταν η ζητούμενη ποσότητα ορισμένων εμπορευμάτων είναι μεγαλύτερη απ’ την προσφερόμενη ποσότητά τους στην αγορά, και αντίστροφα. Αν, όμως, πάρουμε μια μακρύτερη χρονική περίοδο, η «ψαλίδα» μεταξύ τιμών και αξιών πρέπει να κλείσει, και γι’ αυτό μπορούμε να πούμε πως κατά μέσον όρο τα εμπορεύματα πουλιούνται στην αξία τους.
Η σκέψη του Μαρξ πάνω σ’ αυτό το θέμα, είναι πολύ πιο σύνθετη. Ο αναγνώστης που θέλει να εμβαθύνει στο θέμα της «μετατροπής της αξίας σε τιμή», μπορεί να προστρέξει στο «Κεφάλαιο» (τομ. 2, κεφ. 9).

34. Γιατί θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι ο κάθε πωλητής κερδίζει ανάλογα με την «καπατσοσύνη» του να πουλά τα εμπορεύματα σε τιμή μεγαλύτερη από την αξία τους.
 

Μισθός, Τιμή, Κέρδος (Karl Marx)

Σήμερα συμπληρώνονται 130 χρόνια από το θάνατο του Karl Heinrich Marx (1818-1883). Η επέτειος του θανάτου του, μας δίνει την αφορμή να παραθέσουμε αποσπάσματα από το έργο του “ΜΙΣΘΟΣ, ΤΙΜΗ, ΚΕΡΔΟΣ” (εκδ. Θεμέλιο) . Έργο, που προέκυψε από μια εκλαϊκευτική ομιλία που έκανε στα 1865, στην έδρα του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς Εργατικής Ένωσης, για να απαντήσει στις λαθεμένες απόψεις που ένα από τα μέλη του, ο Τζων Ουέστον, είχε υποστηρίξει σχετικά με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει μια αύξηση μισθών. Λόγω του μεγάλου όγκου τους, η παράθεση των αποσπασμάτων θα συνεχιστεί και τις επόμενες ημέρες.

kokkinostupos

VI. ΑΞΙΑ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑ
Πολίτες, έφτασα τώρα σε ένα σημείο, που πρέπει να μπω στην πραγματική ανάπτυξη του ζητήματος. Δεν μπορώ να υποσχεθώ πως θα γίνει με πολύ ικανοποιητικό τρόπο, γιατί διαφορετικά θα έπρεπε να διατρέξω όλο το πεδίο της πολιτικής οικονομίας. Μπορώ μόνο, όπως θα έλεγαν οι Γάλλοι «effleurer la question», να θίξω τα κύρια σημεία.
Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να θέσουμε είναι: Τι είναι η αξία ενός εμπορεύματος; Με τι τρόπο καθορίζεται; Με μια πρώτη ματιά θα μπορούσε να φανεί πως η αξία είναι κάτι το ολότελα σχετικό και πως δεν μπορεί να καθοριστεί χωρίς να εξεταστεί ένα εμπόρευμα στις σχέσεις του με όλα τα άλλα εμπορεύματα. Πραγματικά, όταν μιλάμε για την αξία, για την ανταλαχτική αξία ενός εμπορεύματος , εννοούμε τις ανάλογες ποσότητες που σύμφωνα με αυτές ανταλάσσεται με όλα τα άλλα εμπορεύματα. Μα τότε γεννιέται το ερώτημα: Με τι τρόπο ρυθμίζονται οι αναλογίες που σύμφωνα με αυτές ανταλλάσσονται αμοιβαία τα εμπορεύματα;
Από πείρα ξέρουμε πως οι αναλογίες αυτές μεταβάλλονται αδιάκοπα. Αν πάρουμε ένα ξεχωριστό εμπόρευμα λ.χ το στάρι, θα δούμε πως ένα κουώρτερ στάρι ανταλλάσσεται σε αμέτρητες αναλογίες με διάφορα εμπορεύματα. Ωστόσο, επειδή η αξία του παραμένει πάντοτε η ίδια, είτε την εκφράσουμε σε μετάξι, είτε σε χρυσάφι, είτε σε οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα, πρέπει να είναι διαφορετικό και ανεξάρτητο από αυτές τις διαφορετικές αναλογίες που ανταλλάσσεται με τα διάφορα άλλα είδη. Πρέπει να μπορούμε να εκφράζουμε με πολύ διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες αυτές ποσότητες με τα ποικίλα εμπορεύματα (24).

Εκτός από αυτό, όταν λέω πως ένα κουώρτερ στάρι ανταλλάσσεται σε μια ορισμένη αναλογία με σίδερο, ή πως η αξία ενός κουώρτερ στάρι εκφράζεται σε ένα ορισμένο ποσό από σίδερο, λέω πως η αξία του στραιού και το ισοδύναμό της σε σίδερο είναι ίσα με κάποιο τρίτο πράγμα, που δεν είναι ούτε στάρι, ούτε σίδερο, γιατί υποθέτω ότι εκφράζουν το ίδιο μέγεθος, με δύο διαφορετικές μορφές. Και τα δύο, το στάρι και το σίδερο, πρέπει, κατά συνέπεια, να μπορούν να αναχθούν, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, σ’ αυτό το τρίτο, που είναι το κοινό τους μέτρο.
Για να κάνω το σημείο αυτό κατανοητό θα καταφύγω σε ένα πολύ απλό γεωμετρικό παράδειγμα. Ποια μέθοδο ακολουθούμε όταν συγκρίνουμε μεταξύ τους τα εμβαδά τριγώνων που έχουν τις πιο διαφορετικές μορφές και μεγέθη, ή όταν συγκρίνουμε τρίγωνα με ορθογώνια , ή με οποιαδήποτε άλλα ευθύγραμμα σχήματα; Ανάγουμε το εμβαδόν του τριγώνου σε μια έκφραση που είναι ολότελα διαφορετική από τη μορφή του. Αφού από τις ιδιότητες του τριγώνου βρήκαμε πως το εμβαδόν του είναι ίσο με το μισό γινόμενο της βάσης του επί το ύψος του, μπορούμε τώρα να συγκρίνουμε τις διάφορες τιμές κάθε είδους τριγώνου καθώς και κάθε άλλου ευθύγραμμου σχήματος, γιατί όλα τους μπορούν να χωρισθούν σε ορισμένο αριθμό από τρίγωνα.
Στην ίδια μέθοδο πρέπει να καταφύγουμε και με τις τιμές των εμπορευμάτων. Πρέπει να μπορέσουμε να τις αναγάγουμε σε μια κοινή για  όλες έκφραση και να τα ξεχωρίζουμε μόνο από τις αναλογίες που περιέχουν  το κοινό αυτό ποσό.
Επειδή οι ανταλλακτικές αξίες των εμπορευμάτων είναι μόνο κοινωνικές λειτουργίες αυτών των πραγμάτων και δεν έχουν καμία ολότελα σχέση με τις φυσικές τους ιδιότητες, πρέπει πρώτα να ρωτήσουμε: Ποα είναι η κοινή κοινωνική ουσία σε όλα τα εμπορεύματα; Είναι η εργασία. Για να παραχθεί ένα εμπόρευμα χρειάζεται να ξοδευτεί, να μπει μέσα σ’ αυτό, ένα ορισμένο ποσό εργασίας. Και λέω όχι μόνο εργασία, μα κοινωνική εργασία.  Ένας άνθρωπος που παράγει κάποιο αντικείμενο για δική του άμεση χρήση, για να το χρησιμοποιήσει ο ίδιος, δημιουργεί ένα προϊόν και όχι εμπόρευμα. Σαν αυτοσυντήρητος παραγωγός δεν έχει καμία σχέση με την κοινωνία. Μα για να φτιάσει ένα εμπόρευμα ένας άνθρωπος δεν πρέπει να φτιάσει μόνο ένα αντικείμενο που να ικανοποιεί κάποια κοινωνική ανάγκη, μα και η ίδια η εργασία του να είναι μέρος και συστατικό στοιχείο ολόκληρης της εργασίας που ξοδεύεται από την κοινωνία. Πρέπει να υποτάσσεται στην «κατανομή της εργασίας μέσα στην κοινωνία». Χωρίς τις άλλες υποδιαιρέσεις της εργασίας δεν είναι τίποτα και πρέπει και αυτή από μέρους της να τις ολοκληρώνει (25).
Αν θεωρήσουμε τα εμπορεύματα σαν αξίες, τα θεωρούμε αποκλειστικά από την μοναδική άποψη της αντικειμενοποιημένης, της στερεοποιημένης ή, αν θέλετε, της αποκρυσταλλωμένης κοινωνικής εργασίας. Από την άποψη αυτή μπορεί να διαφέρουν μόνο γιατί αντιπροσωπεύουν μικρότερα ή μεγαλύτερα ποσά εργασίας, όπως λ.χ ένα μεταξωτό μαντήλι χρειάζεται περισσότερη ποσότητα από εργασία παρά ένα τούβλο. Με τι μετρούμε όμως τα ποσά της εργασίας; Με το χρόνο που διαρκεί η εργασία, μετρώντας την εργασία με ώρες, μέρες κ.τ.λ. Φυσικά, για να χρησιμοποιήσουμε αυτό το μέτρο, ανάγουμε όλα τα είδη της της εργασίας σε μέση ή απλή εργασία, που τη θεωρούμε σαν τη μονάδα τους (26).
Καταλήγουμε λοιπόν σε τούτο το συμπέρασμα. Ένα εμπόρευμα έχει αξία, γιατί είναι αποκρυστάλλωμα κοινωνικής εργασίας. Το μέγεθος της αξίας του, της σχετικής του αξίας, εξαρτιέται από το μεγαλύτερο ή μικρότερο ποσό αυτής της κοινωνικής ουσίας που περιέχεται σ’ αυτό, δηλαδή από τη σχετική μάζα εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή του. Οι σχετικές αξίες των εμπορευμάτων καθορίζονται, κατά συνέπεια, από τις αντίστοιχες ποσότητες ή μεγέθη εργασίας που έχουν χρησιμοποιηθεί, αντικειμενοποιηθεί ή σταθεροποιηθεί σ’ αυτά. Τα αντίστοιχα ποσά των εμπορευμάτων, που μπορούν να παραχθούν στον ίδιο χρόνο εργασίας, είναι ίσα. Ή η αξία ενός εμπορεύματος έχει  προς την αξία ενός άλλου εμπορεύματος τον ίδιο λόγο που έχει το ποσό της εργασίας που είναι στερεοποιημένο στο ένα προς το ποσό της εργασίας που είναι στερεοποιημένο στο άλλο.
Υποψιάζομαι πως πολλοί από σας θα ρωτήσουν: Υπάρχει τότε πραγματικά μια τόσο τεράστια ή μια οποιαδήποτε έστω διαφορά ανάμεσα στον καθορισμό της αξίας στα εμπορεύματα από το μισθό και τον καθορισμό της από τα σχετικά ποσά εργασίας που είναι αναγκαία για την παραγωγή της; Πρέπει, ωστόσο, να έχετε αντιληφθεί, πως η αμοιβή της εργασίας και το ποσό της εργασίας είναι δύο ολότελα διαφορετικά πράγματα. Υποθέστε λ.χ πως σε ένα κουώρτερ στάρι και σε μια ουγγιά χρυσάφι είναι στερεοποιημένα ίσα ποσά εργασίας. Αναφέρω το παράδειγμα αυτό, γιατί το χρησιμοποίησε ο Βενιαμίν Φραγκλίνος στο πρώτο του δοκίμιο που δημοσίευσε το 1729 με τον τίτλο «A Modest Enquiry into Nature and Necessity of a Paper Currency» όπου, ένας από τους πρώτους, βρήκε την πραγματική φύση της αξίας. Πολύ καλά! Υποθέτουμε, λοιπόν, πως ένα κουώρτερ στάρι και μια ουγγιά χρυσάφι είναι ίσες αξίες ή ισοδύναμα, γιατί είναι αποκρυσταλλώματα ίσων ποσών μέσης εργασίας τόσων ημερών ή τόσων εβδομάδων εργασίας που έχει στερεοποιηθεί αντίστοιχα στο κάθε ένα από αυτά. Μήπως, ότανκαθορίζουμε μ’ αυτό το τρόπο τις σχετικές αξίες του χρυσού και του σταριού, αναφέρουμε με ένα οποιονδήποτε τρόπο τους μισθούς του εργάτη γης και του μεταλλωρύχου; Καθόλου. Αφήνουμε ολότελα ακαθόριστοπόσο πληρώθηκαν για την εργασία μιας μέρας ή μιας βδομάδας, ακόμα και το αν χρησιμοποιήθηκε καθόλου μισθωτή εργασία. Αν χρησιμοποιήθηκε, μπορεί οι μισθοί να ήταν πολύ άνισοι. Ο εργάτης, που η εργασία του αντικειμενοποιήθηκε στο ένα κουώρτερ στάρι, μπορεί να πήρε μονάχα δύο μπούσελ στάρι και ο εργάτης που χρησιμοποιήθηκε στο μεταλλείο, μπορεί να πήρε μισή ουγγιά χρυσάφι. Οι μισθοί τους δεν μπορούν, φυσικά, να είναι μεγαλύτεροι από τις αξίες των εμπορευμάτων που παράγουν, μπορούν όμως να είναι μικρότεροι σε κάθε δυνατό βαθμό. Οι μισθοί τους έχουν όριο τις αξίες των προϊόντων, ενώ οι αξίες, οι σχετικές αξίες λ.χ του σταριού και του χρυσού, θα έχουν καθοριστεί χωρίς να λαβαίνεται υπ’ όψη η αξία της εργασία που χρησιμοποιήθηκε, δηλαδή ο μισθός. Ο καθορισμός της αξίας των εμπορευμάτων από τα σχετικά ποσά εργασίας που στερεοποιήθηκαν σ’ αυτά αποτελεί, λοιπόν, κάτι το ολότελα διαφορετικό από την ταυτολογική μέθοδο να καθορίζουμε τις αξίες των εμπορευμάτων με την αξία της εργασίας, ή από το μισθό (27). 

Ωστόσο, το σημείο αυτό θα φωτιστεί ακόμα περισσότερο στην πορεία της έρευνάς μας.
—————————————————————–
24. Μ’ άλλα λόγια, αν υποθέσουμε για παράδειγμα, ότι 30 κιλά σταριού ανταλλάσσονται με 1 κιλό μετάξι ή με ένα ζευγάρι παπούτσια, πρέπει να δούμε τι είναι εκείνο που καθορίζει την αξία των 30 χλγ σταριού – αξία που παραμένει η ίδια, αδιάφορο αν η δοσμένη ποσότητα σταριού ανταλλάσσεται με το μετάξι στη βάση μιας ορισμένης αναλογίας, είτε ανταλλάσσεται με τα παπούτισα σε διαφορετική αναλογία. Ο Μαρξ θα πει παρακάτω ότι η αξία του προσδιορίζεται από το ποσό της κοινωνικής εργασίας που βρίσκεται ενσωματωμένο σ’ αυτό και που αποτελεί το «μέτρο» με το οποίο μετριούνται αυτές οι αναλογίες ανταλλαγής. Για τη θεωρία της αξίας βλ. «Το Κεφάλαιο», τόμος 1, κεφ. 1.
25. Για μια βαθύτερη μελέτη των όσων υποστηρίζει ο Μαρξ σχετικά με τον καταμερισμό εργασίας, βλ. ειδικότερα «Το Κεφάλαιο», τόμος 1, κεφ. 12.
26. Με τον όρο απλή εργασία εννοούμε εκείνο το είδος εργασίας που σήμερα κανονικά ονομάζουμε κοινή εργασία και που δεν απαιτεί ιδιαίτερη επαγγελματική κατάρτιση. Για να συγκρίνουμε τη σύνθετη εργασία ενός τεχνικού ή ενός μηχανικού μ’ αυτό το είδος της απλής εργασίας, χρειάζεται να κάνουμε μια πράξη απλοποίησης: λ.χ 1 ώρα εργασίας ενός τεχνικού=2 ώρες εργασίας ενός κοινού εργάτη. Βλ. σχετικά  «Το Κεφάλαιο», τόμος 1.
27. Με τον όρο ταυτολογική μέθοδος εννοούμε μια διαδικασία συλλογισμού με τον οποίο, αντί να αποδείξουμε ένα πράμα, το διατυπώνουμε επαναλαβαίνοντάς το απλούστατα. Κάτι που θεωρείται αυταπόδεικτο χρειάζεται απλώς να εξηγηθεί.
Εδώ, μ’ άλλα λόγια, υπογραμμίζεται ότι η αναλογία με την οποία ανταλλάσσονται μεταξύ τους τα εμπορεύματα εξαρτάται από την ποσότητα κοινωνικής εργασίας που είναι ενσωματωμένη σ’ αυτά, και όχι απ’ τους μισθούς που καταβλήθηκαν για να παραχθούν, μια και οι μισθοί αυτοί είναι ένα μέρος της αξίας των εμπορευμάτων – το οποίο περιλαβαίνει και την αξία της πρώτης ύλης, της μηχανής (το ποσοστό της που καταναλώθηκε) κλπ.