RSS

Category Archives: Συνεντεύξεις

Σάββας Μιχαήλ: «Πρέπει να είναι κανείς αφελής για να νομίζει ότι δεν κινδυνεύουμε πια από το φασισμό»


Συνέντευξη του Σάββα Μιχαήλ στο blog Απλωταριά


Ο γιατρός στο επάγγελμα, Εβραίος στην καταγωγή, αριστερός διανοούμενος Σάββας Μιχαήλ, βρέθηκε στη Χίο καλεσμένος των σχολείων της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Καρδαμύλων και μίλησε στην «Α» για τη θεωρία των δύο άκρων, την «αποκαθήλωση» της Χρυσής Αυγής και τους μαχητικούς Χιώτες.

Σχολιάζοντας την πρόσφατη δικαστική σας περιπέτεια, θα θέλατε να μας πείτε ποιο, κατά την άποψή σας, ήταν το κίνητρο των μηνυτών;

Η μήνυση αυτή στρεφόταν εναντίον όλου του φάσματος της αριστεράς, μέχρι την αναρχία. Το κατηγορητήριο βέβαια ήταν σαθρό από κάθε άποψη. Ακόμα και η εισαγγελική πρόταση ήταν αστήρικτη βάσει του ισχύοντος, καθεστωτικού, νόμου καθώς προέβαινε σε αξιολογική κρίση της προκήρυξής μας, πράγμα βέβαια ανεπίτρεπτο νομικά. Η υπόθεση θα έπρεπε να μπει στο αρχείο από την πρώτη στιγμή. Παρόλα αυτά, εκδικάστηκε κανονικά και αποτέλεσε μια δύσκολη δίκη. Ο στόχος ήταν τριπλός. Πρώτον, έπρεπε να ποινικοποιηθεί ο αντιφασιστικός λόγος και η αντιφασιστική δράση. Δεύτερον, έπρεπε να σταλεί το μήνυμα της «νομιμοποίησης» του «κρατικού» αντισημιτισμού στην Ελλάδα. Άλλωστε είναι γνωστό ότι όλος ο ευρύτερος πρωθυπουργικός κύκλος απαρτίζεται από άτομα που χαρακτηρίζονται από αντισημιτικά φρονήματα, όπως για παράδειγμα ο Κωτούλας, σύμβουλος για θέματα μεταναστευτικής πολιτικής, (που έχει δηλώσει ότι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης αποτελούσαν συνήθη και καθιερωμένη πρακτική όλων των εμπολέμων πλευρών) ο Άδωνις ή ο Πλεύρης. Τέλος, έπρεπε να αρχίσουν να ξηλώνονται οι ελευθερίες, αρχίζοντας από ένα άκρο της αριστεράς και φτάνοντας σε όλους, και φυσικά και στο ΕΕΚ, που είναι σημείο αναφοράς και συγκεντρώνει τη συμπάθεια όσων αυτοχαρακτηρίζονται από αριστεροί ως και αναρχικοί. Η μάχη ασφαλώς δεν έχει τελειώσει, όμως αυτή ήταν η πρώτη δικαστική ήττα της Χ.Α. μετά τις εκλογές του 2012.

Έχετε δηλώσει: «Είμαι τροτσκιστής, Εβραίος και αντιφασίστας. Ενσαρκώνω τη φαντασίωση του κάθε φασίστα. Έπρεπε να ήμουν και ομοφυλόφιλος, όχι φυσικά ότι έχω κάποιο πρόβλημα, (απλά) για να ολοκληρωθεί η εικόνα». Θεωρείτε ότι η στοχοποίηση των παραπάνω ομάδων από την ακροδεξιά συνάδει με το όποιο αντιμνημονιακό/αντικαπιταλιστικό προφίλ που προσπαθεί να καλλιεργήσει;


Κοιτάξτε, όλο αυτό είναι προφανώς μια απάτη• αν ψάξει κανείς κάτι πιο συστημικό απ’ αυτούς, θα βρει τον τοίχο. Άλλωστε αυτό αναδεικνύεται από τη σχέση τους με το εφοπλιστικό κεφάλαιο και τη χρησιμοποίησή τους για σπάσιμο απεργιών από τους εργοδότες. Επιπλέον, υπάρχει μια διολίσθηση της τακτικής τους, που φάνηκε με το φόνο του Φύσσα: από μετανάστες έφτασαν να χτυπάνε αριστερούς και αντιφασίστες. Ο ίδιος ο Φύσσας ενσάρκωνε αυτήν την περίπτωση του αντιφασίστα που έχει τα χαρακτηριστικά εκείνα που είναι κοινά και σε έναν αντιεξουσιαστή και σε έναν κομμουνιστή. Είμαστε λοιπόν οι πρώτοι στόχοι, όχι μόνο για τους φασίστες, αλλά και για αυτούς που είναι πίσω από αυτούς, τους μηχανισμούς μέσα στο κράτος.

Πριν από ένα μήνα περίπου, από την Αμερική, ο πρωθυπουργός δήλωσε: «Έχουμε από τη μια πλευρά την περίπτωση της Χ.Α. και από την άλλη μία ακραία αντιπολίτευση, που ζητάει έξοδο από το ευρώ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ». Θα θέλατε να σχολιάσετε αυτή τη δήλωση;

Πρώτα και κύρια, η θεωρία των δύο άκρων, όπως έχει αποδείξει η ιστορία, που είναι μακριά, μαύρη και πολύ αιματηρή, πάντα στρεφόταν ενάντια στο ένα «άκρο», τον λαό, την αριστερά και οποιονδήποτε κοινωνικό αγωνιστή στέκεται απέναντί τους. Επίσης πρέπει να είναι κανείς αφελής για να νομίζει ότι δεν κινδυνεύουμε πια από το φασισμό, επειδή πέντε φασίστες μπήκαν φυλακή από τους ίδιους τους προστάτες τους. Δηλώσεις σαν του Σαμαρά έχουν απευθείας αποδέκτες την αριστερά, κοινοβουλευτική (ΚΚΕ και μια μερίδα τουλάχιστον του ΣΥΡΙΖΑ) και εξωκοινοβουλευτική (ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΕΕΚ, μαοϊκούς, αναρχικούς κ.λπ.), και όλο το μέτωπο της αντίστασης. Θεωρώ μέγα ατόπημα του ΣΥΡΙΖΑ ότι ψήφισε τη διακοπή της χρηματοδότησης της Χ.Α. κάνοντας έναν ανόητο συμβιβασμό, αφού στο τέλος τη διακοπή την αποφάσισε η κυβέρνηση με την απλή πλειοψηφία των 151 βουλευτών. Δεύτερον, η πρώτη εφαρμογή της θεωρίας των δύο άκρων, και πριν ακόμα από τη δήλωση Σαμαρά, αφορούσε ξεκάθαρα το κίνημα στις Σκουριές. Είναι εξωφρενικό να αποκαλούνται συλλήβδην τρομοκράτες όλοι οι κάτοικοι της Χαλκιδικής – δεξιοί, κεντρώοι, αριστεροί –, άνθρωποι δηλαδή που δεν θέλουν να πέσει το αρσενικό και να τους διαλύσει τη ζωή και τη γη τους, προκειμένου να υποστηριχθούν τα συμφέροντα του Μπόμπολα και άλλων τέτοιων επιχειρηματιών! Σκεφτείτε ότι κάποιοι από αυτούς τους ανθρώπους κρατούνται προφυλακισμένοι έξι μήνες, ενώ ο Παναγιώταρος είναι έξω!

Πιστεύετε ότι η όψιμη «ανακάλυψη» της εγκληματικής δράσης της Χ.Α. από τα ΜΜΕ και η ενδεχόμενη θεσμική αποκαθήλωσή της αρκούν για να αφαιρέσουν τις φασιστικές ρίζες που σίγουρα υπάρχουν σε ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας;

Δεν πρόκειται να γίνει κάτι τέτοιο. Ο φασισμός δεν πολεμάται με την παρέμβαση θεσμών που έχουν την ανάγκη να δραστηριοποιούν εξωθεσμικά όργανα. Πώς μπορεί να αγνοήσει κανείς τη διαπλοκή της Χ.Α. με την αστυνομία; Πάνω από τους μισούς αστυνομικούς – και επισήμως στα ειδικά τμήματα – ψήφισαν Χ.Α. Με όλη αυτή τη συζήτηση περί «ακροδεξιών θυλάκων» στην Αστυνομία μοιάζει σαν να υποστηρίζει κανείς ότι σε μια σφηκοφωλιά υπάρχουν μερικές μόνο «κακές» σφήκες που τσιμπάνε. Πώς θα γίνει «κάθαρση» εκεί; Είναι σαν να θέλει κανείς να βάλει το χέρι του στη σφηκοφωλιά και να βγάλει μία-μία τις σφήκες που τσιμπάνε. Αν το κάνει αυτό, θα χάσει τουλάχιστον το χέρι του… Δεν γίνεται λοιπόν έτσι• αυτοί οι μηχανισμοί δεν μεταρρυθμίζονται, μόνο τσακίζονται. Προσοχή όμως, δεν μιλάμε για κάποια δημοκρατική εκτροπή• άλλωστε την κατάλυση της δημοκρατίας την κάνει ο φασισμός. Εμείς προσβλέπουμε στην υπέρβαση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στην άμεση δημοκρατία των συμβουλίων.

Είστε ο γενικός γραμματέας του ΕΕΚ και έχετε από τη θέση αυτή ασκήσει κριτική στο σοσιαλισμό όπως αυτός εφαρμόστηκε σε άλλες χώρες και σε άλλες εποχές. Απέναντι σε μια κατάσταση όπως η παρούσα, όπου η αξιοπρέπεια του ανθρώπου βάλλεται, όπως άλλωστε τονίσατε στην ομιλία σας, τα ιδεώδη και οι κατακτήσεις του σοσιαλισμού φαντάζουν, ίσως, περισσότερο επίκαιρα από ποτέ. Πιστεύετε ότι σήμερα υπάρχει δυνατότητα να χαραχτεί ένας τέτοιος δρόμος απαλλαγμένος από τις στρεβλώσεις του παρελθόντος;

Καταρχήν πιστεύω ότι η Σοβιετική Ένωση είναι η πατρίδα του παγκόσμιου σοσιαλισμού και από αυτήν την άποψη οι σύντροφοί μου κι εγώ τοποθετούμαστε στα αριστερά του Περισσού. Το πρόβλημα είναι ότι όντως και ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός έχουν δυσφημιστεί από τα εγκλήματα, τις τραγωδίες και τις Βάρκιζες. Άλλωστε η δική μου εμπειρία, ιδιαίτερα από την εξέγερση του Δεκεμβρίου του 2008, είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που αυτοπροσδιορίζονται ως αντιεξουσιαστές έχουν σιχαθεί όλες τις οργανώσεις και τα κόμματα έτσι όπως έχουν λειτουργήσει ως τώρα, ταυτιζόμενα με συντηρητισμό, γραφειοκρατία και παχιά λόγια – και από αυτήν την άποψη ο Παύλος ήταν η φωνή των ανθρώπων αυτών, κι ας μην ξέρουμε αν ο ίδιος ήταν αναρχικός, κομμουνιστής ή οτιδήποτε άλλο. Επομένως χρειάζεται επίπονη δουλειά και πάλη για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε στον 21ο αιώνα, όχι νοσταλγία για επιστροφή στα παλιά, ούτε φυσικά μηδενισμός και ιστορική αμνησία. Η ιστορία της Σ. Ένωσης ήταν αντιφατική, όντας ένα έπος και μια τραγωδία ταυτόχρονα. Παρόλα τα πλήγματα όμως, η ίδια η παρούσα κρίση, 20 και πλέον χρόνια μετά την πτώση της Σ. Ένωσης, όταν και θεωρήθηκε ότι τελείωσε η ιστορία και ο κομμουνισμός, δείχνει ότι σήμερα το σύστημα καταρρέει το ίδιο από τα μέσα. Η επανάσταση ξανάρχεται στην επικαιρότητα. Μ’ όλες τις αντιφάσεις που αντιμετωπίζει, αυτό που ονομάστηκε αποπροσανατολιστικά «Αραβική Άνοιξη» είναι μια επανάσταση που δεν έχει τελειώσει ακόμα, γιατί η επανάσταση δεν είναι στιγμιαία. Είναι μια κατάσταση που βράζει.

Παραδοσιακά η χιακή κοινωνία υπήρξε φιλήσυχη. Ακόμα και σε περιόδους τεταμένες όπως η σημερινή, εδώ στο νησί, οι όποιες εντάσεις παραμένουν ακόμα σε χαμηλό επίπεδο. Ποιο είναι όμως το κλίμα στην Αθήνα, σε δρόμους και γειτονιές;

Καταρχάς υπάρχουν σύντροφοί μου στο ΕΕΚ – πολύ μαχητικοί κάποιοι από αυτούς –, που είναι Χιώτες, οπότε ίσως να μην είναι τόσο «φιλήσυχη» η χιώτικη κοινωνία. Επίσης και στον εμφύλιο, τους κομμουνιστές Χιώτες τους έβαζαν στην πλατεία να καταδικάζουν επισήμως τον κομμουνισμό, για να συντρίψουν και την αξιοπρέπειά τους και την όποια δυνατότητά τους να επανενεργοποιηθούν. Σίγουρα όμως είναι παράξενο να καλεί η «συντηρητική» Χίος τον τροτσκιστή που δικαζόταν πριν ένα μήνα… Σημάδια των καιρών! Κατά τα άλλα, η Αθήνα είναι ένα καζάνι που βράζει και ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σκάσει. Υπήρξε ο μεγάλος αγώνας των εκπαιδευτικών, υπάρχει ο αγώνας στα Πανεπιστήμια που συνεχίζεται, υπάρχει ένας αναβρασμός στα νοσοκομεία, τη ΛΑΡΚΟ την πάνε για κλείσιμο, υπάρχουν ανοιχτές πληγές παντού. Φυσικά ασκούνται και πιέσεις για να μπουν σε έναν «έλεγχο» τα πράγματα, με την ηγεσία της ΓΣΕΕ να κηρύσσει 24ωρες απεργίες, ενώ τρία χρόνια τώρα ελάχιστα κερδίσαμε από αυτές. Η γνώμη μας είναι ότι μόνο μια γενική πολιτική απεργία διαρκείας μπορεί να συγκινήσει τον κόσμο. Και ευτυχώς, ενώ κάποτε αυτή η προοπτική θεωρούνταν μια περιθωριακή πρόταση των τροτσκιστών, σήμερα εξετάζεται από ένα πολύ μεγαλύτερο κομμάτι του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος. Υπάρχουν λοιπόν παντού μικρές εστίες στην Αθήνα και σε όλη την Ελλάδα. Το πρόβλημα είναι ότι η μία εστία ακόμα δεν ξέρει τη διπλανή της, δεν έχουν ενωθεί όλες αυτές σε μία πυρκαγιά που θα τους κάψει όλους!



nprooptiki.blogspot.gr
Advertisements
 

Δημήτρης Κουσουρής: "Οι όροι και το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύσσεται ο φασισμός συνεχίζουν να υπάρχουν"

Με μια γενική ιδεολογική καταγγελία του φασισμού δεν απαντά κανείς στους μακρόχρονα ανέργους και σ’όσους πεινούν, τονίζει στο Πριν ο Δημήτρης Κουσουρής, προτάσσοντας ως προτεραιότητα την οργάνωση δομών αλληλεγγύης για να μπει ανάχωμα στην ακροδεξιά.
Συνέντευξη στον Γιώργο Λαουτάρη
 – Πριν 15 χρόνια, όταν σημειώθηκε η δολοφονική επίθεση εναντίον σας, η Χρυσή Αυγή ήταν μια εντελώς περιθωριακή οργάνωση, ενώ σήμερα είναι κομμάτι του κεντρικού πολιτικού σκηνικού. Δεν θα περίμενε κανείς ότι η είσοδος στη Βουλή θα ωθούσε το κόμμα αυτό σε μια περισσότερο νομότυπη δράση;

– Με κανέναν τρόπο. Η νομιμοποίηση μιας πολιτικής αντίληψης σε πλατιά κοινωνικά στρώματα, ποτέ δεν σήμαινε άμβλυνση των χαρακτηριστικών της. Και στην Ελλάδα μετά τις εκλογές του 2012, αναπτύχθηκε η φιλολογία ότι ο κόσμος θα καταλάβει το βίαιο πρόσωπο της Χρυσής Αυγής και θα απομακρυνθεί. Αυτό ήταν τουλάχιστον αφελές. Στο βαθμό που η καπιταλιστική κρίση συνεχίζει να πλήττει ένα τεράστιο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας οδηγώντας το στην εξαθλίωση, φτωχοποίηση, προλεταριοποίηση, συνεχίζουν να υπάρχουν οι όροι και το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύσσεται ο φασισμός.
– Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα είχε πολιτικό κίνητρο;
– Ήταν μια πολιτική δολοφονία που είχε προαναγγελθεί από τη Χρυσή Αυγή στις εργατικές γειτονιές του Πειραιά. Ήταν θέμα χρόνου το πότε θα συνέβαινε κάτι τέτοιο. Από την ταχύτητα αντίδρασης της ίδιας της κυβέρνησης είναι σαφές ότι κι εκείνοι το γνώριζαν και είχαν ετοιμαστεί για να διαχειριστούν την κατάσταση αναλόγως.
– Αν αύριο μπουν φυλακή κάποιοι βουλευτές ή στελέχη της Χρυσής Αυγής, δεν θα έχει γίνει ένα βήμα για τη λύση του προβλήματος;
– Θα έχουν αλλάξει σαφώς οι όροι του παιχνιδιού, μα είναι αυταπάτη να πιστεύει κανείς κάτι τέτοιο. Είτε κηρύξουν τη Χρυσή Αυγή εκτός νόμου, είτε ενεργοποιήσουν τον αντιτρομοκρατικό ή χρησιμοποιήσουν απλά τον ποινικό κώδικα για να στείλουν κάποιους στη φυλακή, θα απέχουμε ακόμα πολύ από το να τελειώνουμε με αυτή την ιστορία. Νομίζω ότι η δολοφονία του Παύλου Φύσσα, ενός παιδιού της εργατικής τάξης στρατευμένου στην υπόθεση της κοινωνικής χειραφέτησης, φέρνει στο προσκήνιο το μέγεθος της ζημιάς που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια. Σε αυτή τη μεταβατική περίοδο που δείχνει να ολοκληρώνει την ιστορική ήττα του εργατικού κινήματος όπως το γνωρίσαμε ως τώρα, ο διαλυμένος κοινωνικός ιστός και δημόσιος χώρος των φτωχογειτονιών όπου η ανεργία κι η ανέχεια είναι ο κανόνας για τη συντριπτική πλειοψηφία νέων ή γέρων, θα γινόταν έτσι κι αλλιώς το σκηνικό επί του οποίου αναλαμβάνουν δράση μπράβοι, χαφιέδες και συμμορίες κάθε είδους. Η παραβίαση των κανόνων του κοινοβουλευτισμού από τους ίδιους τους επίσημους φορείς του, το απότομο στένεμα της δημοκρατικής νομιμότητας με την ντε φάκτο κατάργηση βασικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, τα βαθιά ερείσματα που διαθέτει αδιάλειπτα εδώ και δεκαετίες η ακροδεξιά στο εσωτερικό του κρατικού μηχανισμού, σε συνδυασμό με την αντιδραστική, ρατσιστική στροφή κυβέρνησης και ΜΜΕ και την κατάρρευση των δυο βασικών πυλώνων της αστικής πολιτικής, δημιούργησαν τους όρους ούτως ώστε να είναι η Χρυσή Αυγή εκείνη που παρέχει πολιτική κάλυψη και ιδεολογική ταυτότητα σε αυτές τις συμμορίες, οργανώνοντάς τες γύρω από τις δυνάμεις που διαθέτουν και διακινούν τον πλούτο και στρέφοντάς τις ενάντια στους εναπομείναντες θύλακες οργάνωσης και αντίστασης του κόσμου της δουλειάς. Τα αστικά επιτελεία ασφαλώς γνωρίζουν πόσο ρευστές είναι οι πολιτικές ταυτότητες που συγκροτούνται στις παρούσες συνθήκες. Είναι σαφές ότι μετά τη δολοφονία η κυβέρνηση προσπαθεί να ανακτήσει τον έλεγχο και την πρωτοβουλία των κινήσεων και να δώσει μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση, δεξιά, αριστερά, μέσα και έξω από τη χώρα.
– Η αυξημένη επιρροή της Χρυσής Αυγής είναι συγκυριακό φαινόμενο ή ήρθε για να μείνει;
– Αυτό θα εξαρτηθεί από τον καθένα από εμάς κι όλους μαζί. Η Χρυσή Αυγή είναι ένα από τα πολλά πρόσωπα του φασισμού, το πιο αποκρουστικό από όσα έχουμε δει μετά τη μεταπολίτευση. Σε κάθε περίπτωση, το αμέσως επόμενο διάστημα θα επιχειρηθεί ο προσεταιρισμός της εκλογικής της βάσης στην κατεύθυνση του ελέγχου του νόμιμου ή παράνομου ένοπλου βραχίονα του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας. Άρα η Χρυσή Αυγή μπορεί και να εξαφανιστεί, όχι όμως και ο φασισμός, όσο παραμένει και διευρύνεται η σφαίρα ανομίας μέσα στην οποία η ντόπια και διεθνής ολιγαρχία του πλούτου εδραιώνει διά της ωμής βίας την κυριαρχία της εις βάρος των εργαζομένων.

– Εδώ και αρκετό καιρό βιβλία, άρθρα, εκπομπές έχουν φωτίσει από όλες τις πλευρές τις ναζιστικές αναφορές της Χρυσής Αυγής. Πώς ερμηνεύετε το γεγονός ότι αυτή η επιχειρηματολογία δεν πείθει;
– Η ιδεολογικοποίηση του πολιτικού αγώνα είναι μια όψη της αστικής πολιτικής που βόλεψε τους δημοσιογράφους του λεγόμενου «δημοκρατικού τόξου» και γέννησε πολλές αυταπάτες και στην Αριστερά. Πώς μπορεί κανείς με μια γενική, ιδεολογική καταγγελία να απαντήσει στους μακρόχρονα ανέργους, σ’ όσους πεινούν και τρώνε στα συσσίτια της εκκλησίας, σ’ όσους κοιμούνται στο κρύο και στο σκοτάδι, στους νέους για τους οποίους το μέλλον παραμένει ερμητικά κλειστό; Η καταγγελία κι η αποκάλυψη του ναζισμού είναι μεν εκ των ων ουκ άνευ, ωστόσο ότι αυτό θα αρκούσε είναι βαθιά αυταπάτη, όπως αποδείχτηκε τα τελευταία τρία χρόνια. Και ως γνωστόν, το να επιμένεις να δοκιμάζεις τις ίδιες μεθόδους περιμένοντας διαφορετικά αποτελέσματα είναι ίδιον της παράνοιας ή της ανοησίας. Ιστορικά ο φασισμός γεννήθηκε σαν μαζικό ρεύμα της αντεπανάστασης από την ήττα του εργατικού κινήματος στο μεσοπόλεμο κι αναγεννήθηκε ως «σκοτεινή πλευρά» του νεοφιλελευθερισμού μετά την υποχώρηση του εργατικού κινήματος που ακολούθησε την κρίση της δεκαετίας του 1970. Δυο δεκαετίες μετά το θρίαμβο του νεοφιλελεύθερου κοινοβουλευτισμού, η κρίση έχει στενέψει δραματικά τις δυνατότητες διατήρησης και διαχείρισης του στάτους κβο με αμιγώς κοινοβουλευτικά μέσα στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ, στην Κίνα ή στην Αίγυπτο. Ο φασισμός ανακάμπτει ως εξουσιαστική λύση στην ευρωπαϊκή του κοιτίδα, στην Ελλάδα, στην Ουγγαρία, στη Νορβηγία, στη Γαλλία και αλλού. Ο στόχος του είναι και πάλι η εδραίωση της ήττας και της διάλυσης του εργατικού κινήματος. Κι άρα η μεταβλητή που θα κρίνει το χαρακτήρα της αναμέτρησης και την τελική του έκβαση, τώρα όπως και τότε, είναι η πραγματική κατάσταση και οργάνωση των προλεταρίων. Το ιστορικό στοίχημα του καιρού μας βρίσκεται λοιπόν ανάμεσα σε μια μακρά νύχτα παγκόσμιας αυταρχικής κυριαρχίας των δυνάμεων του κεφαλαίου και στην αναγέννηση του εργατικού κινήματος, σε ρήξη με το φασισμό αλλά και με τις δυνάμεις του κεφαλαίου που τον γεννούν, τον συντηρούν και τον δυναμώνουν.
kousouris_1
– Πώς πρέπει να αντιδράσει η Αριστερά;
– Οι διαφορετικές δυνάμεις της Αριστεράς επέλεξαν πολύ συχνά μια αμυντική στάση διατήρησης του λιγοστού χώρου πολιτικής δράσης που απομένει διαθέσιμος ή την παλιά καλή υπεκφυγή της επίκλησης κάποιου αφηρημένου σχεδίου εργατικής χειραφέτησης μακριά από την πραγματική κίνηση των κοινωνικών υποκειμένων ενός τέτοιου σχεδίου. Αν θέλουμε όμως πραγματικά να μιλήσουμε για τσάκισμα του μαζικού φασιστικού ρεύματος που έχει συγκροτηθεί, είναι καιρός να οργανώσουμε την αλληλεγγύη, την αντίσταση εργαζομένων και ανέργων.
– Πόσους χωράει το αντιφασιστικό μέτωπο;
– Αν συμφωνούμε πως ο φασισμός είναι μια ακραία, αυταρχική εκδοχή του καπιταλισμού και μια κοινωνική συμμαχία ανάμεσα στους μεγάλους και τους μικρούς ιδιοκτήτες για την υπεράσπιση των κυρίαρχων σχέσεων ιδιοκτησίας, τότε ξεκαθαρίζουμε πρώτα απ’ όλα τα ταξικά, εργατικά χαρακτηριστικά του αντιφασιστικού μετώπου. Χωράει πολλούς λοιπόν, την εργαζόμενη κοινωνική πλειοψηφία. Σε αυτή τη βάση, η οργάνωση της αντιφασιστικής δράσης αποτελεί ευθύνη όλων όσοι σκέφτονται και δρουν αντιπαραθετικά με την καπιταλιστική βαρβαρότητα, στις τοπικές πρωτοβουλίες, συνελεύσεις, στις αμέτρητες διαδικτυακές ή έντυπες εκδοτικές απόπειρες, στις δομές αλληλεγγύης, λαϊκής αυτοοργάνωσης και συνεργατικής οικονομίας, σε μαθητικούς και φοιτητικούς συλλόγους, εργατικά σωματεία και λέσχες, που είτε είναι πολιτικά ανένταχτοι είτε κινούνται στους χώρους του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή του αναρχοσυνδικαλισμού. Κι αν από την άλλη, φασισμός είναι τόσο τα ναζιστικά τάγματα εφόδου όσο και το καθεστώς έκτακτης ανάγκης όπου η κυβέρνηση νομοθετεί πέρα από κάθε λαϊκό έλεγχο και οι δυνάμεις καταστολής δρουν ανεξέλεγκτα ενάντια στο λαϊκό κίνημα καταλύοντας κατά βούληση συνταγματικά κατοχυρωμένες ελευθερίες. Οπότε, ένα αντιφασιστικό μέτωπο εξ ορισμού αποκλείει όσους συναινούν, τροφοδοτούν ή διαχειρίζονται αυτήν την πραγματικότητα.
– Αν πηγή της κρίσης είναι η κυβερνητική πολιτική, μια εναλλαγή στην κυβέρνηση από μια αριστερή δύναμη θα ήταν κάποια απάντηση;
– Χρησιμοποιώντας το φόβο ως τεχνική κυριαρχίας, τα αστικά επιτελεία επιχειρούν σήμερα να σταθεροποιήσουν το πολιτικό σύστημα μαντρώνοντας τα αριστερά και δεξιά «άκρα» στα κόμματα του λεγόμενου συνταγματικού τόξου. Η στρατηγική της έντασης στοχεύει να καταστήσει σαφές πως στο βαθμό που θα επιχειρήσει να αναμετρηθεί σε βάθος με τα στηρίγματα του φασισμού στον κρατικό μηχανισμό, την αστυνομία, το στρατό κ.ο.κ. και να αναδιαπραγματευθεί τη θέση της χώρας στην ΕΕ και την ευρωζώνη, μια αριστερή κυβέρνηση θα είναι αναμφίβολα καλύτερη από την αυταρχική δεξιά του Σαμαρά. Αυτή η παραδοχή περιέχει ωστόσο πολλές παγίδες, επειδή είναι εξαιρετικά αμφίβολο το αν μπορεί να διαμορφωθεί μια κοινοβουλευτική αριστερή πλειοψηφία, όσο οι δυνάμεις του παλαιοκομματικού, μνημονιακού μπλοκ κρατάνε το μαχαίρι και το καρπούζι καταστρατηγώντας τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού που οι ίδιοι έθεσαν. Επειδή, ακόμα και αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ο έλεγχος ενός κρατικού μηχανισμού διαβρωμένου από την ακροδεξιά και γεμάτου από πραιτωριανούς του «παλαιού καθεστώτος» θα ήταν εξαιρετικά δύσκολος. Τέλος, επειδή, όπως το έχει αποδείξει επανειλημμένα η καθ’ ημάς ιστορική εμπειρία, κάθε φορά που, σε συνθήκες κλονισμού της αστικής κυριαρχίας, οι δυνάμεις της Αριστεράς εγκατέλειψαν την προοπτική της ρήξης με τον καπιταλισμό και το πρόταγμα ενός σχεδίου κοινωνικής χειραφέτησης κι αυτοεγκλωβίστηκαν μετά τη Βάρκιζα, τα Ιουλιανά, τη Μεταπολίτευση, σε μια γραμμή υπεράσπισης της δημοκρατικής νομιμότητας, οδηγήθηκαν με μαθηματική ακρίβεια στη φυσική και πολιτική εξόντωση, στην ενσωμάτωση ή την περιθωριοποίηση.
Πηγή:ΠΡΙΝ
 
Image

Η σχέση της Χρυσής Αυγής με τις ένοπλες δυνάμεις: συνέντευξη της Επιτροπής Αλληλεγγύης Στρατευμένων "στο Κόκκινο FM 105,5"

 

Δημήτρης Κουσουρής: «Το αίμα που χύθηκε και έχει χυθεί τόσα χρόνια δεν μπορεί να μείνει ατιμώρητο»


Συνέντευξη στον Παναγιώτη Κωνσταντίνου

«Είναι σαφές πως η Χρυσή Αυγή λειτουργεί σε καθεστώς ασυλίας ώστε να χτυπάει στην καρδιά των εργατικών γειτονιών του Πειραιά, πρωτοπόρους αγωνιστές του λαϊκού κινήματος. Προηγήθηκαν τα χτυπήματά της στο Πέραμα αλλά και στην ευρύτερη περιοχή. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Είχαν προηγηθεί επιθέσεις σε μετανάστες. Προφανώς ένιωσαν σε καθεστώς ασυλίας με πολιτική νομιμοποίηση από τον ξενοφοβικό λόγο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης κι από την πλευρά της ίδιας της κυβέρνησης», αναφέρει για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Σε ακόμη μια περίπτωση μια μερίδα της ελληνικής κοινωνίας, μέσα ενημέρωσης, δημοσιογράφοι και πολιτικοί «πέφτουν από τα σύννεφα». «Η Χρυσή Αυγή ήταν μια οργάνωση φασιστική με εγκληματική δράση και αυτό το ήξεραν όλοι εδώ και καιρό. Δεν έπεσε καμία μάσκα με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Ως μαζικό ρεύμα, η Χρυσή Αυγή αναπτύχθηκε πάνω στην εξαθλίωση και την απελπισία που σκόρπισε στην κοινωνία η κρίση και η πολιτική των μνημονίων. Η Χρυσή Αυγή αναπτύχθηκε στο γόνιμο έδαφος της νομιμοποίησης ξενοφοβικών, εθνικιστικών, ρατσιστικών ιδεών από μεγάλα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τη ρατσιστική πολιτική και προπαγάνδα των κυβερνήσεων», τονίζει και συνεχίζει:

«Θα πρέπει επιτέλους να μην μιλάμε απρόσωπα. Δεν φταίει γενικά κι αόριστα το “πολιτικό σύστημα”. Οι πολιτικές ευθύνες ανήκουν στο πολιτικό προσωπικό των δύο κόμματων που διαχειρίζονταν την εξουσία σε όλη την μεταπολίτευση, και τώρα τη μοιράζονται, στον τρόπο με τον οποίο καταρχήν συντήρησαν την ύπαρξη και την αναπαραγωγή ακροδεξιών νεοφασιστικών οργανώσεων και κατά δεύτερο λόγο στον τρόπο που επέτρεψαν την άλωση σημαντικών κομματιών των σωμάτων ασφαλείας από αυτές τις δυνάμεις. Αυτό το ξέρουν όλοι. Από το χτύπημα ενάντια σε μένα και τους συντρόφους μου το 1998, από τη μυστική έκθεση που μιλάει για διασυνδέσεις Χρυσής Αυγής και αστυνομίας από το 1999, από τις δεκάδες χτυπήματα ενάντια σε αριστερούς και μετανάστες, από τις κοινές επιχειρήσεις με την αστυνομία που έχει δει όλος ο κόσμος από το 2004. Μέχρι και την Τετάρτη, στη διαδήλωση της Αμφιάλης μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα είδαμε τέτοιες εικόνες. Ακόμα και την ώρα της δολοφονίας σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες η αστυνομία ήταν παρούσα.».

«Είναι πράγματα που τα ξέρουν όλοι. Οι μετάνοιες του τύπου ‘τώρα καταλάβαμε τι είναι η Χρυσή Αυγή’ είναι μάλλον υποκριτικές. Αν ο πολύς κόσμος ήξερε κάτι μέχρι την άνοιξη του 2012 ήταν η βίαιη δράση της Χρυσής Αυγής. Σε μια περίοδο κλονισμού των βασικών πυλώνων της αστικής πολιτικής, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, αλλά και κατάρρευσης του ΛΑΟΣ μετά τη συμμετοχή του στη μνημονιακή κυβέρνηση, η Χρυσή Αυγή ήταν χρυσή εφεδρεία για να μην στραφεί η οργή του λαού εναντίον εκείνων που καταδίκαζαν τους εργαζόμενους στη φτώχια και την ανεργία. Ακολούθησε μια εκτεταμένη επιχείρηση νομιμοποίησης των εθνικιστικών, ξενοφοβικών, ρατσιστικών ιδεών κι εξοικείωσης με τη δράση των φασιστικών ομάδων. Τότε λίγο-πολύ άρχισαν να διοχετεύονται μέσω των ΜΜΕ ιστορίες σαν κι αυτές με τις γριούλες και τα ΑΤΜ.  Κι ασφαλώς αυτό δεν το έκανε μόνη της η Χρυσή Αυγή. Έβαλαν το χέρι τους και όσοι τους στήριξαν για χρόνια, γνωστά επιχειρηματικά συμφέροντα και κύκλοι του “βαθέος κράτους”. Γι’αυτό πιθανότατα τα τάγματα εφόδου ένιωθαν ότι είχαν αρκετά ισχυρές πλάτες για να δολοφονήσουν τον Παύλο Φύσσα μπροστά στα μάτια της αστυνομίας».

Προσπαθούν να μαζέψουν την αγέλη που αμόλυσαν

Σχετικά με την αντίδραση της δικομματικής κυβέρνησης μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, ο Δημήτρης Κουσουρής αναφέρει χαρακτηριστικά: « Εν μέσω της εσωτερικής και διεθνούς κατακραυγής, ενόψει και της προεδρίας της χώρας στην ΕΕ, η κυβέρνηση που στο μεταξύ έχει καταστρατηγήσει επανειλημμένα τους κανόνες του κοινοβουλευτισμού και βασικά δημοκρατικά δικαιώματα, προσπαθεί να αντλήσει νομιμοποίηση εμφανιζόμενη ως εγγυητής της δημοκρατικής νομιμότητας. Το γκροτέσκο του πράγματος είναι πως  αναθέτουν στο Βορίδη, που κατάγεται από την ίδια πολιτική μήτρα, ρόλο εκπαιδευτή της αγέλης που αμόλησαν ενάντια στο εργατικό κίνημα».

«Στο βαθμό που η καπιταλιστική κρίση που ζούμε συνεχίζει να παράγει φτώχεια και εξαθλίωση ο φασισμός θα παραμένει πρόβλημα και κίνδυνος. Ο φασισμός δεν είναι απειλή που έρχεται από το μέλλον, είναι ήδη εδώ, στην φαλκίδευση του κοινοβουλευτισμού από κυβερνήσεις που νομοθετούν με διατάγματα και πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, στην κατάργηση βασικών δημοκρατικών ελευθεριών, όπως η απαγόρευση των απεργιών κ.ο.κ. Βρίσκεται στην εκτεταμένη ζώνη ανομίας εντός της οποίας δρουν από  κοινού οι επίσημοι μηχανισμοί του Κράτους, αλλά και παραστρατιωτικά τάγματα εφόδου χτυπώντας τον εσωτερικό εχθρό: το εργατικό κίνημα», δηλώνει και σημειώνει πως καθόλου τυχαία η δολοφονία του Παύλου Φύσσα συνέβη στη μέση μιας μεγάλης απεργίας.

«Όπως και η επίθεση κατά στελεχών του ΚΚΕ στο Πέραμα ήταν μια επίθεση που είχε προαναγγελθεί από εκείνους που ήθελαν να υπερασπιστούν, όπως οι ίδιοι δήλωναν μπροστά στις κάμερες, τους εφοπλιστές “τους”. Εξάλλου την επόμενη της στυγερής δολοφονίας κάποιος που υπογράφει ως “πρώην υφυπουργός” εμφανίζεται σε σάιτ τραπεζιτών και χρηματιστών (banknews.gr) προτρέποντας το Μιχαλολιάκο να “καταδικάσει τις ακρότητες για να μη χάσει την εκλογική του πελατεία”».
Πώς αντιμετωπίζεται ο φασισμός;

Σχετικά με το σενάριο να τεθεί εκτός νόμου η Χρυσή Αυγή, ο Δημήτρης Κουσουρής επισημαίνει πως « κάτι τέτοιο θα ήταν μάλλον ατελέσφορο κι εν τέλει επικίνδυνο. Πρώτον επειδή η Χρυσή Αυγή έχει απολαύσει την ασυλία των διωκτικών και δικαστικών μηχανισμών για χρόνια. Όπως έλεγε ο Μπρεχτ για το φασισμό, οι μάσκες του με τον καιρό αλλάζουν, τίποτα δε διασφαλίζει πως δε θα δημιουργηθεί ένα ή περισσότερα μορφώματα, με άλλο όνομα, που θα δρουν με τον ίδιο τρόπο. Τέλος, σε μια περιόδο όπου η θεωρία των δυο άκρων είναι επίσημη κρατική ιδεολογία, τέτοιες λύσεις ανοίγουν ολισθηρούς δρόμους για μια περαιτέρω περιστολή τηε δημοκρατικής νομιμότητας.  Αν υπάρχει θεσμική λύση, αυτή θα ήταν ίσως σχετικά να ενταχθεί η Χρυσή Αυγή και επίσημα ως ειδικό (αντικομμουνιστικό, αντιμεταναστευτικό) σώμα της αστυνομίας, ώστε τουλάχιστον να είναι γνωστοί οι πολιτικοί υπεύθυνοι για τη δράση της».

«Και για να μιλήσουμε και λίγο πιο σοβαρά», συνεχίζει ο κ. Κουσουρής, ο περιορισμός του φασιστικού φαινομένου  «είναι υπόθεση ανασυγκρότησης και αναγέννησης του εργατικού κινήματος». «Χρειάζεται η οργάνωση ταξικών σωματείων για εργαζόμενους και ανέργους, η συγκρότηση των ανεξάρτητων συλλογικοτήτων και πρωτοβουλιών αλληλεγγύης σε κάθε γειτονιά, πλατεία, σχολείο και χώρο δουλειάς, κοινή δράση των διαφορετικών κομματιών της Αριστεράς, ξεπερνώντας τις παγιωμένες αδυναμίες και ιδεολογικές αγκυλώσεις του παρελθόντος.

Οι ψηφοφόροι των νεοναζί δεν έχουν πλέον καμία δικαιολογία

Μετά την εκλογική άνοδο της Χρυσής Αυγής πολλοί υποστήριζαν πως ένα μέρος των ψηφοφόρων δεν γνώριζαν τι ακριβώς ήταν. Ωστόσο το νεοναζιστικό κόμμα, και μετά από σειρά αποκαλύψεων, δημοσκοπικά ανέβασε τα ποσοστά του και αυτή η άνοδος οδήγησε και στην αποθράσυνση με καθημερινά ναζιστικά σόου από τους βουελυτές του. «Μια πλευρά της πραγματικότητας είναι πως ένα ακροδεξιό ρεύμα κι ένα απόθεμα φασιστικών, ρατσιστικών και αντικομμουνιστικών ιδεών που “εξημερώθηκαν” προσωρινά και ενσωματώθηκαν στο εσωτερικό των δυο μεγάλων κομμάτων όσο λειτουργούσαν οι μηχανισμοι αναπαραγωγής του πολιτικού συστήματος και του κυρίαρχου κοινωνικο-οικονομικού μπλοκ, ήρθαν ξανά στην επιφάνεια στα χρόνια της κρίσης. Αυτό είναι γεγονός. Από την άλλη, ανάμεσα στις αιτίες ανάδυσης ενός μαζικού φασιστικού ρεύματος  βρισκεταί ασφαλώς και η αδυναμία των δυνάμεων της αριστεράς να εκφράσουν στην πράξη ένα πειστικό συλλογικό πρόταγμα μετασχηματισμού της κοινωνίας », σημειώνει ο ο κ. Κουσουρής.

«Σε κάθε περίπτωση πάντως, όσοι κατά την τελευταία τριετία ψήφισαν ή στήριξαν τη Χρυσή Αυγή ως “αντισυστημική” λύση ή ως “τιμωρία” του δικομματισμού,  δεν είχαν κατά τη γνώμη μου ούτως ή άλλως το ελαφρυντικό της αγνοίας και πλέον δεν μπορούν να την επικαλεστούν ούτε ως πρόσχημα.»

Καταλήγοντας ο Δημήτρης Κουσουρής αναφέρει πως « Κανείς δεν είναι αμέτοχος ή αθώος. Το αίμα που χύθηκε και έχει χυθεί τόσα χρόνια δεν μπορεί να μείνει ατιμώρητο. Είναι επείγον σήμερα, απέναντι στη διαδικασία μετατροπής της δημοκρατίας σε ένα άδειο κέλυφος δίχως περιεχόμενο, να οργανωθεί σε νέες βάσεις ένα κίνημα των εργαζομένων και των δυο εκατομμυρίων ημιαπασχολούμενων και ανέργων -το μόνο που είναι σε θέση να ανασυγκροτήσει την οικονομία, τους κοινωνικούς δεσμούς, το διαλυμένο δημόσιο χώρο, να δώσει πραγματικό περιεχόμενο στη δημοκρατία, να ακυρώσει στην πράξη την οικονομική, πολιτική και φυσική εξόντωση της νιότης και της παραγωγικής ραχοκοκκαλιάς της χώρας».




Πηγή:tvxs
 

Συνέντευξη για την Απεργία των Καθηγητών

 

Σάββας Μιχαήλ: «Ενσαρκώνω τη φαντασίωση του κάθε φασίστα»

«Είμαι τροτσκιστής, Εβραίος και αντιφασίστας. 
Ενσαρκώνω τη φαντασίωση του κάθε φασίστα.
Έπρεπε να ήμουν και ομοφυλόφιλος, 
όχι φυσικά ότι έχω κάποιο πρόβλημα,
για να ολοκληρωθεί η εικόνα.
Θέλω να ευχαριστήσω όλους όσοι συμπαραστέκονται σε αυτόν τον αγώνα»
Σάββας Μιχαήλ

Παραθέτουμε στη συνέχεια την συνέντευξη Τύπου (δόθηκε στις 29 Αυγούστου) για τη δίωξη ενάντια στον Σάββα Μιχαήλ από τη Χρυσή Αυγή


Το κάλεσμα του ΕΕΚ για την αυριανή δίκη εδώ

Όλοι στη δίκη, στην πρώην σχολή Ευελπίδων την Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου

 

Γκέτο και αντι-γκέτο: Μια ανατομία της νέας αστικής φτώχειας


images (1)  Ο Loic Wacquant μιλά για το νέο του βιβλίο, Urban Outcasts, μία ανάλυση των μεταμορφώσεων των αμερικανικών γκέτο και των ευρωπαϊκών αστικά υποβαθμισμένων περιοχών που παρουσιάζουν συγκέντρωση μεταναστών. Υποστηρίζει ότι τα banlieues της Κόκκινης Ζώνης στη Γαλλία συγκροτούν, αυτό που ονομάζει, αντι-γκέτο: χώρους εθνικά ανομοιογενείς, με πορώδη σύνορα, φθίνοντες θεσμούς, και χωρίς μια κοινή πολιτιστική ταυτότητα.

Στο Urban Outcasts (Απόβλητοι των πόλεων) κάνετε μια μεθοδική σύγκριση της εξέλιξης του μαύρου αμερικανικού γκέτο και της γαλλικής λαϊκής περιφέρειας ή banlieue,τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Γιατί επιχειρήσατε αυτή τη σύγκριση και τι αποκαλύπτει για το μεταβαλλόμενο πρόσωπο της φτώχειας στην πόλη;

Loic Wacquant: Αυτό το βιβλίο γεννήθηκε από τη σύγκλιση δύο σοκ, το πρώτο προσωπικό και το δεύτερο πολιτικό. Το προσωπικό σοκ ήταν η ανακάλυψη, από πρώτο χέρι, του μαύρου αμερικανικού γκέτο – ή αυτού που απέμεινε- όταν μετακόμισα στο Σικάγο κι έζησα για έξι χρόνια στην περιφέρεια της Νότιας Πλευράς της πόλης. Ερχόμενος από τη Γαλλία, σοκαρίστηκα από την ένταση της αστικής ερήμωσης, του φυλετικού διαχωρισμού, της κοινωνικής στέρησης και της βίας του δρόμου που συγκεντρώνονται σ’ αυτή την terra non grata , την οποία οι ‘απέξω’, συμπεριλαμβανομένων πολλών διανοουμένων, φοβούνται, αποφεύγουν και υποτιμούν.

images

Το πολιτικό σοκ ήταν ο διάχυτος ηθικός πανικός για τη γκετοποίηση στη Γαλλία και σ’ ένα μεγάλο μέρος της Δυτικής Ευρώπης. Στη δεκαετία του 1990, τα μέσα επικοινωνίας, οι πολιτικοί, ακόμη και κάποιοι ερευνητές, είχαν φτάσει να πιστεύουν ότι οι εργατικές γειτονιές στις περιφέρειες ευρωπαϊκών πόλεων μετατρέπονταν σε γκέτο, κατά το πρότυπο των Ηνωμένων Πολιτειών. Έτσι η δημόσια συζήτηση και η κρατική πολιτική επαναπροσδιορίζονταν προς την καταπολέμηση της ανάπτυξης των λεγόμενων γκέτο, με βάση την αντίληψη ότι υπήρχε ‘αμερικανοποίηση’ της αστικής φτώχειας, δηλαδή ότι διακρινόταν από μια όλο και βαθύτερη εθνική διαίρεση, αυξανόμενο διαχωρισμό και αχαλίνωτη εγκληματικότητα.

Το άθροισμα αυτών των δυο σοκ γέννησε το ερώτημα που έδωσε ζωή σε μια δεκαετία έρευνας: υπάρχει σύγκλιση μεταξύ των αμερικανικών γκέτο και των ευρωπαϊκών αστικά υποβαθμισμένων περιοχών που παρουσιάζουν συγκέντρωση μεταναστών, και εάν όχι, τότε τι συμβαίνει; Και τι καθορίζει τη μεταμόρφωσή τους; Για να απαντήσω σ’ αυτές τις ερωτήσεις, μάζεψα στατιστικά στοιχεία και έκανα επιτόπια παρατήρηση σ’ ένα ρημαγμένο τμήμα της Μαύρης Ζώνης’ του Σικάγο και σε ένα αποβιομηχανοποιημένο προάστιο της ‘Κόκκινης Ζώνης’ του Παρισιού, μεταξύ του αεροδρομίου του Ρουασί και της πρωτεύουσας. Επίσης, κατασκεύασα ξανά την ιστορική τροχιά τους, γιατί κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι συνέβη σ’ αυτές τις παρακμασμένες γειτονιές, στη δεκαετία του 1990, αν δεν λάβει υπόψη τον πλήρη κύκλο του εικοστού αιώνα, που σφραγίστηκε από την άνθιση και, στη συνέχεια, το τέλος της βιομηχανοποίησης τύπου Φορντ και Κεϊνσιανού κράτους πρόνοιας.

Τι συνέβη λοιπόν στην αμερικανική Μαύρη Ζώνη και τη γαλλική Κόκκινη Ζώνη και κατά πόσο συγκλίνουν;

Loic Wacquant:Για την αμερικανική πλευρά έδειξα ότι, μετά τις ταραχές της δεκαετίας του 1960, το γκέτο των μαύρων εξερράγη ή, αν θέλετε, κατέρρευσε, λόγω της ταυτόχρονης σύμπτυξης της οικονομίας της αγοράς και της περιστολής του κοινωνικού κράτους. Το αποτέλεσμα ήταν μια νέα αστική μορφή που ονομάζω υπεργκέτο, η οποία χαρακτηρίζεται από διπλό αποκλεισμό με βάση τη φυλή και την τάξη και ενισχύεται από μια κρατική πολιτική που σχετίζεται με την υποχώρηση της πρόνοιας και την αστική εγκατάλειψη. Όταν λοιπόν μιλάμε για το αμερικανικό γκέτο, επιβάλλεται να το τοποθετούμε ιστορικά και να μην το συγχέουμε με το ‘κοινοτικό γκέτο’ της δεκαετίας του 1950 και τον απόγονο του τού τέλους του αιώνα. Το κοινοτικό γκέτο ήταν ένας κόσμος παράλληλος, ‘μια μαύρη πόλη μέσα στη λευκή’, όπως αναφέρουν οι αφρο-Αμερικανοί κοινωνιολόγοι St. Clair Drake και Horace Cayton,στο σπουδαίο βιβλίο τους Black Metropolis. Χρησίμευε ως δεξαμενή ανειδίκευτων εργατικών χεριών για τα εργοστάσια και ο πυκνός ιστός των οργανώσεών του αποτελούσε ένα είδος προστασίας έναντι της κυριαρχίας των λευκών. Με την από-βιομηχανοποίηση και τη μεταστροφή στον χρηματοοικονομικό καπιταλισμό, το υπεργκέτο δεν έχει οικονομική λειτουργία και στερείται κοινοτικών οργανώσεων, τις οποίες υποκατέστησαν κρατικοί θεσμοί κοινωνικού ελέγχου. Είναι ένα εργαλείο σκέτου αποκλεισμού, ένα απλό δοχείο υποδοχής για τα στιγματισμένα τμήματα του μαύρου προλεταριάτου: τους άνεργους, τους αποδέκτες της πρόνοιας, τα εγκληματικά στοιχεία και τους συμμετέχοντες στην ανθούσα παραοικονομία.

banlieue-54

Σε ό, τι αφορά στη γαλλική πλευρά, αποδεικνύεται πως τα κυρίαρχα μέσα επικοινωνίας και η αντίληψη πολιτικής κάνουν λάθος: οι περιφέρειες των χαμηλότερων τάξεων έχουν υποστεί μια διαδικασία εξαθλίωσης και σταδιακής αποσύνθεσης που τις απομάκρυνε από το πρότυπο του γκέτο. Το γκέτο είναι ένας εθνικά ομοιογενής θύλακας που περιλαμβάνει όλα τα μέλη μιας κατώτερης κατηγορίας και τους θεσμούς τους, αποτρέποντας την πρόκληση εντάσεων στην πόλη. Σήμερα, τα παρακμάζοντα banlieues είναι μικτά και, τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, έχουν γίνει πιο ποικίλα από πλευράς εθνικής στρατολόγησης – περιλαμβάνουν συνήθως μια πλειοψηφία Γάλλων πολιτών και μετανάστες από δυο έως και τρεις ντουζίνες εθνικότητες. Η αυξανόμενη παρουσία αυτών των μεταναστών της μετα-αποικιακής εποχής οφείλεται στη μείωση του χωροταξικού διαχωρισμού τους : παλιότερα ήταν αποκλεισμένοι από τα δημόσια συγκροτήματα κατοικιών και επομένως πιο απομονωμένοι. Και οι κάτοικοι που ανέρχονται στην ταξική δομή μέσα απ’ το σχολείο, την αγορά εργασίας ή την επιχειρηματικότητα σπεύδουν να εγκαταλείψουν αυτές τις υποβαθμισμένες περιοχές.
Τα banlieues της Κόκκινης Ζώνης έχουν επίσης χάσει τους περισσότερους από τους τοπικούς θεσμούς που συνδέονταν με το Κομμουνιστικό Κόμμα (στο οποίο χρωστούν το υποκοριστικό τους), οργάνωναν τη ζωή γύρω από το τρίο του εργοστασίου, του συνδικάτου και της γειτονιάς κι έδιναν στον κόσμο συλλογική περηφάνια για την τάξη και την πόλη του. Η εθνική ανομοιογένεια, τα πορώδη σύνορα, η φθίνουσα θεσμική πυκνότητα και η ανικανότητα να δημιουργήσουν μια κοινή πολιτιστική ταυτότητα έκαναν αυτές τις περιοχές το αντίθετο των γκέτο: είναι αντι-γκέτο.

Αυτό δεν συνάδει με την εικόνα που περιγράφουν τα γαλλικά μέσα ενημέρωσης, οι πολιτικοί τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς και οι ακτιβιστές που κινητοποιούνται γύρω από θέματα μετανάστευσης, φυλής και υπηκοότητας, ιδιαίτερα μετά το κύμα ταραχών που σάρωσε τα banlieues των χαμηλότερων τάξεων, τον Νοέμβριο του 2005.

Loic Wacquant:Αυτή είναι μια καλή απεικόνιση, μια καίρια συμβολή της κοινωνιολογίας στην πολιτική συζήτηση: μέσα από τη διαμόρφωση ιδεών και τη συστηματική παρατήρηση, φανερώνει τα αγεφύρωτα κενά- στη συγκεκριμένη περίπτωση την πλήρη αντίφαση- ανάμεσα στη δημόσια αντίληψη και την κοινωνική πραγματικότητα. Οι μετανάστες και τα παιδιά τους στη γαλλική πόλη έχουν μάλλον αναμιχθεί παρά διαχωριστεί. Το κοινωνικό προφίλ και οι ευκαιρίες τους έχουν μάλλον πλησιάσει εκείνες των γηγενών Γάλλων αντί να είναι διαφορετικές, ακόμη κι αν πλήττονται από υψηλότερα ποσοστά ανεργίας. Διαχέονται περισσότερο στο χώρο, αντί να συγκεντρώνονται. Και επειδή τώρα είναι πιο ‘ενσωματωμένοι’ στην εθνική ζωή και ανταγωνίζονται για τα συλλογικά αγαθά, τους βλέπουν ως απειλή και η ξενοφοβία διογκώνεται ανάμεσα στα γηγενή τμήματα της εργατικής τάξης που απειλούνται από μια καθοδική κινητικότητα.

Οι αστικές περιφέρειες στη Δυτική Ευρώπη δεν πάσχουν από γκετοποίηση αλλά από τη διάλυση της παραδοσιακής εργατικής τάξης, που οφείλεται στην ομαλοποίηση της μαζικής ανεργίας και τη διάδοση των αβέβαιων θέσεων εργασίας μερικής απασχόλησης, όπως και στον διασυρμό στη δημόσια συζήτηση. Στην πραγματικότητα, η συζήτηση για τη ‘γκετοποίηση’ αποτελεί μέρος της συμβολικής δαιμονοποίησης των περιοχών των χαμηλότερων τάξεων, που γίνονται έτσι κοινωνικά ασθενέστερες και πολιτικά περιθωριοποιημένες.

bosquet-citc3a9

Το Urban Outcasts δείχνει ότι η θέση της ‘σύγκλισης’ μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής στο πρότυπο του μαύρου γκέτο είναι εμπειρικά λανθασμένη και πολιτικά παραπλανητική. Στη συνέχεια, αποκαλύπτει την ‘ανάδυση’ ενός νέου καθεστώτος αστικής φτώχειας κι από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού, διαφορετικού από το καθεστώς των πενήντα χρόνων που προηγήθηκαν και το οποίο ήταν εδραιωμένο στη σταθερή βιομηχανική εργασία και το δίκτυ ασφαλείας του κεϊνσιανού κράτους. Αυτή η προωθημένη περιθωριοποίηση τροφοδοτείται από τον κατακερματισμό της μισθωτής εργασίας, τον επαναπροσδιορισμό της κρατικής πολιτικής μακριά από την κοινωνική προστασία και προς όφελος του καταναγκασμού της αγοράς και από τη γενικευμένη αναζωπύρωση της ανισότητας- είναι η περιθωριοποίηση που παράγει η νεοφιλελεύθερη επανάσταση. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι πίσω μας, αλλά μπροστά μας. Είναι αναγκασμένη να παραμείνει και να αναπτυχθεί, καθώς οι κυβερνήσεις εφαρμόζουν πολιτικές κατάργησης των κανόνων στην οικονομία και εμπορευματοποίησης των δημόσιων αγαθών. Αυτή όμως η κοινωνική πραγματικότητα, που διαμορφώνεται από τη σπανιότητα και την αβεβαιότητα της εργασίας και τον μεταβαλλόμενο ρόλο του κράτους, καθίσταται πιο ασαφής από το εθνοποιημένο ιδίωμα της μετανάστευσης, τη διάκριση, και την ‘ανομοιότητα’. Πρόκειται, ασφαλώς, για πραγματικά ζητήματα, που δεν αποτελούν όμως την κινητήρια δύναμη πίσω από την περιθωριοποίηση της αστικής περιφέρειας στην Ευρώπη. Ακόμη χειρότερα, εξυπηρετούν την απόκρυψη του νέου κοινωνικού ζητήματος- την αβέβαιη εργασία και τις συνέπειές της στη διαμόρφωση του νέου αστικού προλεταριάτου του εικοστού πρώτου αιώνα.

Στο βιβλίο, υπογραμμίζετε τη συλλογική ταπείνωση που νιώθουν οι άνθρωποι που συνωστίζονται στα υπεργκέτο και τα αποβιομηχανοποιημένα banlieue. Οι κάτοικοι της Μαύρης Ζώνης έχουν χάσει τη φυλετική περηφάνια τους και οι αντίστοιχοί τους στην Κόκκινη Ζώνη έχουν χάσει την ταξική περηφάνια τους. Υποστηρίζετε ότι ο ‘εδαφικός στιγματισμός’ είναι η νέα διάσταση της αστικής περιθωριοποίησης στην Αμερική και στην Ευρώπη, στο έμπα του νέου αιώνα.

Loic Wacquant:Πράγματι, ένα από τα διακριτά χαρακτηριστικά της προωθημένης περιθωριοποίησης είναι το διάχυτο χωροταξικό στίγμα που απαξιώνει τους ανθρώπους που βρίσκονται παγιδευμένοι σε υποβαθμισμένες γειτονιές. Σε κάθε προωθημένη κοινωνία, ένας αριθμός αστικών περιοχών ή πόλεων έχουν γίνει εθνικά σύμβολα και συνώνυμα για όλα τα κακά της πόλης: το Clichy-sous-Bois (απ’ όπου ξεκίνησαν οι ταραχές του Νοεμβρίου 2005), στη Γαλλία, το Moss Side του Μάντσεστερ, στην Αγγλία, το Berlin-Neukoln στη Γερμανία, το South-Bronx στη Νέα Υόρκη κλπ. Αυτή η αυξανόμενη δυσφήμηση των υποβαθμισμένων περιοχών της μητρόπολης αποτελεί άμεση συνέπεια της πολιτικής εξασθένησης των Αφρο-αμερικανών στην πολιτική σκηνή των Ηνωμένων Πολιτειών και της εργατικής τάξης στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή.

danchung372ready

Όταν μια περιοχή θεωρείται το ‘φρικτό μέρος’ της πόλης, όπου μόνο τα αποβράσματα της κοινωνίας μπορούν να ζήσουν, όταν το όνομά της είναι συνώνυμο με τη φαυλότητα και τη βία στη δημοσιογραφική και πολιτική συζήτηση, ο σπίλος αυτού του μέρους επικαλύπτει τα στίγματα της φτώχειας και της εθνότητας ( που σημαίνει ‘φυλή’ στις Ηνωμένες Πολιτείες και αποικιακή καταγωγή στην Ευρώπη). Εδώ άντλησα από τις θεωρίες του Ervin Gofman και του δασκάλου μου Pierre Bourdieu για να αναδείξω τον τρόπο με τον οποίο η δημόσια ανυποληψία που πλήττει αυτές τις περιοχές κάνει τους κατοίκους να υποτιμούν τον εαυτό τους και διαβρώνει τους κοινωνικούς δεσμούς τους. Ως αντίδραση στη δυσφήμηση του χώρου, οι κάτοικοι ακολουθούν στρατηγικές αμοιβαίας αποστασιοποίησης και πλάγιας σπίλωσης. Αποσύρονται στην ιδιωτική σφαίρα της οικογένειας και αποχωρούν από τη γειτονιά (όταν έχουν επιλογή). Αυτές οι πρακτικές συμβολικής αυτοπροστασίας προβάλλουν μια προφητεία αυτό-εκπλήρωσης μέσω της οποίας οι αρνητικές απεικονίσεις του μέρους καταλήγουν να παράγουν σε αυτό την ίδια την πολιτιστική ανομία και τον κοινωνικό ατομικισμό που, σύμφωνα με τις απεικονίσεις αυτές, υπήρχαν ήδη εκεί.

la

Ο εδαφικός στιγματισμός δεν υπονομεύει μόνο την ικανότητα για συλλογικό προσδιορισμό ταυτότητας και δράση των οικογενειών των χαμηλότερων τάξεων, αλλά πυροδοτεί την προκατάληψη και τη διάκριση στους ‘απέξω’, όπως οι εργοδότες και οι δημόσιες γραφειοκρατίες. Οι νέοι της La Courneuve, της στιγματισμένης πόλης της Κόκκινης Ζώνης, στα περίχωρα του Παρισιού, που μελέτησα, παραπονιούνται διαρκώς ότι πρέπει να κρύβουν τη διεύθυνσή τους όταν ψάχνουν για δουλειά, όταν γνωρίζουν κορίτσια ή πηγαίνουν σε πανεπιστήμιο έξω απ’ την πόλη τους, προκειμένου να αποφύγουν αρνητικές αντιδράσεις φόβου ή απόρριψης. Η αστυνομία τούς μεταχειρίζεται πιο αυστηρά, όταν οι άνδρες της ανακαλύπτουν ότι προέρχονται από αυτή τη σπιλωμένη πόλη που θεωρείται φοβερό ’γκέτο’. Ο εδαφικός στιγματισμός είναι ένα ακόμη εμπόδιο στο δρόμο της κοινωνικοοικονομικής ενσωμάτωσης και της πολιτικής συμμετοχής.

Σημειώστε ότι το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται στη Λατινική Αμερική μεταξύ των κατοίκων των κακόφημων favelas της Βραζιλίας, των poblaciones της Χιλής και των villas miserias της Αργεντινής. Υποπτεύομαι ότι οι κάτοικοι της Villa del Bajo Flores, της La Cava ή της Villa de Retiro στο Μπουένος Άιρες γνωρίζουν με το παραπάνω τι είναι η ‘διάκριση της διεύθυνσης’. Αυτό το εδαφικό στίγμα συνδέεται με τις υποβαθμισμένες περιοχές της αργεντίνικης πόλης για τον ίδιο λόγο που ισχύει για το υπεργκέτο των Ηνωμένων Πολιτειών και τα αντι-γκέτο της Ευρώπης: τη συγκέντρωση σε αυτά των άνεργων, των άστεγων και των μεταναστών χωρίς χαρτιά, όπως και των κατώτερων τμημάτων του νέου αστικού προλεταριάτου που απασχολείται στην παραοικονομία των υπηρεσιών. Και η τάση των κρατικών ελίτ είναι να χρησιμοποιούν το χώρο ως ‘προπέτασμα’ για να αποφεύγουν να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα που έχουν τις ρίζες τους στη μετατροπή της εργασίας.

mun

Αυτό το εδαφικό στίγμα δεν διευκολύνει τη μεταστροφή στο ποινικό κράτος και την εγκαθίδρυση της πολιτικής της ‘μηδενικής ανοχής’, που την παγκόσμια διάδοσή της αναλύσατε στο προηγούμενο βιβλίο σας Les prisons de la misèreCarceles de la Miseria;

Loic Wacquant:Η σπίλωση του χώρου δίνει στο κράτος αυξημένη ελευθερία να εφαρμόζει επιθετική πολιτική ελέγχου της νέας περιθωριοποίησης που μπορεί να πάρει τη μορφή διασποράς ή ανάσχεσης, ή ακόμη καλύτερα ενός συνδυασμού των δυο προσεγγίσεων. Διασπορά σημαίνει διασκορπισμός των φτωχών στο χώρο και ανάκτηση των εδαφών που παραδοσιακά καταλαμβάνουν, με το πρόσχημα ότι οι γειτονιές τους είναι κακές ‘απαγορευμένες περιοχές’ που απλώς δεν μπορούν να διασωθούν. Αυτό συμβαίνει σήμερα με τη μαζική κατεδάφιση των δημόσιων οικιστικών συγκροτημάτων στην καρδιά του ιστορικού γκέτο της αμερικανικής μητρόπολης και των εξαθλιωμένων περιφερειών πολλών ευρωπαϊκών πόλεων. Χιλιάδες μονάδες τέτοιων κατοικιών καταστρέφονται μέσα στη νύχτα και οι κάτοικοί τους σκορπίζονται σε κοντινές περιοχές ή σε φτωχές συνοικίες, λίγο πιο μακριά, δημιουργώντας την εντύπωση ότι ‘το πρόβλημα λύθηκε’. Η διασπορά των φτωχών των πόλεων μπορεί να τους καθιστά λιγότερο ορατούς και λιγότερο ενοχλητικούς πολιτικά, αλλά δεν τους δίνει δουλειά ούτε τους εξασφαλίζει ένα βιώσιμο κοινωνικό στάτους.

Η δεύτερη τεχνική για την αντιμετώπιση της αύξησης της προωθημένης περιθωριοποίησης ακολουθεί την αντίθετη τακτική: αποσκοπεί στη συγκέντρωση και συγκράτηση της αναταραχής που δημιουργούν ο κατακερματισμός της εργασίας και η αποσταθεροποίηση της εθνικής (φυλετικής ή εθνικής) ιεραρχίας, απλώνοντας ένα γερό αστυνομικό δίκτυο γύρω από την υποβαθμισμένη γειτονιά και επεκτείνοντας τις φυλακές στις οποίες τα πλέον απείθαρχα στοιχεία εξορίζονται μόνιμα. Αυτή η ποινική ανάσχεση συνοδεύεται συνήθως στο μέτωπο της κοινωνικής πρόνοιας από μέτρα που έχουν στόχο να σπρώξουν τους αποδέκτες της δημόσιας βοήθειας στις κατώτερες χαραμάδες της παραοικονομίας των υπηρεσιών, υπό την ονομασία του ‘συστήματος εκπαίδευσης ανέργων’ (Περιγράφω την εφεύρεση, στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτής της νέας πολιτικής για τη φτώχεια που παντρεύει την περιοριστική ‘εκπαίδευση ανέργων’ με την επεκτατική ‘εκπαίδευση φυλακής’, στο επόμενο βιβλίο μου Punishing the Poor/Castigar a los pobres). Αλλά η πολιτική της mano dura ή ‘μηδενικής ανοχής’ είναι επίσης καταδικασμένη σε αποτυχία. Πετώντας τους άνεργους, τους περιθωριακά απασχολούμενους και τους μικρο-εγκληματίες πίσω απ’ τα κάγκελα, τους κάνουμε ακόμα λιγότερο απασχολούμενους, ενώ αποσταθεροποιούνται ακόμη περισσότερο οι οικογένειες και οι γειτονιές των χαμηλότερων τάξεων. Η ανάπτυξη της αστυνομίας, των δικαστηρίων και των φυλακών για την ανακοπή της περιθωριοποίησης, δεν είναι μόνο εξαιρετικά δαπανηρή και αναποτελεσματική, αλλά επιδεινώνει αυτούς ακριβώς τους ασθενείς που υποτίθεται ότι θεραπεύει. Κι έτσι μπαίνουμε ξανά στον φαύλο κύκλο που επεσήμανε πριν από πολύ καιρό ο Michel Foucault: η αποτυχία της φυλακής να λύσει το πρόβλημα της περιθωριοποίησης χρησιμεύει ως δικαιολογία για τη συνεχιζόμενη επέκτασή της.

villa31_retiro

Επιπλέον, στην Αργεντινή και τις γειτονικές χώρες που υπέστησαν, στον εικοστό αιώνα, δεκαετίες αυταρχικής διακυβέρνησης, η αστυνομία είναι από μόνη της φορέας βίας και η δικαστική μηχανή ξεχειλίζει από μεροληψία. Έτσι, το ξεδίπλωμα του ποινικού κράτους στον πάτο της ιεραρχίας των τάξεων και των περιοχών ισοδυναμεί με την εκ νέου εγκαθίδρυση μιας δικτατορίας στα περιθωριακά τμήματα της εργατικής τάξης. Παραβιάζει στην πράξη το ιδανικό της δημοκρατικής υπηκοότητας που θεωρητικά καθοδηγεί τις αρχές. Το κράτος δεν πρέπει να πολεμήσει το σύμπτωμα, την εγκληματική ανασφάλεια, αλλά την αιτία της αστικής αναταραχής: δηλαδή, την κοινωνική ανασφάλεια που το ίδιο το κράτος προκάλεσε καθώς έγινε ο επιμελής υπηρέτης του δεσποτισμού της αγοράς.

Πηγή:Ουλαλούμ