RSS

Category Archives: Alain Badiou

A.Badiou: Η Κυβερνώσα Αριστερά αγρυπνεί


Η Αριστερά: Προαγωγή τής συνένοχης ανικανότητας στο επίπεδο τής Ιδέας
(Sarkozy pire que prévu. Les autres : prévoir le pire, σελ. 67-83 [pdf])
Αυτό που αποκαλείται «αριστερά» είναι η σφίγγα τής κοινοβουλευτικής πολιτικής.
Με ποιο τρόπο το ναυάγιο τής κοινοβουλευτικής πολιτικής που εδράζεται στην έννοια τής «αριστεράς» μπόρεσε να επιβιώσει τής μονότονης υποκειμενικής καταστροφής που ανέκαθεν συνόδευε την άνοδό της στην εξουσία; Πώς γίνεται ένα τεράστιο ρεύμα ψηφοφόρων να της χορηγεί κάθε φορά άφεση αμαρτιών για τις αλλεπάλληλες και σοβαρότατες αθετήσεις των υποσχέσεών της, για την προσφορά διακεκριμένων υπηρεσιών και εκδουλεύσεων στην άκρα δεξιά, τον υποτιθέμενο «εχθρό» της, για την άνευ όρων συνθηκολόγησή της άμα τη διαπιστώσει μιας κάπως έντονης απροθυμίας εκ μέρους των αντιδραστικών αστών, για τον συνεχή ενδοτισμό της απέναντι στις υποτιθέμενες «αναπόδραστες αναγκαιότητες» τής φιλελεύθερης οικονομίας, για τη σθεναρή αποδοκιμασία και καταστολή κάθε μαζικής λαϊκής κινητοποίησης, για τις αλλεπάλληλες και συνεχιζόμενες αποκηρύξεις — στο όνομα μάλιστα τής «νεωτερικότητας» — τής ιδεολογίας που υποτίθεται ότι ενστερνίζεται και προωθεί, για την εγγενή της τάση προς κάθε είδους διαφθορά, για την πειθήνια συμμόρφωσή της στον τομέα τής εξωτερικής πολιτικής προς τις υποδείξεις τού κάθε φορά κυρίαρχου ιμπεριαλισμού, για την αναβίωση εκ μέρους της ξεπερασμένων και αντιδραστικών αντιλήψεων, για την ομολογημένη και ολοκληρωτική της αδυναμία μείωσης τής ανεργίας και ανάσχεσης τής αποβιομηχανοποίησης, για τα αναρίθμητα λεκτικά της ατοπήματα που αποπνέουν μεταποικιακό ρατσισμό και παράφορη ισλαμοφοβία, για τη δρομολόγηση τής διπλής μάστιγας τής χρηµατοοικονοµικής απελευθέρωσης και τής αντιπαλότητας τού κράτους τόσο προς τη λαϊκή νεολαία όσο και προς τους αλλοδαπούς εργάτες; Αν εξαιρέσουμε την κατάργηση τής θανατικής ποινής που παντού στην Ευρώπη υιοθετήθηκε ήδη προ αιώνος από μουχλιασμένους χριστιανοδημοκράτες και μεταμελημένους «σοσιαλιστές», θα μπορούσε κανείς να αναφέρει ένα μόνο προοδευτικό μέτρο που η αριστερά δεσμεύτηκε να υλοποιήσει στο μέλλον, χωρίς να κάνει στροφή 180 μοιρών, τρέμοντας από φόβο και πικρά μετανιωμένη, όταν ήρθε η (σπάνια) στιγμή τής απόφασης; Πώς ανεχόμαστε να βλέπουμε σοσιαλιστικές κυβερνήσεις, σε μια στιγμή αλλοφροσύνης, να εθνικοποιούν τις τράπεζες και να αποφασίζουν τη μαζική νομιμοποίηση των λαθρομεταναστών και, αφού περάσουν κάποια τέρμινα και έρθουν στα συγκαλά τους, να δρομολογούν μια ατέλειωτη σειρά διωκτικών νόμων κατά των αλλοδαπών και να ιδιωτικοποιούν τα πάντα άρον-άρον; Και σαν να μην έφταναν αυτά, θα πρέπει, ανά πενταετία να σκύβουμε, μέσα στο εκλογικό παραβάν, με ευλάβεια το κεφάλι μπροστά σε τέτοιους ανθρώπους;
Το γιατί εκατομμύρια άνθρωποι συνεχίζουν

να το κάνουν είναι το αίνιγμα που θέτει η σαρακιασμένη σφίγγα[1] τής «δημοκρατίας» μας. Ας μου επιτραπεί να της απαντήσω με τη σειρά μου στην ίδια μυθολογική γλώσσα, χρησιμοποιώντας την προσωπική μου εκδοχή τής περίφημης πλατωνικής αλληγορίας τού σπηλαίου, που παρουσίασα στο βιβλίο μου με τίτλο «Η Πολιτεία τού Πλάτωνα» και την οποία θα εμπλουτίσω στη συνέχεια για τις ανάγκες και τους σκοπούς τού παρόντος βιβλίου.

Ας κάνουμε την παραδοχή ότι ο κόσμος στον οποίο ανήκουμε μάς κρατάει έγκλειστους στη φυλακή των φαινομένων μιας αδυσώπητης αναγκαιότητας — που όμως στην πραγματικότητα δεν είναι και αυτή παρά ένα ακόμα φαινόμενο, μια ιδιαίτερη μεθόδευση ανάμεσα σε όλες τις άλλες — με άλλα λόγια, στη φυλακή τής καπιταλιστικής παραγωγής και τής ελεύθερης αγοράς, ως αναγκαστικό θέαμα και ως αναπόδραστο προορισμό μας. Για να μην πολυλογούμε, ας υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε πράγματι στη σπηλιά τού Πλάτωνα, στον τυραννικό κόσμο ενός κοινωνικού παιχνιδιού, που ενεργοποιείται και τίθεται σε κίνηση από την φαντασμαγορία των εμπορευμάτων πάνω στη βάση τής ιδιωτικής ιδιοκτησίας και τής συγκέντρωσης τού χρηματιστικού κεφαλαίου, σε έναν τόπο όπου μας απαγορεύεται να δούμε ότι κάθε τι που θεωρείται απαραβίαστο δεν είναι παρά απάτη και ότι η πολιτική αλήθεια προϋποθέτει την καταστροφή τής σαθρής αίγλης τού κόσμου όπου ζούμε, αφού όμως πρώτα θα έχουμε ορθώσει απέναντί του τη δύναμη μιας αληθινής Ιδέας όπως, για παράδειγμα, αυτής τού κομμουνισμού. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι τα πράγματα που συνιστούν τον κόσμο μας μπορούν να περιγραφούν ως εξής:
Ζούμε σε μια γιγάντεια κινηματογραφική αίθουσα. Μπροστά μας, η οθόνη να φτάνει μέχρι το ταβάνι και τοποθετημένη σε τέτοιο ύψος, ώστε όλα γύρω μας να είναι βυθισμένα στο σκοτάδι και να μην μπορούμε να δούμε τίποτε άλλο εκτός από την ίδια. Η αίθουσα είναι κατάμεστη. Οι θεατές, δεμένοι στις θέσεις του από την ώρα που γεννήθηκαν, με τα μάτια καρφωμένα στην οθόνη και το κεφάλι να το κρατάνε ακίνητο δύσκαμπτα ακουστικά που τους καλύπτουν τ’ αυτιά.
Πίσω από τις δεκάδες χιλιάδες των θεατών, καθηλωμένων στην πολυθρόνα τους, βρίσκεται, στο ύψος τού κεφαλιού τους, μια τεράστια ξύλινη εξέδρα, παράλληλα χτισμένη καθ’ όλο το μήκος τής οθόνης· και πιο πίσω ακόμα, πελώριοι προβολείς που πλημμυρίζουν την οθόνη μ’ ένα σχεδόν ανυπόφορο λευκό φως. Πάνω στην εξέδρα κυκλοφορούν κάθε λογής αυτόματα, κούκλες, χάρτινες φιγούρες, μαριονέτες, που τις κρατούν ή τις κινούν με νήματα ή τηλεχειριστήριο αόρατοι καραγκιοζοπαίχτες. Περνοδιαβαίνουν έτσι στην εξέδρα ζώα, τραυματιοφορείς, δρεπανηφόροι, αυτοκίνητα, λελέκια, απλός κόσμος, οπλισμένοι στρατιώτες, ομάδες νεαρών από τα υποβαθμισμένα προάστια, τρυγονάκια, παρουσιαστές πολιτισμικών εκπομπών, γυμνές γυναίκες … Οι μεν φωνάζουν, οι δε μιλάνε, άλλοι πάλι παίζουν την κορνέτα ή το μπαντονεόν και άλλοι περνάνε βιαστικά, χωρίς να λένε λέξη. Πάνω στην οθόνη φαίνονται οι σκιές, που σχηματίζουν οι προβολείς, από το διφορούμενο καρναβάλι. Και στ’ ακουστικά, το ακίνητο πλήθος ακούει θορύβους και ομιλίες.
Απ’ ό,τι είναι γύρω τους, από τους εαυτούς τους, τους γείτονές τους, τον κινηματογράφο και τις αλλόκοτες σκηνές τής πασαρέλας, τι άλλο βλέπουν οι θεατές παρά τις σκιές που ρίχνει στην οθόνη ο φωτεινός καταρράκτης των προβολέων; Και τι άλλο ακούνε πέρα από τις μεταδόσεις τής κάσκας τους; Και πώς να ακούσουν και να δούνε άλλο τίποτε με το κεφάλι τους από την πρώτη στιγμή ακινητοποιημένο να κοιτάζει τη μοναδική οθόνη και τα αυτιά τους βουλωμένα με ακουστικά; Δεν έχουν, λοιπόν, καμιά οπτική αντίληψη παρεκτός τής μεσολάβησης των σκιών και το μόνο που ακούν απ’ όσα λέγονται είναι ό,τι μεταδίδεται απ’ τα ερτζιανά. Ακόμη κι αν υποτεθεί ότι θα έβρισκαν τρόπους να επικοινωνούν μεταξύ τους, είναι βέβαιο ότι ούτε και τότε θα μπορούσαν να διακρίνουν ανάμεσα στο όνομα μιας σκιάς που βλέπουν και το όνομα τού αόρατου σ’ αυτούς αντικειμένου στο οποίο ανήκει η σκιά αυτή. Κι αυτό χωρίς να υπολογίσουμε ότι το αντικείμενο στην πασαρέλα, ρομπότ ή μαριονέτα, είναι το ίδιο ήδη αντίγραφο, ώστε θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν βλέπουν παρά τη σκιά μιας σκιάς και ότι δεν ακούν παρά το ψηφιακό αντίγραφο τού φυσικού αντίγραφου των ανθρώπινων φωνών. Γι’ αυτούς τους φυλακισμένους θεατές δεν υπάρχει τρόπος να συμπεράνουν ότι η ουσία τού Αληθινού είναι κάτι άλλο από τη σκιά ενός ομοιώματος.
Αντιλαμβάνεστε τη σημασία τού μύθου; Όπως ίσως μαντέψατε, στον κινηματογράφο τού κόσμου όπου παλεύουμε να κρατηθούμε στη ζωή, η «δεξιά» είναι το πολιτικό σώμα των προστατών που έχουν επιφορτισθεί με την επίβλεψη και την επιτήρηση τού χώρου, με την ομαλή διεξαγωγή τής παρέλασης των ειδώλων, με τη διαφύλαξη τής τάξης και τής ευπρέπειας, με τη μετατροπή των εξαθλιωμένων θεατών σε πειθήνιους χειροκροτητές, με τον έλεγχο τού εκτυφλωτικού φωτισμού και με την αέναη εναλλαγή των σκιών που αιχμαλωτίζουν την προσοχή των υποζυγίων τού σερβοσυστήματος. Μα, θα μου πείτε, αγαπητοί μου φίλοι, «πού είναι και τι κάνει η “αριστερά”;» Σε ποιους σκοτεινούς διαδρόμους κυκλοφορεί, απαρατήρητη, ανάμεσα τους δέσμιους των φαινομένων;
Αν θέλουμε να την εντοπίσουμε, ας αναρωτηθούμε σε τι θα συνίστατο, από υποκειμενική σκοπιά, μια αληθινή χειραφετητική διαδικασία, μια επαναστατική διαδικασία που θα εκθεμελίωνε, στη συνείδηση εκείνων που συσπειρώνονται κάτω από τη σημαία της, το κύρος τού χώρου, πείθοντάς τους να μετατρέψουν σε θλιβερή ανάμνηση τη δικτατορία των σκιών — στη θλιβερή ανάμνηση μιας εθελούσιας αιχμαλωσίας — προκειμένου να χτίσουν τη κοινή ζωή τους με γνώμονα το φως των αληθειών.
Αλλά τι θα συνέβαινε, αν οι θεατές μας έβλεπαν την κατάστασή τους να αλλάζει ολοκληρωτικά, αν ερχόταν κάποιος να σπάσει τις αλυσίδες τους και να τους θεραπεύσει από την αλλοτρίωση; Προσοχή!  Ο μύθος παίρνει τώρα πολύ διαφορετική τροπή. Ας φανταστούμε ότι αναγκάζουμε κάποιον θεατή να σηκωθεί απότομα από τη θέση του, να στρέψει το κεφάλι του αριστερά και δεξιά, να κάνει μερικά βήματα και να κοιτάξει προς το φως που ξεχύνεται από τους προβολείς. Ας υποθέσουμε ότι εξαναγκάζουμε το πειραματόζωό μας να καρφώσει το βλέμμα του στους προβολείς. Νιώθει φριχτούς πόνους στα μάτια, κάνει να ξεφύγει, θέλοντας να ξαναβρεί την εικόνα όσων αντέχει να δει, να γυρίσει στις σκιές που το είναι τους το θεωρεί πολύ πιο βέβαιο από το είναι των αντικειμένων που τον προτρέπουμε να δει. Έρχονται, λοιπόν, τότε κάτι ζόρικοι μάγκες και, χωρίς δεύτερη κουβέντα, αρχίζουν να τον τραβολογούν στους διαδρόμους τού κινηματογράφου. Τον αναγκάζουν να περάσει μέσα από μια μικρή, κρυμμένη μέχρι τώρα, πλαϊνή πόρτα και τον ρίχνουν μέσα σε μια βρόμικη υπόγεια στοά που οδηγεί στο ύπαιθρο, στις φωτεινές ανοιξιάτικες βουνοπλαγιές. Θαμπωμένος, με μια αδύναμη χειρονομία, σκεπάζει τα μάτια του· οι παρτιζάνοι τον σπρώχνουν στην απότομη ανηφοριά, για ώρα πολλή, όλο και ψηλότερα!  Για πόσο ακόμα!  Φθάνουν στην κορυφή, λουσμένη στο φως, και ’κεί οι οδηγοί τον παρατούν, κατηφορίζουν βιαστικά την πλαγιά και εξαφανίζονται. Να τος, μόνος, στο μέσο ενός ατέλειωτου τοπίου. Το άπλετο φως εκμηδενίζει τη συνείδησή του. Σιγά-σιγά όμως προσπαθεί να κοιτάξει προς τις κορυφογραμμές, τις κοιλάδες, τον εκθαμβωτικό κόσμο. Στην αρχή τυφλώνεται από τη φεγγοβολή κάθε πράγματος, δεν βλέπει τίποτε από ’κείνα για τα οποία εμείς, χωρίς να το καλοσκεφτούμε, λέμε: «Υπάρχουν, είναι πράγματι εκεί». Δεν είναι αυτός που θα ξεστόμιζε με καταφρόνηση, όπως ο Έγελος μπροστά στην κορφή τού Γιουνγκφράου: «das ist» — «Υπάρχει. Ε, και τι έγινε λοιπόν;» Προσπαθεί, ωστόσο, να συνηθίσει στο φως. Μετά από πολλές προσπάθειες, κάτω από ένα μοναχικό δέντρο, καταφέρνει να διακρίνει το σχήμα τής σκιάς τού κορμού, το σκοτεινό περίγραμμα των φύλλων, που του θυμίζουν την οθόνη τού πρότερου κόσμου όπου ανήκε. Σε μια λακκούβα με νερό, στα ριζά ενός βράχου, θα δει την αντανάκλαση των λουλουδιών και τής χλόης. Κι από ’κεί το βλέμμα του καταλήγει στα ίδια τα αντικείμενα. Χωρίς βιασύνη, κοιτάζει με δέος τους θάμνους, τα έλατα, μια προβατίνα που ξέκοψε από το κοπάδι. Η νύχτα πέφτει. Υψώνοντας τα μάτια προς τον ουρανό, βλέπει το φεγγάρι και τους αστερισμούς και, ακόμα, την Αφροδίτη να ανατέλλουν. Κάθεται ακίνητος σ’ ένα παλιό κούτσουρο και παρακολουθεί την εωσφόρο. Μέσα από τις στερνές αναλαμπές ξεπροβάλλει, όλο και λαμπρότερη, για να γείρει και να αφανιστεί με τη σειρά της. Αφροδίτη. Επιτέλους, κάποιο πρωί, βλέπει τον ήλιο, όχι μέσα στα τρεπτά νερά ή με την εξώτερη μορφή τού ανακλώμενου ειδώλου του, αλλά αυτόν καθ’ εαυτόν τον ήλιο, τον ήλιο καθ’ εαυτόν και δι’ εαυτόν, στον προσίδιο τόπο του. Τον κοιτάζει, τον ατενίζει με την ευδαιμονία τής συνείδησης ότι αυτός είναι ως έχει. Στο τέλος, ο ανώνυμος πρωταγωνιστής μας, αφιερώνοντας την σκέψη του στα όσα βλέπει, καταλήγει συλλογιστικά στο ότι από τη φαινόμενη θέση τού ήλιου εξαρτώνται οι ώρες και οι εποχές και, συνεπώς, το είναι-εκεί τού ορατού καθορίζεται υποχρεωτικά από το άστρο αυτό, έτσι ώστε να μπορεί κανείς να πει: ναι, ο ήλιος είναι ο επίτροπος και ο κυβερνήτης όλων των αντικειμένων από τα οποία οι παλιοί του γείτονες, οι θεατές τής μεγάλης κλειστής αίθουσας, δεν βλέπουν παρά μόνο τη σκιά μιας σκιάς. Και έτσι, αναθυμούμενος την πρώτη του κατοικία — την οθόνη, τον προβολέα, τα τεχνητά είδωλα, τους συντρόφους του στην πλάνη — ο ακούσιος δραπέτης μας μακαρίζει τον εαυτό του για την εκδίωξή του και συμπονά εκείνους που εξακολουθούν να είναι καθηλωμένοι στην πολυθρόνα των τυφλών οπτασιαστών.
Η ουσία τού μύθου είναι ότι η έξοδος από τον κόσμο τού κινηματογράφου μπορεί να επιτευχθεί μόνο δια τής βίας και τού εξαναγκασμού. Η αλήθεια έχει ως τίμημα τον χωρισμό από το εγώ. Έξοδος! Έξοδος δια τής βίας! Αυτή είναι η αρχική χειρονομία που απαιτείται για την πραγμάτωση μιας αληθινής χειραφέτησης, η απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάβαση προς τη γαλήνια μαρμαρυγή, το κάλλος των άστρων, την αίγλη τού ήλιου. Γι’ αυτό, άλλωστε, όλοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι δεν έπαψαν να επισημαίνουν την ανάγκη να υπάρξει μια ασυνέχεια, η έκκεντρη δράση μιας δύναμης εκτός τού πεδίου τού τόπου. Για παράδειγμα, ο Ντελέζ, που εσφαλμένα θεωρείται «αυθορμητιστής», παρομοιάζει τη σκέψη με σκούντημα στην πλάτη, αναγνωρίζοντας ότι σκεφτόμαστε μόνο υπό την πίεση τού Επέκεινα. Κατά τη γνώμη μου και σε ό,τι με αφορά, θεωρώ την ανταπόκριση στο αναπάντεχο ενός αστραπιαίου συμβάντος ως τη μόνη ελπίδα να αντιληφθεί κανείς ότι υφίσταται η δυνατότητα για κάτι άλλο από το ήδη υπάρχον. Αλλά δεν αρκεί μόνο αυτό. Χρειάζεται κανείς να διασχίσει το βρώμικο, υπόγειο πέρασμα τής αβεβαιότητας, να συνηθίσουν τα μάτια του στην αλλόκοτη λάμψη, να προσαρμόσει τη σκέψη του στην αταξία των νέων δυνατοτήτων. Χρειάζεται ακόμη να αντέξει την αγωνία που, ως αποτέλεσμα τής μακράς εξοικείωσης με τη φαινομενικότητα, προκαλεί η αρχικά σκοτεινή δύναμη τού πραγματικού. Και τέλος χρειάζεται να λάβει βοήθεια από ορισμένους, έστω ενίοτε άξεστους και ακαλλιέργητους, αγωνιστές.
Η υποκειμενική αυτή ρήξη με τις συνηθισμένες πολιτικές, με τη λατρεία των «πραγματικοτήτων», η απαίτηση να συντελεστεί η έξοδος χωρίς καμία εγγύηση, να αντιμετωπιστεί η άλλη πλευρά χωρίς κανένα γνωστό κανόνα, αντιπροσωπεύει ένα δύσκολο και σπάνιο εγχείρημα. Αντιλαμβάνεται κανείς γιατί συχνά γίνεται ευμενώς δεκτό το μήνυμα όσων διατείνονται ότι πρόκειται για κάτι το αχρείαστο.
Από όσα αναφέραμε, διαφαίνεται ήδη ότι ο λόγος τής «αριστεράς» συνίσταται ακριβώς από κηρύγματα αυτού τού είδους. Η «αριστερά» είναι ένα σώμα τοποτηρητών που, ακριβώς τη στιγμή που οι προϊστάμενοί τους τής δεξιάς αντιμετωπίζουν δυσκολίες με τη διατήρηση τής τάξης και την αναπαραγωγή τής εικονικότητας, προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι μπορεί κανείς να αλλάξει οικειοθελώς τον κόσμο τής αλλοτρίωσης χωρίς να εξαναγκαστεί σε αυτό, χωρίς να χρειαστεί να κατακτήσει καμία κορυφή, χωρίς να νικήσει τη σύγχυση που προκαλεί το πέρασμα απ’ το βρομερό τούνελ.
Εν ολίγοις, αυτό που λέει η αριστερά είναι ότι μπορείτε να αλλάξετε τα πράγματα, χωρίς να κουνηθείτε απ’ τη θέση σας, χωρίς κόπους και θυσίες, ότι αρκεί να σταυρώσετε τα χέρια και να περιμένετε την αλλαγή που οπωσδήποτε θα ’ρθει. Το φως, τα αστέρια, ακόμα και τον ήλιο, θα σας τα δώσουν όλα τζάμπα! Το μόνο που χρειάζεται είναι η ευλαβική ακρόαση και αποδοχή τού ευαγγελίου των τοποτηρητών μας. Γιατί αυτοί υπόσχονται να σας εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή και άνετη έξοδο διαφυγής. Εμπιστευθείτε τους και η ιστορία σας θα λάβει αίσιο τέλος! Περιμένετε υπομονετικά στην ουρά και, όταν έρθει η σειρά σας και βρεθείτε μόνοι πίσω από το παραβάν τής κάλπης, ρίξτε το σωστό ψηφοδέλτιο και αυτό ήταν όλο!
Καθώς το πάθος για τις σκιές δύσκολα εξαλείφεται, καθώς η έξοδος απαιτεί κόπο και μόχθο και καθώς εύκολα υποκύπτει κανείς στον πειρασμό τής απραξίας, η αριστερά, με υποσχέσεις και καλοπιάσματα, καταφέρνει να καθηλώσει στις θέσεις τους εκατομμύρια θεατών. Ας περιγράψουμε τη δράση της υπό μορφή παραμυθιού. Πράγμα καθόλου δύσκολο αφού τους έχουμε κάθε μέρα μπροστά μας, στην τηλεόραση, στις εφημερίδες, στις πόλεις μας, παντού.
Ανάμεσα στις σειρές των καθισμάτων τού κοσμικού κινηματογράφου κυκλοφορούν ομάδες ανθρώπων, ταξιθέτες και ταξιθέτριες, που σκύβουν πάνω από τους θεατές δείχνοντας το ίδιο ενδιαφέρον τόσο για τους ξάγρυπνους όσο και για κείνους που κοντεύουν να κλατάρουν. Στάζοντας μέλι, λες και είναι οι Άγιοι Ανάργυροι, ρωτάνε ένα γεροντάκι: «Τ’ ακουστικά, κάνουν τα αυτιά σας να πονούν;» «Βάστα γερά αδερφέ!», λένε ενθαρρυντικά σ’ έναν κοτσονάτο ογδοντάρη, χτυπώντας τον στον ώμο. «Μια βολτίτσα να ξεμουδιάσετε;» ρωτάνε τους νεαρούς με διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας που στριφογυρίζουν στη θέση τους. «Καταδικάζουμε τον ρατσισμό απ’ όπου κι αν προέρχεται», αναφωνούν βλέποντας τους μαύρους και τους Άραβες δεμένους χειροπόδαρα με βαριές αλυσίδες στα ξεχαρβαλωμένα τους καθίσματα. Πάντα ευγενικοί και καλοσυνάτοι, αν και λίγο άχρωμοι, γεμάτοι «κατανόηση» για τους πάντες και τα πάντα. Ναι, καμία αντίρρηση, η ζωή εδώ είναι σκληρή. Είναι και λίγο κουραστικό να κάθεστε όλη μέρα μπροστά στην οθόνη. Αφήστε που καμιά φορά δεν καταλαβαίνετε και τι βλέπετε, όλα αυτά τα περίεργα που παρελαύνουν μπροστά στα μάτια σας. Ε, τι να κάνουμε. Και μετά είναι και οι προστάτες σας, η «δεξιά», όπως τους αποκαλεί όλος ο κόσμος. Άτιμη φάρα, σύμφωνοι. Δεν έχουν άλλο στο νου πάρεξ την ηρεμία, την τάξη και τη νεκρική σας αδράνεια. Και σας έκοψαν και το διάλειμμα για τουαλέτα … Αλλά εμείς — ακούμε να μας λένε οι πρόσχαροι περιπατητές μας — εμείς, οι τοποτηρητές σας, γνωστοί με το κοινό όνομα «μεγάλη δημοκρατική παράταξη τής αριστεράς», αν μας βοηθήσετε, αν μας στηρίξετε, σας υποσχόμαστε ταχείες και εντυπωσιακές μεταρρυθμίσεις. Μην έχετε καμία αμφιβολία ότι θα σας αλλάξουμε τα φώτα και το ωράριο. Θέλετε να φύγετε; Να σας δείξουμε πού είναι η έξοδος; Βεβαίως, μην ανησυχείτε καθόλου. Λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών τής αγοράς και τηρουμένων των αναλογιών, η έξοδός σας θα αναγνωρισθεί ως γενικό δικαίωµα! Με τους «τοποτηρητές» σας στο τιμόνι, η «έξοδος από το σπήλαιο» θα ενσωματωθεί στον κατάλογο των δικαιωμάτων τού «Ανθρώπου» και τής «Γυναίκας».
Από καιρού εις καιρόν, λοιπόν, ομάδες θεατών, επωφελούμενοι απ’ τη μαυρίλα που, λόγω των τεχνικών προβλημάτων, μοιάζει λίγο πιο μαύρη απ’ ό,τι συνήθως, σηκώνονται διακριτικά απ’ τη θέση τους και ακολουθούν τους καλότροπους καϊμακάμηδες στους διασταυρούμενους διαδρόμους που ριγώνουν την τεράστια αίθουσα με τις αμέτρητες θέσεις. Μετά από μακρές, ειρηνικές περιπλανήσεις δωματίου στο ζοφερό σκοτάδι, αντλώντας συνεχώς δύναμη από τις παραμυθητικές δηλώσεις τής παρέας των ΣΥΝ-οδοιπόρων, σταματάνε μπροστά σε μια μεγάλη πόρτα, όπου έχει αναρτηθεί μια φωτεινή επιγραφή που λέει: «Αριστερή Διέξοδος». Τι ανακούφιση. Τι αγαλλίαση. Με δάκρυα χαράς στα μάτια ανταλλάσσουν χειραψίες και φιλιά. Όλος ο κόσμος υπογράφει στο μητρώο των ημιαπασχολούμενων. Η πόρτα τρίζει στους μεντεσέδες της, ανοίγει αργά … οδηγεί σ’ έναν καλοφωτισμένο διάδρομο … περπατάνε, περπατάνε, περπατάνε … γύρω και γύρω και γύρω … λικνιστικές μελωδίες συνοδεύουν τα βήματά τους. Όλα όμορφα και τριανταφυλλένια. Ο κόσμος θα πέσει μόνος του σαν ώριμο φρούτο στην αγκαλιά των φερέλπιδων φυγάδων μας. Ξαφνικά βλέπουν μπροστά τους μια άλλη πόρτα. Κοντοστέκονται και διαβάζουν την αινιγματική επιγραφή: «Είσοδος Αριστερά». «Η είσοδος που οδηγεί στον κόσμο τού πραγματικού ήλιου [όχι τού ΠΑΣΟΚ]», εξηγεί ένας τής παρέας που μοιάζει να ξέρει τα κατατόπια. Η πόρτα ανοίγει και τι να δουν τα μάτια τους! Μα πώς είναι δυνατόν; Επέστρεψαν εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν! Τόση ώρα έκαναν κύκλους, το πέρασμα τής αριστεράς δεν οδηγεί παρά πίσω στην αίθουσα! Όλοι τους νιώθουν πίκρα και απογοήτευση, κάποιοι είναι έξαλλοι από θυμό. Οι τοποτηρητές μας αρχίζουν να σκορπίζουν διακριτικά. Κάποιος όμως απ’ αυτούς γυρνάει και λέει, προτού χαθεί στο σκοτάδι: «Η συγκυρία δεν επιτρέπει σήμερα την έξοδο. Οφείλουμε να λάβουμε υπόψιν τα δεδομένα τής πραγματικότητας και τους δομικούς περιορισμούς. Δεν είναι έτσι; Επιστρέψτε στις θέσεις σας και κάντε υπομονή μέχρι την επόμενη τουρνέ. Η Αριστερά αγρυπνεί, η Αριστερά θα είναι σύντομα μαζί σας. Ποιος τη χάρη σας».
Ναι λοιπόν, η «αριστερά» είναι το σώμα των προστατών στους οποίους ανατίθεται προσωρινά η διαιώνιση τού συστήματος. Η γη τής επαγγελίας της αποδεικνύεται ξανά και ξανά οφθαλμαπάτη. Και αυτό είναι που δικαιολογεί την αινιγματική της παρουσία στο πολιτικό σκηνικό (—πόσες φορές δεν ακούσαμε πως μόνο αυτή γνωρίζει τον «ειρηνικό και μη βίαιο δρόμο» τής εξόδου;), όπως επίσης και την απόλυτη αναποτελεσματικότητά της (—η «έξοδος» που ευαγγελίζεται δεν οδηγεί στον ίδιο πάντα φαύλο κύκλο;).
Διαπιστώνουμε ότι η προοπτική τής αληθινής εξόδου, που διανοίγεται μέσα από το τραύμα ενός συμβάντος, προϋποθέτει τη συνδρομή κάποιων αγωνιστών, των «παλληκαράδων» τού μύθου μας, που έχοντας ήδη βιώσει την αληθινή εμπειρία τής εξόδου επιστρέφουν στον αλλοτριωμένο κόσμο, (—όπως αξίωνε και ο ίδιος ο Πλάτωνας από τους φιλοσόφους του), με σκοπό να σπρώξουν στην έξοδο εκείνους τουλάχιστον που δεν αντιδρούν (—εν προκειμένω, θυμίζω τη ρήση τού Ρουσσώ: οι άνθρωποι «πρέπει να υποχρεωθούν να είναι ελεύθεροι»)· με άλλα λόγια, ότι η έξοδος αποτελεί προϋπόθεση για την παραγωγή υποκειμενικής επαληθεύσιμης γνώσης για το «πραγματικό», προς το οποίο το υποκείμενο μπορεί — με την υποστήριξη ορισμένων εµβρυϊκών οργανωτικών δομών — να πορευτεί με μόνο γνώμονα τη δύναμη μιας Ιδέας. Ας την αποκαλέσουμε Ιδέα τού κομμουνισμού ή, για να αποφύγουμε επί τους παρόντος σημασιολογικές ή/και ιστοριογραφικές αντιπαραθέσεις, Ιδέα τής χειραφέτησης.
Εκείνο που πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι η «αριστερά» δεν είναι παρά η αντιδραστική Ιδέα που αναπόφευκτα συνεπάγεται η εμφάνιση τής χειραφετικής Ιδέας. Τι είναι αυτή η αντιδραστική Ιδέα; Είναι η Ιδέα ότι η επιθυμία που τελεί υπό την σκέπη τής χειραφετικής Ιδέας μπορεί να γίνει πραγματικότητα με το μικρότερο δυνατό κόστος, με άλλα λόγια, η Ιδέα τής υποταγής στο μικρότερο κακό, η Ιδέα που προσποιείται ότι λέει ακριβώς τα ίδια με την χειραφετική Ιδέα με τη μόνη διαφορά ότι η Ιδέα τής «αριστεράς» δεν μπαίνει στον κόπο να επιχειρήσει την έξοδο.
Να κερδίσετε την πραγματικότητα χωρίς να χρειαστεί να την αντικρίσετε, να βρείτε το φως σας χωρίς να αναφλεγείτε, να βρεθείτε έξω χωρίς να περάσετε το κατώφλι τής εξόδου, να αλλάξετε χωρίς την εμπειρία τού άγχους τής αλλαγής, να μεταμορφώσετε τον κόσμο σας αφήνοντάς τον άθικτο … Αυτή είναι η αιώνια διαθήκη τής Αριστεράς, το μοιραίο πρόγραμμα που ανέκαθεν πρότειναν οι τοποτηρητές τού καπιταλιστικού μας κινηματογράφου. Γιατί, όπως όλοι ξέρουμε από την προσωπική μας εμπειρία, όταν ερχόμαστε, για παράδειγμα, αντιμέτωποι μ’ ένα σκληρό και αδυσώπητο πρόβλημα, αυτό το προκαταβολικά καταδικασμένο πρόγραμμα ποτέ δεν έπαψε να προκαλεί τον πειρασμό τής ήσσονος προσπάθειας, τη μαγική επιθυμία μιας ανέξοδης «λύσης». Μακάρι με την ψήφο μας να …
Ο Αντουάν Βιτέζ υποστήριζε πάντα ότι υπάρχει ένα μόνο θανάσιμο αμάρτημα, η οκνηρία. Ή, μάλλον, ακριβέστερα, η πνευματική οκνηρία. Όταν η Αριστερά ζητά την ψήφο μας, δεν στοχεύει παρά να διεγείρει αυτό το αρχέγονο και έμμονο πάθος.
Ως Ιδέα που παρασιτεί σε βάρος τής χειραφετικής Ιδέας, η Αριστερά ποτέ δεν πεθαίνει. Οι «αποτυχίες» της αποτελούν εκφάνσεις τής πεισματικής της επιβίωσης. Και τα παθήματά μας δεν γίνονται μαθήματα, γιατί η ελπίδα να δούμε τον κόσμο μας να καλυτερεύει χωρίς να χρειαστεί καμία ριζική αλλαγή δεν είναι παρά ο ορισμός τής οκνηρίας ως δομικού συστατικού τού Υποκειμένου.
Κάθε έξοδος από τη νεκρόπολη τού καπιταλο-κοινοβουλευτισμού συνεπάγεται μια διπλή ρήξη. Πρέπει κατ’ αρχάς να προσεγγίσουμε το πραγματικό τής χειραφετικής Ιδέας ή, με άλλα λόγια, να επιλέξουμε μια θέση πιστότητας προς τα συμβάντα που εκκινούν και διαστίζουν τη διαδικασία τής βασάνου τής ετερότητας, τη δοκιμασία τής δύναμης τού Επέκεινα. Από τη στιγμή όμως που θα έχει επιτευχθεί η πρώτη αυτή ρήξη, χρειάζεται ακόμη να γυρίσουμε την πλάτη στην αντιδραστική οργάνωση, δηλαδή στην Ιδέα — τής «Αριστεράς» — ότι μπορεί να επιτευχθεί ένα ισοδύναμο αποτέλεσμα μέσω τής εμμενούς βελτίωσης αυτού που υπάρχει, ότι, δηλαδή, δεν έχουμε παρά να ακολουθήσουμε το κυκλικό φωτεινό μονοπάτι τής απατηλής εξόδου.
Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην πρώτη ρήξη, όπου έρχονται αντιμέτωπες η Ιδέα και η «πραγματικότητα» μαζί με τους προστάτες της (τη «δεξιά»), εδώ έχουμε να κάνουμε με μια μετωπική αντιπαράθεση μεταξύ τής ενεργού και τής αντενεργού Ιδέας. Το ζητούμενο, επομένως, είναι — πράγμα καθόλου ευκολότερο — να επέλθει ρήξη με την Αριστερά.
Το εναρκτήριο λάκτισμα κάθε αυθεντικής πολιτικής αποτελούν οι αποχαιρετιστήριες χειρονομίες με τις οποίες δηλώνεται ότι η παγερή σιωπή και η ενεργός αδιαφορία θα είναι στο εξής η μόνη μας απάντηση στα αδιάκοπα ερωτήματα και τα επίμονα καλέσματα τής σφίγγας τού κοινοβουλευτισμού που φέρει το όνομα «Αριστερά».

[1] [sphinx déplumé]: «sphinx» μπορεί να σημαίνει τόσο τη «σφίγγα» όσο και τη νυχτοπεταλούδα (εξ ου και η επιλογή τού «Deutsche Naturgeschichte»)
Advertisements
 

Τι ψήφισαν επιτέλους οι αστοί;

Σε μια πρόσφατη ανάρτησή μου για το εκλογικό αποτέλεσμα δέχτηκα κριτική σε κάτι που δεν περίμενα. Ενώ λοιπόν ήταν μια τοποθέτηση σαφώς εκτεθειμένη στον κίνδυνο της εκ των πραγμάτων διάψευσης ή των καθόλα νόμιμων ενστάσεων ως προς τις πολιτικές προοπτικές που κατά λογική συνέπεια θεωρούσε αναμενόμενες, εντούτοις δέχτηκα αναπάντεχη και έντονη κριτική σε μια θέση «ανύποπτη».

Συγκεκριμένα ισχυρίστηκα ότι
… για να ελαχιστοποιήσει την πολιτική ζημιά η μπουρζουαζία διοχέτευσε όσες ψήφους διαμαρτυρίας μπόρεσε στον φασιστικό πόλο που η ίδια έστησε , υπέθαλψε σε προστατευτικό ημίφως δημοσιότητας και πριμοδότησε συνειδητά και μεθοδικά κανοναρχώντας τον πρωτοφανή εκφασισμό της κοινωνίας….

Η ένσταση που εγέρθηκε ήταν κάτι σαν αυτό:
« … δεν είναι η μπουρζουαζία που το προκάλεσε μια και το φαινόμενο του φασισμού εμφανίζεται πάντοτε όταν δεν έχει αξιόπιστη πρόταση η αριστερά» ή σε μια πιο σοβαρή εκδοχή «όταν υποχωρεί η εργατική τάξη» 
 ή κάτι σαν ετούτο
:«… την αντιφασιστική τυφλότητα που διακατέχει τον συντάκτη η οποία τον οδηγεί στο να θεωρεί πως η μπουρζουαζία διοχέτευσε το εφτάρι στη ΧΑ για να …ελαχιστοποιήσει την πολιτική ζημιά!!!  Δηλαδή, αν δεν έκανε αυτή τη “διοχέτευση”, οι ψήφοι που πήγαν στη Χ.Α. θα πήγαιναν στον ΣΥΡΙΖΑ ή στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ;;;…»

Φαίνεται ότι η -ας πούμε – «στρουκτουραλιστική» προσέγγιση του Μαρξισμού έχει ισχυρότερες απηχήσεις από όσο φανταζόμουν. Και το λέω αυτό γιατί πίσω από τις ενστάσεις υπάρχουν τουλάχιστον δύο (συν μία) άρρητες προκείμενες. Η μία δέχεται ότι ο φασισμός ξεπηδά αυτόματα κάθε φορά που η συνείδηση της εργατικής τάξης βρίσκεται πίσω ως προς τις ανάγκες της ταξικής πάλης. Με άλλα λόγια, οι ψυχολογικές συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης επί των εργατών και των μικροαστών που καταστρέφονται, η ανασφάλεια, το αίσθημα απειλής, η αγωνία για το μέλλον των παιδιών, αν δεν απαντηθούν πολιτικά από την αριστερά θα μεταλλαχθούν αυτομάτως -λειτουργικά ίσως(;) –  σε πολιτική συμπάθεια προς τον φασισμό. Αλλά αν αυτός ο τελευταίος δεν έρχεται έξωθεν – και αυτή είναι η δεύτερη άρρητη προκείμενη –  τότε προκύπτει έσωθεν! Αυτά τα συναισθήματα φόβου, αγωνίας, ανημποριάς που παράγει μπορούν να  βρίσκουν από μόνα τους για αποδιοπομπαίους τράγους τους μετανάστες ώστε να επιβιβαστούν στο όχημα του φασισμού, την ξενηλασία!


Πέρα από την επί της ουσίας απάντηση την οποία κατά το μέγα μέρος δεν θα επωμισθώ ο ίδιος, μπορεί κανείς ήδη να παρατηρήσει ότι στις ενστάσεις αυτές κάθε ιστορικότητα στην ερμηνεία υποχωρεί μπροστά σε μια μηχανιστική-δομική «κοινωνιολογία» (εξ ου και ο λόγος για στρουκτουραλιστική προσέγγιση) όπως μόλις περιγράφηκε. Εντούτοις το σημείο εκκίνησης δεν θα ήταν ένας συνειδητός στρουκτουραλισμός αλλά μια τρίτη καλά κρυμμένη, εκτός από άρρητη, προκείμενη, από την οποία η «
στρουκτουραλιστική στάση» προκύπτει: Είναι η αντίληψη για το πως συγκροτούνται οι τάξεις, ή εν προκειμένω, αν νομιμοποιείται καν η φράση  «η μπουρζουαζία διοχέτευσε ψήφους», αν δηλαδή μπορεί καν να εκφέρεται λόγος όπου η τάξη μπορεί να έχει τη θέση του δρώντος υποκειμένου.Και στα δύο παραπάνω ενσταντανέ της, αυτό το οποίο η ένσταση θέλει τελικά  να αρνηθεί, είναι η δυνατότητα της αστικής τάξης να είναι το δρων υποκείμενο, να είναι αυτή που γέννησε με σκοπιμότητα το φασισμό. Νομίζω ότι δεν πρόκειται για μια αντίδραση σε κάποια χοντροκομμένη «προσωποποίηση» της αστικής τάξης από αυτές που έχει υποφέρει ο αριστερός λόγος, γιατί είναι φανερό από το συγκείμενο ότι δεν πρόκειται γι αυτό. Συνδέεται όμως και με έναν άλλον ίσως δεσμό με το στρουκτουραλισμό: Μια και στην διεκπεραίωση των ταξικών επιλογών της μπουρζουαζίας εμπλέκεται πολύ το κράτος, η στρουκτουραλιστική ουσιολογική ουδετεροποίηση του κράτους μάλλον συσκοτίζει τον δράστη και κάνει την συντακτική χρήση της αστικής τάξης ως δρων υποκείμενο να ξενίζει….

Με αυτές τις σκέψεις έπεσα προ ημερών πάνω σε μια ανάρτηση του LeninReloaded  ένα ωραιότατο και , ω του θαύματος σαν από παραγγελία, άρθρο του Alain Badiou στο οποίο θα αφήσω το βάρος της απάντησης στις ενστάσεις και στις προκείμενές τους (στις δύο αλλά και εν μέρει στην τρίτη η οποία πάντως θα άξιζε ξεχωριστή απάντηση) και το οποίο μετέφρασα ξανά, θες για να μη χάσω τις κοφτερές γωνίες, την καλλιεπή τραχύτητα του γαλλικού κειμένου, θες από απλή λόξα….

Ειρήσθω εν παρόδω ότι το κείμενο αυτό του Βadiou  αποτελεί μνημείο δημοσίου λόγου ενός φιλόσοφου. Με τον τρόπο της λαϊκής αφήγησης ξετινάζει τις ίδιες τις γλωσσικές συμβάσεις της καθώς πρέπει, «σοβαρής» Monde που χρησιμοποιεί για να  να ανεβάσει σε μια και μοναδική νοηματική επιφάνεια-σαν να μιλάει κάποιος ακατέργαστος λαϊκός ρήτορας- νοηματικούς χυμούς από τα βάθη της φιλοσοφικής σκέψης. Από το είδος των δημοσίων διανοουμένων που χάνεται . . . 


Ο Badiou λοιπόν ανιχνεύει τις ρίζες του φασισμού αρκετά πρώιμα -προεδρεία Μιτεράν-  στην περίπτωση της Γαλλίας. Αλλά και για τον Ελλαδικό χώρο αντιστοίχως, οι παλιότεροι ίσως θυμούνται από τα μακρινά πρώτα χρόνια του ’80,  την αποστροφή του μακαρίτη ποιητή και συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου για τις μετανάστριες από τις Φιλιππίνες. Τη θυμάται πάντως  ο Δ. Κούρτοβικ: «Ήδη τη δεκαετία του 1980 ο Γιώργος Ιωάννου, ένας συγγραφέας που κατά τα άλλα τον έχω σε μεγάλη εκτίμηση, ανησυχούσε για την αλλοίωση της φυλετικής μας ταυτότητας από την εισβολή…Φιλιππινέζων οικιακών βοηθών»

Αλλά ας διαβάσουμε τον Badiou, μαθητή του στρουκτουραλιστή Louis Pierre Althusser παρακαλώ:

Η σημαντική μερίδα των ψήφων που απέσπασε η Μαρίν Λεπέν βαραίνει και εκπλήσσει. Ψάχνουμε εξηγήσεις. Το πολιτικό προσωπικό καταφεύγει στην φορητή του κοινωνιολογία: Η Γαλλία των αποκάτω, των παραπλανημένων επαρχιωτών, των εργατών, της αμορφωσιάς, η τρομαγμένη από την παγκοσμιοποίηση, από την πτώση της αγοραστικής δύναμης, από την αποδόμηση των ζωτικών της χώρων, από την παρουσία παράξενων ξένων στην πόρτα τους, θέλει να αναδιπλωθεί γύρω από τον εθνικισμό και την ξενοφοβία.
Είναι ήδη αυτή η Γαλλία «που μένει πίσω» την οποία κατηγορούσαν πως ψήφισε όχι στο δημοψήφισμα για το σχέδιο ευρωπαϊκού Συντάγματος. Την αντιπαρέθεταν προς τις μεσαίες τάξεις της πόλης, μορφωμένες και μοντέρνες, που αποτελούν όλο το κοινωνικό άλας της καλοζυγισμένης μας δημοκρατίας.
Ας πούμε ότι αυτή η Γαλλία των από κάτω είναι πάντως, για την περίπτωση, ο γάιδαρος του μύθου, ο ακαλλιέργητος ψωριάρης λαϊκιστής από όπου μας έρχεται όλο το λεπενικό κακό. Παράξενη τέλος πάντων αυτή η πολιτικο-μηντιακή γκρίνια εναντίον του «λαϊκισμού». Η δημοκρατική εξουσία, για την οποία είμαστε τόσο υπερήφανοι, θα ήταν τάχα αλλεργική σε αυτό που νοιάζει το λαό; Αυτή είναι πάντως, όλο και περισσότερο, η γνώμη του λεγόμενου λαού. Στην ερώτηση «Οι υπεύθυνοι της πολιτικής ασχολούνται με αυτό που σκέπτονται άνθρωποι σαν εσάς;» η εντελώς αρνητική απάντηση «καθόλου» έφτασε από το 15% του συνόλου το 1978 στο 42% το 2010! Όσο για το άθροισμα των θετικών απαντήσεων («πολύ» ή «αρκετά») πέρασε από το 35% στο 17% (θα παραπέμψουμε για αυτόν το στατιστικό δείκτη και για άλλους με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον στο εκτός σειράς τεύχος της επιθεώρησης «La Penséμε τίτλο « Ο λαός , η κρίση και η πολιτική» που διεξήγαγαν οι Guy Michelat και Michel Simon). Η σχέση ανάμεσα στο λαό και το Κράτος δεν είναι καμωμένη από εμπιστοσύνη, είναι το ελάχιστο που θα μπορούσαμε να πούμε.

Πρέπει να συμπεράνουμε ότι το Κράτος μας δεν έχει το λαό που του αξίζει, και η σκοτεινή λεπενική ψήφος επιβεβαιώνει αυτή την λαϊκή ανεπάρκεια; Θα έπρεπε τότε, για να ενισχύσουμε τη δημοκρατία, να αλλάξουμε το λαό, όπως ειρωνικά προέτεινε ο Μπρεχτ. . .
Η θέση μου είναι μάλλον ότι δύο άλλοι μεγάλοι ένοχοι πρέπει να βγουν μπροστά: Οι διαδοχικοί υπεύθυνοι της εξουσίας του Κράτους, τόσο της αριστεράς όσο και της δεξιάς, και ένα μη αμελητέο σύνολο διανοουμένων.
Στο κάτω – κάτω, δεν απεφάσισαν οι φτωχοί από τις επαρχίες μας να περιορίσουν όσο δεν παίρνει το στοιχειώδες δικαίωμα του εργάτη αυτής της χώρας, όποια κι αν είναι η εθνικότητα προέλευσής του, να ζήσει εδώ με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Ήταν μια σοσιαλίστρια υπουργός, και όσοι από τη δεξιά στη συνέχεια τρύπωσαν. Δεν είναι καμιά αμόρφωτη χωριάτισσα αυτή που δήλωσε το 1983 πως οι απεργοί της Renault – στην πλειοψηφία τους αλγερινοί και μαροκινοί – ήταν «μετανάστες εργάτες (. . . ) υποκινημένοι από θρησκευτικές και πολιτικές ομάδες που αυτοπροσδιορίζονται σε συνάρτηση με κριτήρια που ελάχιστη σχέση έχουν με τις γαλλικές κοινωνικές πραγματικότητες».
Είναι ένας σοσιαλιστής πρωθυπουργός, φυσικά προς μεγάλη χαρά των «εχθρών» του της δεξιάς. Ποιος είχε την καλή ιδέα να δηλώσει ότι ο Λεπέν έθιγε πραγματικά προβλήματα; Ένας Αλσατός αγωνιστής του Εθνικού Μετώπου; Όχι, ένας πρωθυπουργός του Φρανσουά Μιτεράν. Δεν είναι οι υπανάπτυκτοι της ενδοχώρας εκείνοι που δημιούργησαν τα κέντρα κράτησης για να φυλακίσουν εκεί, έξω από κάθε πραγματικό δίκαιο, εκείνους από τους οποίους αποστερούσαν τη δυνατότητα να αποκτήσουν νόμιμα χαρτιά για την εδώ παρουσία τους.
Δεν είναι ούτε οι παρίες των προαστίων εκείνοι που έβγαλαν διαταγή, παντού στον κόσμο, ότι δεν δίνουν στους ανθρώπους βίζες για τη Γαλλία παρά με το σταγονόμετρο, την ίδια στιγμή που, εδώ στη Γαλλία, καθόριζαν ακόμα και ποσοστά απέλασης που έπρεπε με κάθε κόστος να πραγματοποιήσει η αστυνομία. Η διαδοχή νόμων που περιορίζουν, υπό το πρόσχημα της αλλοδαπής καταγωγής, την ελευθερία και την ισότητα εκατομμυρίων ανθρώπων που ζουν και εργάζονται εδώ, δεν είναι έργο αποχαλινωμένων «λαϊκιστών».

Στο χειρισμό αυτών των νομίμων εγκλημάτων, βρίσκουμε απλούστατα το Κράτος. Βρίσκουμε όλες τις διαδοχικές κυβερνήσεις, από τον Φρανσουά Μιτεράν, και αδιάλειπτα στη συνέχεια. Επί του θέματος, και δεν είναι παρά δύο παραδείγματα, ο σοσιαλιστής Λιονέλ Ζοσπέν έκανε γνωστό με την ανάρρησή του στην εξουσία πως δεν υπήρχε θέμα κατάργησης των ξενοφοβικών νόμων του Σαρλ Πασκά· ο σοσιαλιστής Φρανσουά Ολάντ κάνει γνωστό πως δεν θα αποφασίζεται, υπό την δική του προεδρεία, διαφορετικά η νομιμοποίηση των χωρίς-χαρτιά από ότι στην υπό τον Νικολά Σαρκοζί. Η συνέχεια σε αυτή την κατεύθυνση δεν αφήνει καμιά αμφιβολία. Η από το Κράτος επίμονη προτροπή προς την αισχρότητα είναι εκείνη που διαμορφώνει την αντιδραστική και ρατσιστική γνώμη, κι όχι το αντίστροφο.
Δεν νομίζω πως μπορεί κανείς να αγνοεί ότι ο Νικολά Σαρκοζί και η κλίκα του ήταν βαθιά χωμένοι στον πολιτισμικό ρατσισμό, κρατώντας ψηλά τη σημαία της «υπεροχής» του δικού μας ακριβού δυτικού πολιτισμού και στέλνοντας για ψήφιση μια ατέλειωτη διαδοχή νομοθετικών διακρίσεων των οποίων η μοχθηρία μας καταπλήσσει.

Όμως, δεν βλέπουμε τη αριστερά να ξεσηκώνεται για να αντισταθεί με την δύναμη που θα απαιτούσε μια αντιδραστική λύσσα σαν κι αυτή. Έκανε, ακόμα χειρότερα, συχνά γνωστό πως «κατανοούσε» αυτό το αίτημα «ασφάλειας», και ψήφισε, ελαφρά τη καρδία, προφανείς αποφάσεις διωγμών, όπως εκείνες που στόχευαν να εξοβελίσουν από τον δημόσιο χώρο τούτη ή εκείνη τη γυναίκα υπό το πρόσχημα πως καλύπτει τα μαλλιά της ή περιτυλίγει το σώμα της.
Οι υποψήφιοί της διαλαλούν παντού πως θα διεξαγάγουν έναν ανελέητο αγώνα, όχι τόσο ενάντια στις καπιταλιστικές παραβάσεις και στη δικτατορία των προϋπολογισμών λιτότητας, όσο ενάντια στους εργάτες χωρίς χαρτιά και στους ανήλικους υπότροπους εγκληματίες, ιδίως εάν είναι Μαύροι ή Άραβες. Στο πεδίο αυτό, η Δεξιά και η Αριστερά συγκερασμένες, έχουν ποδοπατήσει κάθε αρχή. Απέγινε και είναι, για εκείνους που τους στερούν τα χαρτιά, όχι το Κράτος δικαίου, αλλά το Κράτος εξαίρεσης, το Κράτος του μη-δικαίου. Αυτοί βρίσκονται σε ανασφαλή κατάσταση και όχι οι ντόπιοι όσοι έχουν τον τρόπο τους. Αν χρειαζόταν, Θεός φυλάξοι, να υποστούμε την απέλαση ανθρώπων, θα ήταν προτιμότερο να διαλέγαμε για απέλαση τους κυβερνήτες μας μάλλον, παρά τους αξιοσέβαστους εργάτες από το Μαρόκο ή από το Μαλί.

Και πίσω από όλα αυτά, εδώ και πολύ καιρό, περισσότερο από είκοσι χρόνια, ποιον βρίσκουμε; Ποιοι είναι οι ένδοξοι εφευρέτες του «ισλαμικού κινδύνου», ο οποίος προβαίνει κατ’ αυτούς στην αποσύνθεση της όμορφης δυτικής και γαλλικής μας κοινωνίας; Ποιος άλλος από τους διανοούμενους, που αφιερώνουν στο αισχρό αυτό έργο, πύρινες επιφυλλίδες, διεστραμμένα βιβλία, παραποιημένες «κοινωνιολογικές έρευνες»; Είναι μήπως μια ομάδα συνταξιούχων επαρχιωτών και εργατών μικρών αποβιομηχανοποιημένων πόλεων εκείνοι που συναρμολόγησαν υπομονετικά όλη αυτή την υπόθεση της «σύγκρουσης των πολιτισμών», της υπεράσπισης του «πολιτειακού συμβολαίου», των απειλών κατά της υπέροχης «λαϊκότητάς» μας, του «φεμινισμού» που προσβάλλεται από την καθημερινή ζωή των αραβισσών κυριών;
Δεν είναι δυσάρεστο να ψάχνουμε τους υπεύθυνους μόνο κατά τη μεριά της άκρας δεξιάς – που στην πραγματικότητα βγάζει τα κάστανα από τη φωτιά – χωρίς ποτέ να ξεγυμνώνουμε την εκρηκτική ευθύνη εκείνων, συχνά -κατά δήλωσή τους- «αριστερών», και πιο συχνά καθηγητών «φιλοσοφίας» παρά ταμιών σε σουπερμάρκετ, που υποστήριξαν με πάθος ότι οι Άραβες και οι Μαύροι, ιδιαιτέρως οι νέοι, θα διέβρωναν το εκπαιδευτικό μας σύστημα, θα διέφθειραν τα προάστιά μας, θα επιτίθονταν στις ελευθερίες μας και θα πρόσβαλλαν τις γυναίκες μας; Ή τάχα ήταν πολυπληθέστεροι μέσα στις ποδοσφαιρικές μας ομάδες; Ακριβώς όπως τα έλεγαν άλλοτε για τους Εβραίους και τους «μετοίκους» από τους οποίους η αιώνια Γαλλία απειλούνταν θανάσιμα.

Υπήρξε βέβαια η εμφάνιση μικρών φασιστικών ομάδων που δήλωναν ισλαμικές. Αλλά υπήρξαν επίσης και κινήσεις φασιστικές που δήλωναν Δυτικές και του Χριστού-Βασιλέως. Αυτό δεν εμποδίζει κανέναν ισλαμόφοβο διανοούμενο να εξυμνεί σε κάθε ευκαιρία την ανώτερη «δυτική» μας ταυτότητα φτάνοντας να εντοπίζουν τις θαυμαστές « χριστιανικές μας ρίζες» μέσα στη λατρεία μιας λαϊκότητας που η Μαρίν Λεπέν, μια από τις πιο μανιώδεις οπαδούς αυτής της λατρείας, αποκαλύπτει τελικά από ποιο πολιτικό δάσος ξυλεύεται.

Στην πραγματικότητα, είναι οι διανοούμενοι εκείνοι που εφηύραν την αντιλαϊκή βία την κατευθυνόμενη απλώς και μόνο ενάντια στους νέους των μεγάλων πόλεων, που είναι και το αληθινό μυστικό της ισλαμοφοβίας. Και είναι οι κυβερνήσεις, ανίκανες να οικοδομήσουν μια κοινωνία κοινωνικής ειρήνης και δικαιοσύνης, εκείνες που παρέδωσαν τους ξένους, και πρώτα τους Άραβες εργάτες και τις οικογένειές τους, βορά στις αποπροσανατολισμένες και φοβικές εκλογικές πελατείες. Όπως πάντα, η ιδέα, κι ας είναι εγκληματική, προηγείται της εξουσίας, που με τη σειρά της διαμορφώνει την γνώμη την οποία χρειάζεται. Ο διανοούμενος, κι ας είναι αξιοθρήνητος, προηγείται του υπουργού ο οποίος κατασκευάζει τους οπαδούς του.
Το βιβλίο, κι ας είναι για πέταμα, έρχεται πριν από την προπαγανδιστική εικόνα, η οποία παραπλανά αντί να παιδαγωγεί. Και τριάντα χρόνια υπομονετικών προσπαθειών συγγραφής, η πολεμική και ο εκλογικός χωρίς ιδέες ανταγωνισμός, παίρνουν την θλιβερή τους ανταμοιβή στις κουρασμένες συνειδήσεις όσο και στην ψήφο των προβάτων.

Αίσχος στις διαδοχικές κυβερνήσεις, που έχουν όλες τους διαγκωνισθεί γύρω από τα αλληλένδετα θέματα της ασφάλειας και του «μεταναστευτικού προβλήματος», για να μην είναι πολύ φανερό ότι εξυπηρετούσαν πριν απ’ όλα τα συμφέροντα της οικονομικής ολιγαρχίας! Αίσχος στους διανοούμενους του νεο-ρατσισμού και του χοντροκέφαλου εθνικισμού, που έχουν υπομονετικά καλύψει το κενό που άφησε στο λαό η προσωρινή έκλειψη της κομμουνιστικής υπόθεσης , με ένα πέπλο κουταμάρες για τον ισλαμικό κίνδυνο και την καταστροφή των «αξιών» μας!
Αυτοί είναι εκείνοι που πρέπει σήμερα να δώσουν λόγο για την άνοδο ενός έρποντος φασισμού του οποίου το διανοητικό ξεδίπλωμα έχουν ακατάπαυστα ενθαρρύνει.