RSS

Category Archives: Bertolt Brecht

Τα κωλόπαιδα της μπουρζουαζίας αποπατούν στο έργο του Μπρεχτ

Η προσέλευσή μας στο πολυτελές μέγαρο της «Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών» του Ιδρύματος Ωνάση ήταν έτσι κι αλλιώς φορτωμένη με επιφυλακτικότητα. Οχι μόνο λόγω του χώρου, αλλά και επειδή μας είχε «βγάλει το μάτι» και η σχετική με την παράσταση αναφορά στην ιστοσελίδα του μαγαζιού: «Κατερίνα Ευαγγελάτου: “Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν” του Μπέρτολτ Μπρεχτ». Ασυνήθης για θεατρική παράσταση η αντιστροφή των συντελεστών στον τίτλο. Δεν πηγαίναμε να δούμε τον «Καλό άνθρωπο του Σετσουάν» του Μπρεχτ σε σκηνοθεσία της Ευαγγελάτου, αλλά κάτι που έφτιαξε η τελευταία με τον «Καλό άνθρωπο του Σετσουάν» του Μπρεχτ. Λεπτομέρειες θα πείτε, αλλά οι λεπτομέρειες έχουν τη σημασία τους κι αυτό φάνηκε αμέσως μόλις άνοιξε η βαριά αυλαία και άρχισε η παράσταση.

Ενας ηθοποιός παρίστανε έναν γελοίο κλόουν που υποτίθεται ότι ήταν ο Μπρεχτ! Μασώντας ένα μεγάλο πούρο έλεγε κάτι γερμανικές λέξεις και αμέσως υποτίθεται τις μετέφραζε στα ελληνικά. Λέμε «υποτίθεται ότι τις μετέφραζε», γιατί, όπως μας ενημέρωσε γερμανομαθής συντρόφισσα με την οποία παρακολουθούσαμε την παράσταση, δεν επρόκειτο για κάποιο γερμανικό κείμενο. Δεν επρόκειτο καν για γερμανικές λέξεις. Οι περισσότερες ήταν γερμανοφανείς κατασκευές, σαν τις ξένες γλώσσες που παριστάνουν ότι μιλούν διάφοροι κωμικοί ηθοποιοί σε επιθεωρησιακά νού-μερα! Επρόκειτο για κείμενο που έγραψε η Ευαγγελάτου, μέσω του οποίου ο Μπρεχτ αυτοσυστήνεται! Και τι λέει; Οτι εφηύρε την «αποστασιοποίηση», που κανένας δεν κατάλαβε τι ήταν. Ούτε αυτός ο ίδιος κατάλαβε!

Με τον ίδιο γελοίο κλόουν έκλεισε η παράσταση. Αντί ν’ ακούσουμε τον υπέροχο επίλογο, με τον οποίο ο Μπρεχτ στεφανώνει το συγκεκριμένο έργο του, καλώντας τους θεατές να ψάξουν να βρουν τη λύση, ακούσαμε (πάντα με γελοιογραφικό τρόπο, με το πούρο στο στόμα, με τα γερμανικά που δεν είναι γερμανικά κτλ.) μια συρραφή από στίχους του Μπρεχτ, που κατέληγαν στο συμπέρασμα «Δεν έχω λύση»!

Τι θα μπορούσε να είναι μια παράσταση που περικλείεται μέσα σε δυο ξένα κείμενα, μέσω των οποίων ο Μπρεχτ παρουσιάζεται σαν ένας γελοίος διασκεδαστής με αγνωστικιστικό υπόβαθρο; Μια γελοιοποίηση του Μπρεχτ και του συγκεκριμένου έργου, φυσικά. Γελοιοποίηση και της φόρμας (αφού κατά τη σκηνοθέτιδα με τον όρο «αποστασιοποίηση» ούτε ο Μπρεχτ ήξερε τι ήθελε να πει) και του ιδεολογικού-αισθητικού περιεχόμενου του έργου.

Η γελοιοποίηση της φόρμας έγινε με τρεις τρόπους. Πρώτο, γεμίζοντας την παράσταση με κάθε είδους «μοντερνιές» έτσι που και οι ίδιες οι «μοντερνιές» να καταντούν πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένοι. Δεύτερο, μετατρέποντας τους χαρακτήρες σε καρτούν. Τρίτο, βάζοντας τους ηθοποιούς να εκφωνούν και τις στοιχειώδεις σκηνικές οδηγίες που συνοδεύουν κάθε θεατρικό έργο. Σημειώνει ας πούμε ο συγγραφέας: Στρέφεται προς το κοινό. Στην παράσταση της Ευαγγελάτου δεν αρκούσε ο ηθοποιός να στραφεί προς το κοινό. Πριν το κάνει, έλεγε: «Στρέφεται προς το κοινό». Τι ήθελε να πει η σκηνοθέτις; Να επιβεβαιώσει την άποψή της ότι η «αποστασιοποιητική» μέθοδος του Μπρεχτ είναι μια μπούρδα! Οτι «αποστασιοποίηση» σημαίνει να μας λέει ο ηθοποιός και τις σκηνικές οδηγίες, τις οποίες βέβαια πρέπει να εκτελεί με το σώμα του. Ολ’ αυτά διανθισμένα μ’ ένα σωρό ετερόκλιτα στοιχεία (από χορευτικές επιδείξεις της πρωταγωνίστριας μέχρι και λίγο γυμνό, που είναι γενικά της μοδός), παρέπεμπαν σε b-musical του Μπροντγουέι παρά σε μπρεχτική παράσταση. Και θα κατέληγε σίγουρα σε τριτοκλασάτο μιούζικαλ το όλο πράγμα, αν δεν το έσωνε η λιτή και εύρυθμη μουσική του Σταύρου Γασπαράτου, ο οποίος κλήθηκε να καλύψει το κενό, μετά την απόρριψη από τη σκηνοθέτιδα της πρωτότυπης μουσικής του Πάουλ Ντεσάου. Διότι με τη μουσική του Ντεσάου η Ευαγγελάτου δε θα μπορούσε να διαπράξει τα όσα διέπραξε. Δυο κομμουνιστές (Μπρεχτ και Ντεσάου) παραέπεφταν πολλοί για το… ευαίσθητο στομάχι της. Αποπέμποντας τον ένα και κατακρεουργώντας (μέχρι γελοιοποίησης) τον άλλο, μπόρεσε να προσφέρει ένα εύπεπτο θέαμα στο αστικό κοινό, το οποίο γεμίζει τη «Στέγη», αναζητώντας τα «χρώματα κι αρώματα» με τα οποία συνήθως τρέφεται (είναι κοντά και το σύμπλεγμα της μεταμεσονύχτιας «ευωχίας» του – μια δρασκελιά δρόμος από τη «Στέγη» μέχρι το «Caramella» και τα άλλα… «πολιτιστικά κέντρα»).

Κάποιοι λένε πως ό,τι και να κάνεις σ’ ένα έργο του Μπρεχτ, δεν μπορείς να διαστρέψεις το μήνυμά του. Διαφωνού-με εκατό τοις εκατό. Του μπρεχτικού θεάτρου, ειδικά αυτού της τελευταίας συγγραφικής περιόδου του μεγάλου γερμανού θεατράνθρωπου (επικό-διαλεκτικό θέατρο), στο οποίο ανήκει και «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν», μπορείς να του αλλάξεις τα φώτα ακόμα κι αν «πεις» το κείμενο χωρίς καμιά περικοπή. Είναι ένα ιδιαίτερο είδος θεάτρου, που μέσω της «αποστασιοποίησης» απαιτεί την ανάδειξη του μύθου. Αν αυτό δεν γίνει, τότε ο μύθος ξεπέφτει σε παραμυθάκι που μόνο χάχανα μπορεί να προκαλέσει. Σ’ αυτό το τελευταίο, λοιπόν, η Ευαγγελάτου τα κατάφερε θαυμάσια. Μετατρέποντας τους χαρακτήρες σε καρτούν, προκαλούσε συχνά τα χάχανα των θεατών εκεί που θα ‘πρεπε να υπάρχει στοχασμός, προβληματισμός ερωτήματα. Αφαιρώντας τμήματα του έργου (στο όνομα δήθεν της εξοικονόμησης του χρόνου της παράστασης), με κορυφαία τη σκηνή της δίκης στο τέλος και το τραγούδι του όγδοου ελέφαντα, αντί για το οποίο ακούσαμε τον ηθοποιό να μας λέει ότι το αφαίρεσαν γιατί το έργο θα έκανε κοιλιά (άρα, κάτι περισσότερο από τον Μπρεχτ ξέρει για το θέατρο η Ευαγγελάτου!), εξαφάνισε βασικά συνδετικά στοιχεία του μύθου, έτσι που στο τέλος να μην υπάρχει όχι ο μπρεχτικός μύθος, αλλά ούτε καν μύθος. Εμειναν μόνο κάποιες σκόρπιες φράσεις, οι οποίες κάθε άλλο παρά να ενοχλήσουν μπορούν το αστικό κοινό. Τέλος, για να μην υπάρξει καμιά περίπτωση να διασωθεί οτιδήποτε από τον μπρεχτικό μύθο, η Ευαγγελάτου γελοιοποίησε εντελώς το ρόλο του Σούι-Τα, μέσω του οποίου ο Μπρεχτ δείχνει πως η προσπάθεια της προστασίας του ατομικού συμφέροντος οδηγεί στη μετατροπή του ατόμου σε στυγνό καπιταλιστή.

Είναι γνωστό πως στη φετινή θεατρική Αθήνα ενέσκυψε… μπρεχτίτιδα. Από τις τέσσερις μεγαλοκαπιταλιστικές επιχειρήσεις παραγωγής θεάματος οι δύο ανέβασαν Μπρεχτ. Το ότι οι αίθουσές τους γεμίζουν, παρά το τσουχτερό εισιτήριο, δείχνει ότι πέτυχαν διάνα. Κατακρεούργησαν τον Μπρεχτ (γράψαμε πριν από λίγο καιρό και για την «Αγία Ιωάννα των σφαγείων») και τον πουλάνε στο αστικό κοινό, διευρύνοντας τους πελάτες τους και με κόσμο από το μη αστικό κοινό, ο οποίος όμως –χωρίς να φταίει ο ίδιος– δεν γνωρίζει τι πραγματικά είναι το μπρεχτικό θέατρο. Αν, ας πούμε, η παράσταση της Ευαγγελάτου ανέβαινε σε μια γερμανική ή αυστριακή σκηνή, θα παρακαλούσαν η ίδια και οι ηθοποιοί της να γλιτώσουν στο τέλος μόνο με τα γιούχα. Στην Ελλάδα, όμως, το κάθε κωλόπαιδο της μπουρζουαζίας θεωρεί πως μπορεί να αποπατεί ελεύθερα πάνω στο έργο του Μπρεχτ. Η Ευαγγελάτου, με την αναίδεια που χαρακτηρίζει κάθε «πορφυρογέννητο» που τα βρήκε όλα έτοιμα (ένα είδος Γιωργάκη Παπανδρέου και Κωστάκη Καραμανλή στο αστικό θέατρο), νομίζει πως μπορεί να αποπατήσει και επί της προσωπικότητας του Μπρεχτ.

Δεν έχει νομίζουμε νόημα, κατόπιν όλων αυτών, να κρίνουμε τους ηθοποιούς του έργου και την «εκρηκτική» πρωταγωνίστρια (έτσι τη χαρακτηρίζουν οι παραγωγοί στην ιστοσελίδα τους, στην οποία και η σκηνοθέτις χαρακτηρίζεται «ικανότατη και πολυτάλαντη» – Ετσι είναι, αν έτσι νομίζετε!). Υποθέτουμε ότι οι ηθοποιοί ακολούθησαν πιστά τις σκηνοθετικές εντολές, γι’ αυτό και δεν μπορούμε να τους κρίνουμε υποκριτικά, γιατί αυτό δεν έχει καμιά σημασία. Είναι, όμως, συνυπεύθυνοι για τον αήθη (μάλλον αλήτικο θα έπρεπε να τον χαρακτηρίσουμε) πρόλογο, του οποίου φέρονται ως συνσυγγραφείς μαζί με τη σκηνοθέτιδα. Ακόμα κι αν δεν προσέθεσαν ούτε λέξη, από τη στιγμή που δέχτηκαν να γραφεί ότι «η παράσταση ξεκινά με κείμενο γραμμένο από την Κατερίνα Ευαγγελάτου και τους ηθοποιούς», είναι συνυπεύθυνοι.

Τα επικά-διαλεκτικά έργα του Μπρεχτ είναι έργα πολυπρόσωπα και με ιδιαίτερες απαιτήσεις. Ισως είναι μια πρόκληση για μερικές από τις «εκτός των τειχών» θεατρικές ομάδες να συνενώσουν τις δυνάμεις τους και να επιχειρήσουν το ανέβασμα κάποιου απ’ αυτά τα έργα. Οσο κόπο κι αν τους πάρει, αξίζει να δώσουν μια απάντηση στο αστικό θέατρο που αρπάζει την ευκαιρία –ακριβώς επειδή παίζει χωρίς αντίπαλο– να μετατρέψει το μπρεχτικό θέατρο σε εύπεπτο θέαμα για το αστικό κοινό.

ΔΗΜ. ΝΑΤ.

Πηγή:Κόντρα
 

«Η Αγία Ιωάννα των Σφαγείων»

«Κοιτάζω αυτό το σύστημα, και επιφανειακά
μου φαίνεται γνώριμο, αλλά όχι και
ο μηχανισμός του! Υπάρχουν αυτοί οι λίγοι επάνω
και οι πολλοί άλλοι κάτω, και οι επάνω φωνάζουν
στους κάτω: ελάτε επάνω για να είμαστε όλοι
επάνω, αλλά όταν κοιτάξεις προσεκτικά βλέπεις κάτι
κρυμμένο ανάμεσα σε αυτούς επάνω και στους άλλους κάτω.
Κάτι που μοιάζει με δρόμο, αλλά δεν είναι δρόμος.
Είναι μια σανίδα. Τώρα φαίνεται ολοκάθαρα.
Είναι η σανίδα μιας τραμπάλας. Ολο αυτό το σύστημα
είναι μια κούνια με δύο άκρες που εξαρτώνται
η μία από την άλλη. Και αυτοί επάνω
κάθονται επάνω, επειδή οι άλλοι κάθονται κάτω
και μόνο όσο θα κάθονται οι άλλοι κάτω. Οι επάνω
δεν θα κάθονταν πια επάνω, αν οι κάτω άφηναν τη θέση τους
κι ανέβαιναν. Επομένως, αυτοί επάνω
θέλουν, να κάθονται οι άλλοι κάτω
αιωνίως και να μην ανεβούν ποτέ επάνω.
Και οι κάτω πρέπει να είναι κατά πολύ περισσότεροι από τους επάνω
για να μην αλλάξει θέση η τραμπάλα. Ετσι είναι οι τραμπάλες.
(…)
Τους κάτω όμως τους κρατάνε κάτω
για να μείνουν επάνω οι επάνω.
Η ποταπότητα αυτών επάνω δεν έχει μέτρο.
Ακόμα κι αν βελτιώνονταν, σε τίποτα
δεν θα ωφελούσε, γιατί είναι άψογο
το σύστημα που έχουν κατασκευάσει:
Εκμετάλλευση και αταξία: κτηνώδες και συνεπώς
ακατανόητο.
(…)
Και αν σας πει κάποιος ότι μπορείτε να ανυψωθείτε πνευματικά,
μένοντας κολλημένοι στο βούρκο, πιάστε τον κι αυτόν και σπάστε του
το κεφάλι στο λιθόστρωτο. Μόνο
η βία ωφελεί όπου εξουσιάζει η βία, μόνο
οι άνθρωποι ωφελούν όπου υπάρχουν άνθρωποι».
*
Η μιαρότητα – που αποπνέει το δίχως άλλο από την ανατρεπτικότητα – του ως άνω κειμένου είναι αδιαμφισβήτητη.

Εδώ, κύριε Δένδια, κύριε Σαμαρά, κύριοι της κυβερνήσεως, κύριοι του «Mega», κύριοι του ΣΚΑΪ, κύριοι γενικώς, τίθενται εμπρηστικοί μηχανισμοί στα θεμέλια της κοινωνίας μας!
Η στήλη, εμφορούμενη από το δόγμα «καρφώστε και σώστε», ενημερώνει τας Αρχάς ότι το άνωθεν αποτελεί απόσπασμα θεατρικού έργου υπό τον τίτλο «Η Αγία Ιωάννα των Σφαγείων» (που, σημειωτέον, παίζεται αυτόν τον καιρό στο θέατρο «Ακροπόλ» σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη) και έχει συγγραφεί από κάποιον ονόματι Μπέρτολτ Μπρεχτ. Πιάστε τον!
 

Εγκώμιο στη διαλεκτική

Το άδικο προχωράει σήμερα με βήμα όλο σιγουριά.

Οι καταπιεστές προετοιμάζονται για δεκάδες χιλιάδες χρόνια.
Η βία εξασφαλίζει: Όπως ακριβώς είναι, έτσι θα μείνει.
Καμμιά φωνή δεν αντηχεί έξω από τη φωνή των κυρίαρχων
Και στις αγορές λέει η εκμετάλλευση αδιάντροπα: Τώρα εγώ πρώτη ξεκινάω.
Μα κι από τους καταπιεσμένους λένε τώρα πολλοί:
Αυτό που θέλουμε, ποτέ δεν πρόκειται να γίνει.

Όποιος ακόμα ζει, δε λέει: Ποτέ!

Το σίγουρο δεν είναι σίγουρο.
Όπως ακριβώς είναι, έτσι δεν μένει.
Όταν πουν ό,τι είχανε οι  κυρίαρχοι να πούνε
Θα μιλήσουνε οι κυριαρχούμενοι.
Ποιος τολμάει να πει: Ποτέ;
Ποιος φταίει, σαν η καταπίεση παραμένει; Εμείς.
Ποιος θα φταίει σαν η καταπίεση συντριβεί; Εμείς πάλι.
Όποιος γονταισμένος είναι, όρθιος να σηκωθεί!
Όποιος χαμένος είναι, να παλαίψει!
Όποιος την κατάστασή του έχει αναγνωρίσει, πώς να εμποδιστεί;
Γιατί οι νικημένοι του σήμερα είναι οι νικητές του αύριο

Και το Ποτέ γίνεται: Σήμερα ακόμα!

Ποιήματα για την πάλη των τάξεων

Εκδόσεις Οδηγητής (1984)