RSS

Category Archives: Che Guevara

«Και για σένα πεθαίνω, ηλίθιε!»

Του Νίκου Μπογιόπουλου

Προχτές συμπληρώθηκαν 46 χρόνια από την αιχμαλωσία και την δολοφονία του Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία. Εκείνος στον οποίο ανατέθηκε να τον εκτελέσει ήταν ο υπαξιωματικός Μάριο Τεράν.
Ο Μάριο Τεράν, ο δολοφόνος του Τσε, το 2006 υποβλήθηκε σε εγχείρηση από Κουβανούς γιατρούς που συμμετέχουν στο πρόγραμμα της «Επιχείρησης Θαύμα» και προσφέρουν – δωρεάν – τις υπηρεσίες τους σε ασθενείς σε όλη τη Λατινική Αμερική. Ο Τεράν έπασχε από καταρράκτη. Οι επεμβάσεις καταρράκτη δεν είναι και τόσο απλό πράγμα για τους φτωχούς ανθρώπους στη Λατινική Αμερική.
Ο γιος του Τεράν, το 2007, στην συμπλήρωση 40 χρόνων από την δολοφονία του Τσε, έστειλε  σε εφημερίδα της Βολιβίας ευχαριστήριο μήνυμα προς τους Κουβανούς γιατρούς που αποκατέστησαν την όραση του πατέρα του. Του δολοφόνου, δηλαδή, του (και) γιατρού Τσε Γκεβάρα…
«Θυμηθείτε αυτό το όνομα – Μάριο Τεράν – ένας άνδρας που εκπαιδεύτηκε για να σκοτώσει μπορεί και πάλι να βλέπει χάρη στους γιατρούς που ακολουθούν τις ιδέες του θύματός του», ήταν το ρεπορτάζ με το οποίο κατέγραψε την είδηση η εφημερίδα «Γκράνμα» της Κούβας.
Θυμηθείτε, λοιπόν, τον Μάριο Τεράν. Και δίπλα σε αυτόν, θυμηθείτε κι εκείνον τον ναζί εκτελεστή. Η ιστορία έρχεται από τα παλιά και μας την διηγήθηκε πριν από χρόνια ένας αγαπημένος συνάδελφος και φίλος, ο Γιώργος Μουσγάς που την είχε ξετρυπώσει  από αναγνώσματα των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων:
Ήταν μέρες Κατοχής. Στη Γαλλία. Στον τόπο της εκτέλεσης, λίγο πριν δοθεί το παράγγελμα στο εκτελεστικό απόσπασμα, ο ναζί εκτελεστής γυρίζει υπεροπτικά στον μελλοθάνατο Γάλλο αντιφασίστα και τον ρωτά: «Τι έχεις να πεις που δε θα δεις ποτέ τις ιδέες σου να πραγματώνονται;». Ο αντιφασίστας, με απόλυτο έλεγχο του εαυτού του, με απόλυτη συνείδηση της αξίας της θυσίας του, απαντά: «Και για σένα  πεθαίνω, ηλίθιε»!
Είναι αληθινή η ιστορία; Δεν ξέρω. Αλλά τί σημασία έχει;…

Όχι λίγες φορές, επανέρχεται το ερώτημα: Τι ήταν εκείνο που οδήγησε έναν από τους ηγέτες μιας από τις σημαντικότερες επαναστάσεις του 20ού αιώνα να προσφέρει τόσο αφειδώλευτα –  και κατά άλλους τόσο «απερίσκεπτα» και τόσο «τυχοδιωκτικά» – την ίδια του τη ζωή στο πεδίο των μαχών για την κοινωνική απελευθέρωση;

Στη στάση του Τσε απέναντι στη ζωή (όπως περιέγραψε ο Φιντέλ Κάστρο στον επικήδειο στη μνήμη του Τσε που εκφωνήθηκε στην Πλατεία της Επανάστασης στην Αβάνα, στις 18 Οκτώβρη 1967) επέδρασε σημαντικά

«η αντίληψη ότι οι άνθρωποι έχουν μια σχετική αξία στην Ιστορία, η ιδέα ότι δεν ηττάται η υπόθεση όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι, και ότι η ακατάσχετη πορεία της Ιστορίας δε σταματά ούτε θα σταματήσει με το χαμό των αρχηγών (…). Άνθρωποι σαν κι αυτόν – συνέχισε ο Κάστρο – είναι ικανοί, με το παράδειγμά τους, να συμβάλουν στην εμφάνιση άλλων που να τους μοιάζουν (…)»
Την αντίληψη του Τσε για τον άνθρωπο δε θα μπορούσαν ποτέ να την καταλάβουν οι δολοφόνοι του. Πόσο μάλλον να την εξοντώσουν.

Ό,τι  δεν κατάφεραν με τον Τσε  εκείνοι που τον δολοφόνησαν νόμισαν ότι θα το κατόρθωναν όσοι πίστεψαν ότι μπορούν να τον μετατρέψουν σε μια ακίνδυνη στάμπα πάνω σε μπλουζάκια και «μοδάτα» αξεσουάρ.

Ούτε αυτοί αντιλήφθηκαν ότι η ζωή του Τσε ξεπερνά κατά πολύ την αγοραία λογική τους. Δεν είχαν τα εργαλεία να αντιληφθούν εκείνο που κατάλαβε ο Σαρτρ:«Η ζωή του Τσε» – έλεγε ο Σαρτρ – είναι η ιστορία του πληρέστερου ανθρώπου της εποχής μας».

Αυτή η «πλήρης Ιστορία», που ο Τσε την έγραψε και την διηγήθηκε με τη ζωή και το θάνατό του, είναι ταυτόχρονα και η απάντηση στο ερώτημα «γιατί ο Τσε  συνεχίζει να ζει».

Όσοι προσπαθούν να εξαντλήσουν την εξήγηση αυτής της «αθανασίας», εστιάζοντας στην εικόνα του Τσε σαν «γητευτή των φοιτητικών ονείρων», ξεχνούν ότι ο Τσε των εργατών και των αγροτών, ο Τσε των ταπεινών και καταφρονεμένων, ο Τσε της νεολαίας, δε μας άφησε κληρονομιά μόνο το απίστευτο βλέμμα του. Ενα βλέμμα που κοιτάζει μακριά αλλά στέρεα προς το φαινομενικά αδύνατο. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι ο Τσε και οι σύντροφοί του στην Κούβα έγιναν η απόδειξη της νίκης απέναντι στην καταπίεση, στη διαφθορά, στο φασισμό, στον ιμπεριαλισμό. Δεν ήταν μόνο ότι ο Τσε αρνήθηκε μια «στρωμένη» και άνετη ζωή, πριν την κουβανέζικη επανάσταση, ότι δεν θαμπώθηκε από τις τιμές, τα πόστα, την αναγνώριση, μετά την επικράτηση της επανάστασης.

Ολα αυτά μαζί μπορεί να συνθέτουν τον «μύθο» του Τσε, αλλά δεν είναι αρκετά να εξηγήσουν το γιατί ο Τσε Γκεβάρα «ζει».

Στην πραγματικότητα, τίποτα δε θα μπορούσε να κρατήσει «ζωντανό» τον Τσε, αν δεν παρέμεναν τραγικά ζωντανά και δραματικά επίκαιρα όλα όσα τον «γέννησαν». Ο πραγματικός λόγος που ο Τσε  παραμένει «ζωντανός» είναι ότι παραμένουν ζωντανά όλα όσα τον «γέννησαν».
Ο Τσε «ζει» γιατί, ως πολεμιστής και ως πολιτικός, ήταν ο κομαντάντε μιας υπόθεσης που και ως θεωρία και ως πράξη θα βρει την ολοκλήρωσή της, μόνο όταν καταργηθεί κάθε μορφής εκμετάλλευση. Ο μαρξισμός και το κομμουνιστικό ιδεώδες είναι πλήρως εξαγνισμένο μέσα μου, έλεγε ο Τσε, προσθέτοντας με απόλυτη σαφήνεια: «Δεν υπάρχει για μας κανείς άλλος ορισμός του σοσιαλισμού, πλην της κατάργησης της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο».

Ο Τσε θα παραμένει «ζωντανός» για όσο το βλέμμα του θα δείχνει ότι είναι ρεαλιστικό το όραμά του για έναν κόσμο ελεύθερο, δημοκρατικό, χωρίς πείνα, χωρίς φτώχεια, χωρίς καταπίεση.

«Αν τρέμεις από αγανάκτηση για κάθε αδικία, είσαι σύντροφός μου», έλεγε ο Τσε. Για όσο στον κόσμο η αδικία θα εξακολουθεί το έργο της, όσο οι έννοιες «τιμή» και «αξιοπρέπεια» θα υπάρχουν στο λεξιλόγιο των ανθρώπων,  ο Τσε θα είναι «ζωντανός». Γιατί «ο άνθρωπος – έλεγε ο Τσε– πρέπει να περπατάει με το κεφάλι απέναντι στον ήλιο. Και ο ήλιος πρέπει να κάψει το μέτωπο και καίγοντάς το να το σφραγίσει με τη σφραγίδα της τιμής. Όποιος περπατάει σκυφτός, χάνει αυτήν την τιμή».
Λίγο πριν τη δολοφονία του, ο Τσε είχε στείλει στα παιδιά του ένα γράμμα:

«Αγαπημένα μου Ιλδίτα, Αλεϊδίτα, Καμίλο, Σέλια και Ερνέστο,

Αν μια μέρα χρειαστεί να διαβάσετε τούτο το γράμμα, θα πει πως πια δεν είμαι ανάμεσά σας. Σχεδόν δε θα με θυμάστε πια και τα πιο μικρά θα μ’ έχουν ξεχάσει. Ο πατέρας σας ήταν ένας άνθρωπος που έπραττε όπως σκεφτόταν, και που σίγουρα ήταν πιστός στις πεποιθήσεις του (….). Να μελετάτε πολύ, για να μπορέσετε να κυριαρχήσετε στην τεχνική, που θα σας επιτρέψει να κυριαρχήσετε στη φύση (…). Να ‘στε κυρίως ικανά να αισθάνεστε, όσο πιο βαθιά μπορείτε, κάθε αδικία που γίνεται απέναντι σ’ οποιονδήποτε, σ’ οποιαδήποτε χώρα του κόσμου(…). Πάντα, παιδιά μου, θα ελπίζω να σας ξαναδώ.

Ένα μεγάλο και δυνατό φιλί απ’ τον Μπαμπά».

Δεν είδε ποτέ ξανά τα παιδιά του. Στις 8 προς 9 Οκτώβρη του 1967, ο κομαντάντε Τσε Γκεβάρα, περνούσε στο πάνθεον των «αθανάτων» της Ιστορίας με διαβατήριο την πίστη του στις πεποιθήσεις του. Χτυπήθηκε από δυο σφαίρες στο σβέρκο. Πισώπλατα. Οι δολοφόνοι του, αν και αιχμάλωτος, δεν είχαν το κουράγιο να τον κοιτούν στα μάτια ούτε καν τη στιγμή που τον εκτελούσαν. Οι δολοφόνοι του μοίρασαν ανά την υφήλιο τη φωτογραφία του νεκρού Τσε πιστεύοντας ότι έτσι θα σφράγιζαν και θα έκλειναν τους λογαριασμούς τους μαζί του.

Εκαναν λάθος. Μια άλλη φωτογραφία ήταν εκείνη που έμελλε να μείνει στην Ιστορία.
 

46 χρόνια από τη δολοφονία του Τσε και η κατάληψη του Πάντο




Στις 8 Οκτώβρη 1969, δύο χρόνια ακριβώς μετά την πτώση του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία, η επαναστατική οργάνωση «Κίνημα Εθνικής Απελευθέρωσης – Τουπαμάρος» [MLN – Tupamaros] κάνει μια εντυπωσιακή ενέργεια: Καταλαμβάνει την πόλη Πάντο, 30 χλμ περίπου από την πρωτεύουσα Μοντεβιδέο. Η περίφημη αυτή επιχείρηση ονομάστηκε La Toma dePando [η κατάληψη του Πάντο].

Η πρώτη φάση της επιχείρησης είχε απόλυτη επιτυχία. 49 μαχητές, χωρισμένοι σε 6 ομάδες, κατέλαβαν μεταξύ 1.00 και 1.20 μ.μ. το αστυνομικό τμήμα, το σταθμό της πυροσβεστικής, το τηλεφωνικό κέντρο και τρεις τράπεζες της πόλης, από τις οποίες κατέσχεσαν περίπου 350.000 δολάρια. Κατά την υποχώρησή τους όμως οι Τουπαμάρος συγκρούστηκαν με ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις, με αποτέλεσμα το θάνατο τριών μαχητών (Ρικάρντο Σαμπάλσα, Χόρχε Σαλέρνο και Αλφρέντο Κουλτέγι) καθώς και ενός αστυνομικού. Την ίδια μέρα συνελήφθηκαν πάνω από 20 στελέχη της οργάνωσης.


Ο σκοπός της ενέργειας αυτής των Τουπαμάρος  ήταν αφενός συμβολικός, για να τιμηθεί η μνήμη του επαναστάτη Τσε Γκεβάρα, αφετέρου πρακτικός, για να εφοδιαστεί η οργάνωση με όπλα και χρήματα. Ένας παράπλευρος στόχος ήταν να αφυπνιστεί μετά από μια δυναμική ενέργεια το εργατικό και φοιτητικό κίνημα της Ουρουγουάης, το οποίο αντιμετωπιζόταν με σκληρότητα από την συγκαλυμμένη δικτατορία του Πατσέκο Αρέκο μεταξύ 1968-1969.


Σύμφωνα με τον Χερμάν Γκονσάλες, πρώην μέλος της οργάνωσης, «οι Τουπαμάρος ήμασταν μια ομάδα ανθρώπων με καλές προθέσεις και πεποιθήσεις, που διεξήγαγε έναν κοινωνικό και πολιτικό αγώνα. Ήμασταν άνθρωποι καλοπροαίρετοι που προσπάθησαν ναπετύχουν ορισμένα πράγματαΑλλά ποτέ δεν ήμασταν στρατιωτικοίΗ αποχώρηση από το Πάντο αυτό έδειξε, ότι δεν ήμασταν στρατιωτικοί, δεν ήμασταν αντάρτες· ήμασταν φοιτητές, νέοι, εργάτες που κάναμε πολιτικό αγώνα με όπλα. Η απόφαση να διαφύγουμε στο ύπαιθρο και σχεδόν να διαλυθούμε δεν ήταν απόφαση ενός στρατού τακτικά οργανωμένου, ήταν αποτέλεσμα της έλλειψης αντανακλαστικού μάχης των συντρόφων».  

Ένα άλλο παλιό στέλεχος της οργάνωσης, ο Χούλιο Μαρενάλες, συμφωνεί: «Η επιχείρηση, καλά εκτελεσμένη στο πρώτο μέρος της, εξαιτίας λαθών κατά την αναδίπλωση κατέληξε σε στρατιωτική αποτυχία. Πεθαίνουν τρεις αγωνιστές και αιχμαλωτίζονται καμιά τριανταριά, ανάμεσά τους ένα στέλεχος πρώτης γραμμής [1]. Κατά παράδοξο τρόπομε την επιχείρησηΠάντο επαναλήφθηκε το φαινόμενο της 22ας Δεκεμβρίου 1966. Από μια ήττα σε στρατιωτικόεπίπεδο προέκυψε μια πολιτική ανάπτυξηΑυτή η ανάπτυξη που έλαβε χώρα μετά το Πάντο, εν πολλοίς σημάδεψε την οργάνωση και ήταν ένας από τους παράγοντες που οδήγησε στη μετέπειτα ήττα. Η τόσο γρήγορη ανάπτυξη δεν επέτρεψε την επαρκή εκπαίδευση των μαχητών στην παρανομία.»

Πράγματι, από το 1970 οι Τουπαμάρος αλλάζουν τη στρατηγική τους, με συχνότερες και μεγαλύτερης κλίμακας επιχειρήσεις. Γίνονται απαγωγές δικαστικών, διπλωματών, πρακτόρων της CIA [2], πολιτικών. Εκτελούνται βασανιστές και γίνονται βομβιστικές επιθέσεις σε στόχους συμφερόντων των βορειοαμερικανών και της ολιγαρχίας, καθώς σε σύμβολα του καθεστώτος. Σταδιακά συλλαμβάνονται όλα τα ηγετικά στελέχη της οργάνωσης, μέχρι το 1972 που είναι η χρονιά της ήττας των Τουπαμάρος. Την επόμενη χρονιά τον έλεγχο της χώρας θα πάρει και τυπικά μια στρατιωτική δικτατορία, που θα παραμείνει μέχρι το 1985.

Αυστηρά, η MLNTupamaros δεν ήταν ποτέ ένοπλη οργάνωση, αν και έκανε επιχειρήσεις εφοδιασμού και ένοπλη προπαγάνδα. Διαφοροποιούνταν από τις υπόλοιπες οργανώσεις της παραδοσιακής αριστεράς ως προς τη μεθοδολογία πολιτικής δράσης. Πραγματοποιούσαν πολλές καταλήψεις για να μιλήσουν με τους εργάτες και να κάνουν πολιτικές προτάσεις. Η οργανωτική αρχή ήταν μια δομή ομόκεντρων κύκλων: «πτέρυγες» (columnas) των περίπου 100 μελών, και γύρω από καθεμία υπήρχε μια «περιφέρεια υποστήριξης». Στον πυρήνα βρισκόταν η επίσημη οργάνωση, και προς τα έξω η σχέση ήταν πιο χαλαρή. 

Αργότερα, η ανάγκη για περισσότερη πολιτική δουλειά έκανε αναγκαία τη δημιουργία μιας επίσημης πολιτικής πτέρυγας, που ονομάστηκε «Πτέρυγα 70». Αυτή η πτέρυγα ήταν συνδεδεμένη με το «νόμιμο σκέλος» της οργάνωσης, το Κίνημα Ανεξαρτησίας της 26ηςΜάρτη, αργότερα ιδρυτικό συστατικό της πολιτικής συμμαχίας του Ευρέος Μετώπου (FrenteAplio) [3].



Εδώ έζησε ο Ρικάρντο Σαμπάσλα Ουάκσμαν 1948-1969. Έγινε μέλος της ομάδας ιδεαλιστών και οραματιστών νέων που ήθελαν μια καλύτερη πατρίδα όπως την οραματίστηκε ο Αρτίγκας [4]. Εντάχθηκε στους Τουπαμάρος. Συμμετείχε στη λεγόμενη Κατάληψη του Πάντο και τραυματίστηκε στην περιοχή Κάπρα, έπεσε στο ματωμένο έδαφος με πολλές πληγές, εκτελέστηκε με μια σφαίρα στο λαιμό από ένα στρατιώτη που έλαβε τη διαταγή από ένα συνταγματάρχη. Είναι γνωστό το όνομα και των δύοΜίναςΑπρίλιος 2009.Επιτροπή Αλήθειας.

(Τιμητική πλακέτα έξω από σχολείο της πόλης Μίνας, προς τιμήν του Σαμπάλσα)

«Η Λατινική Αμερική ήδη το φωνάζει,  είναι η ανεξαρτησία που πλησιάζει».

(Στίχος του Χόρχε Σαλέρνο, εκ των τριών πεσόντων στο Πάντο, από το ποίημά του «Το μονοπάτι είναι χαραγμένο»).

«Αν σήμερα τραγουδώ στο παρελθόν της νεκρής πέτρας και ανακαλώ τις αναμνήσεις των Θηβών, είναι γιατί το παρόν ξεπροβάλει στο παρελθόν σου».


Τσε
 

Ιρλανδία: Έσβησαν τοιχογραφία του Τσε επειδή ενόχλησε… αμερικανούς τουρίστες!

che mural ireland kilkee

Σε αμερικανικές πιέσεις υπέκυψε το Δημοτικό Συμβούλιο της κωμόπολης Kilkee στην επαρχία Κλαρ της Ιρλανδίας, αποφασίζοντας να σβήσει τοιχογραφία που εμφάνιζε την όψη του Τσε Γκεβάρα. Σύμφωνα με την ιρλανδική εφημερίδα “Independent” οι τοπικές αρχές δέχθηκαν… πλήθος παραπόνων από αμερικανούς τουρίστες οι οποίοι ενοχλήθηκαν (!) στη θέα και μόνο της τοιχογραφίας.

Παρά την αρχική απόφαση του τοπικού δημοτικού συμβουλίου να παραμείνει η – ύψους 6 μέτρων – τοιχογραφία (που αποτύπωνε την πασίγνωστη εικόνα του guerrillero heroico) μέχρι και το τέλος του επερχόμενου λατινοαμερικανικού πολιτιστικού φεστιβάλ που λαμβάνει χώρα στην περιοχή, οι διάφορες πιέσεις έπιασαν τόπο. Οι τοπικές αρχές της κωμόπολης δικαιολογήθηκαν πως η παρουσία της τοιχογραφίας ερχόταν σε αντίθεση με τοπική νομοθεσία που απαγορεύει τα γκραφίτι και τα πολιτικά συνθήματα στους τοίχους.

Από το τραγελαφικό αυτό γεγονός δεν θα μπορούσε να λείπει η παρέμβαση της γνωστής για τις αντιδραστικές, αντικομμουνιστικές της ιδέες ρεπουμπλικανή αντιπρόσωπος στο Κογκρέσο των ΗΠΑ Ιλεάνα Ρος-Λετίνεν. Κινούμενη στο γνωστό υβριστικό απέναντι στον Τσε ύφος η Ρος-Λετίνεν σημείωσε ότι οι τοπικές αρχές του Kilkee έκαναν “το σωστό” ενώ εξέφρασε την… “απογοήτευση της που κάτοικοι στην ιρλανδική επαρχία Κλαρ συνεχίζουν να τιμούν τον σαδιστή δολοφόνο Τσε Γκεβάρα”.

Η αμερικανοκουβανή πολιτικός, που βγάζει φλύκταινες κάθε φορά που ακούει το όνομα του Τσε και της Κουβανικής Επανάστασης, είχε επιδοθεί σε άνευ προηγουμένου παραλήρημα και πριν απο λίγους μήνες με αφορμή την συμπερίληψη γραπτών του Τσε στα ντοκουμέντα παγκόσμιας κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ.

Σύμφωνα πάντως με πληροφορίες τοπικών εφημερίδων κάτοικοι του Kilkee πήραν την πρωτοβουλία και ζωγράφισαν καινούργιες τοιχογραφίες σε διαφορετικές περιοχές της πόλης, απαντώντας έτσι στην απόφαση των τοπικών αρχών.

Πηγή:Guevaristas

 

"Αλλη μια φορά": Η συνέχεια των περιπετειών του νεαρού Ερνέστο Γκεβάρα (Βιβλιοκριτική)



Ένα καινούριο βιβλίο από τις εκδόσεις Ocean Sur/Ocean Press, για τη σειρά Proyecto Editorial Che Guevara (Εκδοτικό Πρόγραμμα Τσε Γκεβάρα): Ο ισπανικός τίτλος του είναι Otra Vez [Άλλη μια φορά] και ο αγγλικός Latin America Diaries. Πρόκειται ουσιαστικά για τη συνέχεια των πολύ γνωστών «Ημερολογίων μοτοσυκλέτας» [1] και περιγράφει το δεύτερο μεγάλο ταξίδι του νεαρού Ερνέστο Γκεβάρα στη Λατινική Αμερική, πριν γίνει γνωστός ως Τσε.
Το 180 σελίδων βιβλίο περιέχει επιστολές, ποιήματα και ανταποκρίσεις που συνθέτουν μια μαρτυρία για το δεύτερο λατινοαμερικάνικο ταξίδι του Ερνέστο Γκεβάρα μετά την αποφοίτησή του από την ιατρική σχολή. Η νέα αυτή έκδοση των ημερολογίων του Τσε έχει πλήρως αναθεωρηθεί από την χήρα του, Αλέιδα Μαρτς ντε Γκεβάρα, η οποία με επιμέλεια διόρθωσε την αρχική δουλειά της ελέγχοντας τον δυσανάγνωστο γραφικό χαρακτήρα του συζύγου της. Το βιβλίο περιλαμβάνει ακόμα έναν πρόλογο του Αλμπέρτο Γκρανάδο και 32 σελίδες με αδημοσίευτες φωτογραφίες, μεταξύ αυτών και φωτογραφίες του γιού του Τσε, Ερνέστο του νεότερου, καθώς αναζητούσε τα ίχνη του πατέρα του.

Στη συνέχεια έχουμε μεταφράσει μια βιβλιοκριτική του Otra Vez από τον Ροδόλφο Ρομέρο Ρέγιες.


7 Ιουλίου 1953. Ο νεαρός Ερνέστο Γκεβάρα μαζί με το φίλο του Κάρλος «Καλίκα» Φερέρ, αποφασίζουν να επιχειρήσουν ένα νέο ταξίδι.  Για τη «Μεγάλη Αμερική», για την οποία ομολόγησε μετά την πρώτη του ανάλογη εμπειρία: «Με έχει αλλάξει περισσότερο απ’ ότι πίστευα». Αυτή τη φορά τα βήματά του  τον φέρνουν στη Βολιβία, το Περού, το Εκουαδόρ, τον Παναμά, την Κόστα Ρίκα, τη Νικαράγουα, την Ονδούρα, το Ελ Σαλβαδόρ, τη Γουατεμάλα, το Μεξικό, και τελικά στην Κούβα [2].

Ως καλός χρονογράφος της εποχής του και των κατορθωμάτων του, ο Ερνέστο κρατάει ημερολόγιο με χρονολογικές εγγραφές πολύ προσωπικές. Βγάζει φωτογραφίες απ’ όλα όσα ανακαλύπτει σ’ αυτό το δεύτερο ταξίδι. Είναι ένας ιδιαίτερος τρόπος για να προσεγγίζει τις πραγματικότητες που αντικρίζει, μια συνήθειά του από το πρώτο ταξίδι ήδη. Τα γράμματα που ανταλλάσει με τη μητέρα του Σέλια ντε λα Σέρνα και τη φίλη του Μπέρτα Χίλδα (Τίτα) Ινφάντε, καθώς και άλλα κείμενα που γράφει για να δημοσιευτούν ή απλά για προσωπική του ευχαρίστηση, αποτελούν μαρτυρίες του έντονου περάσματος του από καθεμία από τις χώρες που επισκέφτηκε. Όλη αυτή η συλλογή κειμένων εμφανίζεται στο βιβλίο Otra Vez.

Για τους αναγνώστες που γνώρισαν από πρώτο χέρι τις σκέψεις του μέσα από το βιβλίο Notas de viaje[Σημειώσεις Ταξιδιού, πιο γνωστό ως Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας], που βασίζεται στο προσωπικό του ημερολόγιο κατά τη διάρκεια του πρώτου ταξιδιού που έκανε μαζί με τον Αλμπέρτο Γκρανάδο, θα βρουν σ’ αυτόν τον δεύτερο τόμο σκέψεις πιο βαθιές και σχετικές με ενδιαφέροντα πιο συγκεκριμένα μέσα στο έντονο και συγκρουσιακό πολιτικό πλαίσιο που διαγραφόταν τότε στη Λατινική Αμερική.

Στη Βολιβία, μέσα στην περιοχή των ορυχείων, μαθαίνει για τους λαϊκούς αγώνες ένα χρόνο μετά την επικράτηση της Επανάστασης του Απρίλη του 1952, και γράφει: «Αλλά το ορυχείο δεν είχε παλμό. Έλειπε η ώθηση των μπράτσων που κάθε μέρα βγάζουν το φορτίο του ορυκτού στη γη και που τώρα ήταν στη Λα Πας υπερασπιζόμενα την Επανάσταση γιατί είναι 2 Αυγούστου, ημέρα του Ινδιάνου και της Αγροτικής Μεταρρύθμισης».

Ένα εξαιρετικά σημαντικό γεγονός στην πορεία του ήταν η συνάντηση με τις πιο υψηλές εκφράσεις του πολιτισμού της αμερικανικής ηπείρου όταν επισκέπτεται την περιοχή των Άνδεων. Μετά θα έγραφε το «Μάτσου Πίτσου, αίνιγμα από πέτρα στην Αμερική», μια ιστορία που θα δημοσιεύσει στις 2 Δεκεμβρίου 1953. Ωστόσο, το ιστορικό γεγονός με το μεγαλύτερο αντίκτυπο στο νεαρό αργεντινό ήταν το στρατιωτικό πραξικόπημα κατά της λαοφιλούς κυβέρνησης του Χάκομπο Άρμπενς στη Γουατεμάλα.

Σύμφωνα με τη γνώμη του Αλμπέρτο Γκρανάδο, συμμετέχοντας σε αυτά τα γεγονότα ο Τσε «στερεώνει τις πολιτικές του γνώσεις και του μεγαλώνει η ανάγκη να εμβαθύνει στις σπουδές του για να προσδιορίσει με μεγαλύτερη καθαρότητα τα αίτια ενός αγώνα που θα κορυφωθεί με μια πραγματική επανάσταση».

Σε ένα γράμμα που γράφει στη μητέρα του στις 4 Ιουλίου 1954 της περιγράφει την οπτική του πάνω στα γεγονότα που έζησε: «Η ωμή αλήθεια είναι ότι ο Άρμπενς δεν μπορούσε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. […] Δε σκέφτηκε ότι η πόλη ήταν γεμάτη αντιδραστικούς και ότι τα σπίτια που χάθηκαν δικά τους και όχι του λαού, ο οποίος δεν έχει τίποτα και ήταν αυτός που υπερασπίστηκε την κυβέρνηση. Δε σκέφτηκε ότι ένας λαός οπλισμένος είναι μια εξουσία ανίκητη παρά το παράδειγμα της Κορέας και της Ινδοκίνας. Θα μπορούσε να είχε δώσει όπλα στο λαό και δεν ήθελε, και το αποτέλεσμα είναι αυτό».

Σε άλλο κείμενο που γράφηκε προς το τέλος του 1954 με τον τίτλο «Το δίλημμα της Γουατεμάλας», θα εκθέσει τις ιδέες του σχετικά. Το άρθρο περιλαμβάνεται στα παραρτήματα του βιβλίου.

Στη Γουατεμάλα ακριβώς γνωρίζει τον νεαρό κουβανό επαναστάτη Αντόνιο «Νίκο» Λόπες, ο οποίος είχε ηγηθεί της επίθεσης στο στρατώνα Κάρλος Μανουέλ ντε Σέσπεδες στο Μπαγιάμο στις 26 Ιούλη 1953. Μετά την αντάμωση των δύο νέων στο Μεξικό, μήνες μετά, θα θεμελιώνονταν οι οριστικοί δεσμοί ανάμεσα στον Ερνέστο, που από τότε έγινε Τσε, και τη Γενιά της Εκατονταετίας [3]. Ένα περιστατικό που αναφέρεται συνοπτικά στις σημειώσεις του όταν γράφει: «Ένα πολιτικό γεγονός είναι η γνωριμία με τον Φιντέλ Κάστρο, τον κουβανό επαναστάτη, νέο άνδρα, ευφυή, πολύ σίγουρο για τον εαυτό του και με τεράστια τόλμη∙ νομίζω ότι η συμπάθεια είναι αμοιβαία».

Η πρώτη φωτογραφία του Τσε με το Φιντέλ στο Μεξικό

Καθώς ήταν ένας από τους μελλοντικούς συμμετέχοντες στην εκστρατεία του πλοιαρίου Γκράνμα, συλλαμβάνεται από τις μεξικανικές αρχές μαζί με τους υπόλοιπους κουβανούς εξόριστους. «Μέσα σε αυτές τις μέρες της φυλακής και τις προηγούμενες της στρατιωτικής εκπαίδευσης, ταυτίστηκα πλήρως με τους συντρόφους στον κοινό σκοπό, θυμάμαι μια φράση που μια μέρα μου φάνηκε ανόητη ή το λιγότερο παράξενη, σχετικά με τόσο καθολική ταύτιση με όλα τα μέλη του μάχιμου σώματος, που η ιδέα ʺεγώʺ είχε εξαφανιστεί ολοκληρωτικά για να δώσει τη θέση της στην ιδέα ʺεμείςʺ. Ήταν μια κομμουνιστική ηθική και φυσιολογικά μπορεί να φαίνεται μια δογματική υπερβολή, αλλά πραγματικά ήταν (και είναι) όμορφο να μπορείς να νιώσεις αυτή την συγκίνηση του ʺεμείςʺ».


Το Otra Vez είναι ένα βιβλίο λίγων σελίδων αλλά περιέχει πυκνές ιδέες. Το φωτογραφικό υλικό του περιέχει, εκτός από τις φωτογραφίες που αναφέρθηκαν [και τραβήχτηκαν από τον ίδιο το Γκεβάρα] σημειώσεις που δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες La Hora και Diario της Κόστα Ρίκα, οι οποίες έγραφαν για την περιοδεία των δύο αργεντινών νέων στην ήπειρο, κάνοντας αναφορά και για τον Εντουάρντο «Γκουάλο» Γκαρσία. Πρόκειται για αργεντινό φοιτητή που υποχρεώθηκε να φύγει στην εξορία ως αντιπερονιστής και τον οποίο ο Τσε γνώρισε στο Εκουαδόρ, για να γίνει αργότερα ο νέος σύντροφός του στα ταξίδια. Σε μια από τις τελευταίες σελίδες, με ημερομηνία 1955,  αναφέρεται ο Τσε ως φωτορεπόρτερ του αργεντίνικου πρακτορείου Agencia Latina.

Στις τελευταίες γραμμές του ημερολογίου, το οποίο διακόπτεται καθώς πλησιάζει η οριστική του ένταξη στην κουβανική επαναστατική διαδικασία, διηγείται ότι μερικούς μήνες πριν είχε γεννηθεί η πρώτη κόρη του, Ίλδα Μπεατρίς Γκεβάρα. Κλείνοντας την τελευταία σελίδα, καταλήγει ως εξής: «Τα σχέδιά μου για το μέλλον είναι νεφελώδη αλλά ελπίζω να τελειώσω μια δυο ερευνητικές εργασίες. Αυτή η χρονιά μπορεί να είναι σημαντική για το μέλλον μου. Έχω φύγει πια από τα νοσοκομεία. Θα γράψω με περισσότερες λεπτομέρειες».

Ο Τσε στο Μεξικό με κάποιους από τους μελλοντικούς συντρόφους του στο Γκράνμα


Το Proyecto Editorial Che Guevara έχει κάνει μέχρι τώρα γύρω στις 30 εξειδικευμένες εκδόσεις σχετικά με τη ζωή και το έργο του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, ταξινομημένες σε διάφορες θεματικές ενότητες: Έργα της νεότητας, ανθολογίες, ιστορική μνήμη, φιλοσοφία και πολιτική, πολιτική οικονομία, κριτική πάνω στη σκέψη και το έργο του Τσε. Το βιβλίο Otra Vez μαζί με το Notas de Viaje εντάσσονται στην ενότητα «Γραπτά της Νεότητας» (Escritos de Juventud), με βασικό θέμα τα δύο μεγάλα ταξίδια του νεαρού Ερνέστο.

Οι εκδόσεις Ocean Sur, με γραφεία στην Κούβα, τη Βενεζουέλα και το Ελ Σαλβαδόρ, ασχολούνται με τη διάδοση της επαναστατικής σκέψης της Λατινικής Αμερικής όλων των εποχών. Εμπνευσμένες από την εθνική, πολιτιστική και φυλετική διαφοροποίηση, τους αγώνες για την εθνική κυριαρχία και το αντιϊμπεριαλιστικό πνεύμα, έχουν αναπτύξει εδώ και 5 χρόνια διάφορα εκδοτικά προγράμματα που προβάλουν τις διεκδικήσεις και τα σχέδια μετασχηματισμού της Λατινικής Αμερικής. Ο κατάλογος εκδόσεων περιλαμβάνει βιβλία πολιτικής θεωρίας και φιλοσοφίας της αριστεράς, της ιστορίας των λαών, τη διαδρομή των κοινωνικών κινημάτων και τη διεθνή πολιτική συγκυρία.
Οι συλλογές περιλαμβάνουν, εκτός από τη σειρά για τον Τσε Γκεβάρα, ανάλογες σειρές για το Φιντέλ Κάστρο, την Κουβανική Επανάσταση, το Λατινοαμερικάνικο Πλαίσιο, τη Μαρξιστική Βιβλιοθήκη, Επαναστατικοί Βίοι, Ιστορίες από τα Κάτω, Ρόκε Ντάλτον [4], Φωνές του Νότου, η Άλλη ιστορία της Λατινικής Αμερικής και η Σοσιαλιστική Σκέψη.

Η Ocean Press είναι ανεξάρτητος εκδοτικός οίκος με έδρα την Αυστραλία και γραφεία επίσης στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κούβα. Δημιουργήθηκε το 1989 και εκδίδει βιβλία στα αγγλικά και τα ισπανικά με κυριότερες αγορές τις ΗΠΑ, τον Καναδά, τη Μ. Βρετανία, την Ιαπωνία, τη Ν. Ζηλανδία, τη Ν. Αφρική, την Ινδία και την Κούβα. Η θεματολογία των εκδόσεων επικεντρώνεται στη διεθνή πολιτική, τις κοινωνικές αλλαγές, την Κούβα και τη Λατινική Αμερική. Έχει προβάλει τη ζωή και το έργο προσωπικοτήτων όπως ο Τσε Γκεβάρα, ο Φιντέλ Κάστρο, ο Νόαμ Τσόμσκι, ο Τζο Σλόβο [5], ο Σαλβαδόρ Αλιέντε, η Νίδια Ντίας [6] και ο Χοσέ Μαρτί. Υπάρχει επίσης ειδική σειρά για την ιστορία και τα πεπραγμένα της CIA κατά των επαναστατικών κινημάτων.




[1] Το χρονικό του πρώτου και πιο γνωστού από τα μεγάλα  ταξίδια του νεαρού Ερνέστο, με το παρανόμι «Φουσέρ» τότε. Μαζί με το φίλο του Αλμπέρτο Γκρανάδο («Μιάλ») ξεκίνησαν από την Αργεντινή στις 31 Δεκεμβρίου 1951 για να καταλήξουν στη Βενεζουέλα μετά από τεσσερισήμισι μήνες και 14.000 χλμ. Έχει κυκλοφορήσει  από τον ίδιο εκδότη με τον τίτλο Notas de Viaje.
[2] Στο Μεξικό ο Γκεβάρα θα γνωρίσει κουβανούς εξόριστους με επικεφαλής τον Φιντέλ Κάστρο και θα ενταχθεί τελικά  στους 82 του Γκράνμα που θα ξεκινήσουν την Κουβανική Επανάσταση, με το προσωνύμιο «Τσε» πλέον.
[3] Generación de Centenario. Οι βετεράνοι της επίθεσης στους στρατώνες Μονκάδα και Κάρλος Μανουέλ ντε Σέσπεδες στις 26/7/1953 υπό την ηγεσία του Φιντέλ Κάστρο. Ονομάστηκαν έτσι επειδή εκείνη τη χρονιά συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τη γέννηση του Χοσέ Μαρτί.
[4] Επαναστάτης ποιητής από το Ελ Σαλβαδόρ. Δολοφονήθηκε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες το 1975.
[5] Ηγετικό στέλεχος του ΚΚ Νοτίου Αφρικής και του Εθνικού Αφρικανικού Κογκρέσου, αν και λευκός.
[6] Ιδρυτικό στέλεχος του Μετώπου Φαραμπούντο Μαρτί για την ανεξαρτησία του Ελ Σαλβαδόρ.





 

Αντικομμουνιστικό παραλήρημα στις ΗΠΑ για την συμπερίληψη γραπτών του Τσε στα ντοκουμέντα παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO

Ros Lehtinen US
Σε ένα ακόμη αντικομμουνιστικό, αντικουβανικό παραλήρημα προέβησαν συντηρητικοί κύκλοι στις Ηνωμένες Πολιτείες με αφορμη την απόφαση της UNESCO να συμπεριλάβει γραπτά του Τσε Γκεβάρα στα ντοκουμέντα παγκόσμιας κληρονομιάς του διεθνούς προγράμματος Memory of the World Register. Από τους πρωταγωνιστές των ακροδεξιών αντιδράσεων ήταν η – γνωστή και μη εξαιρετέα – Ileana Ros-Lehtinen (φωτο), μέλος του αμερικανικού κογκρέσου για την Πολιτεία της Φλόριντα. Η Lehtinen, που εκπροσωπεί το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία κατηγορεί την UNESCO για την απόφαση της, εκτοξεύοντας για άλλη μια φορά χυδαίες και εμπαθείς χαρακτηρισμούς ενάντια στον Τσε.

Η, γεννημένη στην Αβάνα το 1952, αμερικανίδα βουλευτής αναφέρει μεταξύ άλλων: “Η ΟΥΝΕΣΚΟ συνεχίζει τη μακρά παράδοση της στην αυτογελοιοποίηση του ίδιου του θεσμού της με το να επιλέγει να μνημονεύσει τη ζωή ενός αιμοδιψή, σαδιστή φονιά, του Τσε Γκεβάρα, συμπεριλαμβάνοντας τα έργα του  στο (πρόγραμμα) Memory of the World Register”. Σε άλλο  σημείο, μπλέκοντας ακόμη και το θέμα της Παλαιστίνης, αναφέρει: “Δεν έχει μείνει ίχνος κοινής λογικής σε αυτόν το θεσμό. Για την απόφαση της να αποδεχθεί ως μέλος το ανύπαρκτο κράτος της Παλαιστίνης μέχρι την αποθέωση των εγκλημάτων του Τσε, η ΟΥΝΕΣΚΟ δε δικαιούται οικονομική ενίσχυση από τους αμερικανούς φορολογούμενους”. Η δράση της Lehtinen στους κόλπους των ακροδεξιών, αντεπαναστατικών ομάδων της Φλόριντα είναι γνωστή εδώ και χρόνια. Η ίδια είχε ψηφίσει το 2003 υπέρ της αιματοβαμμένης ιμπεριαλιστικής στρατιωτικής εισβολής στο Ιράκ (η οποία ασφαλώς κόστισε πολλαπλάσια απ’ όσο η χρηματοδότηση της UNESCO από τις ΗΠΑ), ενώ επικεφαλής της εκλογικής της καμπάνιας για τη θέση στο κογκρέσο ήταν ο Τζεμπ Μπους, μικρότερος αδελφός του πρώην προέδρου Τζωρτζ Μπους.

Εκτός απ’ την Lehtinen, με το θέμα της συμπερίληψης των γραπτών κειμένων του Τσε στο Memory of the World Register αναφέρθηκε και το βασικό άρθρο (Editorial) της συντηρητικής εφημερίδας Washington Times. Με τίτλο “A hero for UNESCO”, η γνωστή για τις αντιδραστικές της θέσεις εφημερίδα, εγκαλεί το διεθνή οργανισμό και αναφέρει πως ο Τσε θα πρέπει να μνημονεύεται μαζί με τους Χίτλερ και Τζέκις Χαν! Στο φτηνό παραλήρημα της, η ακροδεξιά εφημερίδα των συντηρητικών κύκλων της Ουάσινγκτον δεν παραλείπει να δώσει συγχαρητήρια στη βουλευτή Lehtinen για την ανακοίνωση της – το μέτωπο ενάντια στην σοσιαλιστική Κούβα είναι άλλωστε κοινό για τους αντιδραστικούς εκπροσώπους του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Για τυπικούς λόγους να θυμίσουμε πως η Washington Times ιδρύθηκε από τον κορεάτη μεγιστάνα και… αυτοαποκαλούμενο ως “μεσσία” Sun Myung Moon, επικεφαλή της παραθρησκευτικής οργάνωσης Unification Church και φανατικό αντικομμουνιστή.

Οι παραπάνω αντιδράσεις – ιδιαίτερα λόγω του γεγονότος ότι εκτοξεύτηκαν από αυτούς τους κύκλους – επιβεβαιώνουν στο ακέραιο την ορθότητα της UNESCO να συμπεριλάβει κείμενα του Τσε στα ντοκουμέντα παγκόσμιας κληρονομιάς.
Πηγή: guevaristas.net
 
 

Ο Τσε για πάντα παρών

Στην ιστορία της ανθρωπότητας υπήρξαν άνθρωποι που η ζωή, οι πράξεις και οι ιδέες τους αποτέλεσαν κληρονομιά για όλους όσους άφησαν πίσω και το όνομα τους ακόμα και χρόνια μετά τον χαμό τους συνεχίζει να διασχίζει σύνορα και να γίνεται μια μόνιμη πηγή έμπνευσης και παραδείγματος.

Μία τέτοια περίπτωση είναι και αυτή του Ernesto Guevara de la Serna, ο οποίος γεννήθηκε σαν σήμερα, 14 Ιουνίου, πριν από 85 χρόνια στην πόλη του Ροζάριο της Αργεντινής.

Η ύπαρξη του ήταν σύντομη,
καθώς έχασε τη ζωή του όταν ήταν μόλις 39 ετών, παρόλα αυτά όμως την είχε αφιερώσει όλη πολεμώντας για ένα καλύτερο αύριο, για έναν καλύτερο κόσμο, για την πάταξη της αδικίας και της εκμετάλλευσης, για την ύπαρξη της ισότητας.

Από νεαρή ηλικία ήταν ανήσυχος και περίεργος για τον κόσμο και για όλα τα γεγονότα που διαδραματίζονταν πάνω σε αυτόν και όντας στην εφηβεία πραγματοποίησε ένα μεγάλο ταξίδι περνώντας από πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής. 

Μέσα από αυτό του το ταξίδι αποκόμισε πολλές εμπειρίες και μερικές από αυτές τον επηρέασαν βαθιά και συνέβαλαν στην μετέπειτα διαμόρφωση του χαρακτήρα και των απόψεων του. Μερικά πράγματα που είδε και βίωσε, όπως η εκμετάλλευση, η φτώχεια, η κακή υγεία, ο αναλφαβητισμός από τα οποία έπασχαν εκατομμύρια άνδρες και γυναίκες ανά τις χώρες που είχε επισκεφθεί, έμειναν χαραγμένα στο μυαλό του και του ήταν αδιανόητο να πιστέψει πως συμβαίνουν. Όπως φάνηκε στην πορεία της ζωής του έκανε τα πάντα για να τα αντιμετωπίσει και να πάψουν να συμβαίνουν και υπερασπίστηκε με σθένος και πάθος τους αδύνατους.

Ιατρός στο επάγγελμα αλλά σύντομα συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν επαρκής αυτός ο τρόπος για να βοηθήσει τα εκατομμύρια των συνανθρώπων του που υπέφεραν και κατάλαβε ότι ήταν αναγκαίο να γίνει μέρος κάτι μεγαλύτερου, μιας επανάστασης, από την οποία θα δινόταν η δυνατότητα για την έγκαιρη αντιμετώπιση των προβλημάτων, για την αντιστροφή την υπάρχουσας πραγματικότητας, για την εξάπλωση της και για την καλυτέρευση του αύριο για όλους.

Στην Κούβα παρουσιάστηκε η ευκαιρία να αγωνιστεί ενάντια στη δικτατορία του Μπατίστα και ο Τσε αν και συμμετείχε αρχικά σε αυτόν τον αγώνα με την ιδιότητα του ως γιατρός, σύντομα λόγω της τόλμης και του θάρρους του έγινε ένας έμπειρος μαχητής, πολέμησε με όπλα στο χέρι του ενάντια σε αυτό το δικτατορικό καθεστώς, κέρδισε το βαθμό του ταγματάρχη και σε σύντομο χρονικό διάστημα έγινε ένας εξέχων ηγέτης του αντάρτικου στρατού.

Μετά το θρίαμβο της Επανάστασης, ο Τσε ήρθε αντιμέτωπος με νέα καθήκοντα και αρμοδιότητες, τα οποία όμως διεκπεραίωνε με απλότητα και πλήρη αποτελεσματικότητα. Πέρασε από πολλές και διάφορες θέσεις και Υπουργεία και συνήθιζε να εκπροσωπεί επίσης την Κούβα σε διάφορες εκδηλώσεις ανά τον κόσμο. Σύντομα, ο Τσε συνειδειτοποίησε πως το πρώτο μέρος του ονείρου του είχε γίνει πραγματικότητα και τώρα η ώρα είχε έρθει για την εξάπλωση του αγώνα και της Επανάστασης και σε άλλες χώρες με στόχο την υπεράσπιση των λαών που υποφέρουν. 
Στην προσπάθεια του αυτή, έδωσε ακόμη και την ίδια του τη ζωή και συνεχίζει ακόμη και σήμερα (και θα συνεχίσει και για πολλά χρόνια ακόμα) ο ‘ολοκληρωμένος’ άνθρωπος αυτός, που μέχρι την τελευταία του πνοή ήταν πιστός στις ιδέες και στα ιδανικά του, να αποτελεί φωτεινό παράδειγμα, πηγή έμπνευσης, σύμβολο επανάστασης, αντίστασης, σκέψης, ελευθερίας και εξέγερσης ενάντια σε κάθε αδικία για εκατομμύρια άνδρες και γυναίκες ανά τον κόσμο.
Η θρυλική του φιγούρα θα παραμένει για πάντα ζωντανή σε όλα τα μήκη και πλάτη, σε κάθε τόπο που αγωνίζεται για ελευθερία, σε κάθε μέρος που διψάει για δικαιοσύνη, μέχρι στον κόσμο αυτό να υπάρξει ισότητα και πλήρη ανθρώπινη αξιοπρέπεια, μέχρι ο άνθρωπος να γίνει καλύτερος, μέχρι το αύριο να βρει τον καθένα μας πραγματικά ευτυχισμένο, μέχρι να ‘ρθει ένα ξημέρωμα και η κάθε αδικία να έχει εξαλειφθεί σε όλο τον ντουνιά….

Μέχρι τη νίκη – για πάντα!

 

Che Guevara: Ο ανταρτοπόλεμος και το αναπόφευκτο του ένοπλου αγώνα (5ο μέρος)

Επιμέλεια ύλης: Βήχος Παναγιώτης

5. Η Γενική Απεργία

Το αντάρτικο δεν μπορεί να αναπτυχθεί, να γίνει η μαχόμενη πρωτοπορεία των λαϊκών μαζών, και τελικά να καταστρέψει το κρατικό όργανο καταπίεσης δίχως την υποστήριξη της εργατικής τάξης, χωρίς να υποστηρίζεται από μια μάχη μέσα στις πόλεις, χωρίς να κινητοποιήσει για την πάλη τις προλεταριακές μάζες. Αυτό είναι η γενική πείρα του επαναστατικού πολέμου. Αναλύοντας την ιστορία του βιετναμέζικου αντάρτικου, στον πρόλογό του στο βιβλίο του Γκιάπ, ο Τσέ υπογραμμίζει ότι “η μαζική πάλη χρησιμοποιήθηκε την κάθε στιγμή στις πόλεις σαν απαραίτητο όπλο, για την ανάπτυξη του αγώνα”, αυτό το μαζικό κίνημα των πόλεων με το δυναμικό του και τον δίχως συμβιβασμούς χαρακτήρα του, αποτελεί κατά την κρίση του πολύτιμο παράδειγμα θεμελιώδους σπουδαιότητος για τον απελευθερωτικό αγώνα στη Λατινική Αμερική. (σσ Τσέ, “Πρόλογος στον Γκιάπ”, Pensamiento Crtico αριθ. 33, σελ. 250).
Ο ρόλος, η σημασία και η βαρύτητα της εργατικής πάλης αυξάνουν στο βαθμό που αναπτύσσεται ο επαναστατικός πόλεμος και που σφυρηλατείται η εργατο-αγροτική συμμαχία. Κατά την πρώτη περίοδο, όταν αρχίζει το αντάρτικο, το μαζικό κίνημα των πόλεων (απεργίες, διαδηλώσεις κλπ) παίζει κυρίως ρόλο αντιπερισπασμού, αναγκάζοντας τις δυνάμεις της καταπίεσης να σκορπιστούν, εμποδίζοντας τη συγκέντρωσή τους στην ύπαιθρο. Οταν το αντάρτικο κατεβαίνει σε περιοχές πιο κατοικημένες και αστικοποιημένες, ενώνεται πιό στενά με το εργατικό κίνημα από το οποίο εξαρτάται για να μπορέσει να δράσει σ΄ αυτό το χώρο το δυσμενή γεωγραφικά. Αυτό έγινε στην Κούβα τη στιγμή που το σώμα του Τσέ εκυρίευσε την επαρχία του Λάς Βίλλας και κατέκτησε την πόλη Σάντα Κλάρα, στηριζόμενο στα εργατικά συνδικάτα, στο λαϊκό σοσιαλιστικό κόμμα, στα στελέχη των πόλεων του Κινήματος της 26ης Ιουλίου και γενικά στις εργατικές τάξεις. Τελικά, με το γερό χτύπημα του στρατού από τους αντάρτες, ξέσπασε και η γενική επαναστατική απεργία, “πρωταρχικός παράγων του εμφυλίου πολέμου” (σσ “Η στρατηγική του ανταρτοπόλεμου”, σελ. 50, εκ. Καρανάση 1972) που αποτελεί το επιστέγασμα του επαναστατικού κινήματος, το τελικό χτύπημα κατά του ολιγαρχικού κράτους, το σμπαράλιασμα των τελευταίων πολιτικών μηχανευμάτων και των στρατιωτικών παλινδρομήσεων και τη στιγμή της πολιτικο-στρατιωτικής συγχώνευσης μεταξύ της πρωτοπορείας και των μαζών.

Είναι γνωστό ότι η κουβανέζικη επανάσταση εγνώρισε τρείς απόπειρες γενικής απεργίας: την ακαθοδήγητη απεργία του Αυγούστου του 1957 που άρχισε στο Σαντιάγκο ύστερα από τη δολοφονία του Φράνκ Πάϊς, την αποτυχούσα απεργία της 9ης Απριλίου 1958, και τη γενική νικηφόρα απεργία της 1ης Ιανουαρίου 1959, που έδωσε τη χαριστική βολή στο καθεστώς. Τα κείμενα του Γκουεβάρα ασχολούνται πρό παντός με τις δύο πρώτες. Η δολοφονία του Φράνκ Πάϊς (του κυριώτερου αρχηγού του Κινήματος της 26ης Ιουλίου μέσα στην πόλη) την 3οή Ιουλίου του 1958 στο ΣΑντιάγκο, έκαμε να ξεσπάσει μέσα σ΄ αυτή την πόλη μια αυθόρμητη απεργία που απλώθηκε γρήγορα στις άλλες πόλεις της επαρχίας Οριάντε (Γκουαντανάμο, Μανζανίλλο, Μπαϊάμο, κλπ.) που τις παράλυσε ολοκληρωτικά, και είχε αντίκτυπο ως τις επαρχίες Καμαγκουέϋ και Λ¨ας Βίλλας. Η δικτατορία κατέβαλε αυτό το κίνημα που είχε ξεπηδήσει χωρίς προετοιμασία και επαναστατική καθοδήγηση, αλλά οι αρχηγοί του αντάρτικου και ο Τσέ ιδιαίτερα αντελήφθησαν πώς νέες δυνάμεις είχαν ξεσηκωθεί κατά του καθεστώτος και πώς είτανε απόλυτα επιβεβλημένο να μπάσουνε τους εργαζόμενους στην απελευθερωτική πάλη (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. “Ο κοινωνικός ρόλος του αντάρτικου στρατού”, σελ. 191, εκδ. Καρανάση 1972). Η πείρα της ακαθοδήγητης απεργίας του 1957 δεν οδήγησε εντούτοις σε καμιά “λατρεία του αυθόρμητου”, αλλά, αντίθετα στην ανάπτυξη παράνομων δραστηριοτήτων και οργανώσεων στα κέντρα δουλειάς “με την προοπτική μιας γενικής απεργίας που θα βοηθούσε το στρατό του αντάρτικου στο να καταλάβει την εξουσία”. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. Σελ. 191, Εκδ. Καρανάση 1972. Σύμφωνα με τον Τσέ, οι αναγκαίοι παράγοντες για μια γενική απεργία “δεν βρίσκονται αυτομάτως παρά σε πολύ λίγες περιπτώσεις: πρέπει να τους δημιουργήσεις εξηγώντας τα αίτια της επανάστασης και αποδεικνύοντας την πραγματική δύναμη του λαού και τις δυνατότητές του”).

Εξ αντιθέτου η αποτυχούσα απεργία της 9ης Απριλίου 1958 ξέσπασε “αιφνιδιαστικά” – οι οργανωταί της ήθελαν για λόγους στρατηγικο-στρατιωτικούς, να αιφνιδιάσουν την κυβέρνηση και τις δυνάμεις της καταπίεσης – με μια έκκληση από το ραδιοσταθμό – καταληφθέντα από τους επαναστάτες στις 11 το πρωϊ. Οι εργάτες που είσαν στη δουλειά, δεν άκουσαν το ράδιο, φήμες συγκεχυμένες και αντικρουόμενες κυκλοφορούσαν και τελικά, η απεργία δεν έγινε. Μερικοί οπλισμένοι κομμάντος που είχαν ξεσηκωθεί εξοντώθηκαν και τρομακτικά καταπιεστικά μέτρα πάρθηκαν κατά των επαναστατών. Η ευθύνη αυτής της αποτυχίας επιρρίπτεται κατά τον Τσέ, στους αστούς αρχηγούς του Κινήματος της 26ης Ιουλίου (που το ονόμαζαν “Η Πεδιάδα” κατ΄ αντίθεση προς το “Σιέρρα”) των οποίων η στρατηγική άποψη ήταν από δυό πλευρές λαθεμένη: – θέλοντας να συγκεντροποιήσουν τον αγώνα μέσα στις πόλεις υποτιμούσαν το ρόλο του αντάρτικου, που το θεωρούσαν απλώς σαν ένα “κέντρισμα” της εργατικής εξέγερσης.

Κρίνοντας την επαναστατική γενική απεργία κατά τρόπο στενό, σεχταριστικό (σε σχέση με τα άλλα εργατικά ρεύματα, και ιδιαίτερα με το Λ.Σ.Κ. – Λαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα, το “παλιό” Κ.Κ. της Κούβας) και πραξικοπηματικά, αγνοούσαν τη σημασία και την τακτική του μαζικού αγώνα. Εκάλεσαν κατά συνέπεια στην απεργία της 9ης Απριλίου 1958 “χωρίς την ελαχίστη πολιτική προετοιμασία, χωρίς ίχνος μαζικής δραστηριότητος”, με ένα παράνομο σκούντημα, χωρίς πραγματικούς δεσμούς με την εργατική βάση, επιχειρώντας να κατευθύνουν το κίνημα απ΄ την κορυφή, θέλησαν να κηρύξουν την απεργία αιφνιδιαστικά, με πυροβολισμό, χωρίς να λάβουν υπόψη την εργατική ενότητα, και προπαντός “δεν επεζήτησαν ώστε οι εργάτες μέσα στην επαναστατική τους διεργασία να εκλέξουν την κατάλληλη στιγμή”. (σσ Ο Ανταρτοπόλεμος. Σελ. 191-192 Πολιτικά Κείμενα: Τομ. Α΄, σελ. 65, Pensamiento Critico, αριθ. 31, σελ. 58, 61).

Οι παρατηρήσεις αυτές του Τσέ δείχνουν περίλαμπρα και το ενδιαφέρον που είχε για το πρόβλημα της γενικής απεργίας και μαζί τη βαθειά του συναίσθηση για το χαρακτήρα μαζικού κινήματος που αυτή πρέπει να παίρνει (αξίζει να γίνει παραβολή με τα κείμενα του Λένιν και της Ρόζας Λούξενμπουργκ πάνω στις ρωσσικές απεργίες του 1905). Τόσο εις ότι αφορά το αντάρτικο της υπαίθρου όσο και σχετικά με την επαναστατική απεργία, η θέση του Τσέ δεν έχει τίποτε το κοινό με τον δήθεν “μπλανκισμό – μπακουνισμό – τυχοδιωκτισμό” που του απέδωσαν μερικοί με τις τάχα “ορθόδοξες” κριτικές τους. Ο Τσέ Γκεβάρα αντιμετώπισε ποτέ την δυνατότητα μιας επανάστασης κατ΄ ουσίαν εργατοαγροτικής στις πιό βιομηχανοποιημένες χώρες της Λατινικής Αμερικής: Αναγνώριζε ανοιχτά πώς ήτανε πιό δύσκολο να σχηματισθούν αντάρτικες ομάδες της αγροτιάς στις χώρες με ισχυρή αστική συγκέντρωση και δεν απέκλεισε καθόλου εκ των προτέρων τη δυνατότητα μιάς νίκης “από λαϊκή επανάσταση με βάση αντάρτικου στην πόλη”. (σσ Τσέ Γκεβάρ΅: “εξαιρετική περίπτωση η πρωτοπορεία της πάλης κατά του ιμπεριαλισμού”, Πολιτικά Κείμενα: Τομ. Α΄, σελ. 89, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1970. Υστερα από αυτό, ο Τσέ φρονούσε ότι θα ήταν καλύτερα να κρατηθεί η πολιτική καθοδήγηση στην ύπαιθρο ακόμη και στις αστικοποιημένες χώρες για λόγους ασφάλειας).

Ιδιαιτέρως τονίζει ότι στην Αργεντινή – τη χώρα την πιό αστικοποιημένη της ηπείρου – ο ριζοσπαστισμός του κινήματος των μαζών μπορεί να οδηγήσει στην κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη. (σσ Γκουεβάρα: “Μήνυμα στους Αργεντινούς”, Χριστιανισμός και Επανάσταση, σελ. 22). Και ο Ντεμπραί επίσης αναγνωρίζει ότι στην Αργεντινή, “όπου το Μπουένος Αϊρες, το Ραζάριο και η Κόρντομπα συγκεντρώνουν ήδη πάνω από το ήμισυ του ολικού πληθυσμού (20 εκατομμύρια), η σημασία του αγροτικού προλεταριάτου λόγω της πραγματικής στρατιωτικής του δύναμης, του διασκορπισμού του, της αξίας του στην οικονομική ζωή της χώρας, είναι μηδαμινή, μια αντάρτικη εστία στην ύπαιθρο δεν μπορεί λοιπόν να έχει παρά δεύτερο ρόλο σχετικά με την πόλη, στο Μπουένος Αϊρες, όπου το βιομηχανικό προλεταριάτο είναι η πρωταρχική δύναμη” (σσ Ρεζί Ντεμπραί: “Ο καστρισμός, η μακριά πορεία της Λατινικής Αμερικής”, στα Δοκίμια πάνω στη Λατινική Αμερική, Μασπερό, Παρίσι, 1967, σελ. 73-74). Αλλά, ακόμα και όταν η επανάσταση δεν έχει κύριο στρατηγικό της άξονα την προλεταριακή πάλη μέσα στις πόλεις ακόμα και αν η κοινωνική σύνθεση του επαναστατικού στρατού είναι κατά πλειοψηφία αγροτική, ο επαναστατικός πόλεμος οφείλει να καθοδηγείται από την ιδεολογία της εργατικής τάξης. (σσ Πολιτικά Κείμενα: “Κούβα: μοναδική περίπτωση η πρωτοπόρος στον αγώνα κατά του ιμπεριαλισμού”, Τόμ. Α΄, σελ. 103, Εκδ. Καρανάση, Αθήνα 1970). Αυτό δεν ήταν η περίπτωση της Κούβας (ως το 1959), αλλά, αντιθέτως στο Βιετνάμ, ένας πόλεμος αγροτικού τύπου, λόγω του βασικού δεσμού δραστηριότητος και της σύνθεσης του στρατού καθοδηγείτο από την ιδεολογία του προλεταριάτου. (σσ Τσέ, “Πρόλογος στον Γκιάπ”, Pensamiento Critico, αρθ. 33, σελ. 250). Φαίνεται λοιπόν ότι ο Τσέ θεωρεί την άποψη αυτή της κουβανέζικης επανάστασης μάλλον σαν εξαίρεση που δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας να επαναληφθεί αλλού.

Στο Βιετνάμ, την ιδεολογία αυτή εκπροσωπούσε ένα μαρξιστικό πρωτοπορειακό κόμμα, που διηύθυνε την πάλη του λαού για την εθνική και κοινωνική (σσ Τσέ, “Πρόλογος στον Γκιάπ”, PensamientoCritico, αριθ. 33, σελ. 250) του απελευθέρωση. Αυτά είναι τα γενικά χαρακτηριστικά των επαναστατικών πολέμων; Κατά το 1953, φαίνεται πώς ο Τσέ πάει να απαντήσει καταφατικά σ΄ αυτή την ερώτηση. Στην εισαγωγή του τόμου που τιτλοφορείται Το μαρξιστικό – λενινιστικό κόμμα, γράφει ρητά πώς ένα κόμμα τέτοιου τύπου, “πρωτοπορεία της εργατικής τάξης”, πρέπει να είναι ο αρχηγός της επαναστατικής πάλης – αν και υπογραμμίζει σε άλλο κείμενο της ίδιας εποχής. (Ο ανταρτοπόλεμος, μια μέθοδος) ότι το να είναι το κόμμα της πρωτοπορείας, αυτό δεν είναι “επίσημο δίπλωμα δοσμένο από το Πανεπιστήμιο” αλλά σημαίνει “να είναι μπροστά επί κεφαλής της εργατικής τάξης στην πάλη για την κατάληψη της εξουσίας”. (σσ Πολιτικά Κείμενα: Τομ. Α΄, σελ. 200 και Στρατιωτικά Κείμενα: “Η ιστορία δεν παραδέχεται λάθη”, σελ. 209, Εκδ. Καρανάση 1972). Εν πάσει περιπτώσει αυτά τα κατοπινά κείμενα δεν καθορίζουν την προβληματική αυτή και δεν δίνουν απάντηση στο αντικρουόμενο ερώτημα της σχέσης μεταξύ κόμματος και αντάρτικου. Φαίνεται ότι σήμερα πολλές λατινοαμερικάνικες επαναστατικές ομάδες κλίνουν προς μια στρατηγική βασισμένη συγχρόνως στη γκουεβαρική αντίληψη για το αντάρτικο και στα δεδομένα της λενινιστικής θεωρίας για το Κόμμα. Η βολιβιανή τραγωδία του 1967 κατέδειξε αφ΄ ενός το αδύνατον του να έχεις εμπιστοσύνη στα μεταρρυθμιστικά ΚΚ και την ανάγκη να συγκροτηθεί μια οργάνωση πρωτοπορειακή εγκατεστημένη στις πόλεις και στην ύπαιθρο, που να μπορεί να κατευθύνει την επαναστατική μάχη σε όλα τα μέτωπα.

Ο επαναστατικός πόλεμος που διεξάγεται με την πολιτική και με την ένοπλη πάλη, με το αντάρτικο και τη μαζική απεργία, οφείλει όχι μόνο να συντρίψει την αντίσταση του “άμεσου εχθρού” το αστικο-ολιγαρχικό κράτος, αλλά επίσης να είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει την ένοπλη επέμβαση του “κύριου εχθρού”, του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, εκμεταλλευτή και καταπιεστή των λαών όλου του κόσμου: η επανάσταση πρέπει να λογαριάζεται, σε τελευταία ανάλυση, σαν παρατεταμένος πόλεμος σε παγκόσμια κλίμακα.