RSS

Category Archives: Gramsci

Οι αδιάφοροι

Μισώ τους αδιάφορους. Πιστεύω ότι το να ζεις σημαίνει να εντάσσεσαι κάπου. Όποιος ζει πραγματικά δεν μπορεί να μην είναι πολίτης και ενταγμένος. Η αδιαφορία είναι αβουλία, είναι παρασιτισμός, είναι δειλία, δεν είναι ζωή. Γι’ αυτό μισώ τους αδιάφορους.



Η αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της ιστορίας. Η αδιαφορία δρα δυνατά πάνω στην ιστορία. Δρα παθητικά, αλλά δρα. Είναι η μοιρολατρία. Είναι αυτό που δεν μπορείς να υπολογίσεις. Είναι αυτό που διαταράσσει τα προγράμματα, που ανατρέπει τα σχέδια που έχουν κατασκευαστεί με τον καλύτερο τρόπο. Είναι η κτηνώδης ύλη που πνίγει την ευφυΐα. Αυτό που συμβαίνει, το κακό που πέφτει πάνω σε όλους, συμβαίνει γιατί η μάζα των ανθρώπων απαρνείται τη βούλησή της, αφήνει να εκδίδονται νόμοι που μόνο η εξέγερση θα μπορέσει να καταργήσει, αφήνει να ανέβουν στην εξουσία άνθρωποι που μόνο μια ανταρσία θα μπορέσει να ανατρέψει. Μέσα στη σκόπιμη απουσία και στην αδιαφορία λίγα χέρια, που δεν επιτηρούνται από κανέναν έλεγχο, υφαίνουν τον ιστό της συλλογικής ζωής, και η μάζα είναι σε άγνοια, γιατί δεν ανησυχεί. Φαίνεται λοιπόν σαν η μοίρα να συμπαρασύρει τους πάντες και τα πάντα, φαίνεται σαν η ιστορία να μην είναι τίποτε άλλο από ένα τεράστιο φυσικό φαινόμενο, μια έκρηξη ηφαιστείου, ένας σεισμός όπου όλοι είναι θύματα, αυτοί που τον θέλησαν κι αυτοί που δεν τον θέλησαν, αυτοί που γνώριζαν κι αυτοί που δεν γνώριζαν, αυτοί που ήταν δραστήριοι κι αυτοί που αδιαφορούσαν. Κάποιοι κλαψουρίζουν αξιοθρήνητα, άλλοι βλαστημάνε χυδαία, αλλά κανείς ή λίγοι αναρωτιούνται: αν είχα κάνει κι εγώ το χρέος μου, αν είχα προσπαθήσει να επιβάλλω τη βούλησή μου, θα συνέβαινε αυτό που συνέβη;


Μισώ τους αδιάφορους και γι’ αυτό: γιατί με ενοχλεί το κλαψούρισμά τους, κλαψούρισμα αιωνίων αθώων. Ζητώ να μου δώσει λογαριασμό ο καθένας απ’ αυτούς με ποιον τρόπο έφερε σε πέρας το καθήκον που του έθεσε και του θέτει καθημερινά η ζωή, γι’ αυτό που έκανε και ειδικά γι’ αυτό που δεν έκανε. Και νιώθω ότι μπορώ να είμαι αδυσώπητος, ότι δεν μπορώ να χαλαλίσω τον οίκτο μου, ότι δεν μπορώ να μοιραστώ μαζί τους τα δάκρυά μου.


Είμαι ενταγμένος, ζω, νιώθω ότι στις συνειδήσεις του χώρου μου ήδη πάλλεται η δραστηριότητα της μελλοντικής πόλης, που ο χώρος μου χτίζει. Και μέσα σ’ αυτήν την πόλη η κοινωνική αλυσίδα δεν βαραίνει τους λίγους, μέσα σ’ αυτήν κάθε συμβάν δεν οφείλεται στην τύχη, στη μοίρα, μα είναι ευφυές έργο των πολιτών. Δεν υπάρχει μέσα σ’ αυτήν κανείς που να στέκεται να κοιτάζει από το παράθυρο ενώ οι λίγοι θυσιάζονται, κόβουν τις φλέβες τους. Ζω, είμαι ενταγμένος. Γι’ αυτό μισώ αυτούς που δεν συμμετέχουν, μισώ τους αδιάφορους.

11 Φεβρουαρίου 1917
Advertisements
 
 

A. Gramsci: ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ

Πηγή – Μετάφραση: http://paranagnostis.blogspot.com

Δημοσιεύουμε αυτό το άρθρο του A. Gramsi ως προβληματισμό πάνω στα όρια του συνδικαλισμού σε όλες τις εκδοχές του: κομματικού , «πολιτικοποιημένου», ταξικού , «ταξικού» , θεσμικού , Συντονισμού Πρωτοβάθμιων Σωματείων, Ανεξάρτητου Κέντρου Αγώνα  . . .

ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑi 

Μήπως είμαστε συνδικαλιστές; Μήπως το κίνημα των τομεακών επιτρόπωνii που ξεκίνησε από το Τορίνο δεν είναι παρά η νι-οστή τοπική ενσάρκωση της συνδικαλιστικής θεωρίας; Μήπως αλήθεια αυ­τό το κίνημα δεν είναι παρά ο μικρός πρόδρομος στρόβιλος των καταστροφών του συνδικαλιστικού κυκλώ­να εγχώριας παραγωγής· εκείνο το σύμφυρμα από δημαγωγία , από στομφώδη ψευτοεπαναστατική λογοκοπία, από πνεύμα απειθαρχίας και ανευθυνότητας από μανιακή αγκιτάτσια κάποιων ατόμων, περιορισμένης ευφυίας, με γλώσσα ροδάνι και λίγο μυαλό , που μέχρι τώρα δεν κατάφεραν παρά να λεηλατήσουν περιστασιακά τη θέληση των μαζών· αυτό το σύμφυρμα που θα παραμείνει στα χρονικά του ιταλικού εργατικού κινήματος με την ονομασία: ιταλικός συνδικαλισμός;

Η συνδικαλιστική θεωρία έχει εντελώς αποτύχει στη συγκεκριμένη δοκιμασία των προλεταριακών επαναστάσεων. Τα συνδικάτα έχουν δώσει απόδειξη της οργανικής τους ανι­κανότητας να ενσαρκώσουν τη δικτατορία του προλεταριά­του. Η κανονική ανάπτυξη των συνδικάτων χαρακτηρίστηκε από μια συνεχή παρακμή του επαναστατικού πνεύματος των μαζών: όταν αυξάνει η υλική δύναμη, το καταχτητικό πνεύμα εξασθενίζει ή εξαφανίζεται ολοσχερώς, η ζωτική ορμή στραγγίζει , η ηρωική αδιαλλαξία, δίνει τη θέση της στον οπορτουνισμό, στην πρακτική «για το ψωμί και το βούτυρο». Η ποσο­τική αύξηση καθορίζει μια πτώχευση ποιοτική και ένα εύκολο βόλεμα στις καπιταλιστικές κοινωνικές δομές· καθορί­ζει την εμφάνιση μιας εργατικής νοοτροπίας μίζερης στενής αντάξιας της μικρής και μεσαίας αστικής τά­ξης. Και όμως είναι στοιχειώδες καθήκον του συνδικάτου αυτό του να στρατολογήσει ολόκληρη τη μάζα, του να εντάξει στα πλαίσια του, όλους τους εργαζόμενους της βιομηχανίας και της γεωργίας. Το μέσο δεν αρμόζει λοιπόν στο σκοπό και αφού κάθε μέσο δεν εί­ναι παρά μια στιγμή του σκοπού καθώς αυτός πραγματοποιείται, εκπληρώνεται, πρέπει να συμπεράνει κανείς ότι ο συνδικαλισμός δεν αποτελεί μέσο για να φθάσεις στην επανάσταση, ότι δεν είναι μια στιγμή της προλεταριακής επανάστασης, ούτε είναι η επανάσταση καθώς αυτή πραγματοποιείται, εκπληρώνεται: ο συνδικαλισμός δεν είναι επανα­στατικός παρά μονάχα στο μέτρο που υπάρχει η δυ­νατότητα της γραμματικής σύζευξης των δύο λέξεων.
Ο συνδικαλισμός αποκαλύφθηκε ως μια απλή μορφή της καπιταλιστικής κοινωνίας και όχι ως ένα δυνάμει ξεπέρασμα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ο συν­δικαλισμός οργανώνει τους εργάτες, όχι ως παραγωγούς, αλλά ως μισθωτούς, δηλαδή ως δημιουργήματα του καπι­ταλιστικού καθεστώτος της ατομικής ιδιοκτησίας· ως πω­λητές του εμπορεύματος-εργασία. Ο συνδικαλισμός συνε­νώνει τους εργάτες κατά τα εργαλεία της δουλειάς τους ή κατά το υλικό που μεταποιούν, που σημαίνει ότι ο συνδικαλισμός συνενώνει τους εργάτες με βάση τις μορφές που επιβάλλει το καπιταλιστικό καθεστώς, το καθεστώς του οικονομικού ατομικισμού. Το να χρησιμοποιείς ένα ερ­γαλείο και όχι κάποιο άλλο, το να μεταποιείς μια δεδομένη πρώτη ύλη και όχι κάποια άλλη, αποκαλύπτει τις διαφορές δεξιοτήτων και ικανότητας, στον κόπο που καταβάλλεται και στο κέρδος προκύπτει· ο εργάτης προσηλώνεται στην ίδια του την ικανότητα και στην ίδια του την δεξιότητα και τα εννοεί όχι σαν μια στιγμή της παραγω­γής, αλλά σαν ένα απλό μέσο για να κερδίσει τη ζωή του.
Το επαγγελματικό ή βιομηχανικό συνδικάτο ενώ­νοντας τον εργάτη με τους συντρόφους του, του ίδιου επαγ­γέλματος ή της ίδιας βιομηχανίας, με εκείνους που, στη δουλειά τους, μεταχειρίζονται το ίδιο εργαλείο ή που μεταποιούν το ίδιο υλικό με αυτόν, συμβάλλει στο να δυναμώσει μια τέτοια νοοτροπία ,συμβάλλει στο να τον κάνει όλο και περισ­σότερο ανίκανο να εννοήσει τον εαυτό του ως παραγωγό και τον οδηγεί να εννοήσει τον εαυτό του σαν ένα «εμπόρευμα», διαθέσιμο σε μια εθνική και διεθνή αγο­ρά, όπου, μέσα από το παιχνίδι του ανταγωνισμού, προσδιορίζεται η τιμή και η αξία του.
Ο εργάτης δεν μπορεί μόνος του να εννοήσει τον εαυτό του ως πα­ραγωγό, παρά μονάχα αν εννοήσει τον εαυτό του ως αναπόσπα­στο μέρος ολόκληρου του συστήματος δουλειάς που συνο­ψίζεται στο αντικείμενο- βιομηχανικό προϊόν, παρά μονάχα αν συναισθάνεται , ζωντανή στο πετσί του, την ενότητα αυτής της βιομηχανικής δια­δικασίας, που απαιτεί τη συνεργασία του χειρώνακτα, του ειδικευμένου εργάτη, του διοικητικού υπάλληλου, του μη­χανικού, του τεχνικού διευθυντή. Ο εργάτης μπορεί να εννοήσει τον εαυτό του ως παραγωγό εάν, αφού καταχωρίσει το εαυτό του ψυχολογικά μέσα στην ιδιαίτερη διαδικασία παραγωγής ενός καθορισμένου εργοστασίου(όπως για παράδειγμα, στο Τορίνο, μιας αυτοκινητοβιομηχανίας) και αφού σκεφτεί τον εαυτό του σαν μια αναγκαία και απαραίτητη στιγμή της δραστηριότητας ενός κοινωνικού συνόλου που παράγει αυτοκίνητα, περάσει σε ένα νέο στάδιο και αποκτήσει συνείδηση του συνόλου της δραστηριότητας του Τορίνου, της αυτοκινητοβιομηχανίας, και εννοεί πλέον το Τορίνο ως μια μονάδα παραγωγής, χαρακτηριζόμενη από το αυτοκίνητο, και αντιληφθεί ότι ένα μεγάλο μέρος της εργασιακής δραστηριότητας του Τορίνου, δεν υπάρχει παρά επειδή υπάρχει και αναπτύσσεται η βιομηχανία του αυτοκινήτου και ότι, κατά συνέπεια, οι εργάτες αυτών των πολλαπλών γενικών δραστηριοτήτων είναι και οι ίδιοι παραγωγοί της βιομηχανίας του αυτοκινήτου, γιατί είναι οι δημιουργοί των αναγκαίων και ικανών συνθηκών ύπαρξης αυτής της βιομηχανίας. Με αφετηρία αυτό το κύτταρο: το εργοστάσιο ως μονάδα, ως πράξη δημιουργίας ενός καθορισμένου προϊόντος, ο εργάτης αίρεται στην κατανόηση ευρύτερων μονάδων, έως το έθνος, που είναι στο σύνολό του ένας γιγάντιος μηχανισμός παραγωγής χαρακτηριζόμενος από τις εξαγωγές, από το άθροισμα του πλούτου που ανταλλάσσει έναντι ενός ισοδύναμου αθροίσματος πλούτου που συρρέει από όλες τις γωνιές του του κόσμου, προερχόμενο από όλους εκείνους τους άλλους γιγάντιους μηχανισμούς παραγωγής στους οποίους διαιρείται ο κόσμος. Τότε ο εργάτης είναι πράγματι παραγωγός, διότι έχει πλέον συνείδηση της λειτουργίας του μέσα στην παραγωγική διαδικασία, σε όλους της τους αναβαθμούς, από το εργοστάσιο μέχρι το έθνος και μετά τον κόσμο· τότε αισθάνεται τι είναι η τάξη και γίνεται κομμουνιστής διότι, γι αυτόν, η ιδιωτική ιδιοκτησία δεν είναι λειτουργία του παράγειν· και γίνεται επαναστάτης διότι εννοεί τον καπιταλισμό, την ιδιωτική ιδιοκτησία σαν βαρίδι, σαν εμπόδιο που πρέπει να παραμερισθεί. Τότε, αληθινά, εννοεί το «κράτος», εννοεί πως είναι ένας σύνθετος κοινωνικός θεσμός διότι τον ανάγει στη μορφή του γιγαντιαίου μηχανισμού παραγωγής που, με όλες του τις σχέσεις με όλες του τις νέες και ανώτερες λειτουργίες που απαιτεί το τρομερό του μέγεθος, αντανακλά τη ζωή του εργοστασίου και αντιπροσωπεύει το εναρμονισμένο και ιεραρχημένο σύνολο, των αναγκαίων συνθηκών ώστε να ζει και να αναπτύσσεται το εργοστάσιο του, η βιομηχανία του και η προσωπικότητά του ως παραγωγού.
Η ιταλική πρακτική του ψευτοεπαναστατικού συνδικαλισμού,απορρίφθηκε από το κίνημα των τομεακών επιτρόπων του Τορίνου, όπως και η πρακτική του ρεφορμιστικού συνδικαλισμού· απορρίφθηκε μάλιστα στο δεύτερο βαθμό, μια και ο ρεφορμιστικός συνδικαλισμός ξεπερνά τον ψευτοεπαναστατικό συνδικαλισμό. Πράγματι, εάν το συνδικάτο είναι ικανό ίσα για να δώσει στους εργάτες «το ψωμί και το βούτυρο», εάν το συνδικάτο δεν μπορεί, μέσα σε ένα αστικό καθεστώς, παρά μόνο να εξασφαλίσει μια σταθερή αγορά για τους μισθούς και να εξαφανίζει μερικούς από τους πιο απειλητικούς κινδύνους για την φυσική και ηθική ακεραιότητα του εργάτη, είναι προφανές ότι η ρεφορμιστική πρακτική έχει μεγαλύτερη επιτυχία από την ψευτοεπαναστατική στο να φέρει τέτοια αποτελέσματα. Αν απαιτούμε από ένα εργαλείο περισσότερα από όσα μπορεί να δώσει, εάν δημιουργούμε την πίστη ότι ένα εργαλείο μπορεί να δώσει περισσότερα από όσα επιτρέπει η φύση του, ξαστοχούμε ακατάπαυστα, ασκούμε καθαρά δημαγωγική δράση. Οι ψευτοεπαναστάτες συνδικαλιστές της Ιταλίας φτάνουν συχνά μέχρι του σημείου να συζητούν αν συμφέρει να γίνει το συνδικάτο (για παράδειγμα των σιδηροδρομικών) ένας κλειστός κύκλος, που δεν υπολογίζει παρά μόνο στους «επαναστάτες», παρά μόνο στην τολμηρή μειοψηφία που συμπαρασύρει τις ψυχρές και αδιάφορες μάζες· δηλαδή φτάνουν να αρνούνται την στοιχειώδη αρχή του συνδικαλισμού που είναι να οργανώσει το σύνολο των μαζώνiii. Αν φτάνουν ως εκεί, είναι επειδή συναισθάνονται συγκεχυμένα, βαθειά μέσα τους, τη μηδαμινότητα της προ­παγάνδας «τους», την ανικανότητα του συνδικάτου να δώσει μια συγκεκριμένα επαναστατική μορφή στη συνείδηση του εργάτη. Επειδή δεν έχουν ποτέ αναρωτηθεί με καθαρό­τητα και ακρίβεια για το πρόβλημα της προλεταριακής επανά­στασης· αυτοί οι ένθερμοι οπαδοί της θεωρίας των «παρα­γωγών» δεν είχαν ποτέ καμιά συνείδηση παραγωγών· είναι δημαγωγοί και όχι επαναστάτες, είναι αγκιτάτορες που αρκούνται να συγκινούν με τα ψεύτικα πετράδια των λόγων τους και όχι παιδαγωγοί που διαμορφώνουν συνειδήσεις.
Το κίνημα των επιτρόπων δεν γεννήθηκε και δεν αναπτύχθηκε, για να αντικαταστήσει τον Μπουότσι ή τον Ντ’ Αραγκόνα με τον Μπόργκιiv; Το κίνημα των επιτρόπων είναι η άρνηση κάθε μορφής ατομισμού ή πρόταξης των προσωπικοτήτωνv. Είναι η αρχή μιας μεγάλης ιστορικής διαδικασίας μέσα στην οποία η εργαζόμενη μάζα αποκτά τη συνείδηση της αδιαίρετης ενότητάς της, βασισμένης στην παραγωγή, βασισμένης στην συγκεκριμένη πράξη της εργασίας και δίνει σε αυτή τη συνείδηση μια οργανική μορφή υποκείμενη η ίδια στη δική της ιεραρχία, αποκομίζοντας από αυτήν την ιεραρχία ό,τι βαθύτερο διαθέτει, για να ενσαρκώσει την συνειδητή της θέληση, προς ένα συγκεκριμένο σκοπό, προς μια ευρεία ιστορική διαδικασία που παρά τα λάθη όπου τα άτομα θα μπορούσαν να πέσουν, παρά τις κρίσεις που οι εθνικές ή διεθνείς συνάφειες μπορούν να προκαλέσουν, θα κορυφωθεί ακαταμάχητα στην εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου, στην κομμουνιστική Διεθνή .
Η συνδικαλιστική θεωρία δεν έχει ποτέ διαμορφώσει μια τέτοια σύλληψη του παραγωγού και της δια­δικασίας ιστορικής ανάπτυξης της κοινωνίας των παραγω­γών· δεν έχει ποτέ δείξει ότι θα άρμοζε να δοθεί αυτή η κατεύθυνση και αυτή η σημασία στην οργάνωση των ερ­γαζομένων. Έβγαλε μια θεωρία για μια ιδιαίτερη μορ­φή οργάνωσης, του επαγγελματικού και του βιομηχανικού συνδικάτου, και αν έχτισε πάνω σε μια πραγματικότητα, είναι η πραγματικότητα του μοντέλου που υποδεικνύει το καπιταλιστικό καθεστώς του ελεύθερου ανταγωνισμού, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας της εργατικής δύναμης· δεν έχτισε λοιπόν παρά μια ουτοπία, ένα μεγάλο παλάτι αφαιρέσεων.
Η έννοια του συστήματος των Συμβουλίων , βασισμένο στη δύναμη της μάζας των εργαζομένων, οργανωμέ­νης κατά τόπο εργασίας και κατά ενότητα παραγωγής, έχει την πηγή της στις συγκεκριμένες ιστορικές εμπει­ρίες του ρώσικου προλεταριάτου και είναι το αποτέλεσμα της θεωρητικής προσπάθειας των συντρόφων κομμουνιστών της Ρωσίας, που δεν είναι βέβαια συνδικαλιστές επαναστάτες, αλλά σοσιαλιστές ε­παναστάτες.
(Ανυπόγραφο,« L’ Ordine Nuovo», 8 Νοέμβρη 1919, 1, φ. 35).
Σημειώσεις
iΟ Gramsi αναφέρεται στο ρεύμα του εργατικού κινήματος που, στις αρχές του 20ου αι. και κυρίως στις χώρες του Ευρωπαϊκού νότου, ήταν γνωστό με το όνομα «Συνδικαλισμός» ή «Αναρχοσυνδικαλισμός». Ο Gramsi κρατάει τον πρώτο όρο «Συνδικαλισμός» και τον χρησιμοποιεί τόσο για να δηλώσει τους αναρχοσυνδικαλιστές όσο και με την κανονική του σημασία. Το άρθρο αυτό λοιπόν προφανώς απαντά στις κατηγορίες του αναρχοσυνδικαλισμού και του επαναστατικού συνδικαλισμού που συχνά απευθύνονταν – από τους ιθύνοντες της C.G.L.(Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας) – ενάντια στις θέσεις της Ordine Nuovo
iiΟι «τομεακοί επίτροποι» εκλέγονταν με σκοπό να εκπροσωπούν τους εργάτες του τομέα τους (εργοστάσιο ή εργοστάσια μιας φίρμας) συνδικαλισμένους και μη, στις συνδιαλλαγές τους με την εργοδοσία, να επιβλέπουν την τήρηση των ωραρίων και των συμβάσεων συνεργαζόμενοι τόσο με τα συνδικάτα όσο και με τις «εσωτερικές επιτροπές», να επιλύουν συναινετικά ζητήματα της δουλειάς ανάμεσα στους εργάτες. Ο Gramsi τους βλέπει ακόμα και σαν παιδαγωγούς της εργατικής τάξης, που πρέπει να της μάθουν να αυτοδιευθύνεται για να λειτουργήσει η παραγωγή χωρίς αφεντικά.
iiiΤο συνδικάτο των σιδηροδρομικών δεν είχε ενταχθεί στην C.G.L. (Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας) και στους κόλπους του περιελάμβανε έναν ισχυρό πυρήνα αναρχοσυνδικαλιστών και επαναστατών-συνδικαλιστών
ivΟ Ludovico D’Aragona, γραμματέας της C.G.L. (Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας) και ο Bruno Buozzi, γραμματέας της FIOM (Ομοσπονδίας της μεταλλουργίας) ήταν οι ισχυροί άνδρες του ρεφορμισμού στο συνδικαλιστικό κίνημα. Ο αναρχικός, Armando Borghi ήταν αντίθετα η ψυχή ενός επαναστατικού συνδικάτου της Ιταλικής Συνδικαλιστικής Ένωσης (l’Unione Sindacale Italiana) που ιδρύθηκε το 1914, και του οποίου το 3οΣυνέδριο (προγραμματισμένο για τις 20-23 Δεκεμβρίου 1919 – ενάμιση μήνα μετά τη δημοσίευση αυτού του άρθρου ) επρόκειτο να τοποθετηθεί υπέρ των Εργοστασιακών Συμβουλίων.
vΗ θεώρηση της ιστορίας ως έργο προσωπικοτήτων, θα συνοψιζόταν στη φράση: «οι ηγέτες γράφουν την ιστορία»
 

A. Gramsci: ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Μετάφραση – Πηγή: Παραναγνώστης

Ένα πρόβλημα που ανακύπτει σήμερα οξύ μπροστά σε κάθε σοσιαλιστή που έχει βαθειά συνείδηση της ιστορικής ευθύνης που βαραίνει την τάξη της εργασίας και το κόμμα που ενσαρκώνει την κριτική και ενεργή συνείδηση αυτής της τάξης.

Πώς να δαμάσει κανείς τις τεράστιες κοινωνικές δυνάμεις πού έχει απελευθερώσει ο πόλεμος; Πώς να τις πειθαρχήσει και να τούς δώσει μια πολιτική μορφή πού να ενέχει τη δυνατότητα να αναπτύσσεται κανονικά, να τελειοποιείται συνέχεια μέχρι να απογίνει η ραχοκοκκαλιά του σοσιαλιστικού κράτους, μέσα στο οποίο θα ενσαρκώνει τη δικτατορία του προλεταριάτου; Πώς να συνδέσουμε το παρόν με το μέλλον, ώστε και να ικανοποιούμε τις πιεστικές ανάγκες του παρόντος δουλεύοντας επωφελώς για να δημιουργούμε και να «προβλέπουμε» το μέλλον;


Αυτές οι αράδες θέλουν να αποτελέσουν ένα κέντρισμα για σκέψη και δράση, θέλουν να είναι ένα προσκλητήριο προς τους καλύτερους και πιο συνειδητούς εργάτες για να σκεφτούν και ο καθένας, στη σφαίρα της αρμοδιότητας και δράσης του, να συνεργαστεί για την επίλυση αυτού του προβλήματος, τραβώντας την προσοχή των συντρόφων και των οργανώσεων πάνω στους όρους μέσα στους οποίους αυτό τίθεται. Μονάχα με κοινή και αλληλέγγυα δουλειά διαφώτισης, πειθούς και αμοιβαίας διαπαιδαγώγησης, θα μπορούσε να προκύψει η συγκεκριμένη δράση της συγκρότησης.
Το σοσιαλιστικό κράτος υπάρχει κιόλας δυνητικά στους θεσμούς κοινωνικής ζωής πού προσιδιάζουν στην εργαζόμενη τάξη πού αποτελεί αντικείμενο εκμετάλλευσης. Το να διαρθρώσουμε μεταξύ τους αυτούς τους θεσμούς, να τους συντονίσουμε και να τους υπαγάγουμε σε μια ιεραρχία αρμοδιοτήτων κι εξουσιών, να τους συγκεντροποιήσουμε δυναμικά σεβόμενοι ταυτόχρονα τις αυτονομίες και τις αναπόφευκτες διαρθρώσεις, καταλήγει στο να δημιουργεί από τώρα κιόλας μιαν αληθινή και αυθεντική εργατική δημοκρατία, σε αποτελεσματική κι ενεργή αντίθεση με το αστικό κράτος έτοιμη από τώρα κιόλας να αντικαταστήσει αυτό το αστικό κράτος σε όλες του τις ουσιώδεις λειτουργίες διαχείρισης και κυριαρχίας της εθνικής κληρονομιάς.


Το εργατικό κίνημα διευθύνεται σήμερα από το Σοσιαλιστικό κόμμα και των Συνομοσπονδία Εργασίας, αλλά η κοινωνική εξουσία του κόμματος και της Συνομοσπονδίας ασκείται εμμέσως, μέσω της μεγάλης μάζας της εργαζόμενης τάξης, με τη δύναμη του κύρους και του ενθουσιασμού, με τις αυταρχικές πιέσεις, και μάλιστα με την αδράνεια. Η σφαίρα κύρους του κόμματος αναπτύσσεται κάθε μέρα, αγγίζει λαϊκά στρώματα ανεξερεύνητα μέχρι τούδε, παρακινεί τη συναίνεση και γεννά την επιθυμία να δουλέψουν αποτελεσματικά για τον ερχομό του κομμουνισμού σε ομάδες και άτομα, απούσες ως τα σήμερα από την πολιτική πάλη. Είναι απαραίτητο να δοθεί μορφή και σταθερή πειθαρχία σε αυτές τις διάσπαρτες και χαοτικές ενέργειες, να τις αφομοιώσει, να τις διαμορφώσει και να τις δυναμώσει• από την προλεταριακή και ημι-προλεταριακή τάξη να κάνει μια κοινωνία οργανωμένη που να μπορεί να αυτοδιαπαιδαγωγείται, να δημιουργεί την ίδια της την εμπειρία, και να αποκτά μια συνείδηση υπεύθυνη για τα καθήκοντα που πέφτουν στις τάξεις που φτάνουν στην κρατική εξουσία.


Το Σοσιαλιστικό Κόμμα και τα επαγγελματικά συνδικάτα δεν θα μπορέσουν να αφομοιώσουν ολόκληρη την εργαζόμενη τάξη παρά με ακατάπαυστη δουλειά που μπορεί να διαρκέσει χρόνια ή και δεκάδες χρόνια ακόμα. Δεν ταυτίζονται άμεσα με το προλεταριακό κράτος• πραγματικά, στις κομμουνιστικές δημοκρατίες αυτοί οι δύο θεσμοί συνεχίζουν να υφίστανται ανεξάρτητα από το κράτος, ως θεσμοί προώθησης (για το κόμμα) ή ελέγχου και μερικής εφαρμογής (για τα Συνδικάτα). Το Κόμμα δεν πρέπει να παύσει να είναι το όργανο της κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης, ή εστία τής πίστης, ο θεματοφύλακας της διδασκαλίας , ή ανώτερη εξουσία πού εναρμονίζει και καθοδηγεί στο σκοπό τις οργανωμένες και πειθαρχημένες δυνάμεις τής εργατικής και αγροτικής τάξης. Και ακριβώς, για να μπορέσει να φέρει σε πέρας αυτό το λειτούργημα που του πέφτει, το Κόμμα δεν θα έπρεπε να έχει ορθάνοιχτες τις πόρτες σε νέα μέλη που δεν είναι συνηθισμένα στην άσκηση υπευθυνότητας και πειθαρχίας.


Αλλά η κοινωνική ζωή της εργαζόμενης τάξης είναι πλούσια σε θεσμούς, διαρθρώνεται σε ποικίλες δραστηριότητες. Αυτοί ακριβώς οι θεσμοί και αυτές οι δραστηριότητες είναι που πρέπει να αναπτυχθούν, να δομηθούν σε ένα σύνολο, να συνταχθούν σε ένα πλατύ και ευέλικτα διαρθρωμένο σύνολο , ικανό να απορροφά και να πειθαρχεί ολόκληρη την εργαζόμενη τάξη,
Το εργοστάσιο με τις επιτροπές επιχείρησης , οι σοσιαλιστικοί κύκλοι, οι αγροτικές κοινότητες, είναι τα κέντρα της προλεταριακής ζωής πάνω στις οποίες είναι απαραίτητο να δρα κανείς άμεσα.
Οι επιτροπές της επιχείρησηςi είναι θεσμοί εργατικής δημοκρατίας που πρέπει να ελευθερωθούν απολύτως από τους περιορισμούς των εργοστασιαρχών και στις οποίες πρέπει να εμφυσήξουμε μια ενέργεια και μια νέα ζωή. Σήμερα, οι επιτροπές επιχείρησης περιορίζουν την εξουσία του καπιταλιστή στο εσωτερικό του εργοστασίου και εκπληρώνουν της λειτουργίες της διαιτησίας και της πειθαρχίας. Αναπτυσσόμενες και εμπλουτιζόμενες, πρέπει αύριο να είναι οι θεσμοί της εργατικής εξουσίας, που πρέπει να αντικαταστήσουν τον καπιταλιστή σε όλες τις χρήσιμες λειτουργίες του της διεύθυνσης και της διοίκησης.


Από σήμερα κιόλας, οι εργάτες θα έπρεπε να προχωρήσουν στην εκλογή πλατιών συνελεύσεων αντιπροσώπων, διαλεγμένους ανάμεσα στους καλύτερους συντρόφους, τους πιο συνειδητούς, με σύνθημα: «Όλη η εξουσία μέσα στο εργοστάσιο, στην εργοστασιακή επιτροπή», αξεχώριστο από το άλλο σύνθημα: «όλη η εξουσία του κράτους στα Συμβούλια των εργατών και αγροτών»
Ένα ευρύ πεδίο συγκεκριμένης επαναστατικής προπαγάνδας ανοίγεται έτσι στους κομμουνιστές οργανωμένους μέσα στο κόμμα ή στους κύκλους των συνοικιών. Οι κύκλοι, σε συμφωνία με τους τομείς πόλης, θα έπρεπε να απογράψουν τις εργατικές δυνάμεις του τομέα και να γίνουν η έδρα του συμβουλίου της συνοικίας των εκπροσώπων των εργοστασίων, το κέντρο όπου σφιχτοδένονται και συγκλίνουν όλες οι προλεταριακές ενέργειες της συνοικίας. Τα εκλογικά συστήματα θα μπορούσαν να ποικίλουν κατά τον όγκο των εργοστασίων, θα έπρεπε όμως να επιδιώξουμε την εκλογή ενός εκπροσώπου για 15 εργάτες, κατά ξεχωριστές κατηγορίες (όπως το κάνουν στα εγγλέζικα εργοστάσια) για να καταλήξουμε, με διαδοχικές εκλογές, σε μια επιτροπή αντιπροσώπων του εργοστασίου που θα περιλάμβανε αντιπροσώπους του συνόλου των εργαζομένων (εργάτες, υπάλληλοι, τεχνικοί). Μέσα στην συνοικιακή επιτροπή θα έπρεπε να τείνουν να ενσωματωθούν σε αυτή την ομάδα που προέρχεται από το εργοστάσιο, οι εκπρόσωποι των άλλων κατηγοριών εργαζομένων κατοίκων της συνοικίας: γκαρσόνια, αμαξάδες, τραμβαγιέρηδες, σιδηροδρομικοί, οδοκαθαριστές, υπηρέτες, πωλητές, κλπ
Η επιτροπή της συνοικίας θα έπρεπε να είναι η εκδήλωση όλης της εργαζόμενης τάξης που κατοικεί στη συνοικία, μια εκδήλωση νομιμοποιημένη και με επιρροή , ικανή να εμπνεύσει σεβασμό σε μια πειθαρχία, περιβεβλημένη με μια εξουσία αυθόρμητα εκπροσωπούμενη, και σε θέση να διατάξει την άμεση παύση της εργασίας στο σύνολο της συνοικίας.


Οι συνοικιακές επιτροπές θα μπορούσαν να διευρυνθούν σε επιτροπείες πόλης, υποκείμενες στον έλεγχο και στην πειθαρχία του Σοσιαλιστικού κόμματος και των επαγγελματικών ομοσπονδιών.
Ένα τέτοιο σύστημα εργατικής δημοκρατίας ( συμπληρωμένο από τους αντίστοιχους θεσμούς των αγροτών) θα έδινε στις μάζες μια δομή και μια διαρκή πειθαρχία, θα ήταν ένα καταπληκτικό σχολείο πολιτικής και διοικητικής εμπειρίας , θα πλαισίωνε τις μάζες μέχρι και τον τελευταίο άνθρωπο, και θα τις συνήθιζε να θεωρούν τον εαυτό τους ως ένα στρατό σε εκστρατεία που χρειάζεται μια σφιχτή συνοχή αν δεν θέλει να ηττηθεί και να οδηγηθεί στη σκλαβιά.


Κάθε εργοστάσιο θα συνιστούσε ένα ή περισσότερα συντάγματα αυτής της στρατιάς, με τους υπαξιωματικούς του, τις διαβιβάσεις του, το σώμα των αξιωματικών του, το επιτελείο του• όλες αυτές οι εξουσίες δια των εκπροσώπων με ελεύθερες εκλογές και όχι αυταρχικά επιβεβλημένες. Χάρις στις συνεδριάσεις, συγκαλούμενες στο εσωτερικό του εργοστασίου, χάρις στην ασταμάτητη προπαγανδιστική δουλειά και πειθώ από τα πιο συνειδητά στοιχεία, θα πετυχαίναμε ένα ριζικό μετασχηματισμό της εργατικής ψυχολογίας, θα προετοιμάζαμε καλύτερα τις μάζες για να ασκήσουν εξουσία και πιο ικανές για να την επωμισθούν, θα διαδιδόταν μια συνείδηση των καθηκόντων και των δικαιωμάτων του συντρόφου και του εργαζόμενου αρμονική και αποτελεσματική γιατί θα είχε γεννηθεί αυθόρμητα από την ζωντανή και την ιστορική εμπειρία.


Το είπαμε και πριν: αυτές οι βιαστικές σημειώσεις προτείνονται μόνον ως κέντρισμα για σκέψη και δράση. Κάθε πλευρά του προβλήματος θα άξιζε μια ευρεία και βαθιά ανάλυση, διευκρινήσεις, παράγωγα συμπληρώματα και παραπομπές. Αλλά η συγκεκριμένη και ολοκληρωμένη λύση των προβλημάτων της σοσιαλιστικής ζωής δεν μπορεί να προέλθει παρά από την κομμουνιστική πρακτική: με την κοινή συζήτηση που τροποποιεί συμπαθητικά τις συνειδήσεις ενώνοντάς τες, και γεμίζοντάς τες με δραστικό ενθουσιασμό. Το να διατυπώσεις την αλήθεια, το να φτάσεις μαζί στην αλήθεια σημαίνει την εκπλήρωση μιας κομμουνιστικής και επαναστατικής ii πράξης. Ο όρος «δικτατορία του προλεταριάτου» πρέπει να παύσει να είναι μόνο μια διατύπωση, μια ευκαιρία να ξεδιπλωθεί μια επαναστατική φρασεολογία. Όποιος επιθυμεί το σκοπό, πρέπει να θέλει επίσης και τα μέσα. Η δικτατορία του προλεταριάτου, είναι η εγκαθίδρυση ενός νέου κράτους, τυπικά προλεταριακού, μέσα στο οποίο θα έρθουν να εκβάλουν οι θεσμικές εμπειρίες της καταπιεσμένης τάξης, μέσα στο οποίο η οργάνωση της κοινωνικής ζωής της εργατικής τάξης και των χωρικών θα γίνει ένα γενικευμένο και ισχυρά οργανωμένο σύστημα Ένα τέτοιο κράτος δεν γίνεται με αυτοσχεδιασμούς: οι μπολσεβίκοι κομμουνιστές της Ρωσίας δούλεψαν για οκτώ μήνες για να διαδώσουν και να συγκεκριμενοποιήσουν το σύνθημα:«Όλη η Εξουσία στα Σοβιέτ», και τα Σοβιέτ, και τα σοβιέτ ήταν γνωστά στους Ρώσους εργάτες από το 1905. Οι Ιταλοί κομμουνιστές πρέπει να εκμεταλλευθούν την Ρωσική εμπειρία και να εξοικονομήσουν χρόνο, και προσπάθειες: το έργο της ανοικοδόμησης θα απαιτήσει τόσο χρόνο και τόση δουλειά που κάθε μέρα μας και κάθε πράξη μας θα έπρεπε να μπορούσαν να της αφιερωθούν.

Ανυπόγραφο στο L’Ordine Nuovo, 1, 7, 21 Ιούνιος 1919.

Σημειώσεις 
 
iΟι πρώτες commissioni interne – δηλαδή – ένδοεπιτροπές ή εσωτερικές επιτροπές -έκαναν την εμφάνισή τους την εποχή της γενικής απεργίας του 1904. Επρόκειτο για αυθόρμητους θεσμούς χωρίς νομική υπόσταση που συγκροτούνταν και διαλύονταν κατά τις ανάγκες της πάλης: απεργιακές επιτροπές ή επιτροπές δράσης μάλλον παρά επιτροπές επιχείρησης. Με τα ζητήματα των μισθών και των ωραρίων στην αποκλειστική δικαιοδοσία των συνδικάτων, στη διάρκεια των περιόδων ηρεμίας οι αρμοδιότητές τους ήταν ιδιαιτέρως στενές περιοριζόμενες στην επίβλεψη της καλής εφαρμογής των συμβάσεων με την εργοδοσία. Από τις 27 Οκτωβρίου 1906, η υπογραφή μιας συμφωνίας μεταξύ της FIOM ( Ομοσπονδία της Μεταλλουργίας) και την διεύθυνση της Τορινέζικης επιχείρησης Itala κατέληξε για πρώτη φορά στην αναγνώριση μιας από αυτές τις επιτροπές. Σύγχρονες και προϊόντα της ανάπτυξης της αυτοκινητοβιομηχανίας και της αύξησης του τορινέζικου προλεταριάτου, οι commissioni interne άρχισαν στο εξής να εμφανίζονται άλλοτε ως προνομιακά όργανα μιας συμβατικής πολιτικής (το 1913 για παράδειγμα) άλλοτε, όπως κατά τα χρόνια 1911-1912, ως η έκφραση μιας αυθόρμητης τάσης για την άμεση διαχείριση. Η δημιουργία τον Αύγουστο του 1915 «επιτροπών εργοστασιακής κινητοποίησης» υπό την αιγίδα του υπουργείου πολέμου, με αποστολή να αποφευχθεί στις επιχειρήσεις κάθε διαμάχη που θα μπορούσε να οδηγήσει σε καθυστέρηση της παραγωγής, φάνηκε να δίνει δίκιο σε όσους κατήγγειλαν τις εσωτερικές επιτροπές ως απλά όργανα ταξικής συνεργασίας. Συμμετέχοντας ενεργά σε τέτοιες επιτροπές, οι ρεφορμιστές ηγέτες της FIOM ( Bruno Buozzi, Mario Guarnieri, Emilio Colombino) εξαναγκάστηκαν στην προώθηση μιας συμβατικής πολιτικής μέσω της ενίσχυσης και της αναγνώρισης των εσωτερικών επιτροπών. Αν και ήταν ανεκτές μέσα στις μεγάλες μεταλλουργικές επιχειρήσεις, δεν αναγνωρίστηκαν πάντως νομικά.


Με το τέλος του πολέμου οι σχέσεις μεταξύ συνδικάτου και εσωτερικών επιτροπών βρέθηκαν να τίθενται ανοιχτά. Μια νέα τάση, πράγματι, άρχιζε να έρχεται στο φως ανάμεσα στους μεταλλουργούς κατά το τελευταίο έτος του πολέμου: συσπειρώνοντας αναρχικούς, επαναστάτες συνδικαλιστές και άμεσους σοσιαλιστές, κριτίκαρε την πολιτική της ταξικής συνεργασίας που ασκούσαν η ηγεσία των συνδικάτων και γύρευε, στηριζόμενη στις εσωτερικές επιτροπές, να καθορίσει μια επαναστατική γραμμή θεμελιωμένη στην άρνηση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας και στην άμεση δημοκρατία. Η FIOM μπήκε λοιπόν στη μάχη για να επιβεβαιώσει και να ενισχύσει την ηγεμονία της πάνω στις επιτροπές. 


Τον Ιανουάριο του 1919, μια συμφωνία που υπογράφηκε ανάμεσα στη FIOM και στο Κοντσόρτιουμ των αυτοκινητοβιομηχανιών επιστεφάνωσε τον έλεγχο των συνδικάτων πάνω στις εσωτερικές επιτροπές: Οι υποψήφιοι για τις εσωτερικές επιτροπές έπρεπε να υποδειχθούν από τη FIOM και να εκλεγούν μόνο από τους συνδρομητές της συνδικαλιστικής ομοσπονδίας. Έτσι ήταν διαμορφωμένα δύο από τα κεντρικά θέματα της προβληματικής της Ordine Nuovo : οι σχέσεις μεταξύ των εσωτερικών επιτροπών και των συνδικάτων και η διεκδίκηση του δικαιώματος ψήφου για τους ανοργάνωτους εργάτες. Ο μεταφραστής πήρε τη θέση να αποδώσει εδώ την commissione interna ως επιχειρησιακή επιτροπή. Από το 1920 ήδη, η πρώτη γαλλική μετάφραση του Γκράμσι («Το κομμουνιστικό κίνημα στο Τορίνο», L’ internationale communiste II, 14 Νοέμβριος 1920, 2783-2792) έφερε στο φως αυτή τη δυσκολία: Οι commissioni interne – εσωτερικές επιτροπές- ήταν σχεδιασμένες άλλοτε ως «επιτροπές», άλλοτε ως «μικρά εργατικά συμβούλια αναγνωρισμένα από τους καπιταλιστές», δηλαδή ακόμη και ως «εργοστασιακά συμβούλια» (στο ίδιο 2788). Όπως και να έχει, οι εσωτερικές επιτροπές και οι επιτροπές επιχείρησης επιχείρησης δεν καλύπτουν την ίδια πραγματικότητα. Οι τελευταίες ειδικότερα, προκύπτουν , τουλάχιστον επισήμως, από το σύνολο των εργατών, συνδικαλισμένων ή μη, ενώ η αντιπροσώπευση των ανοργάνωτων αποτελεί, ως προς τις εσωτερικές επιτροπές όπως υπήρχαν το 1919, μια από τις ουσιαστικές διεκδικήσεις της Ordine Nuovo

iiΤο πρώτο φύλλο της L’Ordine Nuovo είχε στον τίτλο του: «Η αλήθεια είναι επαναστατική», διατύπωση του Ferdinand Lassalle,προδήλως παρμένη από την Clarté του Barbusse.

 

Δημοκρατία και Φασισμός του Α.Γκράμσι

Πηγή: ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ PRAXIS

Το κείμενο του Γκράμσι με τον παραπάνω τίτλο, του οποίου η μετάφραση από το ιστολόγιό μας ακολουθεί παρακάτω, δημοσιεύθηκε στην «Ordine Nuovo» στις 1/11/1924. Πρόκειται μάλλον για το πιο εκτενές κείμενο του Γκράμσι με ανάλυση για το φασισμό. Είναι ένα κομβικό κείμενο, καθ’ όσον σε αυτό ο Γκράμσι, για πρώτη φορά με τέτοια ένταση και κατηγορηματικότητα θέτει ως κύριο καθήκον για το ΚΚΙ και το εργατικό κίνημα την πάλη ενάντια στον φασισμό. Πλέον ο φασισμός αντιμετωπίζεται από τον Γκράμσι ως ένα αυτοτελές πολιτικό φαινόμενο με την δική του ιδιαίτερη δυναμική κι όχι ως ένα παραπλήρωμα της αστικής δημοκρατίας, ελεγχόμενο από αυτήν. Θα μπορούσε να πει κάποιος αναδρομικά και εκ των υστέρων σκεπτόμενος, ότι βασικά μεθοδολογικά και εννοιολογικά συστατικά της εισήγησης του 7ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς βρίσκονται σε εμβρυώδες επίπεδο σε αυτό το κείμενο.


Η χρονιά κατά την οποία καταφέρνει η γκραμσιανή σκέψη να πραγματοποιήσει την υπέρβαση από τις παλαιότερες προσεγγίσεις δεν είναι τυχαία. Το 1924 είναι μια κομβική χρονιά για το ΚΚΙ και για τον ίδιο τον Γκράμσι, καθ’ όσον το καλοκαίρι του ίδιου έτους η πτέρυγα του Γκράμσι-Τολιάτι κατάφερε και πλειοψήφησε έναντι της αριστερίστικης τάσης του Μπορντιγκα, ύστερα από τέσσερα χρόνια σκληρής εσωκομματικής διαπάλης και μέσα από αυτήν την διαδικασία ο Γκράμσι ανεδείχθη σε ηγέτη του Κόμματος. Είχε μετά ταύτα ο Γκράμσι την δυνατότητα να αξιοποιήσει πλήρως τον κομματικό τύπο και να προσανατολίσει το κομματικό δυναμικό στην κατεύθυνση της αντιφασιστικής πάλης. Σε εκείνα τα χρόνια της ηγεσίας του Γκράμσι, από το 1924 έως το 1926 (έτος σύλληψής του και φυλάκισής του), παρόλα τα επιμέρους σφάλματα και αντιφάσεις (και του ίδιου του Γκράμσι), τέθηκε η βάση και η παρακαταθήκη για την μεγαλειώδικη ανάπτυξη του αντιφασιστικού αγώνα επί της ηγεσίας Τολιάτι και κάτω από την καθοδήγηση της Γ΄ Διεθνούς.


Το κείμενο επί της ουσίας δεν πραγματεύεται το χαρακτήρα και τη φύση του φασισμού, αλλά τη διαλεκτική μεταξύ αστικής δημοκρατίας και φασισμού, ως πολιτικές συνθήκες αστικής ηγεμονίας.
Από αυτήν την οπτική σύμφωνα με τον Γκράμσι, η ανάπτυξη του φασιστικού κινήματος είναι όρος για την αστική τάξη στις δοσμένες συνθήκες, προκειμένου να αποδιοργανώσει την εργατική τάξη, να την μετατρέψει από τάξη σε μάζα και προκειμένου να επαναφέρει τις αποσκιρτείσες λαϊκές μάζες στους κόλπους και το πλέγμα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ο φασισμός έχει αυτήν την ικανότητα επειδή βασίζει την ανάπτυξή του πάνω στους τόπους του οργανικού οικοδομήματος της εργατικής τάξης. Εκεί που δεν έφτανε ο φιλελεύθερος αστισμός ως ανοίκειος στους εργάτες, φαίνεται ότι εισχωρεί και διεισδύει ο φασισμός, προκειμένου ο αστισμός να συνεχίσει να αναπαράγεται. Ο Γκράμσι λοιπόν απορρίπτει όλη την αλτουσεριανής κοπής θέαση του Πουλαντζά πάνω στο ζήτημα της φύσης του φασιστικού κράτους.

Για τον Γκράμσι ο φασισμός δεν είναι αυτοτελής ιστορικά τύπος κράτους, αλλά ιστορικά προσδιορισμένη μορφή αστικού κράτους, μορφή αστικής ηγεμονίας με τις δικές της ιδιοτυπίες, η οποία είναι ταυτόχρονη με την εκδίπλωση της καπιταλιστικής κρίσης, με την οποία συγχρονίζεται όχι ως μοιραίο επακόλουθο, αλλά ως απόρροια του συσχετισμού δυνάμεων. Ο φασισμός εκπορεύεται από την ταξική πάλη, είναι μορφή αντεπίθεσης του κεφαλαίου, ιδωμένου ως κοινωνική σχέση, ενάντια στην εργασία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο φασισμός είναι μορφή αστικής «επανάστασης», όχι όμως «παθητικής», όπως είναι ο αμερικανισμός και ο φορντισμός, αλλά «ενεργητικής» και γι’ αυτό παίρνει τη μορφή κινήματος, το οποίο στρατεύει μάζες. Ο φασισμός δεν απορρέει από τις δομές της αστικής δημοκρατίας στην κρισιακή συγκυρία, όπως η χολή από το στομάχι, όπως θέλει να μας δείξει ο αλτουσεριανισμός, αλλά αποτελεί συγκεκριμένη αστική επιλογή σε δοσμένες συνθήκες, η οποία για να ηγεμονεύσει απαιτεί με τη σειρά της την ανάπτυξη αντίστοιχης κουλτούρας κλπ.

Εξαιτίας ακριβώς αυτής της ανάλυσης ο Γκράμσι διαβλέπει ως κρίκο την αντιφασιστική πάλη για τον επαναστατικό μετασχηματισμό. Εξ ου και η προβληματική στο τέλος του κειμένου για το πώς οι επιτροπές αντιφασιστικής πάλης θα επιτελέσουν έναν αντίστοιχο των ιταλικών σόβιετ ρόλο: ταυτόχρονη ενότητα της εργατικής τάξης και επανασταστική δραστηριότητα.Το ζητούμενο λοιπόν είναι η συγκρότηση ενός οργανισμού ευρύτερου από το Κόμμα, αλλά όχι συνδικάτου, μέσω του οποίου η εργατική τάξη θα προβάλει στο πολιτικό προσκήνιο. Επί της ουσίας έχουμε να κάνουμε με την προβληματική η οποία αναπτύχθηκε 12 χρόνια αργότερα στο 7ο Συνέδριο και λύθηκε από αυτό με τη γραμμή των Αντιφασιστικών Μετώπων. Από την άλλη υπάρχουν και διαφοροποιήσεις. Ο Γκράμσι φαίνεται να αποκλείει τη δυνατότητα συμμαχίας με άλλα κόμματα, πόσω μάλλον με κομμάτια της αστικοδημοκρατίας, όπως έγινε με τα Μέτωπα (τελικά ο κατ’ άλλους πατέρας τουευρωκομμουνισμού και της ανανέωσης ήταν «βασιλικότερος του βασιλεως»). Βέβαια θα πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας ότι ο Γκράμσι του 1924 δεν έχει αναπτύξει την έννοια του αντιηγεμονικού κοινωνικού μπλοκ και του ιστορικού συνασπισμού, έννοια την οποία θα συγκροτήσει κατά τη διάρκεια της φυλακής.
Με ποια έννοια θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ο φασισμός και η δημοκρατία είναι δύο όψεις μιας ενιαίας πραγματικότητας, δύο διαφορετικές μορφές μιας ενιαίας δραστηριότητας; Της δραστηριότητας δηλαδή, με την οποία η αστική τάξη καταφέρνει να κρατά το προλεταριάτο στον δικό της δρόμο. Η αλήθεια αυτή περιέχεται στις θέσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Ωστόσο μόνο στην Ιταλία η ιστορία των τελευταίων πέντε ετών μας δίνει μια αδιαμφισβήτητη απόδειξη γι’ αυτήν την αλήθεια. Κι αυτό γιατί στην Ιταλία τα τελευταία πέντε έτη έχει πραγματοποιηθεί μία ολοκληρωτική διάσπαση των δυνάμεων της εργασίας μεταξύ φασισμού και δημοκρατίας.

Έγινε καθαρό μετά τον πόλεμο ότι ήταν αδύνατο για την ιταλική αστική τάξη να κυβερνήσει με ένα δημοκρατικό σύστημα. Ακόμα και πριν τον πόλεμο η ιταλική δημοκρατία ήταν ένα σύστημα με αρκετές ιδιοτυπίες. Ήταν ένα σύστημα, το οποίο δεν γνώριζε ούτε οικονομική ελευθερία, ούτε τις στοιχειώδεις πολιτικές ελευθερίες, το οποίο επιστράτευε την καταστολή και τη βία, προκειμένου να αποτρέψει την ανάπτυξη νέων δυνάμεων, ακόμα και αν αυτές εντάσσονταν μέσα στο πλέγμα του Κράτους. Αυτό το σύστημα καθιστούσε την άρχουσα τάξη μία μειοψηφία ανίκανη να κυβερνήσει χωρίς την ενεργητική συνδρομή του αστυνόμου και του καραμπινιέρου. Στο ιταλικό δημοκρατικό σύστημα πριν τον Πόλεμο, αρκετές ντουζίνες εργατών έπεφταν νεκροί και οι αγρότες λούφαζαν στη γωνιά υπό το φόβο μήπως δοκιμάσουν τον ίδιο καρπό. Η δημοκρατία για τους εργάτες και τους αγρότες συνέτεινε μόνο στο ότι είχαν την δυνατότητα να συγκροτήσουν ένα δίκτυο από οργανώσεις και να τις αναπτύξουν βήμα-το βήμα, ώστε να συμπεριλάβουν σε αυτές τα πιο αποφασιστικά στοιχεία της τάξης. Όμως ακόμα και αυτό το γεγονός αποτελούσε αιτία θανατικής καταδίκης για το δημοκρατικό σύστημα, η δε μεταπολεμική κρίση το κατέστησε σαφές.


Η ύπαρξη και η ανάπτυξη μιας ταξικής οργάνωσης των εργατών (σμ: εννοεί το Κομμουνιστικό Κόμμα) δημιούργησε μια τάξη πραγμάτων, η οποία δεν μπορούσε πια να διορθωθεί ακόμα και υπό την πίεση της βίας του Κράτους, προνόμιο το οποίο κάθε δημοκρατική έννομη τάξη επεφύλασσε για τον εαυτό της ή με μια συστηματική αξιοποίηση της μεθόδου πολιτικής διαφθοράς των ηγετών της (σμ: αναφέρεται στους οπορτουνιστές σοσιαλιστές ηγέτες). Αυτό μπορεί να παρατηρηθεί στην Ιταλία μετά τις πρώτες εκλογές, οι οποίες διεξήχθησαν με γενικό εκλογικό δικαίωμα και με αναλογική εκπροσώπηση. Ύστερα από αυτές οι δημοκράτες αστοί ένιωσαν ανίκανοι να λύσουν το πρόβλημα του πώς να προλάβουν αυτή τη δύναμη από το να διολισθήσει από τον έλεγχό τους. Παρ’ όλες τις ευχές των ηγετών και παρόλη την απουσία μιας συνειδητής καθοδήγησης, το εργατικό κίνημα δεν ήταν δυνατό να αποτύχει να αναπτυχθεί και να πετύχει αποφασιστικούς στόχους.

Τα χειροκροτήματα για τον Φίλιππο Τουράτι, τα νεύματα στον D’ Aragona και οι χάρες που έγιναν στους μανδαρίνους του συνεργατικού κινήματος (σμ: μικροαστικά ρεύματα συντεχνιακής προέλευσης), δεν επαρκούσαν πλέον για να συγκρατήσουν ένα κίνημα το οποίο αναπτύχθηκε κάτω από την πίεση εκατομμυρίων ολοκληρωμένων ανθρώπων, με έναν παρά ταύτα παράλογο και στοιχειώδη τρόπο, σε μια οργάνωση (σμ: εννοεί την εργατική εξέγερση του Τορίνο και το κίνημα των εργοστασιακών συμβουλίων). Εκατομμύρια ανθρώπων κινητοποιούνταν από το κίνητρο των στοιχειωδών αναγκών τους, οι οποίες είχαν αυξηθεί και οι οποίες έμεναν ανικανοποίητες. Σε αυτήν την κρίσιμη στιγμή, αυτοί οι δημοκράτες που ήθελαν να παραμείνουν συνεπείς, έθεσαν στον εαυτό τους το ερώτημα του πώς να εξοικειώσουν τις μάζες με το Κράτος. Ένα άλυτο πρόβλημα στο μέτρο που δεν υπήρχε ένα Κράτος για το οποίο οι μάζες ήταν απλά σάρκα και αίμα. Ένα Κράτος το οποίο θα αναδυόταν από τις μάζες μέσω μιας οργανικής διαδικασίας συγκρότησης και το οποίο θα δεσμευόταν από αυτές. Στην πραγματικότητα σε αυτό το κρίσιμο σημείο η δημοκρατία αντελήφθη ότι θα πρέπει να αποσυρθεί, καταλίποντας έτσι ελεύθερο το πεδίο σε μια άλλη δύναμη…Είχε έλθει η ώρα του φασισμού.

Ποια υπηρεσία έχει να παρουσιάσει ο φασισμός για την αστική τάξη και την «δημοκρατία»; Παρουσιάστηκε για να καταστρέψει ακόμα και αυτό το ελάχιστο, στο οποίο είχε περιορισθεί το δημοκρατικό σύστημα στην Ιταλία, δηλαδή την συγκεκριμένη δυνατότητα να δημιουργήσει στη βάση έναν οργανωτικό σύνδεσμο μεταξύ των εργατών και να επεκτείνει αυτόν τον σύνδεσμο σταδιακά ώσπου να αγκαλιάσει ευρύτερες μάζες σε ένα κίνημα. Παρουσιάσθηκε επίσης προκειμένου να εξουδετερώσει τα βήματα τα οποία είχαν γίνει σε αυτό το πεδίο. Ο φασισμός έχει πετύχει και τους δύο αυτούς στόχους, μέσα από τα εργαλεία μιας δραστηριότητας η οποία έχει αποκλειστικά σχεδιασθεί γι’ αυτόν τον σκοπό. Ο φασισμός ποτέ δεν ελίχθηκε, όπως έκανε το αντιδραστικό Κράτος στα 1919 και στα 1920, όταν αντιμετώπισε έναν μαζικό κίνημα στους δρόμους. Μάλλον περίμενε να κινηθεί όταν η οργάνωση της εργατικής τάξης εισήλθε σε μια περίοδο παθητικότητας και έπειτα όρμηξε καταπάνω της, χτυπώντας την όχι γι’ αυτό το οποίο «έκανε», αλλά γι’ αυτό το οποίο «ήταν»-με άλλα λόγια ως μια πηγή συνδέσεων ικανή να δώσει στις μάζες μια μορφή και μια φυσιογνωμία.

Η ισχύς και η ικανότητα της πάλης των εργατών στο μεγαλύτερο βαθμό αντλείται από την ύπαρξη αυτών των συνδέσεων, ακόμα κι αν αυτές δεν είναι προφανείς. Αυτό το οποίο αναδεικνύεται από αυτές τις συνδέσεις είναι η δυνατότητα να συγκεντρώνεται (εννοεί το προλεταριάτο), να διαλέγεται, η δυνατότητα του να δίνει σε αυτή τη δραστηριότητα κάποια κανονικότητα, το να διαλέγει τους ηγέτες του, να κατοχυρώνει τη βάση για μία στοιχειώδη οργανική σχηματοποίηση (σύλλογος, συνδικάτο, κόμμα). Αυτό το οποίο αναδεικνύεται είναι η δυνατότητα να δίνει σε αυτές τις οργανικές σχηματοποιήσεις μια συνεχή λειτουργικότητα, να τις καθιστά ένα βασικό πλέγμα για έναν οργανωμένο κίνημα. Ο φασισμός συστηματικά δουλεύει για να καταστρέψει αυτές τις δυνατότητες.

Η πιο αποτελεσματική δραστηριότητα του φασισμού είναι ότι στηρίζεται στις «τοπικότητες», στη βάση δηλαδή του οργανωτικού οικοδομήματος της εργατικής τάξης: στις επαρχίες, στα αγροτικά κέντρα, στα εργαστήρια και στα εργοστάσια. Οι διωγμοί των ανατρεπτικών εργατών, ο εξορισμός ή δολοφονία των εργατικών και αγροτικών ηγετών, η απαγόρευση των συγκεντρώσεων, η απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τις εργάσιμες ώρες, τα εμπόδια τα οποία ορθώνονται σε κάθε κοινωνική δραστηριότητα των εργατών και έπειτα η καταστροφή των Επιτροπών Εργασίας και όλων των άλλων κέντρων οργανικής ενότητας της εργατικής τάξης και της αγροτιάς και ο τρόμος τον οποίο διαχέει μέσα στις μάζες, όλα αυτά είχαν παραπάνω αξία από ότι η πολιτική πάλη μέσα από την οποία η εργατική τάξη απεκδύθηκε των «δικαιωμάτων» της, τα οποία το Σύνταγμα εγγυάται σε μια κόλλα χαρτί (σμ: κριτική αναφορά σε λεγκαλίστικες τάσεις μέσα στο Κόμμα). Ύστερα από τρία χρόνια μιας τέτοιας δράσης του φασισμού, η εργατική τάξη είχε χάσει κάθε φόρμα και όλη της την οργανικότητα, είχε μετατραπεί σε μια ασύνδετη, περιορισμένη και διεσπαρμένη μάζα. Έτσι χωρίς τον στοιχειώδη μετασχηματισμό του Συντάγματος, οι πολιτικές συνθήκες της χώρας άλλαξαν βαθύτατα, κι αυτό γιατί η ισχύς των εργατών και των αγροτών κατέστη αρκετά αναποτελεσματική.

Όταν η εργατική τάξη περιορίζεται σε αυτές τις συνθήκες, η πολιτική κατάσταση είναι «δημοκρατική». Σε αυτές τις συνθήκες τα αποκαλούμενα φιλελεύθερα κομμάτια της αστικής τάξης μπορούν, χωρίς το φόβο καταστροφικών επιπτώσεων, μέσα στην εσωτερική συνοχή Κράτους και κοινωνίας: 1. Να διαχωρίσουν τις δικές τους αρμοδιότητες από αυτές του φασισμού, τον οποίο εξοπλίζουν, ενθαρρύνουν και τον υποκινούν να αντιπαλέψει τους εργάτες 2. Να παλινορθώσουν την «κυριαρχία του νόμου», δηλαδή να συγκροτήσουν μια τάξη πραγμάτων, στην οποία η δυνατότητα για ύπαρξη μια οργάνωσης της εργατικής τάξης δεν απορρίπτεται. Οι αστοί μπορούν να προβούν στην πρώτη από αυτές τις δύο επιλογές, επειδή οι εργάτες, διάσπαρτοι και ανοργάνωτοι, δεν είναι σε θέση να ενθέσουν την ισχύ τους βαθιά μέσα στις αστικές αντιφάσεις, ώστε να τις μετατρέψουν σε μια γενική κρίση, πρελούδιο της επανάστασης. Η δεύτερη επιλογή είναι πιθανή για τους αστούς επειδή ο φασισμός έχει δημιουργήσει τις προϋποθέσεις γι’ αυτό, με το να καταστρέψει τα αποτελέσματα μιας τριαντάχρονης οργανωτικής δουλειάς. Η ελευθερία του οργανώνεσθαι επιφυλάσσεται για τους εργάτες από τους αστούς, μόνο όταν αυτοί είναι σίγουροι ότι οι εργάτες έχουν περιορισθεί σε ένα σημείο, κατά το οποίο δεν μπορούν πλέον να κάνουν χρήση αυτής της ελευθερίας.

Εν κατακλείδι η «δημοκρατία» οργάνωσε τον φασισμό όταν ένιωσε ότι δεν μπορούσε άλλο να αντισταθεί στην πίεση της εργατικής τάξης σε συνθήκες έστω και τυπικής ελευθερίας. Ο φασισμός εξανδραποδίζοντας την εργατική τάξη, έχει αποκαταστήσει στην δημοκρατία την δυνατότητα να υπάρξει. Για τις προθέσεις των αστών, η διάσπαση της εργασίας θα πρέπει να λειτουργεί υπέροχα. Η εναλλαγή φασισμού και δημοκρατίας θα πρέπει να υπηρετεί το να αποκλείεται οποιαδήποτε δυνατότητα αναζωπύρωσης της εργατικής τάξης. Αλλά δεν τα βλέπουν μονάχα οι αστοί έτσι τα πράγματα. Την ίδια οπτική έχουν και οι ρεφορμιστές και οι μαξιμαλιστές και όλοι αυτοί που λένε ότι οι παρούσες συνθήκες για τους εργάτες της Ιταλίας είναι ανάλογες με αυτές πριν από τριάντα χρόνια, με αυτές του 1890 και πιο πίσω, όταν το κίνημα της εργατικής τάξης έκανε τα πρώτα του βήματα. Αυτήν την οπτική επίσης έχουν όσοι πιστεύουν ότι η ανασυγκρότηση θα πρέπει να γίνει με τα ίδια συνθήματα εκείνου του καιρού. Και όλοι αυτοί οι οποίοι αντιλαμβάνονται την διαπάλη μεταξύ αστικοδημοκρατίας και φασισμού με τον ίδιο τρόπο που αντιλαμβάνονταν τις διαμάχες μεταξύ ριζοσπαστών και συντηρητικών αστών. Όλοι αυτοί που μιλάνε για «συνταγματικές ελευθερίες» ή για «ελευθερία της εργασίας» με τον ίδιο τρόπο που κάποιος θα μίλαγε γι’ αυτά κατά το ξεκίνημα του εργατικού κινήματος.

Το να υιοθετήσει κανείς αυτήν την οπτική σημαίνει ότι προσδένεις την εργατική τάξη στον φαύλο κύκλο στον οποίο η αστική τάξη θέλει να την περιορίσει. Δεν έχουν τίποτα να ελπίζουν οι εργάτες και οι αγρότες της Ιταλίας με το να ακούσουν τους ρεφορμιστές, πέρα από αυτό το οποίο η ίδια η αστική τάξη θα τους έδινε πίσω, δηλαδή την ελευθερία να επανασυγκροτήσουν τους οργανισμούς τους και να τους αφήσουν να υπάρχουν, την ελευθερία δηλαδή να ξαναφτιάξουν συνδικάτα, αγροτικούς συλλόγους, κόμματα, συμβούλια, ομοσπονδίες, επιτροπές για να μειώσουν το διευθυντικό δικαίωμα μέσα στα εργοστάσια και πάει λέγοντας, ώσπου η πίεση των μαζών αφυπνισθεί μέσα από αυτές τις οργανώσεις, ώστε να υπερβεί τα σύνορα της αστικής κοινωνίας σε τέτοιο μέτρο που η δημοκρατία δεν θα μπορεί ούτε να αντισταθεί σε αυτήν ούτε να την ανεχθεί και τότε πάλι για άλλη μια φορά θα οπλίσει έναν στρατό από μελανοχιτώνες για να εξοβελίσει την απειλή.

Πώς λοιπόν θα σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος; Το να λύσεις αυτό το πρόβλημα σημαίνει πρακτικά ότι λύνεις το πρόβλημα της επανάστασης. Υπάρχει μόνο ένας δρόμος: Να καταφέρεις να επανοργανώσεις την μεγάλη μάζα των εργατών κατά τη διάρκεια εκτύλιξης της αστικής πολιτικής κρίσης και όχι μέσα από τις παραχωρήσεις της αστικής τάξης, αλλά μέσα από την πρωτοβουλία μιας επαναστατικής μειοψηφίας. Το Κομμουνιστικό Κόμμα από τη στιγμή που το φασιστικό καθεστώς εισήλθε σε κρίση δεν έθεσε στον εαυτό του άλλο καθήκον από αυτό. Πρόκειται για ένα οργανωτικής με τη στενή έννοια καθήκον ή για ένα πολιτικό καθήκον; Ό,τι έχουμε πει σχετικά υπηρετεί να δείξουμε ότι μόνο στο μέτρο που το Κόμμα πετυχαίνει στο να το λύνει αυτό το πρόβλημα, θα πετύχει να τροποποιήσει τους όρους της πραγματικής κατάστασης. Να «επανοργανώσεις» την εργατική τάξη σε αυτήν την περίπτωση, σημαίνει πρακτικά να δημιουργήσεις μια καινούρια δύναμη και να την κάνεις να παρέμβει στο πολιτικό σκηνικό. Μία δύναμη η οποία σήμερα δεν την λογαριάζει κανείς, σαν να μην υπήρχε. Λοιπόν οργανωτικό και πολιτικό καθήκον αλληλοσυμπλέκονται.

Η δουλειά του Κόμματος διευκολύνεται από δύο θεμελιώδεις παράγοντες. Πρώτα από το γεγονός ότι παρά τον εξανδραποδισμό της εργατικής τάξης από τον φασισμό, το Κόμμα έχει καταφέρει από μόνο του να επιβιώσει ως το οργανωμένο τμήμα της τάξης, ως ο οργανισμός μιας επαναστατικής μειοψηφίας και ως στελέχη ενός κόμματος μαζών. Η όλη αξία της γραμμής που ακολουθούσαμε οι κομμουνιστές στα πέντε πρώτα χρόνια του Κόμματος συνίσταται σε αυτό. Δεύτερα από το γεγονός ότι η εναλλαγή από την δημοκρατία στον φασισμό και από τον φασισμό στην δημοκρατία δεν είναι μια διεργασία η οποία αντλείται από άλλα οικονομικά και πολιτικά γεγονότα, αλλά λαμβάνει χώρα ταυτόχρονα με την επέκταση και την εντατικοποίηση της γενικής κρίσης της καπιταλιστικής οικονομίας και με βάση τον συσχετισμό δυνάμεων ο οποίος διαμορφώνεται μέσα σε αυτήν.

Εκεί με αυτόν τον τρόπο υφίσταται ένα πανίσχυρο αντικειμενικό κίνητρο για την επιστροφή των μαζών στο προσκήνιο, για την ίδια την ταξική πάλη. Καμία από αυτές τις συνθήκες δεν υφίσταται για τα υπόλοιπα λεγόμενα «εργατικά» κόμματα. Όλοι αυτοί επί της ουσίας συμφωνούν όχι μόνο στον να αρνούνται την αξία της οργάνωσης ενός συνειδητού κόμματος, αλλά και στην αποδοχή της αστικής θέσης για προοδευτική σταθεροποίηση της καπιταλιστικής οικονομίας μετά την κρίση του πολέμου.
Ωστόσο η λειτουργία του Κόμματος αποκαλύπτεται και αναπτύσσεται με μεγαλύτερη σαφήνεια και αποτελεσματικότητα εξαιτίας του γεγονότος ότι αυτό από μόνο του είναι ικανό να καλέσει για την δημιουργία ενός οργανισμού, ο οποίος υπερβαίνοντας τα όρια της στενής κομματικής οργάνωσης, αλλά και αυτής του συνδικάτου, εμπραγματώνει την ενότητα της εργατικής τάξης σε ένα πιο ευρύ πεδίο, αυτό της προετοιμασίας για την πολιτική πάλη, διά της οποίας η τάξη επιστρέφει στο προσκήνιο, συγκεντρωμένη για σύγκρουση με αυτόνομο τρόπο, και ενάντια στην φασιστική αστική τάξη και ενάντια στην δημοκρατική και φιλελεύθερη. Αυτός ο οργανισμός θα διαμορφωθεί μέσα από τις εργατικές και αγροτικές επιτροπές αντιφασιστικής πάλης.

Για να βρούμε στην ιστορία του ιταλικού κινήματος μια αναλογία με τις εργατοαγροτικές επιτροπές αντιφασιστικής πάλης, πρέπει να πάμε πίσω στα εργοστασιακά συμβούλια του 1919 και 1920 και στο κίνημά τους. Στα εργοστασιακά συμβούλια, το πρόβλημα της ταξικής ενότητας και αυτό της επαναστατικής δραστηριότητας για να ανατρέψεις την αστική τάξη πραγμάτων, επιλυόταν ταυτόχρονα. Το συμβούλιο εμπραγμάτωνε την οργανωτική ενότητα όλων των εργατών και συγχρόνως ωθούσε την ταξική πάλη σε τέτοια ένταση ώστε να προσεγγίσει τη στιγμή της αποφασιστικής αναμέτρησης. Όχι μόνο οι μύθοι της ταξικής συνεργασίας, αλλά και η ουτοπία της κοινωνικής ειρήνης, όπως και η ηλίθια θεωρία για οργανωτική ανάπτυξη κάτω από την άδεια των αστών μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία, ώστε να υπερβούμε τα όριά της και να την αποκενώσουμε σταδιακά από το περιεχόμενό της, βρήκαν μια ολοκληρωτική απόρριψη μέσα στα εργοστασιακά συμβούλια. Η ενότητα της εργατικής τάξης επετεύχθη στο πεδίο της επανάστασης, διαρρηγνύοντας από τα κάτω την οικονομική και πολιτική οργάνωση της καπιταλιστικής κοινωνίας.


Σε ποιο βαθμό μπορεί για άλλη μια φορά η επαναστατική λειτουργία που εκπληρώθηκε από τα εργοστασιακά συμβούλια, να πραγματοποιηθεί από τις εργατοαγροτικές επιτροπές; Η Ordine Nuovo η οποία στην πρώτη περίοδο ύπαρξής της αφιέρωσε τον εαυτό της στον να αναπτύσσει θέσεις συνδεδεμένες με το κίνημα των συμβουλίων και να ενθαρρύνει την αυθόρμητη δημιουργία και ανάπτυξη αυτών των οργανισμών, βασίζει τώρα την προπαγάνδα της και την αγκιτάτσιά της σε αυτό το πρόβλημα, στο οποίο το Κόμμα αφιερώνει τον εαυτό του σήμερα. Η συνέχεια ανάμεσα σε αυτά τα δύο, ανεξάρτητα από την ομοιότητα και τη διαφορά μεταξύ συμβουλίων και επιτροπών, έγκειται στην προσπάθεια να προκαλέσουμε την ανασυγκρότηση του κινήματος, ώστε οι μάζες να εκφράσουν τον εαυτό τους σε μια οργανική μορφή και να βρουν σε αυτήν τα σπέρματα της νέας τάξης πραγμάτων που θέλουμε να φτιάξουμε.

 

Αντόνιο Γκράμσι: ένα άρθρο στο Avanti

Πηγή: ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ PRAXIS

Η κοινωνία έχει καταντήσει ένας απέραντος στρατώνας και σέρνεται από την ανευθυνότητα στο χάος και το μαρασμό: όλες οι δραστηριότητες των πολιτών ελέγχονται, ξεψαχνίζονται συστηματοποιούνται (!) και καταστρέφονται από το επίσημο κράτος. Ο αντί-σοσιαλιστικός μύθος του κράτους-στρατώνα έχει γίνει μια φοβερή ασφυκτική αστική πραγματικότητα, που σπρώχνει την κοινωνία σε μιαν άβυσσο χάους, παραφροσύνης και φονικού μαρασμού. Μας έχουν αναγκάσει να φορέσουμε ένα ζουρλομανδύα, που μας φέρνει σε κατάσταση τρέλας και παροξυσμού.
Η κοινωνία αποδεσμεύεται έτσι από κάθε συλλογικό δεσμό και περιορίζεται μόνο στο πρωταρχικό στοιχείο της: το άτομο-πολίτη. Αυτή είναι η αρχή της διάλυσης της διαβρωμένης κοινωνίας από τα καταλυτικά  οξέα του ανταγωνισμού: δόντια δράκου  που έχουν σπαρθεί ανάμεσα στους ανθρώπους κι έρχονται να μεγαλώσουν τα ψυχικά τους πάθη, τα ατελείωτα μίση και τους άκαμπτους ανταγωνισμούς. Κάθε πολίτης είναι ένα μονομάχος που βλέπει στο πρόσωπο των άλλων, εχθρούς που πρέπει να νικήσει ή να υποτάξει στα συμφέροντα του. Όλοι οι ανώτεροι δεσμοί αγάπης και αλληλεγγύης διαλύονται: από τις συντεχνιακές ενώσεις και τις κάστες μέχρι τη θρησκεία και την οικογένεια. Ο ανταγωνισμός έρχεται να εγκαθιδρυθεί σα θεμελιώδης πραχτική του ανθρώπινου γένους: το άτομο-πολίτης αποτελεί το κύτταρο μιας συγκεχυμένης κοινωνίας, ένα στοιχείο ανήσυχο και μη – οργανικό που δεν μπορεί να ενταχτεί σε κανένα οργανισμό. Πάνω σε αυτή την κοινωνική ανοργανωσιά και ανησυχία στηρίζεται ακριβώς η ιδέα της κυριαρχίας του νόμου, αντίληψη καθαρά αφηρημένη και δυνητική για την εξαπάτηση της καλής πίστης και της αθωότητας του λαού.
Η μαρξιστική κριτική της φιλελεύθερης οικονομίας αποτελεί την κριτική της αντίληψης για την αιωνιότητα των ανθρώπινων οικονομικών και πολιτικών θεσμών: είναι η αναγωγή στην ιστορικότητα και το τυχαίο κάθε γεγονότος κι αποτελεί ένα μάθημα ρεαλισμού για τους αφηρημένους ψευτο-επιστημονικούς υπερασπιστές των χρηματοκιβωτίων.
Οι συνθήκες ζωής του μισθωτού γίνονται χειρότερες από τις συνθήκες ζωής του σκλάβου και του δουλοπάροικου. Η πείνα του, η ανεργία του και ο κίνδυνος που αυτός διατρέχει να πεθάνει από ασιτία τον κάνουν επίσης έναν αριθμό στο παιχνίδι του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Τα χρηματοκιβώτια φουσκώνουν με το αίμα των εργαζομένων και η λαμπρότητα του πολιτισμού που έχει πετύχει ο καπιταλισμός κρύβουνε μια τραγική πραγματικότητα από οδυνηρές σκιές, βαρβαρότητες και αδικίες δίχως όρια.
Το εργατικό κίνημα αποτελεί την πνευματική εξέγερση της ανθρωπότητας ενάντια στους νέους και ανελέητους φεουδάρχες του καπιταλισμού. Είναι η αντίδραση της κοινωνίας που ζητά να ξανα-συγκροτηθεί σε ένα αρμονικό οργανισμό αλληλέγγυο και τίμιο χάρη στην αγάπη και την συμπόνια. Τον κοινωνικό ατομισμό έρχεται να βγάλει από την θέση του η οργάνωση. Μια νέα παγκόσμια τάξη έρχεται να αντιπαραταχτεί στην εκμετάλλευση όλων των εθνικών αστικών τάξεων για να τους αποστερήσει τα μέσα παραγωγής και ανταλλαγής, την ατομική και εθνική ιδιοκτησία του εδάφους, των λιμανιών, των ποταμών, και των ωκεανών.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Αβάντι»  1 Ιούνη 1919, χρόνος 23ος και αριθμό φύλλου 151.