RSS

Category Archives: Leon Trotsky

Tο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο, η στάση της αριστεράς και ο Trotsky

“Καθώς είμαι ένας άσπονδος εχθρός του φασισμού, είμαι την ίδια στιγμή ξεκάθαρα εναντίον της απαγόρευσης του…
Το να τεθούν εκτός νόμου οι φασιστικές ομάδες θα έχει αναπόφευκτα έναν πλασματικό χαρακτήρα: ως αντιδραστικές οργανώσεις που είναι, μπορούν εύκολα να αλλάζουν χρώμα και να προσαρμόζονται σε κάθε είδους οργανωτική μορφή, μιας και τα ισχυρά τμήματα της κυρίαρχης τάξης και του κυβερνητικού μηχανισμού τρέφουν μεγάλες συμπάθειες γι αυτούς και αυτές οι συμπάθειες μεγαλώνουν αναπόφευκτα σε καιρούς πολιτικής κρίσης…
Ωστόσο, το ζήτημα δεν εξαντλείται από αυτή την άποψη. Κάτω από τις συνθήκες του αστικού καθεστώτος όλες οι απαγορεύσεις των πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, αδιάφορο ενάντια σε ποιόν απευθύνονται αρχικά, στο τέλος αναπόφευκτα συντρίβουν την εργατική τάξη, και ιδιαίτερα τα πιο προχωρημένα της στοιχεία. Αυτός είναι ένας νόμος της ιστορίας. Οι εργάτες πρέπει να μάθουν πώς να ξεχωρίζουν τους φίλους από τους εχθρούς τους σύμφωνα με την δική τους κρίση και όχι σύμφωνα με τις υποδείξεις της αστυνομίας…”
ΛΕΩΝ ΤΡΟΤΣΚΙ
11 Μαρτίου 1939

Η συνάντηση των τριών εταίρων της τρικομματικής κυβέρνησης, χθες το βράδυ κατέληξε χωρίς να υπάρξει συμφωνία για την από κοινού απόσυρση ή κατάθεση του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου. Το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ θα καταθέσουν το νομοσχέδιο του Ρουπακιώτη στην βουλή, παρά την αντίθεση της Ν.Δ. μια διαδικασία όμως που θα τραβήξει μέχρι το φθινόπωρο. Το ίδιο ισχύει χρονικά και για ν/σ που προτίθεται να καταθέσει ο ΣΥΡΙΖΑ στην περίπτωση που δεν ψηφίσει αυτό του Ρουπακιώτη.

Οι αντιπαραθέσεις μέσα στην τρικομματική

 

Σύμφωνα με τους δύο εταίρους του Σαμαρά το ν/σ Ρουπακιώτη ενώ αρχικά είχε πάρει το πράσινο φως από το Μαξίμου, ξαφνικά το τελευταίο αποφάσισε να το στείλει οριστικά στις καλένδες. Είναι ίσως η πρώτη φορά που παρατηρείται μία μερική και περιορισμένη σύγκρουση, στην μέχρι τώρα ειρηνική συμπόρευση ανάμεσα στις δυνάμεις της εσωτερικής τρόικας. Την ώρα μάλιστα που οι δυνάμεις της τρικομματικής μέχρι τώρα εφαρμόζουν, όλο το μνημονιακό πακέτο, χωρίς καμία “επαναδιαπραγμάτευση”, χωρίς καμία “κόκκινη γραμμή”, από κανέναν από τους εταίρους και χωρίς εσωτερικές τριβές. Ταυτόχρονα δεν χάνουν ευκαιρία να ενισχύουν διαρκώς τους κατασταλτικούς μηχανισμούς, επιβάλλοντας από κοινού το δόγμα της “τάξης και της νομιμότητας”, έχοντας σχεδόν θέσει εκτός νόμου το δικαίωμα στην απεργία, με τέσσερις επιστρατευμένους κλάδους εργαζομένων μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο, ενώ οι ευαισθησίες τους για τα θύματα της ρατσιστικής βίας εξαντλήθηκε στον εγκλεισμό χιλιάδων μεταναστών σε ναζιστικής έμπνευσης στρατόπεδα συγκέντρωσης σε συνθήκες αθλιότητας και εξευτελισμού των στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτός λοιπόν ο συρφετός που έχει τσαλαπατήσει αυτά τα δικαιώματα, πλασάρει το “αντιρατσιστικό” ν/σ ως υπόδειγμα υπεράσπισης των θυμάτων της ρατσιστικής κρατικής πολιτικής μιας κυβέρνησης που συστηματικά και κατ’ εξακολούθηση έχει μετατρέψει τη ζωή αυτών των ανθρώπων σε κόλαση, δίνοντας την ευκαιρία στο κάθε καθίκι να τους εκμεταλλεύεται με κάθε τρόπο, και τώρα δήθεν σκέφτηκε πως θα το παίξει και προστάτης τους. Μόνο από όλα αυτά θα πρέπει να είναι κανείς τουλάχιστον καχύποπτος για τις πραγματικές τους προθέσεις, με τον ίδιο τρόπο που πρέπει να παίρνει στα σοβαρά το ενδιαφέρον της δύσης για τα δικαιώματα των γυναικών στις μουσουλμανικές χώρες.

Ωστόσο έχει μία αξία να παρατηρήσει κανείς πως χειρίζεται την όλη υπόθεση το τσίρκο της τρικομματικής, όχι για να τους πάρει στα σοβαρά, αλλά για να αναδείξει τον καιροσκοπισμό τους και την υποκρισία τους.

Η ΝΔ, με σύσσωμο το ακροδεξιό σινάφι που έχει μαζευτεί στην αυλή του Σαμαρά, όταν αντελήφθει ότι ακόμα και η υπόνοια ενός ανάπηρου αντιρατσιστικού νομοθετήματος προκαλεί αναφυλαξία στο ποίμνιό της, ένα ποίμνιο που νοιώθει να το μοιράζεται με τη χρυσή αυγή, αποφάσισε ορθά κοφτά και χωρίς πολλές κουβέντες να παγώσει την κατάθεση του “αντιρατσιστικού νομοσχεδίου” στην βουλή. Τα επιτελεία της ΝΔ, δεν ζύγισαν με νομικούς, άλλα με πολιτικούς όρους το ν/σ του Ρουπακιώτη. Είναι προφανές ότι οι ωσμώσεις που υπάρχουν στην ακροδεξιά εθνικιστική πολυκατοικία δεν άφηναν περιθώρια για κάτι διαφορετικό. Ηγετικά στελέχη της ΝΔ έχουν περάσει στην ιστορική πολιτική τους διαδρομή, από τον ευρύτερο ακροδεξιό εθνικιστικό χώρο, και πολλά μέλη της Χρυσής Αυγής όταν ακόμα ήταν μια περιθωριακή γκρούπα έβρισκαν καταφύγιο στην μεγάλη αγκαλιά της ΔΑΠ. Μετά την ανάληψη της αρχηγίας της ΝΔ από τον Αντώνη Σαμαρά, και με αποκορύφωμα την προεκλογική αντιπαράθεση ανάμεσα στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του περσινού καλοκαιριού, βγήκε με τον πιο επιθετικό αντικομουνιστικό μετεμφυλιακό λόγο. Η ατζέντα των ναζιστών της Χρυσής Αυγής υιοθετήθηκε χωρίς δισταγμό, δηλώνοντας σε όλους τους τόνους ότι “θα επανακαταβάλλουμε τις πλατείες” από τους “λαθροέποικους”. Από την πρώτη στιγμή της κυβερνητικής θητείας, εφάρμοσε την επιχείρηση σκούπα υπό τον τίτλο “Ξένιος Δίας”, μαντρώνοντας χιλιάδες μετανάστες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στις ανακοινώσεις της αναφέρεται στα 2 άκρα, αντιμετωπίζοντας τον εξημερωμένο πλέον Σύριζα, ως ακραίο και επικίνδυνο για την αστική δημοκρατία. Στην πιο “ροζ” εκδοχή της αριστεράς βλέπει “κόκκινους μπολσεβίκους”. Πρόκειται για μία ακροδεξιά Νέα Δημοκρατία. Και πουθενά μέχρι τώρα δεν υπήρξε ούτε ένα στέλεχος της να διαφοροποιηθεί από τις κύριες πολιτικές επιλογές της. Αν είχε κάποιο νόημα, όλη αυτή η πρεμούρα του Τσίπρα και των στενών συνεργατών του, να δημιουργήσουν ρήγμα ανάμεσα στην “προοδευτική καραμανλική δεξιά” (ναι υπάρχει και τέτοια σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ), και την συντηρητική ακροδεξιά του Σαμαρά, τότε με αφορμή την ψήφιση του αντιρατσιστικού νόμου, όλος αυτός ο εκθειασμός της φωτισμένης καραμανλικής δεξιάς θα έπιανε τόπο και θα εκδηλωνόταν και μία διαφοροποίηση στις γραμμές της. Και να μην ξεχνάνε ότι ο Μπαλτάκος, ο ακροδεξιός στενός συνεργάτης του Σαμαρά, που μπλοκάρει την κατάθεση του “αντιρατσιστικού νόμου”, υπήρξε και στενός συνεργάτης του “κεντρώου” Κώστα Καραμανλή, ο οποίος ήθελε να πλασάρει τη ΝΔ, ως κόμμα του μεσαίου χώρου. Ας βγάλει ο καθένας τα συμπεράσματα του.

Το ΠΑΣΟΚ κράτησε αρχικά μία αμήχανη, και σχιζοφρενική στάση. Είναι αλήθεια βέβαια ότι οι τραγικές δημοσκοπικές τους επιδώσεις, το έχουν φέρει σε κατάσταση μόνιμης ναυτίας και ως εκ τούτου δικαιολογείται να συμπεριφέρεται ως παραπαίων οργανισμός. Στις πρώτες ανακοινώσεις του ΠΑΣΟΚ, γίνεται κυρίως κριτική στην στάση του… Σύριζα (;), και δευτερευόντως στην κυβέρνηση. Αλλού τρώει το κέρατο – αλλού πάει και σκούζει. Ακολουθούν οι δηλώσεις Πάγκαλου, ότι “πρέπει να μπει στην φυλακή ο Τσίπρας”, εξαιτίας της χιουμοριστικής στιχομυθίας που είχε με τον Ζίζεκ. (Μήπως μετά το αντιρατσιστικό ετοιμάζουν και νόμο που θα ποινικοποιεί το χιούμορ;) Πλέον βλέποντας και την ΝΔ, να μην κάνει πίσω και αρνούμενος το ρόλο του “φτωχού συγγενή”, ανασκευάζει την επιχειρηματολογία της ΝΔ, ότι η υφιστάμενη αντιρατσιστική νομοθεσία είναι επαρκής, υπερασπίζεται όμως την κατάθεση του “αντιρατσιστικού νόμου” στην βουλή. Επίσης μην ξεχνάμε ότι δεν έχουν περάσει και πολλοί μήνες από τότε που ο Βενιζέλος έριξε την ιδέα να τεθεί εκτός νόμου η Χ.Α., σε μία προσπάθεια να σώσει το υπό διάλυση κόμμα του και να συσπειρώσει τα στελέχη και την βάση του σε μία αξιακή μάχη υπεράσπισης της αστικής δημοκρατίας. Πλασάροντας την λογική του “συνταγματικού τόξου”, και αναπαράγοντας την θεωρία των άκρων. Βέβαια τίποτα από τα παραπάνω δεν μπορεί να τον σώσει από την προδιαγεγραμμένη εξαφάνιση από τον πολιτικό χάρτη, του κόμματος εκείνου που φέρει την υπογραφή του στην πιο βαθιά κοινωνική καταστροφή που γνώρισε η χώρα.

Η ΔΗΜΑΡ έχει αναγάγει το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο σε μητέρα των μαχών. Είναι η πρώτη φορά που το δεκανίκι του Σαμαρά, βάζει μία “κόκκινη γραμμή” και θα προσπαθήσει να την αξιοποιήσει πολιτικά, για να σώσει ότι μπορεί από την ξεφτιλισμένη και προδοτική στάση της. Οι σοφές γριούλες της ΔΗΜΑΡ έχουν ψηφίσει όλα τα μέχρι τώρα μνημονιακά πακέτα, έχουν υπογράψει όλες τις επιστρατεύσεις απεργών και μη, εργαζομένων, και γελιούνται αν νομίζουν ότι έτσι σώζουν την “αριστερή” τιμή του αποκόμματός τους, που μόνο στα μίντια βρίσκει οξυγόνο.

Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι πέρα από το άδειασμα που επιφύλασσε η ΝΔ στους δύο εταίρους της, καθ’ όλη τη διάρκεια της κουβέντας γύρω από το συγκεκριμένο ν/σ και οι τρεις συνιστώσες της κυβέρνησης συμφωνούσαν στην ανάγκη να καταπολεμηθούν τα δύο άκρα. Δεν χρειάζεται και πολύ φιλοσοφία για να προβλέψει κανείς ότι μετά τον “αντιρατσιστικό” έπεται ένα επόμενο νομοθέτημα που θα βάζει στη θέση του το άλλο έτερο άκρο που βάζει σε δοκιμασία τις αντοχές της αστικής δημοκρατίας. Εξάλλου όπως θυμήθηκε η ΔΗΜΑΡ τις εκκρεμότητες προσαρμογής του εθνικού στο κοινοτικό δίκαιο έτσι και αύριο η ΝΔ ή κάποιος άλλος θα θυμηθεί και την εκκρεμότητας ενσωμάτωσης της απόφασης της ΕΕ που εξομοιώνει τον φασισμό με τον κομμουνισμό. του συνταγματικού τόξου. Ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά και όλοι όσοι περιμένουν από το κράτος έκτακτης ανάγκης να χτυπήσει τη ρατσιστική βία (ας κλείσει πρώτα τα στρατόπεδα εγκλεισμού και μετά το συζητάμε) αντί να αποστασιοποιηθεί από το θέατρο που παίζει η κεντροαριστερά του Σαμαρά, προσπαθεί να στριμωχτεί κι αυτός στο συνταγματικό τόξο, γκρινιάζοντας όλη την ώρα ότι δεν είναι το άλλο άκρο, και ότι οι συνταγματικές δυνάμεις πρέπει να ορθώσουν μέτωπο κατά του ρατσισμού. Μάλιστα τώρα σύντροφοι μας συγκινήσατε. Πείτε όμως ξεκάθαρα. Ποιοι ανήκουν σ’ αυτό το μέτωπο; Θα είναι και αυτοί που κρατάνε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπου σε καθεστώς ημιδουλείας; Αυτοί που εκθειάζουν το θαύμα της μανωλάδας, αυτοί που συνεργάζονται ανοιχτά με τα τάγματα εφόδου της χα; Με αυτούς που στο όνομα της σωτηρίας της χώρας, έχουν υλοποιήσει την πιο βαθιά κοινωνική καταστροφή, στο όνομα της νομιμότητας παραβιάζεται κάθε αστική συνταγματική διάταξη, που δεν βοηθά τους σχεδιασμούς τους, και στο όνομα της δημοκρατίας καταπατάνε κάθε δημοκρατική ελευθερία;

Η αντιρατσιστική νομοθεσία στην Ελλάδα

 

Σύμφωνα με μελέτες που δημοσιεύονται στον τύπο η Ελλάδα κατέχει μία από τις τελευταίες θέσεις, στην υιοθέτηση αντιρατσιστικών νόμων ανάμεσα στα κράτη της ΕΕ. Η ελληνικές κυβερνήσεις δεν ενσωματώνουν στην εγχώρια νομοθεσία μια σειρά από διεθνείς συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τον ρατσισμό και τον σεβασμό των μειονοτήτων που έχουν υπογράψει. Το νομοσχέδιο του Ρουπακιώτη έρχεται να ενσωματώσει μια τέτοια διεθνή συνθήκη την Απόφαση-πλαίσιο 2008/913/ΔΕ του Συμβουλίου της ΕΕ, της 28ης Νοεμβρίου 2008, για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου”.

Όπως σημειώνει και ο Ιός (Εφημερίδα Συντακτών, 19/05/2013) στις 7/3/1966 η ελλάδα υπέγραψε την Διεθνή Σύμβαση του ΟΗΕ για την εξάλειψη κάθε μορφής Φυλετικών Διακρίσεων. Το καθεστώς της χούντας επικύρωσε αυτήν την σύμβαση, αλλά τελικά ενσωματώθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με το Ν.927/79 ο οποίος ψηφίστηκε ομόφωνα το Μάρτιο του 1979. Πέντε χρόνια αργότερα με το Ν.1419/84 έγινε συμπλήρωσή του με την πρόβλεψη να διώκονται και οι διακρίσεις λόγω θρησκεύματος. Η ελλάδα ξεκίνησε να ενσωματώνει τις κοινοτικές οδηγίες 43/2000 και 78/2000 της ΕΕ το Νοέμβρη του 2004, για να καταλήξει στην ψήφιση του Ν.3304/2005, κάτω από αρκετή πίεση, καθώς η προθεσμία έληγε τον Ιούλιο του 2003. Το ν/σ Ρουπακιώτη αφορά την ενσωμάτωση της απόφασης του συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης του 2008, και με την ψήφιση του καταργούνται ο νόμος 972/1979 και το άρθρο 39 παρ.4 του νόμου 2910/2001. Σύμφωνα με την απόφαση της ΕΕ που ενσωματώνει ο νόμος Ρουπακιώτη κάθε κράτος προβλέπει να φροντίζει ώστε να τιμωρούνται τις ακόλουθες πράξεις:

α) Τη δημόσια υποκίνηση βίας ή μίσους που στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους ομάδας, που προσδιορίζεται βάσει της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών ή της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής.

β) Την τέλεση πράξης που αναφέρεται στο στοιχείο α) με δημόσια διάδοση ή διανομή φυλλαδίων, εικόνων ή άλλου υλικού.

γ) Τη δημόσια επιδοκιμασία, άρνηση ή χονδροειδή υποτίμηση της σοβαρότητας όσον αφορά εγκλήματα γενοκτονίας, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου, όπως ορίζονται στα άρθρα 6, 7 και 8 του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, και η οποία στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους ομάδας που προσδιορίζεται βάσει της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών ή της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής όταν η συμπεριφορά εκδηλώνεται κατά τρόπο που είναι πιθανόν να υποκινήσει βία ή μίσος στρεφόμενο κατά μιας τέτοιας ομάδας ή μέλους μιας τέτοιας ομάδας.

δ) Τη δημόσια επιδοκιμασία, άρνηση ή χονδροειδή υποτίμηση της σοβαρότητας των εγκλημάτων τα οποία ορίζονται στο άρθρο 6 του Καταστατικού του Διεθνούς Στρατοδικείου που προσαρτάται στη συμφωνία του Λονδίνου της 8ης Αυγούστου 1945, η οποία στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους τέτοιας ομάδας που προσδιορίζεται βάσει της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών ή της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, όταν η συμπεριφορά εκδηλώνεται κατά τρόπο που είναι πιθανόν να υποκινήσει βία ή μίσος στρεφόμενο κατά μιας τέτοιας ομάδας ή μέλους μιας τέτοιας ομάδας.

Η μόνη προσθήκη που γίνεται στην “απόφαση- πλαίσιο” είναι ο γενετήσιος προσανατολισμός και η ταυτότητα φύλου στις περιπτώσεις των διακρίσεων, στα υπόλοιπα είναι αντιγραφή της “απόφασης- πλαίσιο” της ΕΕ. Μόνιμη δικαιολογία όσων ψήφιζαν τους αντιρατσιστικούς νόμους στην Ελλάδα από το 1984 μέχρι σήμερα, είναι ότι η διαδικασία αυτή γινόταν, εξαιτίας των εξωτερικών πιέσεων και για να μην είναι εκτεθειμένη η Ελλάδα στο διεθνές περιβάλλον. Μόνο σαν κλείσιμο ματιού στους ρατσιστές θα μπορούσε να το εκλάβει κανείς ειδικά αν το συγκρίνει παράλληλα με την απουσία εφαρμογής τους, ή ακόμα και με αρνητικές συνέπειες που είχε η προσπάθεια εφαρμογής τους. Αναφερόμαστε στην περίπτωση του βιβλίου του Κ.Πλεύρη όπου με την επίκληση του Ν.927/79 και ενώ υπήρχε πρωτόδική καταδίκη, αθωώθηκε στο Εφετείο και ο Άρειος Πάγος επικύρωσε την απόφαση. Το πιο αστείο είναι ότι ο εισαγγελέας που συνέταξε το κατηγορητήριο εναντίον του Πλεύρη βρέθηκε πειθαρχικά ελεγκτέος από ανωτέρους του για την κίνησή του αυτή. Αυτά αρκούν για να βγάλει κανείς τα απαραίτητα συμπεράσματα! Δυστυχώς η δικαιοσύνη δεν είναι τυφλή είναι μονόφθαλμη και βλέπει πάντα προς την μεριά του απέναντι στρατοπέδου.

Για κάποιους βαλτωμένους σε μια σειρά επικίνδυνες αυταπάτες μπαίνει καθήκον το κίνημα να πιέσει για την εφαρμογή των αντιρατσιστικών νόμων. Την ώρα που το κίνημα πρέπει να αντιληφθεί ότι ο αγώνας ενάντια στον ρατσισμό και το φασισμό είναι δική του υπόθεση!

Η στάση της Αριστεράς

 

Ο Σύριζα κάνει σκληρή κριτική στη Νέα Δημοκρατία για την απόσυρση του νομοσχεδίου κάτω από την πίεση της Χρυσής Αυγής, κατηγορώντας την για επικίνδυνη σύγκλιση με τους οπαδούς του Μεταξά και ζητά την άμεση κατάθεση του στην βουλή. Σημειώνει μάλιστα ότι πιθανή εφαρμογή του οποίου θα υποχρέωνε ακόμα και υπουργούς της Νέας Δημοκρατίας να λογοδοτήσουν”. Τέτοιου τύπου θέσεις δείχνουν την έκταση των αυταπατών που έχουν και καλλιεργούν σχετικά με την ταξική φύση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και του αστικού κράτους. Και ακριβώς επειδή δεν βρισκόμαστε στην δεκαετία του 90, τέτοιου τύπου αυταπάτες, θα στοιχίσουν ανεπανόρθωτα στο εργατικό κίνημα, θα λιώσουν τα κεφάλια των αγωνιστών της αριστεράς, από το ναζιστικό οδοστρωτήρα όσο θα προσδοκούμε και θα θέτουμε καθήκον στο αστικό κράτος (!!!) να τσακίσει τον ναζισμό.

Το ΚΚΕ στην αρχική ανακοίνωση του δήλωσε την αντίθεση του απέναντι στο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, με την λογική ότι ενσωμάτωνε τις διατάξεις της Ε.Ε. περί εξομοίωσης φασισμού και κομμουνισμού, ως ολοκληρωτικών καθεστώτων. Είναι προφανές ότι το ν/σ του Ρουπακιώτη δεν ενσωματώνει στο εθνικό δίκαιο την απόφαση στην οποία αναφέρεται το ΚΚΕ που εξομοιώνει φασισμό και κομμουνισμό, αλλά στην “Απόφαση-πλαίσιο 2008/913/ΔΕ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2008, για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου”. Το ΚΚΕ σε δεύτερη, μάλλον διορθωτική ανακοίνωση, δηλώνει ότι θα πάρει θέση, όταν το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο δει το φως της δημοσιότητας, την στιγμή που ο καθένας μπορεί να μπει στο site του υπουργείου δικαιοσύνης και να την διαβάσει, ακόμα και να την κατεβάσει και να την αποθηκεύσει στον υπολογιστή του. Μετά την χθεσινή συνάντηση Βενιζέλου, Σαμαρά, Κουβέλη, δηλώνει “οι ενδοκυβερνητικές ζυμώσεις υπηρετούν και τη διαδικασία αναμόρφωσης του πολιτικού σκηνικού και άλλους στόχους σε βάρος του εργατικού-λαϊκού κινήματος. Δεν πρέπει να αποπροσανατολίσουν το λαό και τους μαζικούς φορείς από το να κάνουν δική τους υπόθεση την πάλη ενάντια στο ρατσισμό και το ναζισμό.” Υπονοώντας ότι δεν θα ψηφίσει το αντιρατσιστικό ν/σ, και θα σηκώσει με εξωκοινοβουλευτικούς όρους την πάλη ενάντια στο ναζισμό και τον ρατσισμό. Μπορεί να είναι κανείς απόλυτα σίγουρος για το πρώτο, αλλά σίγουρα πάνω στο δεύτερο σκέλος της πρότασης, η μέχρι τώρα πολιτική του ΚΚΕ, δεν μας το έχει αποδείξει. Ποια ήταν η στάση του το φθινόπωρο του 12 όταν σε όλη την ελλάδα συγκροτούνταν αντιφασιστικές επιτροπές και αντιφασιστικές συνελεύσεις; Και εντάξει μπορεί να μην συμμετείχε σε αυτές γιατί τις θεωρούσε “φωλιά ρεβιζιονιστών” γιατί δεν έφτιαξε δικές του; Πως και που κινητοποίησε των οργανωμένο στρατό μελών της ΚΝΕ και του ΚΚΕ, την ώρα που μέλη του δέχτηκαν και επιθέσεις, ενάντια στη δράση των ναζιστών της Χ.Α.; Και η βεβήλωση στο μνημείο της Σ. Βασιλακοπούλου, χθες το βράδυ, από τους ναζί θα απαντηθεί μόνο με την απομόνωση των φασιστών από τους φοιτητές, τους εργαζόμενους και το λαϊκό κίνημα; Και πως αντιλαμβάνεται η ΚΝΕ, και το ΚΚΕ αυτήν την απομόνωση; Αρκεί να μην επιτρέψει κανείς στους χρυσαυγίτες να πατήσουν το πόδι τους, ή ακόμα και να τους πετάξει έξω από τα συνδικάτα και τους φοιτητικούς συλλόγους; Τέτοιες ενέργειες όσο δεν βρίσκουν και άλλου τύπου απαντήσεις γεμίζουν με αυτοπεποίθηση τα “παιδιά με τις μαύρες μπλούζες” και απογοητεύουν τον κόσμο της αριστεράς και αυτό δεν αφορά μόνο στο ΚΚΕ.

Πρέπει να υποστηριχτεί το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο;

 

Οποιοδήποτε νομοσχέδιο θα κατοχύρωνε έστω και στοιχειώδη δικαιώματα για τους καταπιεσμένους θα άξιζε να υποστηριχτεί, ακόμα και από δυνάμεις που δεν έχουν καμία διάθεση να περιορίσουν τον αγώνα τους στα όρια της αστικής νομιμότητας. Εδώ όμως δεν πρόκειται για ένα ν/σ για τους μετανάστες. Αν η ΔΗΜΑΡ καίγεται για τα δικαιώματα των μεταναστών ας έφερνε στη βουλή ένα ν/σ που να ξεμπλοκάρει τις παγωμένες εδώ και μια δεκαετία διαδικασίες νομιμοποίησής τους. Ή τουλάχιστον να έμπαινε σε εφαρμογή ο ψηφισμένος νόμος για την απόκτηση ιθαγένειας σε “νόμιμους μετανάστες που ζουν καμία εικοσαετία στην χώρα και για τα παιδιά τους που έχουν γεννηθεί εδώ. Αλλά εδώ μούγκα από τη φιλεύσπλαχνη και όλο ευαισθησίες ΔΗΜΑΡ. Αν πραγματικά οι δύο σουπιές του Σαμαρά ήθελαν να σταματήσουν τα ρατσιστικά χτυπήματα, θα έδιναν τα στοιχειώδη πολιτικά δικαιώματα στους μετανάστες, έτσι ώστε να μπορούν να καταγγείλουν άφοβα και να αντιμετωπίσουν τη ρατσιστική βία όποτε την υφίστανται χωρίς το φόβο να βρεθούν αυτοί κατηγορούμενοι ή έγκλειστοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Δένδια.

Στην εξ αριστερών συνηγορία υπέρ της σκλήρυνσης της αντιρατσιστικής νομοθεσίας, υπάρχει ακόμα ένα επιχείρημα: ότι το μέχρι τώρα αντιρατσιστικό νομικό πλαίσιο είναι αδύναμο και ανενεργό. Επομένως μια επικαιροποίησή του θα κάνει σαφές στις δικαστικές αλλά και στις διωκτικές αρχές τη βούληση της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας να πατάξει στην πράξη τη ρατσιστική βία. Σύμφωνα με το σκεπτικό αυτό “οι ψηφοφόροι της ΧΑ, στη συντριπτική τους πλειονότητα, μπορεί να γοητεύονται από τις κραυγές μίσους και την επίδειξη “αντισυστημικής πυγμής”, αλλά το κάνουν εκ του ασφαλούς. Δεν είναι διατεθειμένοι μέχρι στιγμής να συμμετάσχουν στα βραδινά πογκρόμ και τις βίαιες ενέργειες του ναζιστικού πυρήνα της οργάνωσης”. Επομένως “μια αυστηρή ποινική αντιμετώπιση της παράνομης δράσης της Χρυσής Αυγής θα προκαλέσει την ανάσχεση των κρουσμάτων ρατσιστικής βίας. Η ηγεσία της θα κλαψουρίζει σαν θύμα διώξεων, αλλά ταυτόχρονα θα αποσύρει τα Τάγματα Εφόδου από την προκλητική δράση, κάτι που συνέβη εν μέρει ήδη από την εξαγγελία του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου”. (Ιός, 19/5/13). Η προσδοκία αυτή είναι εντελώς αβάσιμη. Καταρχήν οι ομάδες κρούσης της ΧΑ όχι μόνο δεν μαζεύτηκαν “από την εξαγγελία του ν/σ” αλλά αντίθετα έχουν εντείνει τη δράση τους, συνεχίζοντας τις νυχτερινές επιδρομές κατά μεμονωμένων μεταναστών. Επίσης στις ημερήσιες τραμπούκικες παρουσίες της προκαλούν κραδαίνοντας ρόπαλα, ασπίδες και βρίζοντας χυδαία ακόμα και τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Στην βουλή η παρουσία τους τουλάχιστον με το επεισόδιο Ηλιόπουλου- Δραγασάκη δεν αφήνει καμία αμφιβολία για τον αν οι συμμορίτες δείχνουν την παραμικρή διάθεση να αλλάξουν συμπεριφορά. Η προσδοκία του Ιου δεν είναι καθόλου διαφορετική με τις αυταπάτες ότι μετά την επίθεση του Κασιδιάρη στην Κανέλλη και τη Δούρου η ΧΑ θα καιγόταν υπό φως της “αποκάλυψης του πραγματικού της προσωπείου”. Όπως γνωρίζει το πανελλήνιο, η ΧΑ όχι μόνο δεν έχασε τίποτα από την “αποκάλυψη του προσωπείου της” αλλά αυτή τη στιγμή φιγουράρει με διπλάσια δημοσκοπικά ποσοστά και σταθερά στην 3η θέση. Όσο για τους ψηφοφόρους της όχι μόνο δεν δείχνουν να πτοούνται από την αποκάλυψη του “εγκληματικού χαρακτήρα” της συμμορίας, αλλά δείχνουν και εμφανή διάθεση να ενεργοποιηθούν δίπλα της και είναι αυταπάτη. Σήμερα η ΧΑ δεν έχει καμία σχέση με αυτό που ήταν στις αρχές του 2012. Εξίσου αβάσιμη είναι και η προσδοκία του Ιού ότι “Τα μεσαία στελέχη θα λουφάξουν, εφόσον δεν πρόκειται στην πλειοψηφία τους για “πιστούς” κάποιας ιδέας, όπως βαυκαλίζονται μεταξύ τους, αλλά για τζάμπα μάγκες που δρουν κατά κανόνα πίσω από την ασφάλεια της νύχτας, της ανωνυμίας και της άτυπης προστασίας των διωκτικών αρχών”. (Ιός, 19/5/13) Ο Ιός θα έπρεπε να αναρωτηθεί όχι μόνο γιατί το υπάρχον “ποινικό δίκαιο δεν εμπόδισε αυτά τα “μεσαία στελέχη στη δράση τους, αλλά και για το κατά πόσο οι διωκτικές αρχές θα άλλαζαν στάση σπάζοντας την ομερτά με τα φιλαράκια τους του φασιστικού υποκόσμου. Ή μήπως μαζί με το ν/σ θα υπάρχουν και εκκαθαρίσεις στην ελληνική αστυνομία, περιμένοντας έτσι ότι θα πάψει η “άτυπη προστασία από τις διωκτικές αρχές”;

Ο ιός και μαζί του ενδεχομένως ένα μεγάλο μέρος του κόσμου της αριστεράς αντιλαμβάνεται ότι για να έχει νόημα μια “αυστηρή αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας αυτό προϋποθέτει την πολιτική βούληση της πολιτείας και την ενεργοποίηση της Δικαιοσύνης”. Εμείς δεν πιστεύουμε ότι δεν πρόκειται να υπάρξει καμία τέτοια βούληση ούτε από τη μεριά της πολιτείας ούτε της δικαιοσύνης. Εδώ μιλάμε για το βαθύ κράτος και ούτε η ιστορική εμπειρία αλλά ούτε και η γνώση του τι σημαίνει βαθύ κράτος αφήνει περιθώρια για αυταπάτες περί διαφορετικής βούλησης από αυτή που ξέρουμε μέχρι τώρα. Οι αυταπάτες αυτές μάλιστα με τους ναζίδες στο 12% είναι και άκρως επικίνδυνες γιατί τρώνε άσκοπα και τον ελάχιστο χρόνο που μας έχει απομείνει για να αντιμετωπίσουμε, αποφασιστικά και χωρίς αναστολές και φρούδες ελπίδες, το φίδι στο δικό μας γήπεδο, χωρίς να περιμένουμε από το κράτος έκτακτης ανάγκης τίποτα περισσότερο από την υπόγεια και κάποτε ανοιχτή υπόθαλψη στις ναζιστικές συμμορίες.

Ακριβώς γι’ αυτό αρνούμαστε μέσα στις συνθήκες της αστικής δημοκρατίας κάθε περιορισμό της ελευθερίας του λόγου, και κάθε προσπάθεια ποινικοποίησης οποιουδήποτε πολιτικού χώρου. Αυτό όχι γιατί δεν θέλουμε να εξαφανιστούν οι ναζί από το πολιτικό προσκήνιο. Για τους επαναστάτες κομμουνιστές αυτό είναι μία σοβαρή υπόθεση. Δεν έχουμε καμία αυταπάτη για την ταξική φύση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, και δεν έχουμε καμία εμπιστοσύνη στους θεσμούς του αστικού κράτους, γνωρίζουμε καλά το βαθμό διάβρωσης της ελληνικής αστυνομίας από την χρυσαυγίτικη ιδεολογία, και δεν έχουμε καμία εμπιστοσύνη στην αστική δικαιοσύνη. Ακόμα και αν αυτό το νομοσχέδιο στρέφεται αρχικά εναντίον των ρατσιστών, δεν είμαστε τόσο αφελείς ώστε να πιστεύουμε ότι αύριο δεν θα υπάρξει ένα νομοσχέδιο που δεν θα μπορούσε να στραφεί εναντίον μας. Ακόμα και αυτό το “αντιρατσιστικό νομοσχέδιο”, σε μία ξεχειλωμένη ερμηνεία του θα μπορούσε να στραφεί και εναντίον του επαναστατικού κινήματος. Θα μπορούσε το ανειρήνευτο ταξικό μίσος” καθώς και το “φασίστες κουφάλες έρχονται κρεμάλες” να γίνει αντιληπτό από κάποιον καλοθελητή ως πρόκληση ρατσιστικού μίσους, ενάντια σε μία άλλη κοινωνική ομάδα, με σκοπό την βία. Και αυτό θα μπορούσε ακόμα και με αυτόν το νόμο να προκύψει, στην βάση του “Άρθρο 2 Έννοια όρων Στον παρόντα νόμο, ο όρος “εχθροπάθεια” θα πρέπει να νοηθεί ως αναφερόμενος τόσο στην καλλιέργεια όσο και στην εξωτερίκευση αισθημάτων μίσους και αντιπαλότητας.” με μία ξεχειλωμένη ερμηνεία του άρθρου 3 “1. Όποιος από πρόθεση, δημόσια προφορικά ή διά του τύπου ή μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, προκαλεί ή διεγείρει σε βιαιοπραγίες ή εχθροπάθεια κατά ομάδας ή προσώπου, που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, το γενετήσιο προσανατολισμό, ή κατά πραγμάτων που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά από τις παραπάνω ομάδες ή πρόσωπα, κατά τρόπο που μπορεί να εκθέσει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών έως τριών (3) ετών και χρηματική ποινή χιλίων έως πέντε χιλιάδων (1.000 – 5.000) ευρώ.” Έτσι λοιπόν οι φασιστές επικαλούμενοι τον “προσδιορισμό τους με βάση τη φυλή” να ισχυριστούν ότι όποιος “διεγείρει εναντίον τους εχθροπάθεια” εμπίπτει στη νομική διάταξη του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου.

Πιθανά η παραπάνω υπόθεση να είναι αρκετά τραβηγμένη. Τι θα γίνει όμως αν πάνω στην βάση της λογικής των δυνάμεων του συνταγματικού τόξου, γίνει αποδεκτός αυτός ο νόμος και κατατεθεί αμέσως μετά άλλος ένας από το συντηρητικό ακροδεξιό στρατόπεδο που θα περιορίζει τις ελευθερίες του άλλου άκρου; Μήπως είναι τυχαία η επιλογή του Δένδια να απαγορεύσει τις πορείες μέχρι 200 ατόμων; Ή περιμένει κανείς ότι θα περιοριστεί στα 200 άτομα που για να μην ξεχνιόμαστε τον αριθμό τους θα τον κρίνει ο εκάστοτε αξιωματικός των δυνάμεων καταστολής. Η στάση της αριστεράς απέναντι σε ένα τέτοιο νόμο θα ήταν αρνητική; Και γιατί; Μήπως θα μπορούσε να υπάρξει μία τέτοια μεροληπτική κοινοβουλευτική δημοκρατία που να ψηφίζει αντιρατσιστικά νομοσχέδια, να περιορίζει την Χ.Α., ενώ παράλληλα να προστατεύει τις δημοκρατικές ελευθερίες, να επιτρέπει την ελεύθερη διακίνηση των επαναστατικών ιδεών και όλα αυτά με την σύμφωνη γνώμη της αστικής τάξης, και μάλιστα σε περίοδο κρίσης; Μήπως πιστεύει ότι στην κοινοβουλευτική δημοκρατία του χρεοκοπημένου καπιταλισμού, υπάρχει κάτι που την προστατεύει; Αλήθεια πόσες φορές οι αγωνιστές της αριστεράς βρέθηκαν στην παρανομία, και στα ξερονήσια και πότε πήγε έστω και ένας ταγματασφαλίτης φασίστας; Αλλά και τώρα, δεν μας κάνει εντύπωση ότι σωρηδόν καθηγητές με βάση το νέο πειθαρχικό των δημοσίων υπαλλήλων τίθενται σε αργία για απλές αντιδικίες αστικού τύπου, ενώ φασιστόμουτρα που συλλαμβάνονται με ολόκληρο οπλοστάσιο στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου τους κυκλοφορούν ελεύθεροι και χωρίς κανένα πρόβλημα στην εργασία τους. Να υπενθυμίσουμε επίσης τα βασανιστήρια που υπέστησαν οι 15 συλληφθέντες της αντιφασιστικής μοτοπορείας στις 29/9/12 και το φόρτωμά του με κακουργήματα, την ώρα που η συμμορία των φασιστών στον Αγ. Παντελεήμονα συλλαμβάνεται να πυρπολεί μαγαζιά και να ξυλοκοπεί μετανάστες, να δηλώνει ανοιχτά ότι αποτελεί ομάδα κρούσης και να μην διατάσσεται ούτε μια ώρα κράτηση. Πόσα ακόμα πρέπει να συμβούν μέσα στα μούτρα μας για να καταλάβουμε ότι το καθεστώς στρώνει το δρόμο στους φασίστες την ίδια ώρα που σκάβει το λάκκο σε όσους βρίσκονται στην αντίπερα όχθη.

Με αυτή την λογική λέμε ότι είμαστε ενάντια στο “αντιρατσιστικό νομοσχέδιο”, όχι γιατί θέλουμε να υπερασπιστούμε την πλήρη ελευθερία του λόγου, αλλά γιατί αντιλαμβανόμαστε ότι κάθε περιορισμός της θα γυρίσει αργά η γρήγορα σαν μπούμερανγκ πάνω μας. Επίσης το ίδιο σκεπτικό ισχύει και για οποιαδήποτε αντιμετώπιση της Χ.Α. σαν πολιτικό κόμμα με όρους νομιμότητας. Μία αντίληψη που προωθεί την λογική “τεθεί εκτός νόμου η Χ.Α.” δεν θα πλήξει την Χρυσή Αυγή, που μπορεί να παρουσιαστεί με χίλια δύο διαφορετικά προσωπεία την επόμενη μέρα, χωρίς κανένας να την αγγίξει, αλλά θα στραφεί εναντίον μας, όταν αυτό θα εξυπηρετεί τις ανάγκες του αστικού καθεστώτος. Εκεί βρίσκεται η ουσία της συζήτησης και όχι στο αν θα ηρωποιηθούν ή όχι οι ναζίδες. Επίσης η λογική που θέλει την ψήφιση του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου, για να περιορίσει την ακροδεξιά ΝΔ του Σαμαρά είναι σαθρό και επικίνδυνο. Καθώς ένα αντιρατσιστικό νομοσχέδιο με περιορισμούς στην ελευθερία του λόγου στα χέρια μιας ακροδεξιάς ΝΔ στην καλύτερη περίπτωση θα είναι ανενεργό, και στην χειρότερη επικίνδυνο.

Είναι πραγματικό να απορεί κανείς πως αυτές οι απλές σκέψεις γίνονται αντιληπτές από μια φασιστική -στρασερική- ιστοσελίδα (τον Μαύρο Κρίνο [blog-post_8063.html] του Καλέντζη, ανταγωνιστική ομάδα με τους χιτλερικούς της ΧΑ) αλλά στην αριστερά να μοιάζουν με ακατανόητα ιεορογλυφικά:

Αυτοί οι αριστεροί που ζητούν από την κυβέρνηση έκτακτους νόμους κατά της “φασιστικής” απειλής και μέτρα λογοκρισίας και περιορισμού της έκφρασης (τα περίφημα “αδικήματα γνώμης”), δεν κάνουν τίποτε άλλο απ’ το να σκάβουν τον ίδιο τους τον λάκκο, αφού τέτοιοι νόμοι, “κατά των άκρων και των παρεκτροπών” που φαντάζουν αρχικά μόνο “αντιφασιστικοί”, είναι στην πραγματικότητα επιπρόσθετα όπλα στα χέρια του συστήματος, τα οποία ανά πάσα στιγμή θα μπορούσαν να στραφούν ενάντια σε οποιαδήποτε δύναμη αμφισβήτησης και αντίστασης, δεδομένου μάλιστα ότι η καπιταλιστική δημοκρατία ταυτίζει τον εαυτό της με την νομιμότητα, το λαό και την ίδια την πατρίδα. Ας μελετήσουν πιο προσεκτικά τις θέσεις του γνωστού κομμουνιστή θεωρητικού και οργανωτή Leon Trotsky: 
“Η αστική δημοκρατία είναι χρησιμοποιήσιμη από το προλεταριάτο στο βαθμό που ανοίγει το δρόμο για την ανάπτυξη της ταξικής πάλης. Κατά συνέπεια, κάθε εργατικός “ηγέτης” που οπλίζει το αστικό Κράτος με ειδικά μέσα ελέγχου της κοινής γνώμης γενικά, και ιδιαίτερα του τύπου, είναι κυριολεκτικά ένας προδότης. Σε τελευταία ανάλυση η όξυνση της ταξικής πάλης θα εξαναγκάσει τις αστικές παρατάξεις κάθε απόχρωσης να φθάσουν σε μια συμφωνία μεταξύ τους: Να αποδεχθούν έκτακτους νόμους, κάθε είδους περιοριστικά μέτρα και μέτρα “δημοκρατικής” λογοκρισίας εναντίον της εργατικής τάξης. Οποιοσδήποτε δεν το έχει ακόμα καταλάβει, πρέπει να βγει έξω από τις γραμμές της”
(Ελευθερία του τύπου και εργατική τάξη – 1938)

Η σημασία και το νόημα του αντιρατσιστικού αγώνα

 

Συνήθως μέσα στην αριστερά, υπάρχει είτε μία υποτίμηση της αντιρατσιστικής πάλης εξαιτίας ενός στείρου οικονομισμού, βάση του οποίου η μητέρα των μαχών είναι η βελτίωση των συνθηκών εργασίας στους χώρους δουλειάς, ενώ η πάλη ενάντια στον ρατσισμό αν δεν είναι πάρεργο για να αποδείξουμε τον ανθρωπισμό μας, θα είναι βουτηγμένης μέσα στον εναλλακτισμό και τον μεταμοντέρνο multi-culture, κοσμοπολίτικο κινηματισμό.

Έτσι ενώ γίνεται αντιληπτό, τόσο στην οικονομίστικη αριστερά όσο και στην εναλλακτική κινηματική αριστερά, ότι ο ρατσισμός είναι ένα εργαλείο μέσω από το οποίο επιτυγχάνεται η διαίρεση των ταξικά καταπιεσμένων, δεν αντιμετωπίζεται με τις ανάλογες πολιτικές προτάσεις. Μέσω της ρατσιστικής τύφλωσης, και με τα ανάλογα πατριωτικά νανουρίσματα ο ημεδαπός εργαζόμενος δεν βλέπει τον εχθρό του στο αφεντικό του, στο αστικό κράτος και στα πολιτικά της κόμματα, αλλά στον αλλοεθνή εργαζόμενο, ή ακόμα και στον πεινασμένο και ξυπόλυτο αφρικανό και ασιάτη μετανάστη. Έτσι το μίσος του για την καταπίεση που υφίσταται, στρέφεται στον φτηνό εργάτη μετανάστη, ο οποίος πρέπει “να φύγει από την χώρα”, δεν πρέπει να έχει δικαιώματα ισότιμου πολίτη, ούτε να διατηρεί την πολιτισμική του ιδιαιτερότητα γιατί είναι σε αντίθεση με τις πατροπαράδοτες εθνικές αξίες και έθιμα. Κάπως έτσι συγκροτείται και αναπαράγεται η κυρίαρχη ιδεολογία που τρέφει την άκρα δεξιά, και τους ναζί και παράλληλα διαιρεί το μέτωπο των ταξικά καταπιεσμένων.

Και το πρόβλημα αυτό δεν λύνεται μόνο με την πρόταση να ενταχθούν οι μετανάστες εργαζόμενοι στα ήδη υπάρχοντα σωματεία, την στιγμή που οι μετανάστες, δεν έχουν κατακτήσει ισότιμα πολιτικά δικαιώματα με τους έλληνες εργαζόμενους, και είναι πάντα εκτεθειμένοι στα κυνηγητά και βασανιστήρια από τους μισάνθρωπους μπάτσους και τα ναζιστικά καθίκια. Οι μετανάστες είναι το πιο καταπιεσμένο κομμάτι της τάξης μας και δεν γίνεται να αδιαφορούμε για τους όρους ύπαρξης τους. Παρόλο που η ροή μεταναστευτικών ρευμάτων από την Ασία και την Αφρική μειώνεται, ένα μεγάλο κομμάτι μεταναστών προσφύγων ακόμα και από κάποιες εμπόλεμες χώρες στις οποίες και η ελλάδα έλαβε μέρος, βρίσκεται πλέον στη χώρα, είτε στην πλειοψηφία τους θεωρώντας την πύλη εισόδου για την υπόλοιπη Ευρώπη, είτε γιατί ένα μικρότερο μέρος θέλει να διεκδικήσει μία καλύτερη ή τέλος πάντων κάποια ζωή στον ελλαδικό χώρο. Η αριστερά, αν δεν έχει αποποιηθεί την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και του διαφωτισμού, οφείλει να προβάλει την διεκδίκηση της νομιμοποίησης των μεταναστών, από θέση αρχής γιατί δεν θα είναι αριστερά όσο ανέχεται την ύπαρξη ένα καθεστώς απαρτχάιντ και εξαιρέσεων, μια κοινωνία με ανθρώπους β’ κατηγορίας. Δεν πρέπει να φοβηθεί να έρθει κόντρα στο ρεύμα, να μην πάει βήμα πίσω από τις αξίες που την διέπουν, διαμορφώνοντας τον προγραμματικό της λόγο, όχι συρόμενη πίσω από την πιο καθυστερημένη συνείδηση, άλλα βάση της αντικειμενικής κατάστασης και με το πνεύμα του προλεταριακού διεθνισμού.

Υπάρχει και εκείνο το κομμάτι μιας άλλης “αριστεράς” που αυτοπροσδιορίζεται ως πατριωτική που βλέπει στον αντιρατσιστικό αγώνα την ιμπεριαλιστική ιδεολογία. Υιοθετεί όλη την κυρίαρχη πατριωτική αφήγηση, και κάθε είδους σενάρια συνομωσιολογίας για την ερμηνεία της πραγματικότητας, μιας και τα ερμηνευτικά του εργαλεία είναι τόσο ανίκανα να κατανοήσουν τι γίνεται στον πραγματικό κόσμο, αλλά παράλληλα τόσο ικανά για να το στρέψουν στην πνευματική οκνηρία, την ηλιθιότητα και στον ρεφορμιστικό σοσιαλπατριωτισμό. Μια πορεία που τους οδηγεί κατευθείαν στην αυλή των εθνικοσοσιαλιστών. Η αντίθεση των κυρίαρχων και αδύναμων εθνών, δεν βάζει σε δεύτερη μοίρα την αντιπαράθεση των εργαζομένων με την δική τους εθνική αστική τάξη και σε καμία περίπτωση δεν απαλλάσσει το επαναστατικό προλεταριάτο από τον αγώνα εναντίον της. Οι μπολσεβίκοι διεθνιστές επαναστάτες μας δίδασκαν ότι ο εχθρός βρίσκεται στην ίδια μας την χώρα. Τα ιστορικά συμφέροντα των καταπιεσμένων δεν μπορούν να εκπληρωθούν από κάποια συμμαχία με κάποιο τμήμα της εθνικής αστικής τάξης. Μόνο μέσω της ανεξάρτητης πολιτικής δράσης του επαναστατικού προλεταριάτου, και της ανατροπής της κεφαλαιοκρατικής εξουσίας και του κράτους της μπορούν να επιτευχθούν. Και σε καμία περίπτωση η διεθνιστική πάλη του επαναστατικού προλεταριάτου δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την πιο καθυστερημένη εργατική συνείδηση διαποτισμένη από τα αστικά σκοταδιστικά ιδεολογήματα του ρατσισμού και του εθνικισμού. Οι κομμουνιστές διεθνιστές οφείλουν να βαδίσουν ενάντια σε αυτές τις αντιλήψεις ακόμα και αν βρίσκουν απήχηση στους καταπιεσμένους.

Ο ρόλος άλλωστε τόσο του ρατσισμού, όσο και του πατριωτισμού είναι να παίζει στα μυαλά των καταπιεσμένων εκείνο τον συγκολλητικό ρόλο που τους φέρνει αγκαλιά με τους καταπιεστές τους. Εθνικό συμφέρον είναι κάθε φορά το συμφέρον της άρχουσας τάξης. Και στην εποχή μας κάθε εθνικό συμφέρον είναι το συμφέρον της ολιγαρχίας των κεφαλαιοκρατών, που παρουσιάζεται ως τέτοιο για να δικαιολογεί τις βλέψεις τους και για να δηλητηριάζει την σκέψη των προλεταρίων. Και όλα τα παραπάνω είναι που τρέφουν το κόμμα της αστικής αντεπανάστασης τους ναζιστές της Χρυσής Αυγής.

Για έναν μάχιμο αντιφασισμό

Μπορεί να μην έχει έρθει ακόμα η ώρα που η ελληνική αστική τάξη θα παίξει το χαρτί του φασισμού, ή μίας στρατιωτικού τύπου δικτατορίας, και για την ώρα να αρέσκεται στο Κράτος Έκτακτης Ανάγκης και την εσωτερική τρόικα. Όμως όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά. Το βάθεμα της ύφεσης, η υποχώρηση του κινήματος ενάντια στο μνημόνιο, η στασιμότητα και η αμηχανία της αριστεράς, ο οικονομικός εθνικισμός της και ο πατριωτικός της λόγος, η ήττα κάθε αγώνα που άνοιξε και έκλεισε με επιστράτευση, δημιουργούν ευνοϊκό περιβάλλον για την αποδοχή των ακροδεξιών εθνικιστικών αντιλήψεων των ναζί από ευρύτερα κοινωνικά στρώματα στο βαθμό που αυτά χάνουν κάθε ελπίδα στο κίνημα και την αριστερά. Γι’ αυτό ακριβώς η μάχη ενάντια στον φασισμό είναι στην ημερήσια διάταξη.

Τι είδους μάχη όμως; Η εκδοχή του Σύριζα, κεντράρει στους θεσμούς της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, που με αναβαθμισμένο νομοθετικό περιοριστικό πλαίσιο θα “ταράξει στη νομιμότητα” τους φασίστες. Ποιος μπορεί στα σοβαρά να φανταστεί τους σημερινούς μπάτσους, ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής να συλλαμβάνουν τους ναζιστές αδελφούς τους. Μια τέτοια υπεράσπιση του συνταγματικού τόξου μόνο πάνω στα δικά μας κεφάλια μπορεί να εφαρμοστεί. Σε αντίθεση με την αριστερά το κεφάλαιο γνωρίζει καλά τους εχθρούς του. Το ΚΚΕ φαντάζεται ότι μέσω της μακρόχρονης και υπομονετικής μάχης για την λαϊκή εξουσία, και την ανατροπή του καπιταλισμού, θα ξεμπερδέψει και με τον φασισμό. Η “εκτός των τειχών αριστερά”, δεν αντιλαμβάνεται την αναγκαιότητα μίας ειδικής αντιπαράθεσης με τους φασίστες, μιας και ο εχθρός είναι ο “ολοκληρωτικός καπιταλισμός”, και μία τέτοια αντιπαράθεση θα μας έβγαζε έξω από την κύρια μάχη που γίνεται στους χώρους δουλειάς. Η εικόνα αυτή προκαλεί απελπισία, και όσο η αριστερά παραμένει κολλημένη σε αυτές τις εμμονές, θα είναι ανίκανη να κατανοήσει την πραγματικότητα, και να περάσει στην ουσιαστική και στοχευμένη δράση.

Αυτό που απουσιάζει είναι μία διαφορετική αντίληψη και πρακτική πάνω στο θέμα του φασισμού. Μία αριστερά που να έχει επίγνωση της ιστορικής διάστασης που έχει η αντιπαράθεση με τον φασισμό. Μια αριστερά που θεωρεί δικό της καθήκον, και όχι του αστικού κράτους, να τσακίσει τον φασισμό. Μια επαναστατική αριστερά που δεν θα κάνει το μυαλό της κουρκούτι με τις αντιλήψεις περί “κοινωνικού εκφασισμού” που πραγματώνεται μέσα στον “ολοκληρωτικό καπιταλισμό”, αδυνατώντας να διακρίνει την αστική δημοκρατία και το φασισμό, ταυτίζοντας τον Μιχαλολιάκο με τον Βενιζέλο και τον Τσίπρα ή να σαλτάρει στο άλλο άκρο εκλιπαρώντας την αστική δημοκρατία να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.

Η ιδεολογική και πολιτική αποδόμηση του ναζισμού, πρέπει να συνδεθεί με την οργάνωση της φυσικής αντιπαράθεσης με την χρυσαυγίτικη συμμορία. Οποιοσδήποτε ιδεολογικός και πολιτικός αγώνας, ξεχνά να πάρει υπόψη του και την αναμέτρηση στον δρόμο με την Χ.Α. είναι καταδικασμένος σε ήττα. Αγνοεί τους λόγους που η αστική τάξη θα επενδύσει στο σχέδιο της Χ.Α. που είναι το τσάκισμα του οργανωμένου εργατικού κινήματος, και η συντριβή κάθε αριστερής, κομμουνιστικής και αναρχικής συλλογικότητας.

Την ώρα που οι ναζί μαχαιρώνουν μετανάστες στον δρόμο, που χαρακώνουν με σπασμένα μπουκάλια το πρόσωπο 14 χρόνου παιδιού, που την πέφτουν σε συνεργεία αφισοκόλλησης αριστερών οργανώσεων, οφείλουμε να απαντήσουμε σε αυτές τις προκλήσεις. Δεν πρέπει να αφήσουμε ούτε ένα μετανάστη, ούτε ένα σύντροφο μας έκθετο στη συμμορία των ναζιστών. Κάθε πρωτοβουλία για να συγκροτηθεί από τις δυνάμεις της αριστεράς και της αναρχίας, το Ενιαίο Αντιφασιστικό Μέτωπο Δράσης, πρέπει να ενισχυθεί. Συγκροτώντας ανά περιοχή, ανά δήμο, και ανά κλάδο ομάδες κοινωνικής προστασίας και αυτοάμυνας. Οι οποίες θα είναι παρούσες στον δρόμο κάθε περιοχής και κάθε συνοικίας, με συχνές περιπολίες, ώστε με την παρουσία τους και μόνο θα αποτρέπουν κάθε υπόνοια φασιστικής δράσης. Ένα τέτοιο μέτωπο δεν προϋποθέτει καμία κοινή θέση για την ΕΕ, ή για το νόμισμα. Δεν χτίζεται πάνω σε μία προγραμματική συμφωνία, ούτε χρειάζεται κάποια κοινή σημαία. Είναι μία συμφωνία για δράση (χτυπάμε μαζί, βαδίζουμε χώρα), ένας συντονισμός και μια συστηματική κλιμάκωση της κινητοποίησης κλείνοντας τους φασίστες για πάντα μέσα στις τρώγλες.

Οδυσσέας Θαλλασινός

Ποιος θα αντιμετωπίσει τους φασίστες;  *

 


Το παρακάτω κείμενο είναι σχεδόν άγνωστο στην Ελλάδα και εξαιρετικά περιφρονημένο από τους ίδιους τους Τροτσκιστές παγκοσμίως. Διόλου περίεργο σε μια εποχή που η πλειοψηφία της αριστεράς, ακόμη και οι τροτσκιστικής αναφοράς οργανώσεις, πάσχουν από λεγκαλιστικές αυταπάτες, νομιμοφροσύνης απέναντι στις ακροδεξιές και φασιστικές ομάδες, ζητιανεύοντας από το αστικό κράτος να κάνει την δουλειά τους και καλώντας σε έναν «αφηρημένο αντιφασισμό».


Γράφτηκε τον Ιανουάριο του 1936 σαν γράμμα, απάντηση του Λέων Τρότσκι, στον Ολλανδό τροτσκιστή Χενκ Σνίβλιετ, κατόπιν ερωτήματος του τελευταίου, σχετικά με το σύνθημα του «αφοπλισμού των φασιστών» και της θέσης τους εκτός νόμου από το κράτος. 

Δημοσιεύθηκε με το τίτλο «Γράμμα στην Ολλανδία», τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους από το θεωρητικό περιοδικό των Ολλανδών τροτσκιστών «Informations Dients» τεύχος 10.

Στα ελληνικά μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβρη του 1984, από το θεωρητικό περιοδικό του ΕΕΚ, Επαναστατική Μαρξιστική Επιθεώρηση.


Στις αρχές του 1935 στην Γαλλία η κυβέρνηση των Ριζοσπαστών, είχε περάσει ένα νομοσχέδιο με το οποίο έθετε στην παρανομία μια σειρά φασιστικές οργανώσεις και επιχειρούσε να τις αφοπλίσει, μετά τις απειλητικές διαδηλώσεις και επιθέσεις που έκαναν. Ο νόμος πέρασε με την μορφή της πάλης για την «προστασία του συντάγματος». Αν και ήταν φανερό ότι, το νομικό αυτό οπλοστάσιο του κράτους, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εξίσου και κυρίως ενάντια στις οργανώσεις αυτό-άμυνας της εργατικής τάξης, τόσο οι Σοσιαλδημοκράτες, όσο και το Σταλινικό ΚΚ Γαλλίας, υπερψήφισαν τον νόμο. Η δεξιά κυβέρνηση της Ολλανδίας, αμέσως πρότεινε στην ολλανδική βουλή το ίδιο μέτρο.

Εκείνη την εποχή ο Χενκ Σνίβλιετ, ήταν εκλεγμένος βουλευτής στο ολλανδικό κοινοβούλιο, ως επικεφαλής του Επαναστατικού Εργατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος (R.S.A.P.), και συνεπώς καλούνταν να τοποθετηθεί στην ίδια την βουλή. Ο νόμος πέρασε τον Μάιο το ίδιου έτους, τρεις μήνες μετά από την επιστολή του Τρότσκι, με μοναδικές αρνητικές ψήφους, αυτήν του Σνίβλιετ και παραδόξως των τριών σταλινικών βουλευτών του Ολλανδικού ΚΚ που δεν ακολούθησαν την γραμμή των Γάλλων συντρόφων τους.


Ο Χενκ Σνίβλιετ (1883-1942) ήταν μια σπουδαία φυσιογνωμία του Ολλανδικού και Ινδονησιακού εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, καθώς μαζί με τους Γκόρτερ και Πάνεκουκ, θα αποτελέσουν την ηγετική ομάδα των αριστερών ολλανδών Σοσιαλδημοκρατών που θα ιδρύσουν το ΚΚ Ολλανδίας. Θα σταλεί στην Ινδονησία που τότε ήταν Ολλανδική αποικία, ιδρύοντας εκεί το Ινδονησιακό ΚΚ, κάνοντας μια επιστημονική ανάλυση του εξαρτημένου καπιταλισμού της χώρας και θα καθοδηγήσει τα πρώτα εργατικά κινήματα της αποικίας που παλεύουν για κοινωνική και εθνική χειραφέτηση. Θα συγκρουστεί με την σταλινική πολιτική της Κομιντερν το 1927 με αφορμή την πολιτική της στην προδοσία της πρώτης Κινέζικης επανάστασης και θα αποχωρήσει μαζί με την πλειοψηφία του Ολλανδικού ΚΚ, ιδρύοντας το Επαναστατικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα. 

Το Επαναστατικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα θα είναι ένα από τα 4 κόμματα που θα πάρουν την πρωτοβουλία για την ίδρυση της 4ης Διεθνούς το 1933. Λίγο πριν το ξέσπασμα του πολέμου, ο Σνίβλιετ θα διαφωνήσει με την 4η Διεθνή για οργανωτικά ζητήματα και θα αποχωρήσει. Κατά την διάρκεια της Ναζιστικής κατοχής της χώρας θα φτιάξει το πρώτο και μεγαλύτερο δίκτυο παρτιζάνων σαμποτέρ στην χώρα. Θα σκοτωθεί από τους Ναζί, πολεμώντας ηρωικά το 1942.

 

 

Η ΑΣΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ Η ΠΑΛΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ

 

 

                                                                                                   13 Γενάρη 1936

 

 


Αγαπητέ φίλε,



Το ζήτημα της στάσης μας απέναντι στα κυβερνητικά μέτρα που υποτίθεται στοχεύουν ενάντια στο φασισμό είναι εξαιρετικά σημαντικό.


Μια και η αστική δημοκρατία είναι ιστορικά χρεοκοπημένη, δεν είναι πια σε θέση να αμυνθεί στο δικό της χωράφι ενάντια στους εχθρούς της από τα δεξιά και τα αριστερά. Δηλαδή, για να διατηρηθεί το δημοκρατικό καθεστώς πρέπει προοδευτικά να διαλυθεί  μέσα από αναγκαστικούς νόμους και διοικητικές αυθαιρεσίες. Αυτή η αυτοδιάλυση της δημοκρατίας στην πάλη ενάντια στη δεξιά και την αριστερά, φέρνει στο προσκήνιο τον Βοναπαρτισμό της αποσύνθεσης, που έχει ανάγκη και τον δεξιό και τον αριστερό κίνδυνο για την αβέβαιη ύπαρξη του, ώστε να τους χρησιμοποιεί τον ένα ενάντια στον άλλο και να ανυψώνεται προοδευτικά πάνω από την κοινωνία και τον κοινοβουλευτισμό της. Το καθεστώς Κόλιζν [1] μου φάνηκε για πολύ καιρό σαν ένα εν δυνάμει βοναπαρτιστικό καθεστώς.



Σε αυτή την εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο, ο κύριος εχθρός του βοναπαρτισμού παραμένει βέβαια, η επαναστατική πτέρυγα του προλεταριάτου. Έτσι μπορούμε να πούμε με απόλυτη βεβαιότητα ότι καθώς η ταξική πάλη βαθαίνει, όλοι οι αναγκαστικοί νόμοι, οι έκτακτες εξουσίες, κ.λ.π. θα χρησιμοποιηθούν ενάντια στο προλεταριάτο.



Αφού οι Γάλλοι σταλινικοί και σοσιαλιστές ψήφισαν υπέρ της διοικητικής διάλυσης των παραστρατιωτικών οργανώσεων, ο παλιάνθρωπος Μαρσέλ Κασέν [2] έγραψε στην «Ουμανιτέ» περίπου τα εξής: «Μια μεγάλη νίκη….Φυσικά, γνωρίζουμε ότι στην καπιταλιστική κοινωνία όλοι οι νόμοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν ενάντια στο προλεταριάτο. Αλλά θα προσπαθήσουμε να το αποφύγουμε αυτό, κ.λ.π.». Το ψέμα εδώ βρίσκεται στη λέξη «μπορούν». Αυτό που θα έπρεπε να ειπωθεί είναι:


«Γνωρίζουμε ότι καθώς βαθαίνει η κοινωνική κρίση, όλα αυτά τα μέτρα θα χρησιμοποιηθούν ενάντια στο προλεταριάτο με δεκαπλάσια ένταση». Υπάρχει ένα απλό συμπέρασμα να βγει από εδώ: Δεν μπορούμε να οικοδομήσουμε το Βοναπαρτισμό της αποσύνθεσης με τα χέρια μας και να του δώσουμε και τις αλυσίδες που αναπόφευκτα θα χρησιμοποιήσει για να αλυσοδέσει την προλεταριακή πρωτοπορία.



Αυτό δε σημαίνει ότι στο άμεσο μέλλον ο Κόλιζν δεν θα θέλει να ελευθερώσει το δεξί του αγκώνα από την υπερβολική θρασύτητα των φασιστών. Η κοινωνική επανάσταση στην Ολλανδία δεν εμφανίζεται σαν μια άμεση απειλή. Το μεγάλο κεφάλαιο ελπίζει να μετριάσει τους απειλητικούς κινδύνους χρησιμοποιώντας το ισχυρό, συγκεντρωτικό
δηλαδή βοναπαρτιστικό και μισο – βοναπαρτιστικό κράτος. Αλλά για να κρατήσει τον πραγματικό εχθρό, το επαναστατικό προλεταριάτο στα όρια του, ο Κόλιζν ποτέ δεν θα εξοντώσει τελείως ούτε καν θα εκτροχιάσει τον φασισμό. Το πολύ να τον διατηρεί απλά κάτω από τον έλεγχο του. Για αυτό, το σύνθημα της διάλυσης και του αφοπλισμού των φασιστικών συμμοριών από το κράτος και η έγκριση για τέτοια μέτρα είναι πέρα για πέρα αντιδραστικό (οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες φωνάζουν: «Το κράτος πρέπει να δράσει!»). 

Αυτό σημαίνει να φτιαχτεί ένα μαστίγιο από το πετσί του προλεταριάτου που οι βοναπάρτες διαιτητές μπορούν να χρησιμοποιήσουν για να χαϊδέψουν μαλακά εδώ ή εκεί, τα φασιστικά οπίσθια. Αλλά είναι η αναπόδραστη μας ευθύνη και καθήκον να προστατέψουμε το πετσί της εργατικής τάξης και όχι να δίνουμε το μαστίγιο στο φασισμό.



Υπάρχει ακόμα μια πλευρά στην ίδια κατάσταση που φαίνεται ακόμα πιο σημαντική. Η αστική δημοκρατία είναι μια απάτη από την ίδια της την ουσία. Όσο περισσότερο ανθίζει, τόσο λιγότερο μπορεί να χρησιμοποιηθεί από το προλεταριάτο όπως απέδειξε η ιστορία της Αγγλίας και των Ενωμένων Πολιτειών. Αλλά η διαλεκτική της ιστορίας διατάζει ότι η αστική δημοκρατία μπορεί να γίνει μια πανίσχυρη πραγματικότητα για το προλεταριάτο την ίδια στιγμή που καταρρέει. Ο φασισμός είναι το εξωτερικό σημάδι αυτής της αποσύνθεσης.



Η πάλη ενάντια στο φασισμό, η υπεράσπιση των θέσεων που έχει κερδίσει η εργατική τάξη μέσα στα πλαίσια της αποσυντιθέμενης δημοκρατίας μπορούν να γίνουν μια πανίσχυρη πραγματικότητα, μια και δίνει τη δυνατότητα στην εργατική τάξη να προετοιμαστεί για τις οξύτερες μάχες και εν μέρει να εξοπλιστεί. Τα δύο τελευταία χρόνια στη Γαλλία, από τις 6 Φλεβάρη 1934 [3], έχουν δώσει στις εργατικές οργανώσεις μια εξαιρετική ευκαιρία κι ίσως μια που δεν θα επαναληφθεί τόσο σύντομα  να κινητοποιήσουν το προλεταριάτο και τη μικροαστική τάξη στο πλευρό της επανάστασης, να δημιουργήσουν εργατική πολιτοφυλακή, κ.λ.π.



Αυτή η πολύτιμη ευκαιρία δίνεται από την αποσύνθεση της δημοκρατίας, από την καθαρή της αδυναμία να διατηρήσει την «τάξη» με τα παλιά μέσα και με τον εξίσου καθαρό κίνδυνο που απειλεί τις εργαζόμενες μάζες. Όποιος δεν εκμεταλλεύεται αυτή την κατάσταση  και καλεί το «κράτος» δηλαδή τον ταξικό εχθρό, να «δράσει» στην πραγματικότητα πουλάει το πετσί του προλεταριάτου στη βοναπαρτιστική αντίδραση.



Επομένως, πρέπει να ψηφίζουμε ενάντια σε όλα τα μέτρα που δυναμώνουν το καπιταλιστικό – βοναπαρτιστικό κράτος, ακόμα και εκείνα τα μέτρα που μπορεί προς στιγμή να προκαλούν προσωρινή δυσαρέσκεια στους φασίστες. Φυσικά οι σοσιαλδημοκράτες και οι σταλινικοί θα πουν ότι υπερασπιζόμαστε τους φασίστες απέναντι στον Πατέρα Κόλιζν, που στο κάτω κάτω, είναι καλύτερος  από τον κακό Μουσέρτ [4]

Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι βλέπουμε μακρύτερα από τους άλλους και ότι οι μελλοντικές εξελίξεις θα επιβεβαιώσουν απόλυτα τις αντιλήψεις και τις απαιτήσεις μας.


Μπορούμε όμως να διατυπώσουμε μερικές τροπολογίες που όταν απορριφθούν, θα κάνουν καθαρό σε κάθε εργάτη ότι αυτό που διακυβεύεται δεν είναι ο πισινός των φασιστών αλλά το πετσί του προλεταριάτου. Για παράδειγμα:



(1) Οι εργατικές φρουρές δεν πρέπει με κανένα τρόπο να θιχτούν από αυτό το νόμο, ακόμα και αν χρειαστεί να αναλάβουν δράση ενάντια στους απεργοσπάστες, τους φασίστες και άλλα λούμπεν στοιχεία.



(2) Τα συνδικάτα και οι πολιτικές οργανώσεις της εργατικής τάξης διατηρούν το δικαίωμα να φτιάχνουν και να εξοπλίζουν τις οργανώσεις αυτοάμυνας απέναντι στο φασιστικό κίνδυνο. Το κράτος δεσμεύεται να βοηθήσει αυτές τις οργανώσεις με όπλα, πυρομαχικά και οικονομική υποστήριξη αν ζητηθεί.



Στο κοινοβούλιο αυτές οι προτάσεις ακούγονται μάλλον περίεργα και οι κύριοι κυβερνητικοί και οι σταλινικοί θα τις θεωρήσουν ότι «σοκάρουν». Αλλά ο μέσος εργάτης, όχι μόνο στο NAS [5], αλλά και στα ρεφορμιστικά συνδικάτα θα τις βρει δικαιολογημένες. Φυσικά, προτείνω αυτές τις τροπολογίες μονάχα σαν παράδειγμα. Θα μπορούσε ίσως να βρει κανείς καλύτερες, πιο ακριβείς διατυπώσεις.



Οι κύριοι σοσιαλδημοκράτες και σταλινικοί θα αρνηθούν να τις υποστηρίξουν ή ακόμα θα τις καταψηφίσουν; Ακόμη και αν τις υποστηρίξουν οι τροπολογίες θα απορριφθούν έτσι κι αλλιώς και έτσι θα είναι απόλυτα καθαρό γιατί ψηφίζουμε ενάντια στο κυβερνητικό σχέδιο σαν σύνολο – και πρέπει να το κάνουμε αυτό, χωρίς την παραμικρή δεύτερη σκέψη για τους λόγους που έδωσα παραπάνω ακόμα και αν ο κοινοβουλευτισμός του Κόλιζν θεωρήσει εκτός θέματος αυτές τις τροπολογίες στη βάση ότι αφορούν μονάχα την τεχνική της προπαγάνδας και όχι την ουσία του ζητήματος.



Πρέπει να πάρουμε σοβαρά μέτρα ενάντια στον αφηρημένο «αντιφασιστικό» τρόπο σκέψης που διεισδύει ακόμα και στις γραμμές μας μερικές φορές. Ο «αντιφασισμός» δεν είναι τίποτε – μια άδεια έννοια που χρησιμοποιείται για να καλύπτει τη σταλινική κατεργαριά. Στο όνομα του «αντιφασισμού» θεσμοποίησαν την ταξική συνεργασία με τους Ριζοσπάστες. Πολλοί από τους συντρόφους μας θέλουν να δώσουν στο «Λαϊκό Μέτωπο», δηλαδή στην ταξική συνεργασία, θετική υποστήριξη με τον ίδιο τρόπο που είμαστε έτοιμοι να υποστηρίξουμε  το ενιαίο μέτωπο, δηλαδή το διαχωρισμό του προλεταριάτου από τις άλλες τάξεις. 

Ξεκινώντας από το απόλυτα λαθεμένο σύνθημα του «Λαϊκού Μετώπου στην εξουσία» στο όνομα του «αντιφασισμού», προχωρούν ακόμα παραπέρα και διακηρύσσουν  ότι είναι πρόθυμοι να υποστηρίξουν τον Βοναπαρτισμό γιατί ψήφος στο «αντιφασιστικό» νομοσχέδιο του Κόλιζν δε θα σήμαινε τίποτε λιγότερο από άμεση υποστήριξη στον Βοναπαρτισμό.



Σημειώσεις:



[1] Ο Χέντρικ Κόλιζν (1869-1944) ήταν ο δεξιός πρωθυπουργός εκείνη την εποχή, που είχε επανιδρύσει το «Αντεπαναστατικό Κόμμα». Αυτό το κόμμα αρχικά είχε φτιαχτεί την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης για να την αντιμετωπίσει. Στην σύγχρονη εκδοχή του Κόλιζν, που κυβέρνησε δύο φορές μεταξύ 1925-1926 και 1933-1939, ήταν ένα δεξιό λαϊκιστικό κόμμα που συνένωνε τους μικροαστούς της χώρας υπό την ηγεσία της αστικής τάξης.


[2] Ο Μαρσέλ Κασέν ήταν ο ηγέτης του ΚΚ Γαλλίας.


[3] 6 Φεβρουαρίου 1934, ήταν η μέρα που οι Γάλλοι φασιστές επιχείρησαν μια μίνι εξέγερση-πραξικόπημα καταλαμβάνοντας τους δρόμους του Παρισίου και επιχειρώντας να καταλύσουν την δημοκρατία. Σαν αντίδραση, ένα γιγάντιο εργατικό κίνημα ξεσηκώθηκε την επόμενη περίοδο εναντίον τους, μπαίνοντας φραγμός και καταλαμβάνοντας το σύνολο των εργοστασίων και των βασικών επιχειρήσεων της χώρας. Τελικά οι σοσιαλδημοκράτες και οι σταλινικοί θα αποπροσανατολίσουν και θα εγκλωβίσουν το κίνημα αυτό στην κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου το 1936.


[4] Ο Άντον Άντριαν Μουσέερτ (1894-1946) ήταν ο ηγέτης των Ολλανδών φασιστών Εθνικο-Σοσιαλιστικό Κίνημα που είχε ιδρυθεί το 1931. Τοποθετήθηκε ως επικεφαλής της κατοχικής κυβέρνησης από τους Ναζί κατά την διάρκεια της κατοχής. Δικάστηκε και καταδικάστηκε μετά την απελευθέρωση της χώρας και τουφεκίστηκε το 1944. 


[5] NAS (Πανεθνική Οργάνωση Εργαζομένων), ήταν μια μικρή εργατική συνδικαλιστική ομοσπονδία της αριστεράς, στην οποία προέδρευε ο Σνίβλιετ εκείνη την εποχή.

Πηγή:ergatis.wordpress.com
via Παραναγνώστης  

* Ευχαριστούμε τον Παραναγνώστη για την υπενθύμιση
 

Ποιος θα αντιμετωπίσει τους φασίστες;


Το παρακάτω κείμενο είναι σχεδόν άγνωστο στην Ελλάδα και εξαιρετικά περιφρονημένο από τους ίδιους τους Τροτσκιστές παγκοσμίως. Διόλου περίεργο σε μια εποχή που η πλειοψηφία της αριστεράς, ακόμη και οι τροτσκιστικής αναφοράς οργανώσεις, πάσχουν από λεγκαλιστικές αυταπάτες, νομιμοφροσύνης απέναντι στις ακροδεξιές και φασιστικές ομάδες, ζητιανεύοντας από το αστικό κράτος να κάνει την δουλειά τους και καλώντας σε έναν «αφηρημένο αντιφασισμό».


Γράφτηκε τον Ιανουάριο του 1936 σαν γράμμα, απάντηση του Λέων Τρότσκι, στον Ολλανδό τροτσκιστή Χενκ Σνίβλιετ, κατόπιν ερωτήματος του τελευταίου, σχετικά με το σύνθημα του «αφοπλισμού των φασιστών» και της θέσης τους εκτός νόμου από το κράτος. 


Δημοσιεύθηκε με το τίτλο «Γράμμα στην Ολλανδία», τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους από το θεωρητικό περιοδικό των Ολλανδών τροτσκιστών «Informations Dients» τεύχος 10.

Στα ελληνικά μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβρη του 1984, από το θεωρητικό περιοδικό του ΕΕΚ, Επαναστατική Μαρξιστική Επιθεώρηση.


Στις αρχές του 1935 στην Γαλλία η κυβέρνηση των Ριζοσπαστών, είχε περάσει ένα νομοσχέδιο με το οποίο έθετε στην παρανομία μια σειρά φασιστικές οργανώσεις και επιχειρούσε να τις αφοπλίσει, μετά τις απειλητικές διαδηλώσεις και επιθέσεις που έκαναν. Ο νόμος πέρασε με την μορφή της πάλης για την «προστασία του συντάγματος». Αν και ήταν φανερό ότι, το νομικό αυτό οπλοστάσιο του κράτους, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εξίσου και κυρίως ενάντια στις οργανώσεις αυτό-άμυνας της εργατικής τάξης, τόσο οι Σοσιαλδημοκράτες, όσο και το Σταλινικό ΚΚ Γαλλίας, υπερψήφισαν τον νόμο. Η δεξιά κυβέρνηση της Ολλανδίας, αμέσως πρότεινε στην ολλανδική βουλή το ίδιο μέτρο.

Εκείνη την εποχή ο Χενκ Σνίβλιετ, ήταν εκλεγμένος βουλευτής στο ολλανδικό κοινοβούλιο, ως επικεφαλής του Επαναστατικού Εργατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος (R.S.A.P.), και συνεπώς καλούνταν να τοποθετηθεί στην ίδια την βουλή. Ο νόμος πέρασε τον Μάιο το ίδιου έτους, τρεις μήνες μετά από την επιστολή του Τρότσκι, με μοναδικές αρνητικές ψήφους, αυτήν του Σνίβλιετ και παραδόξως των τριών σταλινικών βουλευτών του Ολλανδικού ΚΚ που δεν ακολούθησαν την γραμμή των Γάλλων συντρόφων τους.


Ο Χενκ Σνίβλιετ (1883-1942) ήταν μια σπουδαία φυσιογνωμία του Ολλανδικού και Ινδονησιακού εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, καθώς μαζί με τους Γκόρτερ και Πάνεκουκ, θα αποτελέσουν την ηγετική ομάδα των αριστερών ολλανδών Σοσιαλδημοκρατών που θα ιδρύσουν το ΚΚ Ολλανδίας. Θα σταλεί στην Ινδονησία που τότε ήταν Ολλανδική αποικία, ιδρύοντας εκεί το Ινδονησιακό ΚΚ, κάνοντας μια επιστημονική ανάλυση του εξαρτημένου καπιταλισμού της χώρας και θα καθοδηγήσει τα πρώτα εργατικά κινήματα της αποικίας που παλεύουν για κοινωνική και εθνική χειραφέτηση. Θα συγκρουστεί με την σταλινική πολιτική της Κομιντερν το 1927 με αφορμή την πολιτική της στην προδοσία της πρώτης Κινέζικης επανάστασης και θα αποχωρήσει μαζί με την πλειοψηφία του Ολλανδικού ΚΚ, ιδρύοντας το Επαναστατικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα. 


Το Επαναστατικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα θα είναι ένα από τα 4 κόμματα που θα πάρουν την πρωτοβουλία για την ίδρυση της 4ης Διεθνούς το 1933. Λίγο πριν το ξέσπασμα του πολέμου, ο Σνίβλιετ θα διαφωνήσει με την 4η Διεθνή για οργανωτικά ζητήματα και θα αποχωρήσει. Κατά την διάρκεια της Ναζιστικής κατοχής της χώρας θα φτιάξει το πρώτο και μεγαλύτερο δίκτυο παρτιζάνων σαμποτέρ στην χώρα. Θα σκοτωθεί από τους Ναζί, πολεμώντας ηρωικά το 1942.

Η ΑΣΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ Η ΠΑΛΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ

                                                                                                   13 Γενάρη 1936

Αγαπητέ φίλε,


Το ζήτημα της στάσης μας απέναντι στα κυβερνητικά μέτρα που υποτίθεται στοχεύουν ενάντια στο φασισμό είναι εξαιρετικά σημαντικό.

Μια και η αστική δημοκρατία είναι ιστορικά χρεοκοπημένη, δεν είναι πια σε θέση να αμυνθεί στο δικό της χωράφι ενάντια στους εχθρούς της από τα δεξιά και τα αριστερά. Δηλαδή, για να διατηρηθεί το δημοκρατικό καθεστώς πρέπει προοδευτικά να διαλυθεί  μέσα από αναγκαστικούς νόμους και διοικητικές αυθαιρεσίες. Αυτή η αυτοδιάλυση της δημοκρατίας στην πάλη ενάντια στη δεξιά και την αριστερά, φέρνει στο προσκήνιο τον Βοναπαρτισμό της αποσύνθεσης, που έχει ανάγκη και τον δεξιό και τον αριστερό κίνδυνο για την αβέβαιη ύπαρξη του, ώστε να τους χρησιμοποιεί τον ένα ενάντια στον άλλο και να ανυψώνεται προοδευτικά πάνω από την κοινωνία και τον κοινοβουλευτισμό της. Το καθεστώς Κόλιζν [1] μου φάνηκε για πολύ καιρό σαν ένα εν δυνάμει βοναπαρτιστικό καθεστώς.


Σε αυτή την εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο, ο κύριος εχθρός του βοναπαρτισμού παραμένει βέβαια, η επαναστατική πτέρυγα του προλεταριάτου. Έτσι μπορούμε να πούμε με απόλυτη βεβαιότητα ότι καθώς η ταξική πάλη βαθαίνει, όλοι οι αναγκαστικοί νόμοι, οι έκτακτες εξουσίες, κ.λ.π. θα χρησιμοποιηθούν ενάντια στο προλεταριάτο.


Αφού οι Γάλλοι σταλινικοί και σοσιαλιστές ψήφισαν υπέρ της διοικητικής διάλυσης των παραστρατιωτικών οργανώσεων, ο παλιάνθρωπος Μαρσέλ Κασέν [2] έγραψε στην «Ουμανιτέ» περίπου τα εξής: «Μια μεγάλη νίκη….Φυσικά, γνωρίζουμε ότι στην καπιταλιστική κοινωνία όλοι οι νόμοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν ενάντια στο προλεταριάτο. Αλλά θα προσπαθήσουμε να το αποφύγουμε αυτό, κ.λ.π.». Το ψέμα εδώ βρίσκεται στη λέξη «μπορούν». Αυτό που θα έπρεπε να ειπωθεί είναι:

«Γνωρίζουμε ότι καθώς βαθαίνει η κοινωνική κρίση, όλα αυτά τα μέτρα θα χρησιμοποιηθούν ενάντια στο προλεταριάτο με δεκαπλάσια ένταση». Υπάρχει ένα απλό συμπέρασμα να βγει από εδώ: Δεν μπορούμε να οικοδομήσουμε το Βοναπαρτισμό της αποσύνθεσης με τα χέρια μας και να του δώσουμε και τις αλυσίδες που αναπόφευκτα θα χρησιμοποιήσει για να αλυσοδέσει την προλεταριακή πρωτοπορία.


Αυτό δε σημαίνει ότι στο άμεσο μέλλον ο Κόλιζν δεν θα θέλει να ελευθερώσει το δεξί του αγκώνα από την υπερβολική θρασύτητα των φασιστών. Η κοινωνική επανάσταση στην Ολλανδία δεν εμφανίζεται σαν μια άμεση απειλή. Το μεγάλο κεφάλαιο ελπίζει να μετριάσει τους απειλητικούς κινδύνους χρησιμοποιώντας το ισχυρό, συγκεντρωτικό
δηλαδή βοναπαρτιστικό και μισο – βοναπαρτιστικό κράτος. Αλλά για να κρατήσει τον πραγματικό εχθρό, το επαναστατικό προλεταριάτο στα όρια του, ο Κόλιζν ποτέ δεν θα εξοντώσει τελείως ούτε καν θα εκτροχιάσει τον φασισμό. Το πολύ να τον διατηρεί απλά κάτω από τον έλεγχο του. Για αυτό, το σύνθημα της διάλυσης και του αφοπλισμού των φασιστικών συμμοριών από το κράτος και η έγκριση για τέτοια μέτρα είναι πέρα για πέρα αντιδραστικό (οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες φωνάζουν: «Το κράτος πρέπει να δράσει!»). 

Αυτό σημαίνει να φτιαχτεί ένα μαστίγιο από το πετσί του προλεταριάτου που οι βοναπάρτες διαιτητές μπορούν να χρησιμοποιήσουν για να χαϊδέψουν μαλακά εδώ ή εκεί, τα φασιστικά οπίσθια. Αλλά είναι η αναπόδραστη μας ευθύνη και καθήκον να προστατέψουμε το πετσί της εργατικής τάξης και όχι να δίνουμε το μαστίγιο στο φασισμό.


Υπάρχει ακόμα μια πλευρά στην ίδια κατάσταση που φαίνεται ακόμα πιο σημαντική. Η αστική δημοκρατία είναι μια απάτη από την ίδια της την ουσία. Όσο περισσότερο ανθίζει, τόσο λιγότερο μπορεί να χρησιμοποιηθεί από το προλεταριάτο όπως απέδειξε η ιστορία της Αγγλίας και των Ενωμένων Πολιτειών. Αλλά η διαλεκτική της ιστορίας διατάζει ότι η αστική δημοκρατία μπορεί να γίνει μια πανίσχυρη πραγματικότητα για το προλεταριάτο την ίδια στιγμή που καταρρέει. Ο φασισμός είναι το εξωτερικό σημάδι αυτής της αποσύνθεσης.


Η πάλη ενάντια στο φασισμό, η υπεράσπιση των θέσεων που έχει κερδίσει η εργατική τάξη μέσα στα πλαίσια της αποσυντιθέμενης δημοκρατίας μπορούν να γίνουν μια πανίσχυρη πραγματικότητα, μια και δίνει τη δυνατότητα στην εργατική τάξη να προετοιμαστεί για τις οξύτερες μάχες και εν μέρει να εξοπλιστεί. Τα δύο τελευταία χρόνια στη Γαλλία, από τις 6 Φλεβάρη 1934 [3], έχουν δώσει στις εργατικές οργανώσεις μια εξαιρετική ευκαιρία κι ίσως μια που δεν θα επαναληφθεί τόσο σύντομα  να κινητοποιήσουν το προλεταριάτο και τη μικροαστική τάξη στο πλευρό της επανάστασης, να δημιουργήσουν εργατική πολιτοφυλακή, κ.λ.π.


Αυτή η πολύτιμη ευκαιρία δίνεται από την αποσύνθεση της δημοκρατίας, από την καθαρή της αδυναμία να διατηρήσει την «τάξη» με τα παλιά μέσα και με τον εξίσου καθαρό κίνδυνο που απειλεί τις εργαζόμενες μάζες. Όποιος δεν εκμεταλλεύεται αυτή την κατάσταση  και καλεί το «κράτος» δηλαδή τον ταξικό εχθρό, να «δράσει» στην πραγματικότητα πουλάει το πετσί του προλεταριάτου στη βοναπαρτιστική αντίδραση.


Επομένως, πρέπει να ψηφίζουμε ενάντια σε όλα τα μέτρα που δυναμώνουν το καπιταλιστικό – βοναπαρτιστικό κράτος, ακόμα και εκείνα τα μέτρα που μπορεί προς στιγμή να προκαλούν προσωρινή δυσαρέσκεια στους φασίστες. Φυσικά οι σοσιαλδημοκράτες και οι σταλινικοί θα πουν ότι υπερασπιζόμαστε τους φασίστες απέναντι στον Πατέρα Κόλιζν, που στο κάτω κάτω, είναι καλύτερος  από τον κακό Μουσέρτ [4]

Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι βλέπουμε μακρύτερα από τους άλλους και ότι οι μελλοντικές εξελίξεις θα επιβεβαιώσουν απόλυτα τις αντιλήψεις και τις απαιτήσεις μας.

Μπορούμε όμως να διατυπώσουμε μερικές τροπολογίες που όταν απορριφθούν, θα κάνουν καθαρό σε κάθε εργάτη ότι αυτό που διακυβεύεται δεν είναι ο πισινός των φασιστών αλλά το πετσί του προλεταριάτου. Για παράδειγμα:


(1) Οι εργατικές φρουρές δεν πρέπει με κανένα τρόπο να θιχτούν από αυτό το νόμο, ακόμα και αν χρειαστεί να αναλάβουν δράση ενάντια στους απεργοσπάστες, τους φασίστες και άλλα λούμπεν στοιχεία.


(2) Τα συνδικάτα και οι πολιτικές οργανώσεις της εργατικής τάξης διατηρούν το δικαίωμα να φτιάχνουν και να εξοπλίζουν τις οργανώσεις αυτοάμυνας απέναντι στο φασιστικό κίνδυνο. Το κράτος δεσμεύεται να βοηθήσει αυτές τις οργανώσεις με όπλα, πυρομαχικά και οικονομική υποστήριξη αν ζητηθεί.


Στο κοινοβούλιο αυτές οι προτάσεις ακούγονται μάλλον περίεργα και οι κύριοι κυβερνητικοί και οι σταλινικοί θα τις θεωρήσουν ότι «σοκάρουν». Αλλά ο μέσος εργάτης, όχι μόνο στο NAS [5], αλλά και στα ρεφορμιστικά συνδικάτα θα τις βρει δικαιολογημένες. Φυσικά, προτείνω αυτές τις τροπολογίες μονάχα σαν παράδειγμα. Θα μπορούσε ίσως να βρει κανείς καλύτερες, πιο ακριβείς διατυπώσεις.


Οι κύριοι σοσιαλδημοκράτες και σταλινικοί θα αρνηθούν να τις υποστηρίξουν ή ακόμα θα τις καταψηφίσουν; Ακόμη και αν τις υποστηρίξουν οι τροπολογίες θα απορριφθούν έτσι κι αλλιώς και έτσι θα είναι απόλυτα καθαρό γιατί ψηφίζουμε ενάντια στο κυβερνητικό σχέδιο σαν σύνολο – και πρέπει να το κάνουμε αυτό, χωρίς την παραμικρή δεύτερη σκέψη για τους λόγους που έδωσα παραπάνω ακόμα και αν ο κοινοβουλευτισμός του Κόλιζν θεωρήσει εκτός θέματος αυτές τις τροπολογίες στη βάση ότι αφορούν μονάχα την τεχνική της προπαγάνδας και όχι την ουσία του ζητήματος.


Πρέπει να πάρουμε σοβαρά μέτρα ενάντια στον αφηρημένο «αντιφασιστικό» τρόπο σκέψης που διεισδύει ακόμα και στις γραμμές μας μερικές φορές. Ο «αντιφασισμός» δεν είναι τίποτε – μια άδεια έννοια που χρησιμοποιείται για να καλύπτει τη σταλινική κατεργαριά. Στο όνομα του «αντιφασισμού» θεσμοποίησαν την ταξική συνεργασία με τους Ριζοσπάστες. Πολλοί από τους συντρόφους μας θέλουν να δώσουν στο «Λαϊκό Μέτωπο», δηλαδή στην ταξική συνεργασία, θετική υποστήριξη με τον ίδιο τρόπο που είμαστε έτοιμοι να υποστηρίξουμε  το ενιαίο μέτωπο, δηλαδή το διαχωρισμό του προλεταριάτου από τις άλλες τάξεις. 


Ξεκινώντας από το απόλυτα λαθεμένο σύνθημα του «Λαϊκού Μετώπου στην εξουσία» στο όνομα του «αντιφασισμού», προχωρούν ακόμα παραπέρα και διακηρύσσουν  ότι είναι πρόθυμοι να υποστηρίξουν τον Βοναπαρτισμό γιατί ψήφος στο «αντιφασιστικό» νομοσχέδιο του Κόλιζν δε θα σήμαινε τίποτε λιγότερο από άμεση υποστήριξη στον Βοναπαρτισμό.


Σημειώσεις:


[1] Ο Χέντρικ Κόλιζν (1869-1944) ήταν ο δεξιός πρωθυπουργός εκείνη την εποχή, που είχε επανιδρύσει το «Αντεπαναστατικό Κόμμα». Αυτό το κόμμα αρχικά είχε φτιαχτεί την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης για να την αντιμετωπίσει. Στην σύγχρονη εκδοχή του Κόλιζν, που κυβέρνησε δύο φορές μεταξύ 1925-1926 και 1933-1939, ήταν ένα δεξιό λαϊκιστικό κόμμα που συνένωνε τους μικροαστούς της χώρας υπό την ηγεσία της αστικής τάξης.

[2] Ο Μαρσέλ Κασέν ήταν ο ηγέτης του ΚΚ Γαλλίας.

[3] 6 Φεβρουαρίου 1934, ήταν η μέρα που οι Γάλλοι φασιστές επιχείρησαν μια μίνι εξέγερση-πραξικόπημα καταλαμβάνοντας τους δρόμους του Παρισίου και επιχειρώντας να καταλύσουν την δημοκρατία. Σαν αντίδραση, ένα γιγάντιο εργατικό κίνημα ξεσηκώθηκε την επόμενη περίοδο εναντίον τους, μπαίνοντας φραγμός και καταλαμβάνοντας το σύνολο των εργοστασίων και των βασικών επιχειρήσεων της χώρας. Τελικά οι σοσιαλδημοκράτες και οι σταλινικοί θα αποπροσανατολίσουν και θα εγκλωβίσουν το κίνημα αυτό στην κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου το 1936.

[4] Ο Άντον Άντριαν Μουσέερτ (1894-1946) ήταν ο ηγέτης των Ολλανδών φασιστών Εθνικο-Σοσιαλιστικό Κίνημα που είχε ιδρυθεί το 1931. Τοποθετήθηκε ως επικεφαλής της κατοχικής κυβέρνησης από τους Ναζί κατά την διάρκεια της κατοχής. Δικάστηκε και καταδικάστηκε μετά την απελευθέρωση της χώρας και τουφεκίστηκε το 1944. 

[5] NAS (Πανεθνική Οργάνωση Εργαζομένων), ήταν μια μικρή εργατική συνδικαλιστική ομοσπονδία της αριστεράς, στην οποία προέδρευε ο Σνίβλιετ εκείνη την εποχή.

Πηγή:ergatis.wordpress.com
via Παραναγνώστης