RSS

Category Archives: Marx/Engels

1η Οκτώβρη 1867: εκδίδεται το κεφάλαιο του Καρλ Μαρξ


Κατεβάστε σε ηλεκτρονική μορφή το κεφάλαιο


Τόμος 1ος

Τόμος 2ος

Τόμος 3ος

Θεωρίες για την υπεραξία

 
Leave a comment

Posted by on October 1, 2012 in Marx, Marx/Engels

 

Το Πολιτικό Κόμμα στην σκέψη των Μαρξ/Ένγκελς

Πηγή: Μαρξιστική Επιθεώρηση PRAXIS

H μελέτη του πολιτικού κόμματος στην σκέψη των κλασικών του Μαρξισμού είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με τα χαρακτηριστικά της ταξικής πάλης στις κοινωνίες που πρώτες δέχτηκαν τις συνέπειες της βιομηχανικής επανάστασης (1). Η μορφή και το περιεχόμενο που θα πάρει η προσπάθεια του εργατικού κινήματος να συγκροτηθεί θα έχει σαν αποτέλεσμα τις πρώτες εργατικές ενώσεις και στο τέλος του 19ου αιώνα τα πρώτα εργατικά πολιτικά κόμματα (2).

Η ίδρυση αυτών των κομμάτων σηματοδοτεί την απαρχή της αυτόνομης παρουσίας των εργατικών οργανώσεων μετά από μια περίοδο σκληρών ταξικών αγώνων (που θα κορυφωθούν με την Παρισινή Κομμούνα το 1871). Την περίοδο αυτή η αυτοτέλεια της έκφρασης των εργατικών συμφερόντων υπήρχε κυρίως στο συνδικαλιστικό επίπεδο και στις αμυντικές μάχες ενάντια στα μέτρα που προωθούσαν οι αστικές τάξεις, ενώ στο πολιτικό εμφανίζονταν κυρίως με την μορφή της “αριστερής πτέρυγας” των αστικοδημοκρατικών πολιτικών προγραμμάτων. Η εμφάνιση των εργατικών πολιτικών κομμάτων θα δημιουργήσει για πρώτη φορά τους όρους της συμμετοχής στον αγώνα για την πολιτική εξουσία ενώ ταυτόχρονα θα σημάνει και την απαρχή ενσωμάτωσης των πιο ανατρεπτικών τάσεων του εργατικού κινήματος με την “θεσμοποιήση” αυτού του αγώνα στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας.


Είναι λοιπόν λογικό το ζήτημα του πολιτικού κόμματος να καλύπτει σημαντικές πλευρές της θεωρίας των κλασικών του Μαρξισμού, τόσο από τη σκοπιά του αγώνα για επιμέρους διεκδικήσεις και την κατοχύρωση των δημοκρατικών ελευθεριών όσο και από αυτήν της συνολικής χειραφέτησης των εργαζομένων με την ανατροπή της αστικής κυριαρχίας. Το πολιτικό κόμμα ως όχημα, μέσο η αυτοσκοπός θα διαγράψει μια αντιφατική πορεία μέσα στο σώμα της Μαρξιστικής σκέψης που χαρακτηρίζεται και από την σύγκρουση γύρω από τη μορφή, τον τρόπο οργάνωσης, τον ρόλο και τη στρατηγική του κόμματος.


Η βάση όλων των μαρξιστικών προσεγγίσεων για την ανάλυση των πολιτικών κομμάτων είναι η θεωρία του Μαρξ για την πάλη των τάξεων. Για τους μαρξιστές η εξήγηση για την ύπαρξη διαφορετικών και ανταγωνιστικών κομμάτων δεν βρίσκεται στην ύπαρξη “ομάδων συμφερόντων” που παλεύουν για την κατάκτηση της εξουσίας, αλλά στην ταξική δομή της Καπιταλιστικής κοινωνίας (3). Τα πολιτικά κόμματα δημιουργούνται και λειτουργούν σαν εκπρόσωποι ταξικών συμφερόντων. Όμως οι Μάρξ/Ένγκελς υποστήριζαν ότι τα πολιτικά φαινόμενα και σχέσεις δεν μπορούν να ερμηνευτούν αποκλειστικά στην οικονομία αλλά απορρέουν και απο ένα ολόκληρο πλέγμα αντιφατικών ιδεολογικών φαινομένων (4)

Ο Μαρξ διέκρινε, από το 1847 στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ότι η κοινωνία χωρίζεται όλο και περισσότερο σε δύο εχθρικά στρατόπεδα, την εργατική και την αστική τάξη (5). Ήθελε να τονίσει ότι οι υπόλοιπες τάξεις εμφανίζονται και λειτουργούν κυρίως γύρω από τους δύο βασικούς πόλους της αστικής και της εργατικής τάξης, γύρω από τη βασική ταξική αντίθεση που επηρεάζει όλη την κοινωνική ζωή.

Είναι σημαντικό ότι η αντίληψη του Μαρξ για το κόμμα δεν είχε σχέση με μιά θεωρία του κόμματος γενικά αλλά με την θεωρία του επαναστατικού κόμματος, του κόμματος της εργατικής τάξης που θα ανατρέψει τον καπιταλισμό, της τάξης που μόνο αυτή είναι φορέας της επαναστατικής δυνατότητας.

Για τον Μαρξ οι κοινωνικές τάξεις δεν είναι σύνολα στατιστικών δεδομένων αλλά ζωντανό τμήμα της ιστορικής εξέλιξης που υπόκειται σε συνεχείς μετασχηματισμούς και επιδράσεις. Οι τάξεις δεν στέκονται ξεχωριστά η δίπλα η μια στην άλλη αλλά βρίσκονται σε συνεχή διαπλοκή και αντιπαράθεση στην οποία τα κόμματα έχουν έναν ιδιαίτερο και σημαντικό ρόλο. Οι κοινωνικές τάξεις αυτοπροσδιορίζονται και αναγνωρίζονται ως τέτοιες κυρίως μέσα από την αντιπαράθεση με τις άλλες τάξεις, μέσα δηλαδή από την ταξική πάλη (6). Τα πολιτικά κόμματα είναι, σχηματικά, τα “όπλα” σε αυτούς τους ταξικούς αγώνες. Μάλιστα ο Μαρξ τόνιζε ότι οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να θεωρούνται κοινωνική τάξη με την κυριολεκτική έννοια μέχρι να δημιουργήσουν δικό τους κόμμα. Το κόμμα πρόβαλε σαν προϋπόθεση για την ανεξαρτησία του προλεταριάτου σαν τάξη.

Όσον αναφορά στο ερώτημα της σχέσης της εργατικής τάξης με το κόμμα, ο Μάρξ στο μανιφέστο απέκλεισε την άποψη που έβλεπε το κόμμα σαν μικρή ομάδα αγωνιστών που δρούσε ανεξάρτητα από την τάξη, η σαν μια ανώτερη ελίτ που παρέδιδε διαταγές και μαθήματα στις μάζες. Στις γραμμές του Μανιφέστου που αναφέρονται στη σχέση των κομμουνιστών προς τους προλετάριους η δράση του κόμματος σαν πρωτοπορία τίθεται με κριτήριο την ενεργή συμμετοχή στην ταξική πάλη, την υπεράσπιση των συμφερόντων των εργαζομένων και την προώθηση μέσα από την καθημερινή δράση των συνολικών στόχων της απελευθέρωσης της εργατικής τάξης (7).

Έτσι ήδη από αυτήν την εποχή γίνεται διακριτή η αντίθεση στις Μπλανκιστικές αντιλήψεις των “αποφασισμένων” μικροομάδων που θα αφυπνίσουν τις “παθητικές” μάζες, η αναγνώριση των ορίων της αστικής δημοκρατίας αλλά και η ανάγκη συμμετοχής στους θεσμούς που διευκολύνουν την δράση και την επαφή με τα εργατικά στρώματα, η ανάγκη υπεράσπισης των στοιχειωδών δικαιωμάτων των εργατών χωρίς άρνηση -στην πράξη- του επαναστατικού στόχου.

Όμως πέρα από αυτά τα σημαντικά στοιχεία, η θεώρηση του Μάρξ δεν επικεντρώνει σε μια συγκεκριμένη περιγραφή για το τί σχηματισμό εννοεί ως πολιτικό κόμμα. Οι διατυπώσεις του Μάρξ περιλαμβάνουν συχνά τον όρο αλλά αναφορικά με τελείως διαφορετικά μορφώματα: το κίνημα των χαρτιστών, την ομάδα των συντρόφων του η ακόμα και τον συνολικό επαναστατικό σκοπό (8). Από τα κείμενα του απουσιάζει μια συστηματική θεωρία για το πολιτικό κόμμα και οι αναλύσεις του για τα πολιτικά κόμματα έχουν αναφορά κυρίως σε σημαντικές ιστορικές συγκυρίες. Στην εποχή των Μάρξ/Ένγκελς το “Κόμμα” (για το οποίο πχ γράφτηκε το “Μανιφέστο”) σήμαινε βασικά μια τάση η ρέυμα γνώμης η πολιτικής παρόλο που οι ίδιοι αντιλαμβάνονταν ότι θα εξελισσόταν σε κάποιο είδος οργάνωσης (9).

Οι αιτίες για την απουσία μιας ολοκληρωμένης θεωρίας για το κόμμα θα πρέπει να αναζητηθούν στις ίδιες τις συνθήκες της πολιτικής αντιπαράθεσης στην εποχή που έζησε ο Μάρξ: πολιτικά κόμματα, με την σημερινή έννοια του όρου δεν υπήρχαν αφού η αστική δημοκρατία δεν είχε ακόμα στο επίκεντρο της τα “κομματικά συστήματα”. Τα πρώτα εργατικά κόμματα εμφανίστηκαν στο τέλος της ζωής του Μαρξ και κυρίως μετά τον θάνατο του. Η σκέψη του δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει τον ιστορικό βηματισμό και την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος.

Η συμμετοχή του Μάρξ στην οργανωμένη πάλη έχει σαν αφετηρία την απέλαση του στις Βρυξέλλες, από το Παρίσι όπου βρισκόταν μέχρι τότε, το 1845. Η Πρωσία είχε προχωρήσει σε παραστάσεις για την απαγόρευση της σοσιαλιστικής εφημερίδας Vorwarts στην οποία είχαν εμφανιστεί ενοχλητικά σχόλια για τον Πρώσο Βασιλιά. Στις Βρυξέλλες ο Μαρξ δεν άργησε να αποκτήσει επαφή με τις πολυειδείς γερμανικές κομμουνιστικές οργανώσεις εργατών οι οποίες συμπεριλάμβαναν μέλη της διαλυμένης Λίγκας του Δικαίου, μιας ένωσης εργατών. Η Λίγκα είχε παρακλάδια σε διάφορες πόλεις. Αντίστοιχες οργανώσεις υπήρχαν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες (10). Οι οργανώσεις αυτές είχαν ελάχιστη σχέση με αυτό που αργότερα επικράτησε να είναι το πολιτικό κόμμα. Ήταν ουσιαστικά πολιτικές ομάδες με μικρό αριθμό μελών, ποικιλία απόψεων και ρευμάτων, χαλαρή (η και ανύπαρκτη) οργανωτική δομή, ασαφείς θεωρητικές κατευθύνσεις αλλά και έντονο διεθνιστικό χαρακτήρα.

Όταν η Κομμουνιστική Λίγκα, μια εργατική ένωση που είχε διαλυθεί τη Λίγκα του Δικαίου και λειτουργούσε σε ομοσπονδιακή βάση κάλεσε τους Μάρξ και Ένγκελς να συγγράψουν την επίσημη έκθεση που θα κατέγραφε τους σκοπούς της οργάνωσης αυτοί ανταποκρίθηκαν άμεσα. Το σχέδιο παραδόθηκε από τους συγγραφείς στις αρχές του 1848 και δημοσιεύτηκε λίγες εβδομάδες πριν την έκρηξη της παρισινής επανάστασης με τον τίτλο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Η πρώτη οργάνωση στην οποία συμμετείχαν οι Μαρξ και Ένγκελς δρούσε κυρίως σαν η αριστερή πτέρυγα των φιλελευθέρων-δημοκρατικών (11). Τα  μέλη της ήταν διασκορπισμένα σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και η στρατηγική ήταν να προωθούν τις απόψεις της ένωσης μέσα από τις ήδη υπάρχουσες οργανώσεις και τα κινήματα. Μετά όμως από την αποτυχία της επανάστασης του 1848 στη Γερμανία και την εγκατάλειψη της από την αστική τάξη, το ζήτημα της δημιουργία μιας ανεξάρτητης πολιτικής οργάνωσης της εργατικής τάξης (ζήτημα για το οποίο ο Μάρξ είχε αρχικά διαφωνήσει με τους κομμουνιστές στην Κολονία) βρέθηκε στο επίκεντρο της μαρξιστικής σκέψης.

Στην προσφώνηση της κεντρικής επιτροπής στην ένωση των κομμουνιστών το Μάρτη του 1850, ο Μάρξ θα υποστηρίξει την παραπέρα συγκρότηση της οργάνωσης και την ενίσχυση της ανεξαρτησίας της από τις αστικοφιλελέυθερες οργανώσεις και κόμματα μπροστά στη νέα επανάσταση που πίστευε ότι ερχόταν (12). Ωστόσο η διάψευση αυτής της εκτίμησης θα οδηγήσει σύντομα τον Μάρξ στην αναθεώρηση αυτών των απόψεων και στη διάλυση της ένωσης των κομμουνιστών.

Για μια μεγάλη περίοδο στις δεκαετίες του 1850 και 1860 θα αφοσιωθεί κυρίως στις οικονομικές του μελέτες χωρίς βέβαια να απέχει ολοκληρωτικά από την πολιτική ζωή. Την περίοδο αυτή ο Μάρξ και ο Ένγκελς θα γράψουν για την “αυθεντική απομόνωση” και την προτίμηση της θέσης του “ανεξάρτητου συγγραφέα” από αυτήν της ένταξης στο “επονομαζόμενο επαναστατικό κόμμα”. Ο Μάρξ θα γράψει το 1860 ότι “τα θεωρητικά του έργα είχαν να προσφέρουν περισσότερα στην εργατική τάξη από τη συμμετοχή σε οργανισμούς που οι μέρες τους στην ήπειρο είχαν τελειώσει” (13). Ο Ένγκελς σε γράμμα του στον Μάρξ το Φεβρουάριο του 1851 δεν θα κρύψει την ικανοποίηση του από αυτήν την απουσία κομματικής ένταξης: “πως γίνεται άνθρωποι σαν και εμάς, που αποφεύγουν τις επίσημες αντιπαραθέσεις σαν να είναι πανούκλα να χωρέσουν σε ένα κόμμα;”

Υπήρξαν συγγραφείς, όπως ο Κώστας Παπαϊωάννου, που βασίστηκαν στις παραπάνω φράσεις για να αποδείξουν την “αντικομματική” τοποθέτηση των ιδρυτών του Μαρξισμού που “διαστρεβλώθηκε” αργότερα από το Λένιν και τον Σοβιετικό κομμουνισμό (14). Ανεξάρτητα όμως από το αν αυτές οι δηλώσεις αποτελούσαν φραστικές υπερβολές (κάτω από το βάρος της απογοήτευσης της διάλυσης της ένωσης των κομμουνιστών και της προβολής της “μελέτης” ως εναλλακτικής λύσης) η απόψεις που αναθεωρήθηκαν, η μετέπειτα πρακτική στην πρώτη διεθνή έδειξε μια τελείως διαφορετική αντιμετώπιση.

Η επιστροφή του Μαρξ στην πολιτική θα πραγματοποιηθεί με το ιδρυτικό συνέδριο της Διεθνούς ένωσης των εργατών το 1864 το οποίο ήρθε σαν αποτέλεσμα της ανόδου των εργατικών αγώνων σε όλη την Ευρώπη (15). Η Διεθνής ήταν ένα κράμα από πολλές διαφορετικές αντιλήψεις και ρεύματα και ο Μάρξ προσπάθησε να κρατήσει τις ισορροπίες προσδίδοντας παράλληλα ολοένα και πιο έντονο σοσιαλιστικό χαρακτήρα στις διακηρύξεις της. Σε αντίθεση με την ένωση των Κομμουνιστών, η Διεθνής ένωση των εργατών δεν είχε κάποιο ανεπτυγμένο πολιτικό πρόγραμμα ούτε στα πλαίσια της ο Μαρξ και ο Ένγκελς (η οποιοσδήποτε άλλος) λειτουργούσαν σαν μέλη κόμματος (16).

Στα πρώτα της χρόνια ο Μάρξ θα ακολουθήσει μια συνειδητή επιλογή αυτοπεριορισμού στα “σημεία εκείνα που μπορεί να υπάρξει άμεση συμφωνία και δράση” (17). Ο Μάρξ είχε σαν βασικό κριτήριο την ενσωμάτωση στον οργανισμό των Άγγλων τρειντγιουνιστών, των Γάλλων οπαδών του Proudhon και των Γερμανών οπαδών του Lassal (18). Η δύναμη της Διεθνούς ήταν ακριβώς η δυνατότητα να συνενώνει σε κοινή δράση όλες τις τάσεις με τίμημα μια χαλαρή οργανωτική δομή και μια σημαντική αυτονομία των επιμέρους εθνικών τμημάτων. Η αρνητική πλευρά αυτού του μοντέλου έμενε να φανεί αργότερα με την διαμάχη με τον Μπακούνιν και τους οπαδούς του.

Η Παρισινή Κομμούνα το 1871 άλλαξε τελείως τις συνθήκες και δημιούργησε νέα ερωτήματα για την πολιτική συγκρότηση της εργατικής τάξης. Μέσα σε ένα κλίμα ανόδου των ταξικών αγώνων και έντασης της αντιπαράθεσης με τον Μπακούνιν, η Διεθνής με πρόταση του Μάρξ προχώρησε για πρώτη φορά στην διακήρυξη της ανάγκης ίδρυσης εργατικών κομμάτων που όπως τόνιζε και ο Ένγκελς αντιστοιχούσε στην “ίδρυση εργατικού κόμματος σε κάθε χώρα, ξεχωριστού από τα μικροαστικά κόμματα”. Ο Ένγκελς σαν πρότυπο για το “κόμμα” που πρότεινε έθετε για ακόμα μια φορά το κίνημα των χαρτιστών που ήταν εξάλλου αυτό που οι συγγραφείς του Κομμουνιστικού Μανιφέστου είχαν στο μυαλό τους όταν έγραφαν για την “συγκρότηση του προλεταριάτου σε τάξη” (19).

Μέχρι το 1871 οι Μάρξ-Ένγκελς είχαν αναφορά και σε ένα άλλο μοντέλο: δύο χρόνια πριν είχε ιδρυθεί το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό εργατικό κόμμα και η αντιπολεμική στάση των ηγετών του Bebel και Liebknecht στο Ράιχσταγκ είχε προβληθεί από τον Μάρξ στην Διεθνή σαν παράδειγμα αξιοποίησης του κοινοβουλίου από αντιπροσώπους των εργατών.

Έτσι από το 1871 οι Μάρξ και Ένγκελς αγωνίστηκαν μέσα στη Διεθνή για τη συγκρότηση αυτόνομων εργατικών κομμάτων. Για τη μορφή τους δεν πρότειναν κάποιο συγκεκριμένο μοντέλο-ούτε το πιο κοντινό Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που είχε επηρεαστεί περισσότερο από την θεωρία τους, ούτε το “κινηματικό” μοντέλο των Χαρτιστών. Τα ίδια ίσχυαν και στην Διεθνή. Ο Ένγκελς ακόμα και στα τέλη του Αυγούστου του 1872, στην κορύφωση της μάχης με τον Μπακούνιν και τους οπαδούς του, υποστήριζε το δικαίωμα των αναρχικών να διατυπώνουν και να παλεύουν τις απόψεις τους μέσα στη Διεθνή.

Η διαμάχη και το σχίσμα στην Διεθνή στο συνέδριο της Χάγης το Σεπτέμβριο του 1872 έφερε για πρώτη φορά στο προσκήνιο κάτι που στο μέλλον θα αποτελούσε κοινή πρακτική στο Κομμουνιστικό κίνημα: την συμπύκνωση διαφορετικών πολιτικών αντιλήψεων σε διαφωνίες -και τελικά διασπάσεις- για οργανωτικά ζητήματα. Η διαμάχη που οδήγησε στη διάσπαση στη Χάγη -ανάμεσα σε προσωπικές επιθέσεις και εκατέρωθεν χαρακτηρισμούς – επικεντρώθηκε γύρω από τις εξουσίες και το ρόλο του Γενικού συμβουλίου, του κεντρικού οργάνου της Διεθνούς. Στην πραγματικότητα όμως αφορούσε βαθύτερες διαφωνίες για το ρόλο και το χαρακτήρα του πολιτικού αγώνα (20).

Οι αναρχικοί έβαζαν σαν προϋπόθεση και άμεσο αίτημα της απόφασης του Συνεδρίου την άμεση καταστροφή της πολιτικής εξουσίας, ενώ οι Μαρξιστές υπεράσπιζαν την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και την δημιουργία ενός εργατικού κράτους που θα λειτουργούσε μεταβατικά προς την σοσιαλιστική κοινωνία. Καθώς η εμπειρία της Παρισινής Κομμούνας είχε υπάρξει μόλις πριν από ένα χρόνο και οι δύο παρατάξεις υποστήριζαν ότι δικαίωνε τις απόψεις τους. Η τελική επικράτηση των Μαρξιστών και η ενίσχυση του ρόλου του συμβουλίου θα προσδώσει στους οπαδούς του Μπακούνιν (ο οποίος επανειλημμένα είχε προβάλει την δημιουργία κλειστών/συνωμοτικών ομάδων) μια “αντιεξουσιαστική” ρητορική (21).

Σε αυτό το κλίμα αντιπαράθεσης αλλά και υποχώρησης του κινήματος, μετά και την καταστολή της Κομμούνας, με την Διεθνή να έχει ανακηρυχθεί στον υπαριθμόν ένα εχθρό για τις αστυνομίες σε όλη την Ευρώπη, θα ακολουθήσει η απόφαση για την μεταφορά της έδρας της Διεθνούς στη Νέα Υόρκη και τελικά τη διάλυση της το 1874 (22) . Ο Ένγκελς αναγνώρισε ότι οι συνθήκες είχαν πια αλλάξει “το προλεταριάτο είχε γίνει πια πολύ μεγάλο και ευρύ” για να υπάρξουν παρόμοιες συμμαχίες όλων των εργατικών κομμάτων, όλων των χωρών. Η επόμενη Διεθνής υποστήριξε “θα ήταν από την αρχή Κομμουνιστική και θα διατύπωνε ανοιχτά τις αρχές μας” (23).

Από το 1872 τόσο ο Μάρξ όσο και ο Ένγκελς δεν θα ξαναγίνουν μέλη κάποιου κόμματος αλλά θα διατηρήσουν αλληλογραφία με σοσιαλιστές σε όλο τον κόσμο. Tαυτόχρονα θα υποστηρίξουν την δημιουργία εργατικών πολιτικών οργανώσεων (στην προοπτική εθνικού κόμματος) στη Γερμανία καθώς η ενοποίηση της Γερμανίας κάτω από την ηγεσία του Βίσμαρκ άλλαζε το πεδίο των πολιτικών αγώνων. Καθώς την περίοδο αυτή εμφανίζονται οι πρώτες προσπάθειες γα την συγκρότηση εργατικών κομμάτων συμμετέχουν στην ευρύτερη συζήτηση για το χαρακτήρα και το ρόλο του κόμματος.

Έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι αρνήθηκαν να προτείνουν ένα ενιαίο μοντέλο αλλά συνέδεσαν την όποια πρόταση έκαναν με την εκτίμηση τους για την κατάσταση της εργατικής τάξης σε κάθε χώρα. Δεν αντιμετώπισαν το ζήτημα της συγκρότησης κομμάτων (και πολιτικών συμμαχιών) σαν εφαρμογή κάποιας αιώνιας αρχής της “ενότητας” η της “καθαρότητας” αλλά σαν ανάγκη έκφρασης του εργατικού κινήματος, της εργατικής τάξης.

Στίς χώρες που το εργατικό κίνημα ήταν περισσότερο ανεπτυγμένο, ο Μάρξ και ο Ένγκελς έβλεπαν την δυνατότητα, για πρώτη φορά, να συγκροτηθούν ανεξάρτητα εργατικά κόμματα. Για αυτό έδωσαν μεγάλη σημασία στο ζήτημα του προγράμματος και ακόμα μεγαλύτερη στο ζήτημα των θεωρητικών αρχών. Ο πρώτος τόμος του Κεφαλαίου και το Αντί-Ντύριγκ (που εκδόθηκαν αυτήν την περίοδο) είχαν σκοπό να ενισχύσουν την ηγεμονία των Μαρξιστικών θέσεων στα υπό συγκρότηση κόμματα.

Στην Γαλλία ο Ένγκελς θα χαιρετίσει τη διάσπαση του 1882 ανάμεσα στους Μαρξιστές του Guesde και του Lafargue και τους “ποσιμπιλιστές” των Malon και Brousse. Ο Ένγκελς θα καλωσορίσει τη διάσπαση σαν “αναπόφευκτη” και “θετική” υποστηρίζοντας ότι οι “οι ποσιμπιλιστές δεν είναι απλά κόμμα των μη εργατών αλλά μη-κόμμα γενικά γιατί στην πράξη δεν έχουν πρόγραμμα” και σχολιάζοντας ότι “φαίνεται ότι κάθε εργατικό κόμμα μιας μεγάλης χώρας μπορεί να αναπτυχθεί μόνο μέσα από εσωτερική διαπάλη” (24).

Στην Γερμανία ο Ένγκελς έγραψε στον Bebel το 1873 “να μην παρασύρεται από τις κραυγές για ενότητα” και ότι ένα “κόμμα αποδεικνύει ότι είναι νικηφόρο μέσα από την ικανότητα του να διαχωρίζεται” (25). Η ένωση με τους οπαδούς του Lassal το 1875 θα προκαλέσει την Κριτική του Προγράμματος της Γκότα η οποία θα θαφτεί από τον κομματικό μηχανισμό (26). Το 1879 θα στείλουν ένα γράμμα όπου θα κάνουν έκκληση για την αντιμετώπιση των “μη προλεταριακών στοιχείων στο κόμμα που απορρίπτουν την ταξική πάλη και διακηρύσσουν ότι οι εργάτες είναι αμόρφωτοι και θα πρέπει να περιμένουν την σωτηρία τους από φιλάνθρωπους μεγαλοαστούς και μικροαστούς” (27). Την ίδια χρονιά θα διαμαρτυρηθούν για “την αδυναμία του Liebknecht να αντιμετωπίσει την αντί-σοσιαλιστική νομοθεσία στο Ράιχσταγκ” και τον “εθισμό της ηγεσίας του κόμματος στον κοινοβουλευτισμό”.

Στην Βρετανία και στις ΗΠΑ, όπου υπήρχε ισχυρό συνδικαλιστικό κίνημα αλλά οι σοσιαλιστές ήταν αδύναμοι, ο Μάρξ και ο Ένγκελς συνέχισαν την παλιά γραμμή της δημιουργίας “ανοιχτών” εργατικών κομμάτων χωρίς ιδιαίτερες δεσμεύσεις για το πρόγραμμα η τις θεωρητικές αρχές. Ο ίδιος ο Ένγκελς κάλεσε το 1893 όλους τους σοσιαλιστές να ενταχθούν στο ανεξάρτητο εργατικό κόμμα ενώ ανάλογες προτάσεις έκανε για τις ΗΠΑ (28).

Παρά την πολεμική απέναντι σε κάθε ρεφορμιστική άποψη στο Γερμανικό κόμμα, ο Μάρξ και ο Ένγκελς παρέμειναν υποστηρικτές του. Tην εποχή που τα εργατικά κόμματα βρίσκονταν στα πρώτα τους βήματα, ο ρεφορμισμός δεν αποτελούσε μεγάλη απειλή (όπως και σε όλη τη διάρκεια της ζωής των Μάρξ/Ένγκελς). Οι βασικοί αντίπαλοι ήταν κυρίως οι αντιλήψεις για τις απομονωμένες, συνωμοτικές μορφές οργάνωσης και οι αντιλήψεις του ουτοπικού σοσιαλισμού που είχαν κληρονομηθεί από τη Γαλλική Επανάσταση. Σε αυτή τη διαπάλη ο βασικός στόχος του Μάρξ και του Ένγκελς ήταν ο αγώνας για την πολιτική ανεξαρτησία της εργατικής τάξης, αγώνας στον οποίο είχαν τεράστια συνεισφορά όχι μόνο με το θεωρητικό τους έργο αλλά και με την πρακτική τους δράση.

Σημειώσεις:

1) Ενδεικτικά: Karl Polanyi –Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός-εκδόσεις νησίδες/Eric Hobsbawm-Η Εποχή του Κεφαλαίου 1848-1875-εκδόσεις Μ.Ι.Ε.Τ

2) Donald Sassoon-Εκατό χρόνια σοσιαλισμού Α Τόμος-εκδόσεις Καστανιώτη

3) Μαρξιστική Επιθεώρηση Praxis- Οι μύθοι της πολιτικής επιστήμης
4) Urlich Huar/Gudrun Fechner- Ο Μάρξ και ο Ένγκελς για την Πολιτική, σελ 95-εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

4) Κ. Μάρξ/ Φ. Ένγκελς- Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, σελ 34-εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

5) John Molyneux- Marxism and the Party, σελ 18- εκδόσεις Pluto Press

6) Κ. Μάρξ/ Φ. Ένγκελς- Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, σελ 41-εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

7) O Μonty Johnstone μελετώντας την αλληλογραφία των Μάρξ/Ένγκελς εκείνη την περίοδο θα εντοπίσει αρκετά –διαφορετικά μεταξύ τους- «μοντέλα» κομμάτων βλ Μonty Johnstone- Marx Engels and the concept of the party κφ III

8) Eric Hobsbawm-Πρόλογος στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος σελ 22-εκδόσεις Θεμέλιο

9) Ernst Mandel- Για το Επαναστατικό Κόμμα, σελ 7-εκδόσεις Εργατική Πάλη.

10) Isaiah Berlin-Karl Marx/εκδόσεις Scripta

11) Καρλ Μαρξ-Προσφώνηση της Κεντρικής Επιτροπής στην Ένωση των Κομμουνιστών Κ. Μάρξ/ Φ. Ένγκελς

12) Μonty Johnstone- Marx Engels and the concept of the party κεφ III

13) Κώστας Παπαϊωάννου- Η ψυχρή ιδεολογία, σελ 22-εκδόσεις Ύψιλον

14) William Foster- Ιστορία των τριών Διεθνών, μέρος I-εκδόσεις Γνώσεις.

15) Μonty Johnstone- Marx Engels and the concept of the party κεφ IV

16) Μonty Johnstone- Marx Engels and the concept of the party κεφ IV

17) Μonty Johnstone- Marx Engels and the concept of the party κεφ IV

18) Μonty Johnstone- Marx Engels and the concept of the party κεφ IV

19) William Foster- Ιστορία των τριών Διεθνών μέρος I-εκδόσεις Γνώσεις

20) William Foster- Ιστορία των τριών Διεθνών μέρος I-εκδόσεις Γνώσεις

21) William Foster- Ιστορία των τριών Διεθνών μέρος I-εκδόσεις Γνώσεις

22) Μonty Johnstone- Marx Engels and the concept of the party κεφ IV

23) John Molyneux- Marxism and the Party, σελ 33- εκδόσεις Pluto Press

24) John Molyneux- Marxism and the Party, σελ 31- εκδόσεις Pluto Press

25) Κ. Μάρξ/ Φ. Ένγκελς- Κριτική του Προγράμματος της Γκότα -εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

26) John Molyneux- Marxism and the Party, σελ 33- εκδόσεις Pluto Press

27) John Molyneux- Marxism and the Party, σελ 32- εκδόσεις Pluto Press

28) John Molyneux- Marxism and the Party, σελ 32- εκδόσεις Pluto Press

 

Η Eγελιανή και η Μαρξική θεώρηση για το κράτος και την πολιτική εξουσία*

Η εγελιανή και η μαρξική σκέψη και θεώρηση διάγουν βίους παράλληλους, αλλά και τεμνόμενους. Στην ιδεαλιστική διαλεκτική του, που ο Χέγκελ προτάσσει την υπεροχή του κόσμου των ιδεών έναντι του υλικού κόσμου, θεωρώντας ότι η συνείδηση δημιουργεί, τροφοδοτεί και αιματοδοτεί την υλική πραγματικότητα, ο μαρξισμός αντιτάσσει το ακριβώς ανάστροφο θεωρώντας ότι η υλική πραγματικότητα είναι αυτή που δημιουργεί την συνείδηση ατομική και κοινωνική, που θέτει σε κίνηση την ιστορική και κοινωνική εξέλιξη.

Αυτή η βασική διαφοροποίηση της μαρξικής από την εγελιανή σκέψη συνιστά και καθορίζει την διαμετρικά αντίθετη προσέγγιση των δύο θεωρητικών μοντέλων αναφορικά με το άτομο, την κοινωνία, το κράτος και το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας. Ωστόσο η ρίζα τους είναι ταυτόσημη. Η διαλεκτική ενότητα και αντίθεση υποκειμενικής και αντικειμενικής πραγματικότητας, η ολιστική καθολική σύλληψη της ανθρώπινης ιστορίας και εξέλιξης, η θεώρηση για τον διαρκές και μεταβαλλόμενο χαρακτήρα της υποκειμενικής και αντικειμενικής πραγματικότητας.

Η κυρίαρχη αντίθεση των Μαρξ-Ένγκελς με τον Χέγκελ , αφορά στον τρόπο που ο Χέγκελ κατανοεί το κράτος, ως κάτι αδιασάλευτα αιώνιο σε αντιδιαστολή με την μαρξική θεώρηση που το τοποθετεί στα πλαίσια της ιστορικής κίνησης και το «συλλαμβάνει» υπό το πρίσμα της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας και της αέναης πάλης των τάξεων. Αυτή η καθοριστική διαφοροποίηση είναι που διαμορφώνει και την μαρξική οπτική αναφορικά με το κράτος που δεν θεωρεί ότι το κράτος καθορίζει την κοινωνική ζωή, την κοινωνική εξέλιξη, την ίδια την κοινωνική δομή, αλλά ότι η ανθρώπινη κοινωνία και οι πολιτικές και οικονομικές αποκρυσταλλώσεις της, είναι που μορφοποιούν τον ρόλο και τον χαρακτήρα του κράτους. Με την αναγκαία προσθήκη, ότι και η κοινωνία είναι αποτέλεσμα του τρόπου διαμόρφωσης των παραγωγικών σχέσεων και του τρόπου παραγωγής.

Το δεύτερο βασικό στοιχείο διαφοροποίησης αφορά στον τρόπο που αντιλαμβάνονται οι Μαρξ-Ένγκελς τον ρόλο του κράτους μέσα στους κόλπους της κοινωνίας και της κοινωνικής ζωής. Ενώ ο Χέγκελ αντιλαμβάνεται το κράτος ως έκφραση της καθολικής κοινωνικής βούλησης, του κοινού αγαθού και του ορθού λόγου, η μαρξική αντίληψη κατανοεί το κράτος ως την πολιτική έκφραση της ταξικής δομής όπως αυτή συγκροτείται στο πεδίο της παραγωγής. Στα πλαίσια της καπιταλιστικής κοινωνίας λοιπόν , το κράτος είναι η πολιτική έκφραση της ταξικής κυριαρχίας της αστικής τάξης.

Αυτή η επιλογή αποκαθήλωσης του κράτους από τον θώκο που το είχε τοποθετήσει ο Χέγκελ αποτελεί συνολική ρήξη όχι μόνο με το εγελιανό υπόδειγμα αλλά και με τις αντιλήψεις περί κράτους των Hobbes, Locke και Rousseau αλλά και Smith που κατανοούν επίσης το κράτος ως μέσο έκφρασης της συλλογικής κοινωνικής βούλησης που υπέρκειται των ταξικών κοινωνικών συγκρούσεων και διαιρέσεων.

Το κράτος λοιπόν και ειδικότερα το καπιταλιστικό κράτος, είναι αποτέλεσμα και απόρροια της ίδιας της ιστορικής εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών και των ανειρήνευτων ταξικών συγκρούσεων, που το κράτος προσπαθεί να τις επιλύσει ως παράγοντας κοινωνικής και ταξικής ενσωμάτωσης πάντα προς όφελος της κυρίαρχης τάξης της οποίας και αποτελεί πολιτική έκφραση. Έτσι η τάξη που κυριαρχεί στο πεδίο της οικονομίας, αποκτά αξιοποιώντας το κράτος, και την πολιτική εξουσία ώστε να επιτύχει την ολοκληρωτική επικράτηση στο πεδίο της ταξικής σύγκρουσης και πάλης.

Συνεπώς το κράτος δεν είναι μια δομή που επιβλήθηκε στις κοινωνίες από εξωγενείς παράγοντες αλλά γεννήθηκε και διαμορφώθηκε μέσα στο πυρήνα στην φωτιά της κοινωνικής εξέλιξης. Άρα δεν είναι ούτε η πραγμάτωση του ορθού λόγου ούτε της ηθικής ιδέας αλλά το κοινωνικό-πολιτικό απόσταγμα και αποκρυστάλλωμα του ταξικού συσχετισμού δύναμης όπως αυτός διαμορφώνεται σε κάθε περίοδο.

Το τρίτο βασικό σημείο αντίθεσης του μαρξικού με το εγελιανό υπόδειγμα αφορά στο ότι η μαρξική θεώρηση προσθέτει στις λειτουργίες του κράτους και ειδικά του καπιταλιστικού κράτους μια ακόμη πολύ σημαντική ιδιότητα. Αυτή της καταστολής της εκμεταλλευόμενης τάξης που έχει ηττηθεί στο πεδίο της οικονομίας. Δηλαδή το κράτος στα πλαίσια της καπιταλιστικής κοινωνίας, είναι και όργανο καταστολής υπό τον έλεγχο της ηγεμονικής κυρίαρχης τάξης. Ο χαρακτήρας της καταστολής, δηλαδή της άσκησης βίας με σκοπό την υποταγή της εκμεταλλευομένης τάξης αποτελεί ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του κράτους που σε οριακές στιγμές που απειλείται να αποδομηθεί το κυρίαρχο status quo, επεμβαίνει και αποκαθιστά με την βία την πρότερη κοινωνική και πολιτική κατάσταση ισορροπίας.

Τα τρία αυτά λοιπόν βασικά στοιχεία στην μαρξική σκέψη αποδομούν συντριπτικά την έννοια και σύλληψη του κράτους στην εγελιανή θεώρηση και το τοποθετεί στο κέντρο της κοινωνικής ταξικής σύγκρουσης. Δεν είναι λοιπόν ένα κράτος-εκφραστής και θεματοφύλακας του ορθού λόγου αλλά ένα όργανο υπό τον ασφυκτικό έλεγχο της αστικής τάξης. Μέσο έκφρασης και εμπέδωσης της επικράτησής της στο πεδίο της οικονομίας και της παραγωγής και ταυτόχρονα έκφραση της πολιτικής εξουσίας του κεφαλαίου σε βάρος της εργασίας.

Η διαλεκτική του μαρξισμού σε όλη της την πορεία αναμέτρησης με την διαλεκτική του ιδεαλισμού αλλά και στο ζήτημα του κράτους , αποτελεί άρνηση και συνέχεια του Χέγκελ. Κυρίως άρνηση ωστόσο παρά συνέχεια, δεδομένου ότι η διαλεκτική του μαρξισμού ο διαλεκτικός υλισμός πατάει γέρα στην υλική πραγματικότητα- φυσική και κοινωνική- όπως και στην ιστορική διαπίστωση ότι η ίδια η υλική πραγματικότητα βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη , αντίθεση και σύνθεση, που γεννά και τους κοινωνικούς συσχετισμούς ταξικής δύναμης οι οποίοι βρίσκουν την πολιτική τους έκφραση και στο πεδίο του κράτους, το οποίο μετέχει στον πυρήνα της ταξικής πάλης καθοριστικά ελεγχόμενο από την κυρίαρχη τάξη.

Η τοποθέτηση του κράτους μέσα στα σπλάχνα του αέναου ταξικού ανταγωνισμού, και η κατανόηση του ρόλου του από την μαρξική θεώρηση, ως ενεργητικού πολιτικού εκφραστή της εξουσίας της αστικής τάξης, αποτέλεσε μια τελείως νέα οπτική για την δυναμική εξελισσόμενη σχέση μεταξύ του κράτους και των ταξικών κοινωνικών συσχετισμών δύναμης, που δεν στηριζόταν σε μια μονοδιάστατη απόπειρα φιλοσοφικής κατανόησης του κόσμου αλλά ενσυνείδητης επιλογής συνολικής ρήξης, ολοκληρωτικής αλλαγής και επαναστατικής υπέρβασης της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Σε αυτή την πορεία αλλαγής και το κράτος δεν θα μπορούσε να παραμείνει αμέτοχο γι αυτό στην μαρξική σκέψη αποτελεί θεμελιώδης επιδίωξη η κατάληψη και η διάλυση του αστικού κράτους από την επαναστατημένη εργατική τάξη και η αντικατάσταση του από ένα προλεταριακό κράτος το οποίο θα απονεκρωθεί όταν πια δεν θα υφίσταται λόγος ύπαρξης μια καταπιεστικής πολιτικής εξουσίας.

Συμπερασματικά, η αρχική συνάντηση εγελιανής και μαρξικής θεώρησης στις αναβλύζουσες πηγές της διαλεκτικής , μετουσιώνεται σε αντιπαράθεση αναφορικά με τον τρόπο που αντιλαμβάνονται την σχέση που διαμορφώνεται ανάμεσα στον κόσμο των ιδεών και τον υλικό κόσμο. Η σημαντική τους διαφοροποίηση σε αυτό σημείο είναι που δημιουργεί και τις ολιστικά διαφορετικές προσεγγίσεις στο επίπεδο της πολιτικής εξουσίας και του κράτους. Ωστόσο ο μαρξισμός, ο διαλεκτικός υλισμός δεν θα μπορούσε να υπάρξει ως φιλοσοφικό μοντέλο, ως κοινωνική και πολιτική κοσμοθεωρία χωρίς την γέννηση και την ύπαρξη της εγελιανής διαλεκτικής η οποία αποτέλεσε τομή στην φιλοσοφική και πολιτική σκέψη στη εποχή της.

Ο τρόπος που ο Χέγκελ αντιλήφθηκε τον κόσμο στην ολότητα του αποτέλεσε ρήξη με την δεσπόζουσα φιλοσοφική σκέψη και άνοιξε διάπλατα ένα νέο ορίζοντα στην κατανόηση της σχέσης ενότητας και αντιπαράθεσης του φυσικού υλικού κόσμου με τον κόσμο των ιδεών. Αποτελεί αναμφισβήτητη αλήθεια ότι είναι δύσκολο αν όχι ακατόρθωτο να περπατήσει ένας ερευνητής ένας μελετητής ή ακόμα και ένα επαναστάτης στα μονοπάτια της μαρξιστικής διαλεκτικής αν δεν περιηγηθεί στις ατραπούς της εγελιανής διαλεκτικής.

Στον αντίποδα ο διαλεκτικός υλισμός ως συνειδητή άρνηση του ιδεαλισμού του Χέγκελ αποτελεί όχι μόνο τομή στην φιλοσοφική σκέψη αλλά άνοιξε δρόμους για την συγκρότηση ενός τελείως διαφορετικού τρόπου κατανόησης του κόσμου σε πολιτικό, οικονομικό, επιστημονικό και ιδεολογικό επίπεδο. Αποτελώντας όχι μόνο μια πολιτική και φιλοσοφική τομή αλλά ένα και ένα μαχόμενο επαναστατικό πολιτικό ρεύμα που στοχεύει στην εκ βάθρων αλλαγή του υφιστάμενου κοινωνικό-οικονομικού μοντέλου και την αντικατάσταση του από την αταξική κομμουνιστική κοινωνία που δεν είναι ένα στατικό, «κλειστό» κοινωνικό μοντέλο αλλά «η διαρκής κίνηση αλλαγής της υφιστάμενης κατάστασης».

Η ολιστική μαρξιστική κοσμοθεωρία δεν θα μπορούσε παρά να προβάλλει την επιλογή της ολοκληρωτικής συντριβής του παλιού κόσμου τόσο στις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής, όσο στο μοντέλο πολιτικής διακυβέρνησης, στο ρόλο και τον χαρακτήρα του κράτους. Σε αυτό το σημείο επέρχεται και η ολοκληρωτική ρήξη με την σχεδόν μεταφυσική εμμονή του Χέγκελ σε μια κρατική πολιτική εξουσία ουδέτερο εκφραστή μιας ανύπαρκτης ενιαίας και καθολικής συλλογικής βούλησης, και στην θέση της τοποθετείται μια φιλοσοφική και πολιτική θεώρηση που κατανοεί το κράτος και την πολιτική εξουσία ως έλλογα ελεγχόμενα από την ηγεμονεύουσα και επικρατούσα στο πεδίο της παραγωγής και της οικονομίας αστική τάξη.

Εν κατακλείδι, οι δύο διαφορετικές διαλεκτικές μέθοδοι στον τρόπο κατανόησης της σχέσης του υλικού κόσμου και του κόσμου των ιδεών, προβάλλουν αυτή τους την διαφοροποίηση με έντονο τρόπο και στο πεδίο της πολιτικής και του κράτους με την μαρξιστική θεώρηση να προχωρά ένα βήμα παραπέρα προτείνοντας και την ολοκληρωτική κοινωνική, πολιτική και οικονομική ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. Ένα βήμα ωστόσο που δεν θα μπορούσε να γίνει, αν πρώτα η μαρξιστική διαλεκτική δεν είχε αρνηθεί τον ιστορικό γεννήτορά της, την εγελιανή διαλεκτική του ιδεαλισμού.

* κείμενο της συντακτικής επιτροπής

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Καρλ Λεβίτ «Από τον Χέγκελ στον Νίτσε» Εκδόσεις Γνώση

Martin Carnoy « Κράτος και Πολιτική Θεωρία» εκδόσεις Οδυσσέας

Επιστημονικό συμπόσιο του ΚΜΕ «Ο Χέγκελ και ο Μαρξισμός» Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

Β.Ι Λένιν «Κράτος και Επανάσταση» Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

Φ.Ένγκελς «Η διαλεκτική της φύσης» Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

Κάρλ Μάρξ «Μαθηματικά και Φιλοσοφικά χειρόγραφα» Εκδόσεις Γλάρος