RSS

Category Archives: Michel Bauwens

Στρατηγικές προς μετακαπιταλιστικές κοινωνίες – Εκδήλωση με τον Michel Bauwens

Παρασκευή 31/5, 20:00, στην ΑΣΟΕΕ

Συνδιοργάνωση: εργατική εφημερίδα Δράση, Δίκτυο για την Ψηφιακή Απελευθέρωση (dln).

Ο Michel Bauwens είναι ιδρυτής του P2P Foundation που έχει σκοπό την έρευνα της ομότιμης παραγωγής, διακυβέρνησης και ιδιοκτησίας και τις μορφές ανοικτής, συμμετοχικής και προσανατολισμένης στα “κοινά” ανθρώπινης συνεργασίας. Είναι επίσης συνιδρυτής του Commons Strategies Group. Διδάσκει θέματα που αφορούν στην ανθρωπολογία της ψηφιακής κοινωνίας στα πανεπιστήμια Payap και Chian Mai. Είναι συγγραφέας άρθρων και δοκιμίων μεταξύ των οποίων και τα βασικά έργα “Peer to Peer and Human Evolution” και “The Political Economy of Peer Production”.

“Σήμερα έχουμε τις υποδομές για μία οριζόντια αμφίδρομη όλων προς όλους επικοινωνία σε πραγματικό χρόνο χωρίς περιορισμούς. Διαθέτουμε την τεχνολογία, για να καταστήσουμε

το σύνολο της ανθρώπινης γνώσης και μνήμης ελεύθερα προσβάσιμο με ίσους όρους σε όλους. Δημιουργούμε συλλογικά τα ψηφιακά μέσα κοινωνικής και πολιτικής έκφρασης, για να ριζοσπαστικοποιήσουμε τη δημόσια σφαίρα και να εκδημοκρατίσουμε την κοινωνική ζωή. Κατέχουμε τα ψηφιακά εργαλεία πολιτιστικής δημιουργίας, για να κάνουμε την τέχνη λαϊκή υπόθεση. Αυτό που ακόμη δεν έχουμε είναι το πολιτικό και οικονομικό σύστημα, για να πραγματοποιήσουμε όλα τα παραπάνω.


Τα ψηφιακά κοινά είναι οι δημόσιοι πόροι (ραδιόφασμα, τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, ελεύθερο λογισμικό, κοινή γνώση και τέχνη, ανθρώπινη δημιουργικότητα και ευφυΐα) καθώς και οι γύρω από αυτούς κοινοτικές παραγωγικές σχέσεις, που γεννιούνται στην κόψη της τεχνολογίας και μπορούν να μας επιτρέψουν να τα καταφέρουμε όλα αυτά. Εμφανίζονται και διευρύνονται όταν οι άνθρωποι επιλέγουν να μοιράζονται την δημιουργικότητά τους, αντί να την περιφράσσουν, και να συνεργάζονται για την συλλογική πνευματική πρόοδο της κοινότητας, αντί να ανταγωνίζονται και να εκμεταλλεύονται ο ένας τον άλλο. Τα ψηφιακά κοινά ριζώνουν όπου οι άνθρωποι δημιουργούν ριζοσπαστικά δημοκρατικές κοινότητες για τη διαχείρισή τους. Αναπτύσσονται παράλληλα και σε ένταση με τις παραγωγικές σχέσεις, που εμπεδώνονται στην κοινωνία της πληροφορίας από την επίδραση των κρατών και της αγοράς.

Αν επιθυμούμε η φωνή των πολιτών στην κοινωνία της πληροφορίας να μην κυριαρχείται από τη δύναμη των εταιρειών και των κυβερνήσεων, τότε η ισχυροποίηση των ψηφιακών κοινών είναι η επιλογή, στην οποία πρέπει να στραφούμε και να δώσουμε όλη την ενέργειά μας. Οι αγώνες για τα ψηφιακά κοινά δεν είναι διόλου εύκολοι, επειδή έχουν να κάνουν με τη δημιουργία μεταξύ μας δεσμών άλλων από αυτούς που σήμερα κυριαρχούν, δηλαδή σχέσεων ισότητας, συνεργασίας και αλληλεγγύης. Είναι όμως αγώνες επινοητικοί με την ουσιαστική έννοια, αφού με αυτούς καλούμαστε να χακέψουμε την πραγματικότητα, φτιάχνοντας κοινότητες, που θα διαχειρίζονται με δημοκρατικό τρόπο τον ψηφιακό κοινό μας πλούτο και θα αποθησαυρίζουν αποτελεσματικά τη συλλογική μας ευφυΐα. Τέτοιοι αγώνες αξίζουν τελικά κάθε μας συνδρομή, γιατί έχουν ως ανταμοιβή την απελευθέρωση της δημιουργικότητάς μας και την αδιαμεσολάβητη επιστράτευσή της στην υπηρεσία της κοινωνικής προόδου.

Οι θετοί νόμοι είναι αποτέλεσμα συσχετισμών δύναμης. Οι ισχύοντες σήμερα νόμοι ελάχιστη αναγνώριση έχουν για τα ψηφιακά κοινά, ενώ ουσιαστικά εθελοτυφλούν ή διάκεινται εχθρικά ως προς την ύπαρξη των κοινοτικών θεσμών, που δημιουργούνται για τη διαχείρισή τους. Aλλά ακόμη και όσοι νόμοι υπάρχουν που μπορούν να υποστηρίξουν τα ψηφιακά κοινά, παραμένουν ανενεργοί. Η επιβολή στο κράτος να αναγνωρίσει την εξουσία στις κοινότητές μας να διαχειρίζονται με αυτόνομο τρόπο την παραγωγή / αναπαραγωγή των ψηφιακών κοινών είναι μια απάντηση. Η νομική αναγνώριση της σφαίρας των ψηφιακών κοινών και της ελευθερίας των ανθρώπων να μοιράζονται, να συνδημιουργούν και να αυτοδιαχειρίζονται ολόκληρες υποδομές της κοινωνίας της πληροφορίας δεν είναι αμελητέα αλλαγή αλλά αποτελεί πλήρη αντιστροφή της λογικής, με την οποία λειτουργεί σήμερα η έννομη τάξη. Η αλλαγή αυτή δε θα συμβεί αν δεν πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μας. Πρέπει όμως να αντιληφθούμε ότι έχουμε τη δύναμη να το καταφέρουμε.”

 

Η ανάδυση του Ανοικτού Σχεδιασμού και της Ανοικτής Κατασκευής

Του MICHEL BAUWENS*, από την εφημερίδα  ΔΡΑΣΗ

Οι αναγνώστες ίσως είναι εξοικειωμένοι με την ανάδυση και την εξάπλωση μιας νέας μορφής δημιουργίας αξίας, της ομότιμης παραγωγής (όπως ορίστηκε πρώτα από τον Yochai Benkler), στην οποία κοινότητες εθελοντών (αλλά επίσης, στην πράξη, οι περισσότεροι μισθωτοί δημιουργοί και προγραμματιστές άπαξ και το έργο τους είναι επιτυχές) δημιουργούν (ανοιχτό) περιεχόμενο ή (δωρεάν) λογισμικό, που είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί από όλους. Το χαρακτηριστικό της ομότιμης παραγωγής είναι ότι οι παραγωγοί δημιουργούν προϊόντα σε τέτοια μορφή ώστε να αποτελούν κοινό αγαθό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και να τροποποιηθεί από άλλους, οι οποίοι το επιστρέφουν βελτιωμένο στην κοινή “δεξαμενή”. […]


Είναι πολύ δελεαστικό να περιορίσουμε αυτό το φαινόμενο στο χώρο της άυλης παραγωγής, αλλά θέλουμε να δείξουμε σε αυτό το άρθρο ότι η ίδια μέθοδος παραγωγής που έχει κυριαρχήσει στον κόσμο του λογισμικού ανοικτού κώδικα και του ελεύθερα διαθέσιμου περιεχομένου στο διαδίκτυο (συχνά δημιουργημένου από τον ίδιο το χρήστη), επηρεάζει πλέον βαθιά τον τρόπο που σκεφτόμαστε το σχεδιασμό, ακόμη και την παραγωγή.

Προτού περιγράψουμε αυτό το φαινόμενο, ας δώσουμε μερικούς ορισμούς, καθώς και μια βασική εξήγηση γιατί η ομότιμη παραγωγή έχει τόσο σημαντικό νόημα.


Η εμφάνιση του Διαδικτύου ως ενεργοποιητή της ομότιμης παραγωγής

Πριν την έλευση του Διαδικτύου ως ένα εργαλείο που μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί από τουλάχιστον ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους, υπήρχαν ήδη τρεις τρόποι σύλληψης της παραγωγής. Ο πρώτος είναι το, τώρα σχεδόν εξαφανισμένο, σύστημα που βασίζεται στο κράτος, όπως χαρακτηριστικά το σοβιετικό σύστημα, στο οποίο οι παραγωγικοί πόροι ήταν κρατική ιδιοκτησία, και όπου το κράτος οργάνωνε την παραγωγή και τη διάθεση των πόρων με βάση τον κεντρικό σχεδιασμό. Ο δεύτερος είναι, φυσικά, ο βασισμένος στην αγορά καπιταλισμός, στον οποίο τα μέσα παραγωγής ανήκουν σε ιδιώτες, οι εταιρείες είναι οργανωμένες εσωτερικά ως ιεραρχίες, και οι πόροι διατίθενται με βάση τα μηνύματα που δίνονται μέσω των τιμών της αγοράς. Αν το κέρδος είναι αρκετά σημαντικό, οι εταιρείες θα διαθέσουν πόρους προς αυτή την κατεύθυνση και θα μισθώσουν το απαραίτητο προσωπικό. Ο τρίτος, και λιγότερο αναπτυγμένος, είναι η συνεταιριστική παραγωγή, στην οποία οι εργαζόμενοι ή άλλα μέλη κατέχουν το συλλογικό κεφάλαιο, και έχουν κάποιες μορφές εσωτερικής λειτουργίας με περισσότερο δημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Ωστόσο, τέτοιοι συνεταιρισμοί εξακολουθούν εν γένει να λειτουργούν εντός της αγοράς και υπόκεινται στις ίδιες εξωτερικές δυναμικές όπως και οι εταιρικές επιχειρήσεις. Στο πλαίσιο αυτής της ανάλυσης, επομένως, δεν θα εξετάσω τη συνεταιριστική παραγωγή ως ξεχωριστό τρόπο παραγωγής, αλλά μάλλον ως μια παραλλαγή της αγοράς.

Η ομότιμη παραγωγή, όμως, είναι πραγματικά μια νέα μορφή παραγωγής, η οποία βασίζεται στη δημιουργία κοινής αξίας.


Μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις διαφορετικές διαδικασίες:

Από την πλευρά της εισόδου, έχουμε εθελοντικούς συντελεστές, οι οποίοι δεν χρειάζεται να ζητήσουν άδεια για να συμμετάσχουν, και χρησιμοποιούν ανοικτή και δωρεάν πρώτη ύλη που δεν έχει περιοριστικά πνευματικά δικαιώματα, έτσι ώστε να μπορεί ελεύθερα να βελτιωθεί και να τροποποιηθεί. […]

Από την πλευρά της διαδικασίας, βασίζεται σε ένα σχεδιασμό συμπερίληψης, χαμηλές προϋποθέσεις συμμετοχής, ελεύθερα διαθέσιμη άρθρωση εργασιών αντί για λειτουργικές θέσεις εργασίας, και από κοινού επικύρωση της ποιότητας και της υπεροχής των εναλλακτικών λύσεων (το ονομάζω αυτό ομότιμη διακυβέρνηση).

Από την πλευρά του προϊόντος, δημιουργεί κοινά, χρησιμοποιώντας άδειες που διασφαλίζουν ότι η η προκύπτουσα αξία είναι διαθέσιμη σε όλους, και πάλι χωρίς άδεια. Αυτό το κοινό προϊόν, με τη σειρά του, αναδημιουργεί ένα νέο στρώμα ανοικτού και ελεύθερου υλικού που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ξανά. […]


Αυτός ο τρόπος παραγωγής λειτουργεί επειδή ορισμένες τεχνικές συνθήκες έχουν δημιουργηθεί για την άυλη παραγωγή. Πρώτα απ’ όλα, οι σύγχρονοι γνωσιακοί εργαζόμενοι, σε αντίθεση με τους εργάτες στα εργοστάσια, στην ουσία κατέχουν ή ελέγχουν τα δικά τους μέσα παραγωγής, δηλαδή τον εγκέφαλό τους, τους υπολογιστές τους, και την πρόσβαση στο κοινωνικοποιημένο δίκτυο που είναι το Διαδίκτυο. Δεδομένου ότι ελέγχουν τη δική τους συνεισφορά, είναι σε θέση να συνεισφέρουν εθελοντικά. Επειδή το περιεχόμενο και το λογισμικό μπορεί να αναπαραχθεί ψηφιακά, και το κόστος αυτής της αναπαραγωγής είναι οριακά αυτό της παραγωγής την πρώτη φορά, μπορεί να είναι καθολικά διαθέσιμα μέσω ψηφιακής αντιγραφής, ως εκ τούτου δεν είναι σπάνια, και έτσι λειτουργούν έξω από την ένταση της προσφοράς και της ζήτησης που είναι απαραίτητη για την αγορά. Λόγω του Διαδικτύου, είναι τώρα δυνατό να συντονιστεί φτηνά πλήθος ατόμων και μικρών ομάδων σε παγκόσμια κλίμακα, χωρίς να χρειάζεται κάποια κεντρική διοίκηση και ιεραρχίες ελέγχου.


Δεν είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό γιατί αυτή η μορφή της παραγωγής είναι πολύ παραγωγική. Οι προκαπιταλιστικοί τρόποι παραγωγής ήταν ουσιαστικά καταναγκαστικοί (δουλεία, δουλοπαροικία, κ.τλ.), και συνεπώς απαιτούσαν έναν ακριβό μηχανισμό εξαναγκασμού. Τέτοιες καθοδηγούμενες από το φόβο διαδικασίες ήταν πολύ επιζήμιες για την ώθηση και την καινοτομία, αναπαράγωντας τη μοιρολατρία ως γενική στάση. Ο καπιταλισμός, από την άλλη, βασιζόμενος στην ιδιοτέλεια και στην ανταλλαγή ίσης αξίας, δημιουργεί ένα θετικό εξωτερικό κίνητρο με βάση την αναμενόμενη απόδοση. Ωστόσο, τα κίνητρα εκλείπουν όταν ένα τέτοιο όφελος δεν είναι διαθέσιμο. Η καινοτομία στο πλαίσιο του στοχευμένου στο κέρδος χαρακτήρα του συστήματος δεν μπορεί παρά να είναι σχετική, καθώς βασίζεται στην ανάγκη να πεταχθούν εκτός ανταγωνισμού οι αντίπαλοι, αλλά κλονίζεται μόλις μια μονοπωλιακή κατάσταση επιτευχθεί. Τέλος, οι παράγοντες της αγοράς δίνουν προσοχή μόνο στο δικό τους συμφέρον, και είναι δομικά ανίκανοι να λαμβάνουν υπόψη τους εξωτερικούς παράγοντες. Με άλλα λόγια, ο στόχος της αγοράς δεν είναι η καινοτομία καθεαυτή, ούτε η παραγωγή καλών ή βέλτιστων προϊόντων˙ στην πραγματικότητα πολύ ενέργεια στις επιχειρήσεις είναι αφιερωμένη για να καταστήσουν τα προϊόντα τους μη-βέλτιστα. Για παράδειγμα, χαρακτηριστικό για το κλειστού κώδικα ή ιδιόκτητο λογισμικό είναι ότι απαγορεύεται να βελτιώσεις το προϊόν!


Η αντίθεση με τη δυναμική της ομότιμης παραγωγής δεν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη. Η ομότιμη παραγωγή βασίζεται σε παθιασμένα άτομα και ανοικτές κοινότητες που πασχίζουν για απόλυτη ποιότητα και καινοτομία, όχι μόνο για σχετική ποιότητα ή καινοτομία. […]

Το επόμενο σημαντικό ερώτημα είναι: Μπορεί το μοντέλο αυτό να εξαχθεί, όπως είναι ή με προσαρμογές, στην παραγωγή υλικών αγαθών;


Η επέκταση της ομότιμης παραγωγής στον κόσμο της υλικής παραγωγής

Ο γενικός κανόνας για την κατανόηση αυτής της δυναμικής και του διαχωρισμού μεταξύ του άυλου και υλικού κόσμου είναι ο ακόλουθος:

Για κάθε άυλο έργο, εφόσον υπάρχει μια γενική υποδομή για τη συνεργασία και η ανοικτή και ελεύθερη εισροή είναι διαθέσιμη ή μπορεί να δημιουργηθεί, οι γνωσιακοί εργαζόμενοι μπορούν να εργαστούν μαζί σε ένα κοινό έργο.

Ωστόσο, για την παραγωγή υλικών αγαθών, υπάρχουν αναπόφευκτα τα κόστη του κεφαλαίου και χρειάζεται τουλάχιστον η ανάκτηση του κόστους. Πράγματι, τα εμπορεύματα αυτά είναι εξ ορισμού ανταγωνιστικά, δηλαδή αν είναι στην κατοχή ενός ατόμου, είναι πιο δύσκολο να μοιράζονται, και επίσης, όταν χρησιμοποιηθούν θα πρέπει να αναπληρωθούν.

Λόγω αυτής της ουσιαστικής διαφοράς, μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε ότι η ίδια διαδικασία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για τις δύο πτυχές της παραγωγής των υλικών πραγμάτων.

Παρ’ όλα αυτά -και αυτό είναι ένα βασικό επιχείρημα- κάτι που πρέπει να παραχθεί, πρώτα πρέπει να σχεδιαστεί. Και ο σχεδιασμός ενός υλικού αντικειμένου, είτε πρόκειται για ένα αυτοκίνητο, μια ηλιακή στέγη ή ένα ηλεκτρονικό κύκλωμα, είναι μια άυλη διαδικασία που βασίζεται σε ένα λογισμικό, εξαρτώμενη από συνεργαζόμενους εγκεφάλους. Έτσι, το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό είναι μια συνεργασία μεταξύ κοινοτήτων ανοικτού σχεδιασμού από τη μία πλευρά, και κατασκευαστικών βιομηχανιών από την άλλη πλευρά. Αυτό είναι πράγματι αυτό που συμβαίνει και αναδύεται σε παγκόσμια κλίμακα. […]


Στο βιβλίο-ορόσημο του Eric von Hippel Ο Εκδημοκρατισμός της Καινοτομίας έχουν καταγραφεί πολλά επίπεδα της εν λόγω συνεργασίας. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχουν πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες για να επιτευχθεί αυτό. Πρώτα απ ‘ όλα, υπάρχουν πολύ πιο σημαντικοί βρόχοι ανάδρασης που είναι απαραίτητοι μεταξύ σχεδιασμού και παραγωγής, καθώς τα πραγματικά προϊόντα πρέπει να δοκιμάζονται στον φυσικό κόσμο. Επίσης, τα εργαλεία είναι διαφορετικά, και απαιτείται να είναι διαθέσιμα 3D-based εργαλεία σχεδιασμού, όπως το CAD/CAM, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται βίντεο για να δείξουν τις πρακτικές της χρήσης, και θα πρέπει να υπάρξει πολύ πιο μακρινή συνεργασία σε πραγματικό χρόνο. Αλλά δύσκολο δεν σημαίνει αδύνατο! […]


Για να πραγματοποιηθεί αυτός ο σημαντικός ανασχηματισμός, ωστόσο, είναι επίσης απαραίτητο να συλλάβουμε την υλική παραγωγή με έναν περισσότερο αρθρωτό τρόπο. Αυτή είναι η προσέγγιση, για παράδειγμα, των Bug Labs, που προσφέρουν μια ηλεκτρονική διάταξη η οποία μπορεί να συντεθεί αρθρωτά, δίνοντας τη δυνατότητα στον καθένα να επιλέξει τα ιδιαίτερα κομμάτια που πρέπει να συναρμοστούν. Έτσι, αντί να φανταστούμε μια κοινότητα σε συνεργασία με μία εταιρεία, όπως γίνεται σε πολλά συν-σχεδιασμένα και συν-δημιουργημένα έργα, ας φανταστούμε μάλλον μια παγκόσμια κοινότητα “μαστόρων”, αλλά και μια παγκόσμια κοινότητα οικιακών παραγωγών, που μπορούν να “κατεβάσουν” από το διαδίκτυο το σχεδιασμό και να παράγουν τα αντικείμενα σε τοπικό επίπεδο.

Η επίτευξη μια τέτοιας ριζικής αλλαγής της αντίληψης για το πώς κατασκευάζουμε πράγματα, θα απαιτούσε έναν ριζικό επανασχεδιασμό του συνόλου της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας, και όσο απίθανο ακούγεται τόσο, στην πραγματικότητα, ήδη συμβαίνει. […]


Η κατανομή στην ανοικτή κατασκευή

Η βιομηχανία υπόκειται στην ίδια διαδικασία σμίκρυνσης όπως κάποτε και οι υπολογιστές.

Σκεφτείτε τις εξής βασικές τάσεις:

Η δι’ αλληλογραφίας κατεργασία σημαίνει ότι μπορείτε να σχεδιάσετε το δικό σας προϊόν, και μια εταιρεία θα παραδώσει στη συνέχεια το κομμάτι στο κατώφλι σας. Η κατασκευή στην επιφάνεια εργασίας του υπολογιστή σας σημαίνει ότι όχι μόνο μπορείτε να σχεδιάσετε το δικό σας προϊόν, αλλά και να το παράγετε εσείς οι ίδιοι. Αυτό είναι ήδη δυνατό, λόγω των εξελίξεων στη 3D εκτύπωση, σύμφωνα με την οποία πλαστικά σχέδια μπορούν να παραχθούν με όλο και φθηνότερα μηχανήματα. Η ίδια η βιομηχανία χρησιμοποιεί όλο και περισσότερο ταχείες και ευέλικτες παραγωγικές τεχνικές, οι οποίες απαιτούν μια ριζικά νέα φιλοσοφία σχετικά με τις μηχανές: όχι τόσο υπερεξειδίκευση, υψηλή δαπάνη και συγκέντρωση, αλλά μάλλον παραγωγή μέσω μιας γενικής μηχανής που μπορεί να προσαρμοστεί γρήγορα και ανέξοδα σε νέες ανάγκες και διαδικασίες. Καθώς τέτοιες μηχανές γίνονται μικρότερες, περισσότερο διαδεδομένες και φθηνότερες, η διαθεσιμότητά τους για την τοπική παραγωγή θα αυξηθεί δραματικά. Η προσωπική κατασκευή, όπως αναπτύσσεται μέσω των κοινοτήτων FabLab και το RepRap, αποτελεί την κατάληξη μιας τέτοιας διαδικασίας.


Δικτυώνοντας τον φυσικό κόσμο

Βλέπουμε την ίδια καινοτομία στον τομέα των χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων. Μετά από την κατάρρευση του χρέους, βλέπουμε μια ισχυρή ώθηση για να γίνει η χρηματοδότηση περισσότερο διαθέσιμη με ένα κατανεμημένο τρόπο. Μία από τις τάσεις είναι φυσικά ο κοινωνικός δανεισμός, που επιτρέπει σε άτομα να δανείζουν το ένα το άλλο. Μία άλλη είναι η ισχυρή αναβίωση των συμπληρωματικών νομισμάτων με βάση την αμοιβαία πίστωση. Το πλεονέκτημα είναι ότι αυτή η πίστωση δημιουργείται από τους ίδιους τους συμμετέχοντες, χωρίς να χρειάζεται να εξαρτώνται από το πιο σπάνιο επίσημο νόμισμα, και έτσι επιτυγχάνεται η ανεξαρτησία από τις κεντρικές τράπεζες. Τα συμπληρωματικά νομίσματα είναι επίσης γνωστά για το ότι κρατούν το μεγαλύτερο μέρος των χρηματοοικονομικών ροών εντός των τοπικών κοινοτήτων. Έτσι, η νέα εικόνα γίνεται σαφέστερη: φθηνότερα εργαλεία παραγωγής, σε συνδυασμό με peer-to-peer** χρηματοδότηση και peer-to-peer νομίσματα, μας επιτρέπουν να αντιληφθούμε την υλική παραγωγή πολύ πιο κοντά στο σημείο της ανάγκης. Αυτή η ενδεχόμενη επανατοπικοποίηση δεν είναι, ωστόσο, οπισθοδρομική, αλλά υψηλής τεχνολογίας, και δεν δημιουργεί απομόνωση, επειδή εξαρτάται εξίσου από παγκόσμιες δεξιότητες και κοινότητες ανοικτού σχεδιασμού που λειτουργούν στην κλίμακα του κόσμου.

Έτσι, το όραμα γίνεται σαφέστερο. Έχουμε ήδη μία peer-to-peer τεχνολογική και επικοινωνιακή υποδομή, και νέα οργανωτικά μοντέλα που βασίζονται στην ανοικτή συνεργασία όσον αφορά την τεχνογνωσία, το λογισμικό και το σχεδιασμό. Έχουμε αύξηση της πρόσβασης σε περισσότερο κατανεμημένο μηχανικό εξοπλισμό, που μας επιτρέπει να φανταστούμε μια περισσότερο τοπικοποιημένη παραγωγή τέτοιων ανοικτών σχεδίων. Έχουμε πολύ χαμηλότερες κεφαλαιακές ανάγκες, αλλά όταν χρειάζονται κεφάλαια για την ανάκτηση του κόστους της υλικής παραγωγής, έχουμε πρόσβαση σε πολύ περισσότερα διαθέσιμα κεφάλαια μέσω της αμοιβαίας πίστωσης και του κοινωνικού δανεισμού. Καμία από αυτές τις τάσεις δεν έχει υλοποιηθεί πλήρως, αλλά, αν και θεωρητικά μπορεί να εκτροχιαστούν, υπάρχουν πολύ ισχυρές ενδείξεις ότι κινούνται και εξελίσσονται προς αυτή την κατεύθυνση.


P2P Ενέργεια

Τι άλλο χρειαζόμαστε; Λοιπόν, το στοιχείο που λείπει δεν είναι δύσκολο να το μαντέψετε, είναι ένα κατανεμημένο P2P ενεργειακό δίκτυο!

Η λογική για τη διανεμημένη ενέργεια είναι αρκετά απλή δεδομένου ότι επιτρέπει στους ανθρώπους να έχουν τα εργαλεία για την παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας˙ σημαίνει, επίσης, ανεξαρτησία από κεντρικές επιχειρήσεις και υποστήριξη της τοπικής παραγωγής, η οποία είναι σημαντική πτυχή στο πλαίσιο που περιγράφουμε. Πλεονάζουσα ενέργεια μπορεί να δοθεί, να ανταλλαχθεί ή να πωληθεί, με το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι όσοι από εμάς χρησιμοποιούν αποδεδειγμένα λιγότερη ενέργεια θα έχουν εισόδημα από αυτούς που χρησιμοποιούν υπερβολική ενέργεια.


Συμπερασματικά

Ελπίζω οι αναγνώστες αυτής της επισκόπησης να έχουν τώρα μια σαφέστερη εικόνα για το πώς ένας peer-to-peer κόσμος μπορεί να διαμορφωθεί. Θα αποτελείται από κοινότητες ανοικτής γνώσης, ανοικτού λογισμικού και ανοικτού σχεδιασμού, των οποίων τα μέλη θα συνδέονται με φορείς παραγωγής (εταιρείες, συνεταιρισμοί), οι οποίοι θα χρηματοδοτούν τα μέλη τους άμεσα, αλλά και έμμεσα υποστηρίζοντας την υποδομή της συνεργασίας για τα κοινά αγαθά από τα οποία εξαρτώνται, και θα κατανέμουν τα οφέλη έτσι ώστε αυτά να επιστρέφουν στις κοινότητες. Οι παραγωγικοί φορείς θα ήταν σε θέση να παράγουν σε τοπικό επίπεδο, με τη χρήση ενέργειας από ένα peer-to-peer δίκτυο, καθώς και με χρήση peer-to-peer νομισμάτων για την ανταλλαγή των ανταγωνιστικών προϊόντων, ενώ άυλα και πολιτιστικά αγαθά θα είναι ελεύθερα διαθέσιμα για ολόκληρη την ανθρωπότητα.


Αυτό δεν είναι μια ουτοπία, αλλά απόλυτη αναγκαιότητα για την επιβίωση του πλανήτη μας.

Πράγματι, κάνουμε δύο πράγματα λάθος, και πρέπει να τα αναιρέσουμε:

Πιστεύουμε ότι η φύση είναι άπειρη, κάτι που είναι ψευδές, και έτσι δημιουργούμε μια ψευδο-αφθονία που καταστρέφει τον πλανήτη. Πιστεύουμε ότι τα διανοητικά και πολιτιστικά αγαθά πρέπει να καθίστανται με τεχνητό τρόπο σπάνια, με αποτέλεσμα να παραλύει η κοινή χρήση των καινοτομιών. Αν μπορέσουμε να ανατρέψουμε και τα δύο, συνδυάζοντας την αναγνώριση της πραγματικής σπάνης των υλικών αγαθών με την πραγματική αφθονία των άυλων αγαθών, θα έχουμε έναν νέο και βιώσιμο πολιτισμό, βασισμένο στις peer-to-peer αρχές.



* Ο Michel Bauwens είναι θεωρητικός των δικτύων peer-to-peer, συγγραφέας και ερευνητής.


**ΣτΜ: Το peer-to-peer (ή P2P) είναι ένα μοντέλο δικτύου που προέρχεται από το χώρο των υπολογιστών, αλλά έχει γενικότερες εφαρμογές. Ένα δίκτυο υπολογιστών peer-to-peer επιτρέπει σε πολλούς υπολογιστές να μοιράζονται τους πόρους τους ισοδύναμα, ενώ όλοι οι κόμβοι του δικτύου έχουν ίσα δικαιώματα.


Μετάφραση: Δ.Κ.


 
Leave a comment

Posted by on December 29, 2011 in Michel Bauwens