RSS

Category Archives: Rosa Luxemburg

Ρόζα Λούξεμπουργκ, τι σου ’χω φυλαγμένα…

1906-rosa-luxemburg-in-warsaw-prison-iisg-high-res
Άι, Ρόζα Λούξεμπουργκ, τι σου ’χω φυλαγμένα,
πάνω στο κάρρο σ’ είδα στα εννιακόσια εφτά.
Εγώ τότε κοιμόμουνα στο φως τού εικοσιένα
κι εξήντα χρόνια αργότερα σε βρήκα στα χαρτιά


Καμιά φορά θα έπρεπε, ίσως, να γίνεται πιο ξεκάθαρο, πως οποιαδήποτε πολιτική συζήτηση σήμερα πραγματοποιείται σε μια εποχή που αλλάζει τον χαρακτήρα της κοινωνίας ραγδαία και οριστικά. Αν μετά τη δεκαετία του ’90 οι γκουρού της οικονομίας κήρυξαν το τέλος της ιστορίας, ήρθε σήμερα η εποχή που καλούνται να απαντήσουν σε μία κρίση που επανορίζει όλες τις κοινωνικές σχέσεις ως ιστορικές παγιώσεις.

Δεν έχει περάσει πολύ παραπάνω από ένα έτος, όταν τα κράτη προειδοποιήθηκαν πως το τεράστιο εξωτερικό χρέος τους είναι συγκρίσιμο με τις παραμονές του Β’ Παγκόσμιου. Έχουμε, λοιπόν, όλοι επιδοθεί σε ένα αιματηρό αγώνα, όμως τι ακριβώς είναι αυτό που προσπαθούμε να διασωθεί;
Ο πραγματισμός όλων των «υπεύθυνων πολιτικών δυνάμεων» έγκειται στην αποδοχή της ύπαρξης μίας συνεχούς διογκούμενης σφαίρας πλασματικού χρήματος (λέγε με ανάπτυξη), ενάντια στην κάλυψη των αναγκών, όπως αυτές διαμορφώνονται έξω από την ανελευθερία της ετερόνομης εργασίας, χωρίς ανταγωνισμό, χωρίς κέρδη, χωρίς παγκόσμιο πόλεμο.

Η αναγνώριση του παραλόγου και αδύνατου της συνεχούς ομαλής συσσώρευσης πλούτου αντιφάσκει με αυτούς που προοιωνίζουν έναν υψηλά ανεπτυγμένο καπιταλισμό άνευ ιμπεριαλιστικών υπερβολών, μια ρυθμισμένη παραγωγή χωρίς διαταραχές πολέμου. Συνεχής διόγκωση δηλαδή, σ’ έναν πεπερασμένο κόσμο, χωρίς καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων. Οι σοσιαλδημοκράτες συνθηκολόγησαν μπροστά στον καπιταλισμό, τόσο οικονομικά, όσο και ιδεολογικά. Έτσι, προκύπτει η πίστη τους στην αιώνια διάρκεια, στη φυσική ρύθμιση, σε ένα πιο ανθρώπινο πρόσωπο του ίδιου συστήματος της ετερόνομης εργασίας. Ταυτόχρονα, θέτουν εαυτόν απέναντι στον καπιταλισμό, σε μια ηθική αντίθεση. Αυτή είναι η γνήσια αντίφαση του μικροαστού.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ ήδη στην πρώτη της πολεμική ενάντια στον Μπερνστάιν, υπογραμμίζει την ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στον τρόπο αντιμετώπισης της ιστορίας με ολιστική οπτική ή με μονομερή μηχανιστικό αυτισμό. Η πάλη της είναι από τη μία ενάντια στην υλική σκλαβιά από τον καπιταλισμό και από την άλλη ενάντια στην ιδεολογική σκλαβιά της ενσωμάτωσης. Αυτός ο αντίπαλος ήταν για τη Ρόζα εξίσου επικίνδυνος. Ο θάνατός της ήρθε από αυτόν, από το χέρι των πιο αμείλικτων και πραγματικών εχθρών της. Το γεγονός ότι η Ρόζα παρέμενε όρθια παρά την ήττα της εξέγερσης του Γενάρη του 1919, που από χρόνια είχε με διαύγεια προβλεφθεί, είναι το σωστό επακόλουθο της ενότητας θεωρίας και πράξης στη δράση της, η διεισδυτική της ματιά στην ολότητα της ιστορικής διαδικασίας. Είναι, επίσης, η αιτία του θανάσιμου μίσους των δολοφόνων της, των σοσιαλδημοκρατών.

Ο χωρισμός του παραγωγού από την παραγωγική διαδικασία, ο κατατεμαχισμός της εργασιακής διαδικασίας σε μέρη, χωρίς να αποτελεί σημαντικό σημείο ο άνθρωπος ως δημιουργικό υποκείμενο, η εξατομίκευση της κοινωνίας σε ικανές για εργασία μονάδες έπρεπε αναγκαστικά να επιδράσει και πάνω στη φιλοσοφία του καπιταλισμού. Κάπως, έτσι, η κλασική οικονομία αντιμετώπισε την καπιταλιστική ανάπτυξη με την οπτική του μεμονωμένου καπιταλιστή και μπλέχτηκε σε μια σειρά άλυτων αντιφάσεων. Η «συσσώρευση κεφαλαίου» της Ρ.Λ. ξαναπιάνει τη μέθοδο του νεαρού Μαρξ της «Αθλιότητας της Φιλοσοφίας». Έτσι, όπως σ’ αυτό το έργο, αναλύονται οι ιστορικές συνθήκες που κατέστησαν δυνατή την οικονομία του Ρικάρντο και του Σμιθ. Οι αστοί οικονομολόγοι δεν μπορούν παρά να ταυτίσουν την κοινωνική πραγματικότητα με τους φυσικούς νόμους. Έτσι, και η σοσιαλδημοκρατία, σαν ιδεολογική έκφραση εκείνου του τμήματος της τάξης που έγινε μικροαστικό και συνενδιαφερόταν για την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση του κόσμου, αλλά χωρίς παγκόσμιο πόλεμο, δεν μπορούσε παρά να εννοεί την ανάπτυξη ως η καπιταλιστική συσσώρευση να λαμβάνει χώρα στο κενό μαθηματικών τύπων. Η σοσιαλδημοκρατία έπεσε, έτσι, σε μια πολιτική εκτίμηση πολύ πιο καθυστερημένη και από αυτή των βδελυρών μεγαλοαστών και πήρε τον ρόλο που της αναλογεί: τη θέση του φύλακα της αιωνιότητας της οικονομικής καπιταλιστικής διάταξης.

Υπάρχει κάτι πολύ διακριτό στον μαρξισμό της Λούξεμπουργκ. Πρόκειται για μια πολύ ξεκάθαρη διεθνιστική κομμουνιστική οπτική που εναντιώνεται στην αποικιοκρατία, στην εθνική ανάπτυξη, στον μιλιταρισμό. Στα 1914 ήταν μία από τους πολύ λίγους σοσιαλιστές στη Γερμανία, αλλά και στην Ευρώπη γενικότερα, που ξεκάθαρα στο όνομα του διεθνισμού, εναντιώθηκαν στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Να γιατί, είδε του Ρώσους επαναστάτες σαν τους ανθρώπους που έσωσαν τη διεθνιστική τιμή του σοσιαλιστικού κινήματος, αφού εναντιώθηκαν στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο αρνούμενοι να τον συνεχίσουν.

Η ικανότητα να διοχετεύονται οι κρίσεις στην περιφέρεια δημιούργησε από το ’50 και μετά την ψευδαίσθηση στις δυτικές κοινωνίες πως δεν θα ζήσουν ξανά πόλεμο, αφού ο καπιταλισμός αυτοαναπαραγόταν με νεκρούς αλλού στη γη, με καταστροφή άλλων χωρών -για να ανοικοδομηθούν δίνοντας νέα πνοή στην αγορά, με ειδικές οικονομικές ζώνες σε άλλες ηπείρους. Και όσοι δεν έβλεπαν τον πόλεμο στο εξωτερικό,  για κάποιο περίεργο λόγο που υποψιάζομαι πως συνδέεται με αυτό, δεν φαίνοταν να ενοχλούνταν ιδιαίτερα ούτε με τον πόλεμο στο εσωτερικό. Άλλωστε, οι πόλεμοι προϋποθέτουν τη συνοχή της κοινωνίας σε έναν μανιώδη εθνικισμό, που πάντα οδηγεί εθελόδουλα τους εργάτες στα σφαγεία. Με άλλα λόγια, αν επιζητάς την έξοδο από την κρίση, την πιο «ορθολογική» και «ανώδυνη», δε ζητάς παρά την επιλογή ενός τρίτου κοινωνικού παγκοσμίου πολέμου απέναντι στις δυνάμεις της εργασίας.

Στις 19 Σεπτέμβρη του 1914 δημοσιεύεται η πρώτη δημόσια διακήρυξη από κοινού με τον Καρλ Λήμπνεχτ, τον Φρανς Μέρινγκ και την Κλάρα Τσέτκιν ενάντια στη θέση της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας για τον πόλεμο. Από τον Φλεβάρη του 1915 και για έναν χρόνο γράφει στη φυλακή τη μπροσούρα του Γιούνιους. Εκεί, εμφανίζεται για πρώτη φορά το δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Εκφράζεται ξεκάθαρα πως αν ο Πλεχάνοφ υποστήριζε πως “Η νίκη του σοσιαλιστικού προγράμματος είναι τόσο σίγουρη όσο η ανατολή του ήλιου την επόμενη μέρα”, η αντίληψη της Ρόζας είναι ένα κάλεσμα για δράση, για παρέμβαση, για οργάνωση, επειδή το μέλλον δεν είναι εγγυημένο, είναι απλώς μια δυνατότητα. Και πάντα υπάρχει η πιθανότητα αυτού πού λέγεται βαρβαρότητα. Η μπροσούρα αυτή είναι η αντίδραση στο ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και στην προδοσία της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας στις αρχές του σοσιαλιστικού διεθνισμού. Οι εξελίξεις που οδήγησαν σε αυτόν τον πόλεμο αποτέλεσαν μια τρομερή τομή στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ήταν ο πρώτος με την πλήρη έννοια της λέξης “ιμπεριαλιστικός” πόλεμος, που διαδραματίστηκε στη βάση του ανεπτυγμένου βιομηχανικού καπιταλισμού όπου οι μεγάλες δυνάμεις πάλεψαν για την παγκόσμια κυριαρχία. Ακόμη και σε αυτούς που γνωρίζουν την κριτική των Ρώσων μαρξιστών, η Ρόζα Λούξεμπουργκ δείχνει στοιχεία αποφασιστικής σημασίας για την μετέπειτα διαμόρφωση των επαναστατικών κινημάτων. 

Είναι μοναδικός ο τρόπος που θέτει το ζήτημα των συνεπειών που είχε η στάση της σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας για ολόκληρο το εργατικό κίνημα και της ριζικής αυτοκριτικής που θα έβγαζε το κίνημα από την κρίση του. Με υποδειγματικό τρόπο, η Ρ. Λ. αναλύει αφιερώνοντας πολλές σελίδες τις εξελίξεις στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, το πέρασμα από την εποχή της belle epoque στην οικονομική κρίση, τους ανταγωνισμούς για αποικίες (λέγε με ειδικές οικονομικές ζώνες), τον ρόλο των εθνικών κρατών. Όμως ο βασικός στόχος της δεν είναι να αναλύσει τις αντικειμενικές συνθήκες, αλλά να αναδείξει το ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας.

Μεταρρύθμιση ή επανάσταση

Η Ρ.Λ. απαντά σε μία σειρά άρθρων με τίτλο «Προβλήματα Σοσιαλισμού» στην επιθεώρηση του Μπερνστάιν και στο έργο του «Οι προϋποθέσεις του σοσιαλισμού και τα καθήκοντα της σοσιαλδημοκρατίας».  Στην περιεκτική της απάντηση αναλύει τις βασικές αντιθέσεις της αστικής κοινωνίας και τις αντανακλάσεις αυτών στο σοσιαλιστικό κίνημα. Η ανάλυση αυτών των αντιθέσεων, κρατά διακριτές αποστάσεις από τη θεωρία περί ομαλής διάλυσης της αστικής κοινωνίας υπό το βάρος τους και μιλά για τις ιστορικές τάσεις, που ως δυνατότητα υπάρχουν και η πραγμάτωσή τους έγκειται στην ταξική πάλη. Με το έργο αυτό, δεν αντιτίθεται απλώς στην επίσημη σοσιαλδημοκρατία, αλλά και στους Ρώσους μπολσεβίκους.

Στο πρώτο μέρος, διερωτάται πάνω στην επιλογή του τίτλου της. Μπορεί η μεταρρύθμιση να αντιπαραβάλλεται ως αντιπαραθετικός πόλος στην επανάσταση και το αντίθετο; Αντίθετα, απαντά, η καθημερινή πρακτική εντός της αστικής συνθήκης συνδέεται με τη στρατηγική με μία σχέση μέσου-σκοπού. Σαφής και λιτή, καθιστά ξεκάθαρο το σκοπό του άρθρου της: να καταδείξει ότι ο Εδουάρδος Μπερνστάιν, στη Νέα Εποχή, προτρέπει στην αντικατάσταση του σκοπού από το μέσο, στην αποθέωση, εν τέλει, της υπαρκτής πραγματικότητας ως αιώνιας. Εξοβελίζει την απελευθέρωση από την μισθωτή σκλαβιά της ετερόνομης εργασίας στο πεδίο του μη – πραγματικού και, βιάζοντας τον ιστορικό υλισμό, στο πεδίο του μη – πραγματοποιήσιμου. Ωστόσο, ακριβώς αυτό, η αντίληψη του υπαρκτού ως μόνης νόμιμης συνθήκης για το τώρα, είναι η συστηματική διαφορά μεταξύ σοσιαλδημοκρατίας και αστικής δημοκρατίας, λέει η Ρ.Λ.. Διαβλέπει τη μετάλλαξη και την ενσωμάτωση του κόμματος εκείνου στο οποίο είχε στρατευτεί. Η διαφωνία της, λέει, δεν αφορά την ορθότητα ή μη της μιας ή της άλλης τακτικής επιλογής, αλλά της ίδιας της ουσίας της αναγκαιότητας ή μη αντίπαλου πολιτικού δέους στην αστική ιδεολογία.

Η Ρ. Λ. στάθηκε στη διεθνοποίηση του καπιταλισμού ως κατάργηση των φραγμών μετακίνησης κεφαλαίων και τον ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό. Όσο τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης ενεπλάκησαν σε διαδικασίες νομιμοποίησης και αγώνα για εθνική αυτοδιάθεση, η Ρ.Λ. διέβλεπε από τότε ότι η απάντηση πρέπει να αναφέρεται στο διεθνοποιημένο κεφάλαιο. Για την ίδια, η Πολωνία δεν έπρεπε να παλέψει για την ανεξαρτητοποίησή της από τη Ρωσία, αλλά ενάντια στον καπιταλισμό. Η Ρ. Λ. εξηγεί την αύξηση του μιλιταρισμού σε σύνδεση με την οικονομική συνθήκη και με πύρινους λόγους προτρέπει την εργατική τάξη να μη συμμετέχει σε κανέναν εθνικό πόλεμο.

Η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο της ίδιας, έγραφε ο Μαρξ. Για να μπορέσει να ανατρέψει τον καπιταλισμό, το προλεταριάτο χρειάζεται πολιτική εκπαίδευση, ταξική συνείδηση και οργάνωση. Όλα αυτά δε θα αποκτηθούν, έλεγε η Ρ.Λ., φυσικά, με βιβλία και προκηρύξεις, αλλά κύρια με το ζωντανό πολιτικό σχολείο, με την πάλη, μέσα στην πάλη, στην ασταμάτητη πορεία της επανάστασης. Διάκριση οικονομικής και πολιτικής πάλης δεν υπάρχει. Κάθε οικονομική νίκη μπορεί να είναι επαναστατική μόνο όταν θέτει θέμα εξουσίας και αμφισβητεί την πηγή που γεννά την αδικία.

Αντίθετα με την ορθόδοξη σοσιαλδημοκρατία της Β’ Διεθνούς δεν θεωρούσε την οργάνωση προϊόν επιστημονικοθεωρητικής επίγνωσης ιστορικών κανόνων, αλλά ένα ζωντανό προϊόν της ταξικής πάλης. Θεωρούσε ότι υπάρχει μια διαλεκτική και όχι μια λογική σταδίων που ιεραρχεί πρώτα το κίνημα και την οικονομική πάλη, μετά το κόμμα και τον πολιτικό αγώνα για την κατάληψη της εξουσίας. Οτιδήποτε μερικό ήταν για τη Ρ.Λ. σημαντικό μόνο ως μέσο για τον τελικό σκοπό: την ανατροπή του οικονομικού συστήματος που γεννά κάθε βαρβαρότητα. Η σημερινή αυτοαποκαλούμενη επαναστατική αριστερά θεωρεί ότι η τάξη πρέπει να διαπαιδαγωγηθεί με τον αγώνα στην κατάκτηση μικρών αιτημάτων ή αποκλειστικά οικονομικών αιτημάτων ώστε να ωριμάσει για την κατάκτηση των πολιτικών αιτημάτων αλλά και την ίδια την αμφισβήτηση της αστικής εξουσίας. Για μιά ακόμη φορά στο αμείλικτο δίλλημα “μεταρρύθμιση ή επανάσταση”, απαντά με το πρώτο.

Μη με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο

Οι κυβερνήσεις δίνουν τον τόνο των αλλαγών και το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα τρέχει ασθμαίνοντας να χωρέσει στη νέα πραγματικότητα. Αν η παραδοσιακή δεξιά αναπαράγει το επίσημο κρατικό δόγμα, η αριστερά στο σύνολό της σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό αναπαράγει τη γραμμή της σοσιαλδημοκρατίας.  Κοινός στόχος, παρά τις «αντιπαραθετικές» διακηρύξεις είναι η εφαρμογή μιας «κεντρικής λύσης» ενάντια στην κρίση που το αστικό κράτος θα δώσει, υπό την πίεση του κινήματος. Πρόκειται για μία κοινή πολιτική αντίληψη που μάταια φιλοδοξεί να ξαναμοιράσει λίγο από τον πλούτο χωρίς να αμφισβητεί ούτε λίγο από την αστική εξουσία, χωρίς καν η τελευταία να μυρίσει λίγη επαναστατική απειλή.  Χωρίς δομές εργατικής εξουσίας, αλλά με μορφώματα συνεργασίας και αριστερά βήματα και ελεγκτικές επιτροπές. Καμία φαντασία… Πάλι, μια απ’ τα ίδια με τον γνωστό συνδυασμό που σκοτώνει: αόριστη επαναστατική επίκληση – στόχευση νέο “κοινωνικό συμβόλαιο”.

Η επιλογή της σοσιαλδημοκρατίας για εθνική λύση σήμερα είναι πρακτικά αδύνατη, τόσο αδύνατη όσο η επαναφορά του καπιταλισμού σε παλαιότερο πρότυπο παραγωγής και ανάπτυξης, και ολέθρια, τόσο ολέθρια όσο η εθνικιστική υστερία που την περιβάλλει. Πολλοί για χρόνια μιλούσαν για την ανατροπή ενός συστήματος εκμετάλλευσης που «δεν αντέχει άλλο», αλλά όταν η ιστορία τους συνάντησε, οπισθοχώρησαν αμήχανα. Με  νοσταλγική ανάμνηση του κοινωνικού κράτους, οι υμνητές της ρήξης και της ανυπακοής προσμένουν την υπεύθυνη δύναμη που θα βάλει φρένο στην «καταστροφική λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού» και στο παρασιτικό τραπεζικό κεφάλαιο. Δεν πέρασε πολύς καιρός, άλλωστε, από όταν ψηλάφισαν την πολυπόθητη «γραμμή μαζών» στο ύψωμα της γαλανόλευκης, αφού δείλιασαν μπροστά στα υπαρκτά διλήμματα της κρίσης μιλώντας για συνθήκες ανώριμες και όρους ασυσσώρευτους. Τα τσιτάτα τους, ωστόσο, παραμένουν διφορούμενα κατά τρόπο ύπουλο, αφού τα αντιφατικά επικοινωνιακά μηνύματα κρατούν απασχολημένο το πόπολο.

Αρκετοί συνεχίζουν να ελπίζουν να κουνήσουν το κομματικό τους σημαιάκι, σε μια «θεαματική» εμφάνιση στο «κεντρικό πολιτικό σκηνικό», όπως ονομάζουν το πολιτικό παιχνίδι στα τηλεοπτικά παράθυρα. Υποτάσσονται στην αστική έννοια της πολιτικής διαμεσολάβησης, στο «καθήκον» των οργανωμένων πολιτικών δυνάμεων να «ενοποιήσουν ανώτερα» και να «εκφράσουν συνολικά» τις διάσπαρτες κοινωνικές αντιστάσεις. Αλλά πόυ; Μα, το είπαμε: στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό, αυτό που στήνεται γύρω από την κάλπη με λίγη γαρνιτούρα από διαδήλωση, αφού μόνο ένας επίσημος πολιτικός φορέας μπορεί να αναδείξει το συνολικό ζήτημα της εξουσίας. Λες και είναι ένα ερώτημα που θα λυθεί κεντρικά, λες και δεν αναβλύζει μέσα από κάθε εργατική μάχη και ειδικά τον καιρό της κρίσης.

Η πολιτική διαμεσολάβηση ή η ενότητα της αριστεράς, ή ότι άλλο, δεν έχει καμία αξία απολύτως, εάν δεν υποτάσσεται στο σχέδιο της γενικής πολιτικής απεργίας διαρκείας του ανεξάρτητου κέντρου αγώνα, των γενικών συνελεύσεων σε κάθε χώρο. Αν δεν διεκδικούμε σήμερα την εξουσία σε κάθε κοινωνικό χώρο, ποιός άραγε θα μας δώσει τις προϋποθέσεις να πάρουμε την εξουσία σε συνολικό και πανκοινωνικό επίπεδο. Σήμερα, άλλωστε, η κρίση επαναφέρει τη συζήτηση τόσο στη δυνατότητα της επανάστασης από τη μία αλλά και από την άλλη στην αδυναμία οριστικής νίκης χωρίς την ύπαρξη δομών των εργατών που θα μπορούν να δουν πέρα από την ανατροπή μιας κυβέρνησης, που θα πάρουν στα χέρια τους ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση. Χρέος μας είναι να δημιουργήσουμε αυτές τις δομές, με αυτή την πολιτική.
…….
Τον Γενάρη του 1919, η Ρόζα που γεννήθηκε τη χρονιά της Παρισινής Κομμούνας,  συμμετέχει στην Κομμούνα του Βερολίνου. Στις 14 Ιανουαρίου γράφει το τελευταίο της άρθρο «Τάξη επικρατεί στο Βερολίνο». Την επόμενη, 15 Γενάρη του 1919, συλλαμβάνεται και δολοφονείται. Το πτώμα της, όπως και το πτώμα του Καρλ Λήμπνεχτ, ρίχνεται στα κανάλια του Βερολίνου. Την Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 1919, σε μια αποβάθρα εντοπίζονται τα πτώματα των Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζας Λούξεμπουργκ. Η Ρόζα δεν είχε στηρίξει τα εθνικά οράματα της Γερμανίας μπροστά στον πόλεμο. Η «κόκκινη» Ρόζα προέταξε την αξία του ανθρώπου, ως την αναλλοτρίωτη εκείνη ουσία των χειραφετητικών τάσεων του ανθρώπου, πεπεισμένη ως το τέλος πως το τέλος της κοινωνίας της εκμετάλλευσης δεν περνά από την στρατιωτικού τύπου στράτευση των «μαζών». Η σκέψη της ακολούθησε πιστά την εναντίωση στη ρεφορμιστική σοσιαλδημοκρατία, τη διεθνιστική πάλη ενάντια στον μιλιταρισμό και την διαλεκτική της επαναστατικής δράσης. Αποχώρησε από το SPD και κάλεσε την εργατική τάξη να μη στρέψει τα όπλα της παρά μόνο στα αφεντικά της. Η εξέγερση του Γενάρη του 1919 πνίγηκε στο αίμα από την κυβέρνηση των πρώην συντρόφων της και το αίμα της Ρόζας βάφει για πάντα τα χέρια τους. Από εκείνη τη στιγμή, τα κόκκινα νερά του Σπρέε χωρίζουν τις δύο επιλογές.

Άννα Β.
_______________________________________ 
Έγραφε:
«Στη Γερμανία, για τέσσερις δεκαετίες είχαμε μόνο κοινοβουλευτικές “νίκες”. Πρακτικά βαδίζαμε από νίκη σε νίκη. Και όταν βρεθήκαμε αντιμέτωποι με τη μεγάλη ιστορική δοκιμασία της 4ης Αυγούστου 1914, το αποτέλεσμα ήταν η καταστροφική πολιτική και ηθική ήττα, μια εξοργιστική κατάρρευση και σήψη χωρίς προηγούμενο.Μέχρι στιγμής, οι επαναστάσεις δε  μας έχουν δώσει τίποτα παρά ήττες. Αυτές οι αναπόφευκτες ήττες μας δίνουν σωρεία εγγυήσεων για την τελική νίκη.»

 «Μετά την 4η Αυγούστου [1914] η γερμανική σοσιαλδημοκρατία είναι ένα πτώμα που βρωμάει»,γράφει η Ρόζα. Εκείνη την ημέρα οι βουλευτές του SPD, του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας, του οποίου η Λούξεμπουργκ ήταν μέλος, υπερψήφισαν μαζί με τα αστικά κόμματα τις πολεμικές δαπάνες παρά το γεγονός ότι μέχρι τότε ορκίζονταν πως θα αντιστέκονταν «με όλα τα μέσα» σε περίπτωση που ξέσπαγε ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος. Έπρεπε να το κάνουν στο όνομα της «υπεράσπισης της πατρίδας», όπως το ίδιο έκανε και η συντριπτική πλειοψηφία των κομμάτων της Β’ Διεθνούς στις χώρες τους.

 «Εξατμίστηκε ο πατριωτικός πυρετός από τους δρόμους. Το θέαμα τέλειωσε. Αντηχούν μόνο οι βραχνές κραυγές από τα όρνεα και τις ύαινες. Η τροφή για τα κανόνια που φορτώθηκε στα τρένα έγινε σκόνη στα πεδία των μαχών, πάνω στα οποία τα κέρδη ξεφυτρώνουν σαν τα αγριόχορτα. Οι επιχειρήσεις ευδοκιμούν στα ερείπια. Η αστική κοινωνία παρουσιάζεται τώρα ατιμασμένη, βουτηγμένη στο αίμα. Καμιά σχέση με τις καθώς πρέπει ηθικολογίες με πρόσχημα την κουλτούρα, τη φιλοσοφία, τη δεοντολογία, την τάξη, την ειρήνη και το κράτος δικαίου».

«Σε τι διαφέρουν [οι διακηρύξεις των αστικών κομμάτων] από τη σοσιαλδημοκρατική διακήρυξη; α. Ο πόλεμος επιβάλλεται σε μας από άλλους. β. Τώρα που ο πόλεμος είναι εδώ πρέπει να δράσουμε για αυτοάμυνα. γ. Στον πόλεμο αυτό ο γερμανικός λαός κινδυνεύει να χάσει τα πάντα. Είναι προφανές αναμάσημα της κυβερνητικής διακήρυξης. Με λίγα λόγια, αρχίζοντας από την 4η Αυγούστου μέχρι τη μέρα που θα κηρυχθεί η ειρήνη, η σοσιαλδημοκρατία αντιμετωπίζει την ταξική πάλη σαν να μην υπάρχει. Η πρώτη βροντή των κανονιών του Κρουπ μετέτρεψε τη Γερμανία σε μια φανταστική χώρα διαταξικής αλληλεγγύης και κοινωνικής αρμονίας. Μήπως οι κατέχουσες τάξεις, σε μια διάθεση πατριωτικού ενθουσιασμού, δήλωσαν ότι ενόψει των αναγκών του πολέμου παραχωρούμε τα μέσα παραγωγής, τη γη, τα εργοστάσια και τα εργοτάξια στην κατοχή του λαού; Μήπως απεμπόλησαν το δικαίωμά τους να βγάζουν κέρδος; Μήπως παραμέρισαν όλα τα πολιτικά τους προνόμια; Την ίδια στιγμή που οι άρχουσες τάξεις ήταν πλήρως εξοπλισμένες, η εργατική τάξη κάτω από την καθοδήγηση της σοσιαλδημοκρατίας, παρέδιδε τα δικά της όπλα».

Για τους εχθρούς της ήταν «αιμοσταγής», ενώ οι δημοσιογράφοι και οι γελοιογράφοι την παρουσιάζανε σαν μια μανιακή μέγαιρα. Στα γράμματα που έγραψε από τη φυλακή αναδεικνύεται μια εξαιρετική πολιτική ηθική, μια ηθική που φαινόταν να έρχεται από κάποιον άλλο κόσμο, μια ηθική που οι οπαδοί μιας ευτελούς Realpolitik δε θα μπορούσαν ποτέ να συλλάβουν. Τον Δεκέμβριο του 1918 έγραφε στη Rote Fahne: «Η επαναστατική ενεργητικότητα, η πιο ανηλεής και ο ανθρωπισμός, ο πιο γενναιόδωρος, αυτά εμπνέουν τον μόνο αληθινό σοσιαλισμό. Έναν κόσμο πρέπει να τον ανατρέψουμε, αλλά κάθε δάκρυ που χύνεται ενώ θα μπορούσε να μη χυθεί είναι μια κατηγορία.»

Γράφει στη Σόνια Λήμπνεχτ στις 2 Μαΐου 1917: «Κάποτε, μου φαίνεται πως δεν είμαι ανθρώπινο πλάσμα, αλλά ένα πουλί, ή οποιοδήποτε ζώο που πήρε ανθρώπινη μορφή. Περισσότερο ταιριάζει στην ψυχή μου η γωνίτσα ενός κήπου, όπως εδώ, ή σε έναν κάμπο ξαπλωμένη στα χόρτα, παρά σε ένα συνέδριο του κόμματος. Σε σένα μπορώ να τα λέω αυτά, αφού δεν θα τρέξεις να με υποψιαστείς ότι προδίδω το σοσιαλισμό. Το ξέρεις ότι παρ’ όλα αυτά ελπίζω να πεθάνω στο πόστο μου: σε μια οδομαχία ή σε ένα κρατητήριο. Όμως, τα φυλλοκάρδια μου το ξέρουν πως ανήκω περισσότερο στα πουλιά παρά στους “συντρόφους” μου».

Αννα Β.
Advertisements
 

Ρόζα Λούξεμπουργκ – Καρλ Λίμπκνεχτ: Δύο επαναστάτες κομμουνιστές. Δύο εμβληματικές μορφές του γερμανικού αλλά και παγκόσμιου προλεταριάτου

Καρλ Λίμπκνεχτ
Του Γιώργου Πετρόπουλου
«Αυτοί οι δήμιοι, αυτοί οι λακέδες της αστικής τάξης έβαλαν τους Γερμανούς λευκοφρουρίτες, τα μαντρόσκυλα της ιερής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, να λιντσάρουν την Ρόζα Λούξεμπουργκ, να τουφεκίσουν πισώπλατα τον Καρλ Λίμπκνεχτ με το ολοφάνερα ψεύτικο πρόσχημα ότι αποπειράθηκε “να αποδράσει”… και, ταυτόχρονα, οι δήμιοι αυτοί πήγαν να καλύψουν τους λευκοφρουρίτες με το κύρος της κυβέρνησης, που δεν έχει δήθεν καμία ευθύνη, που στέκεται τάχα πάνω από τάξεις! Δε βρίσκω λόγια να χαρακτηρίσω όλη την αποκρουστικότητα και την ποταπότητα αυτού του φρικτού εγκλήματος που διέπραξαν οι δήθεν σοσιαλιστές… Το αίμα των καλύτερων ανθρώπων της παγκόσμιας προλεταριακής Διεθνούς, των αξέχαστων ηγετών της διεθνούς σοσιαλιστικής επανάστασης, θα ατσαλώσει καινούριες μάζες εργατών για αγώνα ζωής και θανάτου. Και ο αγώνας αυτός θα οδηγήσει στη νίκη».
Λένιν1
Στις 14 Ιανουαρίου του 1919 στην εφημερίδα «Die Rote Fahne» («Η Κόκκινη Σημαία»), που ήταν όργανο του κόμματος των Γερμανών κομμουνιστών (Σπαρτακιστών), δημοσιεύτηκε ένα άρθρο της Ρόζας Λούξεμπουργκ με τίτλο «Τάξη επικρατεί στο Βερολίνο…». Το άρθρο εκείνο, που έμελλε να είναι και το τελευταίο της μεγάλης επαναστάτριας, τελείωνε με τούτες τις λέξεις: «Οι μάζες είναι ο αποφασιστικός συντελεστής, αυτές είναι βράχος που πάνω του θα θεμελιωθεί της επανάστασης η τελική νίκη. Οι μάζες στάθηκαν στο ύψος τους, την “ήττα” αυτή την έκαναν πραγματικά έναν κρίκο στην αλυσίδα των ιστορικών εκείνων ηττών, που είναι η δόξα και η δύναμη του διεθνούς σοσιαλισμού. Και γι’ αυτό μέσ’ απ’ αυτήν την “ήττα” θα βλαστήσει η μελλοντική νίκη. “Τάξη επικρατεί στο Βερολίνο!”. Ηλίθιοι δήμιοι! Η “τάξη” σας είναι χτισμένη πάνω στην άμμο. Η επανάσταση αύριο “θα υψώσει τη βροντερή φωνή της ως τους ουρανούς”. Τρομαγμένοι θ’ ακούσετε το νικητήριό της σάλπισμα: – Ημουν, είμαι και θα είμαι» 2.

Ρόζα Λούξεμπουργκ

Την επομένη, στην ίδια εφημερίδα, ο Καρλ Λίμπκνεχτ, στο ίδιο πνεύμα με την Ρόζα Λούξεμπουργκ, έγραφε χαρακτηριστικά3: «Ο Σπάρτακος τσακίστηκε! Τι ησυχία! Εμείς όμως δεν τραπήκαμε σε φυγή, δεν ηττηθήκαμε! Και αν ακόμη αυτοί μας ρίξουν στις αλυσίδες είμαστε εδώ και θα μείνουμε εδώ! Και η νίκη θα είναι δική μας… Το δικό μας το πλοίο ακολουθεί το δικό του δρομολόγιο σταθερά και περήφανα, μέχρι το στόχο. Και αν εμείς δε θα ζούμε πια όταν αυτός επιτευχθεί, θα ζει το πρόγραμμά μας. Αυτό θα κυριαρχεί στον κόσμο της λυτρωμένης ανθρωπότητας. Παρ’ όλα αυτά».
Ηταν πλέον φανερό πως η Επανάσταση στη Γερμανία είχε πια ηττηθεί. Μια επανάσταση που ξεκίνησε στις 9 Νοεμβρίου του 1918, αλλά για μια σειρά αιτίες – με κυριότερες τον προδοτικό ρόλο των σοσιαλδημοκρατικών και την καθυστερημένη εμφάνιση ανεξάρτητου κομμουνιστικού κόμματος – δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει την αστικοδημοκρατική της φάση. Παρ’ όλη την ήττα όμως, τόσο η Λούξεμπουργκ, όσο και ο Λίμπκνεχτ δεν έφυγαν από το Βερολίνο «για να μην αποθαρρύνουν τους Βερολινέζους συντρόφους τους»4. Η απόφασή τους αυτή αποκτάει ξεχωριστή σημασία, δεδομένου ότι γνώριζαν πολύ καλά τι τους περίμενε. Η λευκή τρομοκρατία κυριαρχούσε απ’ άκρη σ’ άκρη στο Βερολίνο και σκορπούσε χωρίς δισταγμό το θάνατο στις γραμμές των ηττημένων επαναστατών. Στις 13 Ιανουαρίου, μάλιστα, το δημοσιογραφικό όργανο των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών «Vorwarts» έγραφε απερίφραστα ότι ο Καρλ, η Ρόζα και άλλοι ηγέτες της επανάστασης αναζητούνταν ανάμεσα στους νεκρούς. Ηταν φανερό πως είχαν προγραφεί.
Τρεις μέρες αργότερα, ένα επίσημο ανακοινωθέν πληροφορούσε πως ο Καρλ Λίμπκνεχτ είχε συλληφθεί, αλλά σκοτώθηκε, ενώ επιχειρούσε να αποδράσει και η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε λιντσαριστεί από εξαγριωμένο πλήθος5. Επρόκειτο για ένα άνανδρο ψέμα. Η Ρόζα και ο Καρλ είχαν δολοφονηθεί. Ας παρακολουθήσουμε πώς, μέσα από την περιγραφή του Πάουλ Φρέλιχ6:
Μια άνανδρη δολοφονία
Αντεπαναστάτες στρατιώτες και αξιωματικοί στο ξενοδοχείο «Εντεν», μετά τη δολοφονία του Κ. Λίμπκνεχτ και της Ρ. Λούξεμπουργκ
«Στις 15 Ιανουαρίου το βράδυ, κατά τις 9 η ώρα, Ο Καρλ και η Ρόζα συνελήφθησαν μαζί με τον Πικ, στο τελευταίο τους καταφύγιο στη Βίλμερσντορφ, προάστιο στα δυτικά του Βερολίνου, στον αριθ. 53 της οδού Μανχάιμ, από μια ομάδα στρατιωτών με επικεφαλής τον υπολοχαγό Λίντερ και τον ξενοδόχο Μέριγκ, μέλος του συμβουλίου των πολιτών της Βίλμερσντορφ. Ο Καρλ και η Ρόζα διαμαρτυρηθήκανε και δείξανε ψεύτικες ταυτότητες, αλλά ένας χαφιές που είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του Λίμπκνεχτ αποκάλυψε ποιοι πραγματικά ήταν. Ο Καρλ οδηγήθηκε πρώτα στο γενικό επιτελείο του συμβουλίου των πολιτών και κατόπιν στο ξενοδοχείο “Εντεν”. Αμέσως κατόπιν η Ρόζα και ο Πικ φτάσανε επίσης εκεί με ισχυρή στρατιωτική συνοδεία.
Στο ξενοδοχείο “Εντεν” η δολοφονία του Καρλ και της Ρόζας είχε ήδη αποφασιστεί και οργανωθεί υπό τη διεύθυνση του λοχαγού Παμπστ».
Οταν ο Λίμπκνεχτ έφτασε στο ξενοδοχείο, δέχτηκε χτυπήματα, με υποκόπανο όπλου, στο κεφάλι, ενώ η Λούξεμπουργκ και ο Πικ έγιναν δεχτοί με ουρλιαχτά και βρισιές. «Ενώ ο Πικ φρουρούνταν σε μια γωνιά του διαδρόμου – συνεχίζει ο Φρέλιχ -, η Ρόζα και ο Καρλ σύρθηκαν μπροστά στο λοχαγό Παμπστ για να υποστούν μιαν “Ανάκριση”. Λίγο κατόπιν πήραν τον Καρλ. Βγαίνοντας από το κτίριο, ένας ναύτης τον έριξε κάτω με χτυπήματα υποκόπανου. Κατόπιν τον ρίξανε σε ένα αυτοκίνητο, μέσα στο οποίο ανέβηκαν ο υπολοχαγός Χορστ φον Πφλουγκ – Χάρτουνγκ, ο λοχαγός Χάιντς φον Πφλουγκ – Χάρτουνγκ, οι υπολοχαγοί Λίτμαν φον Ρίτεγκεν, Στρίγγε και Σουλτζ και ο ιππέας Φρίντριχ. Στο Νόιερ Σέε μέσα στο Τιέργκαρντεν7 βγάλανε από το αυτοκίνητο μισολιπόθυμο τον Λίμπκνεχτ, τον τράβηξαν μερικά βήματα και τον δολοφόνησαν. Το πτώμα του το παρέδωσαν κατόπιν σε ένα σταθμό πρώτων βοηθειών, με τη δήλωση ότι πρόκειται για το πτώμα αγνώστου.
 
Λίγο κατόπιν μετά τον Λίμπκνεχτ, η Ρόζα Λούξεμπουργκ σύρθηκε έξω από το ξενοδοχείο από τον υπολοχαγό Φόγκελ. Μπροστά στην πόρτα την περίμενε ο υπολοχαγός Ρούγκε, ένας πνευματικά έκφυλος, που είχε πάρει διαταγή από τους υπολοχαγούς Φόγκελ και Πφλουγκ – Χάρτουνγκ να χτυπήσει τη Ρόζα. Με δυο χτυπήματα του υποκόπανου, έσπασε το κρανίο τη Ρόζας. Σχεδόν άπνους ρίχτηκε μέσα σε ένα αυτοκίνητο. Μερικοί αξιωματικοί πηδήσανε στο όχημα. Ενας χτύπησε τη Ρόζα με τη λαβή του περιστρόφου του. Ο υπολοχαγός Φόγκελ την πυροβόλησε στο κεφάλι. Το πτώμα μεταφέρθηκε μέσω του Τιέργκαρντεν και από εκεί ρίχτηκε από ψηλά, από τη γέφυρα του Λιχτενστάιν στο κανάλι Λάνβεχρ. Το Μάη του 1919, το πτώμα βγήκε στην όχθη».
Η κηδεία του Καρλ Λίμπκνεχτ έγινε στις 25 Ιανουαρίου και της Ρόζας Λούξεμπουργκ στις 13 Ιουνίου του 1919 και μετατράπηκαν σε λαϊκές διαδηλώσεις, όπου πήραν μέρος εκατοντάδες χιλιάδες Γερμανοί εργαζόμενοι8.
Ισχυρό πλήγμα για το παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα

Χωρίς αμφιβολία, η δολοφονία της Ρ. Λούξεμπουργκ και του Κ. Λίμπκνεχτ αποτέλεσε ισχυρότατο πλήγμα, όχι μόνο για το γερμανικό, αλλά και για το παγκόσμιο προλεταριάτο. Την πολιτική σημασία του γεγονότος την έδωσε με ακρίβεια ο Λένιν στις 19 Ιανουαρίου του 1919, όταν, μιλώντας σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας, είπε μεταξύ άλλων9: «Σήμερα στο Βερολίνο η αστική τάξη και οι σοσιαλπροδότες πανηγυρίζουν. Κατάφεραν να δολοφονήσουν τον Κ. Λίμπκνεχτ και την Ρ. Λούξεμπουργκ. Ο Εμπερτ και ο Σάιντεμαν, που τέσσερα ολόκληρα χρόνια έσπρωχναν τους εργάτες στο σφαγείο για ληστρικά συμφέροντα, ανέλαβαν τώρα το ρόλο δημίων των προλεταριακών ηγετών. Το παράδειγμα της επανάστασης στη Γερμανία, μας πείθει ότι η “δημοκρατία” δεν είναι παρά ένα προκάλυμμα της αστικής καταλήστευσης και της πιο άγριας βίας».
Για το θέμα αυτό, ο Λένιν μίλησε το Μάρτη του ’19 στο ιδρυτικό συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, λέγοντας χαρακτηριστικά10: «Η δολοφονία του Καρλ Λίμπκνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ αποτελεί γεγονός κοσμοϊστορικής σημασίας, όχι μόνο γιατί βρήκαν τραγικό θάνατο οι καλύτεροι άνθρωποι και ηγέτες της πραγματικά προλεταριακής, της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αλλά και γιατί αποκαλύφθηκε πέρα για πέρα η ταξική ουσία ενός κράτους προηγμένου σε ευρωπαϊκή κλίμακα – μπορούμε να πούμε δίχως υπερβολή σε παγκόσμια κλίμακα. Αν κάτω από μια κυβέρνηση σοσιαλπατριωτών οι αξιωματικοί και οι καπιταλιστές μπόρεσαν να δολοφονήσουν ατιμώρητα κρατούμενους, δηλ. ανθρώπους που η κρατική εξουσία τους είχε θέσει κάτω από τη φρούρησή της, βγαίνει το συμπέρασμα πως η ρεπουμπλικανική δημοκρατία στην οποία μπόρεσε να συμβεί ένα τέτοιο πράγμα δεν είναι παρά δικτατορία της αστικής τάξης».
Ο Λένιν έχει απόλυτα δίκιο σ’ αυτές τις διαπιστώσεις του, γεγονός που αποδεικνύεται περίτρανα από τα ιστορικά στοιχεία που υπάρχουν σχετικά με την τύχη των δολοφόνων. «Η κυβέρνηση – γράφει ο Βόλφγκανγκ Ρούγκε11 – αρνήθηκε να δικαστούν οι ένοχοι από ένα έκτακτο δικαστήριο, με τον ισχυρισμό ότι θα ήταν “αδικαιολόγητη ανάμειξη” στις υποθέσεις της στρατιωτικής δικαιοσύνης και έτσι παρουσιάστηκαν σε ένα δικαστήριο του δικού τους τάγματος, δηλαδή του δολοφονικού σώματος. Οι περισσότεροι από αυτούς που πήραν μέρος στη δολοφονία, ανάμεσά τους κι εκείνοι που εισέπραξαν ένα μέρος της αμοιβής των 100.000 μάρκων, που είχαν οριστεί για τη δολοφονία του Λίμπκνεχτ και της Λούξεμπουργκ, αφέθηκαν ελεύθεροι “λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων”. Μόνο δύο αξιωματικοί καταδικάστηκαν για “απόπειρα δολοφονίας”, σε χαμηλές ποινές φυλάκισης. Μια βδομάδα όμως αργότερα κατάφεραν να δραπετεύσουν από τη φυλακή».
Ολόφωτα άστρα της επανάστασης

Για την Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Καρλ Λίμπκνεχτ γράφτηκαν ποταμοί από σελίδες, μέσα στις οποίες μπορεί κανείς να βρει πλήθος πληροφοριών και εκτιμήσεων για τη ζωή, τη δράση και το θάνατό τους. Η πολύ αγαπημένη φίλη της Ρόζας, Λουίζα Κάουτσκι, έγραψε γι’ αυτήν ότι «η ωραία της ζωή σφραγίστηκε με τον ωραίο και μεγάλο της θάνατο». Υπάρχει, όμως, ωραίος θάνατος; Μια άλλη στενή φίλη της Ρόζας, η μεγάλη επαναστάτρια Κλάρα Τσέτκιν, είχε γράψει πως η Ρόζα «έδωσε ολότελα τον εαυτό της στην υπόθεση του σοσιαλισμού, όχι μόνο με τον τραγικό της θάνατο, αλλά με ολόκληρη τη ζωή της, κάθε μέρα και κάθε ώρα, με τους αγώνες πολλών ετών»12. Αρα, υπάρχει ωραίος θάνατος, όταν ζει και πεθαίνει κανείς για τόσο υψηλά ιδανικά.
Η Ρόζα Λούξεμπουργκ υπήρξε μια μεγάλη διανοούμενος του επαναστατικού κινήματος. «Για τους διανοούμενους – γράφει ο Μ. Πορφυρογένης13 – η ζωή της Ρόζας Λούξεμπουργκ είναι ένα ολόφωτο άστρο. Δείχνει τι πρέπει να ‘ναι ένας διανοούμενος. Δείχνει πως ο αγώνας του προλεταριάτου δεν έχει ανάγκη από καλοβαλμένα μυαλά, μα από μυαλά που να καθοδηγούν καλοβαλμένες γροθιές!».
Ο Καρλ Λίμπκνεχτ ήταν περισσότερο άνθρωπος της πράξης και δεν μπορεί κανείς να ξεχάσει πως όταν ξέσπασε ο Α` Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ο μόνος από την Κοινοβουλευτική Ομάδα των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών που καταψήφισε τις πολεμικές πιστώσεις. Για τη στάση αυτή του Λίμπκνεχτ, ο Λένιν είχε γράψει με θαυμασμό14: «Το όνομα του Καρλ Λίμπκνεχτ είναι γνωστό στους εργάτες όλων των χωρών. Παντού, και ιδιαίτερα στις χώρες της Αντάντ, το όνομα αυτό είναι σύμβολο αφοσίωσης ενός αρχηγού στα συμφέροντα του προλεταριάτου, σύμβολο πίστης στη σοσιαλιστική επανάσταση».
Αλλά και για την Ρόζα Λούξεμπουργκ ο ηγέτης της Οχτωβριανής Επανάστασης είχε σημειώσει χαρακτηριστικά15: «Ηταν και παραμένει ένας αετός. Και όχι μόνο η μνήμη της θα είναι πάντα ιερή για τους κομμουνιστές όλου του κόσμου, μα και η βιβλιογραφία της και η πλήρης συλλογή των έργων της… θα είναι ένα διδακτικότατο μάθημα, που θα διαπαιδαγωγεί πολλές γενιές κομμουνιστών σε όλο τον κόσμο».
Σ’ ένα άρθρο του που δημοσιεύτηκε το Γενάρη του 1946, ο Μ. Πορφυρογένης είχε γράψει16: «Η Ρωσία, μια χώρα καθυστερημένη, με λαούς που ζούσαν στην αμορφωσιά, στην αθλιότητα και στην πείνα, έγινε η ρωμαλέα χώρα του σοσιαλισμού… Ο Λίμπκνεχτ και η Λούξεμπουργκ στον ίδιο δρόμο προσπάθησαν να οδηγήσουν το γερμανικό λαό. Αν το πετύχαιναν, θα ‘ταν σήμερα άλλη η μορφή του κόσμου». Σήμερα, λοιπόν, που δεν υπάρχει η Σοβιετική Ενωση και οι χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, η επισήμανση αυτή για το πόσο διαφορετικός μπορούσε να είναι ο κόσμος αν νικούσε η γερμανική επανάσταση έχει ξεχωριστή αξία. Αν μη τι άλλο, υπογραμμίζει πως η παγκόσμια επανάσταση θα είχε προχωρήσει διαφορετικά και με καλύτερες προϋποθέσεις απ’ αυτές που γνωρίζουμε. Υπογραμμίζει επίσης πόσο ιερή ήταν, είναι και θα είναι για τους επαναστάτες η θυσία του γερμανικού προλεταριάτου και των ηγετών του για να γίνει ο κόσμος διαφορετικός.
«Οι μάζες είναι ο αποφασιστικός συντελεστής,
αυτές είναι βράχος που πάνω του θα θεμελιωθεί
της επανάστασης η τελική νίκη. Οι μάζες στάθηκαν
στο ύψος τους, την “ήττα” αυτή την έκαναν πραγματικά
έναν κρίκο στην αλυσίδα των ιστορικών εκείνων ηττών
που είναι η δόξα και η δύναμη του διεθνούς σοσιαλισμού.
Και γι’ αυτό μέσ’ απ’ αυτή την “ήττα” θα βλαστήσει η
μελλοντική νίκη.
“Τάξη επικρατεί στο Βερολίνο!”. Ηλίθιοι δήμιοι! Η “τάξη”
σας είναι χτισμένη πάνω στην άμμο. Η επανάσταση αύριο
“θα υψώσει τη βροντερή φωνή της ως τους ουρανούς”.
Τρομαγμένοι θ’ ακούσετε το νικητήριό της σάλπισμα:
– Ημουν, είμαι και θα είμαι»

Ρόζα Λούξεμπουργκ
1 Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδόσεις ΣΕ, τόμος 37, σελ. 460
2 Ρ. Λούξεμπουργκ: «Τάξη επικρατεί στο Βερολίνο…», πρόκειται για το τελευταίο άρθρο της, γραμμένο στις 14/1/1919. Ολόκληρο το άρθρο στο: Ρ. Λούξεμπουργκ: «Η Εργατική τάξη και ο Πόλεμος», εκδόσεις «Κοροντζή», σελ. 76-77
3 Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η επανάσταση του Νοέμβρη 1918 στη Γερμανία», εκδόσεις ΣΕ, σελ. 156
4 Domenico Tarizzo: «Οι Σπαρτακιστές», στο: «Ιστορία των Επαναστάσεων», Εκδόσεις ΑΚΜΗ, τόμος III, σελ. 199
5 Μ. Πορφυρογένη: «Ρόζα Λούξεμπουργκ», περιοδικό «ΝΕΟΙ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ», τεύχος 2, Γενάρης 1932, σελ. 49
6 Πάουλ Φρέλιχ: «Ρόζα Λούξεμπουργκ», εκδόσεις ΥΨΙΛΟΝ, σελ. 369-370
7 Πρόκειται για πάρκο στο Βερολίνο
8 Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια Ιστορία», εκδόσεις «Μέλισσα», τόμος Η, σελ. 199
9 Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδόσεις ΣΕ, τόμος 37, σελ. 434
10 στο ίδιο, σελ. 497
11 Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η επανάσταση του Νοέμβρη 1918 στη Γερμανία», εκδόσεις ΣΕ, σελ. 159
12 Βέθρα Φούσερ: «Η ηρωική ζωή της Ρόζας Λούξεμπουργκ», Αθήνα 1962, σελ. 22 και 32
13 Μ. Πορφυρογένη: «Ρόζα Λούξεμπουργκ», περιοδικό «ΝΕΟΙ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ», τεύχος 2, Γενάρης 1932, σελ. 49
14 Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδόσεις ΣΕ, τόμος 37, σελ. 458
15 Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδόσεις ΣΕ, τόμος 44, σελ. 422
16 Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τεύχος 1, Γενάρης 1946, σελ. 44

Πηγή:erodotos.wordpress.com

 

Βία και Νομιμότητα (και ένα σχόλιο)

Αφορμή για αυτή την ανάρτηση είναι οι εξελίξεις των ημερών και συγκεκριμένα η στάση της καθεστωτικής αριστεράς (η οποία έλαμψε δια της απουσίας της στις χθεσινές μαζικές  διαδηλώσεις αλληλεγγύης στους συλληφθέντες) απέναντι στα γεγονότα αναφορικά με τη Villa Amalias, επιβεβαιώνοντας την υποταγή της στην αστική νομιμότητα.

Ο μεν ΣΥΡΙΖΑ, μέσα (και) από τη συνέντευξη Τσίπρα, συνέχισε τη σταθερή πορεία προς το δρόμο της αστικής διαχείρισης ξεκαθαρίζοντας πως είναι κόμμα νοικοκυραίων. Την ίδια μέρα όμως, είχαμε και την αντιπαράθεση στη βουλή ανάμεσα στον Βορίδη και στον κύριο “θα τους ταράξουμε στη νομιμότητα” Παπαδημούλη. Απέναντι στο περίσσειο θράσος του πρώην ηγέτη της ΕΠΕΝ λοιπόν, ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ ενώ σωστά θύμισε το ένδοξο παρελθόν του τσεκουροφόρου, δεν παρέλειψε να συμπληρώσει πως “η μεγάλη δημοκρατική παράταξη της Αριστεράς έχει ξεκαθαρίσει ότι αγωνίζεται με ειρηνικούς δημοκρατικούς αγώνες“, τονίζοντας πως το κόμμα του δεν υπερασπίζεται πρακτικές βίας και ανομίας. Αυτά για τον ΣΥΡΙΖΑ των διαπιστευτηρίων στο κεφάλαιο ώστε να τον επιλέξει για διαχειριστή της αστικής εξουσίας (αν και “για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή” ακόμα), όταν πριν 4 χρόνια ήταν αγκαζέ με τους “κουκουλοφόρους” του Δεκέμβρη.

Το ΚΚΕ, όντας η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, (σταθερό αν μη τι άλλο) επιβεβαίωσε κι αυτό την πάγια υποταγή του στην αστική νομιμότητα, είτε με σχόλια του γραφείου τύπου ή μέσα από αρθρογραφία στο Ριζοσπάστη για την αναγκαιότητα ο λαός να διεκδικήσει κάθε δημόσιο κτίριο, στο όνομα των ούτως ή άλλως υπαρκτών πολιτικών αδιεξόδων του αντιεξουσιαστικού-αναρχικού κινήματος. 

Απέναντι στις ανεπάρκειες της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας και της ηττημένης αριστεράς, εκείνο που ήρθε ξανά στο προσκήνιο (χωρίς να έχει φύγει ποτέ) είναι η αναγκαιότητα αυτοτελούς πολιτικής και οργανωτικής συγκρότησης της επαναστατικής κομμουνιστικής αριστεράς, ώστε να μπει φραγμός στην παντοδυναμία της αστικής πολιτικής και στην πολυμέτωπη επίθεση που έχει εξαπολύσει, ώστε να γεννηθεί η απελευθερωτική προοπτική σαν αίτημα του εργατικού κινήματος.
kokkinostupos 
Η συνέχεια στη
Πρωτοδημοσιεύτηκε: Die Neue Zeit, 14 Μαΐου 1902.
Πρώτη φορά στα ελληνικά: Περιοδικό Νέοι Στόχοι Νο. 1 στη διάρκεια της επταετίας
Επαναδημοσίευση: Περιοδικό Σπάρτακος, Νο. 66, Σεπτέμβρης 2002
HTML Markup: Αντώνης Μεγρέμης για το Ελληνικό Αρχείο Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μάϊος 2003


Παρά πολλά ειπώθηκαν, τον τελευταίο καιρό, για την οριστική πια αδυναμία μας να χρησιμοποιήσουμε «επα­ναστατικά μέσα παλιού τύπου». Μα ποτέ δε μας είπαν τι εννοούν μ’ αυτά τα μέσα, ούτε και με τι θα αντικαταστήσουν. 

Έτσι, με την ευκαιρία της βελγικής μας ήττας[1], φέρνουν σε αντίθεση προς τα «επαναστατικά μέσα» – και πρώτα απ’ όλα, προς τη βίαιη επανάσταση, προς τις μάχες των δρόμων -την καθημερινή οργάνωση και μόρφωση των μαζών. Αλλά είναι παράλογο να θέτουμε έτσι το’ ζήτημα, για τον απλούστατο λόγο ότι η οργάνωση και η μόρφωση από μόνες τους δεν είναι ακόμη αγώνας, παρά είναι απλά προπαρα­σκευαστικά μέσα για τον αγώνα, και σαν τέτοια, είναι απαραίτητα τόσο στην επανάσταση, όσο και σε κάθε άλλη μορφή του εργατικού αγώνα. Η οργάνωση και η μόρφωση, αυτές καθεαυτές, δεν κάνουν περιττή την πολιτική πάλη, παρόμοια όπως η δημιουργία συνδικάτων και η είσπραξη των συνδρομών των μελών δεν κάνουν περιττούς τους αγώνες για το μεροκάματο ή τις απεργίες … 

… Στην απόφαση που πήραν μερικοί ν’ αντικαταστήσουν μόνο με την κοινοβουλευτική δράση κάθε χρησιμοποίηση βίας στην προλεταριακή πάλη, το πιο παράξενο είναι η ιδέα ότι τάχα η επανάσταση μπορεί να γίνει αυθαίρετα. Ξεκι­νώντας από την αντίληψη αυτή, πιστεύουν ότι μπορούμε να κηρύξουμε ή να μην κηρύξουμε τις επαναστάσεις, να τις ετοιμάσουμε ή να τις αναβάλουμε, φθάνει μόνο να τις θεωρούμε ωφέλιμες ή περιττές ή βλαβερές, ότι αν θα γίνουν ή δε θα γίνουν επαναστάσεις στις καπιταλιστικές χώρες, εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από την πεποίθηση που θα επικρατεί στη σοσιαλδημοκρατία. Όσο περισσότερο η νομιμόφρονη θεωρία του σοσιαλισμού υποτιμάει τη δύναμη του εργατικού κόμματος σε άλλα ζητήματα, άλλο τόσο την υπερτιμάει σε τούτο το σημείο.

Η ιστορία όλων των επαναστάσεων που έγιναν στα περασμένα μας δείχνει ότι τα μεγάλα λαϊκά κινήματα δεν είναι καθόλου ένα αυθαίρετο και ενσυνείδητο δημιούργημα των λεγόμενων «αρχηγών» ή των «κομμάτων», καθώς φαντάζονται οι αστυνομικοί και οι επίσημοι αστοί ιστο­ριογράφοι, αλλά είναι αυθόρμητα κοινωνικά φαινόμενα, γεννημένα από μια δύναμη φυσική που πηγάζουν από τον ταξικό χαρακτήρα της σύγχρονης κοινωνίας. Η ανάπτυξη της σοσιαλδημοκρατίας σε τίποτε δεν άλλαξε τα πράγματα, και ο δικός της ρόλος δεν είναι να χαράζει νόμους στην ιστορική εξέλιξη της πάλης των τάξεων, αλλά ανίθετα να μπαίνει στην υπηρεσία αυτών των νόμων, χρησιμοποιώντας τους για τους σοσιαλιστικούς σκοπούς. Αν η σοσιαλδημοκρατία αντιστε­κόταν στις επαναστάσεις, που παρουσιάζονται σαν ιστορική ανάγκη, το μόνο αποτέλεσμα θα ήταν να μετατραπεί από εμπροσθοφυλακή σε οπισθοφυλακή, εμπόδιο ανίσχυρο στην πάλη των τάξεων. Μα η πάλη των τάξεων στο τέλος θα θριάμβευε είτε έτσι είτε αλλιώς, χωρίς τη σοσιαλδημοκρατία και, αν χρειαζόταν, ενάντια της. 

Φτάνει να καταλάβουμε τα απλά αυτά πράγματα για να δούμε ότι το ζήτημα: επανάσταση ή νόμιμο πέρασμα στο σοσιαλισμό είναι καθαρά και κατά κύριο λόγο ζήτημα όχι σοσιαλδημοκρατικής τακτικής, αλλά ιστορικής εξέλιξης. Μ’ άλλα λόγια, βγάζοντας την επανάσταση έξω απ’ την ταξική πάλη του προλεταριάτου, οι οπορτουνιστές μας ισχυρίζονται, ούτε λίγο, ούτε πολύ, ότι η βία έπαψε να είναι ένας συντελεστής της νεώτερης ιστορίας. 

Αυτό είναι το θεωρητικό βάθος του ζητήματος. Φτάνει να διατυπώσουμε μόνο την ιδέα αυτή, για να γίνει ολοφάνερος ο παραλογισμός της. Η βία, από τότε που εμφανίστηκε η «αστική νομιμότητα», ο κοινοβουλευτισμός, όχι μονάχα δεν έπαψε να παίζει έναν ιστορικό ρόλο, αλλά είναι και σήμερα επίσης, όπως και σε όλες τις προηγούμενες εποχές, η βάση της κυρίαρχης πολιτικής τάξης. Το καπιταλιστικό κράτος στο σύνολο του βασίζεται στη βία. Η στρατιωτική του οργάνωση είναι αυτή καθεαυτή μια χειροπιαστή απόδειξη. Ο οπορτουνιστικός δογματισμός πρέπει πραγματικά να έχει θαυματουργά χαρίσματα για να μην το βλέπει αυτό. 

Μα είναι οι ίδιες ακόμη οι εκδηλώσεις της «νομιμότη­τας» που δίνουν αρκετές αποδείξεις γι’αυτό. Ή καλύτερα: τι άλλο παρά βία είναι στην ουσία της η αστική νομιμότητα; 

Όταν έναν «ελεύθερο πολίτη», παρά τη θέληση του, με τον εξαναγκασμό, τον κλείνει ένας άλλος πολίτης σ’ ένα μέρος στενό και ακατοίκητο, κι όταν τον κρατάν εκεί πέρα κάμποσο καιρό – όλοι καταλαβαίνουν ότι αυτό είναι μια πράξη βίας. Μα από τη στιγμή που η ενέργεια αυτή θα γίνει δυνάμει ενός ενιαίου βιβλίου, που λέγεται Ποινικός Νόμος, και το μέρος αυτό ονομαστεί «Πρωσσική Βασιλική Φυλα­κή», μετατρέπεται αμέσως σε πράξη ειρηνικής νομιμότητας. Αν ένας άνθρωπος εξαναγκαστεί από ένα άλλο, παρά τη θέληση του, να σκοτώνει συστηματικά τους συνανθρώπους του, αυτό είναι πράξη βίας. Μα από τη στιγμή που αυτό θα ονομαστεί «στρατιωτική υπηρεσία», ο καλός πολίτης φαντάζεται ότι αναπνέει τον αέρα της ειρήνης και της νομιμότητας. Αν ένα πρόσωπο παρά τη θέληση του το στερήσουν άλλοι από ένα μέρος της ιδιοκτησίας του και του εισοδήματος του, κανένας δε θα διστάσει να πει ότι αυτό είναι μια πράξη βίας. Μα από τη στιγμή που αυτή η ληστεία θα ονομαστεί «είσπραξη άμεσων φόρων», πρόκειται μονάχα για εφαρμογή του νόμου. 

Κοντολογής, ό,τι παρουσιάζεται στα μάτια μας για αστική νομιμότητα δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η βία της κυρίαρχης τάξης ανυψωμένη εκ των προτέρων σ’ επιτακτικό κανόνα. Από τη στιγμή που οι διάφορες πράξεις βίας καθορίστηκαν σαν υποχρεωτικός κανόνας, το πράγμα αντικαθρεπτίζεται από την ανάποδη στο κεφάλι των αστών νομομαθών, καθώς και στο κεφάλι των οπορτουνιστων σοσιαλιστών: η «έννομος» τάξη παρουσιάζεται σαν ένα ανεξάρτητο δημιούργημα της «δικαιοσύνης» και η βία του κράτους σα μια απλή της συνεπεία, σα μια «κύρωση» των νόμων. Στην πραγματικότητα η αστική νομιμότητα (και ο κοινοβουλευτισμός σα νομιμότητα εν τω γίγνεσθαι) είναι ίσα-ίσα μια ορισμένη μορφή, που παίρνει η πολιτική βία της αστικής τάξης, της βίας που πάλι φυτρώνει πάνω στο οικονομικό έδαφος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. 

Έτσι λοιπόν βλέπουμε πως όλη η θεωρία του νομι-μόφρονος σοσιαλισμού είναι καθαρή φαντασιοκοπία. Ενώ οι άρχουσες τάξεις στηρίζονται σε κάθε τους ενέργεια στη βία, μόνο το προλεταριάτο θα έπρεπε να αρνηθεί από την αρχή και για πάντα τη χρησιμοποίηση της βίας στην πάλη του εναντίον αυτών των τάξεων. Ποιο λοιπόν τρομερό σπαθί θα χρησιμοποιήσει για να ανατρέψει τη βία που κυβερνάει; Την ίδια εκείνη νομιμότητα που δίνει στη βία της αστικής τάξης τη σφραγίδα του επιτακτικού και παντοδύναμου κοινωνικού κανόνα. 

Το πεδίο της αστικής νομιμότητας, του κοινοβουλευ­τισμού είναι όχι μόνον πεδίο κυριαρχίας της καπιταλιστι­κής τάξης, μα και πεδίο μάχης που διασταυρώνονται οι ανταγωνισμοί μεταξύ προλεταριάτου και αστών. Μα όπως η «έννομος τάξις» δεν είναι για την αστική τάξη τίποτε άλλο παρά η έκφραση της δικής της βίας, έτσι και η κοινοβου­λευτική πάλη για το προλεταριάτο δεν είναι τίποτε άλλο παρά η τάση του να ανεβάσει στην εξουσία τη δική του βία. Αν πίσω από τη νόμιμη και κοινοβουλευτική μας δράση δεν υπάρχει η βία της εργατικής τάξης, έτοιμη να μπει σ’ ενέργεια μόλις χρειαστεί, η κοινοβουλευτική δράση της σοσιαλδημοκρατίας καταντάει παιχνίδι τόσο έξυπνο, όσο και το κουβαλημα νερού με το κόσκινο. Οι ερασιτέχνες του ρεαλισμού που δεν κουράζονται να φωνάζουν για τις «θετικές επιτυχίες» της κοινοβουλευτικής δράσης της σοσιαλδημοκρατίας, για να τις χρησιμοποιήσουν ως όπλα κατά της αναγκαιότητας και σκοπιμότητας της βίας στον εργατικό αγώνα, δε βλέπουν καθόλου ότι οι επιτυχίες αυτές και οι πιο ασήμαντες, δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της αόρατης και λανθάνουσας δράσης της βίας. 

Το ότι η βία πάντα βρίσκεται στη βάση της αστικής νομιμότητας, το βλέπουμε στις περιπέτειες της ίδιας της ιστορίας του κοινοβουλευτισμού. Η πρακτική πείρα απο­δεικνύει ολοφάνερα πως: όταν οι κυρίαρχες τάξεις πεισθούν ότι οι βουλευτές μας δεν υποστηρίζονται από πλατιές λαϊκές μάζες, έτοιμες να δράσουν όταν χρειαστεί, ότι οι επαναστα­τικές κεφαλές και επαναστατικές γλώσσες δεν είναι ικανές ή δε θεωρούν καλό να βάλουν σε κίνηση, μόλις χρειαστεί, τις επαναστατικές γροθιές – τότε και ο ίδιος ο κοινοβουλευ­τισμός και όλη η περίφημη νομιμότητα θα εξαφανισθούν, αργά ή γρήγορα, ως βάση του πολιτικού αγώνα. 

Ύστερα, η νομιμότητα αποδεικνύεται ότι είναι προϊόν του συσχετισμού των δυνάμεων των διαφόρων τάξεων που συγκρούονται, και ότι πάντα ταλαντεύεται. Η Βαυαρία, η Σαξωνία, το Βέλγιο και η Γερμανία μας δίνουν αρκετά πρόσφατα παραδείγματα που αποδεικνύουν ότι οι κοινο­βουλευτικές συνθήκες της πολιτικής πάλης παραχωρούνται ή αφαιρούνται από την κυρίαρχη τάξη, διατηρούνται ή αίρονται, ανάλογα με το βαθμό που οι θεσμοί αυτοί διασφαλίζουν τα ταξικά της συμφέροντα, ανάλογα με την επίδραση που ασκεί η υπόκωφη βία των λαϊκών μαζών, επιθετική ή αμυντική. Και πραγματικά, όπως σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις δεν είναι δυνατό να αποφύγουμε τη βία σα μέσο άμυνας των κοινοβουλευτικών δικαιωμάτων, έτσι επίσης σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις, η βία είναι μέσο επίθεσης αναντικατάστατο, εκεί οπού ακόμη πρόκειται ακόμη να κατακτήσουμε το νόμιμο πεδίο της πάλης των τάξεων … 

… Οι οπορτουνιστές μας δηλώνουν πως ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με τη δημοκρατία του αστικού κράτους. Δε βλέπουν ότι λέγοντας αυτό, απλώς επαναλαμβάνουν, με άλλα λόγια, τις παλιές θεωρίες που δίδασκαν ότι η αστική νομιμότητα και η αστική δημοκρατία είναι προορισμένες να πραγματοποιήσουν τη γενική ελευ­θερία, ισότητα και ευτυχία – όχι τις θεωρίες της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης, που τα συνθήματα της στάθηκαν μια αφελής πίστη, πριν από τη μεγάλη τους ιστορική δοκιμασία, αλλά τις θεωρίες των λογίων και φλύαρων δικηγόρων του 1848, των Οντιλόν Μπαρό, των Λαμαρτί-νων, των Γκαρνιέ Παζές, που ορκίζονταν να πραγματοποι­ήσουν όλες της επαγγελίες της Μεγάλης Επανάστασης με κοινοβουλευτικές φλυαρίες. Οι θεωρίες αυτές σημείωσαν καθημερινά αποτυχίες στη διάρκεια ενός ολόκληρου αιώνα, και η σοσιαλδημοκρατία τις έθαψε τόσο βαθειά, που χάθηκε ολότελ» η μνήμη τους. Ύστερα απ’ όλα αυτά έρχονται σήμερα να τις αναστήσουν και να μας τις παρουσιάσουν για ιδέες ολωσδιόλου καινούργιες, ικανές να μας οδηγήσουν στην πραγματοποίηση των σκοπών της σοσιαλδημοκρα­τίας. Ώστε λοιπόν βάση της διδασκαλίας των οπορτου-νιστών δεν είναι, όπως πολλοί φαντάζονται, η θεωρία της εξέλιξης, αλλά η θεωρία των περιοδικών επαναλήψεων της ιστορίας που η κάθε νέα τους έκδοση είναι πιο ανιαρή και πιο αηδιαστική από την προηγούμενη. 

Η γερμανική σοσιαλδημοκρατία εδώ και 15 χρόνια πραγματοποίησε, χωρίς αμφιβολία, μια εξαιρετικά σπουδαία αναθεώρηση της σοσιαλιστικής τακτικής και γι αυτό προσέφερε μια μεγάλη υπηρεσία στο διεθνές προλεταριάτο. Η αναθεώρηση αυτή συνίσταται στην καταστροφή της παλιας πίστης στη βίαιη επανάσταση ως τη μοναδική μέθοδο της ταξικής πάλης, ως το μέσο που θα μπορούσε να εφαρμοστεί ανά πασά στιγμή, για να εγκαθιδρυθεί το σοσιαλιστικό καθεστώς. Σήμερα η επικρατούσα αντίληψη, διατυπωμένη ξανά από τον Καουτσκυ στο συνέδριο του Παρισιού, δέχεται ότι η κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη θα πραγματοποιηθεί ύστερα από μία πολύ ή λίγο μακρόχρονη περίοδο κανονικής και καθημερινής κοινωνικής πάλης, στην οποία η προσπάθεια για τον προοδευτικό εκδημοκρατισμό του κράτους και του κοινο­βουλευτισμού, είναι ένα μέσο εξαιρετικά αποτελεσματικό, για την ιδεολογική και, ως ένα μέρος, για την υλική εξύψωση της εργατικής τάξης. 

Αυτά η γερμανική σοσιαλδημοκρατία τα απέδειξε στην πραξη. Ωστόσο αυτά καθόλου δε σημαίνουν ότι η βία παραμερίστηκε μια για πάντα, ούτε ότι οι βίαιες επαναστά­σεις αποκηρύχθηκαν ως μέσο πάλης του προλεταριάτου και ότι ο κοινοβουλευτισμός ανακηρύχθηκε μοναδική μέθοδος πάλης των τάξεων. Ίσα-ίσα το αντίθετο, η βία είναι και μένει το ύστατο μέσο της εργατικής τάξης, ο υπέρτατος νόμος της πάλης των τάξεων, άλλοτε λανθάνων, άλλοτε εμφανής. Αν με την κοινοβουλευτική μας δράση και με όλη μας την εργασία «επαναστατούμε» τα μυαλά, αυτό το κάνουμε για να κατέβει όταν χρειαστεί η επανάσταση από τα κεφάλια στις γροθιές. 

Δεν είναι η αγάπη προς τη βία ή ο επαναστατικός ρομαντισμός, αλλά σκληρή ιστορική ανάγκη, εκείνο που υποχρεώνει τα σοσιαλιστικά κόμματα να προετοιμάζονται για βίαιες συγκρούσεις αργά ή γρήγορα με την αστική κοινωνία, στην περίπτωση που οι προσπάθειες μας σκοντά­ψουν σε ζωτικά συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων. Το να θεωρούμε τον κοινοβουλευτισμό ως αποκλειστικό μέσο πολιτικής πάλης της εργατικής τάξης, δεν είναι λιγότερο φαντασιοκοπικό και, κατά βάθος, λιγότερο αντιδραστικό, από το να δεχόμαστε τη γενική απεργία ή τα οδοφράγματα, ως αποκλειστικά μέσα πάλης. 

Η βίαιη επανάσταση, στις σημερινές περιστάσεις, είναι δίχως άλλο δίκοπο μαχαίρι και δυσκολομεταχείριστο. Πιστεύω ότι το προλεταριάτο δε θα καταφύγει σ’ αυτό το μέσο παρά μόνον όταν αυτό θα είναι η μόνη διέξοδος που θα του απομένει, με την απαραίτητη πάντα προϋπόθεση ότι η πολιτική κατάσταση και ο συσχετισμός των δυνάμεων εξασφαλίζουν λιγότερο ή περισσότερο την πιθανότητα της επιτυχίας. Μα η σαφέστατη κατανόηση της ανάγκης να χρησιμοποιηθεί η βία τόσο στα διάφορα επεισόδια της πάλης των τάξεων, όσο και για την τελική κατάκτηση της εξουσίας, είναι εκ των προτέρων απαραίτητη, γιατί ίσα-ίσα η κατανόηση αυτή είναι που δίνει ορμή και αποφασιστικότητα στην ειρηνική και νόμιμη δράση μας. 

Αν η σοσιαλδημοκρατία παρασυρόταν από τους οπορτουνιστές και αποφάσιζε να παραιτηθεί εκ των προτέρων και δια παντός από τη χρησιμοποίηση της βίας, αν αποφάσιζε να υποχρεώσει τις εργατικές μάζες να σεβαστούν την αστική νομιμότητα, τότε όλοι οι πολιτικοί της αγώνες, κοινοβουλευτικοί και άλλοι, θα χρεοκοπούσαν αξιοθρήνητα, αργά ή γρήγορα, για να δώσουν τη θέση τους στην αχαλίνωτη κυριαρχία της αντιδραστικής βίας. 


[1] Ύστερα από τη γενική απεργία των βέλγων εργατών του 1902 που απάνθρωπα χτυπήθηκε από τις στρατιωτικές δυνάμεις της καθολι­κής κυβέρνησης και στην αποκορύφωση της λύθηκε από το οπορτουνιστικό Γενικό Συμβούλιο του Βελγικού Εργατικού Κόμματος (Βάντερβελντε), στη Διεθνή ξέσπασε μια μεγάλη ιδεολογική διαμάχη γύρω από την τακτική της σοσιαλδημοκρατίας. 
 

Το μέλλον ανήκει στην προλεταριακή επανάσταση

   Πολύς ντόρος γίνεται τελευταία για εκλογικές μανούβρες. Ο Π. Παπακωνσταντίνου έφτασε να προτείνει το απραγματοποίητο: Να ρίξουν την κυβέρνηση οι βουλευτές των κομμάτων της κοινοβουλευτικής αριστεράς (θου Κύριε…) στηριζόμενοι σε ένα κύμα διαδηλώσεων. (Μέχρι εκεί να πάει η μάζα και μη παρέκει). Θα μπορούσε κανείς από καθαρά «κοινοβουλευτικό ρεαλισμό» να συνοψίσει τις προτάσεις με το, όπως θα έλεγε η γιαγιά μου, «ναι, πήγαινε να δεις αν έρχομαι!». Αλλά δεν με απασχολεί διόλου αυτό. Στο κάτω κάτω κοινοβούλιο είναι, όλα γίνονται. Αυτό που με διαολίζει είναι ο διάχυτος κοινοβουλευτικός κρετινισμός των σχεδίων για κοινοβουλευτικές μανούβρες με την εργατική τάξη σε ρόλο μαϊντανού το πολύ, αν δεν είναι περιττή. Αν η αστική τάξη θέλει τους εργάτες σε ρόλο σιωπηλού θεατή του κοινοβουλευτικού τσίρκου, πόσο αριστερά βρίσκεται σύμπασα η κοινοβουλευτική αριστερά που θέλει τους εργάτες σε ρόλο θεατή μεν, που χειροκροτεί όμως αποκλειστικά τους «αριστερούς» πρωταγωνιστές;
 
Δημοσιεύω λοιπόν εδώ δύο μικρά άρθρα της Rosa Luxembourg γραμμένα σε άλλους καιρούς, σε διαφορετικές καταστάσεις αλλά που αν αφαιρέσει κανείς την κρούστα της τρέχουσας πολιτικής αναγκαιότητας θα διαβάσει καθαρά στον πυρήνα τους τι είναι το κοινοβούλιο και τι να κάνουν με δαύτο οι προλετάριοι.

Η Rosa Luxembourg έγραψε για το φύλλο της 17ης Δεκεμβρίου 1918 της Rote Fahne, το άρθρο «Εθνοσυνέλευση ή Κυβέρνηση των Συμβουλίων;», αυτή την αμείλικτη κριτική του κοινοβουλευτισμού, ακριβώς κάτω από το φως των γεγονότων του χειμώνα του 1918 στη Γερμανία και ενώ επίκειται (16 – 21 Δεκέμβρη1918) το Συνέδριο των Εργατικών Συμβουλίων, το δεύτερο θέμα της ημερήσιας διάταξης του οποίου δεν αφορά τίποτε λιγότερο από το ζήτημα της εξουσίας. Κάτω από την επιρροή της «πλειοψηφίας» των Σοσιαλδημοκρατών, το Συνέδριο των Εργατικών Συμβουλίων θα παραιτηθεί, υπέρ μιας μελλοντικής (Συντακτικής) Εθνοσυνέλευσης από κάθε βλέψη στην εξουσία, και θα ανοίξει ο δρόμος για την εκλογή της κλασσικής Κοινοβουλευτικής Εθνοσυνέλευσης. Αυτή η ενδοτική στάση των οργάνων που υποτίθεται ότι θα εξέφραζαν τη βούληση του μαχόμενου προλεταριάτου μπροστά στην αστική δημοκρατία, ήταν σαφώς η εγκατάλειψη της προοπτικής της προλεταριακής επανάστασης. Το άρθρο της Rosa Luxembourg είναι ακόμα πιο διδακτικό, όταν γνωρίζουμε ότι μερικές εβδομάδες αργότερα, μετά την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος, θα αγωνιστεί μαζί με άλλους Σπαρτακιστές ηγέτες ενάντια στα αντικοινοβουλευτικά ρεύματα, που, μετ’ ου πολύ,κυριάρχησαν στο ΚΚΓ, ή ότι πριν από μερικά χρόνια, εγκαλούσε τον οπορτουνισμό του Jean Jaurès πως κουβαλάει νερό στο μύλο των αντιπάλων της κοινοβουλευτικής δράσης του γαλλικού κόμματος!
Μια βδομάδα μετά, στο φύλλο της 23ης Δεκεμβρίου του 1918 της Rote Fahne (δυο μέρες μετά τη λήξη του Παγγερμανικού Συνεδρίου των Εργατικών Συμβουλίων και δύο εβδομάδες πριν από την εξέγερση της 5ης Ιανουαρίου 1919) δημοσιεύει το άρθρο «Οι εκλογές για την Εθνοσυνέλευση». Πέρα από το προφανές, την επαναστατική ακατάβλητη εμπιστοσύνη στον επαναστατικό χαρακτήρα της εργατικής τάξης, σε δεύτερο πλάνο, πίσω από τον κουρνιαχτό του ιστορικού ορυμαγδού, αλλά και εξαιτίας ακριβώς αυτού του επαναστατικού ηφαιστείου που ταρακούνησε τη Γερμανία το 1918-19 ξεπροβάλλουν σαν επίγευση, καθαρές οι αντιλήψεις και οι θέσεις που αποτελούν την κομμουνιστική στάση απέναντι στο αστικό κοινοβούλιο. Κι αν η Ιστορία δεν έκανε τότε το μεγάλο βήμα, και οι «ειδοί του Ιανουαρίου» ήρθαν για τη Rosa Luxemburg, τον Karl Liebknecht, τους Γερμανούς προλετάριους και όχι για τη Γερμανική Μπουρζουαζία, τα λόγια της ακόμα εμπνέουν: «Το μέλλον ανήκει στην προλεταριακή επανάσταση· κάθε τι άλλο πρέπει να εξυπηρετεί τους σκοπούς της». Αλλά ας μιλήσει η κόκκινη Rosa. . . .

Εθνοσυνέλευση ή Κυβέρνηση των Συμβουλίων;

 

Υπό αυτούς τους όρους τίθεται το δεύτερο θέμα της ημερήσιας διάταξης του Συνεδρίου των Συμβουλίων των εργατών και των στρατιωτών, και αυτό είναι πράγματι το κύριο ερώτημα της επανάστασης στην παρούσα στιγμή. Ή η Εθνική Συνέλευση ή όλη η εξουσία στα Συμβούλια των Εργατών και των Στρατιωτών· ή η αποκήρυξη του σοσιαλισμού, ή η πιο ανένδοτη ταξική πάλη ενάντια στην αστική τάξη, με πλήρη εξοπλισμό του προλεταριάτου: αυτό είναι το δίλημμα. 
 

Υπάρχει ένα ειδυλλιακό σχέδιο, που ισχυρίζεται ότι θα πραγματοποιήσει τον σοσιαλισμό μέσω της κοινοβουλευτικής οδού, με απλή απόφαση μιας πλειοψηφίας. Αυτό το ροζ όνειρο δεν λαμβάνει υπόψη ούτε καν την ιστορική εμπειρία της αστικής επανάστασης, για να μην αναφέρουμε τον ειδικό χαρακτήρα της προλεταριακής επανάστασης. 
 

Πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα στην Αγγλία; Εκεί, στο λίκνο του αστικού κοινοβουλευτισμού, εκεί όπου πρώτα αναπτύχθηκε, με την πιο μεγάλη δυναμική. Όταν το 1649 ο χρόνος της πρώτης σύγχρονης αστικής επανάστασης ήρθε στην Αγγλία, το αγγλικό Κοινοβούλιο είχε πίσω του μια ιστορία πάνω από τριακόσια χρόνια. Γι’ αυτό και το κοινοβούλιο έγινε η πρώτη στιγμή της επανάστασης, το κέντρο της, οι επάλξεις της, η έδρα της. Το περίφημο «Μακρύ Κοινοβούλιο» είδε να βγαίνουν από τους κόλπους του όλες οι φάσεις της Αγγλικής Επανάστασης. Από τις πρώτες αψιμαχίες μεταξύ της αντιπολίτευσης και της βασιλικής εξουσίας, μέχρι τη δίκη και την εκτέλεση του Charles Stuart, το κοινοβούλιο ήταν στα χέρια της ανερχόμενης μπουρζουαζίας, ένα αξεπέραστο όργανο, απολύτως προσαρμοσμένο. 

Και τι απέγινε; 

Το ίδιο το κοινοβούλιο χρειάστηκε να δημιουργήσει έναν «ειδικό κοινοβουλευτικό στρατό», τον οποίο θα οδηγούσαν στη μάχη οι στρατηγοί που το ίδιο θα είχε εκλέξει, για να ολοκληρωθεί η κατατρόπωση, της φεουδαρχίας, του στρατού των πιστών στο βασιλιά «ιπποτών», κατά τη διάρκεια ενός μακρού εμφυλίου πολέμου, πικρού και αιματηρού. Δεν ήταν οι συζητήσεις στο Αβαείο του Westminster, κι ας ήταν τότε το πνευματικό κέντρο της επανάστασης, αλλά τα πεδία των μαχών του Naseby και του Marstonmoor και δεν ήταν οι λαμπρές ομιλίες στη Βουλή, αλλά το ιππικό των αγροτών, οι «σιδερόφραχτοι» του Cromwell που αποφάσισαν τη μοίρα της Αγγλικής Επανάστασης. Και η ανάπτυξή της υπό την ηγεσία του κοινοβουλίου, μέσω του εμφυλίου πολέμου, στην «κάθαρση» με τη βία, και μάλιστα δύο φορές, του ίδιου του κοινοβούλιου, και, τέλος, στην δικτατορία του Cromwell.. 

Και στη Γαλλία; Εκεί όπου γεννήθηκε η ιδέα της Εθνοσυνέλευσης. Ήταν, στην παγκόσμια ιστορία, μια μεγαλειώδης έμπνευση του ταξικού ενστίκτου, όταν ο Mirabeau και οι άλλοι διακήρυξαν το 1789: «Οι τρεις κοινωνικές τάξεις, μέχρι σήμερα πάντοτε διαχωρισμένες, οι Ευγενείς, ο Κλήρος και η Τρίτη Τάξη πρέπει από εδώ και πέρα να συνεδριάζουν από κοινού στην Εθνική Συνέλευση.» Η Συνέλευση αυτή πραγματοποιήθηκε άμεσα από την συνένωση των κοινωνικών τάξεων, ως όργανο ταξικής πάλης της αστικής τάξης . Με την υποστήριξη ισχυρών μειονοτήτων των δύο ανωτέρων κοινωνικών τάξεων, η Τρίτη Τάξη, δηλαδή, η επαναστατική μπουρζουαζία, διέθετε αμέσως μια συμπαγή πλειοψηφία στην Εθνική Συνέλευση.

Και τι απέγινε άλλη μια φορά; 

Η Vendée, η μετανάστευση, η προδοσία των στρατηγών, η πολιτική αποκατάσταση του κλήρου, η εξέγερση των 50 περιοχών, οι συμμαχικοί πόλεμοι της φεουδαρχικής Ευρώπης, και, τελικά, ως ο μόνος τρόπος για να εξασφαλιστεί η τελική νίκη της επανάστασης η δικτατορία, και μαζί με αυτήν η βασιλεία του τρόμου. 

Να λοιπόν τι άξιζε μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία για την υπεράσπιση των αστικών επαναστάσεων. Και όμως, τι ήταν η σύγκρουση μεταξύ της αστικής τάξης και της φεουδαρχίας, μπροστά στο γιγαντιαίο χάσμα που έχει ανοίξει σήμερα μεταξύ της εργασίας και του κεφαλαίου! Τι ήταν η ταξική συνείδηση των μαχητών και των δύο στρατοπέδων που βρέθηκαν αντιμέτωπα το 1649 και το 1789, σε σύγκριση με το θανάσιμο άσβεστο μίσος, που καίει σήμερα ανάμεσα στο προλεταριάτο και την τάξη των καπιταλιστών! 
 

Δεν φώτισε μάταια ο Καρλ Μαρξ με το επιστημονικό του φανάρι τις πιο κρυφές πηγές του πολιτικού και οικονομικού μηχανισμού της αστικής κοινωνίας. 

Δεν έκανε μάταια, σαν αστραπή, φανερό πως η όλη της συμπεριφορά, μέχρι τις υψηλότερες μορφές του συναισθήματος και της σκέψης, είναι απόρροια του θεμελιώδους γεγονότος ότι αντλεί τη ζωή της, σαν βαμπίρ, από το αίμα του προλεταριάτου. 

Δεν αναφώνησε μάταια ο Auguste Bebel, κλείνοντας την περίφημη ομιλία του στο συνέδριο του κόμματος στη Δρέσδη, : «Είμαι και παραμένω ο θανάσιμος εχθρός της αστικής κοινωνίας».
 

Αυτή είναι η τελευταία μεγάλη μάχη, όπου το διακύβευμα είναι η διατήρηση ή η κατάργηση της εκμετάλλευσης, αυτό είναι ένα σημείο καμπής στην ιστορία της ανθρωπότητας, μια μάχη από την οποία δεν μπορεί να υπάρξει διαφυγή, ούτε συμβιβασμός ούτε οίκτος. 

Και αυτή η μάχη, που, κατά την έκταση των καθηκόντων της, ξεπερνά ο,τιδήποτε γνωρίζουμε μέχρι τώρα, θα έπρεπε λέει να διεκπεραιώσει αυτό που καμιά ταξική πάλη, καμία επανάσταση, δεν έχει ποτέ διεκπεραιώσει: τη διάλυση της θανάσιμης πάλης δύο κόσμων μέσα σε ένα γλυκερό μουρμουρητό ρητορικών αγώνων στο Κοινοβούλιο και σε αποφάσεις της πλειοψηφίας! 

Ο Κοινοβουλευτισμός ήταν για το προλεταριάτο, μια αρένα της ταξικής πάλης όσο κράτησε η ρουτίνα της καθημερινότητας της αστικής κοινωνίας: ήταν ένα βήμα από όπου οι μάζες που συγκεντρώθηκαν κάτω από τη σημαία του σοσιαλισμού, θα μπορούσαν να εκπαιδευτούν για την μάχη. 

Σήμερα, βρισκόμαστε στη μέση της προλεταριακής επανάστασης, και πρόκειται να καταφέρουμε τώρα το τσεκούρι πάνω στο δέντρο της ίδιας της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Ο αστικός κοινοβουλευτισμός όπως και η ταξική κυριαρχία της αστικής τάξης, που είναι ο ουσιαστικός πολιτικός του στόχος, αποστερείται του δικαιώματός του να υπάρχει. Τώρα είναι η ταξική πάλη στην πιο γυμνή μορφή της, που μπαίνει στη σκηνή. Το κεφάλαιο και η εργασία δεν έχουν πια τίποτα να πουν, δεν έχουν τώρα παρά μόνο να συμπλακούν σώμα με σώμα, χωρίς έλεος σε μια μάχη που θα αποφασίσει ποιος θα πέσει στο έδαφος. 

Ο λόγος του Lassalle αξίζει τώρα περισσότερο από ποτέ: «η επαναστατική δράση συνίσταται πάντα στο να εκφράσει αυτό που είναι». Και αυτό που είναι ονομάζεται: εδώ είναι η εργασία – εδώ το κεφάλαιο! Ούτε υποκριτική φιλική διαπραγμάτευση, εκεί όπου είναι για ζωή και για θάνατο, ούτε νίκη της κοινότητας εκεί όπου πρόκειται να είσαι από τη μια ή την άλλη μεριά του οδοφράγματος. Εδώ είναι καθαρά, ανοιχτά, ειλικρινά και με όλη τη δύναμη που δίνουν η σαφήνεια και η ειλικρίνεια, πως το προλεταριάτο πρέπει, ως συγκροτημένη τάξη, να πάρει στα χέρια της ολόκληρη την πολιτική εξουσία. 

Ο Scheidemann στο παράθυρο της βουλής
«Ισότητα πολιτικών δικαιωμάτων, δημοκρατία!» Μας έψελναν για δεκαετίες οι προφήτες μικροί και μεγάλοι, της αστικής ταξικής κυριαρχίας. 

«Ισότητα πολιτικών δικαιωμάτων, δημοκρατία!» Τους αντιφωνούν σήμερα, σαν ηχώ, οι άνθρωποι για όλες της δουλειές της αστικής τάξης, οι Scheidemann. 

Ε λοιπόν ναι, αυτό το σύνθημα πρέπει να γίνει πλέον μια πραγματικότητα, διότι η «πολιτική ισότητα» ενσαρκώνεται την στιγμή που η οικονομική εκμετάλλευση καταργείται ολοσχερώς. Και η «δημοκρατία», η λαϊκή κυριαρχία αρχίζει, όταν ο εργαζόμενος λαός καταλάβει την πολιτική εξουσία. Είναι η πρακτική κριτική της ιστορικής δράσης, η οποία ασκείται πάνω στα συνθήματα που, εδώ και ενάμιση αιώνα, έχουν φέρει στα μέτρα τους οι αστικές τάξεις. Πρόκειται, για πρώτη φορά, να γίνει αλήθεια το σύνθημα-σύμβολο της γαλλικής αστικής τάξης του 1789, «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη» – με την κατάργηση της ταξικής κυριαρχίας της αστικής τάξης. 

Και ως πρώτο βήμα, τούτην εδώ τη στιγμή, μπροστά σ’ ολόκληρο τον κόσμο και μπροστά στους αιώνες της παγκόσμιας ιστορίας, να γραφτεί ψηλά στην ημερήσια διάταξη: Αυτό που μέχρι σήμερα παρουσιαζόταν ως ισότητα δικαιωμάτων και δημοκρατία – το κοινοβούλιο, η εθνοσυνέλευση το δικαίωμα της ίσης ψήφου – ήταν ψέματα και εξαπάτηση!

Η εξουσία εξ ολοκλήρου στα χέρια των εργαζόμενων μαζών ως ένα επαναστατικό όπλο για την εξόντωση του καπιταλισμού – αυτό μόνο είναι η αληθινή ισότητα των δικαιωμάτων, αυτό μόνο είναι η αληθινή δημοκρατία! 

«Die Rote Fahne», 17 Δεκέμβρη 1918. 

Μετάφραση: Παραναγνώστης

Οι εκλογες για την Εθνοσυνελευση 

Μετά την περιφανή «νίκη» τους στο συνέδριο των Συμβουλίων των Εργατών και των Στρατιωτών, η κλίκα του Ebert πιστεύουν πως πέτυχε το κύριο χτύπημα τους ενάντια στην εξουσία των Συμβουλίων, ενάντια στην προλεταριακή επανάσταση και το σοσιαλισμό. 

Κάνουν λάθος. Έχει έρθει η ώρα για να εξολοθρευτεί αυτό το αντεπαναστατικό σχέδιο, να ανατραπεί αυτή η δράση των δυνάμεων της καπιταλιστικής άμυνας με μια επαναστατική δράση των μαζών. 

Ακριβώς όπως εκμεταλλευτήκαμε το περίφημο Πρωσικό δικαίωμα ψήφου των τριών τάξεων για να αγωνιστούμε εναντίον του κοινοβουλίου των τριών τάξεων μέσα στο κοινοβούλιο των τριών τάξεων, έτσι θα αξιοποιήσουμε και τις εκλογές για την Εθνοσυνέλευση για να αγωνιστούμε ενάντια στην Εθνοσυνέλευση. 

Εδώ, φυσικά, η αναλογία σταματά. Για τους πραγματικούς υποστηρικτές της επανάστασης και του σοσιαλισμού, η συμμετοχή στην Εθνική Συνέλευση σήμερα δεν μπορεί να έχει τίποτα το κοινό με τη συνήθη παραδοσιακή μέθοδο της «αξιοποίησης του κοινοβουλίου» για τις λεγόμενες «θετικές κατακτήσεις». Εμείς δεν θα συμμετάσχουμε στην Εθνική Συνέλευση, προκειμένου να πέσουμε πάλι στην παλιά αποτελμάτωση του κοινοβουλευτισμού, ούτε για να εφαρμόσουμε μικρά διορθωτικά μπαλώματα και ψιμύθια στους νομοθετικούς τους λογαριασμούς, ούτε για να πετύχουμε «σύγκλιση δυνάμεων», ούτε για να κάνουμε μια αναμέτρηση όσων μας υποστηρίζουν ούτε για οποιουσδήποτε άλλους λόγους, όσους περιγράφονται στη γνωστή φρασεολογία των αστικο-κοινοβουλευτικών διαδρόμων και στο λεξιλόγιο του Haase και σια. 

Τώρα είμαστε στη μέση της επανάστασης και η Εθνοσυνέλευση είναι ένα αντεπαναστατικό προπύργιο που σηκώθηκε ενάντια στο επαναστατικό προλεταριάτο. Ήρθε η ώρα, λοιπόν, της επίθεσης και της καταστροφής αυτού του προπυργίου. Οι εκλογές, το βήμα της Εθνικής Συνέλευσης, πρέπει να χρησιμοποιηθούν για να κινητοποιήσουν τις μάζες ενάντια στην Εθνοσυνέλευση και για να τις συσπειρώσουν στο πιο απαιτητικό αγώνα. Η συμμετοχή μας στις εκλογές είναι απαραίτητη όχι για να συνεργαστούμε με την αστική τάξη και τους υπασπιστές της στη θέσπιση νόμων, αλλά για να εκβάλουμε την αστική τάξη και τους υπασπιστές της από το ναό, για να εισβάλουμε στο φρούριο της αντεπανάστασης, και να υψώσουμε πάνω του το νικηφόρο λάβαρο της προλεταριακής επανάστασης. 

Για να γίνει αυτό, είναι απαραίτητη η πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση; Μόνο όσοι υπάγονται στον κοινοβουλευτικό κρετινισμό, οι οποίοι θα αποφάσιζαν την επανάσταση και το σοσιαλισμό με κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, το πιστεύουν αυτό. Δεν είναι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση, αλλά η προλεταριακή μάζα απέξω, στα εργοστάσια και στους δρόμους, εκείνη που θα αποφασίσει για την τύχη της Εθνοσυνέλευσης. 

Ebert: Πρωθυπουργός Αριστερής Κυβέρνησης
Οι κύριοι γύρω από τους Ebert και Haase, οι Γιούνκερ, οι καπιταλιστές και τα τσιράκια τους, θα έμεναν πολύ ευχαριστημένοι αν μπορούσαν να αφεθούν μόνοι τους και αν το επαναστατικό προλεταριάτο αρκούνταν στο ρόλο του θεατή, να παρακολουθεί ήρεμα, ενώ μέσα αποφασίζεται η μοίρα του! 

Τίποτα δεν θα βγει από έναν τέτοιο λογαριασμό. Όμως όσο γρήγορα και αν έχουν σε ασφάλεια συγκαλύψει το αντεπαναστατικό τους έργο – χάρη στο Μαμελούκικο Συνέδριο των Συμβουλίων των Εργατών και των Στρατιωτών – είναι και παραμένει, ωστόσο, ένας λογαριασμός που παραβλέπει τον πιο ζωτικό παράγοντα. Ο ζωτικής σημασίας παράγοντας είναι η προλεταριακή μάζα, ο πραγματικός φορέας της επανάστασης και τα σοσιαλιστικά της καθήκοντα. Αυτή, η μάζα, αποφασίζει για την τύχη και την έκβαση της Εθνοσυνέλευσης. Το τι συμβαίνει μέσα στην Εθνοσυνέλευση, το τι απογίνεται η Εθνοσυνέλευση, εξαρτάται από τη δική της επαναστατική δραστηριότητα. Η μεγαλύτερη σημασία αποδίδεται επομένως στην απέξω δράση, η οποία πρέπει να χτυπά με μανία τις πύλες του αντεπαναστατικού κοινοβουλίου. Αλλά ακόμη και οι ίδιες οι εκλογές και η δράση των επαναστατών αντιπροσώπων της μάζας μέσα στο κοινοβούλιο πρέπει να εξυπηρετούν την υπόθεση της επανάστασης. Να καταγγέλλουν ανηλεώς και φωναχτά όλα τα τεχνάσματα και τις υπεκφυγές της αξιότιμης συνέλευσης, να εκθέτουν στις μάζες το αντεπαναστατικό της έργο σε κάθε βήμα, να καλούν τις μάζες να αποφασίσουν, να παρέμβουν – αυτό είναι το καθήκον της συμμετοχής των σοσιαλιστών στην Εθνοσυνέλευση. 

Οι αστοί κύριοι, με την κυβέρνηση Ebert επικεφαλής τους, θα χρησιμοποιήσουν την Εθνική Συνέλευση για να εξορίσουν και να παραλύσουν την ταξική πάλη και να αποφύγουν να παρθεί η επαναστατική απόφαση. Σε πείσμα αυτού του σχεδίου, η ταξική πάλη πρέπει να εισβάλει η ίδια στην Εθνοσυνέλευση· πρέπει να αξιοποιήσει τις εκλογές και τις εργασίες της Εθνοσυνέλευσης ακριβώς για το σκοπό της επιτάχυνσης της επαναστατικής απόφασης. 

Πλησιάζουμε σε ταραγμένους καιρούς. Η ανεργία και οι οικονομικές συγκρούσεις θα αυξηθούν αδυσώπητα μέσα στις επόμενες εβδομάδες και μήνες. 

Η μεγάλη αντιπαράθεση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας θα καθορίσει την πορεία της μελλοντικής ιστορίας και, στο τελικό της αποτέλεσμα , δεν επιδέχεται καμία άλλη απόφαση από την καταστροφή της καπιταλιστικής κυριαρχίας και το θρίαμβο του σοσιαλισμού. Αυτή η αναμέτρηση θα φροντίσει ώστε το επαναστατικό συναίσθημα και η δραστηριότητα των μαζών στη χώρα να αυξάνεται κάθε μέρα. 

Σύμφωνα με το σχέδιο της κλίκας Ebert, η Εθνοσυνέλευση θα δημιουργήσει ένα φράγμα εναντίον αυτού του επαναστατικού κατακλυσμού. Γι’ αυτό πρέπει να τεθεί ζήτημα του να κατευθυνθεί ίσια μέσα στην Εθνοσυνέλευση αυτός ο κατακλυσμός για να ξεσύρει μακριά το φράγμα. Η εκλογική δράση και το έδαφος αυτού του αντεπαναστατικού κοινοβουλίου θα πρέπει να γίνουν ένα μέσο εκπαίδευσης, συσπείρωσης και κινητοποίησης της επαναστατημένης μάζας, καθώς και ένα στάδιο στον αγώνα για την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου. 

Μια επίθεση των μαζών στις πύλες της Εθνοσυνέλευσης, η γροθιά του επαναστατικού προλεταριάτου που σηκώθηκε στην μέση της συνέλευσης ξεδιπλώνοντας τη σημαία πάνω στην οποία λάμπουν τα πύρινα γράμματα: «Όλη η εξουσία στα συμβούλια»- αυτό είναι η συμμετοχή μας στο Εθνοσυνέλευση! 

Προλετάριοι, σύντροφοι, στη δουλειά! Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Σήμερα, οι άρχουσες τάξεις εξακολουθούν να πανηγυρίζουν τη νικηφόρο δράση της κυβέρνησης Ebert στο Συνέδριο των Συμβουλίων. Περιμένουν και ελπίζουν στην 19η Ιανουαρίου [στμ: Η καθορισμένη ημερομηνία των εκλογών για την Εθνοσυνέλευση] ως την επιστροφή της απρόσκοπτης ταξικής κυριαρχίας τους. Ας μην πανηγυρίζουν τόσο νωρίς. Οι ειδοί του Μαρτίου δεν παρήλθαν, ούτε καν οι ειδοί του Ιανουαρίου. Το μέλλον ανήκει στην προλεταριακή επανάσταση· κάθε τι άλλο πρέπει να εξυπηρετεί τους σκοπούς της, συμπεριλαμβανομένων και των εκλογών για την Εθνική Συνέλευση. 

Die Rote Fahne, 23 Δεκεμβρίου 1918. 

Μετάφραση: Παραναγνώστης