RSS

Category Archives: Roza Luxemburg

Η κόκκινη Ρόζα

Tης Κατερίνας Παρδάλη Εκτύπωση E-mail

thumb_rosa

 
«Στην αστική κοινωνία ο ρόλος της Αριστεράς είναι ο ρόλος του κόμματος της αντιπολίτευσης. Σε κόμμα εξουσίας επιτρέπεται να υψωθεί μόνο πάνω στα ερείπια του αστικού κράτους». (Ρ. Λούξεμπουργκ)

Στις 15 Γενάρη του 1919 –πριν 93 χρόνια– δολοφονήθηκαν στο Βερολίνο η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λίμπκνεχτ, δύο μεγάλες μορφές του επαναστατικού σοσιαλιστικού κινήματος. Η αναφορά μας στη Ρόζα Λούξεμπουργκ δεν έχει να κάνει μόνο με την επέτειο. Το τελευταίο διάστημα έχει ανοίξει ξανά η συζήτηση μέσα στην Αριστερά και τον κόσμο γενικά, για τη σχέση Αριστεράς και διακυβέρνησης. Στην Ελλάδα, όπου όλοι/ες οι “από κάτω” (εργαζόμενοι, άνεργοι, φοιτητές, μαθητές, συνταξιούχοι) θέλουν να ρίξουν αυτή την κυβέρνηση των περικοπών, της φτώχειας, της καταστολής, των δολοφονιών. μπαίνει το ζήτημα του τι θα γίνει με τις εκλογές. Συμμαχίες με ΠΑΣΟΚ ή όχι; Κεντροαριστερά σενάρια ή μαχητική αντιπολίτευση; Το ζήτημα δεν είναι καινούργιο. Η σχέση του κινήματος και των πολιτικών του φορέων με το αστικό κράτος, το κοινοβούλιο και τους άλλους θεσμούς του, αποτέλεσε τη σημαντικότερη αιτία διαφωνιών, διχασμών και διασπάσεων στην ιστορία του διεθνούς σοσιαλισμού. Και σ’ αυτά, η πολιτική δράση, η θεωρητική παραγωγή, η οξυδέρκεια και οι προβλέψεις της «Κόκκινης Ρόζας» την κάνουν πηγή έμπνευσης και δράσης για το σήμερα.

 
Η  Ρόζα Λούξεμπουργκ γεννήθηκε το 1871 στο Ζάμοστς της ρωσοκρατούμενης Πολωνίας, από φτωχή οικογένεια εβραίων εμπόρων. Από 15χρονη μαθήτρια στη Βαρσοβία έγινε μέλος της παράνομης αντιτσαρικής επαναστατικής οργάνωσης «Προλετάριος». Το 1886 η οργάνωση διαλύθηκε από την αστυνομία, η ηγεσία της συνελήφθη (4 εκτελέστηκαν) και η Ρόζα, για να αποφύγει τη σύλληψη, μετανάστευσε στη Ζυρίχη –στο άσυλο των τότε πολιτικών μεταναστών. Εκεί σπούδασε φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, οικονομικά και μαθηματικά ταυτόχρονα. Τα θέματα εξειδίκευσής της ήταν η οικονομία, ο Μεσαίωνας και οι οικονομικές και χρηματιστηριακές κρίσεις.

Παρ’ όλα αυτά, ούτε από την εξορία δεν σταμάτησε να συμμετέχει στο σοσιαλιστικό κίνημα της Πολωνίας. Μαζί με άλλους συντρόφους της έφτιαξαν το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Πολωνίας, στην εφημερίδα του οποίου άρχισε να αρθρογραφεί. Σοσιαλδημοκρατικά ονομάζονταν εκείνη την εποχή όλα τα σοσιαλιστικά μαρξιστικά κόμματα, τα οποία δεν είχαν καμία σχέση με τους σοσιαλδημοκράτες του σήμερα.

Όχι στον κυβερνητισμό


Το 1898, κάνοντας έναν ψεύτικο γάμο, αποκτά τη γερμανική υπηκοότητα και πηγαίνει στο Βερολίνο. Εκεί γίνεται μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (SPD). Το SPD ήταν το μεγαλύτερο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Ευρώπης. Είχε δημιουργηθεί πάνω στις ιδέες του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, και από τα ιδρυτικά στελέχη του υπήρξε ο Ένγκελς. Η επίσημη γραμμή του το 1890 ήταν «ούτε ένας άνθρωπος ούτε ένα φαρδίνι για το σύστημα». Αρνιόταν να ψηφίσει στη βουλή οποιοδήποτε προϋπολογισμό έβαζε φόρο στους εργάτες και τους αγρότες, για να συντηρεί την αστυνομία, το στρατό, τα δικαστήρια και την καπιταλιστική τυρανία.

Όμως, η περίοδος όπου εντάχθηκε στο SPD η Ρόζα, ήταν περίοδος που σε όλα τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα άρχιζε μια δεξιά στροφή. Στη Γαλλία, το 1899, ο Αλεξάντρ Μιλεράν, ένας από τους ηγέτες των Σοσιαλιστών, γίνεται υπουργός στην κυβέρνηση του Ριζοσπαστικού κόμματος, στην οποία συμμετέχει και ο στρατηγός Γκαλιφέτ –ο σφαγέας της Κομμούνας του Παρισιού.
Στη Γερμανία, ο Μπερνστάιν (ηγέτης του SPD) υποστήριζε ότι το SPD πρέπει να αλλάξει και από κόμμα της σοσιαλιστικής επανάστασης να γίνει κόμμα του κοινοβουλευτικού δρόμου. Υποστήριζε ότι ο καπιταλισμός έχει αλλάξει από την εποχή του Μαρξ. Ότι με την ανάπτυξη των τραπεζών, των τραστ και των καρτέλ, είχε πλέον τη δυνατότητα να λειτουργεί προγραμματισμένα και να ξεπερνά τις κρίσεις του. Έτσι, η προοπτική της καπιταλιστικής οικονομίας ήταν αυτή της συνεχούς ανάπτυξης και ευημερίας. Σαν αποτέλεσμα αυτών των εκτιμήσεων, κατά τον Μπερνστάιν, οι εργάτες δεν είχαν πια ανάγκη να κάνουν επανάσταση για να καλυτερέψουν τη ζωή τους. Μπορούσαν να το κάνουν αποκτώντας την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και ψηφίζοντας νόμους στη βουλή.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ έδωσε μάχη για να αποδείξει το πόσο λάθος ήταν αυτή η εκτίμηση για τον καπιταλισμό. Με το βιβλίο της «Η συσσώρευση του Κεφαλαίου» ξεκαθάρισε ότι ο καπιταλισμός, στη νέα τότε φάση του, δεν είχε απαλλαγεί από τις αντιφάσεις των ανταγωνισμών και των κρίσεων. Αντίθετα, τις είχε οξύνει σε ανώτερο βαθμό και σε διεθνές επίπεδο. Αυτή η ανάλυση την οδήγησε σε σύγκρουση και με τη στρατηγική των σταδιακών αλλαγών (αντί της επανάστασης), και με τη στάση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων απέναντι στον ιμπεριαλισμό και τον πόλεμο.
Σήμερα, με όλα όσα μεσολάβησαν, έχουμε τη δυνατότητα να δούμε πόσο δίκιο είχε …

Μεταρρύθμιση
ή επανάσταση


Ταυτόχρονα, με το έργο της «Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση» (1900) η Ρόζα αντιτάχθηκε σθεναρά στις απόψεις για τη δήθεν δυνατότητα επιβολής του σοσιαλισμού με νόμους και μεταρρυθμίσεις μέσω του κοινοβουλίου. Έγραφε: «Εκείνο που αναγκάζει τον προλετάριο να μπαίνει κάτω από το ζυγό του κεφαλαίου δεν είναι κανένας νόμος, αλλά η ανάγκη, το γεγονός ότι στερείται των μέσων παραγωγής. Ο προλετάριος με κανένα νόμο στον κόσμο δεν μπορεί να αποκτήσει, μέσα στο πλαίσιο της αστικής κοινωνίας, παραγωγικά μέσα, γιατί τα μέσα αυτά δεν του αφαιρέθηκαν με νόμο, αλλά με την οικονομική εξέλιξη».
Η συμμετοχή, λοιπόν, στην κυβέρνηση αρνείται τις θεμελιώδεις αρχές της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας στο μέτρο που, ενώ καθήκον της είναι να οργανώνει την ταξική αυτονομία, να οργανώνει, δηλαδή, τους εκμεταλλευόμενους σε έναν ξεχωριστό ταξικό πολιτικό οργανισμό, μετατρέπει αντίθετα την εργατική τάξη σε ουρά της αστικής. Για τη Λούξεμπουργκ, οι σοσιαλιστές είναι υποχρεωμένοι, από τις ίδιες τους τις αρχές, να παραμένουν στο χώρο της αντιπολίτευσης στα αστικά κοινοβούλια. Αυτό όχι μόνο δεν εμποδίζει τα πρακτικά αποτελέσματα των άμεσων μεταρρυθμίσεων με προοδευτικό χαρακτήρα, αλλά αντίθετα η αντιπολίτευση αρχών είναι το μόνο αποτελεσματικό μέσο απόσπασης πρακτικών αποτελεσμάτων.

Στον αιώνα που μεσολάβησε, δόθηκαν πολλές ευκαιρίες για να δοκιμαστούν οι απόψεις που τότε αναμετρήθηκαν. Η Αριστερά, παρ’ όλες τις «προειδοποιήσεις» της Λούξεμπουργκ, ενεπλάκη σε κυβερνητικά εγχειρήματα. Τα αποτελέσματα ήταν κάθε άλλο παρά θετικά. Είτε κατέληξαν σε μια αλυσίδα ματαιωμένων επαναστάσεων ή συνέβαλαν στην ήττα άλλων, με χαρακτηριστικότερο το παράδειγμα της Ισπανίας το 1936. Ακόμα και η εμπειρία της Χιλής το ’73 έδειξε ότι ο «κοινοβουλευτικός δρόμος προς το σοσιαλισμό», πέρα από τις καλές προθέσεις, δεν ήταν εφικτός. Η αστική τάξη με αιματοκύλισμα και στυγνή δικτατορία διατήρησε την εξουσία της.

Καταπληκτική ήταν η θέση της Ρόζας και απέναντι στον πόλεμο. Όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι βουλευτές του SPD ψήφισαν μαζί με τον Κάιζερ (14/8/1914) τις πολεμικές δαπάνες της «χώρας» τους. Ο Καρλ Λίμπκνεχτ ήταν ο βουλευτής που αρνήθηκε αυτή την προδοσία και μαζί με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, την Κλάρα Τσέτκιν και λίγους άλλους συντρόφους τους αποτέλεσαν τη φωνή του διεθνισμού μέσα στην καρδιά του γερμανικού μιλιταρισμού. Οργάνωσαν την ομάδα «Σπάρτακος» και ανέπτυξαν αντιπολεμική δράση. Παρ’ όλα αυτά, δεν εγκατέλειψαν το SPD παρά μετά το ξέσπασμα της Γερμανικής επανάστασης, οπότε και ίδρυσαν –μαζί με άλλες ομάδες– το Κ.Κ.Γερμανίας, στα χνάρια των μπολσεβίκων. Ήταν όμως αργά.

Τραγωδία δεν ήταν μόνο η δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ από παραστρατιωτικές ομάδες της κυβέρνησης (με την ανοχή της σοσιαλδημοκρατίας). Ήταν και η ήττα της Γερμανικής επανάστασης που είχε συνέπειες σε παγκόσμιο επίπεδο.

Στο πλευρό
των μπολσεβίκων


Η Ρόζα κατασυκοφαντήθηκε από το σταλινισμό. Τη δεκαετία του ’30 η προπαγανδιστική μηχανή του Στάλιν εμφάνιζε τη Λούξεμπουργκ, όπως και τον Τρότσκι, σαν «εχθρούς του λενινισμού». Σήμερα, οι πάντες αναφέρονται σ’ αυτή –ακόμα και ο Ριζοσπάστης είχε το θράσος να έχει στο παρελθόν άρθρο (21/1/2001)– ο καθένας με τη δική του οπτική. Αναρχικοί, «ανανεωτές», οπαδοί του «Σοσιαλισμού με δημοκρατία και ελευθερία» (λες και μπορεί να υπάρξει σοσιαλισμός χωρίς δημοκρατία και ελευθερία) προσπαθούν να αντιτάξουν τη Ρόζα απέναντι στον Λένιν και τους Μπολσεβίκους.

Είναι αλήθεια ότι η Ρόζα στο βιβλίο της «Ρώσικη Επανάσταση» –που έγραψε μέσα στη φυλακή– κάνει κριτική για ορισμένα θέματα στην κυβέρνηση των μπολσεβίκων. Και σε πολλά υπήρξε ιδιαίτερα διορατική. Όμως, αυτό δεν την εμπόδιζε να καταλάβει τη σπουδαιότητα και τη δυσκολία του επαναστατικού εγχειρήματος στη Ρωσία. Όπως σε όλη της τη ζωή, μένοντας πιστή στην Επανάσταση, έγραψε ως κατακλείδα στο βιβλίο της: «Όσο μπορεί ένα κόμμα σε μια ιστορική στιγμή να δώσει παράδειγμα θάρρους, δύναμης για δράση, επαναστατικής οξυδέρκειας και λογικής, ο Λένιν, ο Τρότσκι και οι σύντροφοί τους το δώσανε σ’ όλο του το μέγεθος. Όλη η επαναστατική τιμή και η ικανότητα δράσης, που έλειπε από τη δυτική σοσιαλδημοκρατία, βρέθηκε στους Μπολσεβίκους. Η εξέγερσή τους τον Οκτώβρη, πραγματικά, δεν έσωσε μόνο τη Ρώσικη Επανάσταση, αλλά έσωσε και την τιμή του διεθνούς σοσιαλισμού».

http://da.dea.org.gr/

Advertisements
 

Ποιος δολοφονεί ξανά τη Ρόζα: επτά σημεία για την αριστερά που υψώνει ελληνικές σημαίες στις πλατείες

Aπο το ιστολόγιο αντιστροφή προοπτικής
1. Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 1919. Στην αποβάθρα του ποταμού Σπρέε εντοπίζονται τα πτώματα των Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζας Λούξεμπουργκ. Αμφότεροι τον Αύγουστο του 1914 είχαν αρνηθεί να ψηφίσουν τον προϋπολογισμό των πολεμικών δαπανών και να στηρίζουν τα εθνικά οράματα της Γερμανίας μπροστά στον πόλεμο. Έφυγαν από το SPD και δημιούργησαν την ομάδα Σπάρτακος. Με το ξέσπασμα του πολέμου αρνήθηκαν κάθε συμμετοχή καλώντας την εργατική τάξη να μη στέψει τα όπλα της ενάντια στους λαούς αλλά προς τα αφεντικά της. Τελικά η εξέγερση του Σπάρτακου πνίγηκε στο αίμα από την κυβέρνηση των πρώην συντρόφων τους σοσιαλδημοκρατών. Ρόζα και Λιμπκνεχτ εκτελέστηκαν. Από εκείνο το πρωινό του Γενάρη ένας ποταμός αίματος χωρίζει δύο επιλογές: μεταρρύθμιση ή επανάσταση, εθνικισμός ή διεθνισμός, πόλεμος ή αδελφοσύνη.

2. Πέντε δεκαετίες νωρίτερα η κριτική του Ιταλού Ματσίνι εξαπλωνόταν ανάμεσα στην εργατική τάξη της Ιταλίας. Ο Ματσίνι, μετά τη ήττα της Παρισινής κομμούνας, ισχυριζόταν πως η Διεθνής μιλώντας για παγκόσμιο προλεταριάτο και επανάσταση σε όλη τη γη καταργεί τις εθνικές ταυτότητες. Την απάντηση στο Ματσίνι ανέλαβε ο Μπακούνιν: Αυτός που καταργεί τις ιδιαιτέρες ταυτότητες και παραδόσεις των λαών δεν είναι η διεθνής ένωση της εργατικής τάξης αλλά το Εθνικό Κράτος. Επιβάλλοντας μια δήθεν ενοποιητική δομή καταστέλλει όλες τις ιδιαίτερες ταυτότητες των πληθυσμών που εμπερικλείει. Αντίθετα η Διεθνής αναδεικνύει την κοινότητα, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που η κάθε μια διαθέτει, ως το βασικό κύτταρο αυτοκυβέρνησης στης απελευθερωμένης ανθρωπότητας.

3. Με τον παγκόσμιο καπιταλισμό να μπαίνει εδώ και χρόνια σε συνεχή και σπειροειδή κρισιακά φαινόμενα, με τους λαούς των αράβων και όχι μόνο να εξεγείρονται ο ένας μετά τον άλλον ανατρέποντας καθεστώτα, με τo ελληνικό κράτος να βρίσκεται για πάνω από ένα χρόνο σε διεθνή καπιταλιστική εποπτεία με αποτέλεσμα την πλήρη αποσταθεροποίηση του πολιτικού του συστήματος μπροστά στην βίαιη οικονομική ερημοποίηση των φτωχών στρωμάτων και της μεσαίας τάξης, η αριστερά έχει δύο επιλογές: είτε θα βροντοφωνάξει πως «ο καπιταλισμός δεν μεταρρυθμίζεται αλλά ανατρέπεται» είτε θα σκύψει το κεφάλι μηρυκάζοντας νοσταλγικά εθνικές λύσεις.

4. Η επιλογή της σοσιαλδημοκρατικής εθνικής γραμμής στην παρούσα φάση είναι εκτός από ανόητη [καθώς είναι πρακτικά αδύνατη η επαναφορά του καπιταλισμού σε παλαιότερο πρότυπο παραγωγής και ανάπτυξης] και επικίνδυνη καθώς στο όνομα της εθνικής λύσης και της υποβόσκουσας εθνικιστικής υστερίας που την περιβάλλει [προδότης πρωθυπουργός – πολιτικοί, εθνικοί κίνδυνοι κυριαρχίας, τουρκικός κίνδυνος] υπάρχει ο υπαρκτός κίνδυνος γέννησης ενός αυθεντικού εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος που θα αλώσει την αριστερά μέσα σε μια νύχτα. Το ιστορικό προηγούμενο της Ιρανικής επανάσταση πρέπει να μελετηθεί διεξοδικά.

5. Και αν η επιλογή της σοσιαλδημοκρατικής – εθνικής λύσης είναι η αυτονόητη επωδός της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατικής αριστεράς και στις δύο της εκφάνσεις [ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ] αυτό που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση είναι πως τον τελευταίο καιρό τμήματα της λεγόμενης ριζοσπαστικής, επαναστατικής και εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς υψώνουν ελληνικές σημαίες στις πλατιές. Και δεν είναι φυσικά το πρόβλημα αυτή η καθ΄όλα αντιαισθητική και επικίνδυνη ενέργεια αδιέξοδου οπορτουνισμού που προβληματίζει αλλά η συστηματική άρθρωση από πολλές πλευρές αυτού του Μετώπου πολιτικού λόγου που προτάσσει τόσο την εθνική λύση όσο και πολιτική διέξοδο με την δημιουργία «εθνικής κυβέρνησης σωτηρίας» που θα κλείσει τα σύνορα, θα διαγράψει το χρέος, θα βάλει τα «λαμόγια» στη φυλακή, θα μας πάει στη δραχμή και βάλει την καπιταλιστική μηχανή σε τροχιά ανάπτυξης με της δικές μας δυνάμεις!

6. Είναι απορίας άξιον πως δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς που για χρόνια αρθρώνουν λόγο συνολικής ανατροπής ενός συστήματος εκμετάλλευσης που «δεν αντέχει άλλο» και πρέπει «άμεσα να ανατραπεί πριν οδηγηθούμε στον όλεθρο», σήμερα, που η κρίση φτάνει στα καθ ημάς κάνουν βήματα πίσω πριμοδοτώντας λύσης εθνικής σωτηρίας. Με συστηματική επωδό της επαναφορά του κοινωνικού κράτους και την εθνικοποίηση μέρους της παραγωγής η αριστερά της «Ρήξης και της Ανατροπής» δείχνει να επιμένει στο εντελώς ανορθολογικό όραμα του εθνικού ηγέτη-σωτήρα που θα βάλει φρένο στην «καταστροφική λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού» και θα προτάξει τα στήθη του απέναντι στου τραπεζίτες. Η αριστερά ψάχνει έναν Τσάβες ή, αν και δεν το ομολογεί, έναν Ανδρέα Παπανδρέου. Αγνοώντας πως ο ιστορικός χρόνος και οι πραγματικές οικονομικές συνθήκες το καθιστούν αδύνατο επιθυμεί τη σοσιαλδημοκρατική εκδοχή του κοινωνικού κράτους [υπάρχει ακόμα και η φασιστική και η αμερικάνικη εκδοχή του new deal] χωρίς να την απασχολεί πως αυτή η μορφή σοσιαλδημοκρατίας δεν ήρθε ιστορικά στην Ελλάδα ως ρεφορμιστική στροφή του εργατικού κινήματος αλλά ως εθνικιστική λαϊκή αυτοεκπλήρωση στο πρόσωπο του μεσσιανικού «σωτήρα» – με ολέθριες συνέπειες για την αριστερά, το εργατικό κίνημα και εν τέλει για κάθε προοπτική ανατροπής.

7. Λοιπόν για να τελειώνουμε. Όσοι φλερτάρουν με εθνικές λύσεις μπροστά στην παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, όσοι διατυπώνουν σχέδια εξόδου ρίχνοντας την ευθύνη στο δήθεν αδηφάγο και ανήθικο τραπεζικό – παρασιτικό κεφάλαιο νοσταλγώντας [αν και δεν το ομολογούν ρητά] ένα παλαιότερο, συγκεντρωτικό καπιταλισμό, όσοι παρατούν την εργατική τάξη τη στιγμή της πλέον βάρβαρης επίθεσης του κεφαλαίου για να ψαρέψουν στα θολά νερά του «πλήθους» της πλατείας, όσοι ψηλαφούν την πολυπόθητη «γραμμή μαζών» στο ύπουλο ύψωμα της γαλανόλευκης μιζέριας επενδύοντας στον πολιτισμό των ηλιθίων, όσοι αναδιπλώνονται μπροστά στα υπαρκτά διλήμματα της κρίσης μιλώντας για «μη ώριμες συνθήκες» και για «αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων», όσοι αρνούνται τη διεθνιστική προοπτική της απελευθέρωσης κλείνοντας το μάτι στην εθνική στρατηγική, όσοι βλέπουν τη «σωτηρία της πατρίδας» στην λύση εντός των συνόρων, στην μεσσιανική έλευση του ηγέτη σωτήρα που θα επαναθεμελιώσει το καλό κοινωνικό κράτος, όσοι με αμφίσημα τσιτάτα τύπου «λαϊκή εξουσία» στέλνουν αντιφατικά μηνύματα στο εσωτερικό και στο εσωτερικό των κομματικών στρατών τους, όσοι εν τέλει αρνούνται την μοναδική δυνατότητα εξόδου από την ανακυκλούμενη καπιταλιστική κρίση που δεν είναι άλλη από τη μαζική διεθνιστική οργάνωση και δράση του προλεταριάτου για την ανατροπή, επιλέγουν τον όλεθρο του καπιταλιστικού πολέμου, θάβουν την ελπίδα απελευθέρωσης στο χώμα της «αλλαγής», ρίχνοντας για μια ακόμα φορά το πτώμα της Ρόζας στα βρώμικά νερά του Σπρέε.

 

Ρόζα Λούξεμπουργκ: Βία και Νομιμότητα

Πηγή: Μαρξιστική Επιθεώρηση PRAXIS

Πρωτοδημοσιεύτηκε: Die Neue Zeit, 14 Μαΐου 1902.
Πρώτη φορά στα ελληνικά: Περιοδικό Νέοι Στόχοι Νο. 1 στη διάρκεια της επταετίας
Επαναδημοσίευση: Περιοδικό Σπάρτακος, Νο. 66, Σεπτέμβρης 2002
HTML Markup: Αντώνης Μεγρέμης για το Ελληνικό Αρχείο Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μάϊος 2003

Παρά πολλά ειπώθηκαν, τον τελευταίο καιρό, για την οριστική πια αδυναμία μας να χρησιμοποιήσουμε «επα­ναστατικά μέσα παλιού τύπου». Μα ποτέ δε μας είπαν τι εννοούν μ’ αυτά τα μέσα, ούτε και με τι θα αντικαταστήσουν.

Έτσι, με την ευκαιρία της βελγικής μας ήττας[1], φέρνουν σε αντίθεση προς τα «επαναστατικά μέσα» – και πρώτα απ’ όλα, προς τη βίαιη επανάσταση, προς τις μάχες των δρόμων -την καθημερινή οργάνωση και μόρφωση των μαζών. Αλλά είναι παράλογο να θέτουμε έτσι το’ ζήτημα, για τον απλούστατο λόγο ότι η οργάνωση και η μόρφωση από μόνες τους δεν είναι ακόμη αγώνας, παρά είναι απλά προπαρα­σκευαστικά μέσα για τον αγώνα, και σαν τέτοια, είναι απαραίτητα τόσο στην επανάσταση, όσο και σε κάθε άλλη μορφή του εργατικού αγώνα. Η οργάνωση και η μόρφωση, αυτές καθεαυτές, δεν κάνουν περιττή την πολιτική πάλη, παρόμοια όπως η δημιουργία συνδικάτων και η είσπραξη των συνδρομών των μελών δεν κάνουν περιττούς τους αγώνες για το μεροκάματο ή τις απεργίες …


… Στην απόφαση που πήραν μερικοί ν’ αντικαταστήσουν μόνο με την κοινοβουλευτική δράση κάθε χρησιμοποίηση βίας στην προλεταριακή πάλη, το πιο παράξενο είναι η ιδέα ότι τάχα η επανάσταση μπορεί να γίνει αυθαίρετα. Ξεκι­νώντας από την αντίληψη αυτή, πιστεύουν ότι μπορούμε να κηρύξουμε ή να μην κηρύξουμε τις επαναστάσεις, να τις ετοιμάσουμε ή να τις αναβάλουμε, φθάνει μόνο να τις θεωρούμε ωφέλιμες ή περιττές ή βλαβερές, ότι αν θα γίνουν ή δε θα γίνουν επαναστάσεις στις καπιταλιστικές χώρες, εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από την πεποίθηση που θα επικρατεί στη σοσιαλδημοκρατία. Όσο περισσότερο η νομιμόφρονη θεωρία του σοσιαλισμού υποτιμάει τη δύναμη του εργατικού κόμματος σε άλλα ζητήματα, άλλο τόσο την υπερτιμάει σε τούτο το σημείο.

Η ιστορία όλων των επαναστάσεων που έγιναν στα περασμένα μας δείχνει ότι τα μεγάλα λαϊκά κινήματα δεν είναι καθόλου ένα αυθαίρετο και ενσυνείδητο δημιούργημα των λεγόμενων «αρχηγών» ή των «κομμάτων», καθώς φαντάζονται οι αστυνομικοί και οι επίσημοι αστοί ιστο­ριογράφοι, αλλά είναι αυθόρμητα κοινωνικά φαινόμενα, γεννημένα από μια δύναμη φυσική που πηγάζουν από τον ταξικό χαρακτήρα της σύγχρονης κοινωνίας. Η ανάπτυξη της σοσιαλδημοκρατίας σε τίποτε δεν άλλαξε τα πράγματα, και ο δικός της ρόλος δεν είναι να χαράζει νόμους στην ιστορική εξέλιξη της πάλης των τάξεων, αλλά ανίθετα να μπαίνει στην υπηρεσία αυτών των νόμων, χρησιμοποιώντας τους για τους σοσιαλιστικούς σκοπούς. Αν η σοσιαλδημοκρατία αντιστε­κόταν στις επαναστάσεις, που παρουσιάζονται σαν ιστορική ανάγκη, το μόνο αποτέλεσμα θα ήταν να μετατραπεί από εμπροσθοφυλακή σε οπισθοφυλακή, εμπόδιο ανίσχυρο στην πάλη των τάξεων. Μα η πάλη των τάξεων στο τέλος θα θριάμβευε είτε έτσι είτε αλλιώς, χωρίς τη σοσιαλδημοκρατία και, αν χρειαζόταν, ενάντια της.

Φτάνει να καταλάβουμε τα απλά αυτά πράγματα για να δούμε ότι το ζήτημα: επανάσταση ή νόμιμο πέρασμα στο σοσιαλισμό είναι καθαρά και κατά κύριο λόγο ζήτημα όχι σοσιαλδημοκρατικής τακτικής, αλλά ιστορικής εξέλιξης. Μ’ άλλα λόγια, βγάζοντας την επανάσταση έξω απ’ την ταξική πάλη του προλεταριάτου, οι οπορτουνιστές μας ισχυρίζονται, ούτε λίγο, ούτε πολύ, ότι η βία έπαψε να είναι ένας συντελεστής της νεώτερης ιστορίας.

Αυτό είναι το θεωρητικό βάθος του ζητήματος. Φτάνει να διατυπώσουμε μόνο την ιδέα αυτή, για να γίνει ολοφάνερος ο παραλογισμός της. Η βία, από τότε που εμφανίστηκε η «αστική νομιμότητα», ο κοινοβουλευτισμός, όχι μονάχα δεν έπαψε να παίζει έναν ιστορικό ρόλο, αλλά είναι και σήμερα επίσης, όπως και σε όλες τις προηγούμενες εποχές, η βάση της κυρίαρχης πολιτικής τάξης. Το καπιταλιστικό κράτος στο σύνολο του βασίζεται στη βία. Η στρατιωτική του οργάνωση είναι αυτή καθεαυτή μια χειροπιαστή απόδειξη. Ο οπορτουνιστικός δογματισμός πρέπει πραγματικά να έχει θαυματουργά χαρίσματα για να μην το βλέπει αυτό.

Μα είναι οι ίδιες ακόμη οι εκδηλώσεις της «νομιμότη­τας» που δίνουν αρκετές αποδείξεις γι’αυτό. Ή καλύτερα: τι άλλο παρά βία είναι στην ουσία της η αστική νομιμότητα;

Όταν έναν «ελεύθερο πολίτη», παρά τη θέληση του, με τον εξαναγκασμό, τον κλείνει ένας άλλος πολίτης σ’ ένα μέρος στενό και ακατοίκητο, κι όταν τον κρατάν εκεί πέρα κάμποσο καιρό – όλοι καταλαβαίνουν ότι αυτό είναι μια πράξη βίας. Μα από τη στιγμή που η ενέργεια αυτή θα γίνει δυνάμει ενός ενιαίου βιβλίου, που λέγεται Ποινικός Νόμος, και το μέρος αυτό ονομαστεί «Πρωσσική Βασιλική Φυλα­κή», μετατρέπεται αμέσως σε πράξη ειρηνικής νομιμότητας. Αν ένας άνθρωπος εξαναγκαστεί από ένα άλλο, παρά τη θέληση του, να σκοτώνει συστηματικά τους συνανθρώπους του, αυτό είναι πράξη βίας. Μα από τη στιγμή που αυτό θα ονομαστεί «στρατιωτική υπηρεσία», ο καλός πολίτης φαντάζεται ότι αναπνέει τον αέρα της ειρήνης και της νομιμότητας. Αν ένα πρόσωπο παρά τη θέληση του το στερήσουν άλλοι από ένα μέρος της ιδιοκτησίας του και του εισοδήματος του, κανένας δε θα διστάσει να πει ότι αυτό είναι μια πράξη βίας. Μα από τη στιγμή που αυτή η ληστεία θα ονομαστεί «είσπραξη άμεσων φόρων», πρόκειται μονάχα για εφαρμογή του νόμου.

Κοντολογής, ό,τι παρουσιάζεται στα μάτια μας για αστική νομιμότητα δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η βία της κυρίαρχης τάξης ανυψωμένη εκ των προτέρων σ’ επιτακτικό κανόνα. Από τη στιγμή που οι διάφορες πράξεις βίας καθορίστηκαν σαν υποχρεωτικός κανόνας, το πράγμα αντικαθρεπτίζεται από την ανάποδη στο κεφάλι των αστών νομομαθών, καθώς και στο κεφάλι των οπορτουνιστων σοσιαλιστών: η «έννομος» τάξη παρουσιάζεται σαν ένα ανεξάρτητο δημιούργημα της «δικαιοσύνης» και η βία του κράτους σα μια απλή της συνεπεία, σα μια «κύρωση» των νόμων. Στην πραγματικότητα η αστική νομιμότητα (και ο κοινοβουλευτισμός σα νομιμότητα εν τω γίγνεσθαι) είναι ίσα-ίσα μια ορισμένη μορφή, που παίρνει η πολιτική βία της αστικής τάξης, της βίας που πάλι φυτρώνει πάνω στο οικονομικό έδαφος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

Έτσι λοιπόν βλέπουμε πως όλη η θεωρία του νομι-μόφρονος σοσιαλισμού είναι καθαρή φαντασιοκοπία. Ενώ οι άρχουσες τάξεις στηρίζονται σε κάθε τους ενέργεια στη βία, μόνο το προλεταριάτο θα έπρεπε να αρνηθεί από την αρχή και για πάντα τη χρησιμοποίηση της βίας στην πάλη του εναντίον αυτών των τάξεων. Ποιο λοιπόν τρομερό σπαθί θα χρησιμοποιήσει για να ανατρέψει τη βία που κυβερνάει; Την ίδια εκείνη νομιμότητα που δίνει στη βία της αστικής τάξης τη σφραγίδα του επιτακτικού και παντοδύναμου κοινωνικού κανόνα.

Το πεδίο της αστικής νομιμότητας, του κοινοβουλευ­τισμού είναι όχι μόνον πεδίο κυριαρχίας της καπιταλιστι­κής τάξης, μα και πεδίο μάχης που διασταυρώνονται οι ανταγωνισμοί μεταξύ προλεταριάτου και αστών. Μα όπως η «έννομος τάξις» δεν είναι για την αστική τάξη τίποτε άλλο παρά η έκφραση της δικής της βίας, έτσι και η κοινοβου­λευτική πάλη για το προλεταριάτο δεν είναι τίποτε άλλο παρά η τάση του να ανεβάσει στην εξουσία τη δική του βία. Αν πίσω από τη νόμιμη και κοινοβουλευτική μας δράση δεν υπάρχει η βία της εργατικής τάξης, έτοιμη να μπει σ’ ενέργεια μόλις χρειαστεί, η κοινοβουλευτική δράση της σοσιαλδημοκρατίας καταντάει παιχνίδι τόσο έξυπνο, όσο και το κουβαλημα νερού με το κόσκινο. Οι ερασιτέχνες του ρεαλισμού που δεν κουράζονται να φωνάζουν για τις «θετικές επιτυχίες» της κοινοβουλευτικής δράσης της σοσιαλδημοκρατίας, για να τις χρησιμοποιήσουν ως όπλα κατά της αναγκαιότητας και σκοπιμότητας της βίας στον εργατικό αγώνα, δε βλέπουν καθόλου ότι οι επιτυχίες αυτές και οι πιο ασήμαντες, δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της αόρατης και λανθάνουσας δράσης της βίας.

Το ότι η βία πάντα βρίσκεται στη βάση της αστικής νομιμότητας, το βλέπουμε στις περιπέτειες της ίδιας της ιστορίας του κοινοβουλευτισμού. Η πρακτική πείρα απο­δεικνύει ολοφάνερα πως: όταν οι κυρίαρχες τάξεις πεισθούν ότι οι βουλευτές μας δεν υποστηρίζονται από πλατιές λαϊκές μάζες, έτοιμες να δράσουν όταν χρειαστεί, ότι οι επαναστα­τικές κεφαλές και επαναστατικές γλώσσες δεν είναι ικανές ή δε θεωρούν καλό να βάλουν σε κίνηση, μόλις χρειαστεί, τις επαναστατικές γροθιές – τότε και ο ίδιος ο κοινοβουλευ­τισμός και όλη η περίφημη νομιμότητα θα εξαφανισθούν, αργά ή γρήγορα, ως βάση του πολιτικού αγώνα.

Ύστερα, η νομιμότητα αποδεικνύεται ότι είναι προϊόν του συσχετισμού των δυνάμεων των διαφόρων τάξεων που συγκρούονται, και ότι πάντα ταλαντεύεται. Η Βαυαρία, η Σαξωνία, το Βέλγιο και η Γερμανία μας δίνουν αρκετά πρόσφατα παραδείγματα που αποδεικνύουν ότι οι κοινο­βουλευτικές συνθήκες της πολιτικής πάλης παραχωρούνται ή αφαιρούνται από την κυρίαρχη τάξη, διατηρούνται ή αίρονται, ανάλογα με το βαθμό που οι θεσμοί αυτοί διασφαλίζουν τα ταξικά της συμφέροντα, ανάλογα με την επίδραση που ασκεί η υπόκωφη βία των λαϊκών μαζών, επιθετική ή αμυντική. Και πραγματικά, όπως σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις δεν είναι δυνατό να αποφύγουμε τη βία σα μέσο άμυνας των κοινοβουλευτικών δικαιωμάτων, έτσι επίσης σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις, η βία είναι μέσο επίθεσης αναντικατάστατο, εκεί οπού ακόμη πρόκειται ακόμη να κατακτήσουμε το νόμιμο πεδίο της πάλης των τάξεων …

… Οι οπορτουνιστές μας δηλώνουν πως ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με τη δημοκρατία του αστικού κράτους. Δε βλέπουν ότι λέγοντας αυτό, απλώς επαναλαμβάνουν, με άλλα λόγια, τις παλιές θεωρίες που δίδασκαν ότι η αστική νομιμότητα και η αστική δημοκρατία είναι προορισμένες να πραγματοποιήσουν τη γενική ελευ­θερία, ισότητα και ευτυχία – όχι τις θεωρίες της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης, που τα συνθήματα της στάθηκαν μια αφελής πίστη, πριν από τη μεγάλη τους ιστορική δοκιμασία, αλλά τις θεωρίες των λογίων και φλύαρων δικηγόρων του 1848, των Οντιλόν Μπαρό, των Λαμαρτί-νων, των Γκαρνιέ Παζές, που ορκίζονταν να πραγματοποι­ήσουν όλες της επαγγελίες της Μεγάλης Επανάστασης με κοινοβουλευτικές φλυαρίες. Οι θεωρίες αυτές σημείωσαν καθημερινά αποτυχίες στη διάρκεια ενός ολόκληρου αιώνα, και η σοσιαλδημοκρατία τις έθαψε τόσο βαθειά, που χάθηκε ολότελ» η μνήμη τους. Ύστερα απ’ όλα αυτά έρχονται σήμερα να τις αναστήσουν και να μας τις παρουσιάσουν για ιδέες ολωσδιόλου καινούργιες, ικανές να μας οδηγήσουν στην πραγματοποίηση των σκοπών της σοσιαλδημοκρα­τίας. Ώστε λοιπόν βάση της διδασκαλίας των οπορτου-νιστών δεν είναι, όπως πολλοί φαντάζονται, η θεωρία της εξέλιξης, αλλά η θεωρία των περιοδικών επαναλήψεων της ιστορίας που η κάθε νέα τους έκδοση είναι πιο ανιαρή και πιο αηδιαστική από την προηγούμενη.

Η γερμανική σοσιαλδημοκρατία εδώ και 15 χρόνια πραγματοποίησε, χωρίς αμφιβολία, μια εξαιρετικά σπουδαία αναθεώρηση της σοσιαλιστικής τακτικής και γι αυτό προσέφερε μια μεγάλη υπηρεσία στο διεθνές προλεταριάτο. Η αναθεώρηση αυτή συνίσταται στην καταστροφή της παλιας πίστης στη βίαιη επανάσταση ως τη μοναδική μέθοδο της ταξικής πάλης, ως το μέσο που θα μπορούσε να εφαρμοστεί ανά πασά στιγμή, για να εγκαθιδρυθεί το σοσιαλιστικό καθεστώς. Σήμερα η επικρατούσα αντίληψη, διατυπωμένη ξανά από τον Καουτσκυ στο συνέδριο του Παρισιού, δέχεται ότι η κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη θα πραγματοποιηθεί ύστερα από μία πολύ ή λίγο μακρόχρονη περίοδο κανονικής και καθημερινής κοινωνικής πάλης, στην οποία η προσπάθεια για τον προοδευτικό εκδημοκρατισμό του κράτους και του κοινο­βουλευτισμού, είναι ένα μέσο εξαιρετικά αποτελεσματικό, για την ιδεολογική και, ως ένα μέρος, για την υλική εξύψωση της εργατικής τάξης.

Αυτά η γερμανική σοσιαλδημοκρατία τα απέδειξε στην πραξη. Ωστόσο αυτά καθόλου δε σημαίνουν ότι η βία παραμερίστηκε μια για πάντα, ούτε ότι οι βίαιες επαναστά­σεις αποκηρύχθηκαν ως μέσο πάλης του προλεταριάτου και ότι ο κοινοβουλευτισμός ανακηρύχθηκε μοναδική μέθοδος πάλης των τάξεων. Ίσα-ίσα το αντίθετο, η βία είναι και μένει το ύστατο μέσο της εργατικής τάξης, ο υπέρτατος νόμος της πάλης των τάξεων, άλλοτε λανθάνων, άλλοτε εμφανής. Αν με την κοινοβουλευτική μας δράση και με όλη μας την εργασία «επαναστατούμε» τα μυαλά, αυτό το κάνουμε για να κατέβει όταν χρειαστεί η επανάσταση από τα κεφάλια στις γροθιές.

Δεν είναι η αγάπη προς τη βία ή ο επαναστατικός ρομαντισμός, αλλά σκληρή ιστορική ανάγκη, εκείνο που υποχρεώνει τα σοσιαλιστικά κόμματα να προετοιμάζονται για βίαιες συγκρούσεις αργά ή γρήγορα με την αστική κοινωνία, στην περίπτωση που οι προσπάθειες μας σκοντά­ψουν σε ζωτικά συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων. Το να θεωρούμε τον κοινοβουλευτισμό ως αποκλειστικό μέσο πολιτικής πάλης της εργατικής τάξης, δεν είναι λιγότερο φαντασιοκοπικό και, κατά βάθος, λιγότερο αντιδραστικό, από το να δεχόμαστε τη γενική απεργία ή τα οδοφράγματα, ως αποκλειστικά μέσα πάλης.

Η βίαιη επανάσταση, στις σημερινές περιστάσεις, είναι δίχως άλλο δίκοπο μαχαίρι και δυσκολομεταχείριστο. Πιστεύω ότι το προλεταριάτο δε θα καταφύγει σ’ αυτό το μέσο παρά μόνον όταν αυτό θα είναι η μόνη διέξοδος που θα του απομένει, με την απαραίτητη πάντα προϋπόθεση ότι η πολιτική κατάσταση και ο συσχετισμός των δυνάμεων εξασφαλίζουν λιγότερο ή περισσότερο την πιθανότητα της επιτυχίας. Μα η σαφέστατη κατανόηση της ανάγκης να χρησιμοποιηθεί η βία τόσο στα διάφορα επεισόδια της πάλης των τάξεων, όσο και για την τελική κατάκτηση της εξουσίας, είναι εκ των προτέρων απαραίτητη, γιατί ίσα-ίσα η κατανόηση αυτή είναι που δίνει ορμή και αποφασιστικότητα στην ειρηνική και νόμιμη δράση μας.

Αν η σοσιαλδημοκρατία παρασυρόταν από τους οπορτουνιστές και αποφάσιζε να παραιτηθεί εκ των προτέρων και δια παντός από τη χρησιμοποίηση της βίας, αν αποφάσιζε να υποχρεώσει τις εργατικές μάζες να σεβαστούν την αστική νομιμότητα, τότε όλοι οι πολιτικοί της αγώνες, κοινοβουλευτικοί και άλλοι, θα χρεοκοπούσαν αξιοθρήνητα, αργά ή γρήγορα, για να δώσουν τη θέση τους στην αχαλίνωτη κυριαρχία της αντιδραστικής βίας.


[1] Ύστερα από τη γενική απεργία των βέλγων εργατών του 1902 που απάνθρωπα χτυπήθηκε από τις στρατιωτικές δυνάμεις της καθολι­κής κυβέρνησης και στην αποκορύφωση της λύθηκε από το οπορτουνιστικό Γενικό Συμβούλιο του Βελγικού Εργατικού Κόμματος (Βάντερβελντε), στη Διεθνή ξέσπασε μια μεγάλη ιδεολογική διαμάχη γύρω από την τακτική της σοσιαλδημοκρατίας.