RSS

Category Archives: Villa Amalias

Villa Amalias: το "χτίσιμο"

Συρματοπλέγματα, τούβλα και αστυνομική συνεοδεία επιστρατεύτηκαν για να σφραγιστεί επίσημα, από το δήμο Αθηναίων, η βίλα Αμαλίας, για την οποία ο δήμαρχος Γιώργος Καμίνης είχε δεσμευτεί, στις αρχές του χρόνου, ότι θα γινόταν σχολείο.

Τη μετατροπή του κτιρίου σε “φρούριο” καταγγέλουν μέλη του αντιεξουσιαστικού χώρου μέσω του indymedia.

Σε κείμενο με τίτλο “Η αξιοποίηση της Βίλας Αμαλίας”, οι αντιεξουσιαστές αναφέρουν:
Η κυβέρνηση και ο δήμαρχος άρχισαν κιόλας να αξιοποιούν τη Βίλα Αμαλίας! Με κλούβα στο δρόμο και πάνοπλους αστυνομικούς στο πεζοδρόμιο, τούβλα στα παράθυρα, σιδεριές στις πόρτες και συρματοπλέγματα στους τοίχους, τη μετατρέπουν σε ιδιότυπο πολιτιστικό κέντρο, σφραγισμένο κι απροσπέλαστο!”

Δείτε τις φωτογραφίες:




Advertisements
 
1 Comment

Posted by on February 7, 2013 in Villa Amalias

 

Η ρουφιανιά δεν είναι δημοσιογραφία. Να διαγραφεί άμεσα από τα αρχεία της ΕΣΗΕΑ ο Δ. Καμπουράκης


Α.Π. ΡΟΣΙΝΑΝΤΕ – ΚΛΑΔΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΜΜΕ

Το πρωί της Τετάρτης 9 Ιανουαρίου, μια ομάδα περίπου 100 ανθρώπων ανακατέλαβε συμβολικά το κτίριο της Villa Amalia, κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη της αστυνομίας.

Από δεοντολογικής απόψεως, η πράξη αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί σχεδόν δημοσιογραφική. Πληροί δηλαδή όλες τις δεοντολογικές απαιτήσεις της άσκησης και της λειτουργίας του δημοσιογραφικού επαγγέλματος: ο δημοσιογράφος οφείλει να μη συνεργάζεται με τις αρχές αλλά να τις ελέγχει, να αποκαλύπτει, να δημοσιοποιεί και να γελοιοποιεί τον αυταρχισμό όπου αυτός εμφανίζεται, να υπερασπίζεται τα δικαιώματα των πιο αδύναμων και να ξεπερνά γραφειοκρατικά και τυπολατρικά προσκόμματα, προκειμένου να καταστήσει δημόσια την ουσία κάθε υπόθεσης.

Αυτό ακριβώς έκαναν οι πολίτες που ανακατέλαβαν συμβολικά το κτίριο της Villa Amalia. Ως εκ τούτου, εμείς, εργαζόμενοι στα ΜΜΕ, δεν τους εκφράζουμε απλά την αλληλεγγύη μας, αλλά δηλώνουμε ότι η πράξη τους αποτελεί για μας ένα μάθημα αξιοπρέπειας, ανεξαρτησίας, θάρρους και νοοτροπίας.


Προφανώς, η δεοντολογία αυτή δεν είναι ιδιαίτερα οικεία στον παρουσιαστή του Mega Δημήτρη Καμπουράκη, ο οποίος έσπευσε να αποκαλέσει από μικροφώνου τους πολίτες αυτούς «κάτι μαλακισμένα (που) ξαναμπήκαν στη Villa». Προφανώς, στο μυαλό του Καμπουράκη, όποιος χώνεται στα ρουθούνια της εξουσίας είναι «μαλακισμένο», ενώ αντίθετα η δουλειά του δημοσιογράφου είναι να στηρίζει τους κρατούντες, να υπερασπίζεται τα συμφέροντα του εργοδότη του και να καταχερίζει όποιους αντιστέκονται.

Η αισθητική του Καμπουράκη είναι ανάλογη της σχέσης του με τη δημοσιογραφική δεοντολογία: μηδαμινή. Η παρουσία του –του ίδιου και αρκετών ομοίων του- είναι αυτή που έχει καταβαραθρώσει τη φήμη του επαγγέλματός μας, οδηγώντας μεγάλα τμήματα της κοινωνίας να το ταυτίζουν με αυτό του καλοπληρωμένου ρουφιάνου που ψεύδεται κατά συρροή προκειμένου να εξυπηρετήσει συμφέροντα.

Το σωματείο μας, η ΕΣΗΕΑ, παρά τα μύρια όσα προβλήματά της, έχει τρόπο αυτοπροστασίας από τέτοια φαινόμενα: είναι ο κώδικας δεοντολογίας της.

Ο Δ. Καμπουράκης δεν είναι δημοσιογράφος και το επάγγελμα που ασκεί δεν είναι η δημοσιογραφία, αλλά κάτι άλλο.

Καλούμε το Πειθαρχικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ να πράξει τα δέοντα και να υπερασπιστεί την τιμή του δημοσιογραφικού κόσμου, ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΑΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΣΗΕΑ ΤΟΝ Δ. ΚΑΜΠΟΥΡΑΚΗ

Εάν αυτή η διαδικασία δεν κινηθεί αυτεπάγγελτα, εμείς δεσμευόμαστε ότι θα κάνουμε ό,τι είναι απαραίτητο για να κατατεθεί σχετική ΟΜΑΔΙΚΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗ στο Πειθαρχικό Συμβούλιο.

Η ρουφιανιά δεν είναι δημοσιογραφία. Να σώσουμε την τιμή του κλάδου μας.

rocinante.gr

 

ΑΝΤΑΡΣΥΑ και Πραγματική Δημοκρατία

Η ανακοίνωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ
Η δημοκρατία «μας» και τα κροκοδείλια δάκρυα
 
Σε μια άνευ προηγουμένου διαδικασία κατεπείγοντος, περνάνε σήμερα από τη Βουλή οι 7 (επτά!) Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου τις οποίες εξέδωσε η κυβέρνηση από το Νοέμβρη και μετά. Με αυτές ρυθμίζονται στα γρήγορα οι “εκκρεμότητες”: απολύονται με συνοπτικές διαδικασίες που βαφτίστηκαν “διαθεσιμότητα” χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι, τοποθετούνται επίτροποι στα Υπουργεία και τους Δήμους, θεσμοθετούνται οι αυτόματες απολύσεις και οι αυτόματες αυξήσεις φόρων για κάθε μήνα που δεν “πιάνουμε τους στόχους του προϋπολογισμού”, καταργείται το άρθρο 16 του Συντάγματος με τη νομιμοποίηση των ιδιωτικών κολλεγίων, ξεπουλιέται σε κομμάτια ο ΟΣΕ, το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και μερικά ακόμη φιλέτα, γίνονται χαριστικές ρυθμίσεις για κολλητούς (βλέπε: καναλάρχες και λοιπούς συγγενείς) –λεπτομέρειες δηλαδή!
Κι αυτά είναι μερικά μόνο από τα “έκτακτα” μέτρα που η κυβέρνηση ρύθμισε τους τελευταίους μήνες με κατεπείγουσες πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, χωρίς να χρειαστεί να καταπιαστεί με “περιττές λεπτομέρειες”, όπως η εισαγωγή τέτοιων ζητημάτων στη Βουλή! Δεν θα μπορούσε να κάνει κι αλλιώς, μια κυβέρνηση η οποία λίγους μόλις μήνες μετά το σχηματισμό της, στηρίζει την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία σε διαγραμμένους βουλευτές ή υποψήφιους υπόδικους, και κυβερνά μόνο με τη δύναμη του φόβου και της καταστολής, τη στήριξη των καναλαρχών και την ατζέντα της Χρυσής Αυγής.

Ας πάψει λοιπόν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Σ. Κεδίκογλου να χύνει κροκοδείλια δάκρυα για τη δημοκρατία “μας” που απειλείται. Γιατί ακόμη και αυτήν την δημοκρατία “τους”, όπως την έχουν ορίσει στους δικούς τους νόμους και κανονισμούς, κομμένους και ραμμένους στα μέτρα τους, είναι η ίδια η κυβέρνησή τους που την ποδοπατά όταν δεν είναι σίγουρη για τα κουκιά.

Όχι, κύριε Κεδίκογλου και οι συν αυτώ, δεν αγωνιζόμαστε για την (δ)ένδεια δημοκρατία σας ούτε θα κλάψουμε μαζί σας. Αγωνιζόμαστε για την πραγματική δημοκρατία και τα δημοκρατικά δικαιώματα όλων μας, αυτά που κατακτήθηκαν με αίμα ενάντια στους δικούς σας πολιτικούς προγόνους. Αυτά ακριβώς που στοιχειώνουν τους εφιάλτες σας, αυτά που προσπαθείτε να εξαφανίσετε με προβοκάτσιες, σφαίρες, εμπρηστικές ενέργειες και υποκριτικές οιμωγές.  Αυτά που κινδυνεύουν από τη δική σας “σιδηρά δημοκρατία”, την κοινοβουλευτική χούντα που έχετε εγκαθιδρύσει. Αυτά που αναπνέουν στους κοινωνικούς αγώνες, στις λαϊκές συνελεύσεις, στις πλατείες, στην αμεσοδημοκρατία των εργαζομένων, στη δύναμη των από κάτω.

Έχετε δίκιο που τα φοβάστε. Γιατί αυτά τα δικαιώματα, αυτοί οι αγώνες, αυτός ο εργαζόμενος λαός που τώρα προσπαθείτε να τρομοκρατήσετε, είναι αυτός που θα γράψει τον επίλογο και θα σας νικήσει!
—————————————–
Σε αντίθεση με την καθεστωτική αριστερά (στην οποία αναφερθήκαμε τις προηγούμενες ημέρες), η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έδειξε από την πρώτη στιγμή αλληλέγγυα στην εισβολή αστυνομικών δυνάμεων στη Villa Amalias και στη σύλληψη των υπαίτιων για τη δημιουργία μιας ακόμη εστίας “ανομίας” στο κέντρο της Αθήνας. Αυτό μάλιστα, εκτός από τα γρήγορα αντανακλαστικά που επέδειξε με την έκδοση σχετικής ανακοίνωσης, το φανέρωσε και στην πράξη με την παρουσία της στις διαδηλώσεις αλληλεγγύης στους συλληφθέντες. Καλά μέχρι εδώ! Είναι η στιγμή όμως που αρχίζουν τα περίεργα…
Μπορεί μεν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να έσωσε τα προσχήματα με την ανακοίνωση στην οποία παραπέμπουμε στην προηγούμενη παράγραφο, είναι όμως γεγονός ότι δεν υπάρχει η παραμικρή υπόνοια κομμουνιστικής κριτικής στα αντικειμενικά πολιτικά αδιέξοδα του αντιεξουσιαστικού-αναρχικού χώρου ή στα όρια τέτοιων εγχειρημάτων (εστίες αυτοδιαχείρισης και νησίδες “ελευθερίας” σε καπιταλιστικό περιβάλλον). Ίσως η απουσία της έγκειται στα πλαίσια της απόφασης της ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στις 7/12/2012, όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται: 
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δίνει ήδη και θα δώσει πιο συστηματικά αυτήν την μάχη για την πολιτική κατεύθυνση του κινήματος και της αριστεράς, χωρίς καμία περιχαράκωση, με τρόπο ενωτικό και με κριτήριο το συνολικό δυνάμωμα του κινήματος για την ανατροπή της επίθεσης.” 
Και πάλι όμως, θα μπορούσε κάλλιστα να ισχυριστεί κάποιος πως η απουσία της προαναφερθείσας κριτικής μπροστά στις ναζιστικές εμπνεύσεις Δένδια και στην εκκωφαντική σιωπή (αν όχι καταδίκη) από τη μεριά της καθεστωτικής αριστεράς, είναι ήσσονος σημασίας. Δεκτό!

Στην σημερινή ανακοίνωση ωστόσο, δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα…Να θυμίσουμε ότι ο όρος “Πραγματική Δημοκρατία” έχει τις ρίζες του στις ισπανικές πλατείες, στην Πουέρτα δελ Σολ. Το κίνημα των Ισπανών Αγανακτισμένων ήταν ο προπομπός της εμφάνισης του “κινήματος των πλατειών” στη χώρα μας, με τη διαφοροποίηση ότι στην αντίστοιχη ψηφοφορία που είχε πραγματοποιηθεί η πρόταση για “Πραγματική Δημοκρατία” απερρίφθη, για να υπερισχύσει (η σαφώς πιο προωθημένη) πρόταση για “Άμεση Δημοκρατία“. 


Να θυμίσουμε επίσης, τη ρητή άρνηση του κινήματος των πλατειών να συνδεθεί με το εργατικό κίνημα ή την απαίτηση στην πλατεία να μην υπάρχουν κομματικές σημαίες ή έντυπα, κάτι που οδήγησε συλλογικότητες της αριστεράς να “αφήνουν τις κομματικές ταυτότητες στα γραφεία” για να γίνουν μέρος του…κινήματος (ΚΟΕ). Κι όλα αυτά, τη στιγμή που στην ίδια πλατεία βολεύονταν μια χαρά και οι φασίστες έστω κι αν υπήρχε χωροταξικός διαχωρισμός (πάνω και κάτω πλατεία).
Θα μπορούσε η αστοχία στην συγκεκριμένη ανακοίνωση να  αποδοθεί σε αβλεψία. Δεν είναι η πρώτη φορά όμως που ο συγκεκριμένος όρος εμφανίζεται σε ανακοίνωση του αντικαπιταλιστικού χώρου. Η “Πραγματική Δημοκρατία” (*) έχει κάνει την εμφάνισή της σε ανακοίνωση του Συντονισμού Πρωτοβάθμιων Σωματείων ενόψει της γενικής απεργίας στις 18/10/2012. Επομένως, μάλλον δεν πρόκειται για αβλεψία…


Προκύπτει αβίαστα το ερώτημα: 
Ο δρόμος για “την αποφυγή της μνημονιακής καταστροφής και την επιβίωση του λαού, που ταυτόχρονα ανιχνεύει μια σύγχρονη επαναστατική γραμμή για την ανατροπή του καπιταλισμού, το σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό της εποχής μας” περνάει μέσα από την “Πραγματική Δημοκρατία”; Ή αλλιώς: Όλες οι γραμμές στο μπλέντερ για να βγει ο αντικαπιταλιστικός κιμάς;




* Μετά από σχετική ανάρτηση του Εργάτη, βλέπουμε πως η “Πραγματική Δημοκρατία” έχει επίσης εμφανιστεί στο κείμενο – κάλεσμα συνδικαλιστών για τη ΔΕΘ 2012



kokkinostupos

 

Βία και Νομιμότητα (και ένα σχόλιο)

Αφορμή για αυτή την ανάρτηση είναι οι εξελίξεις των ημερών και συγκεκριμένα η στάση της καθεστωτικής αριστεράς (η οποία έλαμψε δια της απουσίας της στις χθεσινές μαζικές  διαδηλώσεις αλληλεγγύης στους συλληφθέντες) απέναντι στα γεγονότα αναφορικά με τη Villa Amalias, επιβεβαιώνοντας την υποταγή της στην αστική νομιμότητα.

Ο μεν ΣΥΡΙΖΑ, μέσα (και) από τη συνέντευξη Τσίπρα, συνέχισε τη σταθερή πορεία προς το δρόμο της αστικής διαχείρισης ξεκαθαρίζοντας πως είναι κόμμα νοικοκυραίων. Την ίδια μέρα όμως, είχαμε και την αντιπαράθεση στη βουλή ανάμεσα στον Βορίδη και στον κύριο “θα τους ταράξουμε στη νομιμότητα” Παπαδημούλη. Απέναντι στο περίσσειο θράσος του πρώην ηγέτη της ΕΠΕΝ λοιπόν, ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ ενώ σωστά θύμισε το ένδοξο παρελθόν του τσεκουροφόρου, δεν παρέλειψε να συμπληρώσει πως “η μεγάλη δημοκρατική παράταξη της Αριστεράς έχει ξεκαθαρίσει ότι αγωνίζεται με ειρηνικούς δημοκρατικούς αγώνες“, τονίζοντας πως το κόμμα του δεν υπερασπίζεται πρακτικές βίας και ανομίας. Αυτά για τον ΣΥΡΙΖΑ των διαπιστευτηρίων στο κεφάλαιο ώστε να τον επιλέξει για διαχειριστή της αστικής εξουσίας (αν και “για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή” ακόμα), όταν πριν 4 χρόνια ήταν αγκαζέ με τους “κουκουλοφόρους” του Δεκέμβρη.

Το ΚΚΕ, όντας η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, (σταθερό αν μη τι άλλο) επιβεβαίωσε κι αυτό την πάγια υποταγή του στην αστική νομιμότητα, είτε με σχόλια του γραφείου τύπου ή μέσα από αρθρογραφία στο Ριζοσπάστη για την αναγκαιότητα ο λαός να διεκδικήσει κάθε δημόσιο κτίριο, στο όνομα των ούτως ή άλλως υπαρκτών πολιτικών αδιεξόδων του αντιεξουσιαστικού-αναρχικού κινήματος. 

Απέναντι στις ανεπάρκειες της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας και της ηττημένης αριστεράς, εκείνο που ήρθε ξανά στο προσκήνιο (χωρίς να έχει φύγει ποτέ) είναι η αναγκαιότητα αυτοτελούς πολιτικής και οργανωτικής συγκρότησης της επαναστατικής κομμουνιστικής αριστεράς, ώστε να μπει φραγμός στην παντοδυναμία της αστικής πολιτικής και στην πολυμέτωπη επίθεση που έχει εξαπολύσει, ώστε να γεννηθεί η απελευθερωτική προοπτική σαν αίτημα του εργατικού κινήματος.
kokkinostupos 
Η συνέχεια στη
Πρωτοδημοσιεύτηκε: Die Neue Zeit, 14 Μαΐου 1902.
Πρώτη φορά στα ελληνικά: Περιοδικό Νέοι Στόχοι Νο. 1 στη διάρκεια της επταετίας
Επαναδημοσίευση: Περιοδικό Σπάρτακος, Νο. 66, Σεπτέμβρης 2002
HTML Markup: Αντώνης Μεγρέμης για το Ελληνικό Αρχείο Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μάϊος 2003


Παρά πολλά ειπώθηκαν, τον τελευταίο καιρό, για την οριστική πια αδυναμία μας να χρησιμοποιήσουμε «επα­ναστατικά μέσα παλιού τύπου». Μα ποτέ δε μας είπαν τι εννοούν μ’ αυτά τα μέσα, ούτε και με τι θα αντικαταστήσουν. 

Έτσι, με την ευκαιρία της βελγικής μας ήττας[1], φέρνουν σε αντίθεση προς τα «επαναστατικά μέσα» – και πρώτα απ’ όλα, προς τη βίαιη επανάσταση, προς τις μάχες των δρόμων -την καθημερινή οργάνωση και μόρφωση των μαζών. Αλλά είναι παράλογο να θέτουμε έτσι το’ ζήτημα, για τον απλούστατο λόγο ότι η οργάνωση και η μόρφωση από μόνες τους δεν είναι ακόμη αγώνας, παρά είναι απλά προπαρα­σκευαστικά μέσα για τον αγώνα, και σαν τέτοια, είναι απαραίτητα τόσο στην επανάσταση, όσο και σε κάθε άλλη μορφή του εργατικού αγώνα. Η οργάνωση και η μόρφωση, αυτές καθεαυτές, δεν κάνουν περιττή την πολιτική πάλη, παρόμοια όπως η δημιουργία συνδικάτων και η είσπραξη των συνδρομών των μελών δεν κάνουν περιττούς τους αγώνες για το μεροκάματο ή τις απεργίες … 

… Στην απόφαση που πήραν μερικοί ν’ αντικαταστήσουν μόνο με την κοινοβουλευτική δράση κάθε χρησιμοποίηση βίας στην προλεταριακή πάλη, το πιο παράξενο είναι η ιδέα ότι τάχα η επανάσταση μπορεί να γίνει αυθαίρετα. Ξεκι­νώντας από την αντίληψη αυτή, πιστεύουν ότι μπορούμε να κηρύξουμε ή να μην κηρύξουμε τις επαναστάσεις, να τις ετοιμάσουμε ή να τις αναβάλουμε, φθάνει μόνο να τις θεωρούμε ωφέλιμες ή περιττές ή βλαβερές, ότι αν θα γίνουν ή δε θα γίνουν επαναστάσεις στις καπιταλιστικές χώρες, εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από την πεποίθηση που θα επικρατεί στη σοσιαλδημοκρατία. Όσο περισσότερο η νομιμόφρονη θεωρία του σοσιαλισμού υποτιμάει τη δύναμη του εργατικού κόμματος σε άλλα ζητήματα, άλλο τόσο την υπερτιμάει σε τούτο το σημείο.

Η ιστορία όλων των επαναστάσεων που έγιναν στα περασμένα μας δείχνει ότι τα μεγάλα λαϊκά κινήματα δεν είναι καθόλου ένα αυθαίρετο και ενσυνείδητο δημιούργημα των λεγόμενων «αρχηγών» ή των «κομμάτων», καθώς φαντάζονται οι αστυνομικοί και οι επίσημοι αστοί ιστο­ριογράφοι, αλλά είναι αυθόρμητα κοινωνικά φαινόμενα, γεννημένα από μια δύναμη φυσική που πηγάζουν από τον ταξικό χαρακτήρα της σύγχρονης κοινωνίας. Η ανάπτυξη της σοσιαλδημοκρατίας σε τίποτε δεν άλλαξε τα πράγματα, και ο δικός της ρόλος δεν είναι να χαράζει νόμους στην ιστορική εξέλιξη της πάλης των τάξεων, αλλά ανίθετα να μπαίνει στην υπηρεσία αυτών των νόμων, χρησιμοποιώντας τους για τους σοσιαλιστικούς σκοπούς. Αν η σοσιαλδημοκρατία αντιστε­κόταν στις επαναστάσεις, που παρουσιάζονται σαν ιστορική ανάγκη, το μόνο αποτέλεσμα θα ήταν να μετατραπεί από εμπροσθοφυλακή σε οπισθοφυλακή, εμπόδιο ανίσχυρο στην πάλη των τάξεων. Μα η πάλη των τάξεων στο τέλος θα θριάμβευε είτε έτσι είτε αλλιώς, χωρίς τη σοσιαλδημοκρατία και, αν χρειαζόταν, ενάντια της. 

Φτάνει να καταλάβουμε τα απλά αυτά πράγματα για να δούμε ότι το ζήτημα: επανάσταση ή νόμιμο πέρασμα στο σοσιαλισμό είναι καθαρά και κατά κύριο λόγο ζήτημα όχι σοσιαλδημοκρατικής τακτικής, αλλά ιστορικής εξέλιξης. Μ’ άλλα λόγια, βγάζοντας την επανάσταση έξω απ’ την ταξική πάλη του προλεταριάτου, οι οπορτουνιστές μας ισχυρίζονται, ούτε λίγο, ούτε πολύ, ότι η βία έπαψε να είναι ένας συντελεστής της νεώτερης ιστορίας. 

Αυτό είναι το θεωρητικό βάθος του ζητήματος. Φτάνει να διατυπώσουμε μόνο την ιδέα αυτή, για να γίνει ολοφάνερος ο παραλογισμός της. Η βία, από τότε που εμφανίστηκε η «αστική νομιμότητα», ο κοινοβουλευτισμός, όχι μονάχα δεν έπαψε να παίζει έναν ιστορικό ρόλο, αλλά είναι και σήμερα επίσης, όπως και σε όλες τις προηγούμενες εποχές, η βάση της κυρίαρχης πολιτικής τάξης. Το καπιταλιστικό κράτος στο σύνολο του βασίζεται στη βία. Η στρατιωτική του οργάνωση είναι αυτή καθεαυτή μια χειροπιαστή απόδειξη. Ο οπορτουνιστικός δογματισμός πρέπει πραγματικά να έχει θαυματουργά χαρίσματα για να μην το βλέπει αυτό. 

Μα είναι οι ίδιες ακόμη οι εκδηλώσεις της «νομιμότη­τας» που δίνουν αρκετές αποδείξεις γι’αυτό. Ή καλύτερα: τι άλλο παρά βία είναι στην ουσία της η αστική νομιμότητα; 

Όταν έναν «ελεύθερο πολίτη», παρά τη θέληση του, με τον εξαναγκασμό, τον κλείνει ένας άλλος πολίτης σ’ ένα μέρος στενό και ακατοίκητο, κι όταν τον κρατάν εκεί πέρα κάμποσο καιρό – όλοι καταλαβαίνουν ότι αυτό είναι μια πράξη βίας. Μα από τη στιγμή που η ενέργεια αυτή θα γίνει δυνάμει ενός ενιαίου βιβλίου, που λέγεται Ποινικός Νόμος, και το μέρος αυτό ονομαστεί «Πρωσσική Βασιλική Φυλα­κή», μετατρέπεται αμέσως σε πράξη ειρηνικής νομιμότητας. Αν ένας άνθρωπος εξαναγκαστεί από ένα άλλο, παρά τη θέληση του, να σκοτώνει συστηματικά τους συνανθρώπους του, αυτό είναι πράξη βίας. Μα από τη στιγμή που αυτό θα ονομαστεί «στρατιωτική υπηρεσία», ο καλός πολίτης φαντάζεται ότι αναπνέει τον αέρα της ειρήνης και της νομιμότητας. Αν ένα πρόσωπο παρά τη θέληση του το στερήσουν άλλοι από ένα μέρος της ιδιοκτησίας του και του εισοδήματος του, κανένας δε θα διστάσει να πει ότι αυτό είναι μια πράξη βίας. Μα από τη στιγμή που αυτή η ληστεία θα ονομαστεί «είσπραξη άμεσων φόρων», πρόκειται μονάχα για εφαρμογή του νόμου. 

Κοντολογής, ό,τι παρουσιάζεται στα μάτια μας για αστική νομιμότητα δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η βία της κυρίαρχης τάξης ανυψωμένη εκ των προτέρων σ’ επιτακτικό κανόνα. Από τη στιγμή που οι διάφορες πράξεις βίας καθορίστηκαν σαν υποχρεωτικός κανόνας, το πράγμα αντικαθρεπτίζεται από την ανάποδη στο κεφάλι των αστών νομομαθών, καθώς και στο κεφάλι των οπορτουνιστων σοσιαλιστών: η «έννομος» τάξη παρουσιάζεται σαν ένα ανεξάρτητο δημιούργημα της «δικαιοσύνης» και η βία του κράτους σα μια απλή της συνεπεία, σα μια «κύρωση» των νόμων. Στην πραγματικότητα η αστική νομιμότητα (και ο κοινοβουλευτισμός σα νομιμότητα εν τω γίγνεσθαι) είναι ίσα-ίσα μια ορισμένη μορφή, που παίρνει η πολιτική βία της αστικής τάξης, της βίας που πάλι φυτρώνει πάνω στο οικονομικό έδαφος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. 

Έτσι λοιπόν βλέπουμε πως όλη η θεωρία του νομι-μόφρονος σοσιαλισμού είναι καθαρή φαντασιοκοπία. Ενώ οι άρχουσες τάξεις στηρίζονται σε κάθε τους ενέργεια στη βία, μόνο το προλεταριάτο θα έπρεπε να αρνηθεί από την αρχή και για πάντα τη χρησιμοποίηση της βίας στην πάλη του εναντίον αυτών των τάξεων. Ποιο λοιπόν τρομερό σπαθί θα χρησιμοποιήσει για να ανατρέψει τη βία που κυβερνάει; Την ίδια εκείνη νομιμότητα που δίνει στη βία της αστικής τάξης τη σφραγίδα του επιτακτικού και παντοδύναμου κοινωνικού κανόνα. 

Το πεδίο της αστικής νομιμότητας, του κοινοβουλευ­τισμού είναι όχι μόνον πεδίο κυριαρχίας της καπιταλιστι­κής τάξης, μα και πεδίο μάχης που διασταυρώνονται οι ανταγωνισμοί μεταξύ προλεταριάτου και αστών. Μα όπως η «έννομος τάξις» δεν είναι για την αστική τάξη τίποτε άλλο παρά η έκφραση της δικής της βίας, έτσι και η κοινοβου­λευτική πάλη για το προλεταριάτο δεν είναι τίποτε άλλο παρά η τάση του να ανεβάσει στην εξουσία τη δική του βία. Αν πίσω από τη νόμιμη και κοινοβουλευτική μας δράση δεν υπάρχει η βία της εργατικής τάξης, έτοιμη να μπει σ’ ενέργεια μόλις χρειαστεί, η κοινοβουλευτική δράση της σοσιαλδημοκρατίας καταντάει παιχνίδι τόσο έξυπνο, όσο και το κουβαλημα νερού με το κόσκινο. Οι ερασιτέχνες του ρεαλισμού που δεν κουράζονται να φωνάζουν για τις «θετικές επιτυχίες» της κοινοβουλευτικής δράσης της σοσιαλδημοκρατίας, για να τις χρησιμοποιήσουν ως όπλα κατά της αναγκαιότητας και σκοπιμότητας της βίας στον εργατικό αγώνα, δε βλέπουν καθόλου ότι οι επιτυχίες αυτές και οι πιο ασήμαντες, δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της αόρατης και λανθάνουσας δράσης της βίας. 

Το ότι η βία πάντα βρίσκεται στη βάση της αστικής νομιμότητας, το βλέπουμε στις περιπέτειες της ίδιας της ιστορίας του κοινοβουλευτισμού. Η πρακτική πείρα απο­δεικνύει ολοφάνερα πως: όταν οι κυρίαρχες τάξεις πεισθούν ότι οι βουλευτές μας δεν υποστηρίζονται από πλατιές λαϊκές μάζες, έτοιμες να δράσουν όταν χρειαστεί, ότι οι επαναστα­τικές κεφαλές και επαναστατικές γλώσσες δεν είναι ικανές ή δε θεωρούν καλό να βάλουν σε κίνηση, μόλις χρειαστεί, τις επαναστατικές γροθιές – τότε και ο ίδιος ο κοινοβουλευ­τισμός και όλη η περίφημη νομιμότητα θα εξαφανισθούν, αργά ή γρήγορα, ως βάση του πολιτικού αγώνα. 

Ύστερα, η νομιμότητα αποδεικνύεται ότι είναι προϊόν του συσχετισμού των δυνάμεων των διαφόρων τάξεων που συγκρούονται, και ότι πάντα ταλαντεύεται. Η Βαυαρία, η Σαξωνία, το Βέλγιο και η Γερμανία μας δίνουν αρκετά πρόσφατα παραδείγματα που αποδεικνύουν ότι οι κοινο­βουλευτικές συνθήκες της πολιτικής πάλης παραχωρούνται ή αφαιρούνται από την κυρίαρχη τάξη, διατηρούνται ή αίρονται, ανάλογα με το βαθμό που οι θεσμοί αυτοί διασφαλίζουν τα ταξικά της συμφέροντα, ανάλογα με την επίδραση που ασκεί η υπόκωφη βία των λαϊκών μαζών, επιθετική ή αμυντική. Και πραγματικά, όπως σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις δεν είναι δυνατό να αποφύγουμε τη βία σα μέσο άμυνας των κοινοβουλευτικών δικαιωμάτων, έτσι επίσης σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις, η βία είναι μέσο επίθεσης αναντικατάστατο, εκεί οπού ακόμη πρόκειται ακόμη να κατακτήσουμε το νόμιμο πεδίο της πάλης των τάξεων … 

… Οι οπορτουνιστές μας δηλώνουν πως ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με τη δημοκρατία του αστικού κράτους. Δε βλέπουν ότι λέγοντας αυτό, απλώς επαναλαμβάνουν, με άλλα λόγια, τις παλιές θεωρίες που δίδασκαν ότι η αστική νομιμότητα και η αστική δημοκρατία είναι προορισμένες να πραγματοποιήσουν τη γενική ελευ­θερία, ισότητα και ευτυχία – όχι τις θεωρίες της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης, που τα συνθήματα της στάθηκαν μια αφελής πίστη, πριν από τη μεγάλη τους ιστορική δοκιμασία, αλλά τις θεωρίες των λογίων και φλύαρων δικηγόρων του 1848, των Οντιλόν Μπαρό, των Λαμαρτί-νων, των Γκαρνιέ Παζές, που ορκίζονταν να πραγματοποι­ήσουν όλες της επαγγελίες της Μεγάλης Επανάστασης με κοινοβουλευτικές φλυαρίες. Οι θεωρίες αυτές σημείωσαν καθημερινά αποτυχίες στη διάρκεια ενός ολόκληρου αιώνα, και η σοσιαλδημοκρατία τις έθαψε τόσο βαθειά, που χάθηκε ολότελ» η μνήμη τους. Ύστερα απ’ όλα αυτά έρχονται σήμερα να τις αναστήσουν και να μας τις παρουσιάσουν για ιδέες ολωσδιόλου καινούργιες, ικανές να μας οδηγήσουν στην πραγματοποίηση των σκοπών της σοσιαλδημοκρα­τίας. Ώστε λοιπόν βάση της διδασκαλίας των οπορτου-νιστών δεν είναι, όπως πολλοί φαντάζονται, η θεωρία της εξέλιξης, αλλά η θεωρία των περιοδικών επαναλήψεων της ιστορίας που η κάθε νέα τους έκδοση είναι πιο ανιαρή και πιο αηδιαστική από την προηγούμενη. 

Η γερμανική σοσιαλδημοκρατία εδώ και 15 χρόνια πραγματοποίησε, χωρίς αμφιβολία, μια εξαιρετικά σπουδαία αναθεώρηση της σοσιαλιστικής τακτικής και γι αυτό προσέφερε μια μεγάλη υπηρεσία στο διεθνές προλεταριάτο. Η αναθεώρηση αυτή συνίσταται στην καταστροφή της παλιας πίστης στη βίαιη επανάσταση ως τη μοναδική μέθοδο της ταξικής πάλης, ως το μέσο που θα μπορούσε να εφαρμοστεί ανά πασά στιγμή, για να εγκαθιδρυθεί το σοσιαλιστικό καθεστώς. Σήμερα η επικρατούσα αντίληψη, διατυπωμένη ξανά από τον Καουτσκυ στο συνέδριο του Παρισιού, δέχεται ότι η κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη θα πραγματοποιηθεί ύστερα από μία πολύ ή λίγο μακρόχρονη περίοδο κανονικής και καθημερινής κοινωνικής πάλης, στην οποία η προσπάθεια για τον προοδευτικό εκδημοκρατισμό του κράτους και του κοινο­βουλευτισμού, είναι ένα μέσο εξαιρετικά αποτελεσματικό, για την ιδεολογική και, ως ένα μέρος, για την υλική εξύψωση της εργατικής τάξης. 

Αυτά η γερμανική σοσιαλδημοκρατία τα απέδειξε στην πραξη. Ωστόσο αυτά καθόλου δε σημαίνουν ότι η βία παραμερίστηκε μια για πάντα, ούτε ότι οι βίαιες επαναστά­σεις αποκηρύχθηκαν ως μέσο πάλης του προλεταριάτου και ότι ο κοινοβουλευτισμός ανακηρύχθηκε μοναδική μέθοδος πάλης των τάξεων. Ίσα-ίσα το αντίθετο, η βία είναι και μένει το ύστατο μέσο της εργατικής τάξης, ο υπέρτατος νόμος της πάλης των τάξεων, άλλοτε λανθάνων, άλλοτε εμφανής. Αν με την κοινοβουλευτική μας δράση και με όλη μας την εργασία «επαναστατούμε» τα μυαλά, αυτό το κάνουμε για να κατέβει όταν χρειαστεί η επανάσταση από τα κεφάλια στις γροθιές. 

Δεν είναι η αγάπη προς τη βία ή ο επαναστατικός ρομαντισμός, αλλά σκληρή ιστορική ανάγκη, εκείνο που υποχρεώνει τα σοσιαλιστικά κόμματα να προετοιμάζονται για βίαιες συγκρούσεις αργά ή γρήγορα με την αστική κοινωνία, στην περίπτωση που οι προσπάθειες μας σκοντά­ψουν σε ζωτικά συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων. Το να θεωρούμε τον κοινοβουλευτισμό ως αποκλειστικό μέσο πολιτικής πάλης της εργατικής τάξης, δεν είναι λιγότερο φαντασιοκοπικό και, κατά βάθος, λιγότερο αντιδραστικό, από το να δεχόμαστε τη γενική απεργία ή τα οδοφράγματα, ως αποκλειστικά μέσα πάλης. 

Η βίαιη επανάσταση, στις σημερινές περιστάσεις, είναι δίχως άλλο δίκοπο μαχαίρι και δυσκολομεταχείριστο. Πιστεύω ότι το προλεταριάτο δε θα καταφύγει σ’ αυτό το μέσο παρά μόνον όταν αυτό θα είναι η μόνη διέξοδος που θα του απομένει, με την απαραίτητη πάντα προϋπόθεση ότι η πολιτική κατάσταση και ο συσχετισμός των δυνάμεων εξασφαλίζουν λιγότερο ή περισσότερο την πιθανότητα της επιτυχίας. Μα η σαφέστατη κατανόηση της ανάγκης να χρησιμοποιηθεί η βία τόσο στα διάφορα επεισόδια της πάλης των τάξεων, όσο και για την τελική κατάκτηση της εξουσίας, είναι εκ των προτέρων απαραίτητη, γιατί ίσα-ίσα η κατανόηση αυτή είναι που δίνει ορμή και αποφασιστικότητα στην ειρηνική και νόμιμη δράση μας. 

Αν η σοσιαλδημοκρατία παρασυρόταν από τους οπορτουνιστές και αποφάσιζε να παραιτηθεί εκ των προτέρων και δια παντός από τη χρησιμοποίηση της βίας, αν αποφάσιζε να υποχρεώσει τις εργατικές μάζες να σεβαστούν την αστική νομιμότητα, τότε όλοι οι πολιτικοί της αγώνες, κοινοβουλευτικοί και άλλοι, θα χρεοκοπούσαν αξιοθρήνητα, αργά ή γρήγορα, για να δώσουν τη θέση τους στην αχαλίνωτη κυριαρχία της αντιδραστικής βίας. 


[1] Ύστερα από τη γενική απεργία των βέλγων εργατών του 1902 που απάνθρωπα χτυπήθηκε από τις στρατιωτικές δυνάμεις της καθολι­κής κυβέρνησης και στην αποκορύφωση της λύθηκε από το οπορτουνιστικό Γενικό Συμβούλιο του Βελγικού Εργατικού Κόμματος (Βάντερβελντε), στη Διεθνή ξέσπασε μια μεγάλη ιδεολογική διαμάχη γύρω από την τακτική της σοσιαλδημοκρατίας. 
 

Περισσός: Ο λαός να διεκδικήσει κάθε δημόσιο κτίριο

Με χθεσινό δημοσίευμα στο Ριζοσπάστη (που παραθέτουμε στη συνέχεια), ο Περισσός επιχειρεί να ανασκευάσει την προηγούμενη τοποθέτηση σχετικά με τη Villa Amalias και τα δημόσια κτίρια. 
Στην πραγματικότητα όμως δε φαίνεται να υπάρχει κάποια εξαιρετική διαφοροποίηση (πέραν του γεγονότος ότι είναι πιο μακροσκελής) και η νέα τοποθέτηση μάλλον επιτείνει  παρά ξεκαθαρίζει τη “σύγχυση” που δημιούργησε η προηγούμενη. 
Γίνεται λόγος μεν για το δήμο-τοπικό κράτος, ωστόσο ο αρθρογράφος καταλήγει ότι αυτοί (σ.σ οι δήμοι) πρέπει να πιεστούν για να κινηθούν στην κατεύθυνση “αντιμετώπισης των καυτών και οξυμένων λαϊκών προβλημάτων στη στέγαση, την ιατρική φροντίδα και περίθαλψη των κατοίκων, τη δημιουργία παιδικών σταθμών, κέντρων απεξάρτησης, σχολείων, νηπιαγωγείων, ΚΑΠΗ κ.ά“.
Προκύπτουν όμως ερωτήματα:
i) Προφανώς οι καταληψίες δεν είχαν δώσει τα παραπάνω χαρακτηριστικά στην  συγκεκριμένη κατάληψη και είναι καθ’ όλα σεβαστές οι διαφωνίες του κόμματος με αυτό.
Είναι ή δεν είναι εξίσου προφανές ότι οι καταληψίες δεν είναι οι υλοποιητές της κυβερνητικής πολιτικής στο δήμο Αθηναίων; Αν όντως δεν είναι, τι άλλο από την τήρηση της αστικής νομιμότητας εξυπηρετούν οι δύο τοποθετήσεις;
ii) Ας δεχτούμε βάσει του πολιτικού σκεπτικού του κόμματος ότι οι συλληφθέντες δεν χρήζουν καμίας (ανακοίνωσης έστω) αλληλεγγύης….Δεν θα όφειλε η παραπάνω τοποθέτηση να τουλάχιστον να καταγγέλει  τις (σε πλήρη σύμπνοια με την ατζέντα της Χρυσής Αυγής) επικείμενες επιχειρήσεις κατ’ εντολή Δένδια
iii) Η “αλλαγή κατεύθυνσης” της κυβερνητικής πολιτικής σε τοπικό επίπεδο, είναι ζήτημα πίεσης από τους εργαζόμενους, τους κατοίκους στις γειτονιές, διεκδίκησης από το εργατικό λαϊκό κίνημα; Κατ’ επέκταση, μια τέτοια αλλαγή κατεύθυνσης θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί και με την αλλαγή υλοποιητή της κυβερνητικής πολιτικής, με την υπερψήφιση δηλαδή ενός κομμουνιστή δημάρχου;
iv) Σε συνδυασμό με το προηγούμενο, αντιγράφουμε από το κείμενο της ιδεολογικής επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ “Η αστική «αντιμνημονιακή» γραμμή και ο ρόλος του οπορτουνισμού” (Παράγραφος “ΠΕΡΙ ΚΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΚΑΙ «ΑΥΤΟΔΥΝΑΜΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ»” της ΚΟΜΕΠ
  • Η κρατική παρέμβαση είτε με τη μορφή της ιδιωτικοποίησης είτε με τη μορφή της κρατικοποίησης έχει πάντοτε σαν στόχο την εξυπηρέτηση της διευρυμένης καπιταλιστικής παραγωγής

και 
  • Η κρατική καπιταλιστική ιδιοκτησία δεν είναι  «δημόσια» περιουσία, δεν είναι «εθνική» περιουσία, δεν ανήκει σε όλους. Το σημερινό κράτος είναι το κράτος του κεφαλαίου και οι κρατικές επιχειρήσεις είναι ιδιοκτησία του συλλογικού καπιταλιστή




Γίνεται όμως να ισχύουν και τα δύο; Γίνεται από τη μία να πιέσουμε τους δήμους για την άμβλυνση των εργατικών λαϊκών προβλημάτων και ταυτόχρονα να γνωρίζουμε ότι κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο από τη στιγμή που έτσι κι αλλιώς (στον καπιταλισμό) τα δημόσια κτίρια αποτελούν καπιταλιστική ιδιοκτησία;

Ακολουθεί η (όχι λιγότερο ατυχής από την προηγούμενη) τοποθέτηση, μέσω του Ριζοσπάστη: 

Με αφορμή την αστυνομική επέμβαση στη βίλα Αμαλία, τις συλλήψεις αλλά και τις επικείμενες επιχειρήσεις σε άλλα αντίστοιχα κτίρια στην Αττική, που ουσιαστικά προανήγγειλε ο υπουργός Δημόσιας Τάξης, Νίκος Δένδιας, «άνοιξε» μια μεγάλη συζήτηση σχετικά με αυτούς τους χώρους, τη χρήση τους και το πώς πρέπει να αξιοποιηθούν. Εμφανίστηκαν λοιπόν διάφοροι κυβερνητικοί παράγοντες, παράγοντες της Τοπικής Διοίκησης, που έκαναν λόγο για την ανάγκη να υπάρχουν σχολεία, χώροι αναψυχής, πολιτισμού και άλλα παρόμοια. Και πως έτσι πρέπει να αξιοποιούνται χώροι που τελούν εδώ και χρόνια υπό κατάληψη. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την αναγκαιότητα να γίνουν σχολεία, παιδικοί σταθμοί, νηπιαγωγεία, χώροι άθλησης, περίθαλψης. Αλλωστε, πολλές λαϊκές οικογένειες αντιμετωπίζουν τεράστιο πρόβλημα, ακριβώς επειδή δεν υπάρχουν τέτοιοι χώροι στους οποίους θα παρέχονται τέτοιες υπηρεσίες… Είναι όμως γνήσιο το ενδιαφέρον όσων εμφανίζονται τώρα, με αφορμή τη βίλα Αμαλία να ζητούν να γίνουν όλα αυτά που θα ωφελήσουν τα λαϊκά στρώματα;
Σε καμία περίπτωση. Γιατί οι δήμοι που δείχνουν να ενδιαφέρονται γι’ αυτά τα κτίρια, παραχωρούν το ένα μετά το άλλο δικά τους κτίρια σε επιχειρηματίες για να κάνουν μπίζνες. Οι δήμοι σαν κομμάτι, τμήμα, του αστικού κράτους, παραχωρούν σε ιδιωτικά συμφέροντα ή αναθέτουν σε εταιρίες μια σειρά υπηρεσίες, κρίσιμες για τη ζωή της λαϊκής οικογένειας. Εμφανίζονται να ζητούν σχολεία, την ίδια στιγμή που μόνοι τους βάζουν λουκέτο σε παιδικούς σταθμούς και σε δομές πρόνοιας, επικαλούμενοι – προσχηματικά ή μη – αδυναμία να τούς λειτουργήσουν. Αρα, αυτό που ζητούν σήμερα οι δήμοι, όχι μόνο δεν θα το κάνουν, αλλά αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις υπονομεύουν οι ίδιοι την πιθανότητα χρηματοδότησης τέτοιων έργων που είναι χρήσιμα για το λαό, πατώντας πάνω σε ένα αντιλαϊκό θεσμικό πλαίσιο και στις επιταγές της Ευρωπαϊκής Ενωσης που απορρίπτουν την ένταξη έργων όπως σχολεία σε χρηματοδοτικά προγράμματα, τη στιγμή που εγκρίνονται χρηματοδοτήσεις, π.χ. μαρίνες, γήπεδα γκολφ και γενικά δραστηριότητες, έργα και προγράμματα που αποφέρουν κέρδη στο μεγάλο κεφάλαιο…
Τι πρέπει να γίνει; Τόσο στην Αθήνα όσο και σε άλλες μεγαλουπόλεις της Αττικής και της χώρας, όπου κατοικούν εκατομμύρια λαϊκές οικογένειες, υπάρχουν δεκάδες δημόσια κτίρια και χώροι που παραμένουν αναξιοποίητοι και εγκαταλελειμμένοι. Και είναι γεγονός ότι οι ανάγκες και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργατικές και λαϊκές οικογένειες είναι ιδιαίτερα οξυμένα. Αυτά τα δημόσια κτίρια και οι χώροι, πρέπει να αξιοποιηθούν με ευθύνη των Δήμων για την αντιμετώπιση των καυτών και οξυμένων λαϊκών προβλημάτων στη στέγαση, την ιατρική φροντίδα και περίθαλψη των κατοίκων, τη δημιουργία παιδικών σταθμών, κέντρων απεξάρτησης, σχολείων, νηπιαγωγείων, ΚΑΠΗ κ.ά. Και ακριβώς επειδή δεν πρέπει να υπάρχει καμία αυταπάτη ότι οι σημερινοί δήμοι, ως τμήμα του αστικού κράτους, θα λειτουργήσουν σε μια τέτοια κατεύθυνση, επιβάλλεται να πιεστούν από τους ίδιους τους εργαζόμενους, τους κατοίκους στις γειτονιές. Τέτοιες πρέπει να είναι οι διεκδικήσεις του εργατικού λαϊκού κινήματος.
Γιώργος ΜΙΧΑΗΛΑΡΗΣ
 
 
 

“εκεί θα σε περιμένω” (με αφορμή τα "μαλακισμένα" του Καμπουράκη)

Στο αθλητικό σάιτ ο τίτλος λέει «Μπινελίκια στον αέρα του Μέγκα (vid)». Αυτός είναι ο τίτλος, αυτό είναι ίσως το σημαντικό νέο της ημέρας. Ότι στον τηλεοπτικό αέρα ακούγεται η φράση «μαλακισμένα». Η είδηση είναι η παρασπονδία του Καμπουράκη, το λάθος του τηλεοπτικού σκηνοθέτη. Δεν θα απομείνει τίποτα άλλο, παρά μια λάθος πιρουέτα μια ημιδιάσημης γκόμενας απ’ το ντάνσινγκ γουιθ δε σταρς και ένα μπινελίκι του εξίσου ημιδιάσημου παρουσιαστή. Δεν είμαστε τίποτα, παρά απομεινάρια τηλεοπτικού χρόνου, ό,τι χώρεσε σε ένα μονόστηλο της εσπρέσο.

Ποιοί κοινωνικοί χώροι, ποιά αυταρχική κυβέρνηση, ποιός κουκουλονόμος; Το μπινελίκι του Καμπουράκη.

Στο ραδιόφωνο παίζει Ελληνοφρένεια. Σε μια στιγμή ακούγεται η φωνή του Ντινόπουλου. Προσπαθεί να βρίσει τον Σκουρλέτη. Λέει ο σύριζα υποστηρίζει την villa Amalias και προσθέτει «εκεί που μαζεύονταν πρεζόνια».

Τα πρεζόνια, στη huffington post είναι συγκλονιστικό ρεπορτάζ. Στη πόλη του Καμίνη είναι αυτό που χαλάει το ιστορικό κέντρο, τα ψώνια και την αισθητική μας. Στο στόμα του Ντινόπουλου είναι ο πάτος, το περιθώριο, αυτό που σιχαίνεται, η ύστατη κατηγορία. Πρεζόνια. (Ο Ζαγορίτης, το γράφω και το ξαναγράφω, πρώην γραμματέας την ΝΔ σε τηλεοπτική εκπομπή είχε πει χαρακτηριστικά ότι δύο πράγματα θα πει στα παιδιά του, να μην γίνουν gay και να μην πάρουν ναρκωτικά. )

Ο Ντινόπουλος κοιτάζει τα μαλακισμένα, τα πρεζόνια, τους μπάχαλους, τους μη συμμετέχοντες στο όνειρο της μνημονιακής Ελλαδάρας και τα δόντια του στάζουν αίμα. Σιχαίνεται τους απροσάρμοστους, τους παρεκκλίνοντες απ’ το πρότυπο του καλού δαπίτη. Αστραφτερό χαμόγελο, ατσαλάκωτο πουκάμισο, σακούλες απ’ το mall στο ένα χέρι και φρεντο στο άλλο. Και μία απεριόριστη υπερηφάνεια που η επόμενη προαγωγή θα του εκμηδενίσει επιτέλους τον ελεύθερο χρόνο. Η ΔΑΠ απ’ το πρώτο τραπέζι στον Χατζηγιάννη, λίγο πριν πουλήσει σημειώσεις στους πρωτοετείς με αντάλλαγμα μια κωλοψήφο, θα μας μιλήσει για την ανομία. Έπειτα, σε απευθείας σύνδεση απ’ την Αράχοβα, το χωριό που επισταμένως επιχειρεί να λεηλατήσει η γαλάζια κουλτούρα, θα μας μιλήσει για πολιτισμό.

Δεν είναι ότι δεν περίμενα ότι τα ιδιώνυμα και οι κουκουλονόμοι θα εφαρμοστούν ακριβώς για να εξυπηρετήσουν πολιτικές διώξεις. Δεν είναι ότι δεν περίμενα την τρομοκρατία τους. Ο κόμπος στο στομάχι με σφίγγει περισσότερο εξαιτίας της παρακάτω φωτογραφίας.
Image

Το κορίτσι που γελάει και γράφει στο τζάμι σ’ αγαπώ σε κάποιον τυχερό που κοιτάζει απ’ έξω. Και αυτός είναι τυχερός όχι επειδή δεν είναι μέσα στην κλούβα, αλλά γιατί το κορίτσι του γράφει σ’ αγαπώ. Και ο Δένδιας και οι κλούβες και τα δακρυγόνα μπορούν να εξαλειφθούν, να καταργηθούν οριστικά στη στιγμή, τη στιγμή ακριβώς που στο ζόφο αντιτάσσεις ένα τέτοιο χαμόγελο. Και η φωτογραφία κυκλοφορεί στο δίκτυο με εκείνο το ποίημα του Λειβαδίτη.

Κλεῖσε τὸ σπίτι. Δῶσε σὲ μιὰ γειτόνισσα τὸ κλειδὶ καὶ  

προχώρα. Ἐκεῖ ποὺ οἱ φαμίλιες μοιράζονται ἕνα ψωμὶ στ

ὀκτώ, ἐκεῖ ποὺ κατρακυλάει ὁ μεγάλος ἴσκιος τῶν ντουφεκισμένων.

Σ᾿ ὅποιο μέρος τῆς γῆς, σ᾿ ὅποια ὥρα, 

ἐκεῖ ποὺ πολεμᾶνε καὶ πεθαίνουν οἄνθρωποι γιἕνα

Ας ζήσουν αυτοί με τους Ρέμους, τους τηλεοπτικούς διαγωνισμούς χορού και τους λυσσασμένους ματατζήδες τους. Εμείς έχουμε αυτό το χαμόγελο. Κι αυτόν τον έρωτα που κοιτάζεται και σηκώνει το χέρι και δεν σταματά και δεν υποχωρεί ακόμη αν κι έχει ένα τζάμι να τον χωρίζει. Αλλά για πόσο ακόμη νομίζετε ότι μπορεί να τον χωρίζει; Για πόσο;
 

Η Ελληνοφρένεια για Villa Amalias

Απλά και κατανοητά…

Περί βίλας…    

Είναι πολύ αστείο και διασκεδάζω αφάνταστα όταν μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης θεωρεί τους προσαχθέντες και συλληφθέντες για την βίλα Αμαλία, παράνομους, ύποπτους, οπαδούς της ανομίας, εγκληματικά στοιχεία, κλπ. Και διασκεδάζω επειδή το ίδιο κομμάτι θεωρεί νόμιμους τον Σαμαρά, τον Παπανδρέου, τον Βενιζέλο, τον Παπακωνσταντίνου, όπως νόμιμους θεωρούσε στο πρόσφατο παρελθόν τον Γιάννο Παπαντωνίου και τον Άκη Τσοχατζόπουλο και άλλους τιτάνες της διαφάνειας και της χρηστής διοίκησης, που έχουν εκλεχθεί από «λαϊκές πλειοψηφίες».


Η σχεδόν 20χρονη δημοσιογραφική εμπειρία μου, μου έχει μάθει να ορίζω με διαφορετικό τρόπο από τον συνήθη, έννοιες, όπως νομιμότητα, παρανομία, παραβατικότητα, περιθώριο, ενοχή. Στην δική μου λογική ένοχος δεν είναι ο 20χρονος, που αρπάζει την μολότοφ και την πετάει στην βιτρίνα της τράπεζας. Ένοχος είναι η τράπεζα. Και το λέω αυτό γνωρίζοντας ότι δεν βγαίνει κάτι με το σπάσιμο μιας βιτρίνας, γνωρίζοντας ότι μπορεί κάτω από την κουκούλα να υπάρχει παρακρατικός νεαρός, γνωρίζοντας ότι η κλεψιά των τραπεζών προς τους «πελάτες» τους, δεν θα σταματήσει ούτε με 1000 μολότοφ.

Τα λέω αυτά γνωρίζοντας ότι το πιο αποτελεσματικό όπλο, είναι ο συνειδητός και αποφασιστικός αγώνας, ο δύσκολος και επίμονος αγώνας, ο οποίος ξεκινώντας από τα απλά και τετριμμένα (απεργίες συγκεντρώσεις), θα μετεξελιχτεί σε εξέγερση και ίσως κάποτε και επανάσταση, για να εγκαθιδρυθεί μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση από τράπεζες και άλλα ευαγή ιδρύματα…

Από την εμπειρία μου επίσης έχω πειστεί, ότι όσο περισσότερο ακούω για «ανομία που πατάσσεται», τόσο κατανοώ ότι μια απίστευτη απάτη βρίσκεται σε εξέλιξη. Την ίδια ώρα που ο υπουργός Δένδιας, ανακοινώνει ότι συνέλαβε 1500 ύποπτα μπουκάλια! βρίσκεται σε εξέλιξη το μεγαλύτερο ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας, το μεγαλύτερο πλιάτσικο των πηγών της χώρας και η πιο άγρια εξόντωση των εργαζομένων του τόπου.

Στην ομοιογένεια που επιχειρούν να επιβάλλουν, τα γνωστά κόμματα, τα γνωστά συμφέροντα και τα γνωστά κανάλια, πρέπει να υπάρχουν θύλακες αντίστασης, θύλακες αλληλεγγύης, θύλακες αγώνα. Χώροι λαϊκής συνάντησης, έκφρασης, δράσης και πολιτισμού. Κανένας τέτοιος χώρος δεν είναι ύποπτος. Σε κανέναν τέτοιο χώρο δεν γίνονται παράνομες πράξεις. Και αν ακόμη γίνονται, είναι υποδεέστερες και αριθμητικά ελάχιστες, σε σχέση με αυτές που διαπράττονται στα περίφημα σαλόνια της εξουσίας. Οι παράνομες πράξεις γεννιούνται και εκκολάπτονται άλλου. Σε άλλες βίλες.

Η αμφισβήτηση του υπάρχοντος πολιτικού πλαισίου, δεν έχει ένα χρώμα, μια κατεύθυνση. Ξεκινά από πολλές αφετηρίες, έχει ποικίλες στοχεύσεις και μπορεί να φτάνει σε διαφορετικές αποστάσεις. Κάποιου η αμφισβήτηση φτάνει στην ρίζα, κάποιου στην επιφάνεια, κάποιου στην μέση. Αυτή η διαβάθμιση είναι ωραία αφορμή για συζήτηση, αναζήτηση τυχόν συγκλίσεων και κοινών πορειών. Αλλιώς ας πορεύονται χωριστά ή παράλληλα.

Υπάρχει χώρος για όλους. Και κυρίως δρόμος.

ΥΓ. Οι «ανομίες» των μελών της Βίλας, δεν θα μου σβήσουν από το κάδρο, την αγωνία τους και τον αγώνα τους, το πείσμα τους, το μεράκι τους, την άρνηση με άποψη όλων όσων σερβίρονται από κανάλια και διαύλους. Οι διαφορετικές από τις δικές μου, απόψεις τους, δεν θα μου κρύψουν το θάρρος τους να ανακαταλάβουν την βίλα, ξέροντας ότι θα συλληφθούν από την αστυνομία και ξέροντας ότι θα περάσουν την γνωστή ταλαιπωρία στην ΓΑΔΑ και θα υποστούν το σημάδεμα για μια ζωή…

Στην τόσο ήρεμη, νωθρή, αποχαυνωμένη και προβλέψιμη Αθήνα της κρίσης, ήταν μια καλή αρχή για το δυσκολότερο έτος που μόλις ξεκίνησε.

Καλή λευτεριά στους συλληφθέντες και κυρίως στους αιχμαλώτους.

Θύμιος Κ.

via Κόκκινη γωνιά